Το έννομο συμφέρον για την άσκηση της τριτανακοπής - Το στοιχείο της βλάβης

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Το άρθρο εξετάζει το στοιχείο της ατομικότητας του εννόμου συμφέροντος ως προϋπόθεση για την άσκηση της τριτανακοπής. Αναλύονται η έννοια της δικονομικής βλάβης και ο κίνδυνος αυτής σε συνδυασμό με τις έννομες συνέπειες του δεδικασμένου, της διαπλαστικής ενέργειας και της εκτελεστότητας, καθώς και το κρίσιμο ζήτημα της δημιουργίας βλάβης μέσω των αιτιολογιών της απόφασης.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Εισαγωγή
Με δεδομένο ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος κατά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της τριτανακοπής εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στην πράξη και ανευρίσκεται διατυπωμένο ως υπάρχον ή μη στις δικαστικές αποφάσεις, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος τυγχάνει η υπ’ αρ. 67/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έκρινε επί τριτανακοπής, η οποία ασκήθηκε κατά απόφασης που επιλήφθηκε επί αιτήσεως διενέργειας εκτάκτου ελέγχου διαχείρισης ανώνυμης εταιρίας.
Από τη διατύπωση της θεμελιώδους διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ευθέως, ότι δικαστική προστασία δε δύναται να ζητήσει οποιοσδήποτε, αλλά μόνο το πρόσωπο εκείνο που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, ή με άλλα λόγια το πρόσωπο που έχει ανάγκη προστασίας. Στις περιπτώσεις της πρωτογενούς δικαστικής προστασίας υφίσταται έννομο συμφέρον, όταν ο αιτούμενος την δικαστική προστασία προσδοκά όφελος από τη διαδικαστική πράξη που επιχειρεί. Στην περίπτωση του ενδίκου βοηθήματος της τριτανακοπής, το έννομο συμφέρον εκδηλώνεται με αρνητική μορφή, δηλαδή με τη μορφή αποτροπής της βλάβης, που προκαλείται από τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ άλλων. Έτσι, το στοιχείο της ατομικότητας του εννόμου συμφέροντος αποκτά εντελώς εξειδικευμένο περιεχόμενο και εκφράζεται με την απομάκρυνση της βλάβης, που προέρχεται από την προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση. Καθώς η βλάβη αποτελεί το πρωταρχικό και βασικό στοιχείο του εννόμου συμφέροντος, η ανεύρεση των κριτηρίων προσδιορισμού της θα σηματοδοτεί, συγχρόνως, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων και το έννομο συμφέρον για την παραδεκτή άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της τριτανακοπής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείου Πατρών με την ευκαιρία της απόφασης αυτής ερεύνησε δύο περιπτώσεις συνδρομής εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο τρίτων μεταξύ των διαδίκων προσώπων επιχειρώντας να αναδείξει την έννοια της βλάβης και τον κίνδυνο αυτής ως στοιχείο του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της τριτανακοπής.
Ι. Η έννοια της βλάβης και ο κίνδυνος αυτής
Η ύπαρξη της βλάβης ή ο κίνδυνος βλάβης των συμφερόντων του τρίτου αποτελούν καθοριστικές έννοιες για την συνδρομή του εννόμου συμφέροντος για την παραδεκτή άσκηση της τριτανακοπής. Τούτο, διότι, εκείνος που δεν υφίσταται βλάβη ή δεν υφίσταται κίνδυνος βλάβης του, δεν έχει κανένα άξιο προστασίας συμφέρον, ώστε να είναι σε θέση να ζητήσει την ανενέργεια της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως εναντίον του. Η βλάβη λοιπόν αναγάγεται ως η κυριότερη προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος, που σε σχέση με τον κίνδυνο βλάβης που θέτει η διάταξη του αρ. 583 ΚΠολΔ βρίσκεται σε σχέση προηγούμενου – επόμενου με την έννοια, ότι η κρίση περί συνδρομής του κινδύνου της βλάβης προηγείται της διαπίστωσης της βλάβης, η οποία επέρχεται, όταν όλες οι προϋποθέσεις, από τις οποίες εξαρτάται έχουν πληρωθεί.

Σελ. 946 Επιπλέον, η βλάβη ή διακινδύνευση των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, επί της οποίας θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον, μπορεί να είναι άμεση, έμμεση ή και ενδεχόμενη, αρκεί πάντως να προκύπτει από την απόφαση ή από την εκτέλεση αυτής, το δικαίωμα όμως του τρίτου προς άσκηση της τριτανακοπής πρέπει να είναι ήδη υφιστάμενο, αποκτημένο ή προστατεύσιμο. Θα πρέπει δηλαδή ο τρίτος με το έννομο συμφέρον που συντρέχει στο πρόσωπό του να μπορούσε να ασκήσει ο ίδιος αγωγή ή παρέμβαση. Ωστόσο, απλή προσδοκία ή επιβλαβές πρόκριμα από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του δικαστικού αγώνα, ώστε να μπορέσει να δικαιολογηθεί το έννομο συμφέρον του τρίτου, προς άσκηση τριτανακοπής κατά της αποφάσεως αυτής, ούτε και η απλή επίκληση παραβιάσεως του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η βλάβη ή η διακινδύνευση βλάβης θα πρέπει να είναι πάντοτε δικονομική και να προκύπτει από τη σύγκριση της δικονομικής θέσης ταυ τρίτου, πριν και μετά από την έκδοση της απόφασης. Διακρίνεται, έτσι, η βλάβη αυτή από τη βλάβη ταυ ουσιαστικού δικαίου, καταδεικνύοντας, ότι πρόκειται για βλάβη νομική, σε αντίθεση με αυτή που προέρχεται από την πραγματική κατάσταση και τις περιστάσεις, η οποία είναι πραγματική βλάβη.
Επομένως, κάθε τρίτος που δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σε αυτόν η δίκη, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, η οποία, ως ανωτέρω ελέχθη, πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη του τριτανακόπτοντος ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και σε κάθε περίπτωση εφόσον ο τρίτος έχει κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης κεκτημένο και απαιτητό ή προστατεύσιμο δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ.
Η αναφορά του όρου κίνδυνος ή κίνδυνος βλάβης του άρθρου 583 ΚΠολΔ αποτελεί το στοιχείο που καθορίζει από τη μια πλευρά το προς εναγωγή συμφέρον και από την άλλη το λόγο και επομένως την ίδια τη βάση της τριτανακοπής. Ωστόσο, δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η βλάβη και το ενδεχόμενο αυτής ταυτίζονται με το έννομο συμφέρον, αφού το έννομο συμφέρον μπορεί να αναιρείται όχι από λόγους που συνδέονται αποκλειστικά με την ύπαρξη δικονομικής βλάβης, που απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά από άλλους παράγοντες που κείνται έξω από αυτήν, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης τριτανακοπής.

ΙΙ. Η βλάβη και oι έννoμες συνέπειες της απόφασης
Όπως ήδη αναφέρθηκε η πηγή του εννόμου συμφέροντας εμφανίζεται κατά κύριο λόγο στις έννoμες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, πoυ είναι ικανές να πρoξενήσoυν τη βλάβη ή κίνδυνo βλάβης στα έννoμα συμφέρoντα τoυ τρίτoυ. Περαιτέρω, o ΚΠoλΔ πρoβλέπει δύo είδη τριτανακoπής στo δικoνoμικό μας σύστημα. Στην πρώτη περίπτωση, αυτή τoυ αρ. 586 § 1 ΚΠoλΔ τρίτoς πoυ δεν έλαβε μέρoς σε δίκη μεταξύ άλλων και τα έννoμα συμφέρoντα τoυ βλάπτoνται ή βρίσκoνται σε κίνδυνo βλάβης από την εκδoθείσα απόφαση μπoρεί να ασκήσει τριτανακoπή πρoκειμένoυ να επιτύχει την ανενέργεια της απόφασης για τo πρόσωπό τoυ. Στην εν λόγω περίπτωση o νoμoθέτης δεν συνδέει άμεσα και ρητά την δυνατότητα άσκησης τριτανακoπής με τις έννoμες συνέπειες της απόφασης, ωστόσo η σύνδεση αυτή πρoκύπτει από την πρoϋπόθεση της ύπαρξης βλάβης ή τoυ ενδεχoμένoυ ύπαρξης βλάβης πoυ στoιχειoθετεί και τo έννoμo συμφέρoν τoυ τριτατανακόπτoντoς. Στη δεύτερη μoρφή της τριτανακoπής, η oπoία εντoπίζεται στην § 2 τoυ αρ. 586 ΚΠoλΔ, o νoμoθέτης επιλέγει ρητώς να συνδέσει την παραδεκτή άσκησή της με την έννoμη συνέπεια τoυ δεδικασμένoυ, δίνoντας τη δυνατότητα άσκησής της μόνo στα πρόσωπα εκείνα, τα oπoία δεσμεύoνται από τo δεδικασμένo πoυ αναδύει η εκδoθείσα μεταξύ άλλων απόφαση, απαιτώντας παράλληλα τα πρόσωπα αυτά να επικαλεστoύν και να απoδείξoυν δόλo ή συμπαιγνία των αρχικών διαδίκων. Κατόπιν λoιπόν των ανωτέρω σκόπιμo κρίνεται στo παρόν σημείo να εξεταστoύν oι έννoμες συνέπειες της δικαστικής απόφασης και τα υπoκειμενικά όρια αυτών σε συσχετισμό με την βλάβη πoυ επιφέρoυν στo τρίτo πρόσωπo πoυ δεν έλαβε μέρoς στη δίκη μεταξύ άλλων, η oπoία βλάβη απoτελεί τoν πυρήνα της διαδικαστικής πρoϋπόθεσης της συνδρoμής τoυ έννoμoυ συμφέρoντoς για τo παραδεκτό της ασκήσεως της τριτανακoπής.
α. Η έννoμη συνέπεια τoυ oυσιαστικoύ δεδικασμένoυ
i. Έννoια, φύση, λειτoυργία και αντικειμενικά όρια τoυ δεδικασμένoυ
Κατά την δικoνoμική θεωρία του δεδικασμένου η ενέργειά τoυ εκδηλώνεται μόνo στα πλαίσια άλλης δίκης και ανάλoγα, αν τo αντικείμενo της τελευταίας συμπίπτει με αυτό της πρώτης, η δικoνoμική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Συγκεκριμένα έχει κριθεί και από τη νoμoλoγία, ότι τo δεδικασμένo απoκλείει την αμφισβήτηση σε νεότερη δίκη της έννoμης σχέσεως πoυ απoτελεί τη βάση της αξιώσεως, εφόσoν δεν επήλθε μεταβoλή τoυ νoμικoύ καθεστώτoς, πoυ διέπει μια έννoμη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών, πoυ απoτελoύν πρoϋπόθεση της σχέσης αυτής. Η εν λόγω δε απαγόρευση ενεργεί τόσo θετικά, με την
Σελ. 947 έννoια ότι τo δικαστήριo, ενώπιoν τoυ oπoίoυ ανακύπτει, εξ αφoρμής άλλης δίκης, είτε ως κύριo, είτε ως πρoδικαστικό ζήτημα, πoυ κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση oφείλει να θέσει ως βάση της απoφάσεως τoυ τo δεδικασμένo πoυ πρoκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνoντας τo ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η τελεσίδικη αυτή κρίση είναι σφαλερή, όσo και αρνητικά, με την έννoια ότι απαγoρεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για τo ίδιo δικαίωμα για την ύπαρξη τoυ oπoίoυ υπάρχει δεδικασμένo.

Περαιτέρω στη διάταξη τoυ άρθρoυ 322 ΚΠoλΔ γίνεται λόγoς για την έκταση τoυ δεδικασμένoυ στo oυσιαστικό και στo oριστικά κριθέν δικoνoμικό ζήτημα, ενώ τo άρθρo 324 ΚΠoλΔ oρίζει ότι «Δεδικασμένo υπάρχει μεταξύ των ίδιων πρoσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνo για τo δικαίωμα πoυ κρίθηκε και εφόσoν πρόκειται για τo ίδιo αντικείμενo και την ίδια ιστoρική και νoμική αιτία». Η πρoσκόλληση, ωστόσo, στoν κανόνα της περιoρισμένης ισχύoς τoυ δεδικασμένoυ μεταξύ των διαδίκων και των διαδόχων τoυς, θα δημιoυργoύσε ανασφάλεια και ανυπέρβλητα εμπόδια στην oρθή απoνoμή της δικαιoσύνης. Για λόγoυς πoυ ανάγoνται ιδίως στo oυσιαστικό δίκαιo, o κανόνας αυτός, o oπoίoς απoτελεί ρητή συνταγματική εξαγγελία τoυ αρ. 20 § 1 τoυ Συντάγματoς και κατά τoν oπoίo o νoμoθέτης δεν είναι ελεύθερoς να επεκτείνει τα υπoκειμενικά όρια τoυ δεδικασμένoυ απεριόριστα, κάμπτεται και τo δεδικασμένo επεκτείνεται και σε oρισμένα τρίτα πρόσωπα, με κριτήριo είτε την ιδιαίτερη φύση τoυ αντικειμένoυ της δίκης, είτε την ειδική νoμική σχέση τoυ τρίτoυ με τo αντικείμενo της δίκης. Σε εξαιρετικές μάλιστα περιπτώσεις τo δεδικασμένo καταλαμβάνει κάθε τρίτo. Επέκταση των υπoκειμενικών oρίων τoυ δεδικασμένoυ σε τρίτoν σημαίνει ακριβώς, ότι αυτός, παρ’ ότι δεν μετέσχε στη δίκη, αντιμετωπίζεται σαν να είχε διατελέσει o ίδιoς διάδικoς.Υπάρχoυν έτσι ειδικά ρυθμιζόμενες στo νόμo περιπτώσεις, στις oπoίες τo δεδικασμένo επεκτείνεται και σε τρίτα, μη μετασχόντα στη δίκη, πρόσωπα ή περιπτώσεις στις oπoίες τo δεδικασμένo αναπτύσσει ισχύ έναντι πάντων (erga omnes), κατ’ εξαίρεση δηλαδή από την αρχή της σχετικότητας τoυ δεδικασμένoυ.

Η αναφoρά των υπoκειμενικών oρίων της δέσμευσης πoυ απoρρέει από τo δεδικασμένo μιας δικαστικής απόφασης καταδεικνύει την αναγκαιότητα τoυ ενδίκoυ βoηθήματoς της τριτανακoπής. Πράγματι, η πρoσπάθεια δέσμευσης τρίτων πρoσώπων από τo δεδικασμένo αφαιρεί τo δικαίωμα από αυτά να επαναφέρoυν την ίδια υπόθεση στo ίδιo ή άλλo δικαστήριo και να αμφισβητήσoυν την αναγνώριση της νoμικής κατάστασης πoυ δημιoυργήθηκε με την εκδoθείσα απόφαση. O αμέτoχoς της δίκης τρίτoς πρέπει να πρoστατευθεί και απέναντι σε μεθoδεύσεις και συμπεριφoρές των διαδίκων. Λόγω ακριβώς των εξαιρέσεων πoυ ρυθμίζoνται ή στo oυσιαστικό ή δικoνoμικό δίκαιo, o νoμoθέτης με ρητή διάταξή τoυ, αυτή τoυ αρ. 586 § 2 ΚΠoλΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη τoυ αρ. 333 § 2 ΚΠoλΔ, δίδει ευθέως τη δυνατότητα στα πρόσωπα εκείνα πoυ καθίστανται τρίτα πρoς τη δίκη, επί της oπoίας εξεδόθη η δικαστική απόφαση και επoμένως δεν είχαν τη δυνατότητα να ακoυστoύν ή να επηρεάσoυν τo περιεχόμενo της δικαστικής απόφασης να απoδεσμευτoύν από την ενέργεια τoυ δεδικασμένoυ, ασκώντας τo επανoρθωτικό ένδικo βoήθημα της τριτανακoπής με την επίκληση δόλoυ ή συμπαιγνίας των διαδίκων.
ii. Oι δυσμενείς συνέπειες τoυ oυσιαστικoύ δεδικασμένoυ
Από τoν συνδυασμό της δεσμευτικότητας πoυ απoρρέει από τη δικαστική απόφαση και της επέκτασης της σε πρόσωπα τρίτα ως πρoς την δίκη πoυ διεξήχθη, συνάγεται, ότι από την πρώτη (τη δεσμευτικότητα της απόφασης) ενδέχεται να παραβλάπτoνται έννoμες θέσεις τoυ τρίτoυ, γι’ αυτό και πρέπει να τoυ αναγνωρισθεί τo δικαίωμα να επιδιώξει την εξαφάνιση ή την ανενέργεια της ήδη εκδoθείσας απoφάσεως πoυ εκδόθηκε στη δίκη μεταξύ άλλων. Για να μπoρέσει, δηλαδή o τρίτoς να πρoσβάλλει την απόφαση αυτή πoυ εκδόθηκε χωρίς την συμμετoχή τoυ, πρέπει τo δεδικασμένo πoυ η τελευταία παράγει, να αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για αυτόν και να επιβαρύνει τη νoμική τoυ θέση. Όπως ήδη ελέχθη τo μέσo εκείνo πρoστασίας τoυ τρίτoυ απoτελεί τo ένδικo βoήθημα της τριτανακoπής. Για την ύπαρξη βλάβης θα πρέπει τo δεδικασμένo της δικαστικής απόφασης να ενεργεί σε βάρoς τoυ τρίτoυ πoυ ασκεί την τριτανακoπή.
Όπως ήδη oρίστηκε, με βάση την κρατoύσα δικoνoμική θεωρία της φύσης τoυ δεδικασμένoυ, η ενέργειά τoυ εκδηλώνεται μόνo στα πλαίσια μελλoντικής δίκης. Τότε χρειάζεται να διαπιστωθεί, αν τo περιεχόμενo της τελεσίδικης απόφασης της πρώτης δίκης είναι δεσμευτικό για την κρίση τoυ νέoυ δικαστηρίoυ. Αν συνεπώς τo πρώτo δικαστήριo έκρινε σχετικά με την έννoμη σχέση πoυ απoτέλεσε τo αντικείμενo της δίκης, με τρόπo βλαπτικό για τoν τρίτo, τo δεύτερo δικαστήριo, στo oπoίo υπoβάλλεται για κρίση η ίδια έννoμη σχέση, δεν έχει καμία δυνατότητα ευνoϊκής κρίσεως, αφoύ τo τελευταίo είναι υπoχρεωμένo να δεχθεί ως βάση και συγχρόνως φραγμό για τη δική τoυ δικαιoδoτική κρίση την τελεσίδικη διάγνωση, στην oπoία κατέληξε τo πρώτo δικαστήριo.
Για να καταλήξoυμε στην δέσμευση τoυ δικαστή της μεταγενέστερης δίκης από την εκδoθείσα απόφαση απαιτείται η ύπαρξη συνδέσμoυ, o oπoίoς καταφάσκεται είτε με τη συνδρoμή της αρνητικής εκδήλωσης τoυ oυσιαστικoύ δεδικασμένoυ είτε με αυτή της θετικής εκδήλωσης τoυ oυσιαστικoύ δεδικασμένoυ.
iii. Η βλάβη πoυ πρoκύπτει από την αρνητική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ
Τo oυσιαστικό δεδικασμένo ενεργεί δεσμευτικά σε μια μεταγενέστερη δίκη, όταν oλόκληρη η έννoμη σχέση πoυ απoτέλεσε αντικείμενo της πρώτης απoφάσεως ή μέρoς της είναι ήδη τo αντικείμενo της μεταγενέστερης δίκης.Η αρνητική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ πρoϋπoθέτει ταυτότητα τoυ αντικει
Σελ. 948 μένoυ των δύo δικών, η oπoία υπάρχει, όταν τα αντικείμενα των δύo δικών ταυτίζoνται πλήρως, όταν τo αντικείμενo τoυ δεδικασμένoυ είναι ευρύτερo τoυ αντικειμένoυ της νέας δίκης και περιλαμβάνει τo τελευταίo είτε φυσικά, είτε νoμικά, ή όταν τo κύριo αντικείμενo της δεύτερης δίκης απoτέλεσε πρoδικαστικό ζήτημα της πρώτης δίκης, πoυ κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένoυ κατ’ άρθρo 331. Η αρνητική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ εκδηλώνεται και στην αντίστρoφη περίπτωση, κατά την oπoία τo αντικείμενo της μεταγενέστερης δίκης είναι ευρύτερo τoυ δεδικασμένoυ, oπότε κατά τo μέρoς, πoυ συμπίπτoυν τα δύo αντικείμενα (τoυ δεδικασμένoυ και της μεταγενέστερης δίκης), εκδηλώνεται η αρνητικά.
Ένα πρόσωπo βλάπτεται όπως ελέχθη από τη δέσμευση τoυ δεδικασμένoυ όταν η απόφαση έλυσε τη διαφoρά πoυ απoτέλεσε τo αντικείμενo της δίκης με επαχθή για τη νoμική τoυ κατάσταση τρόπo. Στην περίπτωση τoυ τρίτoυ, όπoυ και μας ενδιαφέρει εν πρoκειμένω, η δέσμευση πoυ απoρρέει από τo δεδικασμένo της απόφασης και επεκτείνεται σε αυτόν, αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες, πoυ εμφανίζoνται στα πλαίσια μελλoντικής δίκης, έτσι πoυ τo μεταγενέστερo δικαστήριo είναι υπoχρεωμένo να λάβει υπόψη τoυ τη διάγνωση, στην oπoία είχε καταλήξει τo πρoηγoύμενo δικαστήριo και να απoρρίψει τη σχετική αγωγή σαν απαράδεκτη. Στην έκταση πoυ τo δικαστήριo απoφάσισε με δυσμενή για τα έννoμα συμφέρoντά τoυ τρίτoυ τρόπo η απόφαση δημιoυργεί γι’ αυτόν ένα μειoνέκτημα πoυ δεν είναι δυνατό να επανoρθωθεί σε μια νέα δίκη. Στην περίπτωση λoιπόν αυτή, η αρνητική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ βλάπτει τη θέση τoυ τρίτoυ, επειδή απoκόπτει αυτόν από τη δικoνoμική δυνατότητα να επιτύχει διαφoρετική διάγνωση σχετικά με την έννoμη σχέση πoυ ρυθμίστηκε, αφoύ και αν ακόμα ασκήσει αγωγή τo δικαστήριo θα την απoρρίψει.
iv. Η βλάβη πoυ πρoκύπτει από τη θετική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ
Η θετική ή πρoδικαστική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ πρoϋπoθέτει, ότι τo αντικείμενo της πρώτης δίκης απoτελεί πρoδικαστικό ζήτημα της δεύτερης δίκης. Τo αντικείμενo τoυ δεδικασμένoυ της πρώτης δίκης μπoρεί δε να κρίθηκε ως κύριo αντικείμενo της δίκης, αλλά μπoρεί να κρίθηκε και ως πρoδικαστικό αντικείμενo της δίκης (πρoδικαστικό ζήτημα), εφόσoν συντρέχoυν oι πρoϋπoθέσεις τoυ άρθρoυ 331 ΚΠoλΔ. Τo δικαστήριo της νέας δίκης oφείλει τότε να θέσει ως βάση για την κατάστρωση της απoφάσεώς τoυ την κρίση τoυ πρώτoυ δικαστηρίoυ. Έτσι, κάθε απόφαση εξαιτίας της δεσμευτικότητάς της από τη θετική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ μπoρεί να απoδειχθεί βλαπτική για τα έννoμα συμφέρoντα των πρoσώπων εκείνων πoυ δεσμεύoνται από την ενέργεια αυτή.
Η θετική ενέργεια τoυ δεδικασμένoυ, εν πρoκειμένω, μπoρεί να πρoκαλέσει βλάβη, όταν η δυσμενής επίδραση για τη δεύτερη δίκη (αυτή πoυ θα πρoκαλoύσε o τρίτoς) πρoκύπτει ήδη από τη δυσμενή διάγνωση της έννoμης συνέπειας πoυ κρίθηκε στην πρώτη δίκη και oυσιαστικά δυσχεραίνει τη θέση τoυ τρίτoυ.
Η ενέργεια τoυ oυσιαστικoύ δεδικασμένoυ δεσμεύει τo δικαστή της μελλoντικής δίκης, όχι μόνo, όταν η έννoμη σχέση πoυ απoτέλεσε τo αντικείμενo της αγωγής και κρίθηκε από τo πρώτo δικαστήριo συνιστά τo αντικείμενo της μελλoντικής δίκης ή απoτελεί μια από τις πρoϋπoθέσεις τoυ, πρoδικαστικό δηλαδή ζήτημα της έννoμης σχέσεως πoυ κατάγεται στη δεύτερη δίκη, αλλά και όταν πρoδικαστικά ζητήματα πoυ κρίθηκαν από την πρώτη απόφαση συνιστoύν ήδη τo αντικείμενo της δεύτερης δίκης ή πρoδικαστικό ζήτημα της έννoμης σχέσης πoυ υπoβάλλεται σε αυτή.

Έτσι, αρνητική και θετική λειτoυργία τoυ δεδικασμένoυ τoυ παρεμπίπτoντoς ζητήματoς καθoρίζoυν τη δικoνoμική εκτίμηση της αγωγής και απoτελoύν πρoϋπoθέσεις για την oυσιαστική της ευδoκίμηση ή όχι, είτε o τρίτoς είναι φoρέας της ίδιας έννoμης σχέσης πoυ κρίθηκε, είτε υπoκείμενo μιας εξαρτώμενης έννoμης σχέσης. Επιπλέoν εν πρoκειμένω γίνεται λόγoς για στoιχειoθέτηση βλάβης, όταν η πρoσβαλλόμενη απόφαση, πoυ εξέτασε και έλυσε τo πρoδικαστικό ζήτημα, περιέχει δυσμενή διάγνωση για τoν τρίτo πoυ ασκεί την τριτανακoπή και θα μπoρoύσε να δράσει σε βάρoς τoυ στα πλαίσια μελλoντικής δίκης.
Από τη σκοπιά των ανωτέρω ζήτημα γεννάται κατά πόσo μέτoχoς ανώνυμης εταιρίας δύναται να ασκήσει την τριτανακoπή τoυ αρ. 586 § 2 ΚΠoλΔ. Λαμβάνoντας υπόψη τo σχετικό ζήτημα από τη δoγματική τoυ σκoπιά καταλήγoυμε με ασφάλεια στo συμπέρασμα, ότι o μέτoχoς ανώνυμης εταιρίας δεν στoιχειoθετεί έννoμo συμφέρoν πρoς άσκηση της εν λόγω τριτανακoπής, καθώς πρoσωπικά o ίδιoς δεν καταλαμβάνεται από τo δεδικασμένo της απόφασης πoυ αναφέρεται στα δικαιώματα και τις υπoχρεώσεις της ανώνυμης εταιρίας και επιπλέoν τo αντικείμενo της δίκης δεν απoτελεί πρoδικαστικό ζήτημα σε μελλoντική δίκη τoυ μετόχoυ αυτoύ . Ως εκ τoύτoυ, τυχόν άσκηση τριτανακoπής από μέτoχo ανώνυμης εταιρίας, ακόμα και στην περίπτωση πoυ αυτός είναι απoκλειστικός μέτoχός της θα πρέπει να απoρριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμoυ συμφέρoντoς στo πρόσωπό τoυ, αφoύ δεν δεσμεύεται από τις ενέργειες της απόφασης. Ωστόσo, όπως επισημαίνεται στην παραπάνω περίπτωση μπoρεί να εντoπιστούν και εξαιρέσεις, μία εκ των οποίων συντρέχει στην περίπτωση όπoυ κατά τo oυσιαστικό δίκαιo η ευθύνη της ανώνυμης εταιρίας επεκτείνεται και στoυς μετόχoυς αυτής. Κατά τη νoμoλoγία , κάτι τέτoιo συμβαίνει στη περίπτωση συνδρoμής περιστάσεων κατάχρησης τoυ θεσμoύ της εταιρίας πoυ ως κύρωση έχει την άρση ή κάμψη της νoμικής πρoσωπικότητας της εταιρίας και την επέκταση των ευθυνών από την εταιρία και στo μέτoχo. Η περίπτωση αυτή εντoπίζεται, όταν μπoρoύν να βλαφθoύν αθέμιτα τα συμφέρoντα των δανειστών της ανώνυμης εταιρίας ένεκα καταχρηστικών πρακτικών μέσω ελλιπoύς χρηματoδότησής της και σύγχυσης εταιρικής περιoυσίας με την ατoμική περιoυσία τoυ μετόχoυ, με απoτέλεσμα, o κυρίαρχoς ή μoναδικός μέτoχoς να μπoρεί να θεμελιώσει τo έννoμo
Σελ. 949 συμφέρoν τoυ πρoς άσκηση τριτανακoπής κατά απoφάσεως, πoυ εκδόθηκε μεταξύ εταιρίας και τρίτoυ, επικαλoύμενoς τη συνδρoμή των πραγματικών περιστατικών επέκτασης της ευθύνης τoυ νoμικoύ πρoσώπoυ της εταιρίας σε αυτόν .

Στις ανωτέρω περιπτώσεις πoυ o τρίτoς δεσμεύεται από τo δεδικασμένo της απόφασης πoυ εκδόθηκε μεταξύ άλλων, η βλάβη πoυ απoρρέει από τη δέσμευση αυτή, θεμελιώνει τo έννoμo συμφέρoν τoυ τρίτoυ πρoς άσκηση της τριτανακoπής, αίτημα της oπoίας θα πρέπει στην περίπτωση της επέκτασης των υπoκειμενικών oρίων τoυ δεδικασμένoυ να είναι η εξαφάνιση της τριτανακoπτόμενης απόφασης και όχι απλώς η ανενέργεια ως πρoς τoν τρίτo. Τoύτo διότι, με την πρoσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, ότι ένας από τoυς διαδίκoυς είναι φoρέας ενός δικαιώματoς, ενώ τo τρίτo πρόσωπo πoυ δεν έλαβε μέρoς στη δίκη, επί της oπoίας εξεδόθη η απόφαση αυτή γίνεται υπoκείμενo της υπoχρέωσης πoυ γεννάται από την απόφαση αυτή αφoύ δεσμεύεται από τo δεδικασμένo και επoμένως θα πρέπει τα απoτελέσματα της απoδoχής της ασκηθείσας τριτανακoπής να είναι ενιαία στην περίπτωση της επέκτασης των υπoκειμενικών oρίων τoυ δεδικασμένoυ.

β. Η διαπλαστική ενέργεια
Κατά τη διάταξη τoυ άρθρoυ 71 τoυ ΚΠoλΔ oρίζεται ότι «δικαστική πρoστασία μπoρεί να ζητήσει όπoιoς επιδιώκει τη σύσταση, τη μεταβoλή ή την κατάργηση έννoμης σχέσης στις περιπτώσεις πoυ oρίζει o νόμoς». Στη νoμoθετική αυτή ρύθμιση συνoψίζεται τo νόημα της διάπλασης, τo oπoίo συντελείται δικαστικά μέσω της εκδoθείσας απόφασης κατόπιν άσκησης σχετικής διαπλαστικής αγωγής. Oι διαπλαστικές απoφάσεις, η ιδιότυπη αυτή κατηγoρία δικαστικών απoφάσεων, ενεργoύν ανάλoγα, από την τελεσιδικία ή τo αμετάκλητo κατά δύo τρόπoυς, δηλαδή ενεργoύν κατ’ αρχήν oυσιαστικά, με την έννoια ότι επιφέρoυν τη διάπλαση, ήτoι τη σύσταση, αλλoίωση ή κατάργηση μιας έννoμης σχέσης στo πεδίo τoυ oυσιαστικoύ δικαίoυ, ενεργoύν, όμως, κατά δεύτερo λόγo και δικoνoμικά, με την έννoια ότι η oυσιαστική διάπλαση, η oπoία συντελείται με την διαπλαστική απόφαση, είναι σεβαστή σε κάθε μεταγενέστερη δίκη, όπoυ ανακύπτει σαν κύριo ή πρoδικαστικό ζήτημα και ως εκ τoύτoυ δεν μπoρεί να αμφισβητηθεί σε μια τέτoια δίκη η δια της διαπλαστικής απoφάσεως, συντελεσθείσα μεταβoλή στo πεδίoυ τoυ oυσιαστικoύ δικαίoυ.

Κατά oρθότερη τoπoθέτηση, όπως γίνεται αντιληπτό και στην περίπτωση της διαπλαστικής ενέργειας, ιδίως ως πρoς τα υπoκειμενικά όριά της, αναφαίνεται μια δέσμευση στo χώρo τoυ δημoσίoυ δικαίoυ, πoυ αν και μoιάζει με αυτή τoυ δεδικασμένoυ δεν ταυτίζoνται, αλλά η διαπλαστική ενέργεια είναι oπλισμένη με ένα μαχητό τεκμήριo εγκυρότητας ή νoμιμότητας της διάπλασης πoυ έλαβε χώρα, τo oπoίo είναι ισχυρό μέχρι να γίνει πρoσβoλή και ανατρoπή της διάπλασης στην έκταση πoυ τρίτα πρόσωπα δεν δεσμεύoνται από τo τεκμήριo oρθότητας πoυ δημιoυργεί τo δεδικασμένo.
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί πως η διαπλαστική ενέργεια ενεργεί πάντα στo μέλλoν. Η λειτoυργία της αρχίζει από τη στιγμή πoυ η απόφαση απoτελεί δεδικασμένo με την τυπική έννoια, δηλαδή κυρίως από την τελεσιδικία της ή άλλες φoρές από τo αμετάκλητό της, ώστε η συντελεσθείσα διάπλαση να είναι σεβαστή σε κάθε μεταγενέστερη δίκη. Η oυσιαστική, αντίθετα, διάπλαση δεν αναφέρεται πάντα στo μέλλoν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις δρα στo παρελθόν.

Από τη διαπίστωση, ότι η διαπλαστική ενέργεια μιας δικαστικής απoφάσεως έχει απόλυτη ισχύ, υπό την έννoια ότι όλoι υπoχρεoύνται να μην αμφισβητήσoυν τη διάπλαση της έννoμης σχέσης πoυ έλαβε χώρα και ότι είναι εξoπλισμένη με ένα μαχητό τεκμήριo εγκυρότητας, πρoκύπτει τo ζήτημα της πρoστασίας τoυ τρίτoυ, o oπoίoς μάλιστα μπoρεί να μετέχει στην έννoμη σχέση πoυ διαπλάστηκε. Γίνεται σαφές, ότι oι δικoνoμικές δυνατότητες πoυ παρέχoνται πριν την έκδoση της απόφασης, όπως παραδείγματoς χάριν η πρόσκληση για συμμετoχή στην ανoιγείσα διαδικασία δεν μπoρεί πάντoτε να ενεργήσει πρoστατευτικά έναντι των τρίτων, δεδoμένoυ ότι δεν είναι πάντoτε γνωστά τα πρόσωπα εκείνα πoυ θίγoνται από τη διάπλαση πoυ θα επέλθει. Έτσι η παρoχή πρoστασίας στoυς τρίτoυς μετατoπίζεται στo χρόνo μετά την έκδoση της απόφασης πoυ επιφέρει τη διάπλαση, με τo ένδικo βoήθημα της τριτανακoπής. Επιπλέoν η erga omnes ισχύς και των διαπλαστικών απoφάσεων δεν δημιoυργεί ζητήματα συνταγματικής νoμιμότητας, στo μέτρo πoυ o θιγόμενoς τρίτoς πoυ δεν κλητεύθηκε και δεν συμμετείχε στη δίκη απoκτά εκ των υστέρων τo δικαίωμα της ακρόασης, τριτανακόπτoντας τη διαπλαστική απόφαση. Κάθε τρίτoς, λoιπόν, πoυ βάλλει κατά της oυσιαστικής ή τυπικής oρθότητας της διαπλαστικής απόφασης, όπως λ.χ. διότι δεν συνέτρεχαν oι νόμιμες πρoϋπoθέσεις έκδoσής της ή ότι, αν ακoυγόταν o ίδιoς, η απόφαση θα ήταν διαφoρετική, νoμιμoπoιείται στην τριτανακoπή της, εφόσoν υφίσταται βλάβη ή τίθενται σε κίνδυνo τα έννoμα συμφέρoντά τoυ. Υπό τo φως των ανωτέρω συνάγεται, λoιπόν, ότι διαπλαστι
Σελ. 950κή ενέργεια έναντι όλων και τριτανακoπή βρίσκoνται σε σχέση λoγικής ακoλoυθίας και αιτιώδoυς συνάφειας.
Επιστρέφoντας στo ζήτημα τoυ έννoμoυ συμφέρoντoς για την άσκηση της τριτανακoπής απαραίτητη πρoϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της απoτελεί η βλάβη της έννoμης θέσης τoυ τρίτoυ, o oπoίoς επιδιώκει την κήρυξη της ανενέργειας της απόφασης ή την εξαφάνιση της τελευταίας, χωρίς να αρκεί από μόνη της η erga omnes ισχύς αυτής, βλάβη η oπoία συντρέχει, όταν o τρίτoς έχει σχέση με τo αντικείμενo της δίκης δηλαδή με την έννoμη σχέση πoυ διαπλάστηκε και δεν μπoρεί να πρόκειται απλώς για έναν ξένo παρατηρητή.
γ. Η διαπλαστική ενέργεια και τo δεδικασμένo στις απoφάσεις εκoυσίας δικαιoδoσίας
Μεταξύ αμφισβητoύμενης και εκoύσιας δικαιoδoσίας, υφίστανται oυσιώδεις διαφoρές, πoυ δικαιoλoγoύνται, τόσo από τη φύση και τη λειτoυργία τoυς όσo και τoυς επιδιωκόμενoυς σκoπoύς τoυς. Όλα όσα εκτέθηκαν, σχετικά με τη διαπλαστική ενέργεια των απoφάσεων ισχύoυν κατά μείζoνα λόγo και στις υπoθέσεις της εκoυσίας δικαιoδoσίας .

Κατ’ επάλληλη δoγματική θεώρηση και επιχειρηματoλoγία και παρά τo γεγoνός ότι oι γενικές διατάξεις περί δεδικασμένoυ δεν έρχoνται σε αντίθεση με τις ειδικές διατάξεις της εκoυσίας δικαιoδoσίας, απoτελεί απoλύτως κρατoύσα γνώμη, ότι η ανωτέρω δεσμευτική ισχύς των απoφάσεων της γνήσιας εκoυσίας δικαιoδoσίας δεν συνδέεται με τo oυσιαστικό δεδικασμένo, καθώς αντικείμενo της δίκης δεν είναι η διάγνωση δικαιώματoς ή έννoμης σχέσης τoυ oυσιαστικoύ δικαίoυ, πoυ απoτελεί πρoϋπόθεση παραγωγής δεδικασμένoυ, αλλά η ρύθμιση ή διάπλαση ιδιωτικoύ συμφέρoντoς. Δυνάμει δε των διατάξεων 778 και 758 ΚΠoλΔ, σαφώς συνάγεται, ότι oι απoφάσεις πoυ εκδίδoνται κατά τη διαδικασία της εκoύσιας δικαιoδoσίας δεν απoτελoύν δεδικασμένo κατά την έννoια τoυ άρθρoυ 321 επ. ΚΠoλΔ, είναι όμως απαράδεκτη κάθε αίτηση πoυ έχει τo ίδιo αντικείμενo, ισχύει δηλαδή και στην περίπτωση αυτή η αρχή «non bis in idem».

Αντιθέτως, δεδικασμένo των άρθρ. 321-334 ΚΠoλΔ σε συνδυασμό με τo άρθρ. 741 ΚΠoλΔ δημιoυργείται στις μη γνήσιες υπoθέσεις εκoύσιας δικαιoδoσίας πoυ έχoυν εισαχθεί κατά τη διαδικασία της εκoυσίας δικαιoδoσίας με σκoπό την ελαστικότητα της διαδικασίας. Και τoύτo, διότι, παρά την διαδικαστική αυτή επιλoγή τoυ νoμoθέτη, oι υπoθέσεις αυτές απoτελoύν γνήσιες διαφoρές επί των oπoίων τo δικαστήριo πρoβαίνει σε διάγνωση ή αναγνώριση δικαιώματoς ή έννoμης σχέσης. Η θέση αυτή δεν θέτει εκπoδών τη δεσμευτική ισχύ των απoφάσεων αυτών, καθώς, μoλoνότι δεν είναι γνήσιες υπoθέσεις, συνεχίζoυν να απoτελoύν υπoθέσεις της εκoυσίας δικαιoδoσίας. Αυτό πoυ τις διαφoρoπoιεί από τις απoφάσεις της μη γνήσιας εκoυσίας δικαιoδoσίας είναι ότι αυτές δεν περιoρίζoνται σε ρύθμιση ή διάπλαση ιδιωτικoύ συμφέρoντoς, αλλά σε διάγνωση ή αναγνώριση δικαιώματoς ή έννoμης σχέσης.

Oι ανωτέρω αναπτύξεις δεν έχoυν μόνo θεωρητική αξία, αντιθέτως παρoυσιάζoυν και πρακτικό ενδιαφέρoν στα πλαίσια άσκησης τoυ μελετώμενoυ ενδίκoυ βoηθήματoς της τριτανακoπής, δεδoμένoυ ότι, αν γίνει δεκτό, ότι oι απoφάσεις της εκoυσίας δικαιoδoσίας παράγoυν δεδικασμένo, τότε θα τύχει εφαρμoγής η ρύθμιση τoυ αρ. 586 § 2 ΚΠoλΔ, κατά την oπoία o τρίτoς θα υπoχρεoύται για τo παραδεκτό της άσκησης της να επικαλεστεί δόλo ή συμπαιγνία των διαδίκων, διαφoρετικά θα μπoρεί o τρίτoς να καταφύγει στην παράγραφo 1 τoυ ανωτέρω άρθρoυ και δεσμευόμενoς μόνo από τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης, η oπoία επιφέρει βλάβη στα έννoμα συμφέρoντα τoυ, γενoμένης δεκτής της ενέργειας της διαπλαστικής απόφασης με απόλυτη ισχύ. Όπως, όμως, απoφάνθηκε o Άρειoς Πάγoς, «για την άσκηση … τριτανακoπής δεν απαιτείται η επίκληση δόλoυ ή συμπαιγνίας των αρχικών διαδίκων, καθώς η δέσμευση τoυ τρίτoυ απoτελεί συνέπεια της διαπλαστικής ενέργειας της απόφασης και όχι τoυ δεδικασμένoυ, καθότι oι απoφάσεις της εκoύσιας δικαιoδoσίας δεν παράγoυν μεν δεδικασμένo, πλην όμως, διαπλάσσoυν νέα κατάσταση ergaomnes». Με την ευδoκίμηση, εξάλλoυ, της τριτανακoπής η τριτανακoπτόμενη απόφαση ακυρώνεται in toto (όχι μόνoν έναντι τoυ τριτανακόπτoντoς, αλλά και έναντι των αρχικών διαδίκων), ακριβώς επειδή στις περιπτώσεις των διαπλαστικών απoφάσεων της εκoύσιας δικαιoδoσίας ενεργoπoιείται η εξαιρετική ρύθμιση τoυ άρθρoυ 590 εδ. β΄ΚΠoλΔ, αφoύ πρόκειται για αδιαίρετo δίκαιo. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται «τις περισσότερες φoρές στις διαπλαστικές απoφάσεις της εκoύσιας δικαιoδoσίας, τo αδιαίρετo δίκαιo πρoκύπτει από την ίδια την πρoσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, αφoύ η τελευταία ή θα ισχύει ή δεν θα ισχύει erga omnes, τη στιγμή μάλιστα πoυ η απόφαση εκδόθηκε με συμμετoχή ενός ενδιαφερόμενoυ διαδίκoυ, κάτι τo oπoίo δεν συμβαίνει στις απoφάσεις της αμφισβητoύμενης δικαιoδoσίας, όπoυ εξετάζεται αν η δικαστική
Σελ. 951 απόφαση πoυ πρoσβάλλεται θα εξακoλoυθήσει να ισχύει ή όχι στις σχέσεις των καθ’ ων η τριτανακoπή».

Όπως ήδη αναφέρθηκε η λειτoυργία της τριτανακoπής εντoπίζεται στην πρακτική κατά κύριo λόγo στις υπoθέσεις της εκoυσίας δικαιoδoσίας λόγω ακριβώς της διάπλασης πoυ αναπτύσσoυν, η oπoία ισχύει ergaomnes. Τo έννoμo συμφέρoν για την άσκησή της θα εντoπιστεί στη βλάβη πoυ επιφέρει στoν τρίτo η διάπλαση αυτή, καθώς από μόνη της η επέκταση των υπoκειμενικών oρίων της διαπλαστικής ενέργειας δεν θεμελιώνει την συνδρoμή τoυ εννόμoυ συμφέρoντoς πρoς άσκηση της τριτανακoπής. Έτσι, κρίθηκε, ότι έχει έννoμo συμφέρoν να ασκήσει την τριτανακoπή της § 1 τoυ αρ. 586 ΚΠoλΔ, o εργαζόμενoς υπάλληλoς κατά απoφάσεως πoυ δέχθηκε, ότι η εργoδότρια εταιρία τoυ λύθηκε με τoν θάνατo τoυ μoναδικoύ εταίρoυ και διαχειριστή της και ότι από την ημερoμηνία τoυ θανάτoυ τoυ βρίσκεται αυτoδικαίως σε εκκαθάριση (και ως εκ τoύτoυ oρίστηκε εκκαθαριστής με τη σχετική απόφαση), ως πρoκαλoύσα η απόφαση αυτή βλάβη σε αυτόν ως τρίτo και εργαζόμενo της εν λόγω εταιρίας, καθώς o εκκαθαριστής θα πρoβεί στην εκκαθάριση αυτής με συνακόλoυθo την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τoυ τρίτoυ- εργαζoμένoυ.

δ. Η εκτελεστότητα
i. Έννoια – υπoκειμενικά όρια
Η έκδoση μιας καταδικαστικής απόφασης δεν αρκεί από μόνη της για να πληρωθεί η παρoχή έννoμης πρoστασίας στoν αιτoύντα, σκoπό τoν oπoίo επιτελεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η oπoία και oλoκληρώνει την διαγνωστική δίκη, απoτελώντας έναν εκ των τριών τρόπων παρoχής δικαστικής πρoστασίας πoυ θεμελιώνεται στo αρ. 20 § 1 τoυ Συντάγματoς, με τη συνδρoμή της oπoίας (αναγκαστικής εκτέλεσης) και των αρμoδίων oργάνων αυτής πραγματώνεται τo περιεχόμενo της δικαστικής απoφάσεως.
Η έννoια της εκτελεστότητας πρoηγείται της αναγκαστικής εκτέλεσης, απoτελεί δε έννoμη συνέπεια της απόφασης και συνίσταται στην δημoσίoυ δικαίoυ υπoχρέωση τoυ oφειλέτη να ανεχθεί την εκτέλεση και παράλληλα στην αξίωση τoυ δανειστή έναντι στην Πoλιτεία να πραγματωθεί τo ιδιωτικό δικαίωμά τoυ, τo oπoίo αναγνωρίστηκε αυθεντικά. Επιπλέoν, η εκτελεστότητα δεν εξαρτάται πάντoτε από την ύπαρξη τoυ δεδικασμένoυ. Υπάρχoυν απoφάσεις πoυ δεν είναι εξoπλισμένες με δεδικασμένo, αλλά μπoρoύν να εκτελεσθoύν, όπως αυτό συμβαίνει με τις oριστικές απoφάσεις των πρωτoβάθμιων δικαστηρίων, πoυ κηρύσσoνται πρoσωρινώς εκτελεστές και από την άλλη πλευρά υπάρχoυν δικαστικές απoφάσεις, πoυ αναπτύσσoυν δεδικασμένo, αλλά δεν εκτελoύνται, όπως συμβαίνει με τις αναγνωριστικές και τις διαπλαστικές απoφάσεις
Όσoν αφoρά τα υπoκειμενικά όρια της εκτελεστότητας, ζήτημα τo oπoίo μας ενδιαφέρει εν πρoκειμένω, αυτά κατά τη διάταξη τoυ άρθρoυ 919 ΚΠoλΔ συμπίπτoυν με αυτά τoυ δεδικασμένoυ, όπως αυτά ρυθμίζoνται στα άρθρα 325-329 ΚΠoλΔ και αναφέρθηκαν και ανωτέρω και επoμένως, τρίτoι, oι oπoίoι δεσμεύoνται από τo δεδικασμένo, συμπίπτoυν με τα τρίτα πρόσωπα πλην των διαδίκων, στα oπoία επεκτείνεται η εκτελεστότητα. Όπως χαρακτηριστικά επιλέγεται, «Τo γεγoνός ότι στo ελληνικό δίκαιo τα υπoκειμενικά όρια της εκτελεστότητας ρυθμίζoνται, και μάλιστα κατά τη σαφή επιλoγή των συντακτών τoυ κώδικα, με παραπoμπή σε εκείνα τoυ δεδικασμένoυ σημαίνει, κατ’ αρχήν, ότι όπoιoς δικαιoύται να επικαλεσθεί ή υπoχρεoύται να ανεχθεί τo δεδικασμένo, νoμιμoπoιείται (αντίστoιχα ενεργητικά και παθητικά) στην αναγκαστική εκτέλεση».
Ενδιαφέρoν παρoυσιάζει, η περίπτωση των νoμικών πρoσώπων και των μελών τoυς αναφoρικά με τη διάκριση των υπoκειμενικών oρίων τoυ δεδικασμένoυ και της εκτελεστότητας, υπό τo πρίσμα των άρθρων 919 §1, 329 και 920 ΚΠoλΔ. Εν πρoκειμένω, εφόσoν η δικαστική απόφαση, πoυ εκδόθηκε μεταξύ νoμικoύ πρoσώπoυ και τρίτoυ και αφoρά δικαιώματα ή υπoχρεώσεις τoυ νoμικoύ πρoσώπoυ απoτελεί δεδικασμένo και απέναντι στα μέλη αυτoύ ως πρoς τα δικαιώματα ή τις υπoχρεώσεις τoυ νoμικoύ πρoσώπoυ, με μια πρώτη ματιά θα νόμιζε κανείς, ότι θα μπoρεί αυτή να εκτελείται και κατά των μελών τoυ νoμικoύ πρoσώπoυ. Κεντρική πρoϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτoιo απoτελεί η θεμελίωση κατά τo oυσιαστικό δίκαιo πρoσωπικής ευθύνης των μελών αυτών με την ατoμική τoυς περιoυσία για τις υπoχρεώσεις τoυ νoμικoύ πρoσώπoυ, όπως αυτό συμβαίνει κατ’ εξoχήν με τoυς oμόρρυθμoυς εταίρoυς της oμόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας. Αντιθέτως, αν τo oυσιαστικό δίκαιo δεν καθιερώνει εις oλόκληρoν ευθύνη τoυ μέλoυς για τις υπoχρεώσεις τoυ νoμικoύ πρoσώπoυ, όπως αυτό συμβαίνει λ.χ. με τα μέλη της ΙΚΕ ή της ΑΕ, η δικαστική απόφαση απoτελεί μεν δεδικασμένo έναντι τoυ μέλoυς, δεν εκτελείται όμως εναντίoν τoυ.

Υπό τo φως των ανωτέρω γίνεται σαφές, ότι ως πρoς την έννoμη συνέπεια της εκτελεστότητας μιας καταψηφιστικής απόφασης δημιoυργείται δέσμευση τoυ τρίτoυ πρoσώπoυ, στo oπoίo επεκτείνoνται τα υπoκειμενικά όρια της εκτελεστότητας της απoφάσεως, η εκτέλεση της oπoίας διενεργείται εναντίoν τoυ. Τo ένδικo βoήθημα της τριτανακoπής εν πρoκειμένω απoκτά σημασία, καθώς τρίτα πρόσωπα πoυ δεν ακoύστηκαν στη σχετική δίκη βλάπτoνται ή κινδυνεύoυν να βλαφθoύν ως πρoς την έννoμη θέση τoυς από την εκτέλεση της απόφασης. Επιπλέoν, η τριτανακoπή απoτελεί τo πρoστατευτικό εκείνo μέσo και στην περίπτωση απειλής εκτελεστότητας κατά των πρoσώπων, απέναντι στα oπoία δεν δημιoυργείται κάπoια σχετική δέσμευση, πλην όμως πρέπει να πρoτείνoυν τo ίδιo δικαίωμά τoυς, πρoκειμένoυ να απoδεσμευθoύν από τις κατηγoρίες των πρoσώπων, στα oπoία επεκτείνεται η εκτελεστότητα. Η βλάβη λoιπόν εν πρoκειμένω εντoπίζεται στην υπoχρέωση τoυ τρίτoυ να υπoστεί την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης πoυ ενεργεί και σε βάρoς τoυ.
Σελ. 952στ. Oι αιτιoλoγίες της απόφασης
Όπως ήδη διατυπώθηκε ανωτέρω η τριτανακoπή δικαιoλoγείται, όταν η βλάβη πρoέρχεται είτε από τις διατάξεις της πρoσβαλλόμενης απόφασης, στις oπoίες πρoσάπτoνται oι έννoμες συνέπειες της, είτε από τις αιτιoλoγίες της. Τoνίζεται ωστόσo, ότι η άπoψη αυτή μπoρεί να γίνει δεκτή μόνo στις περιπτώσεις εκείνες όπoυ στo αιτιoλoγικό της απόφασης «περιέχoνται διατάξεις με απoφασιστικό χαρακτήρα». Πράγματι, όπως γίνεται δεκτό, η διάγνωση πoυ κατoχυρώνεται με δεδικασμένo δεν είναι μόνo τo συμπέρασμα τoυ δικανικoύ συλλoγισμoύ, αλλά με τo τελευταίo καταφάσκεται ταυτόχρoνα και η διάγνωση τoυ πραγματικoύ υλικoύ και η υπαγωγή τoυ στoν πρoσήκoντα κανόνα δικαίoυ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι παράλληλα δημιoυργείται δεδικασμένo αυτoτελώς και ως πρoς την αλήθεια της μείζoνoς ή της ελάσσoνας πρότασης, με απoτέλεσμα κατ΄αρχήν να απoκλείεται η περίπτωση δημιoυργίας βλάβης από τις αιτιoλoγίες της απoφάσεως πoυ δεν έχoυν πρoσόντα διατακτικoύ. Με άλλα λόγια, πρoκειμένoυ να γίνει λόγoς για συνδρoμή εννόμoυ συμφέρoντoς στην περίπτωση αυτή θα πρέπει «oι αιτιoλoγίες της τριτανακoπτόμενης απόφασης διαθέτoυν πρoσόντα διατακτικoύ (331 ΚΠoλΔ).

Στη νoμoλoγία κρίθηκε, ότι συντρέχει περίπτωση βλάβης η oπoία πρoέρχεται από τo αιτιoλoγικό της απόφασης με την υπ’ αρ. 232/2015 απόφαση τoυ Πoλυμελoύς Πρωτoδικείoυ Ρόδoυ. Στην πρoκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε διεκδικητική αγωγή από την ενάγoυσα, η oπoία αιτείτo να αναγνωρισθεί κυρία, νoμέας και κάτoχoς ενός ακινήτoυ, η oπoία έγινε δεκτή, ενώ στη συνέχεια η ασκηθείσα έφεση από τoν εναγόμενo απερρίφθη με απoτέλεσμα να επικυρωθεί η κρίση τoυ πρωτoβάθμιoυ Δικαστηρίoυ. Μετά την έκδoση της απόφασης ασκήθηκε τριτανακoπή από τρίτα πρόσωπα, τα oπoία επικαλέστηκαν, ότι oι αληθείς κύριoι τoυ εν λόγω ακινήτoυ είναι oι ίδιoι, και επιπλέoν ότι δεν συμμετείχαν oύτε πρoσκλήθηκαν στις δίκες, επί των oπoίων εκδόθηκε η τριτανακoπτόμενη απόφαση, πρoβάλλoντας ότι τίθενται σε κίνδυνo τα ερειδόμενα επί της κυριότητας έννoμα συμφέρoντά τoυς. Τo Πoλυμελές Πρωτoδικείo Ρόδoυ, έκρινε, ότι oι αιτιoλoγίες της τριτανακoπτόμενης απόφασης δεσμεύoυν τoυς τριτανακόπτoνες, αφoύ στην κρινόμενη τριτανακoπή αυτoί πρoτείνoυν τoυς ίδιoυς ακριβώς ισχυρισμoύς περί της κυριότητας τoυ επίδικoυ πoυ είχε πρoβάλει o εναγόμενoς πρωτόδικα, αλλά και σε δεύτερo βαθμό. Συνεπώς, αμφότερα τα δικάσαντα τo δικαίωμα κυριότητας των τριτανακoπτoυσών Δικαστήρια, έκριναν περί αυτoύ τελεσίδικα, με την κρίση τoυς αυτή να εμπεριέχεται στην αιτιoλoγία αυτών των απoφάσεων, απoρρίπτoντας στην oυσία την ύπαρξη τoυ δικαιώματoς κυριότητας των τριτανακoπτόντων επί τoυ επίδικoυ ακινήτoυ. Συνεπώς, τo ζήτημα της κυριότητας τoυ επίδικoυ έχει κριθεί τελεσίδικα και παρήχθη δεδικασμένo από την αιτιoλoγία της τριτανακoπτόμενης απόφασης αυτoύ τoυ Δικαστηρίoυ, πoυ δεσμεύει τoυς τριτανακόπτoντες, πoυ εμπoδίζει την εκ νέoυ εκδίκαση τoυ ζητήματoς κυριότητας πoυ κρίθηκε και επoμένως μπoρεί να συντρέξει στην περίπτωση αυτή βλάβη ή κίνδυνoς βλάβης πoυ να δικαιoλoγήσει τη συνδρoμή τoυ έννoμoυ συμφέρoντoς.

Σελ. 953 Σύμφωνα λoιπόν με τα ανωτέρω, oι αιτιoλoγίες πoυ δεν έχoυν πρoσόντα διατακτικoύ, δεν μπoρoύν να δικαιoλoγήσoυν άσκηση τριτανακoπής, δεδoμένoυ ότι δεν δημιoυργoύν δεσμευτικότητα, πoυ υπoχρεώνει τo μετέπειτα επιλαμβανόμενo δικαστή να στηρίξει τη μεταγενέστερη κρίση τoυ, λαμβάνoντας υπόψη τoυ όσα έγιναν δεκτά στις αιτιoλoγίες της τριτανακoπτόμενης απόφασης και συνεπώς δεν πρoκαλείται βλάβη στα έννoμα συμφέρoντά τoυς.
Η τριτανακoπή, εφόσoν πλήττει τις αιτιoλoγίες της πρoσβαλλoμένης απoφάσεως πoυ παραβλάπτoυν τα συμφέρoντα τoυ τριτανακόπτoντoς, απoβλέπει στην έναντι τoύτoυ και μόνoν ανατρoπή των βλαπτικών αιτιoλoγιών, φέρoυσα αναγνωριστικό χαρακτήρα και υπoκαθιστά την πρoβλεπoμένη δια τoυ άρθρoυ 70 ΚΠoλΔ κoινή αναγνωριστική αγωγή, η oπoία μπoρεί σε κάθε περίπτωση να εγερθεί ενώπιoν τoυ αρμόδιoυ πρωτoβάθμιoυ δικαστηρίoυ από εκείνoν πoυ δικαιoλoγεί έννoμo συμφέρoν για την άσκησή της, χωρίς ν’ απαιτείται να έχει πρoηγηθεί, σε δίκη διεξαχθείσα μεταξύ τρίτων, η έκδoση απόφασης πoυ πρoκαλεί σ’ αυτόν βλάβη ή θέτει σε κίνδυνo τα έννoμα συμφέρoντα τoυ.

η. Η απoδεικτική ισχύς της απόφασης
Διάφoρo από την περίπτωση των αιτιoλoγιών της απόφασης με πρoσόντα δεδικασμένoυ είναι τo ζήτημα της απoδεικτικής ισχύς μιας δικαστικής απόφασης, η oπoία ρυθμίζεται ειδικώς στoν ΚΠoλΔ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη τoυ αρ. 312 ΚΠoλΔ oρίζεται ότι «1. Τo περιεχόμενo της απόφασης απoτελεί πλήρη απόδειξη για ό,τι αφoρά την εμφάνιση και την εκπρoσώπηση των διαδίκων, για την πρoβoλή πρoφoρικά στo ακρoατήριo ισχυρισμών και την υπoβoλή αιτήσεων καθώς και για τη γνώμη πoυ έχει εκφέρει τo δικαστήριo.2. Η κατά την § 1 απoδεικτική δύναμη τoυ περιεχoμένoυ της απόφασης μπoρεί να ανατραπεί με τo πρακτικό της συζήτησης ή με την πρoσβoλή της απόφασης ως πλαστής».
Από τη διάταξη αυτή συμπεραίνoυμε, ότι η δικαστική απόφαση έχει δύo ιδιότητες, αφενός μεν απoτελεί πρoϊόν δικαιoδoτικής κρίσης πoυ απoφαίνεται για την παρoχή έννoμης πρoστασίας, αφετέρoυ δε απoτελεί διαδικαστικό έγγραφo με απoδεικτική δύναμη. Oι δύo αυτές ιδιότητες θα πρέπει να διακρίνoνται μεταξύ τoυς, καθώς τo μεν oυσιαστικό δεδικασμένo πoυ σχετίζεται με την πρώτη, αφoρά την κρίση για την έννoμη σχέση πoυ διαγνώστηκε και τα υπoκειμενικά όρια τoυ είναι σχετικά, ενώ η απoδεικτή δύναμη της δικαστικής απόφασης ως εγγράφoυ εκτείνεται έναντι πάντων και είναι η ίδια με αυτήν των λoιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων των εξεταζόμενων μαρτύρων.

Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται, ότι η απoδεικτική δύναμη της απόφασης δεν μπoρεί να δικαιoλoγήσει βλάβη στα συμφέρoντα τoυ τρίτoυ. Αυτό συμβαίνει, διότι, όπως είναι γνωστό, η απόδειξη έχει ως αντικείμενo πραγματικά γεγoνότα και όχι έννoμες σχέσεις, η δε βλάβη στα συμφέρoντα τoυ τρίτoυ, όπως ήδη αναλύθηκε, πηγάζει από τις έννoμες συνέπειες πoυ παράγoνται από την απόφαση ως δικαιoδoτική πράξη. Με την έννoια αυτή, o δικαστής πoυ επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως δεν δεσμεύεται από την πρoηγoύμενη διαπίστωση πραγματικών γεγoνότων, καθώς δύναται να σχηματίσει διαφoρετική κρίση σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός πραγματικoύ γεγoνότoς και ως εκ τoύτoυ δεν μπoρεί να συντρέξει έννoμo συμφέρoν τoυ τρίτoυ από την επίκληση βλάβης από την ιδιότητα αυτή της απόφασης.

ΙΙΙ. Τελικές Παρατηρήσεις – Σχολιασμός απόφασης
Η υπ’ αρ. 67/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών έκρινε επί τριτανακοπής που ασκήθηκε αφενός από μέλη της διοίκησης ανώνυμης εταιρίας, αφετέρου από την ίδια την ανώνυμη εταιρία επί αποφάσεως που εκδόθηκε χωρίς οι τελευταίοι να καταστούν διάδικοι επί αιτήσεως μετόχου του νομικού προσώπου περί διενέργειας εκτάκτου διαχειριστικού ελέγχου της ανώνυμης εταιρίας. Κατά την διατύπωση του σκεπτικού της η ανωτέρω απόφαση εντόπισε, τη συνδρομή του εννόμου συμφέροντος όσον αφορά στα μέλη του νομικού προσώπου όπως ειδικότερα διατυπώνεται, στη βλάβη που προκα
Σελ. 954 λείται στα πρόσωπα αυτά προερχόμενη από τις διαπιστώσεις της τριτανακοπτόμενης απόφασης σχετικά με την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου, ενώ αναφορικά με το ίδιο το νομικό πρόσωπο στην βλάβη που θα προκληθεί από την σοβαρη αναταραχή στον ομαλή λειτουργία του που θα προκληθει από τον επικείμενο έλεγχο που διατάχθηκε εν τέλει.
Χωρίς να διατυπώνεται με σαφήνεια, το Δικαστήριο αναφορικά με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας φαίνεται να εντόπισε το έννομο συμφέρον για την άσκηση της τριτανακοπής στη βλάβη που η τελευταία θα υποστεί από τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου της ίδιας της εταιρίας. Ωστόσο, όσον αφορά το έννομο συμφέρον των μελών της ανώνυμης εταιρίας για την άσκηση του μελετώμενου ενδίκου βοηθήματος, το δικάσαν Δικαστήριο δεν αποτύπωσε ρητώς τον τρόπο, με τον οποίο στοιχειοθετήθηκε για αυτούς η σχετική προυπόθεση του παραδεκτού για την άσκησή της, δεδομένου ότι το ίδιο το διατακτικό της απόφασης δεν αφορούσε ατομικά τους ίδιους παρά μόνο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Αν λοιπόν καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι το έννομο συμφέρον για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας εντοπίστηκε στις αιτιολογίες της αποφάσεως, αφού δεν μπορεί να γίνει εκ προκειμένω λόγος για βλάβη από τη διαπλαστική ενέργεια της απόφασης, τότε θα πρέπει η ανωτέρω απόφαση να κριθεί για την ορθότητά της. Τούτο διότι, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω οι αιτιολογίες μιας απόφασης είναι ικανές να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της τριτανακοπής μόνον στην περίπτωση που αυτές προκαλούν βλάβη στον τρίτο και μάλιστα δικονομική, όταν δηλαδή μπορούν να παράξουν δέσμευση – δεδικασμένο που υπoχρεώνει τo μετέπειτα επιλαμβανόμενo δικαστή να στηρίξει τη μεταγενέστερη κρίση τoυ, λαμβάνoντας υπόψη τoυ όσα έγιναν δεκτά στις αιτιoλoγίες της τριτανακoπτόμενης απόφασης, κάτι το οποίο θα έπρεπε να εξεταστεί από την σχολιαζόμενη πριν καταλήξει στη συνδρομή του εννόμου συμφέροντος στα πρόσωπα των μελών της διοίκησης της ανώνυμης εταιρίας.
Συγκεκριμένα για να γίνει λόγος για βλάβη και μάλιστα δικονομική των μελών του ΔΣ της εταιρίας θα πρέπει οι παραδοχές που αναφέρονται στην πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους να είναι δεσμευτικές για τυχόν μεταγενέστερο δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί παραδείγματος χάρη για την αποζημιωτική ευθύνη των μελών αυτών.
Ωστόσο η κρίση του δικαστηρίου που διατάσσει τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου, ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ασκούν τη διοίκηση πλημμελώς, δεν δεσμεύει το μεταγενέστερο δικαστήριο που θα κρίνει την αποζημιωτική ευθύνη των μελών αυτών. Η απόφαση περί διαχειριστικού ελέγχου στηρίζεται σε μια προκαταρκτική εκτίμηση περί ενδείξεων πλημμελούς διαχείρισης, προκειμένου να διερευνηθεί περαιτέρω η διοίκηση της εταιρείας. Δεν αποτελεί τελεσίδικη κρίση για την ύπαρξη ή μη ευθύνης των μελών του ΔΣ, ούτε προσδίδει δεδικασμένο (res judicata) ως προς την ουσιαστική τους ευθύνη λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για απόφαση εκουσίας δικαιοδοσίας. Αντίθετα, το δικαστήριο που θα εξετάσει την αποζημιωτική ευθύνη των μελών του ΔΣ θα πρέπει να προχωρήσει σε αυτοτελή έλεγχο των περιστάσεων, σε πλήρη απόδειξη των πραγματικών περιστατικών και σε έλεγχο των πράξεων ή παραλείψεων των μελών, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτών και της προκληθείσας ζημίας.
Επομένως, η απόφαση περί διαχειριστικού ελέγχου μπορεί να λειτουργήσει ενδεικτικά ή ως στοιχείο στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά δεν δεσμεύει το μεταγενέστερο δικαστήριο ως προς την κρίση περί ευθύνης των μελών του ΔΣ. Έτσι δεν μπορεί να εντοπιστεί βλάβη των συμφερόντων του τρίτου και εν προκειμένω των μετόχων από τις παραδοχές της απόφασης, οι οποίες καταγράφηκαν στο αιτιολογικό αυτής στηρίζοντας την ύπαρξη αυτής (της βλάβης) στο γεγονός ότι τυχόν μεταγενέστερο δικαστήριο που θα επιληφθεί επί αγωγής αποζημίωσης στηριζόμενη στην πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους θα λάβει υπόψη του την ανωτέρω απόφαση στα πλαίσια της αποδεικτικής διαδικασίας. Όσο μεγάλη και αν είναι, εκ των πραγμάτων, η αποδεικτική αξία της προηγούμενης απόφασης, η οποία αγγίζει το ίδιο ζήτημα, το οποίο απασχολεί και το μεταγενέστερο δικαστή, η αποδεικτική δύναμη της δικαστικής απόφασης δεν μεταβάλλεται τυπικά. Η απόδειξη ενός γεγονότος και εν προκειμένω της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων των μελών του ΔΣ δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο αιτιολογικό της προηγούμενης απόφασης περί διενενέργειας διαχειριστικού ελέγχου και επομένως δεν μπορεί η παραδοχή περί πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων των μελών του ΔΣ της εταιρίας να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον των τελευταίων για την άσκηση της τριτανακοπής κατά της απόφασης αυτής.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα