ΕΕ και ΣΧΕ: Προς αναζήτηση ενός νέου προτύπου διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της Ενέργειας

Έτος:
2025
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Θεματικό πυρήνα της παρούσας μελέτης αποτελεί η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων τα οποία πρέπει να συνθέτουν το πρότυπο συνεργασίας μεταξύ αφενός της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της, αφετέρου των τρίτων χωρών, στον τομέα της Ενέργειας. Η επιλογή της παρούσας χρονικής περιόδου για την εκκίνηση της συγκεκριμένης προσπάθειας δεν είναι τυχαία: Aντίθετα, αποτελεί προσπάθεια πλήρωσης του κενού το οποίο σχηματίστηκε στη συγκεκριμένη πτυχή της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης εξαιτίας της πρόσφατης αποχώρησης της τελευταίας από τη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Κείμενο

Α. Εισαγωγή: Το τέλος της σχέσης μεταξύ Ε.Ε. και Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας
i. Λίγα λόγια για τη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας
Η Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας (πλέον ΣΧΕ) συνήφθη στη Λισαβόνα το έτος 1994, ως αποτέλεσμα των πολιτικών διεργασιών οι οποίες είχαν ήδη εκκινήσει τον Ιούνιο του 1990 με πρωτοβουλία του τότε Ολλανδού Πρωθυπουργού Ruud Lubbers, και είχαν καταλήξει, τον Δεκέμβριο του 1991 στην Πολιτική Διακήρυξη του Χάρτη Ενέργειας (γνωστή και ως Ευρωπαϊκός Χάρτης Ενέργειας), κείμενο χωρίς νομική ισχύ, αλλά αποτύπωση του πολιτικού προσανατολισμού προς την ενίσχυση της διεθνούς ενεργειακής συνεργασίας. Εκτός από τη ΣΧΕ, το 1994 συνήφθη και το Πρωτόκολλο του Χάρτη Ενέργειας για την ενεργειακή απόδοση και τις συναφείς περιβαλλοντικές πτυχές (Energy Charter Protocol on Energy Efficiency and Related Environmental Aspects), ενώ σε ισχύ τέθηκαν τέσσερα έτη αργότερα, τον Απρίλιο του 1998. Σημειώνεται επίσης η Πολιτική Διακήρυξη του Διεθνούς Χάρτη Ενέργειας του έτους 2015, η οποία αν και δεν διαθέτει νομική ισχύ επικαιροποιεί κρίσιμες πτυχές της διακρατικής συνεργασίας στον τομέα της Ενέργειας.
Μέχρις στιγμής, παραμένουν ως συμβαλλόμενα μέρη στη ΣΧΕ 42 κράτη, ενώ 56 κράτη διατηρούν την ιδιότητα του “παρατηρητή”, του κράτους δηλαδή το οποίο έχει προσχωρήσει μόνο σε τουλάχιστον μία από τις Πολιτικές Διακηρύξεις στο πλαίσιο της ΣΧΕ.
Σκοπός της ΣΧΕ είναι η δημιουργία ενός πολυμερούς, δεσμευτικού πλαισίου ενεργειακής συνεργασίας σε διεθνές επίπεδο, μέσω της προώθησης της ενεργειακής ασφάλειας και του ανταγωνισμού στις ενεργειακές αγορές (άρ.6 ΣΧΕ) υπό τον όρο της προστασίας της βιώσιμης ανάπτυξης και της κρατικής κυριαρχίας επί των ενεργειακών πόρων (βλ. άρ.18 ΣΧΕ). Περιέχει ένα ιδιαίτερα ευρύ πλαίσιο ρυθμίσεων, οι οποίες αφορούν την προστασία των ξένων επενδύσεων από μη εμπορικούς κινδύνους και την κατοχύρωση των αρχών της “εθνικής μεταχείρισης” και του “μάλλον ευνοουμένου κράτους” (national treatment, most-favoured nation treatment, βλ. μέρος III ΣΧΕ), την απαγόρευση των διακρίσεων (βλ. άρ.22 ΣΧΕ) και τη διευκόλυνση της διακίνησης των ενεργειακών αγαθών και πρώτων υλών (βλ.άρ.7,8,9 ΣΧΕ), την επίλυση διαφορών μεταξύ κρατών ή μεταξύ κρατών και επενδυτών (μέρος V ΣΧΕ), καθώς και την προώθηση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας και τον περιορισμό του περιβαλλοντικού αντικτύπου εξαιτίας της παραγωγής ενέργειας (βλ. Πρωτόκολλο για ενεργειακή αποτελεσματικότητα και τις σχετικές περιβαλλοντικές πτυχές).
ii. H αξία της Συνθήκης του Χάρτη Ενέργειας για την Ε.Ε. και η φύση της ως “μεικτής” Συνθήκης
Το “πνευματικό τέκνο” των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα σχεδιάστηκε ώστε να εξυπηρετεί πράγματι άξιες προστασίας ανάγκες και εύλογα συμφέροντα, συνυφασμένα προς την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης των συμβαλλομένων κρατών, ιδιαίτερα δε της Ένωσης: Εκτός από τη διευκόλυνση της “ενεργειακής διασύνδεσης” με τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και της Ασιατικής Ηπείρου, η Ευρώπη επεδίωξε, μέσω της εφαρμογής της ΣΧΕ, την ασφαλέστερη και ελκυστικότερη “έξοδο” των επενδυτικών κεφαλαίων της προς τον υπόλοιπο κόσμο και την τοποθέτηση αυτών σε έργα υποδομής στον ενεργειακό τομέα. Εξάλλου, εκτός από τη μη δυνάμενη να υποτιμηθεί διεθνή επενδυτική ισχύ της ΕΚ (πλέον Ε.Ε.), τα κράτη-μέλη της -παρά την μεταξύ τους ανομοιογένεια- συνιστούν ως ενιαίο σύνολο (μέχρι και σήμερα) τους σημαντικότερους εισαγωγείς ενέργειας παγκοσμίως, ως αποτέλεσμα της ισχυρής ενεργειακής τους εξάρτησης από πετρελαϊκά προϊόντα και το φυσικό αέριο που παράγονται σε τρίτες χώρες.
Αναφορικά με την ειδικότερη φύση της ΣΧΕ ως “μεικτής συμφωνίας” (mixed agreement) ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμες: τα άρθρα της ιδρυτικής της ΕΚ Συνθήκης τα οποία αποτέλεσαν την νομική βάση σύναψης της ΣΧΕ καταλάμβαναν αρμοδιότητες οι οποίες δεν ανήκαν κατ’ αποκλειστικότητα στην Ένωση, εντάσσονται δε ακόμη και σήμερα στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης (νυν άρ.4 ΣΛΕΕ, ιδίως παρ.2 σημ.θ). Η άσκησή τους επομένως, θα πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο “στενής συνεργασίας” μεταξύ θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. και κρατών-μελών, τόσο σε ενδοενωσιακό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο το ΔΕΚ/ΔΕΕ έχει ερμηνεύσει την αρμοδιότητα της Ένωσης σχετικά με τη σύναψη μίας Διεθνούς Σύμβασης, το ρυθμιστικό πεδίο της οποίας επικαλύπτεται από την αρμοδιότητα τόσο των κρατών-μελών όσο και της ίδιας της Ένωσης, υπήρξε διαχρονικά αρκετά ευρύς, περιορίζοντας την έννοια της αποκλειστικής αρμοδιότητας των πρώτων.
Αυτό ωστόσο που παρουσιάζει άμεση και πρακτική αξία για την προβληματική μας είναι η διαπίστωση των περιθωρίων που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. να συνάπτουν ΔΕΣ (Διεθνείς Επενδυτικές Συμφωνίες) ειδικά στον τομέα της Ενέργειας, δεδομένων των διαχρονικών αναγκών για άμεσες ξένες επενδύσεις στον συγκεκριμένο κλάδο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η γνωμοδότηση του ΔΕΕ της 16ης Μαΐου 2017 αναφορικά με την εξουσία της Ε.Ε. να συνάψει Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών με τη Δημοκρατία της Σιγκαπούρης, έριξε φως στο ζήτημα των ορίων της αρμοδιότητας Ένωσης και κρατών-μελών ως προς τη σύναψη διεθνών εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών. Tο Δικαστήριο επέλεξε να διαχωρίσει σαφώς μεταξύ άμεσων επενδυτικών συμφωνιών οι οποίες και υπάγονται κατά το άρθρο 207 της ΣΛΕΕ (βλ. και άρ.3παρ.2 και 216 ΣΛΕΕ) στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κοινής εμπορικής πολιτικής, και έμμεσων ξένων επενδύσεων οι οποίες και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι απαιτούν την παράλληλη συμμετοχή Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών στις διεθνείς συμφωνίες που καταλαμβάνουν ρυθμιστικά (και) τις τελευταίες. Επιπρόσθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οποιοσδήποτε μηχανισμός εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών μεταξύ ιδιώτη επενδυτή και κράτους-μέλους θα πρέπει να θεωρηθεί στοιχείο το οποίο επίσης απαιτεί τη συμμετοχή των κρατών-μελών, δεδομένου ότι η αποστέρηση ενός τμήματος της κρατικής εξουσίας τους, “απαιτεί" συντρέχουσα αρμοδιότητα μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών-μελών.
Συνεπώς, μέσω του δικαιοδοτικού της οργάνου η Ένωση έκανε ένα βήμα προς την επίτευξη ασφάλειας δικαίου σε ό,τι αφορά τη διεθνή ενεργειακή συνεργασία της με τρίτες χώρες, προσδίδοντας μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην άσκηση της εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής της, χωρίς ωστόσο η επίμαχη απόφαση του Δικαστηρίου να ανοίγει με ασφάλεια τον δρόμο για τη δημιουργία σφαιρικών και απόλυτα συνεκτικών εμπορικών και επενδυτικών διεθνών συνθηκών με συμβαλλόμενο μέρος αποκλειστικά την ίδια την Ένωση, αφού και τα κράτη-μέλη διατηρούν συντρεχόντως την αρμοδιότητά τους να συμμετέχουν στην κανονιστική διαμόρφωση τέτοιων διεθνών συμφωνιών, κατά ένα σημαντικό τμήμα των τελευταίων.
iii. Η αποχώρηση της Ε.Ε. από τη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας και η ρήτρα “sunset”
Παρά το γεγονός ότι οι διακρατικές διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό της Συνθήκης του Χάρτη Ενέργειας είχαν ξεκινήσει ήδη από το 2017, και παρά τη σχετική Συμφωνία επί της Αρχής που επιτεύχθηκε τον Ιούνιο του 2022, η αναβολή της τελικής υιοθέτησης των φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων από τη Συνδιάσκεψη του Χάρτη Ενέργειας (η οποία είχε προγραμματιστεί για την 22α Νοεμβρίου 2022 στην Μογγολία), έδωσε την ευκαιρία σε πολλά κράτη-μέλη να αποχωρήσουν από τη Συνθήκη: αρχικά η Γαλλία (2023) και πολύ προσφάτως η Ολλανδία (28 Ιουνίου 2025), αποτελούν ήδη παρελθόν από τη Συμφωνία.
Η “φυγόκεντρος” αυτή τάση πολλών από τα κράτη-μέλη της Ένωσης, αν και φαινομενικά αντιφατική προς την “κατ’ αρχήν” (in principle) αποδοχή της αναθεωρημένης ΣΧΕ (βλ. και παρακάτω, υπό Ε,i), θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η ΣΧΕ αποτέλεσε πολύ συχνά το όχημα επιδίκασης υπέρογκων αποζημιώσεων σε βάρος κρατών-μελών από διαιτητικά κυρίως δικαστήρια, τα οποία συστηματικά διαπίστωναν παραβιάσεις των σχετικών με την προστασία ξένων επενδύσεων διατάξεων της ΣΧΕ εκ μέρους των ευρωπαϊκών κρατών, εξαιτίας της μεταβολής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας των τελευταίων. Πρόκειται άλλωστε για μία εξέλιξη-φυσικό επόμενο της εφαρμογής μίας διεθνούς συνθήκης η οποία σχεδιάστηκε να εξυπηρετεί τις ανάγκες κυρίως επενδύσεων σε έργα ενέργειας που σχετίζονταν με την αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων.
Ενώ οι πιέσεις των κρατών-μελών κατά του εκσυγχρονισμού της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας συνεχίζονταν, η Επιτροπή εξέδωσε, τον Ιούλιο του 2023, πρόταση προς το Συμβούλιο για την αποχώρηση της Ένωσης από τη Συνθήκη, ενώ τον Μάιο του ίδιου έτους το Συμβούλιο ανταποκρίθηκε, εκδίδοντας την απόφασή του για την έξοδο της Ε.Ε. και της ΕΥΡΑΤΟΜ από τη Συνθήκη του Χάρτη Ενέργειας, η οποία κοινοποιήθηκε στον διεθνή οργανισμό στις 28 Ιουνίου 2024 και, πλέον, ενεργοποιήθηκε οριστικά στις 28 Ιουνίου 2025.
Σε κάθε περίπτωση, ο τερματισμός της σχέσης Ε.Ε. και ΣΧΕ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως χρονικά άμεσος: παρά την αποχώρηση της Ε.Ε. και ορισμένων μελών της από τον Χάρτη Ενέργειας, αρκετά κράτη-μέλη της παραμένουν συμβαλλόμενα μέρη στη Συνθήκη (μεταξύ αυτών και η Χώρα μας), ενώ παράλληλα η ρήτρα “sunset” του άρθρου 47 παρ.3 αυτής, έχει ως συνέπεια η αξία της παρούσας προβληματικής να μην απωλέσει το βάρος της, ακόμη και μετά την 28η Ιουνίου 2025, ημερομηνία ενεργοποίησης της αποχώρησης της Ένωσης από τον Χάρτη. H συγκεκριμένη ρήτρα, παρέχει προστασία στους επενδυτές με προέλευση κράτος-μέρος στη Συνθήκη του Χάρτη, παρά το γεγονός ότι το κράτος υποδοχής της επένδυσης έχει αποχωρήσει από τη Συνθήκη, και μάλιστα επεκτείνει αυτή την προστασία για διάστημα 20 ετών από την ενεργοποίηση της αποχώρησης αυτής υπέρ όσων επενδύσεων εμπίπτουν στην κανονιστική εμβέλεια της ΣΧΕ, και έλαβαν χώρα πριν την αποχώρηση του κράτους από την τελευταία. Διευκρινίζεται ότι με τον ίδιο τρόπο φυσικά προστατεύονται και οι αντίστοιχες επενδύσεις του αποχωρήσαντος κράτους στο έδαφος άλλων συμβαλλομένων στη ΣΧΕ χωρών.
Η πράξη επομένως, ενδέχεται να μην επιβεβαιώσει την ορθότητα της απόφασης πολλών εκ των κρατών-μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να αποχωρήσουν από τη ΣΧΕ, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία αναθεώρησής της. Όπως έχει δείξει η περίπτωση της Ιταλίας, ενός κράτους-μέλους το οποίο αποχώρησε από τη ΣΧΕ το 2014, αρκετά χρόνια δηλαδή πριν από την πλειοψηφία των κρατών-μελών που έπραξαν το ίδιο, οι επενδύσεις που έλαβαν χώρα στο έδαφός της και προστατεύονται, μέσω της ρήτρας sunset, ακόμη από τη ΣΧΕ αποτέλεσαν επανειλημμένα το αντικείμενο διαιτητικών διαφορών με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεων σε βάρος του ιταλικού δημοσίου, υπέρ ιδιωτών επενδυτών.
Β. H ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου: Προνόμιο του ενωσιακού δικαιοδοτικού οργάνου
Μετά την κατανόηση του περιεχομένου, των σκοπών και της φύσης της ΣΧΕ, ακολουθεί η αναφορά μας σε εκείνες τις επιμέρους πτυχές της Διεθνούς αυτής Συνθήκης που προκάλεσαν αγεφύρωτο χάσμα στη σχέση της με την Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη της, προκαλώντας εν τέλει την αποχώρηση της Ένωσης από τη ΣΧΕ.
i. To άρθρο 26 ΣΧΕ υπό το πρίσμα της Απόφασης ΔΕΕ 6ης Μαρτίου 2018, C-284/16, “Achmea”
Τον Οκτώβριο του 2008, υπό την πίεση νομοθετικών μέτρων της Σλοβακικής Δημοκρατίας τα οποία περιόριζαν την κερδοφορία των ιδιωτικών εταιριών ασφαλίσεως, η ολλανδικής προέλευσης εταιρία Achmea BV απαίτησε από τη Σλοβακική Δημοκρατία, αποζημίωση ύψους 65 εκατομμυρίων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 μίας ΔΕΣ μεταξύ Κάτω Χωρών και της Τσεχοσλοβακίας (την οποία η Σλοβακία διαδέχθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της) η οποία συνήφθη το έτος 1991, επικαλούμενη ευθεία παράβαση των υποχρεώσεων προστασίας της επένδυσής της. Έδρα του Διαιτητικού Δικαστηρίου ορίστηκε η Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Γερμανία). Η Σλοβακική Δημοκρατία άσκησε αγωγή με αίτημα την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης που δικαίωσε την εταιρεία Achmea, ενώπιον των γερμανικών εθνικών δικαστηρίων.
Όταν το Bundesgerichtshof παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του ΔΕΕ, το τελευταίο ανέπτυξε τις εξής σκέψεις: H Ένωση, κατά το Δικαστήριο, αποτελεί μία ιδιαίτερη, αυτόνομη έννομη τάξη με σαφώς κατανεμημένες αρμοδιότητες στο εσωτερικό της και “συνταγματική δομή”, απορρέουσα από την αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών τα οποία άλλωστε διαβλέπουν κοινές αξίες μεταξύ τους. Τα παραπάνω, συνεχίζει το ΔΕΕ, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς την ανάπτυξη και λειτουργία ενός αποτελεσματικού, -εν μέρει- υπερεθνικού δικαιοδοτικού συστήματος το οποίο και θα διασφάλιζε “την ενότητα της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, καθιστώντας κατά τον τρόπο αυτό δυνατή τη διασφάλιση της συνοχής του, της πλήρους αποτελεσματικότητάς του και της αυτονομίας του”(βλ. σκ.31-38 της Απόφασης Achmea). Κρίσιμη λειτουργία διατήρησης της περιγραφόμενης αυτής υπερεθνικής δικαιϊκής ολοκλήρωσης επιτελεί, κατά το Δικαστήριο, το σύστημα προδικαστικής παραπομπής ενώπιόν του (Δικαστηρίου) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ .
Κατά συνέπεια, ένας μηχανισμός επίλυσης διαφορών όπως αυτός που έχει προβλεφθεί στο άρθρο 8 της ΔΕΣ Κάτω Χωρών/Τσεχοσλοβακίας, μη δυνάμενος αφενός να ενταχθεί στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, εφαρμόζοντας αφετέρου το ενωσιακό δίκαιο, στο μέτρο όπου τυγχάνει εφαρμογής το γερμανικό δίκαιο, μέρος του οποίου αποτελεί και η ενωσιακής προέλευσης νομοθεσία (πρωτογενούς και δευτερογενούς βαθμίδας), δημιουργεί στεγανά στην ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή ανά τα κράτη μέλη του ευρωπαϊκού δικαίου, καθώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει παρά περιορισμένο μόνο έλεγχο της συμβατότητας των διαιτητικών αποφάσεων προς την ενωσιακή έννομη τάξη, στα στενά όρια που προβλέπουν οι τυχόν εθνικές ρυθμίσεις (βλ. άρ.1059 του γερμανικού κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), εν απουσία δυνατότητας υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του επιφορτισμένου με την αρμοδιότητα αυθεντικής ερμηνείας των Συνθηκών της ΕΕ δικαιοδοτικού οργάνου κατά το άρ.267 ΣΛΕΕ (βλ. σκ.39-53 Απόφασης Achmea).
Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα εάν, κατόπιν της απόφασης του ενωσιακού δικαιοδοτικού οργάνου επί της υπόθεσης Achmea, ο μηχανισμός διαιτητικής επίλυσης των επενδυτικών διαφορών που προβλέπεται στη ΣΧΕ στο άρ.26 αυτής, αντίκειται στο αυτόνομο σύστημα δικαίου της Ένωσης, στην περίπτωση που τα δύο “εμπλεκόμενα” κράτη-μέλη είναι και μέλη του Χάρτη Ενέργειας.
Για την Επιτροπή, η ασυμβατότητα του άρ.26 της ΣΧΕ προς την αυτονομία του δικαιοδοτικού μηχανισμού που έχει θεμελιώσει το πρωτογενές δίκαιο σε ενωσιακό επίπεδο θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη: H Eπιτροπή δεν παραθέτει ορισμένη εκτενή επιχειρηματολογία σχετικώς, παρά αρκείται στη διασταλτική εφαρμογή των πορισμάτων της Απόφασης Achmea και στην περίπτωση του διαιτητικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στη Σύμβαση του Χάρτη Ενέργειας, υποβαθμίζοντας το (εγγενώς πολύπτυχο) ζήτημα της αλληλοεπικάλυψης ευρωπαϊκού δικαίου και ρυθμίσεων της Σύμβασης, ενώ θεωρεί ότι η συμμετοχή της ίδιας της Ένωσης στον Χάρτη Ενέργειας αφήνει αμετάβλητες τις σχέσεις μεταξύ κρατών-μελών. Τη θέση αυτή έρχεται να τεκμηριώσει η πλειονότητα των κρατών-μελών, τα οποία στη σχετική διακήρυξή τους της 15ης Ιανουαρίου 2019 εξηγούν ότι, η Σύμβαση του Χάρτη Ενέργειας, καθιστάμενη αναπόσπαστο τμήμα της ενωσιακής έννομης τάξης αφής στιγμής συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή είναι και η ίδια η Ε.Ε., θα πρέπει να βρίσκεται σε σύμπνοια προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης (εδώ με τα άρθρα 267 και 344 ΣΛΕΕ).
Παράλληλα, δεν έλειψε και η διατύπωση μιας πιο επιφυλακτικής θέσης, σύμφωνα με την οποία, η Απόφαση Achmea δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως θέτουσα εκτός της ενωσιακής “νομιμότητας” τον μηχανισμό διαιτητικής επίλυσης των διεθνών διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή της ΣΧΕ: κατά τη γνώμη μίας μειοψηφίας κρατών-μελών, το ΔΕΕ σκοπίμως διέκρινε μεταξύ εκείνων των διεθνών συμφωνιών στις οποίες συμβαλλόμενο μέρος είναι η ίδια η Ένωση και των αντίστοιχων που συνάπτουν μεταξύ τους τα κράτη-μέλη. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο κίνδυνος υποβάθμισης της αυτονομίας του δικαιϊκού συστήματος μέσω της προσφυγής στη διεθνή επενδυτική διαιτησία που προβλέπεται σε ενδοενωσιακές ΔΕΣ παραμένει υπαρκτός, όταν αντίστοιχες ρήτρες αποτελούν απόρροια διαπραγματεύσεων σε διεθνές επίπεδο, και στις οποίες μετέχει η ίδια η Ένωση, θεωρείται ότι τεκμαίρεται η συμβατότητα τέτοιων μηχανισμών προς τις επιταγές του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου.
Είναι προφανές ότι η διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος της συμβατότητας του άρθρου 26 της ΣΧΕ -αλλά και συνολικά των ρητρών διαιτησίας που περιέχονται σε ενδοενωσιακές ΔΕΣ- προς το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο συνιστά ουσιαστικά την αποτύπωση, εκπεφρασμένη με νομικά επιχειρήματα, του διαφορετικού πρίσματος υπό το οποίο προσεγγίζεται το συγκεκριμένο ερώτημα. Η θέση του ΔΕΕ, της Επιτροπής και της πλειονότητας των κρατών-μελών φαίνεται να αποδέχεται μία κατά αμάχητο τεκμήριο υπεροχή του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, η οποία το τοποθετεί σε ιεραρχικά ανώτερη θέση έναντι των διεθνών συνθηκών. Μία τέτοια θεώρηση φυσικά δεσμεύει θετικά και τα κράτη-μέλη στις μεταξύ τους σχέσεις, ενώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις σύγκρουσης κανόνων δικαίου διαφορετικής προέλευσης.
Αντίθετα, η επίκληση των γενικών αρχών ερμηνείας του διεθνούς δικαίου αλλά και των προβλέψεων της Συνθήκης της Βιέννης για την Ερμηνεία των Συνθηκών προδίδει μία θεώρηση του επίμαχου ζητήματος στη βάση ισότιμης μεταχείρισης αφενός μίας ΔΕΣ -στον βαθμό που και η ΣΧΕ συνιστά τέτοια-, αφετέρου του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, ως διακριτά, πλην όμως ισοδύναμης κανονιστικής ισχύος τμήματα του διεθνούς δικαίου. Συνέπεια της θέσεως αυτής αποτελεί η ενότητα στην ερμηνεία και εφαρμογή της ΣΧΕ, αφού αποφεύγεται η διάσπαση των ρυθμίσεων σχετικά με τη διαιτητική επίλυση των επενδυτικών διαφορών που προβλέπει το άρθρο 26 της ΣΧΕ με κριτήριο την ένταξη ή όχι της εκάστοτε ανακύπτουσας διαφοράς στις σχέσεις μεταξύ κρατών-μελών.
ii. Η μεταγενέστερη της Απόφασης Achmea μεταχείριση της Συνθήκης του Χάρτη Ενέργειας από τη διαιτητική και δικαστική νομολογία
Αξίζει να αναφερθεί ότι τα διαιτητικά δικαστήρια, και μετά την έκδοση της Απόφασης Αchmea, συνέχισαν να εκδίδουν αποφάσεις κατόπιν προσφυγών ενώπιόν τους, αφορώσες διαφορές με διάδικα μέρη αφενός επενδυτές εγκατεστημένους εντός της Ε.Ε., αφετέρου κράτη-μέλη. Η Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας αποτελεί μάλιστα, συχνά, το ουσιαστικό αλλά και δικονομικό (κυρίως εξαιτίας του άρθρου 26 αυτής) πεδίο διαμάχης μεταξύ τόσο των επενδυτών και των δημοσίων φορέων του κράτους υποδοχής των επενδύσεων, όσο και μεταξύ της Επιτροπής και των ίδιων των οργάνων διαιτητικής επίλυσης των διεθνών επενδυτικών διαφορών.
Αρχικά, στις αποφάσεις επί των υποθέσεων Masdar v. Spain (Masdar), Vattenfall AB v. Germany (Vattenfal) και Landesbank Baden-Wurttemberg v. Spain (LBBWI), τα διαιτητικά δικαστήρια στηριζόμενα στη συσταλτική ερμηνεία των πορισμάτων της Απόφασης Achmea, στη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 344 ΣΛΕΕ, στη διάκριση μεταξύ των “πολυμερών” (κατ’ ακριβολογία των ΔΕΣ στις οποίες συμμετέχει και η ίδια η Ε.Ε.) και διμερών διεθνών συμβάσεων, αλλά και -στη βάση της ισότιμης μεταχείρισης ενωσιακού και (ευρύτερου) διεθνούς δικαίου- στην ερμηνεία των άρθρων 26 και 31 της Σύμβασης της Βιέννης για την Ερμηνεία των Συνθηκών, απέρριψαν το ενδεχόμενο αναρμοδιότητάς τους λόγω ασυμβιβάστου των ενδοενωσιακών ρητρών διαιτησίας προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζοντας αρμοδιότητα υπέρ εαυτών, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς προερχόμενους κυρίως από κράτη-μέλη και την παρεμβαίνουσα ως amicus curiae Επιτροπή. To ως άνω περιγραφόμενο “νομολογιακό” ρεύμα των διαιτητικών δικαστηρίων φαίνεται να επικυρώθηκε και από μεταγενέστερες αποφάσεις διαιτητικών οργάνων με τρόπο μάλιστα συστηματικό και εξίσου κατηγορηματικό.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι τα διαιτητικά δικαστήρια απορρίπτουν στο σύνολό τους, τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε με αφορμή την Απόφαση Achmea από το ΔΕΕ. Πράγματι, σε ορισμένες αποφάσεις διαιτητικών δικαστηρίων, έγιναν δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής και οι ενστάσεις περί αναρμοδιότητας των τελευταίων από τα κράτη-μέλη στη βάση της Απόφασης Achmea. H περιγραφόμενη μεταστροφή των διαιτητικών δικαστηρίων μπορεί πράγματι να αποτελεί έκφραση της μειοψηφίας των σχετικών με την ερμηνεία των πορισμάτων της Απόφασης Achmea απόψεων εκ μέρους των διαιτητικών οργάνων, ωστόσο θα μπορούσε να αποδοθεί εν μέρει στην παγίωση της θέσης των θεσμικών οργάνων της Ένωσης απέναντι στο ζήτημα της συμβατότητας του άρθρου 26 της Συνθήκης του Χάρτη Ενέργειας προς τα άρθρα 267 και 344 ΣΛΕΕ.
Μία τέτοια παγίωση φαίνεται να αποτυπώθηκε -ως έναν βαθμό- νομολογιακά και μέσω της απόφασης του ΔΕΕ επί της υπόθεσης Komstroy, η οποία αφορούσε την ερμηνεία της έννοιας της “επένδυσης” υπό το πρίσμα της Συνθήκης του Χάρτη Ενέργειας σε διαφορά που τέθηκε ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου το οποίο συστάθηκε στη Γαλλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και στην επίμαχη υπόθεση κανένα από τα διάδικα μέρη δεν ήταν κράτος-μέλος, ούτε είχε την εγκατάστασή του σε ένα τέτοιο, όπως επίσης και ότι το γαλλικό δικαστήριο δεν απέστειλε σχετικό με την ερμηνεία της Απόφασης Achmea προδικαστικό ερώτημα, το ΔΕΕ επέλεξε, προφανώς δραττόμενο της ευκαιρίας, να επανέλθει στον πυρήνα προβληματισμού της απόφασης αυτής, έστω ως obiter dictum.
Aπέναντι στην απροθυμία της πλειοψηφίας των διαιτητικών δικαστηρίων να εφαρμόσουν τις προσταγές της Απόφασης Achmea, αλλά και το περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας που αυτή δημιούργησε στην κοινότητα των νομικών, το ΔΕΕ στην υπόθεση Komstroy έλαβε ρητά θέση υπέρ της επέκτασης των πορισμάτων της Απόφασης Achmea και επί της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας και υπέρ, συνεπώς, της αποκλειστικής αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων και του δικαστηρίου της Ένωσης να επιλαμβάνεται επί υποθέσεων με ενδοενωσιακή υφή.
Αν και η απόφαση Komstroy διαφέρει σε αρκετά σημεία της προς την αντίστοιχη κρίση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea, μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, ως προς την απουσία αναφοράς της πρώτης στην υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ κρατών-μελών, κυρίως λόγω της ιδιαίτερα αδρής “ενωσιακής υφής” της επίμαχης διαφοράς, οι δύο αποφάσεις του ΔΕΕ ομοιάζουν ως προς την ενωσιο-κεντρική οπτική του διεθνούς δικαίου: Είναι αποκαλυπτική για την αντίληψη του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης αναφορικά με τη σχέση ενωσιακού δικαίου και ΣΧΕ, η “ενσωμάτωση” της διεθνούς αυτής συνθήκης στην ενωσιακή έννομη τάξη (σκ. 49 Komstroy: […] η ίδια η ΣΧΕ είναι πράξη του δικαίου της Ένωσης), μέσω της οποίας το ΔΕΕ κατέληξε, στην υπόθεση Komstroy, να ερμηνεύει διατάξεις της ίδιας της ΣΧΕ και μάλιστα σε διαφορά χωρίς άμεση σύνδεση με την ενωσιακή έννομη τάξη.
Γ. Προστασία των επενδυτών και ενωσιακή δημόσια τάξη
H επόμενη πτυχή του προβληματισμού μας συνδέεται στενά με το προηγούμενο σκέλος της ανάλυσής μας και εκτείνεται σε δύο επίπεδα: σε επίπεδο δικονομίας, αφορά το ζήτημα της εκτέλεσης των αποφάσεων των διαιτητικών δικαστηρίων, ακόμη και όταν τα τελευταία δεν συμμορφώνονται προς το νέο καθεστώς στις σχέσεις ενδοενωσιακών επενδυτών και κρατών-μελών που διαμόρφωσε η Απόφαση Achmea. Σε επίπεδο αρχών θεμελίωσης της ενωσιακής έννομης τάξης, αναφύονται ζητήματα συγκερασμού αφενός της διασφάλισης των ευλόγων συμφερόντων προστασίας των επενδύσεων ως μέσο προσέλκυσής τους, διατήρησης αφετέρου ακέραιων των κανονιστικών πυλώνων της ίδιας της Ένωσης.
i. Το παράδειγμα της υπόθεσης Micula: Διαιτητική απόφαση ως όχημα παράνομης κρατικής ενίσχυσης
Αν και δεν αφορούσε τη διαιτησία στο πλαίσιο της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας το ιστορικό και η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Micula αποτελεί απόδειξη των παραπάνω: η Ρουμανία υποχρεώθηκε να αποστεί από τις διεθνείς της υποχρεώσεις, απορρέουσες από ΔΕΣ μεταξύ αυτής και της Σουηδίας συναφθείσας το 2002, αρχικά από την Επιτροπή και στη συνέχεια από το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης, λόγω παραβίασης των ενωσιακών διατάξεων του πρωτογενούς (αρ.107,108 ΣΛΕΕ) και δευτερογενούς (του τότε ισχύοντος Καν. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108) δικαίου της Ένωσης, κατ’ εφαρμογή (από την ρουμανική κυβέρνηση) απόφασης διαιτητικού δικαστηρίου το οποίο επιδίκαζε υπέρ σουηδικής προέλευσης επενδυτή χρηματική αποζημίωση, λόγω παραβίασης εκ μέρους της Ρουμανίας των υποχρεώσεών της από την ως άνω ΔΕΣ. Η παραπάνω αποζημίωση, θεωρήθηκε από την Επιτροπή ως παράνομη κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρ.107 ΣΛΕΕ και η ρουμανική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αναστείλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, αλλά και να αναζητήσει από τον επενδυτή ό,τι τυχόν είχε καταβάλει σε συμμόρφωση προς τη διαιτητική απόφαση, δεσμευόμενη αναδρομικά από την Απόφαση Achmea, παρά δηλαδή το γεγονός ότι τα γενεσιουργά πραγματικά περιστατικά της αποζημίωσης είχαν συμβεί, αλλά και ότι η επίμαχη ΔΕΣ είχε συναφθεί π ρ ι ν την ένταξη της Ρουμανίας στην Ε.Ε (2007).
Οι παραπάνω εξελίξεις δεν θα μπορούσαν να αφήσουν την εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων επί διαφορών στο πλαίσιο ερμηνείας και εφαρμογής της ΣΧΕ ανεπηρέαστη. Παρά το γεγονός ότι οι διαδικασίες ενώπιον πολλών διαιτητικών δικαστηρίων μπορεί να οδηγούν στην έκδοση “οριστικών και άμεσα εκτελεστών” αποφάσεων, μη υποκειμένων σε ένδικα μέσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όταν η αναγνώριση και εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων εξαρτάται από τη συνδρομή εθνικών δικαστικών αρχών εγκατεστημένων σε κράτος-μέλος, αυτή μπορεί να συναντήσει εμπόδια αντίστοιχα με αυτά που περιεγράφησαν αμέσως προηγουμένως, στην περίπτωση ενδοενωσιακών διαιτητικών διαφορών κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης του Χάρτη Ενέργειας και υπό το φως της νομολογίας Achmea και της διάταξης του άρθρου V(2)(β) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ως αντιβαίνουσα δηλαδή η διαιτητική απόφαση στην ενωσιακή -και άρα εσωτερική- δημόσιαν τάξιν.
Πέραν των εγγενών δυσχερειών που παρουσιάζει η επίκληση της “ενωσιακής” δημόσιας τάξης ως αντιστάθμισμα των υποχρεώσεων που απορρέουν για τα κράτη-μέλη από το διεθνές δίκαιο, ιδιαίτερα στον χώρο προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, προσφάτως η Επιτροπή αντιμετώπισε ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα, αυτό της δυνατότητας χαρακτηρισμού των επιδικαζόμενων από τα διαιτητικά δικαστήρια αποζημιώσεων ως κρατικών ενισχύσεων, της δυνατότητας δηλαδή απόδοσης των συγκεκριμένων “πλεονεκτημάτων” υπέρ του επενδυτή στο κράτος-μέλος, σε βάρος του οποίου επιδικάσθηκε η συγκεκριμένη αποζημίωση (άρ.107 ΣΛΕΕ). Η Επιτροπή ερμήνευσε με ιδιαίτερα διασταλτικό τρόπο αυτή τη δυνατότητα, καταφεύγοντας ακόμη και στην ίδια την κατ’ αρχήν δέσμευση του κράτους-μέλους από τη ΣΧΕ και τη Διεθνή Σύμβαση του Διεθνούς Κέντρου Επίλυσης Επενδυτικών Διαφορών (ICSID Convention) ως επαρκούς ένδειξης για την απόδοση της παράνομης κατά το ενωσιακό δίκαιο αποζημίωσης στο κράτος-μέλος (βλ. άρ.267,344 ΣΛΕΕ, 19 ΣΕΕ).
Πολύ περισσότερο, η επίμαχη αποζημίωση μπορεί να αποδοθεί στο διάδικο στη διαιτητική διαδικασία κράτος-μέλος εφόσον αυτό αναγνωρίσει και εκτελέσει τη διαιτητική απόφαση που επιδικάζει αποζημίωση κατά παράβαση των ενωσιακών κανόνων περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία των ενωσιακών διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων θα ενείχε τον κίνδυνο τα κράτη-μέλη να διαφεύγουν του σχετικού ελέγχου που εκτελεί η Επιτροπή, με την πρόφαση της “διαιτητικής χορήγησης” πλεονεκτήματος στους επενδυτές στη βάση της ΣΧΕ. Yπενθυμίζεται εξάλλου ότι η μόνη δυνατή δίοδος για τα κράτη-μέλη ώστε, συμμορφούμενα με σχετική διαιτητική απόφαση, να μην παραβιάζουν το άρ.107 ΣΛΕΕ, είναι η σχετική υποχρέωση να επιβάλλεται από το ίδιο το ενωσιακό δίκαιο, χωρίς η συμμόρφωση αυτή να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών-μελών.
ii. Oι αρχές προστασίας των ξένων επενδύσεων στη ΣΧΕ και η πιθανή τους ασυμβατότητα με τους ενωσιακούς κανόνες
Όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, υπό Α,i) η ΣΧΕ προβλέπει υπέρ των επενδυτών κάθε συμβαλλόμενου κράτους δίκαιη και ίση μεταχείριση (άρ.10 παρ.1 ΣΧΕ), ενώ κατοχυρώνει ακόμη, την αρχή της βέλτιστης μεταχείρισης, η οποία δεσμεύει τα συμβαλλόμενα κράτη να μην παρέχουν μεταχείριση η οποία υπολείπεται τόσο αυτής που λαμβάνουν οι “ιθαγενείς” επενδυτές όσο και οι προερχόμενοι από άλλα συμβαλλόμενα κράτη ή τρίτες χώρες (άρ.10 παρ.3 ΣΧΕ). Οι μεταβολές στην ενεργειακή πολιτική των κρατών-μελών, ως απότοκο της πράσινης μετάβασης που συντελείται στην Ένωση ήδη από τις αρχές της νέας χιλιετίας, προκάλεσαν, σε αρκετές περιπτώσεις, -εν είδει παρενέργειας- απαιτήσεις αποζημιωτικού χαρακτήρα σε βάρος των κρατών-υποδοχέων των επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές, οι οποίες σχετίζονται σχεδόν στο σύνολό τους με την παραβίαση των εν λόγω αρχών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλες τις διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ΣΧΕ, ενώ κατ’ αρχήν αναγνωρίστηκε το αναφαίρετο δικαίωμα των κρατών να μεταβάλλουν το νομοθετικό καθεστώς που διέπει τις καλυπτόμενες από τη ΣΧΕ επενδύσεις ανταποκρινόμενα στις εξελίξεις, το εύρος της συγκεκριμένης ευχέρειας των κρατών υποδοχής δεν προσδιορίστηκε με ενιαίο τρόπο. Αυτό επομένως που απομένει είναι να διαπιστωθεί, πάλι μέσω της εξαγωγής πορισμάτων προερχόμενων από τη σχετική διαιτητική πρακτική, κατά πόσο η διαιτησία στο πλαίσιο της ΣΧΕ έχει επιδείξει ευελιξία και επιείκεια απέναντι στα κράτη-μέλη, σε όσες περιπτώσεις η επικαλούμενη από την επενδυτική πλευρά παραβίαση των υποχρεώσεων των κρατών που απορρέουν από τη ΣΧΕ αποδίδεται στη “δέσμια αρμοδιότητα” των κρατών να μεταβάλλουν την εθνική τους νομοθεσία σε συμμόρφωση προς τις επιταγές της ενωσιακής έννομης τάξης.
Στην υπόθεση Electrabel v. Hungary το διαιτητικό δικαστήριο επέδειξε μία αξιόλογα “ενωσιοκεντρική” προσέγγιση της προβληματικής, στη βάση οπτικής εναρμόνισης της σχέσης μεταξύ του ενωσιακού και του διεθνούς δικαίου, κηρύττοντας ότι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ένα συμβαλλόμενο στη ΣΧΕ κράτος απέναντι σε έναν υπερεθνικό οργανισμό, όπως είναι η ίδια η Ε.Ε., δεν μπορούν αυτές καθαυτές να θεμελιώσουν ευθύνη του στο πλαίσιο της ΣΧΕ, στον βαθμό που δεν αφήνουν περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στα κράτη-αποδέκτες των σχετικών υποχρεώσεων (όπως είναι η τήρηση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων), και συνεπώς δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εμπιστοσύνη του θιγόμενου επενδυτή στο ότι το ευνοϊκό υπέρ του νομοθετικό καθεστώς θα παραμείνει αμετάβλητο, ακόμη και σε περίπτωση ρητής αντίθεσης της Επιτροπής προς αυτό.
To υπό κρίση ζήτημα της υποχρέωσης των κρατών-μελών να τηρούν τις αρχές προστασίας των επενδύσεων της ΣΧΕ, υπό το πρίσμα των παράλληλων υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στην Ε.Ε., δεν αντιμετωπίστηκε ωστόσο από τα διαιτητικά δικαστήρια, πάντοτε, με την ίδια διαύγεια: Στην απόφασή του επί της υπόθεσης AES v. Hungary το διαιτητικό δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του την “πίεση” που η κυβέρνηση της Ουγγαρίας δέχθηκε προς υιοθέτηση των αντίθετων προς τις παραπάνω αρχές της ΣΧΕ μέτρων εκ μέρους της Επιτροπής, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται εάν οι ενωσιακές δεσμεύσεις της Ουγγαρίας να συντονίσει την εσωτερική ενεργειακή της αγορά με τις αξίες της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς μπορούν να θεωρηθούν αυτοτελώς ως επαρκής βάση για την “απαλλαγή” του κράτους μέλους από τις διεθνείς του υποχρεώσεις. Από την άλλη, οι αποφάσεις Charanne v. Spain και RREEF v. Spain αποκαλύπτουν με ενδεικτικό τρόπο την “αμηχανία” των διαιτητικών δικαστηρίων απέναντι στην αναγνώριση της υποχρέωσης τήρησης των ενωσιακών αρχών περί κρατικών ενισχύσεων εκ μέρους των κρατών μελών, ως επαρκούς δικλείδας διαφυγής από την απαρέγκλιτη εφαρμογή των κανόνων προστασίας των επενδύσεων εντός της ΣΧΕ.
Είναι προφανές, ότι ο κατακερματισμός του “συστήματος απονομής δικαιοσύνης” στο πλαίσιο της ΣΧΕ, με τη σύσταση ad hoc διαιτητικών δικαστηρίων, αλλά και η απουσία κατά κυριολεξία “νομολογίας” στη διαιτητική δικαστηριακή πρακτική, μέσω της αναγνώρισης δικαστικού προηγουμένου (stare decisis) στις προγενέστερες κρίσεις των διαιτητών, δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας δικαίου, έλλειψης συνοχής στην ερμηνεία της ΣΧΕ έως και δυσπιστίας απέναντι στην αποδοχή των διαιτητικών αποφάσεων από τα διάδικα μέρη (κυρίως τα ηττηθέντα), ενώ μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά στην προσέλκυση επενδύσεων υπό τη σκέπη της ΣΧΕ και να υπονομεύσει την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή εκ μέρους των συμβαλλομένων κρατών.
Δ. Η ασύμμετρη προστασία του περιβάλλοντος μεταξύ Ε.Ε. και Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας
H μέχρι τώρα ανάλυση ακολούθησε αναμφίβολα μία οδό αρκετά “στενή”, περιοριζόμενη κυρίως στην ανάδειξη των ασυμβατοτήτων της ΣΧΕ προς τον πυρήνα του ενωσιακού δικαίου, υπό το πρίσμα μία νομικής απόκλισης, συνιστάμενης στη διαφοροποίηση των γενικών αρχών μεταξύ διεθνούς και ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Ενώ η συγκεκριμένη πορεία σκέψης είναι πράγματι αναγκαία, δεν θα πρέπει να παραβλέπονται εξίσου ουσιαστικές πτυχές της σχέσης ΣΧΕ-Ε.Ε., οι οποίες συνδέονται με την χάραξη της περιβαλλοντικής, κατ’ επέκταση δε και της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης.
i. Οι στόχοι Πράσινης Μετάβασης της Ε.Ε. και ο αντίκτυπός τους στην ενεργειακή πολιτική της
Η σύναψη της Συμφωνίας των Παρισίων το έτος 2015 αποτέλεσε αναμφίβολα το σημαντικότερο ορόσημο των τελευταίων δεκαετιών για την χάραξη και διαρκή αναμόρφωση των περιβαλλοντικών πολιτικών της Ε.Ε: Περίπου δύο δεκαετίες μετά την υιοθέτηση εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας της Σύμβασης-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC, 1992), η Συμφωνία των Παρισίων προσδιόρισε με νομικά δεσμευτικό τρόπο συγκεκριμένους στόχους, ο κυριότερος των οποίων είναι η διατήρηση της αύξησης της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας “αρκετά κάτω από τους 2 βαθμούς”.
Τις παραπάνω υποχρεώσεις κλιματικής προσαρμογής της, η Ένωση επεδίωξε να εκπληρώσει μέσω της κατάστρωσης και θέσης σε εφαρμογή της δέσμης μέτρων “Πράσινη Συμφωνία” (Green Deal, 2019), η οποία θέτει ως πρωταρχικό (και φιλόδοξο) στόχο την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας της Ένωσης έως το έτος 2050, κυρίως μέσω του πλαισίου δράσης που προβλέπει ο “Ευρωπαϊκό Κλιματικός Νόμος”. Περαιτέρω, η δημιουργία μίας κλιματικά ουδέτερης Ε.Ε. εξαρτάται από τον ενδιάμεσο στόχο της μείωσης των καθαρών εκπομπών των αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030 (σε σχέση με το έτος 1990) στα κράτη-μέλη, και η δέσμη μέτρων “Fit for 55” αποτέλεσε το κανονιστικό εργαλείο υλοποίησης του ενδιάμεσου αυτού στόχου.
Τη σημασία του ενεργειακού τομέα στην αποτελεσματική διαχείριση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου στο επίπεδο της Ένωσης φαίνεται να αντιλήφθηκαν έγκαιρα τα θεσμικά όργανα αυτής, ιδιαίτερα στη διαδικασία χάραξης και υλοποίησης της δέσμης μέτρων της “Eνεργειακής Ένωσης (2015)”, βασική διάσταση της οποίας αποτελεί η απανθρακοποίηση της οικονομίας και η προώθηση των ΑΠΕ, καθώς και στο πλαίσιο των κανονιστικών μέτρων που εισήγαγε η πολιτική της “Καθαρής Ενέργειας για Όλους τους Ευρωπαίους (2019)” ρητά διακηρυγμένος στόχος της οποίας είναι η απανθρακοποίηση του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος. Αναδεικνύεται συνεπώς το ζήτημα της εξεύρεσης της αναγκαίας ισορροπίας μεταξύ αφενός της προσέλκυσης των αναγκαίων κεφαλαίων για τη μετάβαση σε έναν κλιματικά ουδέτερο ενεργειακό τομέα και της αποτελεσματικής διαχείρισης αφετέρου εκείνων των επενδύσεων που αφορούν έργα υποδομής στην εξόρυξη, μεταφορά και καύση των ορυκτών καυσίμων, οι οποίες έλαβαν χώρα τις προηγούμενες κυρίως δεκαετίες και κινδυνεύουν πλέον να απωλέσουν την οικονομική αξία τους (stranded assets) ή ακόμη και τη συμβατότητά τους προς το ισχύον κανονιστικό καθεστώς.
ii. Η προστασία επενδύσεων στα ορυκτά καύσιμα στο πλαίσιο της ΣΧΕ ως εμπόδιο της απανθρακοποίησης του ενεργειακού τομέα
Ο κίνδυνος ο οποίος από πολύ νωρίς άρχισε να διαφαίνεται σε πανευρωπαϊκό ορίζοντα είναι, κυρίαρχες κρατικές οντότητες να αποξενωθούν από το αναφαίρετο δικαίωμά τους να επιβάλλουν κανονιστικά μέτρα σε όσους αναπτύσσουν οικονομική δραστηριότητα στο εσωτερικό τους (regulatory chill), ως απόρροια της “απειλής” προσφυγής εκ μέρους των ξένων επενδυτών σε μηχανισμούς (διαιτητικής) επίλυσης των διαφορών που θα ανακύψουν με την επίκληση παραβίασης των αρχών προστασίας των “εύλογων επενδυτικών προσδοκιών” τους. Η ενεργοποίηση κατά ακολουθία των εξωδικαστικών μηχανισμών επίλυσης διεθνών επενδυτικών διαφορών, οι οποίοι συνήθως προβλέπονται σε ΔΕΣ, εκθέτει τα συμβαλλόμενα κράτη-υποδοχείς των επενδύσεων συχνά στον κίνδυνο επιδίκασης σε βάρος τους υπέρογκων αποζημιώσεων, λειτουργώντας εν τέλει αποτρεπτικά για τις ίδιες τις κρατικές προσπάθειες απανθρακοποίησης του ενεργειακού τομέα.
Eιδικότερα για τη ΣΧΕ, θα πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί ότι μολονότι αυτή υιοθετήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη Σύμβαση-Πλαίσιο των Η.Ε. την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC, 1992) απουσιάζει από το σώμα της οποιοσδήποτε δεσμευτικός μηχανισμός εξεύρεσης της αναγκαίας ισορροπίας μεταξύ αφενός της προστασίας των επενδυτών, αφετέρου της ανάγκης των συμβαλλομένων κρατών να προσαρμοστούν ρυθμιστικά στην κλιματική αλλαγή μέσω της αναμόρφωσης του ενεργειακού τους κλάδου. Μάλιστα, οι λιγοστές αναφορές της ΣΧΕ στην μέριμνα για τον φυσικό πλούτο είναι με τέτοιον τρόπο διαμορφωμένες, ώστε το βάρος της προστασίας της οποίας χαίρουν οι επενδυτές να υπερβαίνει (αισθητά) την αντίστοιχη εμβέλεια της προστασίας των εύλογων κρατικών συμφερόντων περί αναπροσαρμογής της περιβαλλοντικής και ενεργειακής τους νομοθεσίας.
Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, δεν είναι τυχαίο ότι ευρωπαϊκά κράτη βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο εταιριών που είχαν επενδύσει τις προηγούμενες δεκαετίες στον ενεργειακό τομέα κρατών-μελών, τα οποία κλήθηκαν να ισορροπήσουν, μεταξύ αφενός των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη ΣΧΕ, αφετέρου, των στόχων απανθρακοποίησης του τομέα παραγωγής και προμήθειας ενέργειας που έχει θέσει η Ε.Ε., ως απόρροια της υιοθέτησης των σκοπών της Συμφωνίας των Παρισίων από την ίδια. Μολονότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις τα διαιτητικά δικαστήρια, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, δεν εξέδωσαν (ακόμη) οριστικές αποφάσεις, διαφαίνεται ότι όσο οι προσπάθειες των κρατών-μελών της Ένωσης για επίτευξη της “πράσινης μετάβασης” εντείνονται, τόσο κορυφώνεται ο νομικός κίνδυνος επιδίκασης σε βάρος τους υπέρογκων αποζημιώσεων στη βάση επίκλησης των σχετικών με την προστασία των επενδυτών διατάξεων της ΣΧΕ.
Διαυγέστερα συμπεράσματα θα μπορούσαν να αντληθούν σχετικά με την αντιμετώπιση, εκ μέρους των διαιτητικών δικαστηρίων, του ζητήματος μεταστροφής των ευρωπαϊκών κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη ΣΧΕ προς έναν κλιματικά ουδέτερο ενεργειακό τομέα, μέσω της απόφασης Rockhopper: Μολονότι εν τέλει η δικαστική αυτή διαμάχη είχε για το ιταλικό δημόσιο αίσια έκβαση, η αρχική απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου ακυρώθηκε (πρόσφατα) αποκλειστικά για λόγους που αφορούσαν τη σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου. Αντίθετα, η (ουσιαστική) κρίση των διαιτητών αναφορικά με τη σχέση επενδυτικών συμφερόντων και περιβαλλοντικών κρατικών πολιτικών στο πλαίσιο της ΣΧΕ, κρίση από την οποία απουσιάζει η λογική εξεύρεσης της αναγκαίας ισορροπίας και της ad hoc τήρησης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ της προάσπισης δύο αντιτιθέμενων συμφερόντων, παραμένει, ακέραια, έκθετη σε κριτική. Πυρήνα της τελευταίας αποτελεί η εκ μέρους του διαιτητικού δικαστηρίου υποβάθμιση της αδήριτης ανάγκης να αντιστραφούν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής (και) μέσω του ενεργειακού τομέα, καθώς και η ανάγκη ειλικρινούς εναρμόνισης της δημοκρατικής αρχής, η οποία επιτάσσει τον σεβασμό της εξουσίας ενός κυρίαρχου κράτους να προσαρμόζει την νομοθεσία του στις πραγματικές εξελίξεις, με τη διασφάλιση ασφαλούς επενδυτικού πλαισίου σε διεθνές επίπεδο
Ε. Η αναθεώρηση της ΣΧΕ και η σύγκρισή της με τη Σ.Ο.Ε.Σ. Ε.Ε./Καναδά
Πριν την ολοκλήρωση της παρούσας ανάλυσης και τη συνακόλουθη εξαγωγή ορισμένων κρίσιμων συμπερασμάτων, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη η αναφορά μας στην αναθεωρημένη πλέον μορφή της ΣΧΕ, καθώς και στη Συνολική και Οικονομική Συμφωνία Εμπορίου Ε.Ε.-Καναδά (EU-Canada Comprehensive Economic and Trade Agreement, CETA), ως παραδείγματα σύγχρονων μορφών διεθνών επενδυτικών συμβάσεων, τα οποία, εκτός από το προφανές ευρωπαϊκό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, φαίνεται να ενσωματώνουν ρυθμιστικά ορισμένες προβλέψεις, σχετικές με τα επίμαχα εκείνα θέματα τα οποία και αποτέλεσαν τη γενεσιουργό βάση για τη δημιουργία του νομικού και πολιτικού χάσματος μεταξύ της αρχικής μορφής της ΣΧΕ και του ενωσιακού δικαίου.
i. H “επικαιρoποιημένη” ΣΧΕ: οι σημαντικότερες αλλαγές
Οι διαβουλεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων στη ΣΧΕ κρατών για την αναθεώρηση της τελευταίας, αν και άρχισαν ήδη από το έτος 2017 ευοδώθηκαν πράγματι μόλις το 2022, μέσω της Συμφωνίας επί της Αρχής για την Αναθεώρηση της ΣΧΕ. “Παράλληλες απώλειες” αυτής της διαδικασίας αποτέλεσαν, προφανώς, η εγκατάλειψη της ΣΧΕ εκ μέρους της Ε.Ε., της ΕΥΡΑΤΟΜ και πλήθους σημαντικών κρατών-μελών της (βλ. παραπάνω, υπό Α,iii), τα οποία σε μεγάλο βαθμό κατόρθωσαν να προκαλέσουν καθυστέρηση συνολικά στη διαδικασία αναθεώρησης της ΣΧΕ, υπονομεύοντας το μέλλον της. Παρά τις ως άνω “αναταράξεις” στην πορεία αναμόρφωσης της ΣΧΕ, στις 3 Δεκεμβρίου 2024 η Διάσκεψη του Χάρτη ενέκρινε την αναθεωρημένη ΣΧΕ, συμφωνώντας ότι αυτή θα αρχίσει να ισχύει προσωρινά (provisional application) από τις 3 Σεπτεμβρίου 2025 (βλ. άρ.45 ΣΧΕ).
Mεταξύ των σημαντικότερων αποφάσεων που υιοθέτησε η Διάσκεψη την 3η Δεκεμβρίου 2024, είναι αναμφισβήτητα η παρ.3 του νέου άρθρου 24 της αναθεωρημένης ΣΧΕ, το οποίο αποκλείει την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του μηχανισμού διαιτητικής επίλυσης διαφορών που ανακύπτουν στο πλαίσιο της ΣΧΕ μεταξύ κρατών που ανήκουν στον ίδιο Οργανισμό Περιφερειακής Οικονομικής Ενοποίησης, όπως είναι και η Ε.Ε. Πρόκειται για μία ρητά αποτυπωμένη πλέον στο σώμα της ίδιας της ΣΧΕ “ρήτρας αποσυνδέσεως” (disconnection clause), η οποία θέτει εκτός εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ κρατών-μελών της Ένωσης τον μηχανισμό διαιτησίας που προβλέπει το άρθρο 26 ΣΧΕ, επιλύοντας με οριστικό και σαφή τρόπο τα ζητήματα συμβατότητας της Διεθνούς Σύμβασης με το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, που τέθηκαν υπόψη του ΔΕΕ με αφορμή την υπόθεση Achmea (βλ. παραπάνω, υπό Β,i).
Επίσης, η αναμορφωμένη ΣΧΕ φαίνεται να αναγνωρίζει το πρόβλημα που έθετε η διασταλτική ερμηνεία που διαχρονικά τα διαιτητικά δικαστήρια εφάρμοζαν σχετικά με την αρχή της “δίκαιης και ισότιμης μεταχείρισης” των επενδυτών του άρθρου 10 της ΣΧΕ, εν πολλοίς απόρροια του εξαιρετικά διευρυμένου νοήματος που η ίδια η (αρχική) διατύπωση του εν λόγω άρθρου προσέδιδε στην επίμαχη αρχή. Η αναθεωρημένη μορφή του εν λόγω άρθρου (παρ.2) προβλέπει πλέον περιοριστικά τις (έξι) περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθούν παραβίαση της αρχής της “δίκαιης και ισότιμης μεταχείρισης”, ενώ το άρθρο 13 της ΣΧΕ (βλ. και άρ.24) αποκτά πλέον νέο περιεχόμενο στην 4η παράγραφό του, με την εξαίρεση των κανονιστικών μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην “προστασία εύλογων στόχων δημόσιας πολιτικής”, όπως είναι και η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, από τον έλεγχό τους ως κρατικών πράξεων που συνιστούν έμμεσες απαλλοτριώσεις (indirect expropriations).
Ίσως όμως η χαρακτηριστικότερη αλλά και πιο αμφισβητήσιμη τροποποίηση της ΣΧΕ, αφορά την εισαγωγή ενός μηχανισμού ευελιξίας σε σχέση με την αντιμετώπιση των επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα, την ενεργοποίηση του οποίου επέλεξε -πριν την αποχώρησή της από τη ΣΧΕ- για την ίδια, η Ε.Ε. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός αποτελεί ουσιαστικά ένα πλέγμα εξαιρέσεων στην παροχή προστασίας υπέρ των επενδύσεων στα ορυκτά καύσιμα, οι οποίες (εξαιρέσεις) αφορούν κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα στη ΣΧΕ κράτη και εντοπίζονται στο Παράρτημα ΝΙ της αναθεωρημένης ΣΧΕ. Συνοπτικά, οι επενδύσεις που έλαβαν χώρα σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. (το οποίο είναι συμβαλλόμενο στην επικαιροποιημένη ΣΧΕ) σε ενεργειακά προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο συγκεκριμένο Παράρτημα (πρόκειται κυρίως για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα), πριν την 3η Σεπτεμβρίου 2025 θα βρίσκονται εντός της προστατευτικής εμβέλειας της ΣΧΕ μόνο για δέκα χρόνια από τη θέση σε ισχύ της αναθεωρημένης ΣΧΕ, σε κάθε περίπτωση όχι μετά την 31η Δεκεμβρίου 2040. Αντίθετα, κάθε επένδυση εντός κράτους-μέλους της Ε.Ε. -συμβαλλομένου στην νέα ΣΧΕ- που σχετίζεται με την αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων και πραγματοποιείται μετά την 3η Σεπτεμβρίου 2025, θα βρίσκεται αυτομάτως εκτός πεδίου προστασίας της ΣΧΕ.
Eκτός των αμέσως παραπάνω, το νέο άρθρο 19 (19 Bis) της ΣΧΕ αποτελεί μία διαυγέστατη “δήλωση πίστης” προς τους οικουμενικούς σκοπούς πράσινης μετάβασης του διεθνούς ενεργειακού τομέα, χωρίς ωστόσο να επιτελεί αποκλειστικά μία στείρα διακηρυκτική λειτουργία τη στιγμή που φαίνεται να καταφέρνει να διευρύνει το δικαίωμα των κρατών στην “κανονιστική αυτοδιάθεσή” τους στο πλαίσιο λήψης δεσμευτικών μέτρων για την υλοποίηση των στόχων της Συμφωνίας-Πλαισίου των Η.Ε. και της Συμφωνίας των Παρισίων. Παράλληλα, προβλέφθηκε (άρθρο 30 Bis) μία ειδική διαδικασία επίλυσης διαφορών (συμφιλίωσης) που ενδέχεται να ανακύψουν με αφορμή την εφαρμογή του νέου άρθρου 19 της ΣΧΕ.
ii. ΣΟΕΣ Ε.Ε./Καναδά: Ένα πρότυπο και για τον τομέα της ενέργειας;
Oι ενωσιακές θέσεις περί της νέας μορφής της ΣΧΕ εντάσσονται σε μία σφαιρικότερη θεώρηση του ζητήματος χάραξης σταθερών προτύπων διεθνούς εμπορικής και επενδυτικής συνεργασίας μεταξύ της Ε.Ε. και τρίτων χωρών, όπως είναι η Συνολική Εμπορική και Οικονομική Συμφωνία Ε.Ε.-Καναδά (στο εξής, ΣΟΕΣ), η οποία τέθηκε σε προσωρινή ισχύ το 2017.

H ΣΟΕΣ μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά αποτελεί μία διεθνή επενδυτική συμφωνία “νέας γενιάς” καθώς, εκτός από την “παραδοσιακή” ύλη που διαχρονικά συναντάται εντός του ρυθμιστικού πεδίου των διεθνών επενδυτικών συμφωνιών, όπως π.χ. η κατάργηση των εκατέρωθεν δασμολογικής φύσεως μέτρων (κεφ.2ο και Παράρτημα 2 Α και Β της ΣΟΕΣ), η απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης (κεφ.8, Τμήμα Γ ΣΟΕΣ), η διασφάλιση συνθηκών διαφάνειας σε ζητήματα ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων (κεφ.7ο και 17ο ΣΟΕΣ), ενσωματώνει ρυθμιστικά (και) προβλέψεις οι οποίες σχετίζονται με την εδραίωση συνθηκών που προσεγγίζουν την έννοια της οικονομικής ενοποίησης στις αμοιβαίες σχέσεις Ε.Ε. και Καναδά, όπως η ρυθμιστική συνεργασία και σύγκλιση.
Διευκρινίζεται σχετικώς ότι, μολονότι το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί αυθεντικά περί της συμβατότητας των τροποποιήσεων της αναμορφωμένης πλέον ΣΧΕ προς το ενωσιακό δίκαιο, το ΔΕΕ εξέτασε, στην περίπτωση της ΣΟΕΣ Ε.Ε.-Καναδά, το ζήτημα της σύγκλισης των ρυθμίσεων της τελευταίας προς τις απαιτήσεις που θέτει το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, κυρίως μετά την θέση σε εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας. Προκαταβολικά, αξίζει να επισημανθεί ότι στην Γνωμοδότηση 1/17 της 30ής Απριλίου 2019 το ΔΕΕ, υιοθετώντας την άποψη υπέρ του “υβριδικού” χαρακτήρα του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στη ΣΟΕΣ, κατάφερε συνειδητά (;) να αποστεί από προηγούμενες κρίσεις του σχετικά με τον κίνδυνο διατάραξης της αυτονομίας του ενωσιακού δικαίου που απορρέει από διεθνείς δεσμεύσεις της Ε.Ε. ή των κρατών-μελών της (π.χ. απόφαση Achmea, Γνωμοδότηση 2/13), οι οποίες και αποτύπωναν μία μονόπλευρη και “μαξιμαλιστική” διάθεση των θεσμικών οργάνων της απέναντι στο συγκεκριμένο ζήτημα, επιτυγχάνοντας, στην περίπτωση της ΣΟΕΣ Ε.Ε.-Καναδά, την τήρηση μίας ερμηνευτικής τάσης ισορροπίας και συγκερασμού αφενός της ανάγκης διαφύλαξης της ιδιαιτερότητας της ενωσιακής έννομης τάξης, αφετέρου της αποτελεσματικής άσκησης εξωτερικής πολιτικής εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της(βλ. σκ. 90 Γνωμ. 1/17).
Είναι, ωστόσο, οι ουσιαστικές εγγυήσεις υπέρ της αναγνώρισης της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξης που περιέχονται στη ΣΟΕΣ αυτές που υπαγόρευσαν εν τέλει τη θετική στάση του ΔΕΕ απέναντί της: Το Δικαστήριο, επικαλούμενο σχετικές διατάξεις της ΣΟΕΣ Ε.Ε.-Καναδά διέβλεψε την ύπαρξη “στεγανών” μεταξύ του πλαισίου προστασίας που θεσπίζει η διεθνής συνθήκη αφενός, και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που συνθέτουν την έννομη τάξη της Ένωσης αφετέρου. Η μη αναγνώριση αρμοδιότητας αυθεντικής ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου στο δικαστήριο της ΣΟΕΣ και η διατήρηση αυτής αποκλειστικά υπέρ του δικαστηρίου της Ένωσης (βλ. άρ. 8.31 παρ.2 της ΣΟΕΣ), η εξαίρεση ζητημάτων κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ Ένωσης και κρατών-μελών από τους ισχυρισμούς που παραδεκτώς μπορούν να τεθούν ενώπιον του επενδυτικού δικαστηρίου (άρ.8.21 της ΣΟΕΣ), καθώς και η αδυναμία ανάπτυξης άμεσου αποτελέσματος των προβλέψεων της ΣΟΕΣ στις ενδοενωσιακές σχέσεις (άρ. 30.6 παρ.1 ΣΟΕΣ) αποτελούν, κατά το ΔΕΕ, επαρκή εχέγγυα υπέρ του συμβατού χαρακτήρα της ΣΟΕΣ προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.
Επιπρόσθετα, η ΣΟΕΣ Ε.Ε.-Καναδά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο “ρεύμα” διεθνών επενδυτικών συμφωνιών, οι οποίες φαίνεται να αποτυπώνουν κανονιστικά τη συνειδητοποίηση εκ μέρους των εμπνευστών τους της ανάγκης για μία ανακατανομή της ισορροπίας μεταξύ προστασίας των ξένων επενδύσεων από τις αυθαιρεσίες της κυβερνητικής εξουσίας των κρατών-υποδοχής και της διασφάλισης ενός “ζωτικού χώρου” κανονιστικής αυτονομίας υπέρ των τελευταίων. Η έννοια μιας τέτοιας αυτονομίας περιλαμβάνει αναμφίβολα το αναφαίρετο δικαίωμα των κυρίαρχων κρατών να προασπίζουν ρυθμιστικά διάφορες εκφάνσεις του δημόσιου συμφέροντος, στις οποίες εντάσσεται, όπως έχουμε ήδη δει, και η περιβαλλοντική πολιτική. Πλήθος ρητρών με χαρακτήρα εγγύησης υπέρ του του “κανονιστικού δικαιώματος” (right to regulate) των κρατών-μελών που περιλαμβάνονται λοιπόν στη ΣΟΕΣ, σε συνδυασμό με την ειδική οριοθέτηση της αρχής της ‘‘ισότιμης και δίκαιης μεταχείρισης” των επενδυτών διασφαλίζουν ότι τόσο τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όσο και οι νομοθέτες των κρατών-μελών δεν θα υποχρεωθούν σε υπέρογκες αποζημιώσεις, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, κατ’ εφαρμογήν της δημοκρατικής διαδικασίας (βλ. σκ. 148-160 της Γνωμοδ. 1/17).
Ειδικά για τον τομέα της ενέργειας, ως ένα σημείο “τρωτότητας” της ΣΟΕΣ Ε.Ε.-Καναδά θα μπορούσε να αναφερθεί η απουσία κεφαλαίου αφιερωμένου αποκλειστικά στην εμπορία ενεργειακών πόρων και στη ρύθμιση των επενδύσεων στον σχετικό τομέα μεταξύ των δύο εμπορικών εταίρων. Ως αποτέλεσμα, στη ΣΟΕΣ, οι ενεργειακές εμπορικές σχέσεις μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά θα ρυθμίζονται ομοιόμορφα σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος των εκατέρωθεν οικονομικών συναλλαγών, γεγονός το οποίο αναπόφευκτα οδηγεί σε μία ουδέτερη θεώρηση των διακινούμενων ενεργειακών πόρων (πρόκειται κυρίως για ορυκτά καύσιμα προς εισαγωγή από τον Καναδά στο έδαφος των ευρωπαϊκών κρατών), χωρίς να παρέχεται ορισμένο ιδιαίτερο κίνητρο για επενδύσεις που συμβάλλουν στην απαλλαγή του τομέα παραγωγής ενέργειας από τα ορυκτά καύσιμα.
Συμπέρασμα
Στο σημείο αυτό θα επιχειρηθεί η συγκέντρωση και σύνοψη των στοιχείων εκείνων που απαιτούνται για τη σύνθεση της τελικής απάντησης στο ερώτημα που διαπερνά το σύνολο της ανάλυσης: τί θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα κανονιστικό πρότυπο διεθνούς συνεργασίας της Ένωσης με τρίτες χώρες στον τομέα της ενέργειας ώστε να εξασφαλιστεί η προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων για τα κράτη-μέλη της, χωρίς παράλληλα να διακινδυνεύεται η περιβαλλοντική πολιτική και η κανονιστική αυτονομία τους;
H απάντησή μας δεν θα μπορούσε κατ’ αρχάς να αγνοεί την ιδιαίτερη σημασία η οποία θα πρέπει, όπως μας έδειξε ο νομολογιακός κύκλος της υπόθεσης Achmea και των αντίστοιχων αποφάσεων του ΔΕΕ, να αποδίδεται στις ρήτρες εκείνες που εξασφαλίζουν ομαλές σχέσεις μεταξύ ενωσιακού και (ευρύτερου) διεθνούς δικαίου. Ανάλογη βαρύτητα αποκτά και το δικαίωμα των κρατών-μελών να μεταβάλλουν τη νομοθεσία τους συγκλίνοντας προς τον πυρήνα της ενωσιακής έννομης τάξης, όπως είναι η διασφάλιση του ενιαίου χαρακτήρα της ενωσιακής αγοράς και η περιβαλλοντική προστασία. Σε κάθε περίπτωση, η ιδιαιτερότητα των επενδύσεων ειδικά στον ενεργειακό τομέα (μεγάλο αρχικό κόστος, έντονα διεθνοποιημένος κλάδος, ενδεχόμενες παρενέργειες στο περιβάλλον περισσότερων κρατών…), καθώς και η ανάγκη για διαρκή προσαρμογή στις ενδοενωσιακές (π.χ. δημοσιονομική κρίση) αλλά και διεθνείς (π.χ. Συμφωνία των Παρισίων) εξελίξεις είναι αναμφίβολα παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να έχουν τη δική τους, ξεχωριστή συμβολή στην τελική μορφή οποιουδήποτε προτύπου ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ Ε.Ε. και τρίτων χωρών.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα