Επιβλέποντες:
Γώγος Κωνσταντίνος, Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.
Σαμόλη Αναστασία-Μάχη, υπ. Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Α.Π.Θ.
Συντακτική Ομάδα Εργαστηρίου Δικαίου των Ζώων:
Τσαλαμπούνη Πελαγία, μεταπτ. φοιτήτρια Α.Π.Θ.
Χατζησαββίδου Μαρία, μεταπτ. φοιτήτρια Α.Π.Θ.
Κούρα-Μανώλη Άννα, προπτ. φοιτήτρια Α.Π.Θ.
Μπόζα Βασιλική, προπτ. φοιτήτρια Α.Π.Θ.
Γουνοπούλου Νιόβη, προπτ. φοιτήτρια Α.Π.Θ.
Τζιαφέρης Σταύρος, προπτ. φοιτητής Α.Π.Θ.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ
ΑΕΠΟ
| Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων
|
ΑΠΕ
| Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας
|
Αποφ.
| Απόφαση
|
Βλ.
| Βλέπε
|
ΔΕΕ
| Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
Εδ.
| Εδάφιο
|
ΕΔΔΑ
| Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
|
ΕΖΔ ΕΘΠΑΒΣ
| Ειδική Ζώνη Διατήρησης Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων
|
ΕΘΠΖ
| Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου
|
ΕΟΑ
| Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση
|
ΕΟΚ
| Ευρωπαϊκή Οικονομική Επιτροπή
|
ΕΠΕ
| Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
|
ΕΠΜ
| Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη
|
ΕΣΔΑ
| Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
|
ΖΑΤ
| Ζώνη Αγροτικού Τοπίου
|
ΖΕΠ
| Ζώνες Ειδικής Προστασίας
|
ΖΟΕ
| Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου
|
ΚΑΖ
| Καταφύγια Άγριας Ζωής
|
ΚΥΑ
| Κοινή Υπουργική Απόφαση
|
ΜΠΕ
| Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
|
Ν.
| Νόμος
|
ΣΛΕΕ
| Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
Παρ.
| Παράγραφος
|
Π.Δ. ή ΠΔ
| Προεδρικό Διάταγμα
|
ΠΕ
| Πρακτικό Επεξεργασίας
|
ΠΠΕΑ
| Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση
|
ΠΠΦ
| Περιοχή Προστασίας της Φύσης
|
ΠΦΣ
| Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί
|
Σ ή Συντ
| Σύνταγμα
|
Σκ.
| Σκέψη
|
ΣΛΕΕ
| Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
ΣΜΠΕ
| Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
|
ΣΠΕ
| Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση
|
ΣτΕ
| Συμβούλιο της Επικρατείας
|
ΤΚΣ
| Τόπος Κοινοτικής Σημασίας
|
Ολ.
| Ολομέλεια
|
Ο.Τ.Α.
| Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης
|
ΟΦΥΠΕΚΑ
| Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής
|
YA
| Υπουργική Απόφαση
|
ΥΠΕΝ
| Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας
|
Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
| Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων της Ελλάδας
|
Υποθ.
| Υπόθεση
|
ΦΕΚ
| Φύλλο Εφημερίδος της Κυβέρνησης
|
ΧΥΤΑ
| Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων
|
Εισαγωγή Η νομική προστασία της βιοποικιλότητας, κυρίως από την οπτική του διεθνούς δικαίου, δεν αποτελεί επίτευγμα μόνο των τελευταίων δεκαετιών, αντίθετα έχει ένα σοβαρό ιστορικό υπόβαθρο από τα τέλη του 19ου αιώνα
. Η επιστημονική έννοια της βιοποικιλότητας αποτελεί έννοια – κλειδί για τη διατήρηση του δικτύου της ζωής των έμβιων όντων
, αφού είναι σαφής η οικολογική αντίληψη περί σημαίνουσας αλληλεπίδρασης των οικοσυστημάτων
. Η βιοποικιλότητα ή βιολογική ποικιλότητα ορίζεται ευρέως στο δίκαιο (διεθνές, ενωσιακό, εθνικό) και την επιστήμη. Ο όρος «βιοποικιλότητα»
(biodiversity) αποτελεί μια συντομευμένη εκδοχή της φράσης «βιολογική ποικιλότητα» (
biological diversity). Η έννοια αυτή φαίνεται να εισήχθη στο επιστημονικό λεξιλόγιο στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τους Αμερικανούς Norse και McManus, οι οποίοι ήταν και οι πρώτοι που πρότειναν έναν ορισμό για τον όρο
. Με την έννοια της βιοποικιλότητας νοείται ο συνολικός αριθμός των ειδών που συναπαρτίζουν τα χερσαία και υδάτινα οικοσυστήματα της βιόσφαιρας
. Από αυτό συνάγεται ότι η προστασία και η εν γένει μέριμνα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο χερσαίο περιβάλλον, αλλά εκτείνεται στις θάλασσες και τους ωκεανούς, τα ποτάμια, τις λίμνες, αλλά και τους υδάτινους ορίζοντες. Οι τελευταίοι είναι εξαιρετικώς σημαντικοί, δεδομένου ότι από αυτούς εξαρτάται η διαβίωση και η υγιεινή του ανθρώπινου είδους, καθώς και όλων των έμβιων όντων πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Εξαρτάται, επίσης, η αγροτική παραγωγή και με αυτήν η διατροφή των πολιτών.
Η προστασία της βιοποικιλότητας υπήρξε αντικείμενο σημαντικής δράσης σε κοινοτικό επίπεδο, η οποία μάλιστα ξεκίνησε πριν από την υιοθέτηση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα. Στο πλαίσιο αυτό, αξιοσημείωτη είναι η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη Σύμβαση της Βέρνης του 1979, που αφορά τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος στην Ευρώπη, καθώς και η θέσπιση της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ για την προστασία των άγριων πτηνών
. Στη συνέχεια, η οδηγία 92/43/ΕΟΚ ανέπτυξε περαιτέρω τη μεθοδολογία της οδηγίας για τα άγρια πτηνά, επεκτείνοντας την προστασία σε ευρύτερο φάσμα ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, παράλληλα, οργάνωσε την προστασία των φυσικών οικοτόπων με μεγαλύτερη ακρίβεια και συστηματικότητα
και δημιούργησε το δίκτυο Natura 2000, ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστατευόμενων περιοχών.
Σε εθνικό επίπεδο, η περιβαλλοντική νομοθεσία σημείωσε σημαντική εξέλιξη από την υιοθέτηση του νόμου 1650/1986 μέχρι και την εισαγωγή του νεότερου νόμου 4685/2020. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται ιδιαίτερα στη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων εντός προστατευόμενων περιοχών, καθώς και στις νομοθετικές ρυθμίσεις για τη διατήρηση των Καταφυγίων Άγριας Ζωής. Επιπλέον, η νομολογία τόσο του Συμβουλίου της Επικρατείας όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην προστασία ειδών προτεραιότητας, όπως η θαλάσσια χελώνα
Caretta caretta, η μεσογειακή φώκια
Monachus monachus, η οχιά της Μήλου
Macrovipera schweizeri και η καφέ αρκούδα
Ursus arctos. Παρά το ενισχυμένο νομοθετικό πλαίσιο, ωστόσο, τα είδη αυτά εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπα με σοβαρές απειλές, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πιο αποτελεσματική εφαρμογή των προστατευτικών μέτρων.
ΜΕΡΟΣ Ι: ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Κεφάλαιο Α´: Το Ενωσιακό Νομοθετικό Πλαίσιο – Τσαλαμπούνη Πελαγία
1. Το ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο για τα προστατευόμενα είδη Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, άρχισε να διαμορφώνει την περιβαλλοντική πολιτική της από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, με την πρώτη σύνοδο κορυφής στο Παρίσι το 1972. Το 1973, ακολούθησε η θέσπιση των πρώτων Προγραμμάτων Δράσης για το Περιβάλλον, με στόχο την αντιμετώπιση της ρύπανσης και, σταδιακά, υιοθετήθηκαν δράσεις που βασίζονται στην αρχή της πρόληψης. Παράλληλα με την ανάπτυξη της περιβαλλοντικής πολιτικής της, εναρμονίστηκε με τις διεθνείς πρωτοβουλίες προστασίας του περιβάλλοντος, όπως αυτές ορίζονται από τη Σύμβαση της Βαρκελώνης (1976) για την πρόληψη της ρύπανσης και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, καθώς και από τη Σύμβαση της Βέρνης (1979), που επικεντρώνεται στην προστασία της άγριας ζωής και των οικοτόπων. Οι δεσμεύσεις αυτές ενισχύθηκαν με τη Σύμβαση της Βόννης (1979) για τη διατήρηση των αποδημητικών ειδών και ολοκληρώθηκαν με τη Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα (1992), η οποία αποτέλεσε τη βάση για τις Οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ. Το 1979, έγινε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος της Κοινότητας με την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ «
Για τη Διατήρηση των Άγριων Πτηνών» να θεσπίζει την προστασία των ευρωπαϊκών ειδών πτηνών μέσω της δημιουργίας Ζωνών Ειδικής Προστασίας. Ακολούθως, το 1988, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόταση στο Συμβούλιο για την προστασία των φυσικών και ημιφυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας, με στόχο τη δημιουργία ενός δικτύου προστατευόμενων περιοχών σε όλη την Κοινότητα. Η πρόταση αυτή υιοθετήθηκε με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ στις 21 Μαΐου 1992.
Οι δύο ως άνω Οδηγίες αποτελούν τον πυρήνα της ειδικής κοινοτικής νομοθεσίας που έχει ως αντικείμενο την προστασία της βιοποικιλότητας
. Η ΕΕ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των ειδών της άγριας χλωρίδας και πανίδας, ενσωματώνοντας αυτήν την προτεραιότητα σε όλα τα νομοθετικά μέτρα που επηρεάζουν το περιβάλλον της
. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στους κανονισμούς που σχετίζονται με την εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, εξασφαλίζοντας ότι λαμβάνονται υπόψη οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
1.1. Το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 92/43/EOK1.1.1. Σκοπός της Οδηγίας και αντικείμενο
H σημασία της διατήρησης της βιοποικιλότητας, όπως προκύπτει και από τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης
. Αναγνωρίζοντας τη σημασία του φυσικού περιβάλλοντος και της διατήρησής του, η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «
Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας», την πιο φιλόδοξη έως και σήμερα πρωτοβουλία που έχει αναληφθεί στο πλαίσιο τούτο, προωθεί στα Κράτη Μέλη τη διατήρηση και διαχείριση ορισμένων περιοχών οι οποίες θεωρούνται οικολογικά σημαντικές, θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Δικτύου προστατευόμενων περιοχών, του Δικτύου «
Natura 2000». Παρόλο που το τελικό κείμενο της Οδηγίας, συνιστά μία πιο ασθενική εκδοχή της αρχικής εκδοχής του σχεδίου της Επιτροπής, εντούτοις, διαποτίζεται από τις σύγχρονες φιλοπεριβαλλοντικές αντιλήψεις, που κι αυτές αντιμετωπίζουν τη βιοποικιλότητα ως «
ευρωπαϊκή κληρονομιά».
Μέσω της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθορίζονται οι παρακάτω σκοποί: α. Η προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας στο έδαφος των Κρατών Μελών, β. Η διασφάλιση της διατήρησης –ή της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης– των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών πανίδας και χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος και γ. Η πρόβλεψη ώστε η λήψη των αναγκαίων μέτρων στο πλαίσιο της Οδηγίας να είναι ακόλουθη των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών απαιτήσεων, καθώς και των περιφερειακών και τοπικών ιδιομορφιών της κάθε περιοχής.
Πέραν των εν λόγω σκοπών, κομβικό σημείο συνιστά η εγκαθίδρυση του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου, του
Νatura 2000, που περιελάμβανε φυσικούς οικότοπους και είδη χλωροπανίδας κατά τρόπο συνεκτικό και προς την κατεύθυνση της επίρρωσης της βιώσιμης ανάπτυξης και με στόχο την ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας.
Μέσα από ποικίλες αποφάσεις του ΔΕΕ έχει αναδειχθεί η συστηματική αποτυχία της χώρας μας να συμμορφωθεί με την Οδηγία, με πιο πρόσφατη την C-849/19.
Στην εν λόγω υπόθεση, το ΔΕΕ εξέτασε την αποτυχία της Ελλάδας να συμμορφωθεί με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, κρίνοντας ότι η χώρα δεν είχε θεσπίσει τα κατάλληλα μέτρα διατήρησης για 239 Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις που υπέχει, αντιστοίχως, από το άρθρο 4 παράγραφος 4, και από το άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Η Ελλάδα παρέβη το άρθρο 4 παράγραφος 4, αφού δεν ολοκλήρωσε τη θεσμοθέτηση Ειδικών Ζωνών Διατήρησης (ΕΖΔ) εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του 2012, περιοριζόμενη σε γενικές στοχοθεσίες. Επίσης, παραβίασε το άρθρο 6 παράγραφος 1, καθώς τα μέτρα διατήρησης που ελήφθησαν ήταν γενικής φύσεως, μη προσαρμοσμένα στις οικολογικές απαιτήσεις κάθε περιοχής. Το ΔΕΕ τόνισε ότι η συμμόρφωση απαιτεί σαφή, επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, με συγκεκριμένα και αποτελεσματικά μέτρα. Έτσι, το ΔΕΕ, ενίσχυσε τη σημασία της Οδηγίας ως εργαλείου για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και έθεσε αυστηρά πρότυπα για την εφαρμογή της. Παράλληλα, έστειλε σαφές μήνυμα ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να υπερβούν τις διοικητικές και οικονομικές δυσκολίες, λαμβάνοντας συγκεκριμένες και αποτελεσματικές δράσεις που διασφαλίζουν την προστασία των φυσικών οικοτόπων και των ειδών.
1.1.2. Ανάλυση βασικών διατάξεων της Οδηγίας
1.1.2.1. Άρθρο 6 παράγραφος 2
Το
άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΚ ορίζει τη σχέση των απαιτήσεων διατήρησης της βιοποικιλότητας και των πολιτικών χρήσεων γης και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων συνιστώντας τον βασικό πυρήνα της παρούσας Οδηγίας. Και τούτο διότι συμφύρει αρμονικά την ενωσιακή υποχρέωση διατήρησης και προστασίας της βιοποικιλότητας με τις πολιτικές της ανάπτυξης οικονομικά σημαντικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων εντός του Δικτύου
Natura 2000.
Η επίτευξη γενικώς των στόχων των Οδηγιών (συλλήβδην: η ακεραιότητα της προστατευόμενης περιοχής) τίθεται ως όριο και της ανθρώπινης δράσης, η οποία επιτρέπεται εντός αυτού. Το δε ΔΕΕ έθεσε με ενάργεια τα κριτήρια καθορισμού των προστατευόμενων περιοχών και τη διάρκεια και διαδικασία χαρακτηρισμού.
Στην παράγραφος 2 του άρθρου 6 ορίζεται γενικώς η κρατική υποχρέωση λήψης πάσης φύσεως προληπτικών μέτρων για την αποσόβηση της υποβάθμισης που προτάσσεται ασφαλώς και αποτελεί, όπως έχει υπογραμμιστεί προεχόντως, «
υποχρέωση αποτελέσματος» και όχι «
γραφειοκρατική» απλώς, επιδερμική δέσμευση
. Οι εθνικές διοικήσεις οφείλουν να αποτρέψουν βλάβες στα στοιχεία της βιοποικιλότητας, ήτοι αφενός στους ευρισκόμενους στην προστατευόμενη περιοχή τύπους φυσικών οικοτόπων και στα ενδιαιτήματα των ειδών της άγριας χλωρίδας και πανίδας, αφετέρου δε στον ίδιο τον πληθυσμό των ειδών.
Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ένας γενικός κανόνας διατήρησης των περιοχών του δικτύου, ο οποίος χαράσσει και το πλαίσιο ερμηνείας των ακόλουθων παραγράφων του άρθρου 6.
Η παράγραφος αυτή πραγματώνει την αρχή της «
μη επιδείνωσης», όπως χαρακτηριστικώς καλείται
. Τα μέτρα που οφείλουν να λάβουν τα κράτη μέλη προκειμένου να εφαρμοστεί η απαγόρευση περιβαλλοντικής επιδείνωσης των προστατευόμενων περιοχών δεν προσδιορίζονται ως προς το περιεχόμενο και το είδος τους· η διάταξη αναφέρει μόνον ότι πρέπει να είναι τα «
κατάλληλα». Η εθνική διοίκηση βαρύνεται με μια υποχρέωση επίτευξης ορισμένου αποτελέσματος, τη διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών, ενώ απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας ως προς την επιλογή των ενδεδειγμένων μέτρων. Σε κάθε περίπτωση, τα μέτρα πρέπει να είναι προληπτικά, δηλαδή να εφαρμόζονται πριν από την επέλευση της βλάβης και να την αποτρέπουν.
Ακολούθως, η παράγραφος 3 αφορά στη διαδικασία εκτίμησης των επιπτώσεων σχεδίων και έργων και δη αυτής της Δέουσας Εκτίμησης, την οποία εξειδικεύει επαρκώς. Το άρθρο καταλήγει με τις εξαιρέσεις από τη Δέουσα Εκτίμηση της παραγράφου 4. Οι εν λόγω παράγραφοι αυτονοήτως διαβάζονται συνδυαστικά μεταξύ τους. Σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι δεν δύνανται να εφαρμοστούν συγχρόνως οι παράγραφοι 2 και 3. Και τούτο διότι οι διατάξεις των παραγράφων 3, αλλά και 4 υλοποιούν την αρχή της «
μη καθαρής απώλειας» (ζημίας) και όχι τη διαχείριση των οικοτόπων σύμφωνα με την παράγραφο 2 που είναι καθημερινή.
1.1.2.2. Άρθρο 6 παράγραφος 3
Οι παράγραφοι 3 και 4 εισάγουν μία ειδική διαδικασία αδειοδότησης κατόπιν περιβαλλοντικού ελέγχου. Συγκριτικά με όσα ισχύουν για τη γενική διαδικασία ελέγχου περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η έγκριση ενός σχεδίου σε περιοχή
Natura υπόκειται σε απαιτήσεις ουσιαστικού και όχι μόνο διαδικαστικού χαρακτήρα. Δεν αρκεί λοιπόν η αιτιολόγηση της απόφασης για την πραγματοποίηση ορισμένου σχεδίου σε σχέση με τα περιβαλλοντικά του χαρακτηριστικά και τους σκοπούς που αυτό εξυπηρετεί, εάν το σχέδιο θίγει την ακεραιότητα της προστατευόμενης περιοχής, ή υπάρχει ακόμη αβεβαιότητα ως προς τις συνέπειές του, επιβάλλεται καταρχήν από το άρθρο 6 παράγραφος 3 η απόρριψή του.
Κατά το γράμμα της διάταξης του άρθρου 6 παράγραφος 3 και σύμφωνα με τον οδηγό της Επιτροπής
, δύνανται να εντοπιστούν τα δύο θεμελιώδη αρχικά στάδια εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 6 παράγραφος 3, ήτοι η Προκαταρκτική Εκτίμηση
(Screening), καθώς και η Δέουσα Εκτίμηση (
Appropriate Assessment). Ακολούθως, ως τρίτο στάδιο η εξέταση των εναλλακτικών λύσεων και η όλη διαδικασία ολοκληρώνεται από ένα τέταρτο, ήτοι τον καθορισμό των αντισταθμιστικών μέτρων.
Αναφορικά με την παράγραφο 3, αρχικώς ανακύπτουν τα εξής τρία νομικά ζητήματα και διαπιστώσεις. Ο προσδιορισμός της έννοιας του «σχεδίου» στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 παρουσιάζει ερμηνευτικές προκλήσεις, καθώς το γράμμα της διάταξης δεν παρέχει σαφή ορισμό. Σε αυτό το σημείο, ο ορισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμος. Η Επιτροπή ορίζει το «σχέδιο» με ευρύτητα και περιβαλλοντική ευαισθησία, συμπεριλαμβάνοντας όχι μόνο έντονα επεμβατικές δραστηριότητες, όπως οι κατασκευές, αλλά και δράσεις του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας, όπως οι εντατικές γεωργικές πρακτικές. Αυτός ο ορισμός αντλείται από την παράγραφο 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας για την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΕΠΕ). Ωστόσο, έχει κριθεί ότι η μη υπαγωγή ενός έργου στην Οδηγία ΕΠΕ δεν συνεπάγεται αυτόματα τη μη υπαγωγή του στην Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Αυτή η διάκριση είναι λογική, δεδομένης της διαφορετικής φύσης και στόχευσης των δύο διαδικασιών.
1.1.2.3. Προκαταρκτική εξέταση
Το πρώτο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (
Screening) αποτελεί το θεμελιώδες στάδιο της όλης διαδικασίας, το οποίο αποσκοπεί στον εντοπισμό πιθανών επιβλαβών επιδράσεων του σχεδίου στο περιβάλλον. Πρόκειται για διακριτή διαδικασία από τη Δέουσα Εκτίμηση. Σε περίπτωση που δεν διαπιστωθούν αρνητικές επιδράσεις στον οικότοπο, η διαδικασία δεν συνεχίζεται περαιτέρω.
Σύμφωνα με την επικρατούσα σε θεωρία
και νομολογία
άποψη, η πρόβλεψη στο στάδιο αυτό αναφέρεται στις πιθανές επιδράσεις του σκοπούμενου έργου σε σχέση με τους συγκεκριμένους στόχους διατήρησης της περιοχής. Η σύνδεση, ως εκ τούτου, αυτού του σταδίου με την ενωσιακή αρχή της προφύλαξης είναι προφανής, καθώς η απλή υπόθεση «
επικινδυνότητας» ή πιθανότητας αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον θεωρείται επαρκής
. Σε περίπτωση ύπαρξης αμφιβολίας ή αβεβαιότητας σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις, το έργο δεν μπορεί να προχωρήσει, σύμφωνα με το τεκμήριο
in dubio pro natura, που αναδείχθηκε από το Δικαστήριο στις πρώιμες αποφάσεις του.
Η προκαταρκτική εξέταση, από νομική άποψη, αποτελεί διοικητική πράξη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, τόσο ως προς τη νομιμότητα όσο και ως προς την ουσία. Το δικαστήριο εξετάζει αν η αιτιολόγηση είναι επαρκής ώστε να μην απαιτηθεί Δέουσα Εκτίμηση. Τη διαδικασία αυτή αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αδειοδοτικές αρχές του έργου, οι οποίες υποστηρίζονται από άλλες επιμέρους αρχές (με την παροχή πληροφοριών κ.λπ.). Η διαδικασία ολοκληρώνεται με ένα λεπτομερές και αναλυτικό έγγραφο, καθώς τα πορίσματα του σταδίου αυτού «μεταφέρονται» στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, το οποίο περιορίζεται στη διάγνωση των επιπτώσεων και δεν περιλαμβάνει αντισταθμιστικά μέτρα ή μέτρα εξάλειψης ή μείωσης των επιπτώσεων. Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε το στάδιο αυτό άνευ αντικειμένου, σημείο που διαφοροποιείται από την Οδηγία για την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΕΠΕ).
1.1.2.4. Δέουσα Εκτίμηση
Σε συνέχεια της Προκαταρκτικής Εξέτασης, η Δέουσα Εκτίμηση (
Appropriate Assessment) διενεργείται, εφόσον πιθανολογείται ότι το σχέδιο θα προκαλέσει σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στον εν λόγω οικότοπο, με τον κίνδυνο μόνιμης αλλοίωσης των οικολογικών του γνωρισμάτων του. Δεν απαιτείται η βεβαιότητα, αλλά αρκεί η πιθανολόγηση, η κατάφαση τυχόν πιθανότητας της δραστηριότητας να επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, και το εν λόγω στάδιο συνάπτεται άμεσα με την αρχή της προφύλαξης. Ως κριτήρια αντλούμενα από την Οδηγία ΕΠΕ και
inter alia επεκτεινόμενα και εδώ, θεωρούνται το μέγεθος, η φύση και η τοποθεσία του έργου.
Ως επίκεντρό του εν λόγω σταδίου θεωρείται η έννοια της ακεραιότητας του τόπου και το αν αυτός παραβλάπτεται ή όχι. Η ως άνω έννοια συνερμηνεύεται με τη λεγόμενη «
ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης»
. Οι έννοιες αυτές είναι φανερό ότι συνδέονται με την επιστημονική εκτίμηση της βιοποικιλότητας, η οποία απαιτεί τη λήψη οικολογικών και λοιπών εξω-νομικών στοιχείων και επιστημονικών δεδομένων
. Η ακεραιότητα του τόπου, όπως έχει αποφανθεί και το ΔΕΕ, πρέπει να εξειδικεύεται
in concreto, λαμβανομένου υπόψη όλων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εκάστοτε οικοτόπου, ενώ αφορά μόνον τα οικολογικά του χαρακτηριστικά
. Τα τελευταία υπαγορεύονται από «
τον σκοπό διατήρησης του εκάστοτε οικοτόπου, ο οποίος, εξάλλου, αποτέλεσε το λόγο καταχωρίσεως του τόπου αυτού στον κατάλογο των ΤΚΣ, κατά την έννοια της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ»
. Μέτρο βλάβης αποτελεί η παρθένα κατάσταση της αποκλεισμένης για τον άνθρωπο φύσης
, οπότε υπεισέρχονται αναγκαίως και αξιακές κρίσεις και προτεραιότητες. Ο τόπος ως
«φυσικός οικότοπος» οφείλεται να παραμείνει σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως που συνεπάγεται τη διασφάλιση της διατηρήσεως των συστατικών χαρακτηριστικών του οικείου τόπου που έχουν σχέση με την παρουσία ενός φυσικού οικοτόπου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική και πολύπλευρη διαδικασία, που απαιτεί ακρίβεια και πληρότητα, χωρίς περιθώρια για ασάφειες, παραλείψεις ή επιστημονικά και ερευνητικά λάθη. Συμπεριλαμβάνει δεδομένα σχετικά με τους στόχους διατήρησης, την αξιολόγηση της έκτασης των επιπτώσεων, καθώς και πλήθος οικολογικών πληροφοριών, εξετάζοντας κάθε παράμετρο του σχεδίου που μπορεί να επηρεάσει την επίτευξη των οικολογικών στόχων και τη συνολική προστασία των ειδών στον συγκεκριμένο τόπο.
Η Δέουσα εκτίμηση προηγείται της αδειοδότησης και ανήκει στην ευθύνη των αρμόδιων αρχών να εξασφαλίσουν τη διεξαγωγή της
. Οι αρμόδιες αρχές ως όρος, αναφέρεται τόσο στην κεντρική όσο και στην αποκεντρωμένη διοίκηση του εκάστοτε κράτους μέλους. Ως αρχή, πρέπει να είναι επίσης διαφανής και ανεξάρτητη (υπό την έννοια της λειτουργικής αυτοτέλειας, ήτοι να λειτουργεί με δικά της μέσα και προσωπικό) από τον φορέα του έργου, αλλά η εξειδίκευση της περαιτέρω, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια των εκάστοτε κρατών μελών
. Βάσει των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οι εν λόγω αρχές δύνανται να απορρίψουν ή να εγκρίνουν το έργο. Για το τελευταίο, πρέπει βάσει της γραμματικής ερμηνείας της διάταξης, η έγκριση να παρέχεται «
μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα του οικείου τόπου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου». Τυχόν περαιτέρω πληροφορίες μπορεί να ζητηθούν από την αρχή
. Από την παράγραφο 3 απαιτείται ένα μέτρο «
πεποίθησης» ως προς τις συνέπειες για τον τόπο, κατώφλι αρκετά υψηλό, εκπηγάζον από την αρχή της προφύλαξης.
Με το πέρας της εν λόγω αξιολόγησης, παράγεται ένα έγγραφο πλήρως νομικά δεσμευτικό πόρισμα, το οποίο φέρει κανονιστική πυκνότητα και υπάγεται σε αυξημένης έντασης δικαστικό έλεγχο
. Ως εκ τούτου, δεν αρκεί η απλή συρραφή – παράθεση επιμέρους δεδομένων και στοιχείων, αλλά κρίνεται αναγκαία η ύπαρξη ενός πλήρως συνεκτικού, χωρίς ασάφειες
και κριτικού κειμένου, που παρουσιάζει τις επιμέρους επιπτώσεις στους οικοτόπους
και αιτιολογείται επίσης δε αναλυτικώς
. Η νομολογία του ΔΕΕ στο ζήτημα αυτό ερμηνεύει τις απαιτήσεις περιεχομένου της Δέουσας Εκτίμησης με ιδιαίτερη αυστηρότητα και νομικό φορμαλισμό, αναγκαίο, ωστόσο, για την ουσιαστική περάτωση της διαδικασίας
. Σημαίνουσα πρέπει να θεωρηθεί και η νομολογιακή καθιέρωση της υποχρέωσης των εθνικών αρχών να λάβουν υπόψη τους και όλα τα σχέδια που από κοινού με το υπό έγκριση σχέδιο μπορεί να ασκήσουν σημαντική επιρροή στον οικότοπο
. Αναφορικά ειδικότερα με τον δικαστικό έλεγχο, ελέγχεται αν τηρήθηκε η διαδικασία, αλλά και ο βαθμός που χρησιμοποιήθηκαν τα επιστημονικά δεδομένα, η πληρότητα του εγγράφου της Δέουσας Εκτίμησης κλπ.
Ιδίως, όσον αφορά τα τελευταία, ο δικαστικός έλεγχος δέον όπως εξετάζει αν αυτά αποτελούν τα πλέον πρόσφατα δεδομένα και τα πλέον κατάλληλα για την υπόθεση που άγεται ενώπιον του δικαστή
. Μόνον έτσι ελέγχεται η τήρηση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, αλλά χωρίς να υποκαθίσταται ο δικαστής στον ρόλο της.
Στη Δέουσα Εκτίμηση συμπληρωματικό ρόλο διαδραματίζει η ανάγκη αποτροπής της υποβάθμισης του οικοτόπου και κάθε είδους ενόχλησης που μπορεί να προκληθεί σε αυτόν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της Δέουσας Εκτίμησης με τα «
μέτρα διατήρησης» της παραγράφου 1 και τα «
προληπτικά μέτρα» της παραγράφου 2 του άρθρου 6, ειδικά όταν τα προσδοκώμενα οφέλη από αυτά δεν είναι απόλυτα βέβαια κατά την εκτέλεση της Εκτίμησης. Σε άλλες περιπτώσεις, το ΔΕΕ έχει αποδεχθεί ότι μέτρα όπως η επαρκής παρακολούθηση και η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων μπορούν να θεωρηθούν επαρκής αιτιολόγηση για τη συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις της Δέουσας Εκτίμησης
. Τα μέτρα αυτά ερμηνεύονται ευρέως, περιλαμβάνοντας κανονιστικές, διοικητικές, συμβατικές, καθώς και αποτρεπτικές ή θετικές παρεμβάσεις
Επιπλέον, τα μέτρα μείωσης (
mitigation measures), τα οποία στοχεύουν στη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων στον οικότοπο, μπορεί να περιλαμβάνουν διάφορες προσαρμογές, όπως αλλαγές στον χρόνο λειτουργίας του έργου ή τον περιορισμό χρήσης συγκεκριμένων εργαλείων και τεχνολογιών, ακόμη και την πλήρη απαγόρευση δραστηριοτήτων σε ορισμένες υπο-περιοχές του οικοτόπου. Τα μέτρα αυτά διαφοροποιούνται από τα αποζημιωτικά μέτρα με την αυστηρή έννοια (
stricto sensu).
Προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η διαδικασία, θεωρείται δύσκολο να θεμελιωθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ενός επενδυτή σε έργο με πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αν δεν έχει προηγηθεί η απαιτούμενη διοικητική έγκριση μέσω της Δέουσας Εκτίμησης. Τέλος, η ολοκλήρωση της Δέουσας Εκτίμησης και η ενδεχόμενη έγκριση του σχεδίου σηματοδοτεί τη δεύτερη φάση της συνολικής διαδικασίας.
1.1.2.5. Οι εξαιρέσεις του άρθρου 6 παραγράφου 4
Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6, εάν ένα έργο πρέπει να προχωρήσει για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, το κράτος μέλος οφείλει να λάβει όλα τα αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα για την προστασία της συνολικής συνοχής του δικτύου Natura 2000. Η διάταξη αυτή απαιτεί, πρώτον, την αξιολόγηση εναλλακτικών επιλογών (συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής επιλογής) από την αρμόδια αρχή, με βάση μια διεξοδική περιβαλλοντική εκτίμηση. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, η αρμόδια αρχή αποφασίζει αν συντρέχουν λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος για την υλοποίηση του έργου. Αν η απόφαση είναι θετική, αξιολογείται αν τα αντισταθμιστικά μέτρα από τον φορέα του έργου «εξουδετερώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις» και διασφαλίζουν τη συνοχή του δικτύου Natura 2000. Δεύτερον, πρέπει να θεωρείται ότι η υλοποίηση της εναλλακτικής λύσης είναι νομικά και πρακτικά εφικτή για τον φορέα, χωρίς να απαιτείται υπερβολική ή δυσανάλογη οικονομική θυσία. Είναι γεγονός πως οι εξαιρέσεις της παραγράφου 4 τυγχάνουν εφαρμογής, μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η διαδικασία της παραγράφου 3.
Η ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων απαιτεί ισορροπημένη εκτίμηση μεταξύ της ανάγκης διατήρησης και προστασίας του έργου από ενδεχόμενη κατεδάφιση και της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που μπορεί να επιφέρει. Το οικονομικό κόστος των εναλλακτικών λύσεων, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο από μόνο του
. Η αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η στάθμιση κλίνει υπέρ των δημόσιων συμφερόντων που υπαγορεύουν την εκτέλεση του έργου. Η εφαρμογή της διάταξης είναι εξαιρετική και περιορισμένη, αποτρέποντας την συστηματική εφαρμογή της ως κανόνα.
Η δε εφαρμογή της πρέπει να τεκμηριώνεται από την αρμόδια αρχή και να μην περιορίζεται σε τυπική διαδικασία. Επιπλέον, η παράγραφος 4 διαφέρει από την παράγραφο 3, καθώς οι υποχρεώσεις που επιβάλλει δεν λαμβάνονται υπόψη στη Δέουσα Εκτίμηση.
Αναφορικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα, πρέπει να στοχεύουν στην αποκατάσταση της ζημίας και όχι στην πρόληψη ή μείωσή της, και πρέπει να υλοποιούνται άμεσα με κοινοποίηση στην Επιτροπή. Διαφέρουν από τα μέτρα μετριασμού, τα οποία απλώς μειώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις
. Ένα παράδειγμα αντισταθμιστικού μέτρου είναι η δημιουργία ή αποκατάσταση οικοτόπου, που πρέπει να ξεκινήσει πριν από την έναρξη του έργου. Δεν θεωρείται αντισταθμιστικό μέτρο οτιδήποτε επιβάλλεται ήδη βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 6. Η Οδηγία δεν επιβάλλει απόλυτη απαγόρευση εκτέλεσης του έργου σε περίπτωση αρνητικής εκτίμησης, αλλά απαιτεί βεβαιότητα ότι δεν θα προκληθούν ζημιογόνες συνέπειες.
Η αποτελεσματικότητα των αντισταθμιστικών μέτρων συνδέεται με τη διαχρονική παρακολούθησή τους. Η διασφάλιση αυτής της διαδικασίας γίνεται μέσω αυξημένου δικαστικού ελέγχου, που επιβεβαιώνει την ορθή διεξαγωγή της προβλεπόμενης διαδικασίας και την επιστημονική ακρίβεια της Δέουσας Εκτίμησης, εφόσον βασίζεται σε επιστημονικές αναφορές και δεδομένα.
Σύμφωνα με την παράγραφο 4, δεύτερο εδάφιο, αν ο τόπος φιλοξενεί οικοτόπους ή είδη προτεραιότητας, επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημόσιου συμφέροντος αφορούν την υγεία του ανθρώπου και τη δημόσια ασφάλεια ή εξαιρετικά θετικές συνέπειες για το περιβάλλον. Σε διαφορετική περίπτωση, απαιτείται η γνώμη της Επιτροπής για την παροχή άλλων επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος. Αυτός ο περιορισμός οδήγησε το ΔΕΕ να απορρίψει την έγκριση έργων, όπως εξορύξεις και άρδευση, παρά τη σημασία τους για το δημόσιο συμφέρον, επειδή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 4.
Είναι σαφές ότι το δεύτερο εδάφιο περιλαμβάνει μια σειρά αόριστων νομικών εννοιών (όπως «
επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος» και «
κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως»), οι οποίες δεν είναι εύκολα ερμηνεύσιμες σε αφηρημένο επίπεδο αλλά απαιτούν εξειδίκευση κατά περίπτωση, εξαρτώνται από συγκεκριμένες συνθήκες και συχνά ποικίλλουν ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο.
Όσον αφορά τον προσδιορισμό των σχετικών τόπων, η διάταξη εφαρμόζεται μόνο όταν υπάρχουν οικοτόποι ή είδη προτεραιότητας, όπως ερμηνεύονται στο άρθρο 1 της Οδηγίας. Σχέδια ή έργα που δεν επηρεάζουν άμεσα αυτά τα χαρακτηριστικά ή δεν μεταβάλλουν στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη κατά τον χαρακτηρισμό του τόπου δεν εμπίπτουν στο άρθρο αυτό.
Για παράδειγμα, είδη που προστατεύονται βάσει της Οδηγίας για τα Πτηνά δεν θεωρούνται είδη προτεραιότητας βάσει της Οδηγίας για τους Οικοτόπους, πράγμα που σημαίνει ότι μέτρα αντιστάθμισης για την προστασία τους στις ΖΕΠ δεν απαιτούν γνωμοδότηση της Επιτροπής.
Η αιτιολόγηση σχεδίων ή έργων βάσει του υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος αποτελεί βασική πτυχή της διάταξης. Οι έννοιες της ανθρώπινης υγείας, της δημόσιας ασφάλειας και των εξαιρετικών περιβαλλοντικών ωφελειών, αν και δεν ορίζονται ρητά, βασίζονται σε ευρύτερες αρχές της ΕΕ, ιδίως αυτές που αφορούν την προστασία θεμελιωδών ελευθεριών και του περιβάλλοντος
. Αυτές οι παραδοχές συχνά περιλαμβάνουν την εξισορρόπηση της οικολογικής διατήρησης με σημαντικές κοινωνικές ανάγκες. Οι εθνικές αρχές φέρουν την ευθύνη να διαπιστώσουν αν πληρούνται τα κριτήρια του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, υπό την εποπτεία της Επιτροπής.
Η νομολογία παρέχει σημαντικές κατευθύνσεις για την ερμηνεία αυτών των εννοιών. Στην υπόθεση C-43/10
, το Δικαστήριο εξέτασε την εφαρμογή του δημοσίου συμφέροντος σε περιπτώσεις που αφορούν οικοτόπους προτεραιότητας, διευκρινίζοντας ότι έργα όπως τα αρδευτικά συστήματα γενικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, εκτός αν εξυπηρετούν εξαιρετικά περιβαλλοντικά οφέλη. Σε μια άλλη επίσης σημαντική υπόθεση, την C-504/14
, το ΔΕΕ τόνισε ότι οι υποδομές για τη βελτίωση της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρίες μπορούν να αιτιολογηθούν βάσει υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με την ανθρώπινη υγεία.
Οι διαδικαστικές απαιτήσεις για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 είναι εξίσου αυστηρές. Όταν η αιτιολόγηση ενός έργου δεν περιλαμβάνει την ανθρώπινη υγεία, τη δημόσια ασφάλεια ή περιβαλλοντικά οφέλη πρωταρχικής σημασίας, η προηγούμενη γνωμοδότηση της Επιτροπής καθίσταται υποχρεωτική. Η οδηγία δεν καθορίζει λεπτομέρειες της διαδικασίας, αλλά γενικά περιλαμβάνει την αξιολόγηση των οικολογικών κινδύνων που προκύπτουν από το έργο, της αναγκαιότητας των προτεινόμενων μέτρων και της επάρκειας των αντισταθμιστικών μέτρων για τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων. Η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει επιστημονικές, οικονομικές και αναλογικές εκτιμήσεις, ώστε η προτεινόμενη δράση να ευθυγραμμίζεται με τους περιβαλλοντικούς στόχους της ΕΕ.
1.2. Το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ1.2.1. Το Περιεχόμενο της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ –
Τζιαφέρης Σταύρος Η ταχεία μείωση των πληθυσμών άγριων πτηνών αποτελεί σοβαρή απειλή για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος και της βιολογικής ισορροπίας στην Ευρώπη
. Η προστασία των άγριων πτηνών δεν περιορίζεται μόνο σε μέτρα διατήρησης, αλλά αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς των ευρωπαϊκών λαών
. Η αποτελεσματική προστασία τους, ιδίως των αποδημητικών ειδών που αποτελούν κοινή κληρονομιά, απαιτεί διακρατική συνεργασία και συντονισμό.
Η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ
«Περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2009/147/ΕΚ, ενισχύει την προστασία της ορνιθοπανίδας επεκτείνοντας τα προστατευόμενα είδη και θεσπίζοντας πιο λεπτομερή και μεθοδικά μέτρα. Ειδικότερα, η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ εφαρμόζεται σε όλα τα είδη άγριων πτηνών στο έδαφος των κρατών μελών, με αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών με τη δημιουργία ζωνών προστασίας. Ενδεικτικά στο άρθρο 4 παράγραφος 1 αναφέρεται ότι προστατευόμενα είδη είναι όσα απειλούνται με εξαφάνιση, όσα εξαρτώνται άμεσα από τον οικότοπό τους και τα σπάνια είδη ενώ τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ΖΕΠ τα πιο κατάλληλα εδάφη, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών. Η παράγραφος 2 αναφέρεται σε μέτρα που πρέπει να υιοθετούνται και για τα αποδημητικά είδη, ενώ για το σκοπό αυτό τα κράτη μέλη οφείλουν να αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων. Στο άρθρο 5 αναφέρονται τα αναγκαία μέτρα που πρέπει να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη για να αποφεύγονται ενέργειες, όπως ο φόνος, η σύλληψη πτηνών, η καταστροφή των φωλιών και οι οχλήσεις ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική περίοδο.
Η πρόσφατη απόφαση C-66/23
του ΔΕΕ, που αφορούσε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από το ΣτΕ στο ΔΕΕ για την ερμηνεία του άρθρου 4 παραγράφου 1 και 2 της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ και του άρθρου 6 παραγράφων 2 έως 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ανέδειξε την ανεπάρκεια του προστατευτικού καθεστώτος που είχε θεσπίσει η Ελλάδα. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ΥΑ του 2012 δεν περιλάμβανε κατάλληλους στόχους διατήρησης ούτε ειδικά μέτρα για κάθε ΖΕΠ, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις των άρθρων 4 και 6 των Οδηγιών 2009/147/ΕΚ και 92/43/ΕΟΚ ατίστοιχα. Το ΔΕΕ υπογράμμισε την ανάγκη λήψης στοχευμένων μέτρων για την προστασία κάθε περιοχής, τονίζοντας ότι οι γενικές διακηρύξεις δεν επαρκούν για την εκπλήρωση των στόχων της Οδηγίας. Η απόφαση καταδεικνύει τη σημασία εξειδικευμένων δράσεων που λαμβάνουν υπόψη τις τοπικές οικολογικές ιδιαιτερότητες κάθε ΖΕΠ, ενισχύοντας τη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Επιπλέον, επισημαίνει την ανάγκη να υπερβούν τα κράτη μέλη τις διοικητικές και οικονομικές δυσκολίες, λαμβάνοντας συγκεκριμένα και αποτελεσματικά μέτρα διατήρησης, ώστε να διασφαλιστεί η βιώσιμη διαχείριση της ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων της.
1.2.2. Το προστατευτικό καθεστώς της Ορνιθοπανίδας μετά τη θέση σε εφαρμογή της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ
Κεντρικό ρόλο στο δίκτυο διαδραματίζουν οι ΖΕΠ και οι ΕΖΔ, οι οποίες εισάγονται αντίστοιχα από την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ για τα άγρια πτηνά και την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους. Παρότι, οι δύο Οδηγίες αλληλοσυμπληρώνονται, υπάρχουν ορισμένα θεσμικά και νομικά κενά που προκαλούν δυσχέρειες στην ερμηνεία και εφαρμογή τους και απασχολούν ταυτόχρονα τόσο τη νομολογία όσο και τη θεωρία.
Στις ΖΕΠ, οι οποίες έχουν καθοριστεί για την προστασία της ορνιθοπανίδας και εντάσσονται αυτόματα στο δίκτυο Natura 2000 βάσει του άρθρου 7 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, η Οδηγία 79/409 δεν κάνει διάκριση για προτεραιότητα προστασίας μεταξύ των ειδών. Από αυτή την παρατήρηση, έχει προκύψει η άποψη ότι στις ΖΕΠ δεν εφαρμόζεται η αυξημένη προστασία που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ
. Ωστόσο, η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι και στην οδηγία 79/409/ΕΟΚ υπάρχει διαβάθμιση προστασίας μεταξύ των ειδών που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι, ως ιδιαίτερα απειλούμενα, και των λοιπών ειδών άγριων πτηνών που αναφέρονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 4.
Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, τα είδη του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ πρέπει να θεωρούνται ως προτεραιότητας για την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 4 τελευταίο εδάφιο της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.
Το ζήτημα οφείλεται στη δυσκολία εναρμόνισης των ρυθμίσεων των δύο Οδηγιών
. Η εξομοίωση των ειδών προτεραιότητας με τα είδη του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ δεν είναι απόλυτα πειστική, καθώς τα είδη αυτά αποτελούν τη βάση για τον χαρακτηρισμό των ΖΕΠ και αντιστοιχούν περισσότερο στο σύνολο των ειδών του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Παρ’ όλα αυτά, τα επιχειρήματα υπέρ της υπαγωγής των ΖΕΠ στο αυστηρότερο καθεστώς προστασίας είναι ισχυρότερα. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ενσωματώνει τις ΖΕΠ στο Natura 2000, παραπέμποντας στις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 6, ενώ η νομολογία του Δικαστηρίου έχει υπογραμμίσει την υψηλή σημασία της προστασίας των ειδών του Παραρτήματος Ι και των μεταναστευτικών ειδών της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, χαρακτηρίζοντάς τα
«κοινή κληρονομιά της Κοινότητας».
Έτσι, η ενισχυμένη προστασία που απολαμβάνουν τα είδη προτεραιότητας δεν μπορεί να αποκλειστεί για τα είδη άγριων πτηνών που η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ απαιτεί να διασφαλίζονται λόγω της ευαλωτότητάς τους ή της απειλής εξαφάνισης
. Στη βάση αυτής της λογικής, το ΣτΕ έκρινε αυστηρά εξορυκτική δραστηριότητα που έθετε σε κίνδυνο ΖΕΠ με προστατευόμενα είδη, καθώς το έργο δεν εξυπηρετούσε λόγους δημόσιας υγείας, ασφάλειας ή άλλους περιβαλλοντικά κρίσιμους σκοπούς.
Σύμφωνα με την Οδηγία για τα άγρια πτηνά, η παράγραφος 4 του άρθρου 4 καθορίζει τις απαιτήσεις προστασίας για τις ΖΕΠ, υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να αποτρέπουν τη ρύπανση, την υποβάθμιση των οικοτόπων ή τις παρενοχλήσεις που επηρεάζουν σημαντικά τους στόχους της Οδηγίας. Με την έναρξη ισχύος της Οδηγίας για τους οικοτόπους, το άρθρο 7 της αντικαθιστά αυτές τις υποχρεώσεις, προβλέποντας ότι το άρθρο 6 παράγραφοι 2, 3 και 4 της Οδηγίας για τους οικοτόπους υποκαθιστούν την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της Οδηγίας για την Ορνιθοπανίδα για περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως ΖΕΠ βάσει της παρ. 1 του ίδιου άρθρου ή αναγνωριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η αντικατάσταση αυτή ισχύει είτε από την ημερομηνία εφαρμογής της Οδηγίας για τους οικοτόπους (10 Ιουνίου 1994 για τα αρχικά κράτη μέλη) είτε από την ημερομηνία μεταγενέστερης ταξινόμησης της περιοχής ως ΖΕΠ.
Παρόλο που το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Οδηγίας για τους οικοτόπους δεν εφαρμόζεται στις ΖΕΠ, ανάλογες διατάξεις βρίσκονται στα άρθρα 3 και 4 παράγραφοι 1 και 2 της Οδηγίας για την Ορνιθοπανίδα. Αυτές οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται αναδρομικά από την ημερομηνία που η Οδηγία για την Ορνιθοπανίδα τέθηκε σε ισχύ σε κάθε κράτος μέλος. Το ΔΕΕ, σε υποθέσεις όπως οι Santoña Marshes
και Seine Estuary
, διευκρίνισε ότι το προστατευτικό καθεστώς του άρθρου 4 παράγραφος 4 ισχύει από την ημερομηνία εφαρμογής της Οδηγίας, ακόμα και για περιοχές που δεν είχαν ακόμη χαρακτηριστεί ως ΖΕΠ αλλά θα έπρεπε να είχαν χαρακτηριστεί.
Οι μη χαρακτηρισμένες περιοχές που όφειλαν να αναγνωριστούν ως ΖΕΠ παραμένουν υπό το αυστηρότερο καθεστώς προστασίας του άρθρου 4 παράγραφος 4 της Οδηγίας για τα άγρια πτηνά. Αυτό το καθεστώς, όπως διευκρινίστηκε σε υποθέσεις όπως οι Basses Corbières
και C-141/14
, δεν παρέχει εξαιρέσεις, σε αντίθεση με τα άρθρα 6 παράγραφοι 2-4 της Οδηγίας για τους Οικοτόπους, τα οποία επιτρέπουν παρεκκλίσεις υπό αυστηρές προϋποθέσεις για υπέρτατα δημόσια συμφέροντα. Το αυστηρότερο καθεστώς λειτουργεί ως κίνητρο για τα κράτη μέλη να ολοκληρώσουν την ταξινόμηση των ΖΕΠ, επιτρέποντάς τους να εφαρμόσουν τις πιο ευέλικτες διατάξεις της Οδηγίας περί Οικοτόπων σε σχέδια ή έργα που επηρεάζουν αυτές τις περιοχές.
Κεφάλαιο Β´: Το Εθνικό Νομοθετικό Πλαίσιο – Χατζησαββίδου Μαρία
2. Η εξέλιξη του εθνικού περιβαλλοντικού δικαίου για τα Προστατευόμενα Είδη 2.1. Η συνταγματική προστασία Σε εθνικό επίπεδο, το νομοθετικό πλαίσιο για τα προστατευόμενα είδη εκκινεί από το Σύνταγμα με βασική διάταξη το άρθρο 24 του Συντάγματος για την προστασία του Περιβάλλοντος.
Στο ρυθμιστικό αντικείμενο της διάταξης χάριν της λιτής διατύπωσής της που το επιτρέπει, υπήχθη νομοθετικά και δικαστικά ένα ιδιαιτέρως ευρύ φάσμα ζητημάτων που καταλαμβάνει όλα τα στοιχεία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος: τα δάση, τους οικοτόπους, τη χλωρίδα, την πανίδα, το έδαφος, την ατμόσφαιρα, τα ύδατα, τις ακτές, τα ρέματα, τους φυσικούς σχηματισμούς, τα μνημεία καθώς και τα φυσικά και πολιτιστικά τοπία.
Έχει ακόμη παρατηρηθεί ότι η διάταξη επέδειξε ανθεκτικότητα στη διάρκεια του χρόνου, συμπορευόμενη με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο περιβάλλοντος και ενσαρκώνοντας τη σύγχρονη τάση του περιβαλλοντικού ή οικολογικό συνταγματισμού.
Η προστασία του περιβάλλοντος συναρθρώνεται κατά πάγια νομολογία και με το άρθρο 5 (1) του Συντάγματος ως έκφανση της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου.
Ενώ το συνταγματικό πλέγμα προστασίας του περιβάλλοντος συνδιαμορφώνεται και από το άρθρο 106 παρ. 1 που σε συνδυασμό με τα άρθρα 24 Σ. και 22 παρ. 1 Σ συνιστά κατά το Συμβούλιο Επικρατείας, την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οικολογική διάσταση της οποίας συνεκτιμάται στα πλαίσια του δικαστικού ελέγχου νομιμότητας των μεγάλων επενδυτικών έργων με σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον.
2.2. Από το νόμο πλαίσιο 1650/1986 στο νόμο για τη Βιοποικιλότητα Εισαγωγικά σημειώνεται ότι η περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί στην Ελλάδα, ένα πολυδαίδαλο αντικείμενο με τα συναφή νομοθετήματα να σωρεύουν πολλά και ποικίλα περιβαλλοντικά ζητήματα. Στην παρούσα γίνεται, στο βαθμό του εφικτού και δεδομένης της αλληλεξάρτησης των ζητημάτων, προσπάθεια απομόνωσης και συστηματοποίησης των διατάξεων που συνιστούν το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των προστατευόμενων ειδών.
Ο νόμος 1650/1986
έθεσε για πρώτη φορά το πλαίσιο για την εν γένει περιβαλλοντική προστασία στο ελληνικό δίκαιο, εισάγοντας την έννοια της περιβαλλοντικής εκτίμησης και των επιμέρους κατηγοριών έργων.
Ο σκοπός του νόμου ορίζεται στο άρθρο 1 ως
«η θέσπιση θεµελιωδών κανόνων και η καθιέρωση κριτηρίων και µηχανισµών για την προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος, ως άτοµο και ως µέλος του κοινωνικού συνόλου, αν ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, µέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του(...)», υποδηλώνει και το ιδεολογικό υπόβαθρο της νομοθετικής αυτής πρωτοβουλίας, που εννοεί την προστασία του περιβάλλοντος ως άρρηκτα συνδεδεμένη με το προφίλ της επιδιωκόμενης (βιώσιμης) ανάπτυξης.
Εν προκειμένω για τα προστατευόμενα είδη ενδιαφέρουν ιδίως το άρθρο 19 του νόμου το οποίο αναδιαμορφώθηκε αρχικά με τον νόμο 3937/2011
και έπειτα με τον νόμο 4685/2020
που θα αναλυθεί παρακάτω και το οποίο όρισε για πρώτη φορά τις «περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης», τις περιοχές προστασίας της φύσης» και τα «εθνικά πάρκα» -στη λογική του δικτύου Natura 2000- που ακολούθησε καθώς και το άρθρο 20 για την προστασία και διατήρηση των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και της άγριας πανίδας». Οι διατάξεις αυτές αποτέλεσαν ένα καινοτόμο πλαίσιο, σε σύμπνοια με τη δυναμική των ευρωπαϊκών νομοθετικών εξελίξεων και συγκεκριμένα των Οδηγιών 79/409/ΕΟΚ για τα άγρια πτηνά και ιδίως της (μεταγενέστερης) 92/43/ΕΟΚ Natura 2000 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, η οποία είναι ευρύτερη καλύπτοντας και τις ζώνες της Οδηγίας για τα πτηνά.
Η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ εγκαθίδρυσε το δίκτυο Natura 2000 που εξέφρασε την ενωσιακή πολιτική για την προστασία της βιοποικιλότητας
και ενσωματώθηκε το πρώτον στην ελληνική έννομη τάξη με την ΚΥΑ 33318/3028/11-12-1998. Εν όψει της διακριτής ανάλυσης της Οδηγίας, μνημονεύονται ιδίως η σύσταση με την εν λόγω πράξη της Επιτροπής «Φύση 2000»
με γνωμοδοτική αρμοδιότητα για τα ανακύπτοντα στο πλαίσιο της εφαρμογής της ζητήματα και η υποχρέωση έκδοσης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ),
με την παρατήρηση της θεωρίας ότι ο εθνικός νομοθέτησε παρερμήνευσε την κατεύθυνση της Οδηγίας και συνταύτισε τη ΜΠΕ με την Δέουσα Εκτίμηση.
Συναφώς η απόφαση ΣτΕ 1895/2017 αφορώσα την ακύρωση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) για τη λειτουργία πυρηνελαιουργείου, έκρινε ότι η Διοίκηση δεν προέβη σε εκτίμηση της καταλληλότητας της θέσης εγκατάστασης, παρότι αυτή ενέπιπτε σε προστατευόμενη περιοχή Natura και περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους υπογραμμίζοντας ότι η απουσία προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και η μη δημοσιοποίηση της ΜΠΕ συνιστούν ουσιώδεις διαδικαστικές πλημμέλειες που επιφέρουν ακυρότητα. Η δε απόφαση ΣΤΕ 2558/2017 ασχολήθηκε επίσης με τη νομιμότητα της ΑΕΠΟ, αυτή τη φορά όμως αναφορικά με την εκμετάλλευση λατομικού χώρου βιομηχανικού ορυκτού, όπου και διαπιστώθηκε ανεπαρκής αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της δραστηριότητας. Το ΣτΕ έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αντιμετώπιζε επαρκώς τις επιπτώσεις στο δασικό οικοσύστημα και στις γειτονικές περιοχές Natura και υπογράμμισε ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις μιας λατομικής δραστηριότητας δεν περιορίζονται στην άμεση περιοχή αλλά επηρεάζουν ευρύτερα οικοσυστήματα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ολοκληρωμένη προσέγγιση στις ΜΠΕ.
Το βασικό νομοθέτημα που ορίζει το πλαίσιο προστασίας για τα προστατευόμενα είδη σε εναρμόνιση και με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (η ενσωμάτωση της οποίας συμπληρώθηκε με τον εν λόγω
) είναι ο νόμος 3937/2011 για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας
με πρωταρχικό σκοπό την
«αειφόρο[ς] διαχείριση και αποτελεσματική διατήρηση της βιοποικιλότητας, ως πολύτιμου, αναντικατάστατου και σπουδαίας σημασίας εθνικού κεφαλαίου.», βασιζόμενος στα δύο προηγούμενα νομοθετήματα. Δηλαδή κατ’ ουσίαν ο νόμος 3937/2011 επενεργεί στον νόμο 1650/86 καθιερώνοντας ένα σύστημα προστατευόμενων περιοχών αποτελούμενο από όλες τις περιοχές που υπάγονται στο άρθρο 19 του τελευταίου.
Όμοια και στην ΚΥΑ 33318, αναφορικά με την Επιτροπή «Φύση 2000», η οποία φέρει διευρυμένες γνωμοδοτικές και εποπτικές αρμοδιότητες στην εφαρμογή των κρατικών πολιτικών προστασίας της βιοποικιλότητας.
Ο νόμος 3937/2011 δομείται σε επτά κεφάλαια. Στο πρώτο
παρέχονται βασικοί ορισμοί της βιοποικιλότητας και των προστατευόμενων περιοχών. Στο δεύτερο κεφάλαιο
ορίζονται οι κατηγορίες των προστατευόμενων περιοχών (όπως οι περιοχές του δικτύου Natura 2000) και τα κριτήρια χαρακτηρισμού τους. Στο επόμενο κεφάλαιο
προβλέπεται η δημιουργία σχεδίων διαχείρισης για κάθε προστατευόμενη περιοχή, με στόχο την προστασία των ειδών και των οικοτόπων. Εξαιρετικής σημασίας στα πλαίσια της παρούσας παρουσιάζει το τέταρτο κεφάλαιο
που αφορά στα μέτρα για την προστασία απειλούμενων ειδών χλωρίδας και πανίδας και καθορίζει τη διαδικασία για την αντιμετώπιση των απειλών των «ειδών προτεραιότητας». Στο επόμενο κεφάλαιο
γίνεται λόγος για την υποχρέωση σύνταξης εθνικής στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα και σχεδίων δράσης για την εφαρμογή της. Και τέλος, προβλέπονται ρυθμίσεις για τη χρήση γης
και ορίζονται οι μηχανισμοί ελέγχου και επιβολής των διατάξεων του νόμου και οι κυρώσεις για παραβάσεις που απειλούν την προστασία της βιοποικιλότητας.
Μνημονεύεται ιδίως το άρθρο 5 (4) του νόμου το οποίο τροποποίησε το άρθρο 19 του ν. 1650/89 με το οποίο ορίστηκαν οι περιοχές προστασίας οικοτόπων και ειδών (Habitat / species management areas) ως οι εκτάσεις χερσαίες, υγροτοπικές ή θαλάσσιες που υπόκεινται σε διαχείριση για τη διασφάλιση ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης των προστατευτέων οικοτόπων και ειδών με τη διάκρισή τους α) σε «Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (Special Areas of Conservation)» ή αν συντομία Ε.Ζ.Δ. (άρθρο 5 παρ. 4(1) περ. α’ του νόμου), που είναι «οι περιοχές που περιέχονται στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας, ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 της απόφασης 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (L 259)», και επισυνάπτονται στο παράρτημα του νόμου ενώ αναλυτικοί και ψηφιοποιημένοι χάρτες τους τηρούνται σε αρχείο και είναι διαθέσιμοι στο κοινό από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, όπως επίσης και στο διαδίκτυο. β) σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας (Special Protection Areas) (άρθρο 5 παρ. 4(2) περ. α’ του νόμου) και τέλος σε γ) Καταφύγια Άγριας Ζωής (ΚΑΖ-Wildlife refuges).
2.3. Ο νόμος 4685/2020: «Εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής νομοθεσίας» Σημαντικό νομοθέτημα που εισήγαγε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στην περιβαλλοντική νομοθεσία αφενός απλοποιώντας την περιβαλλοντική αδειοδότηση και αφετέρου αναδιαρθρώνοντας την δομή των προστατευόμενων περιοχών, είναι ο νέος περιβαλλοντικός νόμος 4685/2020. Ο νόμος δομείται συγκεκριμένα σε επτά κεφάλαια. Το πρώτο
αφορά στην βελτίωση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τον καθορισμό νέων, ταχύτερων και πιο σύγχρονων διαδικασιών για την περιβαλλοντική αδειοδότηση σε σύμπνοια και με τις ενωσιακές επιταγές. Στο δεύτερο κεφάλαιο
θεσπίζονται νέοι φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών και ρυθμίζονται η οργάνωση και οι αρμοδιότητές του ιδίως για τις περιοχές Natura 2000. Στη συνέχεια στο τρίτο κεφάλαιο
εισάγονται αλλαγές στη δασική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων ρυθμίσεων για την αλλαγή χρήσης δασικών εκτάσεων και την προστασία των αναδασωτέων περιοχών. Το τέταρτο κεφάλαιο
είναι αφιερωμένο στην ρύθμιση ζητημάτων αυθαίρετων κατασκευών σε προστατευόμενες περιοχές. Τα επόμενα κεφάλαια αφορούν ζητήματα ενεργειακής απόδοσης
και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας
καθώς και λοιπές διατάξεις.
Από τις ρυθμίσεις αυτού του νομοθετήματος ενδιαφέρει ιδίως το
άρθρο 46 που αντικατέστησε το άρθρο 19 του νόμου 1650/1986. Εισάγει την έννοια των «περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας» οι οποίες είναι χερσαίες, υδάτινες, θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα, φυσικές ή ημιφυσικές περιοχές με καταγεγραμμένη παρουσία τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών διεθνούς, ενωσιακής σημασίας ή/και ελληνικού ενδιαφέροντος που χρήζουν προστασίας και διατήρησης. Σε αυτές τις περιοχές συμπεριλαμβάνονται οι περιοχές που ανήκουν στον Εθνικό Κατάλογο Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 και οι οποίες θα χαρακτηρίζονται εφεξής ως περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και διακρίνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης, ζώνες ειδικής προστασίας και σε προτεινόμενους τόπους ενωσιακής σημασίας.
Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι ανεξαρτήτως από την υπαγωγή τους στο δίκτυο Natura 2000 «προστατευόμενες περιοχές» μπορούν να χαρακτηρίζονται ως εθνικά πάρκα, καταφύγια άγριας ζωής και προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί.
Διευκρινίζεται ότι οι περιοχές της παραγράφου 2 μπορούν είτε να συμπίπτουν με περιοχές της παραγράφου 1, είτε να περικλείουν μία ή περισσότερες από αυτές, είτε να τοποθετούνται εντός ή εκτός αυτών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατηγοριοποίηση των ανωτέρω περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας σε ζώνες ανάλογα με το βαθμό επιδιωκόμενης προστασίας ή επιτρεπόμενης επέμβασης σε: α) «Ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης» που είναι οι «εκτάσεις με εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/και με ενδιαιτήματα εξαιρετικά ευαίσθητων ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως πολύ υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει εξαιρετικά αυστηρή προστασία. Σε αυτές τις ζώνες επιτρέπονται μόνο ορισμένες ή/και όλες από τις ειδικές κατηγορίες χρήσεων του άρθρου 14α του π.δ. 59/2018 (Α’ 114) που επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται, κατά περίπτωση, για κάθε προστατευόμενη περιοχή, βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης της παραγράφου 2 του άρθρου 21, με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 21.»
β) «Ζώνες προστασίας της φύσης» που είναι οι «εκτάσεις με τύπους φυσικών οικοτόπων, ή/και με ενδιαιτήματα ειδών, των οποίων η παρουσία και αντιπροσωπευτικότητα εκτιμάται ως υψηλή ή η κατάσταση των οποίων επιτάσσει αυστηρή προστασία. Στις ζώνες αυτές προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες ή επεμβάσεις που μπορούν να μεταβάλλουν ουσιωδώς προς το χειρότερο τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή του. Απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν η άσκησή τους έχει επιπτώσεις που υπονομεύουν τους στόχους διαχείρισης ή την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής.» Όμοια με τη διαδικασία στις ζώνες απόλυτης προστασίας επιτρέπονται και εξειδικεύονται συγκεκριμένες χρήσεις βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης.
γ) «Ζώνες διατήρησης οικοτόπων και ειδών» που είναι οι «εκτάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλη διαχείριση για τη διασφάλιση ικανοποιητικού βαθμού διατήρησης των προστατευτέων αντικειμένων (τύπων φυσικών οικοτόπων και ειδών ενωσιακής σημασίας ή/και εθνικού ενδιαφέροντος) που αυτές φιλοξενούν. Στις Ζώνες Διαχείρισης Οικοτόπων και Ειδών απαγορεύονται ή περιορίζονται, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της πράξης χαρακτηρισμού της προστατευόμενης περιοχής ή/και του οικείου Σχεδίου Διαχείρισης, δραστηριότητες όταν αυτές είναι σε θέση μεμονωμένα, σωρευτικά με άλλες ή σε συνέργεια με άλλες, να υποβαθμίσουν τον βαθμό διατήρησης προστατευτέου αντικειμένου και ειδικά όταν η υποβάθμιση αυτή δρα αρνητικά στην κατάσταση διατήρησης του προστατευτέου αντικειμένου σε εθνικό επίπεδο.»
Όμοια με τη διαδικασία στις δύο ανωτέρω κατηγορίες ζωνών επιτρέπονται και εξειδικεύονται συγκεκριμένες χρήσεις βάσει της ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης.
Σημαντική είναι η τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 1650/89 από το άρθρο 47 του νόμου, που αναθεωρεί τη διαδικασία υπαγωγής/χαρακτηρισμού των προστατευόμενων περιοχών προβλέποντας το τρίπτυχο σχήμα της Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης, των Σχεδίων Διαχείρισης και στη συνέχεια της έκδοσης Προεδρικού Διατάγματος. Στη θεωρία απαντά προβληματισμός όσον αφορά τη σειρά των διεξαγωγής των ανωτέρω, με την παρατήρηση ότι το σχέδιο δράσης πρέπει να ακολουθεί και όχι να προηγείται του κανονιστικού διατάγματος. Ο κύριος λόγος είναι ότι τα Σχέδια Διαχείρισης δεν δύνανται να περιλαμβάνουν καθορισμό χρήσεων γης και όρους δόμησης, που είναι καθοριστικά στοιχεία για την προστασία των περιοχών με αποτέλεσμα η προστασία να καθίσταται ημιτελής.
Συνεπώς, πλέον το καθεστώς γύρω από τις περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών του δικτύου Natura 2000, καταστρώνεται κυρίως στη βάση του άρθρου 19 του ν. 1650/89, όπως αναδιαμορθώθηκε βάσει του άρ. 46 του ν. 4685/2020.
Ο νόμος αυτός εισάγει πολλά σημεία που μειώνουν την προστασία των προστατευόμενων περιοχών. Πρώτον, το άρθρο 7 (4) εισάγει την αμοιβή του αξιολογητή της ΜΠΕ από τον φορέα του έργου. Επιπλέον, το άρθρο 44 τροποποιεί το ΠΔ 59/18, επιτρέποντας την επιβάρυνση όλων των ζωνών προστασίας των προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 με νέες χρήσεις που δεν προβλέπονταν. Ειδικότερα, στις ζώνες προστασίας της φύσης προβλέπονται, πλέον, η κατασκευή και λειτουργία τουριστικών καταλυμάτων και άλλων τουριστικών υποδομών, εγκαταστάσεων ΑΠΕ, καθώς και κατασκηνώσεων, ενώ σε όλες τις κατηγορίες (πλην της “απόλυτης” προστασίας) προβλέπονται, πλέον, εξορυκτικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των εξορύξεων υδρογονανθράκων. Ως εκ τούτου, πρόκειται για χρήσεις που είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα και τα προστατευόμενα είδη των περιοχών αυτών.
Eπί τη βάσει του άρθρου 27, αναφορικά με το ΝΠΙΔ Εθνικό Κέντρο Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης, το οποίο ιδρύθηκε με τον Ν. 2742/1999, μετονομάστηκε σε Ο.ΦΥ.ΠΕ.ΚΑ. θα μπορούσε να καθιερωθεί μία εθνική ανεξάρτητη αρχή, όπως οι αντίστοιχες, που εντοπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο.
2.4. Η εξέλιξη της περιβαλλοντικής αδειοδότησης στις προστατευόμενες περιοχές2.4.1. Οι ρυθμίσεις του ν. 4014/2011
Η περιβαλλοντική αδειοδότηση που ρυθμίζεται από τον ν. 4014/2011
για την
«Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος.», ο οποίος μαζί με τον 3937/11 συμπληρώνει την ενσωμάτωση της Οδηγίας.
Όσον αφορά στις κατ΄ιδίαν ρυθμίσεις του νόμου, αυτό που αξίζει εν προκειμένω να επισημανθεί ειδικά είναι το άρθρο 10 για τη «Διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης για έργα και δραστηριότητες σε περιοχές που έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000». Στο άρθρο 10 παρ. 1 προβλέπεται η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ), η οποία (αν δεν προβλέπεται κάτι άλλο σχετικά) για έργα κατηγορίας Β υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της Περιφέρειας σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 8 ενώ για έργα κατηγορίας Α υποβάλλεται η ειδική οικολογική αξιολόγηση ως τμήμα της ΜΠΕ στην αρμόδια υπηρεσία σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 9-10. Συμπληρωματικά, στο άρθρο 10 παρ. 4 εισάγονται οι εξαιρετικές ρυθμίσεις της παρ. 4 του άρθρου 6 της Οδηγίας περί οικοτόπων, όπως αναλύθηκαν στην οικεία ενότητα.
Ωστόσο, ένα ζήτημα που έχει ανακύψει σχετικά με τη δημόσια διαβούλευση είναι ότι δεν προβλέπεται για έργα κατηγορίας Β΄ ή σε περιπτώσεις τροποποίησης ΑΕΠΟ. Σε πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ η κατάταξη των αιολικών, φωτοβολταϊκών και υδροηλεκτρικών σταθμών σε περιβαλλοντική κατηγορία, τροποποιήθηκε διαδοχικά σε σύντομο χρόνο από τον κανονιστικό νομοθέτη και έργα που άνηκαν προηγουμένως σε υψηλότερη κατηγορία κατατάχθηκαν σε χαμηλότερη ή και εξαιρέθηκαν πλήρως από την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Μάλιστα, η παραπάνω ρύθμιση συντελέστηκε χωρίς να γίνεται επίκληση επιστημονικής ή τεχνικής μελέτης από την οποία να προκύπτουν οι λόγοι που δικαιολογούν τις τροποποιήσεις αυτές, η οποία περιορίζει τις συνέπειες που προκαλούν τα οικεία έργα στο περιβάλλον.
Επίσης αναφέρεται το άρθρο 11 για το περιεχόμενο των φακέλων περιβαλλοντικής αδειοδότησης και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 9
και 10
που αφορούν στη «δέουσα εκτίμηση» η οποία έχει απασχολήσει τόσο τη θεωρία όσο και νομολογία, συγκεκριμένα γιατί το ενωσιακό δίκαιο δεν φαίνεται να την «επιφυλάσσει» ανάλογα με την κατηγορία του έργου αλλά σε όλα τα έργα ανεξαιρέτως, ενώ το εθνικό νομοθέτημα την προβλέπει μόνο για τα έργα της κατηγορίας Α, και επιπλέον δεν προβλέπει διάφορη Αρχή από την αδειοδοτούσα προκειμένου να την κρίνει, απομειώνοντας έτσι σημαντικά την προστασία της βιοποικιλότητας.
Τέλος, αναφέρεται η Υπουργική Απόφαση δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 2436/Β/2013
που ρυθμίζει τις προδιαγραφές της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης για έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β του άρθρου 10 του ν. 4014/2011.
2.4.2. Ο νόμος 4782/2021: Άρθρο
218 : «Καθορισμός υποπεριοχής προστασίας στις περιπτώσεις ήπιων αναπτυξιακών έργων»
Με το άρθρο 218 του νόμου 4782/2021
εισάγεται μία νέα διαδικασία καθορισμού «υποπεριοχών», εντός των περιοχών που απολαύουν ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας με στόχο την αδειοδότηση ήπιων αναπτυξιακών έργων. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, στο άρθρο 219 (που τελικά αριθμήθηκε ως άρθρο 218) εντοπίζεται ο στόχος της διάταξης, με την εκ τοις πράγμασι εφαρμογή της διάταξης ωστόσο να αποκλίνει. Πιο συγκεκριμένα, στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι
«Η μέχρι σήμερα εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου περί προστατευόμενων περιοχών παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις στην κατά καιρούς ερμηνεία των ίδιων κατά βάση διατάξεων της νομοθεσίας, η οποία δυσχεραίνει τη διαμόρφωση καθαρής και σαφούς άποψης περί του πρακτέου στο πλαίσιο της μελέτης στην περίπτωση ειδικών προτάσεων δημοσίου ενδιαφέροντος αξιοποίησης έκτασης εντός των ζωνών ή περιοχών προστασίας (όπως π.χ. ήπιων οργανωμένων μορφών οικολογικού τουρισμού, έργων πολιτισμού, αναβάθμισης εγκαταστάσεων πολιτιστικού χαρακτήρα). Για την προστασία των περιοχών απαιτείται να ρυθμιστεί η διαδικασία σχεδιασμού και ελέγχου σε περιοχές προστασίας για έργα δημοσίου ενδιαφέροντος εντός μεταβατικού σταδίου έως την ολοκλήρωση εκπόνησης και έγκρισης των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών του ν.4685/2020 (Α’ 92). (...)». Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη προβλημάτισε τη θεωρία καθώς φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος de facto κατακερματισμού των περιοχών Natura, γεγονός που συνεπάγεται υποβάθμιση της προστασίας τους.
Για αυτό υπογραμμίζεται η σημασία της αποσαφήνισης των τεχνικών λεπτομερειών της διάταξης μέσω κανονιστικών πράξεων και η μη απόκλιση από τα οριζόμενα στα άρθρα 19(4) και 21 του ν. 1650/89.
2.4.3. Ο νόμος 5037/2023: Οι καινοτομίες που εισάγει ως προς την επίτευξη των στόχων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ
Το τελευταίο σημαντικό νομοθέτημα που επισημαίνεται στα πλαίσια της παρούσας είναι ο ν. 5037/2023
που αφορά στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τη χρήση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μέσω της ενσωμάτωσης των Οδηγιών ΕΕ 2018/2001 και 2019/944 περιέχοντας και ειδικότερες διατάξεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες και την προστασία του περιβάλλοντος. Εστιάζοντας στις τελευταίες, αναφέρεται το άρθρο 164 του νόμου
που ενσωματώνει στην εθνική έννομη τάξη την πρόβλεψη για τις «Περιοχές Πρώτης Επιλογής για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας», που βρίσκονται κατ’ ανάγκη εκτός του δικτύου Natura 2000 (Άρθρο 164 του Ν.).
Κεφάλαιο Γ´: Τα Καταφύγια Άγριας Ζωής – Μπόζα Βασιλική
3. Η νομοθετική εξέλιξη των ΚΑΖΗ προστασία της άγριας ζωής είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική που κατοχυρώνεται συνταγματικά και εξειδικεύεται μέσω συγκεκριμένων νομοθετικών ρυθμίσεων. Τα Καταφύγια Άγριας Ζωής (ΚΑΖ) διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο καθώς παρέχουν ασφαλή καταφύγιο για την επιβίωση σπάνιων και απειλούμενων ειδών, ενώ συμβάλλουν και στη διατήρηση των οικοσυστημάτων και των φυσικών πόρων.
3.1 Η εμφάνιση των ΚΑΖ στην εθνική νομοθεσία Σε εθνικό επίπεδο, ο όρος “Καταφύγια Άγριας Ζωής” εισάγεται για πρώτη φορά με
άρθρο 57 παράγραφο 1 του νόμου 2637/1998
, αντικαθιστώντας το προηγούμενο θεσμό των καταφυγίων θηραμάτων που προβλεπόταν από τον ν.177/1995. Τα ΚΑΖ διέπονται πλέον από τις διατάξεις του νόμου 2637/1998 καθώς και του νδ.86/1969 “Δασικός Κώδικας”. Ο χαρακτηρισμός μίας περιοχής ως ΚΑΖ γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. Η απόφαση αυτή βασίζεται σε ειδική έκθεση που αποδεικνύει την οικολογική ή άλλου είδους φυσική σημασία της περιοχής. Στο άρθρο 57 παράγραφο 3 αναφέρεται ότι τα ΚΑΖ ιδρύονται
σε δασικές, δασοσκεπείς, χορτολιβαδικές, ελώδεις, υγροτοπικές, αγροτικές, παρόχθιες, παραλίμνιες και παράκτιες περιοχές, καθώς και σε ερημονησίδες. Η επιλογή της τοποθεσίας γίνεται με την προϋπόθεση ότι οι εκτάσεις αυτές είτε είναι απαραίτητες για τη διατροφή, διαχείμαση, αναπαραγωγή ή διάσωση ειδών της άγριας πανίδας και της αυτοφυούς χλωρίδας που είναι μοναδικά, σπάνια ή απειλούμενα με εξαφάνιση, είτε αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα τύπου βιοτόπου.
Το άρθρο 57 του νόμου 2637/1998 στην παράγραφο 3 καθορίζει τα όρια των δραστηριοτήτων που επιτρέπονται στα ΚΑΖ για να εξασφαλίζεται η προστασία και η διατήρηση της άγριας ζωής και των οικοτόπων τους. Συγκεκριμένα τίθενται περιορισμοί στις ανθρώπινες δραστηριότητες, επιτρέποντας μόνο δραστηριότητες που δεν επηρεάζουν αρνητικά τη φυσική κατάσταση και τις βιολογικές λειτουργίες των ΚΑΖ. Απαγορεύονται, καταρχάς, η θήρα και η σύλληψη άγριων ζώων για μη ερευνητικούς σκοπούς. Επίσης, απαγορεύεται η καταστροφή ζωνών με φυσική βλάστηση, η καταστροφή ζωντανών φυτοφορών, η αμμοληψία, η αποστράγγιση και αποξήρανση ελωδών περιοχών, η ρύπανση υδάτινων πόρων, καθώς και η ένταξη εδαφών των ΚΑΖ σε πολεοδομικό ή ρυμοτομικό σχεδιασμό, ενώ υπάρχουν δραστηριότητες που γίνονται δεκτές μόνο μετά από την κατάρτιση ΜΠΕ και έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, όπως η εκτέλεση λατομικών και μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και η διάνοιξη δρόμων. Τέλος, με απόφαση του ΓΓ της Περιφέρειας η άσκηση των δραστηριοτήτων της αλιείας, της γεωργίας και της βόσκησης ενδέχεται να υπόκειται σε περιορισμούς ή πλήρη απαγόρευση.
Το άρθρο 58 καθορίζει τις ποινικές κυρώσεις για την παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την προστασία των ΚΑΖ με σκοπό την αποτροπή παράνομων δραστηριοτήτων και την επιβολή της νομοθεσίας με στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων.
Ο ορισμός των Καταφυγίων Άγριας Ζωής “Wildlife refuges” δόθηκε επίσημα σε μεταγενέστερο χρόνο από την αρχική πρόβλεψή τους με τον ν. 2637/1998 , με το άρθρο 5 του νόμου 3937/2011 , το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 19 του νόμου 1650/1986 . Στην παράγραφο 4.3.α) ορίζονται ως: “
Ως καταφύγια άγριας ζωής χαρακτηρίζονται φυσικές περιοχές (χερσαίες, υδροτροπικές ή θαλάσσιες), που έχουν ιδιαίτερη σημασία ως σημαντικοί τόποι ανάπτυξης της άγριας χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείμασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου, ή, τέλος, ως σημαντικοί θαλάσσιοι οικότοποι. Ως καταφύγια άγριας ζωής μπορούν να χαρακτηρίζονται και οι οικολογικοί διάδρομοι μεταξύ άλλων κατηγοριών προστατευόμενων περιοχών”. Με την παράγραφο 4.3.β ορίζονται οι δραστηριότητες που απαγορεύονται και επιτρέπεται να λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο ενός ΚΑΖ. Η απόλυτη απαγόρευση της θήρας του νόμου 2637/1998 διατηρείται σε ισχύ, ενώ απαγορεύεται πλέον ρητά και η αλιεία, αφαιρώντας την απο τη διακριτική ευχέρεια του ΓΓ της εκάστοτε Περιφέρειας. Επιπλέον απόλυτη απαγόρευση τίθεται και στους
αγώνες κυνηγετικών ικανοτήτων σκύλων δεικτών, σε αντίθεση με τον προγενέστερο νόμο 2637/1998 που επιτρεπόταν η διεξαγωγή τους υπό όρους και προϋποθέσεις που ορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.
3.2. Οι νεότερες νομοθετικές εξελίξεις3.2.1. Ο εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής νομοθεσίας
Ο νεότερος νόμος που αναφέρεται στα Καταφύγια Άγριας Ζωής είναι ο ν.4685/2020 “
Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2018/844 και 2019/692 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις”.
Σύμφωνα με το άρθρο 46 διατηρείται ο υφιστάμενος ορισμός για τα ΚΑΖ, που θεσπίστηκε με το ν.3937/2011. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι ανεξαρτήτως της ένταξης στο δίκτυο Natura 2000, προστατευόμενες περιοχές μπορούν να χαρακτηρίζονται ως ΚΑΖ. Οι περιοχές ΚΑΖ μπορούν είτε να συμπίπτουν με περιοχές της παραγράφου 1, δηλαδή τις περιοχές Natura, είτε να περικλείουν μία ή περισσότερες από αυτές, είτε να τοποθετούνται εντός ή εκτός αυτών (άρθρο 46 παρ. 2β σε συνδυασμό παράγραφο 3). Με την παράγραφο 4 στις συγκεκριμένες περιοχές της παραγράφου 1 και 2 καθορίζονται μία ή περισσότερες ζώνες προστασίας, οι οποίες περιλαμβάνουν τη
Ζώνη απόλυτης προστασίας της φύσης, τη Ζώνη προστασίας της φύσης, τη Ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών, καθώς και τη Ζώνη βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων. Στις περιοχές ΚΑΖ, στον βαθμό που δεν συμπίπτουν εδαφικά με περιοχές Natura, επιλέγονται και δύναται να εξειδικεύονται γενικές και ειδικές κατηγορίες χρήσεων γης από το σύνολο του ΠΔ 59/2018.
Με το άρθρο 47 παράγραφος 7, ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως ΚΑΖ, όταν αυτή δεν εντάσσεται σε ζώνες προστασίας της βιοποικιλότητας ή σε εθνικά πάρκα, γίνεται από το αρμόδιο όργανο του ΥΠΕΝ, με τη σύμφωνη γνώμη της οικείας Περιφέρειας. Στο πλαίσιο της απόφαση αυτής, το αρμόδιο όργανο μπορεί να θέτει όρους και περιορισμούς για τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στις περιοχές αυτές, με υποχρεωτική την επιβολή απαγόρευσης της θήρας και της αλιείας.
Συμπερασματικά, οι νέες ρυθμίσεις έχουν στόχο να συντηρήσουν τη βιοποικιλότητα, να προστατεύσουν τα είδη και να διαφυλάξουν σπάνια και απειλούμενα είδη της πανίδας και της φυσικής χλωρίδας, ενώ παράλληλα επιδιώκουν την προστασία και την αύξηση των πληθυσμών των θηραμάτων.
3.2.2. Η Κοινή Υπουργική Απόφαση «ΥΠΕΝ/ΔΔΔ/88658/2929/2022»
Με την
ΚΥΑ 88658/2929/2022 ορίζεται το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει τα κριτήρια και τις διαδικασίες για την αναγνώριση και εποπτεία των Κέντρων Περίθαλψης Ειδών Άγριας Πανίδας (ΚΕ.Π.Ε.Α.Π.) και των Σταθμών Πρώτων Βοηθειών για Είδη Άγριας Πανίδας (Σ.Π.Β.Ε.Α.Π.).
Στο άρθρο 1 της ΚΥΑ ορίζεται ότι το Εθνικό Δίκτυο Περίθαλψης περιλαμβάνει ένα σύνολο δομών, για την παροχή φροντίδας και επανένταξης άγριων ζώων. Ειδικότερα τα ΚΕ.Π.Ε.Α.Π. προσφέρουν κτηνιατρική περίθαλψη και φιλοξενία άγριων ζώων μέχρι να επανενταχθούν στο περιβάλλον τους, ενώ ιδρύονται και λειτουργούν σε περιοχές όπου η χρήση γης καθορίζεται από το ΠΔ 59/2018 για αυτό το σκοπό (παρ. 1 άρθρο 20). Οι Σ.Π.Β.Ε.Α.Π. είναι μονάδες που είτε συνεργάζονται με τα ΚΕ.ΠΕ.ΑΠ. είτε δρουν ανεξάρτητα, προσφέροντας προσωρινή φροντίδα για την άμεση επιστροφή των άγριων ζώων στο φυσικό περιβάλλον τους. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, παραπέμπουν τα ζώα στα αρμόδια ΚΕ.Π.Ε.Α.Π. για περαιτέρω φροντίδα και αποκατάσταση. Τέλος το Δίκτυο Άμεσης Επέμβασης είναι ένα σύστημα καταρτισμένων εθελοντών ή ειδικών επιστημόνων που κύριο έργο τους έχουν τον εντοπισμό τραυματισμένων άγριων ζώων που χρήζουν περίθαλψης και την ενημέρωση των αρμόδιων φορέων που θα αναλάβουν τη φροντίδα τους.
Στο άρθρο 2 προβλέπονται οι σκοποί της ίδρυσης και λειτουργίας των δομών αυτών
που είναι η προστασία, η περίθαλψη και η επανένταξη της άγριας πανίδας στο φυσικό περιβάλλον, καθώς και η αύξηση της βιωσιμότητας των ζώων που δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνα τους. Δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας ενός ΚΕ.Π.Ε.Α.Π. με βάση το άρθρο 3 έχουν φορείς του Δημοσίου , ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΟΤΑ.
Οι Σ.Π.Β.Ε.Α.Π. συνδέονται κατά κανόνα με ένα τουλάχιστον ΚΕ.ΠΕ.ΑΠ, με εξαίρεση τις εγκαταστάσεις για την περίθαλψη της θαλάσσιας άγριας πανίδας που μπορούν να λειτουργούν και ανεξάρτητες. Το άρθρο 6 ορίζει ότι η τακτική εποπτεία και αξιολόγηση των ΚΕ.Π.Ε.Α.Π. γίνεται από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Δασών του ΥΠΕΝ, με τη βοήθεια των τοπικών Δασικών Αρχών. Τα άρθρα 7 και 8 περιγράφουν τη διαδικασία ίδρυσης και έγκρισης λειτουργίας. Στο άρθρο 14 αναφέρονται τα στάδια που ακολουθούνται για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας για τα ΚΕ.ΠΕ.ΑΠ. Στις υποχρεώσεις των ΚΕ.ΠΕ.ΑΠ. και των ανεξάρτητων Σ.Π.Β.Ε.Α.Π. εντάσσεται με βάση το άρθρο 15 η σύνταξη ετήσιας αναλυτικής έκθεσης με τα πεπραγμένα τους και η παροχή στατιστικών στοιχείων για τις δραστηριότητας που υλοποίησαν.
Οι δομές αυτές εντάσσονται, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16, σε Μητρώο που τηρείται από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Δασών της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ. Τα μέλη τους συνεργάζονται με Δασικές και Κτηνιατρικές Αρχές, εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα, καθώς και μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας δεδομένα για την περίθαλψη των άγριων ειδών, με σκοπό τη διενέργεια επιστημονικών ερευνών. Οι τοπικές δασικές αρχές του άρθρου 6 παρ. 2 αλλά και οι γνωμοδοτικές επιτροπές των άρθρων 7 παράγραφο 1 και 8 παράγραφο 2 μπορούν να διαπιστώσουν παραβάσεις της ΚΥΑ (άρθρο 18).
3.3. Νομολογιακή επισκόπηση του προστατευτικού πλαισίου των ΚΑΖΗ νομολογία του ΣτΕ έχει αναδείξει τη σημασία αυτών των περιοχών για την περιβαλλοντική ισορροπία, καθορίζοντας με σαφήνεια τα όρια επιτρεπτών παρεμβάσεων και τις ευθύνες της Διοίκησης για την προστασία τους. Ενσωματώνοντας τις διατάξεις του Συντάγματος και της ενωσιακής νομοθεσίας, το ΣτΕ επιβάλλει την αυστηρή τήρηση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης, με γνώμονα την προάσπιση της φυσικής κληρονομιάς της χώρας.
3.3.1. Κατασκευή έργων και εγκαταστάσεων εντός και πέριξ των ΚΑΖ
Η εγκατάσταση βιομηχανικών, τουριστικών και ενεργειακών εγκαταστάσεων σε ΚΑΖ αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα από το ΣτΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων. Η υπ’ αριθμόν 2697/2002 απόφαση του ΣτΕ αφορά την ακύρωση των αποφάσεων που καθορίζουν λατομική περιοχή στη θέση "Κεφάλα Κοπράνα" στη Μαλάξα Χανίων. Σημειώνεται ότι στην περιοχή Κοινοτήτων Στύλου Νομού Χανίων είχε ιδρυθεί μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων (νυν ΚΑΖ). Με βάση τα άρθρα 3 και 4 του ν. 1428/1984 οι λατομικές περιοχές θα πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη από τα 2 χιλιόμετρα από προστατευόμενες ζώνες. Στις ζώνες αυτές περιλαμβάνονται και τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων (νυν ΚΑΖ). Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την περιβαλλοντική νομοθεσία, καθώς το λατομείο βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 2 χιλιομέτρων (100 έως 300 μέτρα) από μόνιμο ΚΑΖ, κατά παράβαση των διατάξεων περί προστατευόμενων ζωνών και προέβη στην ακύρωσή της.
Στην υπ’ αριθμό 3628/2006 απόφαση του ΣτΕ, το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση ακύρωσης της ΚΥΑ που αφορά την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή δρόμου και χώρου στάθμευσης στην περιοχή βιοτόπου στην Κω. Η αιτούσα εταιρεία προβάλλει ότι το έργο θα έχει αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον. Η περιοχή κατασκευής του έργου βρίσκεται εντός ΚΑΖ, και μάλιστα προτάθηκε προς ένταξη στο δίκτυο Natura 2000. Το ΣτΕ διαπίστωσε ότι η οδός και ο χώρος στάθμευσης εντός του ΚΑΖ θα μπορούσαν, με βάση την περιβαλλοντική νομοθεσία, να θεωρηθούν ως επιτρεπτές δημόσιες ή δημοτικές εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών της παραλίας, δεδομένου ότι εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που αναγνωρίζονται για προστατευόμενες περιοχές. Ωστόσο, τελικά έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 1650/1985 και το άρθρο 254 του ν.δ. 86/1969, οποιαδήποτε επέμβαση σε προστατευόμενη ζώνη όπως το ΚΑΖ προϋποθέτει λεπτομερή ΜΠΕ που να εξετάζει διεξοδικά τις εναλλακτικές λύσεις και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις πριν από τη λήψη απόφασης υλοποίησης του έργου. Η ΜΠΕ που είχε εκδοθεί για το συγκεκριμένο έργο κρίθηκε ανεπαρκής, καθώς δεν πληρούσε την απαίτηση της διερεύνησης εναλλακτικών λύσεων, που είναι νομικά επιβεβλημένη, παράλειψη που συνεπάγεται ακύρωση της ΑΕΠΟ.
Τέλος, με την υπ’ αριθμόν
1335/2023 απόφαση του ΣτΕ
έγινε δεκτό ότι επιτρέπεται καταρχήν η κατασκευή οδών εντός περιοχής ΚΑΖ υπό τον όρο ότι εκτιμάται η επίπτωση του έργου στην προστατευόμενη περιοχή. Το ΣτΕ επισήμανε ότι δεν πραγματοποιήθηκε η δέουσα εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία να προηγηθεί του έργου, προκειμένου να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις του στην προστατευόμενη περιοχή. Εν προκειμένω, η δέουσα εκτίμηση δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τα έγγραφα του ΟΦΥΠΕΚΑ προς την Τεχνική Υπηρεσία του Υπουργείου Μετανάστευσης, στα οποία ο Οργανισμός δήλωνε ότι γνωμοδοτεί για τη αυτή. Τα συγκεκριμένα έγγραφα καταρχάς κατατέθηκαν μεταγενέστερα των προσβαλλόμενων πράξεων με συνέπεια να μην μπορούν να αντικαταστήσουν τη δέουσα εκτίμηση που έλλειπε. Επιπλέον δεν αποτελούν επιστημονική μελέτη και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για μια κατάλληλη και πλήρη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου διότι δεν είναι ειδικώς αιτιολογημένα επί των επιφυλάξεων που είχαν εκφραστεί από την αρμόδια Διοικητική Αρχή αλλά και από τον ίδιο τον ΟΦΥΠΕΚΑ.
3.3.2. Εγκατάσταση αιολικού πάρκου σε πολλαπλώς προστατευόμενη περιοχή
Η υπ’ αριθμόν
3012/2015 απόφαση του ΣτΕ αφορά την απόρριψη της μελέτης για την ΠΠΕΑ που είχε υποβάλει η αιτούσα που αφορούσε την εγκατάσταση και λειτουργία αιολικού πάρκου στο νομό Φθιώτιδας. Η αρμόδια διοικητική αρχή εξέτασε τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου στην πανίδα και χλωρίδα της περιοχής, καθώς η εγκατάσταση των ανεμογεννητριών θα προκαλούσε σημαντική αλλοίωση των φυσικών οικοσυστημάτων και των βιοτόπων που φιλοξενούν προστατευόμενα είδη.
Η απόφαση ελήφθη λόγω της ένταξης της επίδικης περιοχής σε καθεστώς πολλαπλής προστασίας, καθώς η περιοχή χαρακτηρίζεται ως ΚΑΖ και αναδασωτέα έκταση μετά από πυρκαγιά. Το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι είναι συνταγματικά ανεκτή η εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε αναδασωτέες περιοχές μόνο σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται επιτακτική η υλοποίηση του έργου
. Επιπλέον, κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης, επιτρεπόταν η εγκατάσταση αιολικών σταθμών εντός ΚΑΖ, αλλά απαιτούνταν ειδική αιτιολόγηση για την επιλογή της εγκατάστασής τους στις εν λόγω περιοχές.
Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι όταν συντρέχουν περισσότερες της μίας προστατευτικές περιπτώσεις, η Διοίκηση μπορεί να απαγορεύσει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ, ακόμα κι αν οι επιπτώσεις για κάθε περίπτωση μεμονωμένα δεν είναι εντελώς απαγορευτικές. Τέλος, το ΣτΕ επεσήμανε ότι η κρίση της Διοίκησης που εδράζεται στις επιπτώσεις του έργου σε πολλαπλώς προστατευόμενη περιοχή είναι νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη ενώ η ουσιαστική εκτίμησή της εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου.
3.3.3. Η απαγόρευση της θήρας στα ΚΑΖ
Η υπ’ αριθμόν
414/2017 απόφαση του ΣτΕ αφορά την αίτηση ακύρωσης απόφασης που επιβάλλει επ' αόριστον απαγόρευση της θήρας στην περιοχή Φράγματος Ποταμών του Νομού Ρεθύμνης.
Εάν μια περιοχή πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως ΚΑΖ, είναι δυνατή η προστασία της και πριν την επίσημη αναγνώρισή της ως Καταφυγίου. Σύμφωνα με το άρθρο
257 παράγραφος 2 του Δασικού Κώδικα, η απαγόρευση θήρας μπορεί να επιβληθεί ως μέτρο προστασίας για τη διατήρηση και αύξηση του θηραματικού κεφαλαίου σε περιοχές που περιλαμβάνουν
λίμνες, βάλτους, ελώδεις εκτάσεις, δέλτα ποταμών και ποταμοκόλπους, καθώς και γενικά παρόχθιες εκτάσεις, όπου σταθμεύουν και διαβιούν υδρόβια πτηνά. Η συγκεκριμένη πρακτική(της προληπτικής επιβολής μέτρων) συνάδει με την ενωσιακή αρχή της πρόληψης. Η απαγόρευση της θήρας χωρίς χρονικό περιορισμό σε ορισμένες εκτάσεις είναι σύμφωνη με το άρθρο 24 του Σ για την προστασία της πανίδας. Εάν η απαγόρευση της θήρας θεωρούνταν αντισυνταγματική, θα ήταν αντίθετη και η ίδρυση ΚΑΖ τα οποία συνυφαίνονται με αυτή. Η μελλοντική ίδρυση του ΚΑΖ θα ενισχύσει την απαγόρευση, ενεργοποιώντας περαιτέρω ρυθμίσεις για την προστασία της άγριας ζωής όπως αυτή του άρθρου 254 παρ. 8 του Δασικού Κώδικα. Η Διοίκηση έκρινε ότι οι προϋποθέσεις για την απαγόρευση της θήρας πληρούνται σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου (
δημιουργία υγροτοπικού οικοσυστήματος με μεγάλη συγκέντρωση άγριας πτηνοπανίδας, ενδημικής και μεταναστευτικής, ένταξη στο δίκτυο Natura 2000, μεγάλη έκθεση σε θηρευτικές πιέσεις).
Στην υπ’ αριθμόν
875/2019 απόφαση το ΣτΕ απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της απόφασης του αρμόδιου οργάνου που αφορά την ίδρυση μόνιμου ΚΑΖ στον Νομό Λέσβου. Η ίδρυση του κρίνεται αναγκαία λόγω της έντονης θηρευτικής δραστηριότητας που απειλεί είδη της άγριας ορνιθοπανίδας. Σύμφωνα με το ΣτΕ, η πλήρης προστασία της άγριας ζωής εμπίπτει στο άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο απαιτεί αυστηρή προστασία των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας, συμπεριλαμβανομένης της άγριας ζωής. Στο πλαίσιο αυτό η πλήρης απαγόρευση της θήρας στις συγκεκριμένες περιοχές συμβάλλει στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Παρά τις απόψεις του κυνηγετικού συλλόγου ότι η θήρα αποτελεί μορφή περιβαλλοντικής διαχείρισης και ότι ενδεχομένως κατοχυρώνεται αντίστοιχο ατομικό δικαίωμα, το ΣτΕ απορρίπτει αυτή τη θεώρηση του άρθρου 24 και υποστηρίζει ότι η οριστική απαγόρευση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα για τη διατήρηση της πανίδας.
ΜΕΡΟΣ ΙΙ: ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣΚεφάλαιο Α´: Η Θαλάσσια Χελώνα Caretta – Caretta
Η Θαλάσσια Χελώνα Caretta caretta (Cheloniidae Caretta caretta) προστατεύεται στα Παραρτήματα ΙΙα και IV της Οδηγίας 43/92/ΕΟΚ. Βασικοί τόποι ωοτοκίας και διαβίωσής της είναι ο κόλπος του Λαγανά στη νήσο Ζακύνθου, το Μαραθονήσι και ο Κόλπος της Κυπαρισσίας στην Πελοπόννησο, περιοχές που έχουν απασχολήσει ως προς το προστατευτικό τους καθεστώς το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο. Συμπληρωματικά, για την προστασία της Caretta caretta δημιουργήθηκε το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκου Ζακύνθου και ορίσθηκαν Περιοχές Προστασίας της Φύσης (ΠΠΦ) στην περιοχή της Νότιας Πελοποννήσου.
1. Η ευρύτερη περιοχή της Ζακύνθου1.1. Η περίπτωση της νήσου «Μαραθονήσι» - Κούρα Μανώλη Άννα
Η μικρή νησίδα στον κόλπο της Ζακύνθου είναι σημαντική περιοχή ωοτοκίας της χελώνας Caretta caretta λόγω του μεγάλου αριθμού αρσενικών νεοσσών.
Επομένως, η προστασία της κρίνεται απαραίτητη, όπως αποδεικνύεται και από την πρώιμη έκδοση ΠΔ το 1984. Με το ΠΔ 260/Δ/13.4.1984, καθορίστηκαν ζώνες δόμησης σε περιοχές της Ζακύνθου και στη νήσο Μαραθονήσι, το οποίο εντάχθηκε στην Ζώνη Ι όπου επιτρεπόταν αποκλειστικά και μόνο η ανέγερση κατοικιών ενώ απαγορεύτηκαν εξ ολοκλήρου οι τουριστικές και εν γένη επιχειρηματικές δραστηριότητες, γεγονός που δημιούργησε αντιδράσεις από επιχειρηματίες της περιοχής οδηγώντας σε δικαστικές διαμάχες στο ΣτΕ.
Συγκεκριμένα, στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 695/1986, το ΣτΕ απεφάνθει υπέρ του κύρους του αναφερθέντος ΠΔ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ξενοδοχειακής επιχείρησης Ζ.Α.Ν.T.E. περί υπέρβασης εξουσίας της διοίκησης. Το Δικαστήριο έκρινε πως, βάσει του άρθρου 24 παράγραφος 2 του Συντάγματος, το κράτος υποχρεούται να καθορίζει όρους δόμησης για την προστασία του περιβάλλοντος, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει την δυνατότητα εξουσιοδότησης της διοίκησης για την επιβολή περιορισμών σε ειδικές περιπτώσεις που απαιτούν άμεση παρέμβαση. Είναι απαραίτητο να τονισθεί ότι το ΣτΕ, έπειτα από αυτήν την απόφαση, έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι περιοχές που βρίσκονται εκτός σχεδίου προορίζονται μόνο για δραστηριότητες ανάλογες με την φύση της κάθε περιοχής (όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία και η δασοπονική δραστηριότητα) και όχι για δόμηση.
Βασική θέση του δικαστηρίου αποτελεί και η αρχή της υποχώρησης του ιδιωτικού συμφέροντος έναντι του δημοσίου, δηλαδή της προστασίας της φύσης. Όπως έχει υποστηριχθεί, η υποχώρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας είναι ανεκτή έναντι της προστασίας του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του περιβάλλοντος, εφόσον δεν προσβάλλεται ο πυρήνας του πρώτου· στην τελευταία αυτή περίπτωση, το άτομο έχει δικαίωμα αποζημίωσης απευθείας από το Σύνταγμα
ακόμα και αν δεν αφαιρείται ευθέως το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα αλλά περιορίζεται τόσο που, τελικά, καθίσταται αδρανές
. Το δικαστήριο υποστήριξε ότι δεν παραβιάζεται υπέρμετρα το ιδιοκτησιακό συνταγματικό δικαίωμα του άρθρου 17 αλλά ούτε και του άρθρου 4, τονίζοντας ότι η νήσος «Μαραθονήσι» εντάχθηκε στην Ζώνη Ι του ΠΔ λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της ως κύριος τόπος ωοτοκίας της χελώνας. Εξάλλου, η επιβολή περιορισμών σε περιοχή εκτός σχεδίου δόμησης, που όμως από την φύση της δεν μπορεί να προορίζεται για άλλες δραστηριότητες πέραν των αγροτικών, δεν θα μπορούσε να συνιστά υπέρμετρη παραβίαση του ιδιοκτησιακού συνταγματικού δικαιώματος.
1.1.2. Η υπόθεση της εταιρείας Ζ.Α.Ν.Τ.Ε – Μαραθονήσι Α.Ε.
Η εταιρεία Ζ.Α.Ν.Τ.Ε.-Μαραθονήσι Α.Ε. έλαβε άδειες για την κατασκευή δύο κατοικιών στη νήσο κατά των οποίων ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης από μη κερδοσκοπικές εταιρείες (ΜΚΟ), συλλόγους και Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Χαρακτηριστική είναι η διεύρυνση του εννόμου συμφέροντος από το ΣτΕ, την δεκαετία του 1990, και σε ΟΤΑ, καθώς, πλέον, αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο περιβάλλον ως ένα ατομικό, κοινωνικό και συμμετοχικό δικαίωμα, ενώ, ταυτόχρονα, η διεύρυνση αυτή είχε επιβληθεί και από το ενωσιακό δίκαιο.
Το ΣτΕ, εξετάζοντας το ΠΔ 347/Δ/5.7.1990, το οποίο κατήργησε το παλαιότερο αναφερθέν ΠΔ, και συγκεκριμένα βασιζόμενο στο χωρισμό του νέου ΠΔ σε «περιοχές προστασίας» και «περιοχές απόλυτης προστασίας», έκρινε ότι η ανέγερση κατοικιών στην ευρύτερη, μη παραλιακή περιοχή της νησίδας ήταν επιτρεπτή και συμβατή με το Σύνταγμα και τη Σύμβαση της Βέρνης. Επίσης, τόνισε ότι η περιορισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα κοντά στις περιοχές απόλυτης προστασίας δεν επηρέαζε αρνητικά τη χελώνα Caretta caretta για αυτό και θεώρησε απαράδεκτο τον ισχυρισμό περί επιτακτικής ανάγκης χαρακτηρισμού ολόκληρης της νήσου ως περιοχή απόλυτης προστασίας, καθώς αποτελεί τεχνική κρίση της διοίκησης η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο. Τελικά, το ΣτΕ ακύρωσε τις οικοδομικές άδειες επειδή από την αρχιτεκτονική των κατοικιών και από το καταστατικό της επιχείρησης, φαινόταν ότι τα κτίρια αυτά θα προορίζονταν για τουριστική εκμετάλλευση, δραστηριότητα που απαγορεύεται στην Περιοχή προστασίας του ΠΔ του 1990.
Στη συνέχεια, όμως, με το ΠΔ 906/Δ/22.12.1999, που ίδρυσε το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκου Ζακύνθου (ΕΘΠΖ), η δόμηση στην περιοχή απαγορεύτηκε εντελώς. Τελικά, η εταιρεία ΖΑΝΤΕ προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι η απαγόρευση δόμησης παραβίαζε την
«καλόπιστη νόμιμη προσδοκία» της εταιρείας καθώς η εθνική νομολογία επέβαλε απόλυτους περιορισμούς χωρίς εξατομικευμένη κρίση. Επιπλέον, επεσήμανε την αντίφαση των εθνικών αρχών, οι οποίες, ενώ αρχικά επέτρεψαν την δόμηση, σταδιακά την απαγόρευσαν πλήρως, οδηγώντας στην αδρανοποίηση ενός δικαιώματος που προβλεπόταν από το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου και υποχρέωσε τη χώρα να αποζημιώσει την ενάγουσα.
1.1.3. Αποτίμηση της προστασίας της περιοχής σήμερα
Η νησίδα «Μαραθονήσι» αν και έχει ενταχθεί ήδη από το 1999
στο ΕΘΠΖ, χαρακτηριζόμενη ως Χερσαία ΠΠΦ Α2 με βασικό στόχο την πύκνωση των φωλιών στην περιοχή, σε έκθεση του 2023 επισημαίνεται η μείωσή τους. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση με την γενικότερη αύξησή τους στην περιοχή της Ζακύνθου και φαίνεται να οφείλεται στην παρουσία και διέλευση αρκετών σκαφών από την περιοχή, καθώς και στην ανεξέλεγκτη ανθρώπινη δραστηριότητα. Πιο συγκεκριμένα, εθελοντές κατέγραψαν την παραμονή, κατά μέσο όρο, 416 ατόμων σε διάρκεια παρατήρησης 153 ημερών στην περιοχή όπου, παρά την σύσταση από την Ομάδα Διαχείρισης, δεν είχε τοποθετηθεί σκοινί για να απαγορεύει την διέλευσή τους, ενώ, παράλληλα, περίπου το 35% των φωλιών επηρεάστηκαν αρνητικά από την φωτορύπανση. Γενικότερα, στο Μαραθονήσι έχει παρατηρηθεί, από το 2005 μέχρι και το 2022, μείωση 50% των φωλιών σε σχέση με αυτές που υπήρχαν το 1984-2004, παρά το γεγονός ότι η περιοχή παράγει κυρίως αρσενικούς νεοσσούς, επομένως θα έπρεπε και να υπάρχει αυξημένη προστασία της. Ως εκ τούτου, φαίνεται επιτακτική πλέον η ανάγκη για πραγματική προστασία της συγκεκριμένης περιοχής, χωρίς ανοχή στις παραβιάσεις των κανονισμών του διατάγματος του ΕΘΠΖ .
1.2. Ο Κόλπος του Λαγανά – Γουνοπούλου Νιόβη
1.2.1. Συνταγματικά ανεκτός ο περιορισμός του δικαιώματος στην ιδιοκτησία
Οι υπ’ αριθμόν 1821/1995 και 4950-4952-4953/1995 αποφάσεις του ΣτΕ αναδεικνύουν το ζήτημα της περιβαλλοντικής προστασίας σε σχέση με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας
. Συγκεκριμένα, όλοι οι αιτούντες άσκησαν αίτηση ακύρωσης κατά του ΠΔ 347/Δ/5.7.1990, καθώς ήταν ιδιοκτήτες ακινήτων τα οποία εντάσσονται εντός ΖΟΕ. Το ΣτΕ, βασιζόμενο στην πάγια νομολογία του περί τήρησης της αρχής της βιοποικιλότητας
, αποφάνθηκε υπέρ του κύρους του ΠΔ εγκρίνοντας τη θεσμοθέτηση περιορισμών που επιβάλλονται από αυτό και αφορούσαν τόσο τις οικιστικές δραστηριότητες όσο και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, χωρίς όμως να αγνοήσει την ανάγκη ισορροπίας με την οικονομική ανάπτυξη και τη βιώσιμη χρήση γης, ακολουθώντας, στην ουσία, το σκεπτικό των υποθέσεων του Μαραθονησίου, όπως αναφέρθηκαν.
1.2.2. Η απόφαση σταθμός C-103/00 για την προστασία της θαλάσσιας χελώνας στον Κόλπο του Λαγανά
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή προσέφυγε κατά της Ελλάδας ζητώντας να διαπιστωθεί ότι η τελευταία παρέλειψε να λάβει ή, επικουρικώς, να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση και εφαρμογή ενός αποτελεσματικού συστήματος αυστηρής προστασίας της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta στη Ζάκυνθο. Η παράβαση αφορούσε το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και δ΄ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ δηλαδή τη μη αποτροπή, αφενός, της όχλησης του εν λόγω είδους κατά την περίοδο αναπαραγωγής του και, αφετέρου, την εκτέλεση δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν ζημία ή καταστροφή των περιοχών αναπαραγωγής του.
Περαιτέρω, το ΔΕΕ επικαλέστηκε και το άρθρο 23 παράγραφος 1 της Οδηγίας που αναφέρει ότι τα κράτη-μέλη θέτουν σε ισχύ τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση των μελών εντός δύο ετών από την κοινοποίησή της και χρειάζεται να ενημερώσουν κατευθείαν την Επιτροπή. Δεδομένου ότι η οδηγία αυτή κοινοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1992, η εν λόγω προθεσμία έληξε τον Ιούνιο του 1994.
Πιο αναλυτικά, μέσα από την αυτοψία που διενήργησε η Επιτροπή, διαπιστώθηκε η απουσία σήμανσης και φύλαξης των παραλιών, η παρουσία θαλάσσιων μοτοποδηλάτων σε περιοχές που απαγορεύεται, πληθώρας ομπρελών, ξαπλωστρών και κατασκευών καθώς και επεμβάσεις σε παραλία της Δάφνης. Στους ισχυρισμούς αυτούς της Επιτροπής, η Ελλάδα απάντησε ότι είχε στείλει στο ΣτΕ ένα σχέδιο ΠΔ, το οποίο βρισκόταν σε τελική επεξεργασία, για τη δημιουργία του Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου (ΘΠΖ). Ταυτόχρονα, κατέστησε γνωστό ότι είχε συστήσει Επιτροπή, η οποία είχε αναλάβει τη δημιουργία σχεδίου ειδικού ΠΔ, το οποίο θα καθόριζε τις οικονομικές ρυθμίσεις στις προστατευόμενες περιοχές της χώρας, ενώ, παράλληλα, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να καταρτίσει τρίτο ΠΔ, που θα ρυθμίζει τα αντισταθμιστικά μέτρα για το ΘΠΖ. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τα τελευταία 20 έτη έχει λάβει πλειάδα μέτρων προστασίας του είδους στη Ζάκυνθο και παρέθεσε διοικητικά και κανονιστικά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί προς επίτευξη του ίδιου στόχου από το 1980, ενώ το ΠΔ του 1999 αποτελεί την εξέλιξη των αρχικών νομοθετημάτων για την προστασία του είδους. Ωστόσο, το ΔΕΕ δεν έλαβε υπόψιν το ΠΔ του 1999, καθώς η χώρα το κατέθεσε ύστερα από την λήξη της αιτιολογημένης ταχθείσας προθεσμίας των δύο μηνών.
Λαμβάνοντας υπόψιν την έκθεση του ΣτΕ του 1999 για το σχέδιο του αναφερθέντος ΠΔ, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι οι διατάξεις που θα περιλάμβανε το ΠΔ του 1999, δεν ήταν ικανές να διασφαλίσουν την προστασία των περιοχών στον Κόλπο του Λαγανά, ενώ και η Ελλάδα παραδέχτηκε ότι το προγενέστερο του ΠΔ 1999 καθεστώς δεν παρείχε τόσο αυστηρή προστασία. Χαρακτηριστικά, το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν επιδρά στις ανωτέρω διαπιστώσεις το γεγονός ότι δε μειώθηκε ο αριθμός των φωλεών του είδους αυτού κατά την τελευταία δεκαπενταετία.
Ως προς συγκεκριμένα μέτρα προστασίας της χελώνας Caretta caretta, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η κυκλοφορία μοτοποδηλάτων στην αμμώδη παραλία του Λαγανά και η παρουσία πλωτών μέσων στη θαλάσσια ζώνη του Γέρακα και της Δάφνης αποτελούν εκ προθέσεως παρενόχληση του είδους καθώς και οι κατασκευές σε μια παραλία αναπαραγωγής ενδέχεται να επιφέρουν βλάβες στον τόπο αναπαραγωγής του είδους υπό την έννοια του άρθρου 12 παρ. 1 στ. β΄ και δ΄της Οδηγίας.
Συνοψίζοντας, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα παρέβη το άρθρο 12 της Οδηγίας, καθώς δεν έλαβε εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να συνταχθεί ένα ικανοποιητικό νομικό πλαίσιο προστασίας για τη θαλάσσια χελώνα Caretta-Caretta, με αποτέλεσμα την ενόχληση του είδους κατά τις περιόδους αναπαραγωγής του και τη συνέχιση δραστηριοτήτων, που πιθανώς να επιφέρουν καταστροφές στις περιοχές όπου διαβιεί.
1.3. Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου – Γουνοπούλου Νιόβη
1.3.1.Η ίδρυση του ΕΘΠΖ
Το ΕΘΠΖ ιδρύθηκε με το ΠΔ 906/Δ/22.12.1999, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 1272/Δ/27.11.2003. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 του ΠΔ του 1999 ορίστηκαν οι ειδικότεροι στόχοι διαχείρισης και τα μέτρα προστασίας των περιοχών του Εθνικού Πάρκου. Το ΠΔ διέκρινε τις θαλάσσιες περιοχές, χαρακτηρίζοντάς τις ως ΠΠΦ, και τις χερσαίες εκτάσεις του ΕΘΠΖ. Ενδεικτικά, η χερσαία περιοχή Α1, που χαρακτηρίστηκε ως “απόλυτης προστασίας” έχει στόχο τη διασφάλιση της σημαντικότερης περιοχής ωοτοκίας της θαλάσσιας χελώνας και επομένως επιτρέπεται μόνο η επιστημονική έρευνα, η συστηματική παρακολούθηση οικολογικών μέτρων και η εκτέλεση ειδικών διαχειριστικών έργων. Με το άρθρο 5, καθορίστηκε, επιπλέον, η περιφερειακή ζώνη του ΕΘΠΖ στην οποία ορίζονται οι χρήσεις γης και οι περιορισμοί δόμησης ενώ στο άρθρο 6 θεσπίζονται οι επιτρεπόμενες και μη δραστηριότητες σε όλες τις περιοχές του ΕΘΠΖ. Στο άρθρο 7, μετά την τροποποίησή του από το ΠΔ 2003, αναφέρεται ότι με σκοπό την αποτελεσματικότερη διοίκηση, οργάνωση και προστασία των εν λόγω περιοχών συστάθηκε το ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σε Φορέα Διαχείρισης ΕΘΠΖ (πρώην Οργανισμός) και τέλος, με βάση το άρθρο 8 η υποχρέωσή του να καταρτίσει εντός ενός έτους από τη θέσπιση του εν λόγω πδ, τον Κανονισμό Διοίκησης και Λειτουργίας και τα Σχέδια Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου.
Στην υπ’ αριθμόν 3067/2001 απόφαση, το ΣτΕ έκρινε την εγκυρότητα του ΠΔ 906/Δ/22.12.1999 και αποφάνθηκε ότι δεν μεταβλήθηκε ο προορισμός της ιδιοκτησίας της αιτούσας, καθώς το ακίνητο βρισκόταν σε παραθαλάσσια μη αστική περιοχή προστασίας της φύσης. Αντιθέτως, το ΠΔ θέσπισε νέους περιορισμούς για την πληρέστερη διαφύλαξή του που είναι συναφείς με τον προορισμό της ιδιοκτησίας και δεν στερούν οριστικά τη χρήση της, καθώς επιτρέπεται η παροχή τουριστικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι δεν τίθεται θέμα αποζημίωσης.
1.3.2. Η διαχείριση των αποβλήτων στο ΕΘΠΖ στην απόφαση του ΔΕΕ
Η υπόθεση C-600/12 του ΔΕΕ αφορά τη λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής αποβλήτων (ΧΥΤΑ) της Ζακύνθου, ο οποίος βρίσκεται εντός του ΕΘΠΖ, που είχε οριστεί ως περιοχή Natura 2000 λόγω της παρουσίας της θαλάσσιας χελώνας Caretta-Caretta, η λειτουργία του οποίου παρουσίαζε σοβαρές επιπτώσεις για το φυσικό οικότοπο του προστατευόμενου είδους.
Το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει παραβιάσεις επί του νομικού πλαισίου της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ για τη διαχείριση των αποβλήτων, της Οδηγίας 1999/31/ΕΚ για την υγειονομική ταφή αποβλήτων και της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τους Οικοτόπους.
Επιπροσθέτως, το άρθρο 13 της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ επισημαίνει την ανάγκη τα κράτη-μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η διαχείριση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και με πρωταρχικό στόχο την προστασία του περιβάλλοντος.
Αναφορικά με την Οδηγία 1999/31/ΕΚ είναι σημαντικά να τονιστούν το
άρθρο 8, όπου επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή εκδίδει άδεια λειτουργίας για τον ΧΥΤΑ μόνον εφόσον τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, ακόμα το
άρθρο 9, όπου καθορίζει τις συνθήκες εφαρμογής του ΧΥΤΑ και το
άρθρο 11, το οποίο επεξηγεί τη διαδικασία πριν τα απόβλητα γίνουν δεκτά στους χώρους ταφής τους. Τέλος, το
άρθρο 12 της Οδηγίας υπογραμμίζει τη σημασία τα κράτη μέλη να ελέγχουν τις διαδικασίες κατά τη λειτουργία του ΧΥΤΑ, ενώ το
άρθρο 14 ορίζεται ότι η συνέχιση της λειτουργίας του ΧΥΤΑ μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα με προθεσμία έως 8 έτη.
Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η Ελλάδα διατηρεί ενεργό έναν δυσλειτουργικό και κορεσμένο ΧΥΤΑ στη Ζάκυνθο και ότι ανανέωσε την άδεια λειτουργίας του συγκεκριμένου χώρου, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το
άρθρο 6 παραγράφου 3 και 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των φυσικών βιοτόπων παραβιάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω διατάξεις.
Η Ελλάδα δεν παρείχε επαρκείς αποδείξεις ότι τα μέτρα που έλαβε ήταν συμβατά με τους στόχους διατήρησης της περιοχής, ενώ τα επιχειρήματα που προέβαλε, περί διοικητικών, οικονομικών ή γεωγραφικών δυσχερειών, απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμα καθώς το Δικαστήριο τόνισε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές ή οικονομικές δυσκολίες για τη μη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο.
Αναφορικά με τη διαχείριση αποβλήτων, η λειτουργία του ΧΥΤΑ κρίθηκε εντελώς αντίθετη προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/98/ΕΚ, ενώ οι διαπιστωθείσες δυσλειτουργίες, όπως η ανεπαρκής κάλυψη αποβλήτων, η υπολειτουργία εγκαταστάσεων βιολογικής επεξεργασίας και η διαρροή στραγγισμάτων, εγκυμονούσαν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ, βάσει της Οδηγίας για τους Οικοτόπους, διαπίστωσε ότι η Ελλάδα παρέτεινε τη λειτουργία του ΧΥΤΑ στη Ζάκυνθο, χωρίς να έχει προβεί στις απαραίτητες ενέργειες επιτήρησης και πρόβλεψης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ ούτε η Ελλάδα δεν αμφισβήτησε την έλλειψη της ΜΠΕ. Μάλιστα, δεδομένου ότι η Οδηγία αυτή δεν περιλαμβάνει ορισμό του όρου “σχέδιο”, αυτός λαμβάνεται από το άρθρο 1 παράγραφος 2 της Οδηγίας 85/337, σύμφωνα με το οποίο η έννοια αυτή περιλαμβάνει την πραγματοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων στις οποίες εντάσσονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.
Το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι κάθε σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, είναι κρίσιμο να εκτιμάται ως προς τις περιβαλλοντικές του επιπτώσεις, με κύριο στόχο τη διαφύλαξη του τόπων προστασίας. Είναι σαφές ότι η αναγνώριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει η λειτουργία του εν λόγω ΧΥΤΑ στην περιοχή σε συμμόρφωση με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της Οδηγίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, καθώς χωρίς αυτήν είναι αδύνατον να εξεταστούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αποκλίνουσας αυτής διάταξης.
Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα παρέβη τις υποχρεώσεις διατηρώντας ενεργό έναν κορεσμένο και δυσλειτουργικό ΧΥΤΑ στη Ζάκυνθο, ο οποίος δεν πληροί τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Παράλληλα, έκρινε ως παράβαση της χώρας την ανανέωση της άδειας λειτουργίας του συγκεκριμένου ΧΥΤΑ, χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στην Οδηγία για τους οικοτόπους. Καταληκτικά, το ΔΕΕ έκρινε ότι η παράταση της λειτουργίας του ΧΥΤΑ χωρίς λήψη διορθωτικών μέτρων καταδεικνύει τη σοβαρή έλλειψη πρόληψης και αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών εκ μέρους των ελληνικών αρχών, ενώ συνάμα, δεν είχε εκπονηθεί και εγκριθεί σχέδιο διευθέτησης, όπως απαιτεί η εν λόγω Οδηγία.
Συμπερασματικά, η δημιουργία και λειτουργία του ΕΘΠΖ αποτελεί σημαντική εξέλιξη για την ενίσχυση της προστασίας της βιοποικιλότητας και ειδικότερα του προστατευόμενου είδους της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta. Ωστόσο, οι περιορισμοί που επιβάλλονται για την περιβαλλοντική προστασία δημιουργούν ζητήματα σχετικά με άλλα ατομικά δικαιώματα, όπως τα ιδιοκτησιακά.
1.4 Ο Κόλπος της Κυπαρισσίας – Κούρα Μανώλη Άννα
Η δεύτερη σημαντικότερη περιοχή για την ωοτοκία και την διαβίωση της χελώνας caretta – caretta, μετά την Ζάκυνθο, είναι ο Kόλπος της Κυπαρισσίας στην Πελοπόννησο όπου μάλιστα, από το 2013 και μετά, ο αριθμός των φωλιών έχει ξεπεράσει αυτών της Ζακύνθου
, με αποτέλεσμα να πρόκειται σήμερα για την περιοχή με το μεγαλύτερο αναπαραγωγικό πληθυσμό της χελώνας στη Μεσόγειο.
1.4.1. Η ενωσιακή απόφαση σταθμός για την προστασία του Κόλπου της Κυπαρισσίας
Η περιοχή «Θίνες της Κυπαρισσίας» έχει ενταχθεί από το 2006 με απόφαση της Επιτροπής στον κατάλογο των ΤΚΣ για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή, λόγω της παρουσίας της χελώνας caretta- caretta, και έχει κηρυχθεί από την Ελλάδα ως ΕΖΔ με τον νόμο 3937/2011, άρθρο 9 παράγραφος 6. Στην υπόθεση C-504/2014
, έγινε δεκτό ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 12 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, για την υποβάθμιση του φυσικού οικοτόπου και την παρενόχληση του προστατευόμενου είδους της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta καθώς και για τη μη θέσπιση ενός αποτελεσματικού νομικού πλαισίου για την προστασία της.
Καταρχάς, το Δικαστήριο μελετώντας την παραβίαση του άρθρου 6 παράγραφος 2, εντόπισε ότι έχει παραβιασθεί η γενική αρχή της πρόληψης. Σύμφωνα με αυτήν, τα κράτη υποχρεούνται να θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση των οικοτόπων και η διατάραξη των ειδών στις περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως ΕΖΔ και σε περιφερειακές περιοχές, αν αυτό επιβάλλεται από τον οικότοπο.
Ακόμα και η απόδειξη πιθανότητας πρόκλησης κινδύνου στις περιοχές αυτές αρκεί, σύμφωνα με το Δικαστήριο, για να θεμελιωθεί παραβίαση της συγκεκριμένης διάταξης.
Στην εν λόγω υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν την παράβαση του άρθρου 6 παράγραφος 2 είναι η παροχή άδειας και κατασκευής κατοικιών κοντά στην προστατευόμενη περιοχή, η διάνοιξη νέων οδών, η παραχώρηση χώρου για camping με τροχόσπιτα και η ανοχή ελεύθερου camping σε κοντινή περιοχή, η παρουσία υπεράριθμων επίπλων παραλίας και εξεδρών, η ανοχή φωτορύπανσης τόσο λόγω του δημόσιου φωτισμού όσο και λόγω των εστιατορίων, των ξενοδοχείων και των καταστημάτων γύρω από τη ζώνη της Κυπαρισσίας καθώς και η ανοχή αλιευτικής δραστηριότητας στην επίμαχη περιοχή. Ως εκ τούτου, η ως άνω κατάσταση, υποβαθμίζει τους φυσικούς οικοτόπους ενώ, ταυτόχρονα, αποτελεί και μεγάλης βαρύτητας ενόχληση του είδους, που μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση του πληθυσμού του στην περιοχή, εφόσον μάλιστα διήρκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ενδιαφέρουσα ήταν η στάση του Δικαστηρίου απέναντι στους ελληνικούς ισχυρισμούς περί μη χορήγησης αδειών και επιβολής κυρώσεων στις παρανόμως εκτελεσθείσες οικοδομικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες. Το ΔΕΕ επεσήμανε ότι η Ελλάδα ήταν εξαρχής υποχρεωμένη να θεσπίσει ένα κατάλληλο καθεστώς προστασίας που θα απέτρεπε τις αυθαιρεσίες στη συγκεκριμένη περιοχή, κρίνοντας τελικά ότι αυτές συντελέστηκαν λόγω έλλειψης του. Η στάση αυτή του Δικαστηρίου ήρθε σε αντίθεση με τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως, η οποία υποστήριξε ότι δεν προσκομίστηκαν επαρκή στοιχεία για την στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης παραβίασης.
Ιδιαίτερα, για τις χορηγηθείσες από το κράτος άδειες σε τρίτους – και άρα προηγούμενου ελέγχου και εκτίμησης της κατάστασης από το κράτος – το Δικαστήριο εντοπίζει παραβίαση του άρθρου 6 παράγραφος 3 της Οδηγίας στις περιπτώσεις που οι ενέργειες αυτές μπορούσαν να επιφέρουν τόσο τη μείωση της επιφάνειας των θινών όσο και την παρενόχληση της Caretta caretta. Για την παραβίαση της συγκεκριμένης διάταξης, το Δικαστήριο εκτίμησε μόνο τις χορηγηθείσες από το κράτος άδειες, αποκλείοντας τις περιπτώσεις δόμησης που η κρατική άδεια δεν είχε δοθεί. Υποστήριξε ότι το κράτος ήταν υποχρεωμένο, πριν από την χορήγησή τους, να διενεργήσει την επιβαλλόμενη από την εν λόγω διάταξη
Δέουσα Εκτίμηση με την εκτέλεση ΜΠΕ, γεγονός που η χώρα παρέλειψε.
Μάλιστα, σύμφωνα με την Γενική Εισαγγελέα
, η χορήγηση των συγκεκριμένων αδειών θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή των αμμοθινών, αλλά και σε μη ανεκτές ενοχλήσεις της χελώνας Caretta caretta, γεγονός που καθιστούσε υποχρεωτική την διενέργεια της Δέουσας Εκτίμησης
. Εξάλλου, στόχος της Δέουσας Εκτίμησης με την διενέργεια της ΜΠΕ είναι η διερεύνηση των επιπτώσεων στους φυσικούς οικοτόπους από την δημιουργία έργων που δύναται να οδηγήσουν σε παραβίαση των στόχων διατήρησης της συγκεκριμένης περιοχής
. Επισημαίνεται ότι επιβάλλεται η απόρριψη άδειας σε προστατευόμενη περιοχή ακόμα και αν υπάρχει πιθανότητα υποβάθμισης της
, θέση που υποστηρίζει και το ΣτΕ, το οποίο, επικαλούμενο την αρχή in dubio pro natura, τονίζει ότι αν, μετά την διενέργεια της Δέουσας Εκτίμησης, υπάρχουν ακόμα αμφιβολίες ως προς τις επιπτώσεις του έργου, δεν θα πρέπει αυτό να εγκριθεί.
Καταληκτικά, ακόμα και αν η Ελλάδα είχε επικαλεστεί επικουρικά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, θα έπρεπε και πάλι να είχε εξαρχής προβεί σε ΜΠΕ. Εν προκειμένω, όμως, η επίκληση της παραγράφου 4 δε θα μπορούσε να γίνει δεκτή από το δικαστήριο, καθώς λείπουν τα στοιχεία του επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, αλλά και της συσχέτισης των αδειών με έργα απαραίτητα για τη διατήρηση του οικοτόπου.
Συνεπώς, λόγω των παραβιάσεων των άρθρων 6 παράγραφοι 2 και 3 και της ατελούς προσπάθειας για την θέσπιση ενός αποτελεσματικού νομικού πλαισίου, που είχε επιχειρηθεί μόνο μέσω κάποιων υπουργικών αποφάσεων και όχι με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, το ΔΕΕ καταδίκασε την Ελλάδα για την παραβίαση των στοιχείων β΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 12 της Οδηγίας. Τέλος, για την συγκεκριμένη υπόθεση, φαίνεται ότι η χώρα οδηγείται και πάλι ενώπιον του ΔΕΕ, λόγω αιτήματος της Επιτροπής για επιβολή προστίμου, εξαιτίας της μη συμμόρφωσής της ως προς την απόφαση του ΔΕΕ, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τη συνεχή αδυναμία της χώρας να προστατεύσει επαρκώς τη συγκεκριμένη περιοχή.
1.4.2. Η εξέλιξη του εθνικού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία της θαλάσσιας χελώνας caretta-caretta στον Κόλπο της Κυπαρισσίας
Καταρχάς, χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια της Ελλάδας να εκδώσει ΠΔ
το 2015 για τη δημιουργία νομικού πλαισίου προστασίας του Κόλπου της Κυπαρισσίας, μετά από την κλήση της από την Επιτροπή και ενόψει της επικείμενης καταδίκης της. Για το αναφερθέν ΠΔ, η έκδοση του οποίου τελικά δεν επήλθε ποτέ, είχε κατατεθεί στο ΣτΕ Πρακτικό Επεξεργασίας.
Το ΣτΕ, παρά το γεγονός της παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας της γνωμοδότησης της Επιτροπής Φύση 2000 και λόγω της επιτακτικής ανάγκης για την έκδοση ενός νομοθετήματος που θα προστάτευε την περιοχή, προχώρησε στην διατύπωση σχετικών παρατηρήσεων αναφορικά με την νομιμότητα του κατατιθέμενου σχεδίου. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός των περιοχών ως
«Περιφερειακό Πάρκο» υπονομεύει την οικολογική αξία της περιοχής, καθώς αυτή πληρεί όλες τις προϋποθέσεις για τη σύσταση ενός
«Εθνικού Πάρκου». Επομένως, ο τελευταίος χαρακτηρισμός θα έπρεπε να επιλεχθεί, δεδομένου ότι η Διοίκηση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι υποχρεωμένη να προτιμά τον όρο
«Εθνικό Πάρκο». Το σκεπτικό του Δικαστηρίου δεν ανατράπηκε ούτε από το γεγονός ότι στις χαρακτηριζόμενες ως
«Περιφερειακό Πάρκο» περιοχές βρίσκονταν τόποι που δεν εντάσσονται στο δίκτυο Natura 2000, ούτε και από την παρουσία της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta μόνο στην παραλιακή ζώνη.
Στη συνέχεια, η πιο σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία για την προστασία του Κόλπου της Κυπαρισσίας συντελέστηκε με τη δημοσίευση του ΠΔ 391/Δ/03.10.2018, το οποίο βασίστηκε σε Γνωμοδότηση του
ΣτΕ 175/2017 καθώς και στο Πρακτικό Επεξεργασίας 80/2018. Βασικός του στόχος είναι η ενίσχυση της προστασίας του Κόλπου της Κυπαρισσίας χωρίς, όμως, να χαρακτηρίζει την περιοχή ως «Εθνικό Πάρκο», όπως είχε προταθεί από το ΣτΕ στο ΠΕ32/2015, αλλά χωρίζοντάς την σε τρεις ζώνες προστασίας. Ειδικότερα, τον σκληρό πυρήνα προστασίας αποτελεί η ονομαζόμενη ΠΠΦ, στην οποία περιορίζονται αυστηρά οι δραστηριότητες στην έρευνα, στις ήπιες δραστηριότητες αναψυχής και στα έργα βελτίωσης του οικοσυστήματος.
Για τις περιοχές που δεν εντάσσονται στις ΠΠΦ, προβλέπεται η δημιουργία Προστατευόμενων Φυσικών Σχηματισμών (ΠΦΣ), ενώ για τις περιφερειακές περιοχές η Ζώνη Αγροτικού Τοπίου (ΖΑΤ).
Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την προστασία της Caretta caretta κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας – ήτοι την περίοδο από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο κάθε έτους– το ΠΔ απαγορεύει την εγκατάσταση μόνιμων σκιάστρων και καρεκλών, υποχρεώνοντας την απομάκρυνσή τους μετά την δύση του ηλίου σε χώρο εκτός της αμμώδους έκτασης και την επανατοποθέτησή τους το επόμενο πρωί χωρίς να σύρονται στην άμμο. Ταυτόχρονα, υποχρεώνει την τοποθέτηση κατάλληλου φωτισμού που δεν είναι ορατός από την παραλία και την τοποθέτηση ομπρελών σε απόσταση με καθορισμένο τρόπο που δεν ενοχλεί το προστατευόμενο είδος.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί πως η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που επιτρέπει την εκτός σχεδίου δόμηση, παρά την αντίθετη πρόταση του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2014
. Ως δικλείδα προστασίας για την συγκεκριμένη απόφαση της χώρας, τόσο τα έργα όσο και οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται υποβάλλονται σε ΜΠΕ, η οποία ελέγχει αν τα σχέδια είναι συμβατά με την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων.
1.4.2.1. Το ΠΔ 391/Δ/03.10.2018 στη νομολογία του ΣτΕ
Στις αποφάσεις 164-170/2021 το ΣτΕ κρίνει για πρώτη φορά την νομιμότητα του ΠΔ 391/Δ/03.10.2018, αποφαίνοντας, τελικά, υπέρ του κύρους του και απορρίπτοντας τις κατατιθέμενες αιτήσεις ακυρώσεως.
Αξίζει να αναφερθεί η υπ’ αριθμόν
166/2021 απόφαση του ΣτΕ όπου ενάγουσα ήταν ξενοδοχειακή επιχείρηση σε περιοχή που εντάσσεται στις ΠΠΦ 2γ) και 1β) του ΠΔ 391/Δ/03.10.2018. Βασικός ισχυρισμός της ήταν ότι το ΠΔ είχε βασιστεί σε Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) του 2011 και του 2014. Οι συγκεκριμένες πράξεις έρευνας, όμως, μετά την έκδοση της Οδηγίας 85/337 για την Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και της αντίστοιχης 2001/42/ΕΚ για τα σχέδια ή προγράμματα που ενσωματώθηκαν με ΚΥΑ, υπάγονται στην Στρατηγική Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (ΣΠΕ) μέσω αντίστοιχης μελέτης (ΣΠΜΕ). Επομένως, η ΚΥΑ που προβλέπει ότι σε περίπτωση έκδοσης ΠΔ αρκεί η διενέργεια ΕΠΜ πρέπει να θεωρηθεί, κατά την ενάγουσα, ως παράνομη, καθώς υποβαθμίζει την προσήκουσα περιβαλλοντική εκτίμηση χωροταξικών και κανονιστικών ρυθμίσεων και αντίκειται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Βέβαια, στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκρίνει την διενέργεια της ΣΠΕ για σχέδια που μπορούν να ελεγχθούν με περισσότερους του ενός τρόπου.
Στους αναφερθέντες ισχυρισμούς, το ΣτΕ απαντά ότι το άρθρο 4 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2001/42 δίνει στα ίδια τα κράτη την δυνατότητα να επιλέγουν τον τρόπο εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, έχοντας, επομένως, και την ευχέρεια να επιλέγουν ειδικές διαδικασίες εκτίμησης. Απορρίπτει, λοιπόν, τον σχετικό ισχυρισμό της επιχείρησης ως αβάσιμο.
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, με βάση την υπ’ αριθμόν 175/2017 γνωμοδότηση του ΣτΕ, το σχέδιο του ΠΔ που είχε υποβληθεί υπαγόταν στο καθεστώς που επικαλούταν η ενάγουσα, για αυτό και είχε ζητηθεί η αναβολή του την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Μεσολάβησε, όμως, η τροποποίηση της αναφερόμενης ΚΥΑ έτσι ώστε να προστεθεί ο όρος που εξαιρεί τα ΠΔ που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή ΕΠΜ από την υποβολή ΣΜΠΕ
. Εξάλλου, και η επόμενη γνωμοδότηση του ΣτΕ
που κλήθηκε να λύσει αυτήν την φαινομενική «σύγκρουση αρμοδιοτήτων» επικαλείται την Οδηγία ΣΠΕ, η οποία προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη έχουν την διακριτική ευχέρεια επιλογής κατάλληλης διαδικασίας εκτίμησης, με την προϋπόθεση ότι η διαδικασία αυτή δεν αντίκειται στο σκοπό της Οδηγίας, ήτοι στην αυστηρή περιβαλλοντική προστασία των συγκεκριμένων περιοχών.
Χαρακτηριστικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεώρησε νόμιμες βάσεις για την δημιουργία του ΠΔ του 2018 την ΕΠΜ του 2011 και του 2014, παρά την μεγάλη χρονική διάρκεια που είχε μεσολαβήσει από την έκδοσή τους μέχρι την δημοσίευση του διατάγματος, θεωρώντας ότι η περίοδος αυτή δεν είχε επιφέρει ουσιώδη αλλαγή των γεγονότων.
Άλλη μία σημαντική απόφαση του ΣτΕ ήταν η υπ’ αριθμόν
169/2021 όπου ζητείται και πάλι η ακύρωση του ΠΔ από ιδιοκτήτες ακινήτων σε περιοχές ΠΠΦ και ΖΑΤ. Στην υπόθεση, αυτή το Δικαστήριο τόνισε ότι ο χαρακτηρισμός που είχε δώσει το ΠΕ32/2015 στην περιοχή ως
«Εθνικό Πάρκο» δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση για την Διατήρηση της Φύσης, να εφαρμοστεί εν προκειμένω, καθώς για την εφαρμογή του απαιτείται να υφίστανται
προστατευόμενες περιοχές ευρείας κλίμακας αποτελούμενες από εκτεταμένα αδιατάρακτα φυσικά τοπία, η ύπαρξη «φυσικής κατάστασης» της περιοχής και ο αποκλεισμός ενεργούς διαχείρισης για την διατήρησή της. Επιπλέον, το δικαστήριο απεφάνθει πως ο χαρακτηρισμός ΠΠΦ που επιλέχθηκε από την ΠΕ375/2017 και τελικά υιοθετήθηκε από το εκδοθέν ΠΔ ήταν ο πλέον αντιπροσωπευτικός. Τόνισε, επίσης, πως το γεγονός ότι το δικαστήριο, με την γνωμοδότηση ΠΕ32/2015, είχε ήδη προτείνει τον χαρακτηρισμό της περιοχής ως «Εθνικό Πάρκο» δεν εμπόδιζε την διοίκηση να επανέλθει, στη συνέχεια, με νέο σχέδιο προεδρικού διατάγματος που, τελικά, θα επαναπροσδιόριζε τον όρο. Ενδιαφέρουσα φαίνεται, επίσης, και η επίκληση του νομολογιακού κανόνα Danthony
, σύμφωνα με τον οποίο οι πλημμέλειες οι οποίες εντοπίστηκαν στην γνωμοδοτική απόφαση της Επιτροπής 2000, εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς ότι άσκησαν επιρροή στο κύρος της γνωμοδότησης, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν.
Τέλος, χαρακτηριστικός είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι στις περιοχές που τους απασχολούσαν- εν προκειμένω, αναφέρονταν σε περιοχές ΖΑΤ- δεν υπήρχε παρουσία αμμοθινών· το Δικαστήριο έκρινε τον παραπάνω ισχυρισμό ως αβάσιμο τονίζοντας τον συνεχόμενα αναπτυσσόμενο χαρακτήρα των αμμοθινών, ο οποίος καταστρέφεται, σε συγκεκριμένα σημεία, από ανθρωπογενείς επεμβάσεις.
1.4.3. Πρόσφατη νομολογιακή εξέλιξη για τον Κόλπο της Κυπαρισσίας
Μια τελευταία νομολογιακή εξέλιξη αποτέλεσε η υπ’ αριθμόν 1322/2021 απόφαση του ΣτΕ όπου ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου. Σύμφωνα με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα, η εταιρεία υποχρεούταν να λάβει προληπτικά και αποκαταστατικά μέτρα για την αποτροπή πρόσβασης τροχοφόρων στην παραλία της περιοχής «Νεοχώρι-Θίνες Κυπαρισσίας», καθώς είχε χαράξει μέχρι το 2012 με χρήση μηχανήματος, πέντε διόδους προς την θάλασσα για την εκπλήρωση του επιχειρηματικού της σκοπού. Στην εταιρεία, λόγω των συγκεκριμένων πράξεων, επιβλήθηκε πρόστιμο ενώ, ταυτόχρονα, υποχρεώθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε άμεση αποκατάσταση της βλάβης των αμμοθινών, κλείνοντας τις οδούς και δημιουργώντας αναχώματα, καθώς και στην εν γένη αποκατάσταση των αμμοθινών της περιοχής με δικές της δαπάνες. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά αποτελούν και ένα μέρος του πραγματικού της υπόθεσης C-504/2014, καθώς οι 5 αυτοί δίοδοι αποτέλεσαν περιπτώσεις που αποδείκνυαν την παραβίαση του άρθρου 6 παράγραφος 2 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.
Στην απόφασή του, το ΣτΕ επικαλείται το άρθρο 24 του Συντάγματος, το άρθρο 191 της ΣΛΕΕ καθώς και το ΠΔ 148/2009. Όσον αφορά το άρθρο 191 της ΣΛΕΕ, η σκέψη του δικαστηρίου βασίστηκε, εκτός των άλλων, και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», σύμφωνα με την οποία οποιοσδήποτε προκάλεσε περιβαλλοντική ζημία είναι, καταρχήν, ο ίδιος υπεύθυνος να την αποκαταστήσει, χωρίς να πρέπει να υποχρεωθεί το κοινωνικό σύνολο να επωμιστεί, σε κανένα στάδιο, το κόστος της αποκατάστασης.
Όσον αφορά το ΠΔ 148/2009, το δικαστήριο έκρινε ότι το μέτρο της απαγόρευσης της πρόσβασης αρχικά και στις πέντε διόδους – μέτρο που επιβάλλεται από την προσβαλλόμενη απόφαση με την κατασκευή αναχωμάτων- αποτελεί προληπτικό και όχι κατασταλτικό μέτρο αποκατάστασης, και, επομένως, ανάγεται στο άρθρο 3 περίπτωση 10 και άρθρο 8 του αναφερθέντος ΠΔ. Επομένως, το ΣτΕ ακολούθησε την απόφαση του ΔΕΕ, απορρίπτοντας την αίτηση ακυρώσεως της εταιρείας.
1.4.4. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις
Από την ανάλυση της συγκεκριμένης περιοχής αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά η τακτική της Ελλάδας να προβαίνει σε νομοθετικές πρωτοβουλίες μόνο υπό την απειλή μιας επικείμενης καταδίκης από το ΔΕΕ, γεγονός που αποδεικνύεται από την περίπτωση της εσπευσμένης σχεδίασης, το 2015, ενός «σχεδίου διατάγματος» που θα επικαλούταν η χώρα την επόμενη χρονιά ενώπιον του ΔΕΕ. Επίσης, ανεπαρκής φαίνεται για άλλη μια φορά και η αντιμετώπιση της ΜΠΕ ως μία τυπική υποχρέωση που μάλιστα πολλές φορές παραλείπεται εντελώς.
Προβληματική, επίσης διαφαίνεται και η εκτεταμένη λίστα δραστηριοτήτων, των οποίων η διεξαγωγή έχει επιτραπεί στις ΖΑΤ. Πιο συγκεκριμένα, το ΣτΕ επικαλούμενο την άποψη της Επιτροπής Φύση 2000 αναφέρει ότι δραστηριότητες που είναι ανεκτές, σύμφωνα με το ΠΔ, σε περιοχές ΖΑΤ -όπως η δόμηση τουριστικών καταλυμάτων, κατοικιών και καταστημάτων εστίασης και η διενέργεια οργανωμένης κατασκήνωσης - θέτουν σε έντονο κίνδυνο σημαντικές γειτονικές περιοχές που, μάλιστα, για την εκτεταμένη προστασία τους έχουν χαρακτηριστεί ως ΠΠΦ.
Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσμοθετηθεί τουλάχιστον η αντικατάσταση των υφιστάμενων τουριστικών δραστηριοτήτων σε ειδικές και περιορισμένες ενέργειες αγροτουρισμού.
Είναι γεγονός ότι παρά τη νομική προστασία που, πλέον, απολαμβάνει η περιοχή με την έκδοση του ΠΔ 2018, πληθώρα περιστατικών, όπως η τοποθέτηση ξύλινων διαδρόμων στην άμμο, η μη τήρηση των καθορισμένων αποστάσεων ανάμεσα στις ομπρέλες και η παράνομη δόμηση και αλιεία, αποδεικνύουν ότι το ΠΔ δεν εφαρμόζεται στην πράξη και η χώρα δε συμμορφώνεται με τις Προτάσεις no.174 της Σύμβασης της Βέρνης
. Στο ίδιο πλαίσιο, οι ετήσιες αναφορές του ΑΡΧΕΛΩΝ και του MEDASSET καταγγέλλουν εκτεταμένη φωτορύπανση, παραμονή επίπλων παραλίας κατά τις νυχτερινές ώρες, παρουσία και κίνηση οχημάτων στην παραλία καθώς και καλλιέργεια ξενικών ειδών στις αμμοθίνες και τις παραλίες.
Βασική νομοθετική επιταγή είναι η δημιουργία ενός Σχεδίου Διαχείρισης για την προστασία της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta στην περιοχή. Ενώ, όμως αυτή η υποχρέωση προβλέπεται στο ΠΔ, το Σχέδιο δεν έχει ακόμα εκδοθεί, για αυτό και υποβάλλεται ξανά ως αίτημα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με ανώτατο χρονικό όριο υλοποίησής του το τέλος του 2023. Το Σχέδιο αυτό, σύμφωνα με την Επιτροπή, επιβάλλεται να προβλέπει τρόπους προστασίας του είδους εναντίον της φωτορύπανσης καθώς και να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ίδρυσης παραλιακών καταστημάτων και τοποθέτησης επίπλων παραλίας στις επίμαχες περιοχές
. Βέβαια, από την επιστολή που έστειλε η χώρα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Σεπτέμβριο του 2024, φαίνεται ότι ένα Σχέδιο Διαχείρισης βρίσκεται σε τελικό στάδιο, οπότε και αναμένουμε την έκδοση του.
Κεφάλαιο Β´ : Περιπτωσιολογία Προστατευόμενων Ειδών στη νομολογία – Μπόζα Βασιλική
2.1. Η Μεσογειακή Φώκια Η μεσογειακή φώκια (monachus monachus) είναι ένα από τα πιο απειλούμενα θηλαστικά
και οι πληθυσμοί της συναντώνται στην Μεσόγειο, με σημαντική παρουσία στην Ελλάδα, και σε παράκτιες περιοχές του Ατλαντικού Ωκεανού. Εντάσσεται μάλιστα στο Παράρτημα IV, στοιχείο α΄, της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992 και αναγνωρίζεται ως ζωικό είδος ενωσιακού ενδιαφέροντος που χρήζει αυστηρής προστασίας.
2.1.1. Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου-Βορείων Σποράδων (ΕΘΠΑΒΣ)
2.1.1.1. Η δημιουργία του ΕΘΠΑΒΣ
Το ΕΘΠΑΒΣ θεσμοθετήθηκε με το ΠΔ 519/1992
«Χαρακτηρισμός των Χερσαίων και Θαλάσσιων Περιοχών των Βορείων Σποράδων ως Θαλασσίου Πάρκου», το οποίο
είναι το μεγαλύτερο σε έκταση θαλάσσιο πάρκο στην Ευρώπη (2,2 τ.χλμ.)
, ενώ παράλληλα αποτελεί και το πρώτο πάρκο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Το Πάρκο περιλαμβάνει εκτός από την Αλόννησο και 6 μικρότερα νησιά (
Περιστέρα, Κυρά Παναγιά, Ψαθούρα, Πιπέρι, Σκάτζουρα και Γιούρα) καθώς και 22 βραχονησίδες. Βάσει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ έχει ενταχθεί στο οικολογικό δίκτυο ΝΑΤURA 2000 με κωδικό GR 1430004.
Πρώτον, στην υπ’ αριθμόν 2304/1995 απόφαση του ΣτΕ οι αιτούντες ζητούν την ακύρωση του Π.Δ. 519/1992 κατά το μέρος των διατάξεων των σχετικών με το νησί Πιπέρι, του οποίου παρουσιάζονται ως συγκύριοι. Το προσβαλλόμενο ΠΔ εκδόθηκε στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 21 ν. 1650/1986 που προβλέπει την έκδοση ΠΔ για τον χαρακτηρισμό περιοχών περιβαλλοντικής σημασίας, κατόπιν σύνταξης ΕΠΜ, που τεκμηριώνει την οικολογική ή αισθητική αξία της περιοχής και τη σκοπιμότητα των μέτρων προστασίας. Με το εν λόγω Π.Δ. το νησί Πιπέρι χαρακτηρίστηκε ως
“αυστηρό φυσικό καταφύγιο-πυρήνας του θαλάσσιου πάρκου”. Η ΕΠΜ που εκπονήθηκε τεκμηριώνει την αναγκαιότητα προστασίας του νησιού, αναφέροντας ότι η περιοχή αποτελεί καταφύγιο για τη μεσογειακή φώκια monachus monachus. Επομένως, το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι η ΕΠΜ προκύπτει ότι οι περιορισμοί και απαγορεύσεις που επιβάλλονται είναι απολύτως αναγκαίοι και σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι η προστασία της συγκεκριμένης περιοχής συμβάλλει στην ευρύτερη διατήρηση της βιοποικιλότητας και στην προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Συνεπώς, το προσβαλλόμενο διάταγμα δικαιολογεί τη θέσπιση αυστηρού πλαισίου προστασίας για το νησί Πιπέρι. Στην υπό κρίση απόφαση τίθεται το πάγιο ζήτημα της σύγκρουσης ανάμεσα στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την προστασία του περιβάλλοντος όπου το Δικαστήριο κατέληξε ότι η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος δικαιολογώντας τους περιορισμούς στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των αιτούντων και απέρριψε την αίτηση ακύρωσης.
2.1.1.2. Οι πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις
Με την ΚΥΑ «
ΥΠΕΝ/ΥΠΡΓ/84580/8195/2020» επιβλήθηκε εισιτήριο εισόδου για την επίσκεψη στην ζώνη Α του ΕΘΠΑΒΣ
για δραστηριότητες που είναι σύμφωνες με τους σκοπούς του και κατά αυτής ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης
. Τα έσοδα από τα εισιτήρια αποτελούν οικονομικό πόρο για τον οικείο Φορέα Διαχείρισης και η θέσπιση του εισιτηρίου βασίστηκε στο άρθρο 8 του ν. 4519/2018, ο οποίος αναθεώρησε το καθεστώς των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών, επιτρέποντας την αυτοχρηματοδότησή τους μέσω πόρων. Ωστόσο, πριν από την ακροαματική διαδικασία η αρχική ΚΥΑ αντικαταστάθηκε εν μέρει από νέα ΚΥΑ «ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/79100/2510/2020
» και οι αιτούντες ζήτησαν τη συνέχιση της δίκης, προσβάλλοντας και τη νεότερη ΚΥΑ. Ωστόσο, το Β’ Τμήμα αποφάνθηκε ότι η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 2 του ν. 4519/2018, εντάσσεται στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και παράλληλα συνδέεται με τις αρμοδιότητες των Φορέων του ν. 4519/2018. Συνεπώς, αναμένεται η εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Τμήμα μετά την παραπομπή της στην Πρόεδρο του ΣτΕ.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η ΚΥΑ ΥΠΕΝ/ΓΔΠΠ/35330/646/2024
“Όροι και περιορισμοί για τους αιγιαλούς και τις παραλίες υψηλής προστασίας (απάτητες παραλίες)”, όπου στο άρθρο 1 οι περιοχές του ΕΘΠΑΒΣ που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι εντάσσονται στους αιγιαλούς και παραλίες υψηλής προστασίας, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του νόμου 5092/2024. Στο άρθρο 2 παρ. 1 διατυπώνεται ότι στις καθορισμένες στο Παράρτημα Ι περιοχές δεν επιτρέπεται η εκχώρηση δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας, καθώς και οποιαδήποτε δραστηριότητα μπορεί διαταράξει τη μορφολογία τους και να επηρεάσει αρνητικά τις οικολογικές λειτουργίες των περιοχών αυτών. Ωστόσο, οι περιορισμοί αυτοί αίρονται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που κρίνονται απαραίτητες για την Εθνική Άμυνα, την αποκατάσταση ή την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και σε περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών με την προϋπόθεση ότι θα ληφθούν μέτρα για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος.
Η ισχύς των διατάξεων της προσωρινής ΚΥΑ 2024 σε περιοχές του ΕΘΠΑΒΣ εξαρτάται από την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατάρτισης Σχεδίου Διαχείρισης και την έκδοση του απαραίτητου π.δ., οπότε και θα εφαρμόζονται τα τελευταία.
2.1.2. Οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες στα ευαίσθητα οικοσύστημα
Το ΣτΕ με την υπ’ αριθμόν 4633/1997 απόφαση ακύρωσε την ΑΕΠΟ για την εγκατάσταση δεξαμενών υγρών καυσίμων στον Κόλπο Γέρας του Νομού Λέσβου, περιοχής που αποτελεί οικοσύστημα μεγάλης αξίας και υψηλής αισθητικής. Η εγκατάσταση και λειτουργία βιομηχανικών μονάδων σε παράκτιες ζώνες επιτρέπεται μόνο αν δεν προκαλείται διατάραξη ή ρύπανση του θαλάσσιου οικοσυστήματος καθότι αποτελεί ευπαθή περιοχή όπου επιτρέπονται μόνο οι ήπιες αναπτυξιακές δράσεις. Το ΣτΕ υπογράμμισε ότι η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, κατοχυρωμένη στο άρθρο 24 Σ
και στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αποτελεί την βάση για την αξιολόγηση τέτοιων έργων και απαιτεί η ανάπτυξη να ικανοποιεί τις ανάγκες της παρούσας γενιάς, χωρίς όμως να θέτει σε κίνδυνο τις ανάγκες των μελλοντικών γενεών. Επομένως, η εγκατάσταση δεξαμενών στον Κόλπο Γέρας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, παραβιάζει τον κανόνα της βιώσιμης ανάπτυξης.
2.2. Η Οχιά της Μήλου Η οχιά της Μήλου (Macrovipera schweizeri) αποτελεί ενδημικό είδος που περιορίζεται στα νησιά Μήλος, Κίμωλος, Πολύαιγος και Σίφνος. Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV, στοιχείο α΄, της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ περί Οικοτόπων και αναγνωρίζεται ως ζωικό είδος ενωσιακού ενδιαφέροντος που χρήζει αυστηρής προστασίας. Επίσης, η οχιά της Μήλου κατατάσσεται ως απειλούμενο είδος στην Κόκκινη Λίστα της Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN) .
Υπήρξε μία σχετική απόφαση του ΔΕΕ, η υπ’ αριθμόν C-518/04 που καταδίκασε την Ελλάδα για παράβαση των υποχρεώσεων της που απορρέουν από το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και δ΄ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Η οδηγία επιτάσσει την εφαρμογή αναγκαίων μέτρων για την καθιέρωση αυστηρού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α΄ του παραρτήματος IV, εντός των περιοχών όπου αυτά διαβιούν. Αυτό περιλαμβάνει την απαγόρευση οποιασδήποτε σκόπιμης παρενόχλησης αυτών των ειδών, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής τους περιόδου, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα και κατά την περίοδο χειμερίας νάρκης καθώς και την προστασία των περιοχών αναπαραγωγής και ανάπαυσής τους από κάθε βλάβη ή καταστροφή.
Η περιοχή της Μήλου, και ειδικότερα το δυτικό τμήμα της, είναι κρίσιμη για την επιβίωση και αναπαραγωγή της ενδημικής οχιάς της καθώς φιλοξενεί πάνω από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού του είδους, αποτελώντας τον βασικό οικότοπό της και παράλληλα μία από τις τρεις περιοχές που προτείνονται από την Ελλάδα ως ΤΚΣ για το δίκτυο Natura 2000. Για την επίτευξη της προστασίας, είναι απαραίτητο να καθιερωθεί ένα αυστηρό καθεστώς προστασίας, το οποίο θα βασίζεται σε συντονισμένα και συνεκτικά μέτρα. Σύμφωνα με τον νόμο 1650/1986 απαιτείται να καταρτιστεί διαχειριστικό σχέδιο ή να εκπονηθεί ΕΠΜ, με σκοπό την έκδοση ΠΔ που θα καθορίζει όρους, περιορισμούς και απαγορεύσεις για την προστασία τους καθώς και ίδρυση οργανισμού διαχείρισης, υπεύθυνου για την εφαρμογή των μέτρων. Προβλέπεται, ωστόσο, ότι μέχρι την έκδοση του ΠΔ, οι εν λόγω όροι και περιορισμοί μπορούν να καθοριστούν προσωρινά μέσω ΥΑ.
Επισημαίνεται εδώ ότι ο Οργανισμός Διαχείρισης δεν εξέδωσε κάποια ΥΑ με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην έχει θέσει σε εφαρμογή εντός της ταχθείσας προθεσμίας
ένα νομικό πλαίσιο ικανό να διασφαλίσει την αυστηρή προστασία της οχιάς ενώ το γεγονός ότι ο αριθμός των ατόμων του είδους δεν είχε μειωθεί τα τελευταία χρόνια δεν καλύπτει το νομοθετικό κενό.
Σε απάντηση της καταδίκης της Ελλάδας από το ΔΕΕ εξέδωσε την ΚΥΑ 49567/2006
«Καθορισμός όρων και περιορισμών για την προστασία, διατήρηση και διαχείριση της φύσης και του τοπίου σε χερσαία και υδάτινα τμήματα της δυτικής Μήλου» με σκοπό τον καθορισμό μέτρων για τη διασφάλιση της προστασίας της φύσης, του τοπίου και των φυσικών χαρακτηριστικών στην περιοχή της δυτικής Μήλου, καθώς και για την προστασία των απειλούμενων ειδών που απαντώνται στην περιοχή. Καθόρισε τέσσερις ζώνες προστασίας στην δυτική Μήλο και παράλληλα σε 11 μικρότερες περιοχές προστασίας με συγκεκριμένες ρυθμίσεις όσον αφορά τις επιτρεπόμενες και απαγορευμένες δραστηριότητες, με στόχο την προστασία και την διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών που συναντώνται στην περιοχή.
2.3. Η Φαιά Άρκτος Η φαιά άρκτος (ursus arctus) αποτελεί προστατευόμενο είδος που συναντάμε στην οροσειρά της Πίνδου και της Ροδόπης
και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV, στοιχείο α΄, της Οδηγίας περί Οικοτόπων. Η δημιουργία της Εγνατίας Οδού έχει επηρεάσει σημαντικά την περιοχή που διασχίζει και διαμένει η φαιά άρκτος, δημιουργώντας σοβαρές προκλήσεις για την προστασία της.
Στην υπ΄αριθμόν
2731/1997 απόφαση του ΣτΕ που είναι γνωστή και ως απόφαση για τη Φαιά Άρκτο της Πίνδου ζητήθηκε η ακύρωση της ΑΕΠΟ για την Εγνατία Οδό στο Τμήμα Παναγιά - Γρεβενά που βρίσκεται στην περιοχή των Νομών Τρικάλων και Γρεβενών. Η περιοχή που διέρχεται το επίμαχο τμήμα της οδού είναι ζωτικής σημασίας βιότοπος της προστατευόμενης φαιάς άρκτου καθώς αποτελεί μία από τις δύο κύριες ζώνες σύνδεσης των υποπληθυσμών της Πίνδου εξασφαλίζοντας την επικοινωνία και τη βιωσιμότητα τους.
Για την έγκριση και την κατασκευή ενός έργου σε αυτές τις περιοχές απαιτείται πριν να εκδίδεται μία ΜΠΕ, η οποία πρέπει να εξετάζει τις εναλλακτικές λύσεις. Η κατασκευαστική εταιρία πρότεινε ως μοναδική λύση την δημιουργία σηράγγων τύπου "cut and cover" και κάποιων λοιπών τεχνικών παρεμβάσεων, επιλογή οικονομικά και τεχνικά συμφέρουσα. Ο Αρκτούρος αντέτεινε με έγγραφο που απέστειλε προς την Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ ότι τα περάσματα που υπέδειξε η κατασκευαστική εταιρία δεν αποτελούν επαρκή εναλλακτική λύση διότι μακροπρόθεσμα φαίνεται ότι θα επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στην διαβίωση της φαιάς άρκτου. Ως εκ τούτου, προτείνει μια πιο αποτελεσματική εναλλακτική λύση για την προστασία του είδους, η οποία, όμως, τελικά δεν λήφθηκε υπόψη, καθώς οι αρμόδιες Υπηρεσίες την απέρριψαν. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση που επιβάλλει η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης καθώς οποιεσδήποτε άλλες παράμετροι, όπως το κόστος κατασκευής ή τα τεχνικά χαρακτηριστικά της οδού, δεν μπορούν να υπερισχύσουν έναντι της εφαρμογής της.
Μάλιστα στην εν λόγω υπόθεση η ΜΠΕ εκπονήθηκε σε προχωρημένο στάδιο του έργου και πρότεινε λύσεις με βάση τεχνικά δεδομένα, χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση ενώ προέβλεπε την κατάρτισή της πριν την κατασκευή του έργου.
Ειδικότερα, για τα δημόσια έργα, η νομιμότητά τους συναρτάται άρρηκτα με τη μη πρόκληση περιβαλλοντικής βλάβης, ιδίως σε περιοχές που συνιστούν ευαίσθητα οικοσυστήματα. Η διαφύλαξη του πληθυσμού της φαιάς άρκτου υπερέχει ως προτεραιότητα έναντι της κατασκευής της Εγνατίας Οδού στην συγκεκριμένη περιοχή, παρά τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του έργου, δεδομένων των υποχρεώσεων προστασίας της βιοποικιλότητας και των επιταγών περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Το ΣτΕ τόνισε ότι η προστασία της φαιάς άρκτου αποτελεί επιτακτική ανάγκη, καθώς το είδος διατρέχει σοβαρό κίνδυνο εξαφάνισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με απώλεια άνω του 50% των πληθυσμών του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω πράξη θα οδηγούσε στην εξαφάνιση του πληθυσμού του είδους στην επίμαχη περιοχή, ακόμη και αν αυτό αφορούσε ελάχιστο αριθμό ατόμων του είδους. Κατ’ ακολουθίαν, έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσης
, κρίνοντας ως μόνη νόμιμη λύση την πλήρη παράκαμψη του συγκεκριμένου βιοτόπου.
Συμπερασματικά, η νομολογία του ΣτΕ σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας δείχνει την τάση του Δικαστηρίου να προσεγγίζει την έννομη προστασία του περιβάλλοντος μέσα από το εθνικό συνταγματικό πλαίσιο, ειδικά μέσω της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης που προβλέπει το άρθρο 24 του Συντάγματος. Παρόλο που το ΣτΕ λαμβάνει υπόψη τη σημασία του ενωσιακού δικαίου και των οδηγιών του για το φυσικό περιβάλλον, βασίζεται κατά κύριο λόγο στο εθνικό δίκαιο για τον έλεγχο της νομιμότητας των περιβαλλοντικών όρων έργων που επηρεάζουν ευαίσθητα οικοσυστήματα.
Τέλος, με τη μεταγενέστερη υπ’ αριθμόν 383/2012 απόφασή του το ΣτΕ αποφάνθηκε υπέρ του της διάνοιξης της οδού καθώς η Μ.Π.Ε. που εκπονήθηκε, σε αντίθεση με αυτή της απόφασης 2731/1997, περιλάμβανε μια εκτενή και λεπτομερή ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές επιλογές και τις επιπτώσεις τους στο φυσικό περιβάλλον. Το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περιοχή
«Οδικός άξονας Κεντρικής Ελλάδας (Ε65), τμήμα Καλαμπάκα - Εγνατία οδός και ανισόπεδος κόμβος Αγ. Παρασκευής για την σύνδεσή του με την Εγνατία οδό», που είναι στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, δεν είναι πιθανό να προκαλέσει βλάβη που να δικαιολογεί την αναστολή της απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα για τον περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων και τα αντισταθμιστικά μέτρα που προτάθηκαν.
Αποτίμηση - Προτάσεις προς το Νομοθέτη Η νομική προστασία της βιοποικιλότητας αντανακλά μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ διεθνών δεσμεύσεων, περιφερειακών υποχρεώσεων και εθνικής εφαρμογής. Από τις θεμελιώδεις αρχές που διατυπώνονται στις διεθνείς συμβάσεις έως τις δεσμευτικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη μεταφορά τους στην εθνική νομοθεσία, η εξέλιξη της διακυβέρνησης της βιοποικιλότητας υπογραμμίζει τόσο τα επιτεύγματα όσο και τους περιορισμούς της. Η ανάλυση αυτή υπογραμμίζει την κρίσιμη ανάγκη να προχωρήσουμε πέρα από τις κανονιστικές φιλοδοξίες προς ισχυρά και εφαρμόσιμα νομικά πλαίσια, ιδίως καθώς η διπλή κρίση της απώλειας της βιοποικιλότητας και της κλιματικής αλλαγής εντείνεται.
1. Ένα σύστημα υπό πίεση: κενά σε ευρωπαϊκό επίπεδο Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι αληθές πως η ΕΕ επιχειρεί να γεφυρώσει αυτά τα κενά μεταφράζοντας τις διεθνείς δεσμεύσεις σε εκτελεστές περιφερειακές υποχρεώσεις. Οι Οδηγίες για τους οικοτόπους (92/43/ΕΟΚ) και τα άγρια πτηνά (2009/147/ΕΚ), που εδράζονται σε αρχές όπως η πρόληψη και η μη υποβάθμιση, προσφέρουν ένα μοντέλο ολοκληρωμένης διακυβέρνησης της βιοποικιλότητας
. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται από την ασυνεπή εφαρμογή τους σε επίπεδο κρατών μελών.
Το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, για παράδειγμα, επιβάλλει αυστηρές απαιτήσεις στα κράτη μέλη για τη διαφύλαξη των προστατευόμενων περιοχών, αλλά η εφαρμογή του ποικίλλει ευρέως, συχνά υπονομευμένη από οικονομικές πιέσεις και διοικητική αναποτελεσματικότητα.
Αυτή η ένταση μεταξύ νομικών υποχρεώσεων και οικονομικών συμφερόντων είναι ιδιαίτερα εμφανής στην εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 4, το οποίο και επιτρέπει παρεκκλίσεις για έργα που εξυπηρετούν υπέρτερα δημόσια συμφέροντα. Η εν λόγω διάταξη, αν και αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των αναγκών μιας σύγχρονης κοινωνίας σε σχέση με την περιβαλλοντική προστασία, όπως είδαμε, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, με τα αντισταθμιστικά μέτρα, που ορίζονται, να μην επαρκούν συχνά για τη διατήρηση της οικολογικής ακεραιότητας. Τούτο εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ευρωστία της αρχής της προφύλαξης και την ικανότητα των νομικών πλαισίων να αποτρέπουν την απώλεια της βιοποικιλότητας.
2. ΖΕΠ και Νομικές Προκλήσεις στη Διατήρηση της ΟρνιθοπανίδαςΗ ως άνω ανάλυση του κειμένου αναδεικνύει επίσης τις σύνθετες προκλήσεις που σχετίζονται με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας στο πλαίσιο του δικτύου Natura 2000 και την εφαρμογή των Οδηγιών 79/409 για τα άγρια πτηνά και 92/43 για τους οικοτόπους. Ενώ οι δύο οδηγίες φιλοδοξούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, προκύπτουν σημαντικά ζητήματα νομικής ασάφειας και διοικητικής εφαρμογής που υπονομεύουν τον ενιαίο χαρακτήρα του συστήματος προστασίας. Η κεντρική θέση των ΖΕΠ στο σύστημα Natura 2000 είναι αναμφισβήτητη, καθώς διασφαλίζουν την προστασία κρίσιμων ειδών άγριας ορνιθοπανίδας. Ωστόσο, η ερμηνευτική σύγχυση και τα θεσμικά κενά αναδεικνύουν την ανάγκη αναθεώρησης και εναρμόνισης των κανονιστικών πλαισίων, καθώς η ασυμβατότητα μεταξύ των διατάξεων των δύο οδηγιών επιτείνει τις προκλήσεις εφαρμογής, ενώ οι ερμηνευτικές διευκρινίσεις από το Δικαστήριο δεν επαρκούν για να καλύψουν το θεσμικό κενό. Κριτικά αξιολογούμενη, η κατάσταση αποκαλύπτει ότι η προστασία της βιοποικιλότητας υπόκειται συχνά σε πολιτικούς και οικονομικούς συμβιβασμούς. Το επιχείρημα ότι οι ΖΕΠ θα πρέπει να υπάγονται σε αυστηρότερο καθεστώς προστασίας είναι βάσιμο, δεδομένης της ευαλωτότητας και του επείγοντος των ειδών που φιλοξενούν. Ωστόσο, η έλλειψη σαφών κατευθυντήριων γραμμών για την κατηγοριοποίηση και διαβάθμιση των ειδών οδηγεί σε συγκρούσεις που παραμένουν άλυτες, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.
3. Η ελληνική περίπτωση: Ένας μικρόκοσμος ευρύτερων προκλήσεωνΗ διαχείριση της προστασίας της βιοποικιλότητας στην Ελλάδα αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες εντάσεις και αντιφάσεις στο διεθνές και το ενωσιακό πλαίσιο. Ως κράτος μέλος της ΕΕ, η χώρα μας έχει ευθυγραμμίσει επίσημα το νομικό της σύστημα με τους παγκόσμιους και περιφερειακούς στόχους για τη βιοποικιλότητα. Η δημιουργία περιοχών Natura 2000 και η κύρωση νόμων όπως ο 3937/2011 για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας υπογραμμίζουν αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο, από την ανωτέρω ανάλυση, είναι εμφανές πως προκύπτουν συστημικές προκλήσεις.
Ο διοικητικός κατακερματισμός συνιστά ένα σοβαρό εμπόδιο για την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας για τη βιοποικιλότητα στη χώρα μας. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων υπουργείων, οργανισμών και τοπικών αρχών διαμορφώνει ένα διοικητικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από αναποτελεσματικότητα, καθυστερήσεις και ασυνέπειες. Αυτή η κατακερματισμένη δομή συχνά δημιουργεί έναν «
λαβύρινθο διακυβέρνησης», όπου οι αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες και οι ασαφείς δικαιοδοσίες εμποδίζουν την υλοποίηση των πολιτικών που απαιτούνται από τις Οδηγίες της ΕΕ για τη φύση, όπως η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, καθώς και η Οδηγία 2009/147/ΕΚ για τη διατήρηση των άγριων πτηνών.
Η έλλειψη ενός κεντρικού συντονιστικού μηχανισμού εντείνει αυτά τα προβλήματα, καθώς καθιστά δύσκολη την ολοκληρωμένη διαχείριση των περιοχών του δικτύου
Natura 2000. Επιπλέον, οι τοπικοί φορείς, ιδιαίτερα στις περιοχές που περιλαμβάνουν περιοχές
Natura 2000, αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς, όπως η ανεπαρκής τεχνογνωσία και η έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων. Ως αποτέλεσμα, οι δήμοι και οι τοπικές αρχές αδυνατούν να εκπονήσουν διαχειριστικά σχέδια, να επιβλέψουν τη συμμόρφωση με τα μέτρα διατήρησης ή να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις προστατευόμενες περιοχές. Αυτό το χάσμα μεταξύ των εθνικών πολιτικών στόχων και των τοπικών δυνατοτήτων αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα εστιάζουν στην ενοποίηση των δομών διακυβέρνησης και στην παροχή των απαραίτητων εργαλείων και πόρων στις τοπικές αρχές.
Η σύγκρουση μεταξύ οικονομικών προτεραιοτήτων και περιβαλλοντικών υποχρεώσεων αποτελεί μια ακόμη κρίσιμη πτυχή που τονίζεται στο κείμενο. Οι πιέσεις για τουριστική ανάπτυξη και εγκατάσταση έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως οι αιολικές εγκαταστάσεις, συχνά επιβαρύνουν σημαντικά τις προστατευόμενες περιοχές, ιδίως εκείνες του δικτύου Natura 2000. Παρόλο που οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η εγκατάστασή τους σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ισορροπία μεταξύ διατήρησης της βιοποικιλότητας και βιώσιμης ανάπτυξης.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, απαιτούνται βαθιές θεσμικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Η ενοποίηση των δομών διακυβέρνησης και η θέσπιση ενός κεντρικού συντονιστικού οργάνου θα μπορούσαν να μειώσουν τις επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και να ενισχύσουν τη λογοδοσία. Παράλληλα, η επένδυση σε τεχνικούς και οικονομικούς πόρους για τις τοπικές αρχές είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους στη διαχείριση προστατευόμενων περιοχών. Η αυστηροποίηση των κριτηρίων για τη χρήση παρεκκλίσεων και η ενίσχυση της εποπτείας στις αποκαταστατικές δράσεις αποτελούν επίσης κρίσιμα βήματα για την προστασία της οικολογικής ακεραιότητας.
4. Νομοθετικές Εξελίξεις των ΚΑΖ στην Ελλάδα: Από τη Θεσμοθέτηση στην ΕφαρμογήΗ νομοθετική εξέλιξη των ΚΑΖ δείχνει την σημαντική προσπάθεια ενίσχυσης της προστασίας των άγριων ειδών στην Ελλάδα. Τα παλιά καταφύγια θηραμάτων μετεξελίχθηκαν σε ΚΑΖ, με την ίδρυση των οποίων ο προστατευτικός ρόλος επεκτάθηκε, παρέχοντας καταφύγιο σε ευρύτερες κατηγορίες άγριων ειδών και διασφαλίζοντας την διατήρηση των βιοτόπων τους.
Η προληπτική προστασία της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων σε περιοχές που πληρούν τα κριτήρια για χαρακτηρισμό ως ΚΑΖ είναι ζωτικής σημασίας. Η Διοίκηση διαθέτει τη νόμιμη δυνατότητα να επιβάλλει μέτρα, όπως η απαγόρευση της θήρας, ακόμη και πριν από την επίσημη αναγνώριση μιας περιοχής ως ΚΑΖ, ανταποκρινόμενη στην ενωσιακή αρχή της πρόληψης.
Όταν μια περιοχή αναγνωρίζεται επισήμως ως ΚΑΖ, η θήρα απαγορεύεται αυτόματα και δεν απαιτείται κάποια επιπλέον διοικητική πράξη. Επιπλέον, από το άρθρο 24 του Συντάγματος δεν προκύπτει ιδιαίτερο ατομικό δικαίωμα των κυνηγών σχετικά με την άσκηση θηρευτικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, η απόλυτη απαγόρευση της θήρας εντός των ΚΑΖ είναι επιβεβλημένη από το Σύνταγμα και την αρχή της προφύλαξης και πρόληψης καταστροφής του περιβάλλοντος.
Το ΣτΕ επισημαίνει στις αποφάσεις του ότι στις περιοχές ΚΑΖ δεν υφίσταται απόλυτη απαγόρευση όλων των δραστηριοτήτων, αλλά κάποιες από αυτές επιτρέπονται υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους. Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αποτελεί βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη διασφάλιση ότι οι δραστηριότητες στις προστατευόμενες περιοχές δεν θα υποβαθμίσουν το φυσικό περιβάλλον. Η ΜΠΕ δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας δραστηριότητας, αλλά να περιλαμβάνει και την υποχρεωτική διερεύνηση εναλλακτικών λύσεων. Αυτή η διαδικασία είναι επιτακτική, καθώς συμβάλλει στην εξεύρεση βέλτιστων πρακτικών που μειώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, μέσω της παρουσίασης λιγότερο επιβαρυντικών επιλογών και επιβάλλεται από την Οδηγία περί Οικοτόπων. Το ΣτΕ τονίζει ότι παραλείψεις στην ΜΠΕ και κυρίως η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων οδηγούν στην ακύρωση της ΑΕΠΟ, η οποία εξαρτάται από την πληρότητα των ΜΠΕ.
Σε μια πολλαπλώς προστατευόμενη περιοχή, όπως όταν πρόκειται για αναδασωτέα έκταση και ταυτόχρονα καταφύγιο άγριας ζωής, η διοίκηση μπορεί να αποφασίσει να μην επιτρέψει την επέμβαση και την εκτέλεση μίας δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι οι επιπτώσεις για κάθε μία περίπτωση μεμονωμένα μπορεί να μην είναι εντελώς απαγορευτικές. Το ΣτΕ τονίζει πως εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου ο έλεγχος της ουσιαστικής εκτίμησης της Διοίκησης.
Η κατασκευή οδών επιτρέπεται εντός των ΚΑΖ υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από περιβαλλοντική μελέτη. Ωστόσο, η μελέτη αυτή πρέπει να προηγείται της έκδοσης της άδειας έγκρισης του έργου και όχι να ακολουθεί. Το ΣτΕ τονίζει ότι όταν η αρμόδια αρχή έχει εκφράσει επιφυλάξεις σχετικά με τις επιπτώσεις του έργου η ΜΠΕ που εκδίδεται πρέπει να είναι και ειδικά αιτιολογημένη. Η έλλειψη ειδικής αιτιολόγησης στην ΜΠΕ καθιστά την έγκριση του έργου προβληματική.
5. Νομικές προκλήσεις και νομολογιακές σταθερές για τα Προστατευόμενα Είδη στην Ελλαδα Πρώτον, μέσα από τις υποθέσεις της νήσου Μαραθονήσι και του Κόλπου του Λαγανά για την προστασία της χελώνας caretta-caretta, αναδεικνύεται η αυστηρή στάση του ΣτΕ αναφορικά με ζητήματα στάθμισης του ιδιοκτησιακού συνταγματικού δικαιώματος, του άρθρου 17, και της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία απορρέει από το άρθρο 24. Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις αυτές το ΣτΕ επανειλημμένα επισημαίνει ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στο άρθρο 17 είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας καθώς η περιβαλλοντική προστασία ανάγεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, από τις υποθέσεις αυτές αναδεικνύεται και η στάση του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτός σχεδίου δόμηση, τονίζοντας ότι οι περιοχές αυτές από την φύση τους, λόγω των ιδιαίτερων μορφολογικών χαρακτηριστικών τους, δε θα μπορούσαν να προορίζονται για άλλη χρήση πέραν της αγροτικής εκμετάλλευσης.
Παρά την αυστηρή στάση του ΣτΕ, από την επισκόπηση της νομολογίας του ΔΕΕ αναφορικά με το συγκεκριμένο είδος αναδεικνύεται η διαχρονική παθογένεια της διοίκησης για την έγκαιρη θέσπιση ενός αποτελεσματικού νομικού πλαισίου προστασίας του επίμαχου είδους. Όπως αποδεικνύεται από τις υποθέσεις C-103/00 και C-504/14, οι διοικητικές αρχές, πριν την καταδίκη της χώρας από το ΔΕΕ, δεν είχαν προβεί παρά σε μία προσχηματική προστασία της χελώνας caretta-caretta, ενώ τα απαραίτητα ΠΔ εκδόθηκαν έπειτα, σε μία προσπάθεια συμμόρφωσης της χώρας με τις επιταγές του Δικαστηρίου μετά την καταδίκη για παραβίαση του άρθρου 12 της Οδηγίας. Ακόμα και σήμερα, και για τις περιοχές της Ζακύνθου και του Κόλπου της Κυπαρισσίας, δεν έχουν ακόμα εκδοθεί τα απαραίτητα Σχέδια Διαχείρισης και εν συνεχεία τα σχέδια δράσης, τα οποία θα επισφραγίζουν και θα εξειδικεύσουν την προστασία που απορρέει από τα αντίστοιχα ΠΔ, όπως επιβάλλεται από την Οδηγία 92/43. Τέλος, όπως αποδεικνύεται από την παράβαση του άρθρου 6 παράγραφος 3 της Οδηγίας Natura και στην υπόθεση C-600/12 και στην υπόθεση C-504/14, προβληματική φαντάζει και η υποβάθμιση της ΜΠΕ, ως μία τυπική διαδικασία, η οποία εν προκειμένω παραλείπεται. Επομένως, φαίνεται επιτακτική η αναβάθμιση της θέσης της ΜΠΕ από την οποία η διοίκηση δεν θα μπορεί να αποκλίνει απλώς με την παροχή πλήρους αιτιολογίας.
Δεύτερον, η μεσογειακή φώκια αντιμετωπίζει σημαντικές απειλές που υπονομεύουν την επιβίωσή της, όπως η προοδευτική καταστροφή των παράκτιων οικοσυστημάτων καθώς και η απώλεια των ενδιαιτημάτων της, που οφείλονται στις αυξανόμενες ανθρώπινες δραστηριότητες στην παράκτια ζώνη. Η έκδοση των νεότερων ΚΥΑ εντείνει την προστασία του είδους με νέα αυστηρά και πιο λεπτομερή μέτρα ενώ οι αποφάσεις του ΣτΕ επιβεβαιώνουν τη σπουδαιότητα της προστασίας της μεσογειακής φώκιας ως υπέρτερο δημόσιο συμφέρον σε σχέση με τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Τρίτον, η Ελλάδα στην περίπτωση της Οχιάς της Μήλου καταδικάστηκε λόγω της μη θέσπισης ενός αυστηρού πλαισίου για την προστασία της, όπως απαιτούσε ο ν. 1650/86 με ΕΠΜ ή Διαχειριστικά Σχέδια με στόχο τη μεταγενέστερη έκδοση ΠΔ. Ο ΦΔ δεν είχε εκδόσει ούτε την προσωρινή ΥΑ μέχρι την έκδοση του ΠΔ, η οποία ήταν τότε ακόμη υπό έγκριση.
Τέταρτον, στην περίπτωση της φαιάς άρκτου, η Διοίκηση παρέβη κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος κατά την έκδοση της απόφασης για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού
και παράλληλα ανέκυψε το ζήτημα της έκδοσης ΜΠΕ, οι οποίες φαίνεται να εξυπηρετούν αποκλειστικά την κατασκευή του έργου, παραμερίζοντας ουσιώδεις περιβαλλοντικές παραμέτρους και την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, που θα έπρεπε να αποτελούν τον βασικό γνώμονα για την έγκριση τέτοιων μελετών με αποτέλεσμα το ΣτΕ να την ακυρώσει. Οι παρεκκλίσεις αυτές απαιτούν την αυστηρή τήρηση προϋποθέσεων, όπως η απόδειξη ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις και η υιοθέτηση αποτελεσματικών αντισταθμιστικών μέτρων. Ωστόσο, στην πράξη, εφαρμόζονται συχνά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση ή εποπτεία, υπονομεύοντας την οικολογική ακεραιότητα των προστατευόμενων περιοχών και κλονίζοντας την εμπιστοσύνη του κοινού στη διακυβέρνηση του περιβάλλοντος
Συνοψίζοντας, ο ρόλος της δικαστικής εποπτείας στην προστασία της βιοποικιλότητας στην Ελλάδα αναδεικνύεται ως κρίσιμος, αν και συχνά λειτουργεί αντιδραστικά. Παρά το γεγονός ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων ευρωπαϊκών και εθνικών είναι συχνά πρωτοποριακές και ενισχύουν την προστασία του περιβάλλοντος, ο ρόλος του δικαστικού συστήματος περιορίζεται από τη φύση του σε μια εκ των υστέρων παρέμβαση.
Αυτή η εξάρτηση από τη δικαστική εποπτεία υπογραμμίζει τη γενικότερη αδυναμία της διοίκησης να εφαρμόσει προληπτικά μέτρα για την προστασία της βιοποικιλότητας. Γίνεται έτσι αντιληπτό πως η προστασία της φυσικής κληρονομιάς της Ευρώπης απαιτεί περισσότερα από απλές διακηρύξεις. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που θα επιλύει τις ερμηνευτικές αντιφάσεις, θα θέτει σαφή όρια στις εθνικές παρεκκλίσεις και θα ενισχύει τη δέσμευση των κρατών μελών για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Μόνο τότε το δίκτυο
Natura 2000 μπορεί να πετύχει τον σκοπό του ως ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ1. Πρωτογενείς Πηγές: 1.1. Νομολογία: 1.1.1. Ευρωπαϊκή:
ΔΕΚ, Υπόθ. C-83/97, Απόφ. της 11ης Δεκεμβρίου 1997, Επιτροπή κ. Γερμανίας, ECLI:EU:C:1997:606.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-166/97, Απόφ. της 18ης Μαρτίου 1999, Επιτροπή κ. Γαλλίας, ECLI:EU:C:1999:149.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-355/90, Απόφ. της 2ας Δεκεμβρίου 1999, Επιτροπή κ. Ισπανίας, ECLI:EU:C:1993:331.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-103/00, Απόφ. της 30ης Ιανουαρίου 2002, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2002:60.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-209/02, Απόφ. της 29ης Ιανουαρίου 2004, Επιτροπή κ. Αυστρίας, ECLI:EU:C:2004:61.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-127/02, Απόφ. της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenze και Nederlandse Vereniging tot Bescherming van Vogels κ. Staatssecretaris van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij, ECLI:EU:C:2004:482.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-117/03, Απόφ. της 13ης Ιανουαρίου 2005, Società Italiana Dragaggi SpA κ.λπ. κ. Ministero delle Infrastrutture e dei Trasporti και Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia. ECLI:EU:C:2005:16.
ΔΕK, Υπόθ. C-518/04, Απόφ. της 16ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κ. Ελλάδας EU:C:2006:183.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-239/04, Απόφ. της 26ης Οκτωβρίου 2006, Επιτροπή κ. Πορτογαλίας, ECLI:EU:C:2006:665.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-179/06, Απόφ. της 4ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κ. Ιταλίας, ECLI:EU:C:2007:578.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-334/04, Απόφ. της 25ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2007:628.
ΔΕΚ Υπόθ. C-418/04, Απόφ. της 13ης Δεκεμβρίου 2007, Επιτροπή κ. Ιρλανδίας, ECLI:EU:C:2007:780.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-293/07, Απόφ. της 11ης Οκτωβρίου 2008, Επιτροπή κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2008:706.
ΔΕΚ, Υπόθ. C-259/08, Απόφ. της 15ης Ιανουαρίου 2009, Επιτροπή κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2009:13.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-226/08, Απόφ. της 14ης Ιανουαρίου 2010, Stadt Papenburg κ. Bundesrepublik Deutschland, ECLI:EU:C:2010:10.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-474/10, Απόφ. της 20ης Οκτωβρίου 2011, Department of the Environment for Northern Ireland κ. Seaport (NI) Ltd κ.λπ., ECLI:EU:C:2011:681.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-404/09, Απόφ. της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κ. Ισπανίας, ECLI:EU:C:2011:768.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-43/10, Απόφ. της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση κ.λπ. κ. Υπουργού Περιβάλλοντος κ.λπ., ECLI:EU:C:2012:560.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-517/11, Απόφ. της 7ης Φεβρουαρίου 2013, Επιτροπή κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2013:66.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-258/11, Απόφ. της 11ης Απριλίου 2013, Peter Sweetman κ.λπ. κ. An Bord Pleanála, ECLI:EU:C:2013:220.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-521/12, Απόφ. της 12ης Μαΐου 2014, T. C. Briels κ.λπ. κ. Minister van Infrastructuur en Milieu, ECLI:EU:C:2014:113.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-600/12, Απόφ. της 17ης Ιουλίου 2014, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2021:110.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-399/14, Απόφ. της 14ης Ιανουαρίου 2016, Grüne Liga Sachsen eV κ.λπ. κ. Freistaat Sachsen, ECLI:EU:C:2016:10.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-387/15 και C-388/15, Απόφ. της 21ης Ιουλίου 2016, Hilde Orleans κ.λπ. κ. Vlaams Gewest, ECLI:EU:C:2016:583.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-504/14, Απόφ. της 10ης Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κ. Ελλάδας, ECLI:EU:C:2016:847.
Προτάσεις Εισαγγελέως Juliane Kokott, ΔΕΕ, Υποθ. C‐504/14, Αποφ. της 10ης Νοεμβρίου 2016, Επιτροπή κ. Ελληνικής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2016:847.
ΔΕΕ, Υπόθ C-142/16, Απόφ. της 26ης Απριλίου 2017, Επιτροπή κ. Γερμανίας, ECLI:EU:C:2017:301.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-441/17, Απόφ. της 17ης Απριλίου 2018, Επιτροπή κ. Πολωνίας, ECLI:EU:C:2018:255.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-293/16 και C-294/2016, Απόφ. της 7ης Νοεμβρίου 2018, Coöperatie Mobilisation for the Environment UA κ.λπ. κ. College van gedeputeerde staten van Limburg κ.λπ., ECLI:EU:C:2017:430.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-849/19, Απόφ. της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κ. Ελλάδας, EU:C:2020:1047.
ΔΕΕ, Υπόθ. C-66/23, Aπόφ. της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία κ.λπ. κ. Υπουργού Εσωτερικών κ.λπ., ECLI:EU:C:2024:733.
ΕΔΔΑ, Προσφ. υπ’ αριθμόν 14216/03, Απόφ. της 6ης Δεκεμβρίου 2007, Ζ.Α.Ν.Τ.Ε. – Μαραθονήσι Α.Ε. κ. της Ελλάδος.
1.1.1. Ελληνική:
ΟλΣτΕ 695/1986, adjustice.
ΣτΕ 1821/1995, adjustice.
ΟλΣτΕ 2301/1995, adjustice.
ΣτΕ 2304/1995, adjustice.
ΣτΕ 4950/1995, adjustice.
ΣτΕ 4952/1995, adjustice.
ΣτΕ 4953/1995, adjustice.
ΣτΕ 2731/1997, adjustice.
ΣτΕ 4633/1997, adjustice.
ΣτΕ 1643/1998, adjustice.
ΣτΕ 3067/2001, adjustice.
ΣτΕ 3067/2001, adjustice.
ΣτΕ 2697/2002, adjustice.
ΣτΕ 3628/2006, adjustice.
ΣτΕ 383/2012, adjustice.
ΣτΕ ΠΕ 32/2015, ΤΝΠ QUALEX.
ΣτΕ 2034/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
ΣτΕ 3012/2015, adjustice.
ΣτΕ 414/2017, adjustice.
ΣτΕ 1895/2017.
ΣτΕ ΠΕ 80/2018, ΤΝΠ QUALEX.
ΣτΕ 875/2019, adjustice.
ΣτΕ 1795/2019.
ΣτΕ 166/2021, adjustice.
ΣτΕ 169/2021, adjustice.
ΣτΕ 1322/2021, adjustice.
ΣτΕ 2462/2022.
ΣτΕ 2068/2022, adjustice.
ΣτΕ 1335/2023, Νόμος και Φύση.
1.2. Νομοθεσία:1.2.1. Ευρωπαϊκή:
Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών. ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1979/409/oj.
Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1992/43/oj.
Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου 2009 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών. ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/147/oj.
1.2.2. Ελληνική:
Ν. 1650/1986, ΦΕΚ 160/Α/16.10.1986, «Για την προστασία του περιβάλλοντος».
Ν. 2637/1998, ΦΕΚ 200/Α/27.8.1998, «Σύσταση Οργανισμού Πιστοποίησης Λογαριασμών, Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, Οργανισμού Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων, Γενικών Διευθύνσεων και θέσεων προσωπικού στο Υπουργείο Γεωργίας και "Εταιρείας Αξιοποίησης Αγροτικής Γης" Α.Ε. και άλλες διατάξεις».
Ν. 3937/2011, ΦΕΚ 60/Α/31.3.2011, «Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις».
Ν. 4014/2011, ΦΕΚ 209/Α/21.9.2011, «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος».
Ν. 4685/2020, ΦΕΚ 92/Α/07.05.2020 «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2018/844 και 2019/692 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις».
Ν. 4782/2021, ΦΕΚ 36/Α/09.03.2021, «Εκσυγχρονισμός, απλοποίηση και αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων, ειδικότερες ρυθμίσεις προμηθειών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και άλλες διατάξεις για την ανάπτυξη, τις υποδομές και την υγεία».
Ν. 5037/2023, ΦΕΚ 78/Α/29.3.2023, «Μετονομασία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας σε Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων και διεύρυνση του αντικειμένου της με αρμοδιότητες επί των υπηρεσιών ύδατος και της διαχείρισης αστικών αποβλήτων, ενίσχυση της υδατικής πολιτικής».
ΚΥΑ 33318/3028/1998, ΦΕΚ 1289/Β/28.12.1989, «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας».
ΚΥΑ 49567/2006, ΦΕΚ 1071/Δ/22.12.2006, «Καθορισμός όρων και περιορισμών για την προστασία, διατήρηση και διαχείριση της φύσης και του τοπίου σε χερσαία και υδάτινα τμήματα της δυτικής Μήλου».
ΚΥΑ 84580/8195/2020, ΦΕΚ 3832/Β/9.9.2020, «Θέσπιση εισιτηρίου εισόδου επίσκεψης στην Α’ Ζώνη του Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου Αλοννήσου Βορείων Σποράδων».
ΚΥΑ 79100/2510/2021, ΦΕΚ 4359/Β/21.9.2020, «Τροποποίηση της υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΥΠΡΓ/ 84580/8195 κοινής υπουργικής απόφασης «Θέσπιση εισιτηρίου εισόδου επίσκεψης στην Α' Ζώνη του Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου Αλοννήσου - Βορείων Σποράδων» (Β' 3832/2020)».
ΚΥΑ 88658/2929, ΦΕΚ 4744/Β/8.9.2022, «Κριτήρια και διαδικασία αναγνώρισης και εποπτείας Κέντρων Περίθαλψης (ΚΕ.Π.Ε.Α.Π.) και Σταθμών Πρώτων Βοηθειών Ειδών της Άγριας Πανίδας (Σ.Π.Β.Ε.Α.Π.)».
ΚΥΑ 35330/646/2024, ΦΕΚ 2364/Β/19.04.2024, «Όροι και περιορισμοί για τους αιγιαλούς και τις παραλίες υψηλής προστασίας (απάτητες παραλίες)».
ΥΑ 52983/1952/2013, ΦΕΚ 2436/Β/27.9.2013, «Προδιαγραφές της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης για έργα και δραστηριότητες της κατηγορίας Β του άρθρου 10 του Ν. 4014/2011, ΦΕΚ Α΄ 209 «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής».
ΠΔ, ΦΕΚ 260/Δ/13.4.1984, «Καθορισμός ζωνών δόμησης στις περιοχές Λαγανά, Καλαμάκι, Σεκάνια, Δάφνη, Γέρακα και νησίδες Πελούζο και Μαραθωνήσι της νήσου Ζακύνθου και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησης».
ΠΔ, ΦΕΚ 347/Δ/5.7.1990, «Καθορισμός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου κατωτάτου ορίου κατάτμησης και λοιπών όρων περιορισμών δόμησης στην εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχή και εκτός ορίων οικισμών υφιστάμενων προ του 1923 των κοινοτήτων Βασιλικού, Καλαμακίου, Λιθακίας και Παντοκράτορα (Ν. Ζακύνθου)».
ΠΔ, ΦΕΚ 519/Δ/28.5.1992, «Χαρακτηρισμός των Χερσαίων και Θαλάσσιων Περιοχών των Βορείων Σποράδων ως Θαλασσίου Πάρκου».
ΠΔ, ΦΕΚ 906/Δ/22.12.1999, «Χαρακτηρισμός χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών του Κόλπου του Λαγανά και των νήσων Στροφάδων ως Εθνικό θαλάσσιο Πάρκο και χαρακτηρισμός ως περιφερειακής ζώνης του Εθνικού θαλάσσιου Πάρκου της χερσαίας έκτασης του δήμου Ζακύνθου (τέως δήμος Ζακυνθίων και κοινότητες Βασιλικού, Αμπελοκήπων και Αργασίου) και του δήμου του Λαγανά (τέως κοινότητες Καλαμακίου, Μουζακίου, Κερίου, Παντοκράτορα και Λιθακίας) Ν. Ζακύνθου».
ΠΔ, ΦΕΚ 391/Δ/3.10.2018, «Χαρακτηρισμός του Κυπαρισσιακού Κόλπου και της ευρύτερης περιοχής του ως «Περιοχή Προστασίας της Φύσης», καθορισμός ζωνών προστασίας, καθορισμός χρήσεων, όρων και περιορισμών δόμησης».
2. Δευτερογενείς Πηγές:2.1. Εγχειρίδια: 2.1.1. Ξενόγλωσσα:
Busch D. E. και Trexler, J. C. (Eds.), Monitoring ecosystems: Interdisciplinary approaches for evaluating ecoregional initiatives, Island Press, 2003.
Edwards D., Judicial Review, the Precautionary Principle and the Protection of Habitats: Do we have a System of Administrative Law yet? σε: G. Jones QC (eds.) The Habitats Directive, A developer’s obstacle course?, Hart Publishing, 2012, σ.209-234. https://doi.org/10.5040/9781472566218.
Stokes P., The Habitats Directive: Nature and Law σε: Gregory Jones QC (eds), The Habitats Directive. A Developer’s Obstacle Course?, Hart Publishing, 2012, σ.145-149. https://doi.org/10.5040/9781472566218.
Vig N. και Axelrod R. (Eds.), The global environment, institutions, law and policy, Q Press, 2020. https://doi.org/10.4135/9781071873038.
2.1.2. Ελληνόγλωσσα:
Βλαχόπουλος Σπ., Κοντιάδης Ξ. και Τασόπουλος Γ., Σύνταγμα: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2024.
Γαλάνης Π., Περιβαλλοντική εκτίμηση και αδειοδότηση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2022.
Γώγος Κ., Η περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων σε περιοχές του δικτύου Natura 2000, Σάκκουλας, 2009.
Γώγος Κ., Δίκαιο και Κοινωνία στον 21ο αιώνα, Η περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων σε περιοχές του δικτύου Natura 2000, Σάκκουλας, 2009.
Δελλής Γ., Κοινοτικό δίκαιο περιβάλλοντος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1998.
Λευθεριώτου Ε., Ιδιοκτησία και περιβάλλον, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2007.
Καράκωστας Ι., Περιβάλλον & Δίκαιο – Δίκαιο διαχείρισης και προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011.
Καρατσώλης Κ., Προστατευόμενες Περιοχές: Νομική Θεώρηση του Σύγχρονου Πλαισίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021.
Κοντιάδης Ξ., Δημόσιο Δίκαιο & Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης στην Πράξη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.
Κουτούπα-Ρεγκάκου Ε., Δίκαιο του περιβάλλοντος, 3η έκδ. Σάκκουλας, 2008.
Μίντζας Θ., Προστασία του περιβάλλοντος & ιδιοκτησία ακινήτων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2022.
Παναγόπουλος Θ., Δίκαιο Περιβάλλοντος, Σταμούλη Α.Ε., 2004.
Παπαγεωργίου Μ., Η Προστασία του Περιβάλλοντος και η Οικονομική Ελευθερία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2022.
Παπαστερίου Δ., Αλφάβητος Κτηματολογικού Δασικού Δικαίου, Σάκκουλας, 2022.
Ράντος Α. και Πρεβεδούρου Ε., Η αίτηση ακυρώσεως, το κύριο ένδικο βοήθημα του Διοικητικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023.
Σιούτη Γ., Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, Σάκκουλας, 2022.
Τσακαλογιάννη Ι., Προστατευόμενες Περιοχές: Νομική Θεώρηση του Σύγχρονου Πλαισίου – Η ορθολογική κατανομή και τα επιτρεπτά όρια των ανθρωπογενών παρεμβάσεων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021.
2.2. Άρθρα Περιοδικών:2.2.1. Ξενόγλωσσα:
Amos R., Assessing the Impact of the Habitats Directive: A Case Study of Europe’s Plants. Journal of Environmental Law, 33(2), March 2021, σ. 365–393. https://doi.org/10.1093/jel/eqab006.
De Sadeleer N., The Appropriate Impact Assessment and Authorisation Requirements of Plans and Projects Likely to Have Significant Impacts on Natura 2000 Sites. ELNI Law Journal, 1-2, 2013, σ. 7-22. https://www.elni.org/fileadmin/elni/dokumente/Archiv/2013/Heft_1_2/Elni_2013-1-2_author_copy_Sadeleer.pdf.
Díaz C. L., The Bern Γουβανέλη Μ., Παράμετροι της αναγκαίας προστασίας στις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, Νομική Βιβλιοθήκη, ΠερΔικ 2/2021.
C: 30 Years of Nature Conservation in Europe. Review of European Community & International Environmental Law, 19(2), 2010, σ. 186–196. https://doi.org/10.1111/j.1467-9388.2010.00676.x.
Ekardt F., Günther P., Hagemann K., κ.λπ., Legally Binding and Ambitious Biodiversity Protection under the CBD, the Global Biodiversity Framework, and Human Rights Law. Environmental Science Europe, 35, 2023. https://doi.org/10.1186/s12302-023-00786-5.
Haumont F., L’application des mesures compensatoires prévues par Natura 2000. ERA Forum, 10, 2009, σ. 611–624. https://doi.org/10.1007/s12027-009-0137-0.
Ippolito F., Seatzu F., Protecting Migratory Species of Wild Animals from Climate Change. Tulane Journal of International and Comparative Law, 31, 2023, σ. 263–282.
Jack B., The European Community and Biodiversity Loss: Missing the Target? RECIEL, 2006, σ. 304-315. https://doi.org/10.1111/j.1467-9388.2006.00530.x.
Jans J.H., Case law analysis. The habitats directive. Journal of Environmental Law, 12(3), 2000, σ. 385–409. https://doi.org/10.1093/jel/12.3.385.
Jen S., The Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats (Bern, 1979): Procedures of Application in Practice. Journal of International Wildlife Law and Policy, 2(2), 1999, σ. 224–238.
Jørgensen D., Ecological Restoration as Objective, Target, and Tool in International Biodiversity Policy. Ecology and Society, 20(4), 2015. www.jstor.org/stable/26270312.
Kati V., κ.λπ., The Challenge of Implementing the European Network of Protected Areas Natura 2000. Conservation Biology, 29(1), 2015. www.jstor.org/stable/24481596.
Krämer L., The European Commission’s Opinions under Article 6 (4) of the Habitats Directive. Journal of Environmental Law, 21, 2009, σ. 59–85. https://doi.org/10.1093/jel/eqn028.
Langhout W., Brunner A. L., The Best Idea Europe Has Ever Had? Natura 2000—The Largest Network of Protected Areas in the World. The George Wright Forum, 34(1), 2017, σ. 86–95. www.jstor.org/stable/26342356.
Lyster S., The Convention on the Conservation of Migratory Species of Wild Animals (The ‘Bonn Convention’). Natural Resources Journal, 29(4), 1989, σ. 979–1000. http://www.jstor.org/stable/24883420.
Opdam P.F.M., κ.λπ., Identifying Uncertainties in Judging the Significance of Human Impacts on Natura 2000 Sites. Environmental Science & Policy, 12(7), 2009, σ. 912–921.
Raftopoulos E., The Barcelona Convention System for the Protection of the Mediterranean Sea against Pollution: An International Trust at Work. International Journal of Estuarine and Coastal Law, 7(1), 1992, σ. 27–41. https://doi.org/10.1163/187529992X00026.
Suh-Yong C., Is the Convention-Protocol Approach Appropriate for Addressing Regional Marine Pollution: The Barcelona Convention System Revisited. PSELR, 13(1), 2004, σ. 85–104.
Trouwborst A., Dotinga H. M., Comparing European Instruments for Marine Nature Conservation: The OSPAR Convention, the Bern Convention, the Birds and Habitats Directives, and the Added Value of the Marine Strategy Framework Directive. European Energy and Environmental Law Review, 20(4), 2011, σ. 129–149. https://doi.org/10.54648/EELR2011013.
2.2.2. Ελληνόγλωσσα:
Αποστολέλλη Ε. και Πάτρα Σ., Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2462/2022 (7μ) - Έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων - Περιβαλλοντική Έγκριση του προγράμματος - Πρώτη δικαστική αξιολόγηση, ΠερΔικ 1/2023, σ. 100-104.
Βρεττού Β., Σημ. στο Πορισματικό Έγγραφο ΣτΠ της 30.12.2005 επί των υπ’ αριθ. 2914/2005 και 16404/2005 αναφορών-Αίτηση για έλεγχο νομιμότητας ανέγερσης ξενοδοχειακής μονάδας στη λίμνη Αντινιώτη (περιοχή Natura), ΠερΔικ 2/2008, σ. 333.
Βρεττού Φ., Κουβαράς Η., Πουλάκος Δ., Σπυροπούλου Ε., Χασιώτης Γ., Χριστοπούλου Ι., Οι ευρωπαϊκές Oδηγίες για τη βιοποικιλότητα - Με αφορμή τη διαδικασία REFIT, ΠερΔικ 1/2016, σ. 31-49.
Γαλάνης Π., Η περιβαλλοντική αδειοδότηση - θεωρία και πράξη – Συμπίλημα ΙΙ (νομολογία εγχώρια και ενωσιακή, ειδικά ζητήματα αδειοδότησης: ΑΠΕ, Natura 2000), ΤΝΠ Qualex, Πρωτότυπη Δημοσίευση.
Γαλάνης Π., Η νέα αρχιτεκτονική της προστασίας της βιοποικιλότητας στο εθνικό δίκαιο (υπό την επίδραση του ενωσιακού) και η σημασία της νομολογίας, 2024, ΤΝΠ QUALEX, Πρωτότυπη δημοσίευση.
Γαβουνέλη Μ., Παράμετροι της αναγκαίας προστασίας στις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, ΠερΔικ 2/2021, σ. 153-161.
Καλλία - Αντωνίου Α., Η αξιολόγηση του αγαθού «Περιβάλλον» σε σχέση με τα λοιπά αγαθά στη νομολογία του ΣτΕ και του ΔΕΚ, ΠερΔικ 2/1999, σ. 182-195.
Κοσμοπούλου Μ., Η νομική προστασία της χλωρίδας και της πανίδας, ΠερΔικ 4/2001, σ. 527-535.
Κωνσταντινίδου Δ., ΔΕΕ C-504/14, Επιτροπή/Ελλάδα, 10.11.2016 (Προστασία θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta) – Παρατηρήσεις, ΕΕΕυρΔ 4/2016, σ. 478-482.
Μπάλιας Γ., Η Δέουσα Εκτίμηση Επιπτώσεων Έργων και Σχεδίων στις περιοχές του δικτύου Natura 2000, ΠερΔικ 4/2014, σ. 577-594.
Μπουκουβάλα Β., O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στις περιβαλλοντικές διαφορές στη διοικητική δίκη, ΠερΔικ 2/2020, σ. 179-193.
Μυλωνόπουλος Δ. και Μοίρα Π., Το θεσμικό πλαίσιο της Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών στην Ελλάδα. Η περίπτωση του εθνικού θαλάσσιου πάρκου Ζακύνθου, ΠερΔικ 3/2010, σ. 429-438.
Παιδακάκης Γ. και Παλαμίτη Ν., Ν 5037/2023 - Θεσμικές & Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά της ενέργειας: η έμφαση στην αυτοκατανάλωση από ΑΠΕ, 2023, ΣΥΝ, 155/2023, σ. 26-30.
Παπακωνσταντίνου Α., Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα: σύγχρονες πτυχές, ΠερΔικ 3/2011, σ. 436-444.
Πουλή Σ. και Γλύτσης Μ., Εφαρμογή της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας», ΠερΔικ 1/1998, σ. 55-64.
Ράντος Α., Επισημάνσεις στα πλαίσια στρογγυλής τράπεζας της Ημερίδας με θέμα: Πολεοδομικές πολιτικές και ελληνική πόλη, Νομική Βιβλιοθήκη, ΠερΔικ 2/2006. σ. 211.
2.3. Ιστοσελίδες:Lovera S., The Good, the Bad and the Ugly: A Historical Deal for Biodiversity, 29 Δεκεμβρίου 2022. https://www.boell.de/en/2022/12/29/good-bad-and-ugly-historical-deal-biodiversity.
MEDASSET, 2023 Bern Convention Decisions: Critical Sea nesting habitats in Greece, Turkey and Cyprus remain in danger, 3 Ιουνίου 2024: https://medasset.org/2023-bern-convention-decisions/
ΑΡΧΕΛΩΝ: Σύλλογος για την προστασία της θαλάσσιας χελώνας, Ξηλώθηκε ο παράνομος κυματοθραύστης στο Μαραθονήσι, 3 Οκτωβρίου 2011: https://archelon.gr/news/kshlw8hke-o-paranomos-kymatothraysths-sto-marathonhsi.
Δελτίο τύπου MEDASSET 2023: https://medasset.org/el/deltio-typoy-chelones-se-kindyno-ta-chronia-provlimata-kai-i-anyparxia-schedion-diacheirisis-ton-viotopon/.
Διεθνής Ένωση για τη Προστασία της Φύσης (IUCN), Macrovipera schweizeri (IUCN Red List of Threatened Species,), 2022, https://www.iucnredlist.org/species/12654/137843008.
Ετήσια Αναφορά ΑΡΧΕΛΩΝ 2023: https://cms.archelon.saasify360apps.com/uploads/KYP_SHORT_REPORT_2023_GR_962a3517c1.pdf.
Κοπέλα Σ. και Βαφειάδου Α., Ο Νέος Περιβαλλοντικός Νόμος (Ν. 4685/2020) και η θεσμοθέτηση αναγκαίων προστατευτικών μέτρων για τις περιοχές του δικτύου Natura 2000, Νόμος και Φύση, 16 Οκτωβρίου 2020. https://nomosphysis.org.gr/20493/o-neos-perivallontikos-nomos-n-4685-2020-kai-i-thesmothetisi-anagkaion-prostateytikon-metron-gia-tis-perioxes-toy-diktyoy-natura-2000/.
Λιάλιος Γ.,Στο θαλάσσιο πάρκο με εισιτήριο, αλλιώς βαριά πρόστιμα,6 Ιουλίου 2023, https://www.kathimerini.gr/society/562506697/sto-thalassio-parko-me-eisitirio-allios-varia-prostima/.
Νεστορίδου Π., Ας καλωσορίσουμε την caretta- caretta στον Κυπαρισσιακό κόλπο και φέτος, Υπεύθυνη προγράμματος Πελοποννήσου ΑΡΧΕΛΩΝ Σύλλογος για την προστασία της θαλάσσιας χελώνας, 19 Μαΐου 2016: https://archelon.gr/news/as-kalwsorisoume-thn-caretta-caretta-ston-kyparissiako-kolpo-kai-fetos.
Παπαστερίου Δ.Η. , Περιστολή συνταγματικής ανεκτικότητας, 22 Οκτωβρίου 2019, https://dasarxeio.com/2019/10/22/72137/.
Παυλάκη Σ., Εγκατάσταση ΑΣΠΗΕ σε πολλαπλώς προστατευόμενη περιοχή, 18 Ιουνίου 2016, https://dasarxeio.com/2016/06/18/32400/.
2.4. Oδηγοί:European Commission: Directorate-General for Environment, Guidance on aquaculture and Natura 2000 – Sustainable aquaculture activities in the context of the Natura 2000 Network, Publications Office, 2019. https://data.europa.eu/doi/10.2779/34131.
European Commission: Directorate-General for Environment, Managing Natura 2000 sites: the provisions of Article 6 of the ‘Habitats’ Directive 92/43/EEC. Publications Office, 2019. https://data.europa.eu/doi/10.2779/02245.
2.5. Εκθέσεις:Council of Europe, Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats (Bern Convention), Follow up to Recommendation No. 9 (1987) on the protection of Caretta Caretta in Laganas bay, Zakynthos (Greece), Strasburg, 6 November 2023. https://rm.coe.int/files61e-2023-greece-laganas-bay-ngo-rep-archelon/1680ad471a.
Council of Europe, Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats, Recommendation N° 174 (2014) on the Conservation of the Loggheard sea turtle (caretta- caretta) and of sand dunes and other costal habitats in southern Kyparissia Bay (Natura 2000– GR 2550005 “Thynes Kyparissias”, Peloponesos, Greece), Strasburg, 5 December 2014.
Council of Europe, Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats (Bern Convention), Open file 2010/5, Threats to marine turtles in Thines Kyparissias, Strasburg, Report by the Government, 8 November 2024. https://rm.coe.int/files46-2024-greece-marine-turtles-thines-kiparissia-govt-report-2753-/1680b1521c.
Council of Europe, Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats (Bern Convention) at the Council of Europe, Open file 2010/5, Threats to marine turtles in Thines Kyparissias, Complaint Report by MEDASSET, Strasburg, 16 August 2023. https://medasset.org/el/t-pvs-files-2023-46-threats-to-marine-turtles-in-thines-kiparissias-greece-complainant-report/.
2.6. Διπλωματική Εργασία:Σαμόλη Α., Περιβαλλοντική Προστασία και Οικονομική Ανάπτυξη στον Τομέα των Ενεργειακών Υποδομών σε Εθνικό και Ευρωπαϊκό Επίπεδο, 2017.