Ο προστατευόμενος μάρτυρας ως μάρτυρας υπεράσπισης - Δογματικά και δικονομικά αδιέξοδα

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Στόχος της μελέτης είναι να προσεγγίσει και να αναλύσει το τι θα συμβεί, σε επίπεδο δικονομικού και ουσιαστικού ποινικού δικαίου, στην περίπτωση που ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος, σε ποινική υπόθεση στην οποία υπάρχει προστατευόμενος μάρτυρας, υποψιασθεί ή πιθανολογήσει ποιος είναι στην πραγματικότητα ο προστατευόμενος μάρτυρας, ο οποίος αποτελεί και την μείζονος σημασίας αποδεικτική βάση της υπό διερεύνηση ποινικής υπόθεσης, και αποφασίσει, εν είδη στρατηγικής «μπλόφας», να του ζητήσει ευθέως να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισής του ή να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να τον κλητεύσουν προκειμένου να καταθέσει τα όσα γνωρίζει αναφορικά με την υπόθεση.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

1. Εισαγωγή
1.1. Κατά τη μελέτη των διατάξεων σχετικά με τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος (άρθρ. 47 ΚΠΔ) και τους προστατευόμενους μάρτυρες (άρθρ. 218 ΚΠΔ) και με αφορμή ποινική υπόθεση η οποία απασχόλησε στο πρόσφατο παρελθόν τόσο την κοινή γνώμη, ένεκα του πολιτικού αντικτύπου της, όσο και τον νομικό μας κόσμο και ειδικότερα την ποινική μας δικαιοταξία, δημιουργήθηκε συνειρμικά η εξής σκέψη: «Τι θα συμβεί αν ένα πρόσωπο που φέρει τη δικονομική ιδιότητα του υπόπτου ή του κατηγορούμενου, σε μία υπόθεση της οποίας τη μείζονα αποδεικτική βάση αποτελεί η κατάθεση ενός προστατευόμενου μάρτυρα, υποψιαστεί ή βεβαιωθεί για την πραγματική ταυτότητα του προστατευόμενου μάρτυρα και, προκειμένου να θέσει δικονομικές και ουσιαστικές παγίδες στην κατ’ αυτού ποινική διαδικασία, ζητήσει από τον μάρτυρα (υπό τα πραγματικά του στοιχεία πλέον) να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης ή ζητήσει από την αρμόδια προανακριτική ή ανακριτική αρχή να τον κλητεύσει ως μάρτυρα, προκειμένου να καταθέσει κρίσιμα, για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, στοιχεία;»
1.2. Προκειμένου η ροή της σκέψης και ο προβληματισμός της μελέτης να καταστεί σαφής, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση ενός παραδείγματος:
1.2.1. Διενεργείται προκαταρκτική εξέταση με σκοπό τη διακρίβωση τέλεσης της αξιόποινης πράξης της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης κατ’ άρθρ. 187 παρ. 2 ΠΚ σε βάρος του «Α», φερόμενου «αρχηγού» μεγάλης εγκληματικής οργάνωσης που επιδιώκει την τέλεση απατών κατ’ άρθρ. 386 ΠΚ. Την αποδεικτική «βάση» για την εκκίνηση της προκαταρκτικής εξέτασης και τον σχηματισμό της δικογραφίας αποτέλεσε η κατάθεση ενός μάρτυρα (εφεξής «Μ»), για τον οποίο οι αρμόδιες αρχές έκριναν ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό του ως προστατευόμενου μάρτυρα, κατ’ άρθρ. 218 παρ. 3 ΚΠΔ. Ως προς τον μάρτυρα αυτόν λαμβάνεται το προβλεπόμενο στην παρ. 4 του άρθρ. 218 ΚΠΔ δικονομικό μέτρο της μη αναγραφής, στην έκθεση εξέτασης, του ονόματος, του τόπου γέννησης, της κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας του.
1.2.2. Ο «Α», ο οποίος γνωρίζει την πραγματικότητα και συγκεκριμένα γνωρίζει ακριβώς τι έχει και τι δεν έχει κάνει, μελετώντας το υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα την «ανωνυμοποιημένη» κατάθεση του «Μ», αντιλαμβάνεται ότι ο προστατευόμενος μάρτυρας στην πραγματικότητα είναι ο προσωπικός γραμματέας του, αντιλαμβάνεται δηλαδή τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητάς του, καθώς, από το περιεχόμενο της κατάθεσης αντιλαμβάνεται ότι αυτός είναι ο μόνος που θα μπορούσε να έχει τόσο λεπτομερή γνώση επί των πραγμάτων και θα μπορούσε να καταθέτει πραγματικά περιστατικά υπό την πολύ συγκεκριμένη αυτή οπτική γωνία. Προκειμένου δε να προκαλέσει «προβλήματα» στη μετέπειτα πορεία της κρινόμενης υπόθεσης, δίχως να αποκαλύψει στον «Μ» -ή σε οποιονδήποτε άλλον, εκτός του συνηγόρου υπεράσπισής του- ότι γνωρίζει την πραγματικότητα, του ζητάει να καταθέσει, προς υποστήριξή του και προκειμένου να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από αυτές τις συκοφαντίες, ως μάρτυρας υπεράσπισης ή υποβάλλει αίτημα διεξαγωγής αποδείξεων κατ’ άρθρ. 102 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρ. 244 παρ. 1 ΚΠΔ και
Σελ. 963 6 παρ. 3 περ. δ΄ ΕΣΔΑ προκειμένου να επιτύχει την υποχρεωτική κλήτευσή του, υπό τα πραγματικά του στοιχεία πλέον, ενώπιον της αρμόδιας αρχής.
1.2.3. Ο «Μ» φοβούμενος να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί του αλλά και υπό τον φόβο να μη δημιουργήσει υπόνοιες προς τον «Α» ότι πράγματι αυτός είναι ο προστατευόμενος μάρτυρας, αποφασίζει να δεχθεί να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του «Α».
1.2.4. Σε συνέχεια του ανωτέρω «θεάτρου σκιών» και κατόπιν νομότυπης κλητεύσεως εκ μέρους της αρμόδιας για την προκαταρκτική εξέταση αρχής, ο «Μ» εμφανίζεται στην αρμόδια αρχή προκειμένου να δώσει την κατάθεσή του, έχοντας προς τούτο αφενός καθήκον εμφάνισης κατ’ άρθρ. 209 ΚΠΔ και καθήκον αληθείας κατ’ άρθρ. 224 ΠΚ συνδυασμό με τα άρθρ. 223 και 239 ΚΠΔ.
2. Οι ανακύπτοντες προβληματισμοί
2.1. Εφόσον, στο ανωτέρω παράδειγμα, ο «Μ» έχει κλητευθεί νομότυπα, κατόπιν αιτήματος του υπόπτου «Α», υπό τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητάς του και υπό την πραγματική του ιδιότητα -και όχι υπό καθεστώς προστατευόμενου μάρτυρα- δημιουργείται γι’ αυτόν η υποχρέωση εμφάνισης, όρκισης και κατάθεσης της αλήθειας, όπως προαναφέρθηκε. Το μείζον ερώτημα που γεννάται εν προκειμένω είναι το τι θα κληθεί να καταθέσει ο «Μ» κατά την κατάθεσή του, δηλαδή ποια θα είναι η έκταση και ποιο θα είναι το ακριβές περιεχόμενο της κατάθεσής του.
2.2. Ειδικότερα, με σχετική ασφάλεια μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι ο «Μ» θα κληθεί να αντιμετωπίσει το εξής δίλημμα: Να καταθέσει ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε ως προστατευόμενος μάρτυρας (σενάριο Α) ή να καταθέσει διαφορετικά πραγματικά περιστατικά για να μην αποκαλυφθεί ότι αυτός είναι ο προστατευόμενος μάρτυρας (σενάριο Β);
2.2.1. Στο πρώτο σενάριο, στο οποίο ο «Μ» καταθέτει ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε και υπό τον άλλον μανδύα, αυτόν του προστατευόμενου μάρτυρα, ο «Μ» διασφαλίζει την αξιοπιστία του ιδίου και της κατάθεσής του και η αποδεικτική βάση της κατάθεσης του ισχυροποιείται (σενάριο Α). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κατάθεσή του αυτή μάλλον τερματίζει και την όλη έννοια και ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεων αναφορικά με την προστασία μαρτύρων, η οποία είναι η προστασία του μάρτυρα ώστε αυτός να βοηθήσει με την κατάθεσή του στην αποκάλυψη σοβαρών εγκλημάτων. Μόλις ο «Α» πληροφορηθεί το περιεχόμενο της κατάθεσης του «Μ», η αρχική του υπόνοια θα γίνει άμεσα βεβαιότητα και ο «Μ» θα είναι πλέον ευάλωτος και τρωτός στις πιθανολογούμενες πράξεις εκφοβισμού ή αντεκδίκησης (άρθρ. 218 παρ. 3 ΚΠΔ) τις οποίες οι αρμόδιες αρχές, υπό τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ, επιχείρησαν πλην όμως απέτυχαν να αποτρέψουν.
2.2.2. Ο προβληματισμός εντείνεται έτι περαιτέρω στην περίπτωση που ο «Μ», προκειμένου να διασφαλίσει και να διαφυλάξει την ανωνυμία του και να μην βρεθεί στο «μάτι του κυκλώνα» της υπό εξέλιξη ποινικής διαδικασίας, και δη στο πρώιμο στάδιο της προδικασίας (βλ. τη σχετική επιφύλαξη του άρθρ. 218 παρ. 5 και 7 ΚΠΔ), αποφασίζει, κατά την κατάθεση του υπό τα πραγματικά του στοιχεία, να δώσει κατάθεση διαφορετική από αυτήν που έδωσε ως προστατευόμενος μάρτυρας με αποκρυμμένα τα στοιχεία της ταυτότητας του (άρθρ. 218 παρ. 4 ΚΠΔ) (σενάριο Β). Και αν υποτεθεί ότι η κατάθεση που έδωσε ως προστατευόμενος μάρτυρας ήταν αληθής, ακριβής και ανταποκρινόμενη πλήρως στα πραγματικά περιστατικά που έχουν περιέλθει στην αντίληψή του, σε σημείο που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί την μείζονα αποδεικτική βάση της υπόθεσης, τότε με ασφάλεια συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην διαφορετική κατάθεση που θα δώσει υπό τα πραγματικά του στοιχεία θα έχουν εμφιλοχωρήσει είτε ψευδή στοιχεία, είτε άρνηση είτε απόκρυψη της αλήθειας (είτε όλα τα παραπάνω), και υπό το δεδομένο ότι ο «Μ» θα καταθέσει ως εξής εν γνώσει του ότι αυτά που καταθέτει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε μάλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης κατ’ άρθρ. 224 παρ. 1 ΠΚ.
2.2.3. Το δίλημμα του «Μ», κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, μπορεί να συνοψισθεί και ως εξής: Οφείλει να διασφαλίσει την αποδεικτική ισχύ και αξιοπιστία της υπό κρίση ποινικής υπόθεσης, παραβιάζοντας τη μυστικότητα της πράξης και εκθέτοντας τον εαυτό του στις εκφοβιστικές (ή και αντεκδικητικές) τάσεις που πιθανολογείται ότι θα έχει ο «Α» αν αποκαλύψει τα στοιχεία του, ταυτίζοντας την ανώνυμη με την επώνυμη κατά
Σελ. 964θεση του ή οφείλει να προστατεύσει τον εαυτό του από τον «Α» υποσκάπτοντας ωστόσο κατ’ αυτό τον τρόπο, την αποδεικτική επάρκεια της υπόθεσης και δη την αξιοπιστία του ιδίου και της κατάθεσης του σε μεταγενέστερο δικονομικό στάδιο; Ο λόγος για τον οποίο γίνεται αναφορά σε πιθανή υποβάθμιση της αξιοπιστίας του «Μ» και της κατάθεσης του είναι ο εξής: αν ο «Μ» υπό τα πραγματικά του στοιχεία προβεί σε ψευδή κατάθεση κατ’ άρθρ. 224 παρ. 1 ΠΚ (σενάριο Β) πέραν από την ποινική του ευθύνη (για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω), τότε, σε επόμενο δικονομικό στάδιο (ακροατήριο) που η αποκάλυψη των πραγματικών του στοιχείων είναι δικονομικά εφικτή κατ’ άρθρ. 218 παρ. 5, τότε ο «Α» θα έχει εξοπλιστεί με ένα πολύ βασικό υπερασπιστικό επιχείρημα: ότι «η υπόθεση στήθηκε» στη βάση της κατάθεσης ενός μάρτυρα (προστατευόμενου), ο οποίος στην ίδια δικονομική υπόθεση προέβη σε ψευδή κατάθεση (υπό τα πραγματικά του στοιχεία).
2.3. Το επιχείρημα αυτό δεν θα είναι εύκολο να παρακαμφθεί και, στη βάση της αρχής της ηθικής απόδειξης κατ’ άρθρ. 177 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει μείζονα ζητήματα αποδεικτικής αξιοπιστίας κατ’ άρθρ. 358 ΚΠΔ και, κατ’ επέκταση, αποδεικτικής επάρκειας του συγκεντρωθέντος υλικού, ενώ δεν μπορούν να αποκλεισθούν κι ενστάσεις αναφορικά με παράνομα αποδεικτικά μέσα κατ’ άρθρ. 177 παρ. 2 ΚΠΔ.
3. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο
3.1. Οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Ποινικού Κώδικα δεν φαίνεται να οδηγούν, άμεσα τουλάχιστον, σε επίλυση του προβλήματος, δηλαδή στην επιλογή μίας λύσης άνευ προβλημάτων ή, έστω, στην λιγότερο προβληματική λύση.
3.2. Η διάταξη του άρθρ. 224 παρ. 4 ΚΠΔ κατά την οποία ο μάρτυρας δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση, καθώς ο «Μ» δεν μπορεί να αρνηθεί την κατάθεση της αλήθειας για να μην προκύψουν δικές του ποινικές ευθύνες αφού η αλήθεια, εν προκειμένω, αναδεικνύει ποινική ευθύνη του «Α» και όχι δική του. Άλλωστε, αν ο «Μ» έχει χαρακτηρισθεί και ως μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος (κατά το οικείο πεδίο εφαρμογής) εκ του άρθρ. 47 ΚΠΔ, τότε θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι δεν υπάρχει δική του ποινική ευθύνη, γεγονός προαπαιτούμενο για τον χαρακτηρισμό του ως μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρ. 224 παρ. 4 ΚΠΔ δεν φαίνεται να βοηθάει ή να διευκολύνει τον «Μ» στην επιλογή του ως προς το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σίγουρα δεν του δίνει το πράσινο φως για να αρνηθεί να καταθέσει κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
3.3. Σχετικά βοηθητική φαίνεται να είναι η διάταξη του άρθρ. 224 παρ. 3 ΠΚ κατά την οποία αν ο υπαίτιος τέλεσε τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, χωρίς να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή αν συνδυαστεί, στο υπό εξέταση παράδειγμα, με την διάταξη του άρθρ. 224 παρ. 2 ΠΚ κατά την οποία όποιος εμφανίζεται ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση και αρνείται να δώσει τη μαρτυρία του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. Υπό τις διατάξεις αυτές, ο «Μ» θα μπορούσε να εμφανιστεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής και να αρνηθεί να δώσει την κατάθεσή του, αποδεχόμενος σχετική ποινική ευθύνη του για την πράξη αυτή. Τούτο θα δημιουργήσει τα εξής περαιτέρω προβλήματα: πρώτον, θα κινηθεί σε βάρος του «Μ» ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη του άρθρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, δεύτερον, ο «Α» θα καταλάβει ότι ο «Μ» είχε λόγο να αρνηθεί να καταθέσει και συγκεκριμένα τον λόγο τον οποίο είχε εξαρχής υποψιασθεί, ότι δηλαδή αυτός κρύβεται πίσω από τον μανδύα του προστατευόμενου μάρτυρα [το ίδιο πρόβλημα θα ανακύψει και αν ο «Μ» αρνηθεί να προσέλθει σε αυθόρμητη, άνευ κλητεύσεως κατάθεση κατ’ άρθρ. 213 παρ. 3 ΚΠΔ κατόπιν σχετικής πρόσκλησης εκ μέρους του «Α»] και τρίτον, στο δικονομικό στάδιο που θα αποκαλυφθεί (αν αποκαλυφθεί κατ’ άρθρ. 218 παρ. 5 ΚΠΔ) ότι ο προστατευόμενος μάρτυρας είναι ο «Μ», ο «Μ» θα φέρει, στο στάδιο εκείνο, μία -τουλάχιστον- ποινική δίωξη σε βάρος του για την πράξη του άρθρ. 224 παρ. 2 ΠΚ, γεγονός που θα υποσκάψει την αξιοπιστία του, κατά τα ανωτέρω προλεγόμενα (η διάταξη του άρθρ. 224 παρ. 3 ΠΚ στοιχειοθετεί λόγο δικαστικής άφεσης της ποινής, συνεπώς θα πρέπει η υπόθεση να φτάσει στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία για να κριθεί αν θα πρέπει, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου, να μείνει ατιμώρητος σε εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης).
4. Προτεινόμενες λύσεις
4.1. Η έως τώρα παράθεση των παραμέτρων του υπό εξέταση ζητήματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν φαίνεται, εκ του υφισταμένου νομοθετικού πλαισίου, να προκύπτει μία ξεκάθαρη λύση που να τερματίζει τον προβληματισμό κατά τρόπο πανηγυρικά νόμιμο, νομότυπο, δίκαιο και δικαιοκρατικό. Η μία επιλογή (σενάριο Α) ενισχύει μεν την αποδεικτική αξιοπιστία του προς εξέταση αποδεικτικού υλικού, και δη -εν προκειμένω- της κατάθεσης του «Μ» πλην όμως εκθέτει αυτόν στις πιθανολογούμενες αντεκδικητικές και εκφοβιστικές τάσεις του «Α». Είναι, δηλαδή, μία επιλογή η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως νομιμοφανές πλην όμως καταχρηστικό δικονομικό εργαλείο του «Α», ο οποίος εν είδη δικονομικής «μπλόφας» μεταχειρίζεται αυτό προκειμένου να ναρκοθετήσει τη μετέπειτα δικονομική πορεία της υπόθεσης και υπό συνθήκες να καταλύσει κατ’ επιλογή την ρυθμιστική προστατευτική εμβέλεια του άρθρ. 218 ΚΠΔ και του θεσμού των προστατευομένων μαρτύρων εν γένει. Η άλλη επιλογή (σενάριο Β) διασφαλίζει μεν τη μυστικότητα της διαδικασίας καθώς και την προστατευτική και εγγυητική έκταση του θεσμού των προστατευομένων μαρτύρων, υπό την έννοια ότι δεν θα εκθέσει τον «Μ» στις εκφοβιστικές και αντεκδικητικές τάσεις του «Α», πλην όμως φέρει
Σελ. 965τον κίνδυνο να τορπιλίσει την αποδεικτική αξιοπιστία της όλης διαδικασίας αν ανακύψει ότι το ίδιο φυσικό πρόσωπο, δηλαδή ο «Μ», έχει προβεί συνειδητά στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης κατ’ άρθρ. 224 παρ. 1 ΠΚ.
4.2. Κατά την προσπάθεια εύρεσης λύσης, πρέπει να γίνει μία ξεκάθαρη στοχοθεσία που θα πρέπει να ακολουθείται έτσι ώστε το υπό εξέταση δικονομικό «τέχνασμα» να μην προκαλεί προβλήματα στην εξέλιξη της όλης διαδικασίας και να μην αποτελεί καταχρηστικό δικονομικό εργαλείο στα χέρια του εκάστοτε «Α» ο οποίος επιθυμεί να ναρκοθετήσει τη δικονομική πορεία της υπόθεσης.
4.2.1. Σε πρώτη προτεραιότητα, λοιπόν, φρονώ πως θα πρέπει να τεθεί ως στόχος η ασφάλεια του ατόμου, του εκάστοτε «Μ», από τις εκφοβιστικές και αντεκδικητικές τάσεις που μπορεί να έχει ο εκάστοτε «Α». Το ποινικοδικονομικό μας στερέωμα θα πρέπει να είναι ακλόνητο και απόλυτο στο ότι σε καμία περίπτωση η κίνηση μίας ποινικής δίωξης δεν πρέπει μπορεί και δεν πρέπει να εκθέτει σε κίνδυνο τα φυσικά πρόσωπα – παράγοντες της υπόθεσης, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά συμμετέχουν σε μία υπόθεση ως απλοί μάρτυρες, και όχι ως διάδικοι. Η σκοπιμότητα της κίνησης μίας ποινικής διαδικασίας, της δίωξης και τιμωρίας ενός προσώπου για μία ή περισσότερες πράξεις που φέρεται να έχει τελέσει, δεν μπορεί να παρακάμπτει τη νομιμότητα που απορρέει από το άρθρ. 2 Σ. περί προστασίας του ατόμου. Το μέγεθος του κινδύνου που μπορεί να διατρέξει ένας μάρτυρας είναι ένα μέγεθος αντικειμενικό, συγκεκριμένο, υπολογίσιμο και δυνητικά απόλυτο.
4.2.2. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει και να διασφαλίζεται ότι η απόφαση που θα εκδοθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, θα είναι μία απόφαση που θα έχει όλες τις προβλεπόμενες από τον νόμο δικονομικές εγγυήσεις και θα ανταποκρίνεται στις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αποτυπώνονται στο Σύνταγμα, στο άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Έτσι, το ζήτημα της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα, που για τις ανάγκες του παραδείγματός μας είναι ένα μείζονος βαρύτητας αποδεικτικό μέσο, δεν είναι ένα ζήτημα που μπορούμε να προσπεράσουμε με ιδιαίτερη ευκολία. Η υπόθεση της «NOVARTIS» στο πρόσφατο παρελθόν κατέδειξε ότι το ζήτημα της αξιοπιστίας των προστατευόμενων μαρτύρων, στις υποθέσεις στις οποίες υπάρχουν τέτοιοι μάρτυρες, είναι ένα ζήτημα μείζονος σημασίας και κατά λογική ακολουθία απασχολεί τόσο τον δικαιικό και μη κόσμο. Ωστόσο, το ζήτημα της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα, κι ενός αποδεικτικού μέσου εν γένει, εν αντιθέσει με τον κίνδυνο αντεκδίκησης (υπό 4.2.1.) είναι ένα μέγεθος σχετικά και συγκριτικά πιο υποκειμενικό κι αόριστο, υποκείμενο κατά κανόνα σε κρίση και στάθμιση.
4.3. Προκειμένου τα ανωτέρω δύο μεγέθη να συναντηθούν ομαλά στο υπό εξέταση παράδειγμα, φρονώ πως η de lege lata λύση έγκειται στο σενάριο Β, στο οποίο ο «Μ» θα πρέπει να οδηγηθεί σε ψευδή κατάθεση προκειμένου πρώτον να προστατευθεί ο ίδιος από τους κινδύνους που δεσμεύεται να προστατεύσει το άρθρ. 218 ΚΠΔ και δεύτερον να διασφαλιστεί η μυστικότητα της διαδικασίας (τουλάχιστον στο στάδιο της προδικασίας), την οποία ο ίδιος ο ΚΠΔ ανάγει σε μείζονος σημασίας ζήτημα στο άρθρ. 218 παρ. 4 ΚΠΔ (ως άνω υποσημείωση «7»). Τούτο βέβαια, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, θα οδηγήσει στην αναβίωση του ζητήματος της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Κι εδώ είναι το σημείο που θα πρέπει να παρέμβει καταλυτικά ο η Δικαιοσύνη, ως θεσμός, για να κατευνάσει τις υπόνοιες αναξιοπιστίας του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου.
4.3.1. Στο υπό εξέταση ζήτημα, ο «Μ» δεν επιλέγει συνειδητά και αυτοβούλως να προβεί στην πράξη της ψευδούς κατάθεσης, ούτε πράττει τοιουτοτρόπως υποκινούμενος από ταπεινά ελατήρια, εξυπηρετώντας ιδιοτελείς σκοπούς και αποβλέποντας σε ίδιον όφελος, ούτε λειτουργεί με πρόθεση (δόλο) προσβολής του εννόμου αγαθού της απονομής της δικαιοσύνης του 11ου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα. Αντιθέτως, βρίσκεται σε μία σύγκρουση, η οποία αναλυτικώς αποτυπώθηκε και συνοψίσθηκε στο υπό «2.2.3.» δίλημμα, και δεν πράττει υπό καθεστώς συνειδησιακής ελευθερίας.
4.3.2. Στο ευρύτερο ποινικοδικονομικό μας στερέωμα, δεν είναι ξένη η έννοια της «αποδεικτικής κατάστασης ανάγκης» η οποία ωστόσο, σε επίπεδο θεωρητικό και νομολογιακό προσεγγίζεται συνήθως υπό τη διάσταση των απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων. Και στην υπό εξέταση περίπτωση, όμως, δεν είναι αδόκιμο να πούμε ότι αυτό ακριβώς αντιμετωπίζει ο θεσμός της Δικαιοσύνης, γενικότερα, και ο μάρτυρας «Μ», ενώπιον του προεκτεθέντος διλήμματος, ειδικότερα.
4.3.3. Οι διατάξεις των άρθρ. 20, 25, 32 και 33 ΠΚ είναι διατάξεις που μπορούν και πρέπει να επιστρατευθούν και να εφαρμοσθούν, κατά περίπτωση, ώστε να διασφαλιστεί όχι μόνον ότι ο «Μ» δεν θα κριθεί ένοχος για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης του υπό συζήτηση παραδείγματος, αλλά και ότι δεν θα κριθεί «ένοχος αναξιοπιστίας» στον σχετικό ισχυρισμό του εκάστοτε «Α», καθώς θα υπάρχει επίσημη δικαιοδοτική κρίση (είτε δικαστική απόφαση, είτε εισαγγελική διάταξη κατ’ άρθρ. 43 ή 51 ΚΠΔ) η οποία θα απαλλάσσει τον «Μ» όχι μόνον από τις ποινικής, αλλά και από τις ηθικής υφής ευθύνες της πράξεως της ψευδούς κατάθεσης. Εκ των ανωτέρω διατάξεων του γενικού μέρους ΠΚ, προβάδισμα φαίνεται να έχει η διάταξη του άρθρ. 20 ΠΚ, καθώς, όπως σωστά επισημαίνει ο Χ. Μυλωνόπουλος, το άδικο αίρεται όταν η πράξη που πληροί την ειδική υπόσταση συνιστά αυτή καθεαυτήν περιεχόμενο του δικαιώματος ή του καθήκοντος και όχι όταν μέσω αυτής απλώς σκοπείται η ενάσκηση δικαιώματος ή η εκπλήρωση καθήκοντος συνισταμένων σε άλλη πράξη, αφού στο υπό εξέταση παράδειγμα η ψευδής κατάθεση στην οποία εξαναγκάζεται να προβεί ο «Μ» είναι καθεαυτή η εκπλήρωση του καθήκοντος του προς μαρτυρία αλλά και προς συνδρομή στη διασφάλιση της μυστικότητας της διαδικασίας.
4.4. Υπό τις ανωτέρω σκέψεις, στο υπό εξέταση θεωρητικό ζήτημα, ως ενδεδειγμένη λύση φαίνεται η λύση της εξαναγκα
Σελ. 966σμένης ψευδούς κατάθεσης του «Μ» η οποία θα επιτρέψει τη συνέχιση της διαδικασίας υπό καθεστώς μυστικότητας, στο πλαίσιο του άρθρ. 218 ΚΠΔ, με την τελική λύση να απορρέει από διατάξεις του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με συλλογισμούς στάθμισης της ευρύτερης ποινικοδικονομικής δικαιοταξίας. Ο «Μ» θα καταθέσει ψεύδη τα οποία θα τον προστατεύσουν από τον «Α», και η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων θα προστατεύσουν την αξιοπιστία του «Μ» και της όλης διαδικασίας από τους σχετικούς ισχυρισμούς του «Α».
5. Καταληκτικές σκέψεις αντί επιλόγου
5.1. Το υπό εξέταση ζήτημα είναι προϊόν θεωρητικής προσέγγισης και επεξεργασίας, δίχως απτό νομολογιακό προηγούμενο, το δε παράδειγμα του «Α» ο οποίος λειτουργεί καταχρηστικά, με σαφή στόχευση τη δημιουργία δικονομικών εμποδίων στη διαδικασία, επιστρατεύθηκε σκόπιμα προκειμένου να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα που μπορεί, δυνητικά, να χαρακτηρίζει μία ποινική υπόθεση μείζονος σημασίας. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι το ίδιο φαινόμενο μπορεί να παρατηρηθεί και όταν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος δεν λειτουργεί καταχρηστικά, ή τουλάχιστον δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά επιθυμεί απλώς να εξεταστεί ένας μάρτυρας που θεωρεί ότι θα βοηθήσει στην ανάδειξη της υπερασπιστικής του θέσης, πλην όμως ο μάρτυρας αυτός τυχαίνει να είναι και ο προστατευόμενος μάρτυρας της υπόθεσης.
5.2. Η θεωρητική προσέγγιση ενός θέματος ή, κατ’ άλλη διατύπωση, η προσέγγιση ενός θέματος σε θεωρητικό επίπεδο μπορεί υπό συνθήκες να λειτουργήσει προληπτικά για την αντιμετώπιση ενός δυνητικά δύσκολου, στη διαχείριση και επίλυση, νομικού ζητήματος που μπορεί να απασχολήσει τις δικαστικές αρχές. Αν ένα νομικό πρόβλημα ανακύψει στην πράξη και δεν υπάρχει έστω θεωρητικό υπόβαθρο για την άντληση σκέψεων αντιμετώπισης, τότε ο εκάστοτε εφαρμοστής του δικαίου μπορεί να οδηγηθεί σε εσφαλμένες και πρόχειρες πρακτικές λύσεις με δυνητικά καταστροφικές επιπτώσεις για την αξιοπιστία του θεσμού της δικαιοσύνης. Τα θεωρητικά παραδείγματα μπορεί να λειτουργήσουν ως σκέψεις αντιμετώπισης προβλημάτων προληπτικά, προτού χρειαστεί να εμφανιστούν διορθωτικές, του προβλήματος, λύσεις κατασταλτικά.
5.3. Οι αγγλόφωνοι έχουν μία έκφραση που νομίζω ότι ταιριάζει στο ζήτημα της προστασίας μαρτύρων και ιδίως στο δικονομικό μέτρο της μη αναγραφής, στην έκθεση εξέτασης, του ονόματος, του τόπου γέννησης, της κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας τους: «the elephant in the room». Η φράση αυτή που σε ακριβή μετάφραση αποδίδεται ως «ο ελέφαντας στο δωμάτιο» χρησιμοποιείται όταν υπάρχει ένα πολύ μεγάλο και εμφανές πρόβλημα ή αντικείμενο διαφωνίας το οποίο ωστόσο κανένας δεν θέλει να θίξει και να αναφέρει σε επίπεδο συζήτησης, αλλά όλοι κάνουν ότι δεν υπάρχει και το αγνοούν. Στο θέμα μας, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι το ως άνω μέτροž είναι ένα μέτρο που η πράξη έως τώρα έχει καταδείξει ότι περισσότερα προβλήματα δημιουργεί, παρά επιλύει. Με αφετηρία το άρθρ. 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, ο θεσμός της ύπαρξης ενός μάρτυρα τα πραγματικά στοιχεία του οποίου δεν είναι προσβάσιμα κι ελέγξιμα στον ύποπτο ή κατηγορούμενο, είναι προβληματικός, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη και τη διαδικασία που θεσπίζει ο ΚΠΔ στο άρθρ. 43 παρ. 5 όταν υπάρχει ανώνυμη μήνυση. Σε ένα άλλο επίπεδο, τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ο προστατευόμενος μάρτυρας, μετά την επιλογή του ως άνω μέτρου ίσως να είναι και αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο του άρθρ. 20 Σ. περί προηγούμενης ακρόασης.
5.4. Το ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπάρχει αναγκαιότητα προστασίας μαρτύρων δεν νομίζω πως επιδέχεται αντίλογο. Ωστόσο, αντί του προβληματικού και υπό συνθήκες αναποτελεσματικού μέτρου της μη αναγραφής στοιχείων ταυτότητας κ.λπ., μπορεί να προτιμάται εκτενέστερα το μέτρο της φύλαξης με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, το οποίο εμφανίζεται συνολικά πιο συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές περί δίκαιης δίκης και τον γενικό χαρακτήρα του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Προς το μέτρο αυτό θα καταλήξει κάποιος και αν, κυνικά ενδεχομένως, αναλογιστεί σε πόσο μεγάλο βαθμό παραμένει αναξιοποίητο ή πλημμελώς αξιοποιούμενο το έμψυχο δυναμικό της Ελληνικής Αστυνομίας.
References
• Bourmas G., Observations on Thessaloniki Council of Appeals 383/2024 – The general prohibition of abuse as a ground base for restraining judicial rights, in Criminal Justice 2024, p. 858-861.
• Charalambakis A./Vryniotis P., Prohibition of judicial exploitation for illegally obtained evidentiary means (recorded conversations) against the defendant or the suspect, in Criminal Justice 2021, p. 1141.
• Ioannidou P. in A. Zachariadis/L. Margaritis (ed.) The new Code of Criminal Procedure, 2020, Vol. 1, p. 1186.
• Konstantinidis A., Protected witnesses, nameless witnesses, “trusted persons” and undercover police agents (Verdeckte Ermittler), in Criminal Justice2024, p. 1.
• Konstantinidis A., The evidentiary process in the Criminal Trial, 2012, p. 101.
• Margaritis L./Vasileiadis N., Prohibited evidentiary means and attorney confidential privilege: increased typical value and common regulatory frame, in Criminal Justice 2021, p. 1113-1140.
• Mylonopoulos C., Criminal Law – General Part, 2nd edition – 2020, p. 531.
• Papadamakis A., Evidentiary prohibitions and “fair” trial, in Criminal Justice 2016, p. 449-453.
• Triantafyllou A., Testimony issues in the Criminal Trial, 2014, p. 205.
• Tsertsidis M., The defendant’s right to conduct judicial inquiry, 2022, p. 92.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα