Κείμενο

Εισαγωγή
Τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, οι οποίες παραβιάζουν την διεθνή και ευρωπαϊκή νομοθεσία και προκαλούν σχεδόν αναπότρεπτες βλάβες και σοβαρούς κινδύνους στο περιβάλλον αλλά και στη δημόσια υγεία.
Τα εγκλήματα αυτά περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων (παράνομη διάθεση αποβλήτων και εμπορία ουσιών που καταστρέφουν το όζον) και την θανάτωση, την καταστροφή, την κατοχή και την εμπορία άγριας χλωρίδας και πανίδας.
Τα ζητήματα αυτά αποτελούν προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια του προγράμματος EMPACT 2022 και τούτο εξαιτίας κυρίως του αντίκτυπου που έχουν στο φυσικό περιβάλλον. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αυξηθεί τα επίπεδα ρύπανσης, έχει υποβαθμιστεί η άγρια ζωή με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η βιοποικιλότητα, ενώ λόγω όλων αυτών – καθώς και πολλών άλλων παραγόντων - έχει διαταραχθεί η οικολογική ισορροπία.
Τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος δυστυχώς είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρα, ενώ οι κυρώσεις τους, αλλά και οι μηχανισμοί καταπολέμησής τους – προς το παρόν – παραμένουν σε δυσανάλογα ήπιο επίπεδο εν συγκρίσει με τις συνέπειες που αυτά συνεπάγονται. Παρά τις προσπάθειες, σε πολλά κράτη – ειδικά της Ευρώπης – το περιβάλλον δεν εμπίπτει ακόμη στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται τα εγκλήματα αυτά ως διοικητικές παραβάσεις. Οι έρευνες των διωκτικών αρχών ωστόσο, επιβεβαιώνουν ότι υπάρχει οργανωμένο πλαίσιο πίσω από τα περισσότερα περιβαλλοντικά εγκλήματα. Ο νόμος επενδύει – σε λίγα κράτη μέλη – πόρους προκειμένου να εφοπλιστούν οι ειδήμονες με οικονομική στήριξη και την απαραίτητη τεχνογνωσία για τον εντοπισμό και τη δίωξη των παραβατών του περιβαλλοντικού εγκλήματος.
Η προσπάθεια να προστατευθεί η άγρια ζωή, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η βιοποικιλότητα, ερείδεται στον συνδυασμό πλήθους διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων. Πράγματι, το ανθρώπινο είδος διακατέχεται από ιδιοτελές κίνητρο και εκμεταλλεύεται κάθε είδους φυσικό πόρο κρίνει ως κερδοφόρο. Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής – μία βιομηχανία ολοένα αναπτυσσόμενη - έχει ως αποτέλεσμα να εξαφανίζονται πολλά είδη χλωρίδας και πανίδας, ενώ άλλα βιώνουν σήμερα τον κίνδυνο της εξαφάνισης. Πρόκειται για μία αγορά που ολοένα ανανεώνεται, μιας και όταν ένα είδος τείνει να εξαφανισθεί ολοσχερώς, τότε ένα άλλο είδος στοχοποιείται από τους διακινητές.
Τί είναι όμως το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής;
Προτού εξετασθεί με ενδελεχή τρόπο το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής, σημασία έχει να σημειωθούν οι ορισμοί της πανίδας και της χλωρίδας. Με τον όρο «πανίδα» αναφερόμαστε στα ζώα και τα πτηνά, ενώ με τον όρο «χλωρίδα» στα φυτά, τη ξυλεία αλλά και τα δασικά προϊόντα. Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής είναι ένα έγκλημα που αφορά πράξεις που διαπράττονται ενάντια στους διεθνείς νόμους και κανονισμούς, οι οποίοι προασπίζονται το περιβάλλον.
Το εμπόριο άγριας ζωής έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία, ξεκινώντας από την αρχαιότητα, όταν τα ζώα και τα φυτά χρησιμοποιούνταν για τρόφιμα, ένδυση, υπόδηση, φαρμακευτικά προϊόντα και διακοσμητικά αντικείμενα. Στην αρχαιότητα, μεγάλες αυτοκρατορίες, όπως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εισήγαγαν άγρια ζώα από διάφορα μέρη του κόσμου για ψυχαγωγία, θρησκευτικές τελετές και διακοσμητικούς σκοπούς. Τον Μεσαίωνα, το εμπόριο άγριας ζωής συνεχίστηκε κυρίως για ιατρικούς και διακοσμητικούς σκοπούς. Εξωτικά ζώα και φυτά μεταφέρονταν συχνά στην Ευρώπη για κήπους, φαρμακευτικές χρήσεις και εκθέματα. Τον 19ο και 20ο αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση και η βελτίωση των μεταφορών αύξησαν σημαντικά το εμπόριο άγριας ζωής, οδηγώντας στην υπερεκμετάλλευση πολλών ειδών.
Οι πρώτες προσπάθειες για τη ρύθμιση του εμπορίου άγριας ζωής έγιναν στις αρχές του 20ού αιώνα. Αρκετές χώρες εισήγαγαν νομοθεσίες για την προστασία των τοπικών ειδών. Η πιο σημαντική διεθνής πρωτοβουλία για τη ρύθμιση του εμπορίου άγριας ζωής είναι η Σύμβαση CITES ή αλλιώς the Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora. Η CITES αποτελεί το κύριο νομικό εργαλείο για τη ρύθμιση του διεθνούς εμπορίου άγριων ειδών. Ταυτόχρονα, πολλές χώρες έχουν αναπτύξει εθνικές νομοθεσίες για την προστασία των άγριων ειδών, οι οποίες συμπληρώνουν τη CITES. Διεθνείς οργανισμοί, όπως η Διεθνής Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (International Union for Conservation of Nature) και η Παγκόσμια Οργάνωση για την Άγρια Ζωή (World Wildlife Fund), (συν)εργάζονται επίσης για την προστασία των άγριων ειδών μέσω προγραμμάτων διατήρησης και ευαισθητοποίησης.
Όπως ήδη τονίσθηκε, πρόκειται για μία οργανωμένη επιχείρηση, την οποία διαχειρίζονται διεθνή δίκτυα, που προσομοιάζουν – στην οργάνωση και δομή - με εκείνα που διακινούν παράνομα όπλα και ναρκωτικά. Και είναι μεγάλη γιατί συνεισφέρει σημαντικά στα εισοδήματα των τοπικών κοινοτήτων, καθώς και στις εθνικές οικονομίες. Η λαθροθηρία των ελεφάντων για την εμπορία ελεφαντόδοντου, καθώς και των τίγρεων για την εμπορία του δέρματος και των οστών τους, συνιστούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι δεν είναι όλα τα είδη εμπορίας άγριας ζωής παράνομα. Πολλά άγρια φυτά και ζώα πωλούνται νόμιμα ως τρόφιμα, κατοικίδια, δέρμα αλλά και ως διακοσμητικά αντικείμενα.
Τα κέρδη που απορρέουν από το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής συγκρίνονται με αυτά της εμπορίας ανθρώπων και ναρκωτικών. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με πορίσματα της Interpol, οι εκτιμήσεις γύρω από τα κέρδη του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής υπολογίζονται από 7 έως και 23 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα έντομα, τα ερπετά, τα αμφίβια και τα θηλαστικά.
Πιο συγκεκριμένα, το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής περιλαμβάνει τόσο ζωντανά όσο και νεκρά είδη, αλλά και προϊόντα που παράγονται και/ή παρασκευάζονται από την άγρια πανίδα και χλωρίδα. Η χρήση των ανωτέρω μπορεί να αφορά και τα φάρμακα, καλλυντικά, αλλά και διακοσμητικά αντικείμενα, όπως και προϊόντα ένδυσης και υπόδησης. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ελέφαντες και οι τίγρεις αποτελούν τα πιο «ξακουστά» άγρια ζώα που διακινούνται παράνομα, ωστόσο μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται και οι γορίλες, οι ουρακοτάγκοι, οι ρινόκεροι, οι θιβετινοί μέρμυγκες, οι παγκολίνοι, τα πουλιά, τα ερπετά αλλά και οι οξυρριγχίδες (ψάρι, εμπορεύεται για την παρασκευή χαβιάρι).
Έτσι, έχουν συσταθεί ατύπως διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, οι οποίες εκμεταλλεύονται την άγρια φύση παγκοσμίως και θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο το περιβάλλον, αλλά και την δημόσια υγεία (όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια).
Ωστόσο, η ανεξέλεγκτη και παράνομη διακίνηση άγριων ειδών μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στη σταθερότητα των οικοσυστημάτων, καθώς και στην δημόσια υγεία και κοινωνική ευημερία.
Όπως μαρτυρούν τα παραπάνω, το λαθρεμπόριο άγριων ζώων έχει εξελιχθεί σε βιομηχανία με τζίρο δισεκατομμυρίων ευρώ με διαφόρων ειδών επιπτώσεις. Τα ζώα που γίνονται αντικείμενο εμπορίας για να ικανοποιήσουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία, αντιμετωπίζουν άθλιες συνθήκες διαβίωσης τόσο από τους λαθρέμπορους όσο και από εκείνους που τα αγοράζουν έναντι χιλιάδων ευρώ/δολαρίων. Αυτό μαρτυρεί άλλωστε και η πρόσφατη υπόθεση με το λευκό τιγράκι Χασίγια το οποίο βρέθηκε σε ένα κάδο απορριμμάτων έξω από το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο. Δυστυχώς, τα σοβαρά ανίατα επίπονα γενετικά προβλήματά του, ασύμβατα με μια στοιχειωδώς ποιοτική ζωή και τους κανόνες ευζωίας, οδήγησαν τόσο τους Έλληνες κτηνιάτρους αλλά και τους ξένους ειδικούς, να εισηγηθούν ομόφωνα στις αρμόδιες αρχές πως η ευθανασία συνιστούσε τη μόνη επιλογή. Από το 2020 έκθεση του ΟΗΕ έχει επισημάνει ότι λιοντάρια, ιαγουάροι και λεοπαρδάλεις βρίσκονται στο στόχαστρο των διακινητών όπου μέρη τους πωλούνται ως υποκατάστατα τίγρης και συνήθως περιλαμβάνουν οστά, με τα οποία φτιάχνεται το κρασί και η πάστα τίγρης σε Κίνα και Βιετνάμ, ενώ περίπου 5000 τίγρεις, εκ των οποίων 2.000 λευκές, κρατούνται αιχμάλωτες στην Αμερική όπου ανθεί περισσότερο το λαθρεμπόριο άγριων ζώων.
1.1 Εισαγωγή στην CITES
Η Σύμβαση CITES (Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora) είναι μια διεθνής συμφωνία, η οποία υπογράφηκε στις 3 Μαρτίου 1973 στην Ουάσιγκτον και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1975 αποβλέποντας στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του νόμιμου εμπορίου άγριων ειδών και στην ευρύτερη προστασία των άγριων ζώων και φυτών μέσω της ρύθμισης του εμπορίου τους. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διεθνή νομικά πλαίσια για την προστασία της βιοποικιλότητας σε παγκόσμιο επίπεδο και έχει υπογραφεί από εκατόν ογδόντα τέσσερα κράτη-μέρη στην βάση μιας κοινής πολιτικής που αποσκοπεί στην τήρηση και εφαρμογή ενιαίων αρχών, κανόνων και συγκεκριμένων διαδικασιών διακίνησης και εμπορίας των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας.
Τα κράτη-μέρη συμμετέχουν σ’ αυτήν μεμονωμένα ή μέσω διαφόρων Οργανισμών Κρατών στους οποίους ανήκουν απολαμβάνοντας την ευχέρεια να λάβουν ή να διατηρήσουν αυστηρότερα μέτρα, τηρουμένων των διατάξεων της Σύμβασης, ιδίως σ’ ότι αφορά την κατοχή δειγμάτων ειδών που εμπίπτουν σε αυτή. Η χώρα μας συμμετέχει στη Σύμβαση μεμονωμένα ως κράτος-μέρος, αλλά και ως μέλος ενιαίου Οργανισμού Κρατών (κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Εφαρμόζει, σ’ ότι αφορά τις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που αποδέχθηκε προσχωρώντας στη Σύμβαση CITES, τους σχετικούς – με τη Σύμβαση – Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι επιβάλλουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας και διακίνησης των ειδών CITES.
Με τη συνδυασμένη προσπάθεια των κρατών μελών και των αρμόδιων φορέων, η Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας που Απειλούνται με Εξαφάνιση επιδιώκει να καταπολεμήσει την παράνομη διακίνηση άγριων ειδών, τη λαθροθηρία, η οποία αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες απειλές για την επιβίωση πολλών ειδών άγριας ζωής. Αποσκοπεί στην εξασφάλιση της διατήρηση των άγριων ειδών για τις μελλοντικές γενιές, υποστηρίζοντας μέσα από την δράση της ότι το διεθνές εμπόριο δεν απειλεί την επιβίωση αυτών. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού περιλαμβάνει στα παραρτήματα της και την ρύθμιση του εμπορίου άγριας ζωής που δεν απειλείται άμεσα αλλά αναμένεται να κινδυνεύσει αν δεν υπάρξει ο κατάλληλος έλεγχος.
Συγκεκριμένα:
Ανάλογα με το επίπεδο απειλής που αντιμετωπίζουν και το επίπεδο προστασίας που απαιτείται τα είδη κατατάσσονται σε τρία παραρτήματα προστασίας :
Στο Παράρτημα I περιλαμβάνονται είδη, όπως είναι τα γιγάντια πάντα, οι ασιατικοί ελέφαντες, οι ρινόκεροι και ορισμένα είδη τίγρης, τα οποία απειλούνται με εξαφάνιση και επηρεάζονται άμεσα από το διεθνές εμπόριο με συνέπεια το εμπόριο αυτών των ειδών να επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για επιστημονική έρευνα. Για την μετακίνηση των ειδών αυτών απαιτούνται άδειες εισαγωγής και εξαγωγής και από τις δύο χώρες που συμμετέχουν στην εμπορική συναλλαγή ενώ οι αρχές των εμπλεκόμενων χωρών επιθεωρούν τις αποστολές για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση.
Στο Παράρτημα ΙΙ συγκαταλέγονται είδη όπως οι καρχαρίες, οι παπαγάλοι και οι αφρικανικοί ελέφαντες που δεν απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση, αλλά το εμπόριό τους πρέπει να τίθεται υπό έλεγχο, ώστε να αποφευχθεί μελλοντική απειλή από ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση. Οι χώρες παρακολουθούν και αναφέρουν τις συναλλαγές μέσω της έκδοσης υποχρεωτικής άδειας από τη χώρα εξαγωγής που επιβεβαιώνει ότι το εμπόριο δεν θα βλάψει την επιβίωση του είδους στη φύση.
Στο Παράρτημα III υπάγονται είδη που δεν είναι απαραιτήτως απειλούμενα σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά προστατεύονται σε τουλάχιστον μία χώρα η οποία έχει ζητήσει βοήθεια από άλλα μέλη της CITES για τον έλεγχο του εμπορίου τους. Στην κατηγορία αυτή εμπεριέχονται τα αφρικανικά λιοντάρια, ορισμένα είδη χελωνών, κροκοδείλων, καρχαριών και παπαγάλων. Οι χώρες που συμμετέχουν πρέπει να εκδώσουν άδεια εξαγωγής που να βεβαιώνει ότι το εμπόριο δεν θα επηρεάσει την επιβίωση του είδους στη φύση.
Η επιτυχής εφαρμογή της CITES απαιτεί συντονισμένη προσπάθεια σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο με τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων και την ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων και του ευρύτερου κοινού. Κάθε χώρα που είναι μέλος της CITES πρέπει να θεσπίσει εθνική νομοθεσία που να επιτρέπει την εφαρμογή της σύμβασης, που να περιλαμβάνει και ποινές για παραβίαση των κανονισμών, όπως πρόστιμα, φυλάκιση και κατάσχεση παράνομα εμπορευόμενων ειδών, ενώ ταυτόχρονα υποχρεούται να ορίσει αρμόδιες αρχές για τη διαχείριση και την έκδοση των αδειών που απαιτούνται για την επιτήρηση του εμπορίου των προστατευόμενων ειδών. Οι άδειες περιλαμβάνουν την άδεια εξαγωγής που χορηγείται από τη αντίστοιχη χώρα αφού διασφαλιστεί ότι το εμπόριο δεν θα επηρεάσει την επιβίωση του είδους στη φύση, την άδεια εισαγωγής που χορηγείται για είδη του Παραρτήματος I και απαιτεί έγκριση και από τις δύο χώρες, και το πιστοποιητικό επανεξαγωγής που εκδίδεται όταν ένα είδος έχει εισαχθεί νόμιμα σε μια χώρα και στη συνέχεια επανεξάγεται.
Βασική αρχή, εξάλλου, της Σύμβασης είναι ότι η εμπορία και διακίνηση ειδών CITES συμπεριλαμβανομένων των υβριδίων τους, των δειγμάτων, ζωντανών ή νεκρών, των μερών και παραγώγων γίνεται μέσω ενός ενιαίου συστήματος αδειοδότησης και πιστοποιητικών διακίνησης ή κατοχής τους, που εκδίδονται αποκλειστικά από τις αρμόδιες διαχειριστικές αρχές των μερών της Σύμβασης. Ως εκ τούτου τα μέλη υποχρεούνται να αναφέρουν τις εμπορικές συναλλαγές ειδών CITES για την παρακολούθηση και αξιολόγηση των τάσεων στο εμπόριο, ενώ στο πλαίσιο αυτό οι τελωνειακές και οι άλλες αρμόδιες αρχές διενεργούν επιθεωρήσεις στα σύνορα και σε άλλους χώρους εισόδου και εξόδου για να διασφαλίσουν ότι τα είδη άγριας ζωής διακινούνται νόμιμα και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Σύμβασης.
Άλλωστε, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλλουν ετήσιες αναφορές στη Γραμματεία της CITES σχετικά με τις εισαγωγές και εξαγωγές προστατευόμενων ειδών με στόχο την παρακολούθηση της εφαρμογής της σύμβασης και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς της. Η Γραμματεία της CITES παρέχει καθοδήγηση και υποστήριξη στα κράτη μέλη για τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της σύμβασης μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τεχνικής υποστήριξης.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η δράση της CITES έχει προωθήσει την εκπαίδευση και την ευαισθητοποίηση σχετικά με την αξία της διατήρησης της άγριας ζωής και τους κινδύνους της υπερεκμετάλλευσης ενθαρρύνοντας τη διεθνή και διακυβερνητική συνεργασία με μη κυβερνητικούς οργανισμούς και επιστημονικές κοινότητες.
Ωστόσο, παρά την οργάνωση και τα αποδεδειγμένα θετικά αποτελέσματα, η εφαρμογή και η συμμόρφωση με τη CITES διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένες χώρες αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην επιβολή των κανονισμών λόγω έλλειψης πόρων, τεχνικής ικανότητας και πολιτικής βούλησης. Ταυτόχρονα, η λαθροθηρία και το παράνομο εμπόριο εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρά προβλήματα ενώ η έλλειψη ακριβούς και συστηματικής καταγραφής και παρακολούθησης των ειδών και του εμπορίου τους, δύναται να περιορίσει την ικανότητα των αρχών να λάβουν τεκμηριωμένες αποφάσεις και να ανταποκριθούν γρήγορα. Οι δυσλειτουργίες αυτές απορρέουν από την καθυστέρηση της Σύμβασης να προσαρμοστεί στις νέες απειλές, καθώς η αναθεώρηση των παραρτημάτων και η εισαγωγή νέων ειδών στη λίστα προστασίας μπορεί να είναι χρονοβόρα και περίπλοκη.
Για να βελτιωθεί δραστικά η αποτελεσματικότητα της σύμβασης προτείνεται η παροχή περισσότερων πόρων με μέσα τεχνικής υποστήριξης στις χώρες που δυσκολεύονται να εφαρμόσουν τους κανονισμούς της CITES. Η εντατική χρήση ειδικών τεχνικών όπως η παροχή πληροφοριών συνδυαστικά με τη χρήση πληροφοριοδοτών, τη παρακολούθηση, τη ανάλυση DNA και άλλων ιχνών κρίνεται αναγκαία για την ανάπτυξη και εφαρμογή στρατηγικών για την καταπολέμηση και αποδόμηση της λαθροθηρίας και των δικτύων του παράνομου εμπορίου εν γένει.
Πράγματι, η δημιουργία αξιόπιστων συστημάτων παρακολούθησης και αναφοράς για το εμπόριο άγριων ειδών με τη χρήση νέων τεχνολογιών και μεθόδων δύναται να συντείνει στον περιορισμό της διαφθοράς στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου, καθώς και στον έλεγχο της ακεραιότητας των αρμόδιων για την εφαρμογή της σύμβασης θεσμικών οργάνων.
Σημαντική τομή για αποτελεσματικότερο έλεγχο αποτελεί εξάλλου η πρόβλεψη και θέσπιση μιας αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Εν προκειμένω, η εφαρμογή της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλούμενων Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας συνιστά υποχρέωση και απαιτεί από τα κράτη να ρυθμίζουν το εμπόριο προστατευμένων ειδών εφαρμόζοντας περιορισμούς μέσα από την επιβολή των απαραίτητων ποινικών κυρώσεων. Τα εθνικά νομικά συστήματα καλούνται να περιλάβουν ειδικά αδικήματα και ποινές κατά των εγκλημάτων της διακίνησης, της παράνομης κατοχής και της εμπορίας των ειδών. Αναγκαία κρίνεται, λοιπόν, η περαιτέρω αυστηροποίηση της ποινικής δίωξης με υψηλότερα πρόστιμα και ποινές φυλάκισης, αλλά και η θέσπιση στοχευμένων αποκαταστατικών μέτρων.
Τα μέτρα αυτά δύναται να λειτουργήσουν ως αντίβαρα της σύγχρονης πραγματικότητας , στην οποία ακμάζει η λαθρεμπορία, θεμελιώνοντας στην συνείδηση των πολιτών αλλά και του κράτους, την ανάγκη για διεύρυνση των προγραμμάτων εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης για την ενίσχυση της υποστήριξης του κοινού και των εμπλεκόμενων φορέων. Η ενημέρωση του κοινού για τη σημασία της προστασίας των άγριων ειδών πρόκειται να συνδράμει αποφασιστικά στην πρόληψη της παράνομης διακίνησης.
Αντίστοιχα, η εκπαίδευση των τελωνειακών υπαλλήλων και άλλων εμπλεκόμενων φορέων καθίσταται κρίσιμη για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης καθώς και για την βελτίωση των διαδικασιών για την ταχύτερη προσαρμογή της σύμβασης σε νέες προκλήσεις και τάσεις στο εμπόριο άγριων ειδών.
1.2. Εισαγωγή στο ευρωπαϊκό καθεστώς ως προς το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής
Το ευρωπαϊκό καθεστώς για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής αποτελείται από ένα αυστηρό πλαίσιο κανονισμών που αποσκοπούν στην προστασία της βιοποικιλότητας και την πρόληψη της εμπορίας προστατευόμενων ειδών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απειλούνται με εξαφάνιση. Δύο βασικοί κανονισμοί που ρυθμίζουν το πεδίο αυτό είναι ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 865/2006 της Επιτροπής και ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου, οι οποίοι διασφαλίζουν την εφαρμογή της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλούμενων Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας (CITES) στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου αποτελεί το βασικό νομοθέτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή της CITES. Θεσπίστηκε το 1997 με στόχο να ελέγχει το εμπόριο άγριων ζώων και φυτών που κινδυνεύουν, θέτοντας κριτήρια και κατηγορίες που ρυθμίζουν τη διακίνηση ειδών εντός της Ε.Ε. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός ταξινομεί τα είδη άγριας ζωής σε παραρτήματα, καθένα από τα οποία φέρει διαφορετικούς περιορισμούς ως προς την εμπορία του, ανάλογα με το επίπεδο απειλής για κάθε είδος. Αυτό επιτρέπει την αυστηρή επιτήρηση και τον έλεγχο τόσο των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών από και προς την Ε.Ε., ενισχύοντας έτσι τη δυνατότητα της Ευρώπης να αποτρέπει το παράνομο εμπόριο.
Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 865/2006 της Επιτροπής συμπληρώνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 338/97, παρέχοντας λεπτομέρειες για τη διαδικασία αδειοδότησης και την εφαρμογή των μέτρων της CITES στην Ε.Ε. Περιλαμβάνει διατάξεις για την έκδοση, την ακύρωση, και την τροποποίηση αδειών και πιστοποιητικών για τη διακίνηση προστατευόμενων ειδών. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι οι άδειες δίνονται με συνέπεια και ότι κάθε διαδικασία που σχετίζεται με τη μεταφορά ή εμπορία άγριων ζώων και φυτών πληροί τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η υιοθέτηση αυτών των κανονισμών αντανακλά τη δέσμευση της Ε.Ε. στην προστασία της βιοποικιλότητας και στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Δεδομένου ότι το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής είναι από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της φύσης παγκοσμίως και αποτελεί σημαντική πηγή χρηματοδότησης οργανωμένου εγκλήματος, οι κανονισμοί αυτοί ενισχύουν την παγκόσμια προσπάθεια για την προστασία των απειλούμενων ειδών. Μέσω του ευρωπαϊκού αυτού καθεστώτος, η Ε.Ε. όχι μόνο συμμορφώνεται με τις διεθνείς της υποχρεώσεις, αλλά παρέχει ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής διαχείρισης και την εξασφάλιση της βιώσιμης χρήσης των φυσικών πόρων της.
1.3. Ισχύον πλαίσιο στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής περιλαμβάνει κυρίως τα ερπετά, τα πτηνά αλλά και τα θηλαστικά. Έτσι, θύματα είναι τόσο η χελώνα και τα πτηνά, όσο και η σκορπιοί, τα οποία πολλές φορές καταλήγουν να πωληθούν ως εξωτικά κατοικίδια. Όσον αφορά τα παράνομα προϊόντα, το ελεφαντόδοντο καθώς και τα οστά και το δέρμα τίγρης έχουν (και) στη χώρα μας μεγάλη ζήτηση. Ωστόσο, υπάρχουν οργανώσεις που επιχειρούν να συνεισφέρουν στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγρια ζωής, όπως η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης (ΕΕΠΦ).
Όσον αφορά το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα, εφαρμόζεται ο Ν. 4042/2012, όπως μεταφέρθηκε με την υπ’ αριθμόν 2008/99 Οδηγία, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου. Μέσω του εν λόγω νόμου, θεσπίζονται λοιπόν αποτρεπτικές και αποτελεσματικές (;) κυρώσεις, προκειμένου να αναχαιτιστεί η υποβάθμιση ή/και η ρύπανση του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την περίπτωση στ) του άρθρου 3 του ανωτέρω νόμου, τιμωρείται η θανάτωση, ο αφανισμός, η κατοχή ή η σύλληψη προστατευόμενων ειδών της άγριας χλωρίδας ή πανίδας, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που η συμπεριφορά αφορά αμελητέα ποσότητα των ειδών αυτών και έχει αμελητέο αντίκτυπο στο καθεστώς διατήρησης των ειδών.
2.1. Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής ως οργανωμένο έγκλημα: Εισαγωγή στη θεματική
Όπως αναφέρθηκε και στο εισαγωγικό κεφάλαιο, τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής περιλαμβάνουν τις ακόλουθες παράνομες πράξεις: την λαθροθηρία, την κατοχή, την εμπορία (δηλαδή την προμήθεια, την πώληση ή την παράνομη διακίνηση), την εισαγωγή και εξαγωγή, την επεξεργασία αλλά και την κατανάλωση άγριας πανίδας, ενώ σε αυτά συμπεριλαμβάνεται και η ξυλεία και τα άλλα δασικά προϊόντα. Η παράνομη διακίνηση άγριας ζωής «συνδυάζεται» συνήθως και με άλλες ποινικώς κολάσιμες πράξεις, όπως η διαφθορά, η απάτη, η φοροδιαφυγή και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Πρόκειται για μία εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση με την οποία ενισχύεται η παραοικονομία.
● Ποιοι είναι οι παράγοντες που οδήγησαν στη γένεση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής και ποιοι το τροφοδοτούν;
Πολλά είναι τα αίτια που οδήγησαν στην άνοδο του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής, τα σημαντικότερα όμως φαίνεται να είναι ο χαμηλός κίνδυνος που διατρέχουν όσοι συμμετέχουν στο έγκλημα αυτό (ατιμωρησία ή μη εντοπισμός), σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα υψηλό κέρδος που αποκομίζουν. Το περιβάλλον ανοχής ως αποτέλεσμα μιας «ατυχούς» διεθνούς πολιτικής, η εκτεταμένη διαφθορά, αλλά και η ελλιπής υλικοτεχνική στελέχωση και εκπαίδευση των αρμοδίων οργάνων (αστυνομία, εισαγγελία, δικαστήρια), έχουν συμβάλει στην άνθηση του εν λόγω εγκλήματος.
Ένας ακόμη διαχρονικός παράγοντας που λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη στη διατήρηση αλλά και άνοδο του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής είναι η φτώχεια και η ανέχεια που μαστίζει σε πολλές τοπικές κοινωνίες εξαγωγής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κόμβο για το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής, ενώ συνιστά και πηγή προέλευσης για την ενδημική άγρια ζωή που διακινείται διεθνώς. Τα δίκτυα που διακινούν στην Ευρώπη εξωτική πανίδα (π.χ. τίγρεις, λεοπαρδάλεις, ρινόκερους, φάλαινες, ελέφαντες, παπαγάλους, ιγουάνα, έντομα, φίδια, βατράχια), αλλά και εξωτική χλωρίδα, συνήθως χρησιμοποιούν την πρόφαση των φαρμάκων. Πιο συγκεκριμένα, αξίζει να σημειωθεί πως οι διακινητές στην Ευρώπη στοχεύουν σε είδη που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο της CITES, ως επί τω πλείστων πτηνά, μεγάλες γάτες, οξύρρυγχους, χέλια, σαλαμάνδρες, φίδια, αμφίβια, έντομα, λύγκες και λύκους, τα οποία εμπορεύονται και εντός και εκτός Ε.Ε.. Σημειωτέων ότι μόνο η διακίνηση χελιών αποφέρει ετησίως 2 έως 3 δισεκατομμύρια ευρώ.
● Τρόπος διεξαγωγής του (μια αναφορά και στην χρήση του Dark Web)
Το οργανωμένο περιβαλλοντικό έγκλημα λειτουργεί ολοένα και περισσότερο, σαν μια παγκόσμια πολυεθνική επιχείρηση. Οι εγκληματικές οργανώσεις συντονίζονται και συνεργάζονται μέσω δικτύων εμπορίας και μεταφοράς, παρακάμπτοντας τόσο εθνικούς όσο και διεθνείς νόμους και κανονισμούς για τη διακίνηση προϊόντων άγριας ζωής στην παγκόσμια αγορά.
Συνήθως, το σχήμα έχει ως έξης: κάποιος χρηματοδοτεί και προμηθεύει τα όπλα και τα απαιτούμενα υλικά στις ομάδες λαθροθηρίας, τα λεγόμενα δίκτυα συγκομιδής. Αυτά απαρτίζονται από φτωχούς χωρικούς, δασοφύλακες, επαγγελματίες κυνηγούς, καθώς και μεγάλες συμμορίες λαθροθηρίας. Συχνά, στα δίκτυα αυτά συμμετέχουν και πρόσωπα της πολιτικής αλλά και των αστυνομικών αρχών, καθώς και της δικαιοσύνης. Επομένως, όσο περισσότερο αναπτύσσεται η παραοικονομία και η πολιτική εξουσία λεηλατείται από τα ως άνω δίκτυα, τα κράτη αποδυναμώνονται και η αντιμετώπιση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής καθίσταται όλο και δυσκολότερη. Συνεπώς, υπονομεύεται το κράτος δικαίου, μέσω της διαφθοράς των αρχών επιβολής του νόμου και του δικαστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, έτσι διοχετεύονται πόροι στις κοινότητες «παραγωγής» , οι οποίες είναι συνήθως υπανάπτυκτες.
● Αναφορά στην χρήση του διαδικτύου για την εξάπλωση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής
Χιλιάδες προστατευόμενα είδη προσφέρονται έναντι υψηλών αντιτίμων στο διαδίκτυο, γεγονός που έχει επιδεινώσει την διατάραξη της βιοποικιλότητας. Με την ταχεία εξέλιξη της τεχνολογίας, οι έμποροι που πουλούν παράνομα άγρια ζώα έχουν πρόσβαση σε διαδικτυακές πλατφόρμες ανά πάσα στιγμή. Το ουσιαστικό ζήτημα όμως έγκειται εν προκειμένω στη χρήση υπηρεσιών παράδοσης δεμάτων για την αποστολή των ζώων ή των προϊόντων άγριας ζωής. Συνεπώς, ο εντοπισμός των πωλητών καθίσταται ολοένα δυσχερέστερος για τις διεθνείς αρχές.
Το εμπόριο άγριας ζωής μέσω διαδικτύου έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια με τις διαδικτυακές πλατφόρμες να επιτρέπουν την ανώνυμη διακίνηση ειδών σε διεθνές επίπεδο, κάτι που καθιστά δυσχερή τον εντοπισμό των παράνομων δραστηριοτήτων από τις αρχές επιβολής του νόμου.
Οι διακινητές χρησιμοποιούν δημόσια και κρυπτογραφημένα φόρουμ, αγγελίες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την προώθηση παράνομων προϊόντων, όπως ελεφαντόδοντο, δέρματα ζώων, ζωντανά ερπετά και άλλα είδη που προστατεύονται από τη συνθήκη CITES.
Οι πλατφόρμες αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα από τις αρχές, λόγω του μεγάλου όγκου δεδομένων και της πολυπλοκότητας των συναλλαγών. Το Facebook, για παράδειγμα, αλλά και άλλες πλατφόρμες, αναφέρονται ως κύριες πηγές μέσω των οποίων οι έμποροι αλληλεπιδρούν με αγοραστές, προσφέροντας ζώα ή προϊόντα από αυτά.
2.2 Τρόποι μεταφοράς των άγριων ζώων
Η παράνομη μεταφορά άγριων ζώων είναι ένα σοβαρό ζήτημα που απειλεί την βιοποικιλότητα και την ευημερία των ζώων. Τα εγκληματικά δίκτυα που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο άγριας ζωής λειτουργούν συχνά μέσω νόμιμων επιχειρήσεων όπως καταστήματα κατοικιδίων, εκθέσεις ζώων, εστιατόρια, κρεοπωλεία και εκτροφεία ζώων, χρησιμοποιώντας τα ως κάλυψη για τις παράνομες δραστηριότητές τους. Προκειμένου να δηλώνουν ψευδώς ότι τα ζώα και τα φυτά είναι νομίμως εκτρεφόμενα ή συλλεγμένα, προσκομίζουν πλαστά έγγραφα CITES, ταυτότητες και άδειες για να περάσουν τα σύνορα. Η διαφθορά εξάλλου είναι βασικό εργαλείο για τη διευκόλυνση του εμπορίου άγριας ζωής. Τα δίκτυα αυτά δωροδοκούν τελωνειακούς υπαλλήλους, υπαλλήλους των αρχών διαχείρισης άγριας ζωής και άλλους αρμόδιους, προκειμένου να παρακάμψουν τους ελέγχους.
Οι λαθρέμποροι χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για να αποφύγουν τον εντοπισμό τους από τις αρχές και να μεταφέρουν ζώα σε διάφορους προορισμούς. Παραδείγματος χάριν, παραποιούν τα έγγραφα των ζώων, παρουσιάζοντάς τα ως νόμιμα κατοικίδια ή άλλοτε ως δείγματα για κάποια επιστημονική έρευνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα παραποιημένα έγγραφα επιτρέπουν στους λαθρεμπόρους να περάσουν τους ελέγχους ασφαλείας και να διακινήσουν τα ζώα νόμιμα.
Οι μέθοδοι αυτές πολλές φορές είναι σκληρές και επώδυνες για τα ζώα, καθώς τοποθετούνται σε κρυφές θέσεις μέσα σε αυτοκίνητα, φορτηγά ή βαν, όπως μέσα σε αποθηκευτικούς χώρους, κάτω από καθίσματα ή ακόμα και σε ειδικά διαμορφωμένα κρυφά διαμερίσματα. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται συχνά για την παράνομη διακίνηση μικρών ζώων, όπως ερπετά και πτηνά. Ακόμα, τα ζώα «αποθηκεύονται» σε βαλίτσες, σακίδια ή ακόμα και ταχυδρομικά δέματα. Συχνά, τοποθετούνται σε μικρά κουτιά ή σακούλες χωρίς επαρκή εξαερισμό. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, καθώς τα ζώα μπορούν εύκολα να πεθάνουν από ασφυξία, αφυδάτωση ή τραυματισμούς. Ορισμένοι λαθρέμποροι χρησιμοποιούν το σώμα τους για να κρύψουν τα ζώα, τα οποία τοποθετούνται σε ρούχα, τσέπες ή ακόμη και σε ειδικά σχεδιασμένα εσώρουχα. Τα κρύβουν σε εμπορευματοκιβώτια και έτσι αποστέλλονται μέσω θαλάσσιων ή αεροπορικών μεταφορών, ενώ ενδέχεται να συγκαλύπτονται ως άλλα νόμιμα εμπορεύματα. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται για μεγαλύτερα ζώα ή για μεταφορά μεγάλου αριθμού ζώων, ενώ η μεταφορά διεξάγεται είτε με ιδιωτικά φορτηγά είτε με δημόσιες συγκοινωνίες. Τα ζώα μπορεί να στοιβάζονται με άλλα νόμιμα εμπορεύματα, όπως συχνά παρατηρείται σε διασυνοριακές μεταφορές.
Ακόμη και σήμερα, δεν γίνονται σωστοί έλεγχοι στα σημεία από όπου εισέρχονται όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά και αλλού. Ενδεικτικά, το καλοκαίρι του 2022 σημειώθηκε κρίσιμο περιστατικό στον Προμαχώνα, όπου φορτηγό από την Σλοβακία εισήλθε στην χώρα με μια τίγρη και ένα λιοντάρι αποβλέποντας, όπως ισχυρίστηκε ο οδηγός να μεταβούν στον ζωολογικό κήπο των Τιράνων στην Αλβανία. Την ίδια χρονική περίοδο εισήλθε και άλλο φορτηγό που μετέφερε τίγρεις και ένα λιοντάρι ερχόμενο από Ιταλία με προορισμό την Ρόδο.
Απόρροια αυτών είναι τα ζώα να υποφέρουν από σοβαρό στρες, τραυματισμούς και συχνά να πεθαίνουν λόγω των ανθυγιεινών και επικίνδυνων συνθηκών μεταφοράς. Η διαβίωση σε κλουβιά ή εξαιρετικά στενούς χώρους και η έλλειψη τροφής και νερού προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας. Η παράνομη μεταφορά ζώων μπορεί να οδηγήσει στη διασπορά ασθενειών τόσο μεταξύ των ζώων όσο και μεταξύ των ανθρώπων, αυξάνοντας τον κίνδυνο πανδημιών, ενώ αναμφίβολα αποδυναμώνει τους φυσικούς πληθυσμούς και διαταράσσει τα οικοσυστήματα (βλ.3.1).
Για την αντιμετώπιση και την πρόληψη της παράνομης μεταφοράς ζώων σκόπιμη κρίνεται η αύξηση των ελέγχων στα σύνορα, στα αεροδρόμια και στα λιμάνια για την ανίχνευση και πρόληψη της παράνομης διακίνησης ζώων μέσω της χρήση τεχνολογίας, όπως ανιχνευτές μετάλλων, ακτίνες Χ και εκπαιδευμένα σκυλιά για τον εντοπισμό ζωντανών ζώων. Μια αυστηρότερη νομοθεσία και επιβολή ποινών για τους λαθρεμπόρους και τους εμπλεκόμενους στο παράνομο εμπόριο ζώων στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση των διασυνοριακών δικτύων λαθρεμπορίου θα συντελούσε καθοριστικά στην αποτροπή των πρακτικών αυτών.
Αναμφίβολα, η αυστηροποίηση της νομοθεσίας για τους λαθρεμπόρους και τους εμπλεκόμενους στο παράνομο εμπόριο ζώων στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας για την καταπολέμηση των διασυνοριακών δικτύων λαθρεμπορίου θα συντελούσε καθοριστικά στην αποτροπή των πρακτικών αυτών.
Η εκπαίδευση των τελωνειακών υπαλλήλων και των αρχών επιβολής του νόμου για την αναγνώριση και την αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης ζώων, παράλληλα με την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τις επιπτώσεις του παράνομου εμπορίου και την ανάγκη προστασίας των άγριων ζώων θα συνέβαλε δραστικά στην καταπολέμηση της παράνομης μεταφοράς ζώων και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την προώθηση της ευημερίας των ζώων.
Επομένως, συνεργασία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, μαζί με αυστηρή επιβολή της νομοθεσίας, είναι απαραίτητα για την προστασία των άγριων ζώων από την παράνομη διακίνηση.
Τέλος, τεχνολογικές καινοτομίες που έχουν σημειωθεί στον εν λόγω τομέα από τον ακαδημαϊκό χώρο και αξίζει να αναφερθούν είναι οι εξής:
Το iTrade αποτελεί ένα εργαλείο ανάλυσης δεδομένων και εξόρυξης πληροφοριών (Data Mining Tools) που έχει αναπτυχθεί από το Πανεπιστήμιο του Κεντ, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνικές μηχανικής μάθησης για να ξεχωρίζει τις νόμιμες από τις παράνομες αγγελίες. Το εργαλείο αυτό έχει δοκιμαστεί στην αγορά του ελεφαντόδοντου και έχει παρουσιάσει υψηλή ακρίβεια (93%) ενώ στόχος είναι η επέκταση του εργαλείου και σε άλλες αγορές και είδη.
Το WildTrade αποτελεί καινοτομία του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, το οποίο συνδυάζει τεχνικές οπτικής αναγνώρισης και επεξεργασίας φυσικής γλώσσας (NLP) για την ανάλυση εικόνων και κειμένων που δημοσιεύονται σε ψηφιακές πλατφόρμες. Στόχος του είναι να προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη ανάλυση για τις παράνομες αγγελίες που αναρτώνται στα κοινωνικά δίκτυα.
2.3.1 Ευρωπαϊκά όργανα και οργανισμοί καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχει υιοθετήσει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριας ζωής, αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα του ζητήματος για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την προστασία των οικοσυστημάτων. Κεντρικός πυλώνας αυτής της στρατηγικής είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναπτύσσει και προτείνει νομοθετικά μέτρα και πολιτικές. Σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF) και την Europol, η Επιτροπή εστιάζει στη βελτίωση των μηχανισμών επιτήρησης και ελέγχου για την καταπολέμηση των εγκληματικών δικτύων που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό.
Ο OLAF, που ιδρύθηκε το 1999, έχει ως κύριο στόχο την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ μέσω της διερεύνησης και πρόληψης περιπτώσεων απάτης και εγκλημάτων. Στο πλαίσιο της καταπολέμησης της παράνομης εμπορίας άγριας ζωής, διερευνά περιπτώσεις παράνομης θήρας και εμπορίας, συνεργαζόμενος στενά με τις εθνικές αρχές των κρατών-μελών, παρέχοντας υποστήριξη και εκπαίδευση. Επιπλέον, συμβάλλει στην ανάπτυξη και προώθηση πολιτικών της ΕΕ για την προστασία των άγριων ειδών και συμμετέχει σε πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης σχετικά με τις επιπτώσεις της παράνομης εμπορίας. Μέσω αυτών των δράσεων, ο OLAF προάγει την προστασία της βιοποικιλότητας και την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας στην ΕΕ.
Η Europol (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιβολής Νόμου) ιδρύθηκε το 1999 και έχει ως βασικό σκοπό να υποστηρίζει και να συντονίζει τις προσπάθειες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Αν και οι αρχικές της δραστηριότητες επικεντρώνονταν σε πιο παραδοσιακές μορφές εγκλήματος, όπως το οργανωμένο έγκλημα και η τρομοκρατία, σύντομα η Europol επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές του εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής, που αποτελεί ένα από τα πιο επικερδή και καταστροφικά εγκλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Από την ίδρυσή της, η Europol έχει αναλάβει έναν κεντρικό ρόλο στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής στην Ευρώπη, συντονίζοντας τις δράσεις των αστυνομικών και τελωνειακών αρχών των κρατών μελών, καθώς και άλλων διεθνών οργανισμών. Η υπηρεσία παρέχει υποστήριξη μέσω της ανάλυσης πληροφοριών, της ενίσχυσης της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ διαφορετικών χωρών και φορέων, καθώς και μέσω της προώθησης εκστρατειών ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης για τις αρχές επιβολής του νόμου.
Ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία που χρησιμοποιεί η Europol είναι η ανάπτυξη κοινών δράσεων και στρατηγικών, οι οποίες περιλαμβάνουν τον εντοπισμό και τη διάλυση διεθνών εγκληματικών δικτύων, που είναι υπεύθυνα για την παράνομη διακίνηση άγριων ζώων και των προϊόντων τους. Η Europol συνεργάζεται στενά με διεθνείς οργανισμούς, όπως η CITES, η Interpol, αλλά και με μη κυβερνητικές οργανώσεις και υπηρεσίες προστασίας της φύσης για να εντοπίζει και να αναχαιτίζει αυτές τις εγκληματικές δραστηριότητες.
Επιπροσθέτως, προσφέρει ανάλυση πληροφοριών και εξειδικευμένα δεδομένα για τις εθνικές αστυνομικές αρχές, προκειμένου να εντοπίζουν τα εγκληματικά δίκτυα και τις δραστηριότητές τους. Επίσης, διοργανώνει κοινές επιθεωρήσεις σε αεροδρόμια, λιμάνια και συνοριακούς σταθμούς για την κατάσχεση παράνομων προϊόντων από άγρια ζώα και την αποτροπή της διακίνησής τους μέσω της Ευρώπης.
Η Europol έχει συντονίσει πολλές διάσημες υποθέσεις και επιχειρήσεις με σημαντικά αποτελέσματα στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα είναι η επιχείρηση Thunder που πραγματοποιείται κάθε χρόνο, κατά την οποία κατασχέθηκαν τεράστιες ποσότητες παράνομων προϊόντων από άγρια ζώα, όπως ελεφαντόδοντο, ρινόκεροι, φτερά πουλιών και άλλα. Η επιχείρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς συμμετέχουν χώρες από όλο τον κόσμο και έχει οδηγήσει σε πολλές συλλήψεις και αποδόμηση εγκληματικών δικτύων.
Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιχείρηση Opération Loup (Επιχείρηση Λύκος), που πραγματοποιήθηκε το 2017 και επικεντρώθηκε στην παράνομη εμπορία προϊόντων από λύκους και άλλα προστατευμένα είδη. Η επιχείρηση αυτή έφερε αποτελέσματα στην εξάρθρωση ενός διεθνούς δικτύου παράνομης διακίνησης ζώων και την κατάσχεση παράνομων προϊόντων που προέρχονταν από απειλούμενα είδη.
Η EuTF (European Task Force on Wildlife Crime) είναι μια εξειδικευμένη ομάδα που δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Οργανισμοί και φορείς της ΕΕ, μαζί με διεθνείς εταίρους, συνεργάζονται στο πλαίσιο της EuTF για την ανάπτυξη στρατηγικών και την εφαρμογή δράσεων που στοχεύουν στη μείωση του παράνομου εμπορίου προστατευμένων ειδών και στην καταπολέμηση της λαθροθηρίας.
Η EuTF δεν είναι ένας οργανισμός αυτόνομος, αλλά περισσότερο μια συνεργατική προσπάθεια που περιλαμβάνει πολλές ευρωπαϊκές υπηρεσίες και φορείς, όπως η Europol, η Eurojust, η CITES, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και άλλες κρατικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Η κύρια δραστηριότητα της EuTF είναι η ανάπτυξη στρατηγικών για τη συντονισμένη δράση κατά του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Οι δράσεις της περιλαμβάνουν την εκπόνηση ερευνών, την ενίσχυση των διαδικασιών συνεργασίας μεταξύ κρατών-μελών και διεθνών φορέων, καθώς και τη διεξαγωγή κοινών επιχειρήσεων.
Επιπλέον, η EuTF αναλαμβάνει δράσεις για τη διάδοση των καλύτερων πρακτικών και την παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων στους φορείς επιβολής του νόμου, τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους επιστήμονες για την καλύτερη κατανόηση και αντιμετώπιση του παράνομου εμπορίου ειδών.
Επιπλέον, η EuTF υποστηρίζει το έργο της Interpol και της Europol σε επιχειρήσεις και έρευνες για τον εντοπισμό και τη δίωξη εγκληματικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο παράνομο εμπόριο άγριας ζωής. Χρησιμοποιεί επίσης τις βάσεις δεδομένων και τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων που προσφέρουν αυτοί οι οργανισμοί για να βοηθήσει στη συγκέντρωση στοιχείων και την παρακολούθηση της διακίνησης των παράνομων προϊόντων άγριας ζωής.
Μια από τις πιο σημαντικές πλευρές της δουλειάς της EuTF είναι η συνεργασία της με χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα εκείνες που αποτελούν πηγές ή διόδους για το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής. Η συνεργασία με χώρες όπως η Κένυα, η Κίνα, η Ινδία και άλλες είναι απαραίτητη για να περιοριστεί η παράνομη διακίνηση ειδών και να καταπολεμηθούν τα εγκληματικά δίκτυα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EEA), ιδρυθείσα το 1993, έχει επίσης σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Με έδρα την Κοπεγχάγη, παρέχει αξιόπιστες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον στην Ευρώπη. Συγκεντρώνει και αναλύει δεδομένα σχετικά με την κατάσταση των άγριων ειδών και των οικοσυστημάτων, παρέχοντας πολύτιμες αναλύσεις που καθοδηγούν τις πολιτικές των κρατών-μελών. Έτσι, υποστηρίζει τη λήψη αποφάσεων με βάση την επιστήμη.
Παράλληλα, η ΕΕ συνεργάζεται στενά με διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να ενισχύσει τις διεθνείς ρυθμίσεις και να προάγει τη συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Ιδρυμένη το 1975, η CITES στοχεύει στη ρύθμιση του εμπορίου άγριων ειδών ώστε να διασφαλιστεί η επιβίωσή τους. Παρέχει νομικό πλαίσιο που απαιτεί από τα κράτη-μέλη να ελέγχουν και να ρυθμίζουν το εμπόριο απειλούμενων ειδών. Συνεργάζεται με την ΕΕ και άλλες διεθνείς οργανώσεις για την εφαρμογή της νομοθεσίας και την ενίσχυση της προστασίας των άγριων ειδών, παρέχοντας κατευθυντήριες γραμμές και τεχνική υποστήριξη.
Επιπλέον, οι ευρωπαϊκοί φορείς υλοποιούν προγράμματα ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης για να ενημερώσουν το κοινό σχετικά με την αξία της βιοποικιλότητας και τις επιπτώσεις της παράνομης εμπορίας. Μέσω αυτών των δράσεων, η ΕΕ επιδιώκει να δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό πλαίσιο που θα συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη και την προστασία των άγριων ειδών, ενισχύοντας την κοινωνική συμμετοχή και την ευθύνη για τη διατήρηση της φυσικής κληρονομιάς.
Η Eurojust είναι ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ως κύριο σκοπό να ενισχύει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστικών αρχών των κρατών-μελών της ΕΕ, προκειμένου να καταπολεμούν αποτελεσματικά τα διασυνοριακά εγκλήματα. Ιδρύθηκε το 2002 και είναι υπεύθυνη για τη συντονισμένη δράση των δικαστικών αρχών στις περιπτώσεις που εμπλέκονται περισσότερες από μία χώρες, καθώς και για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σχετικά με την ποινική δικαιοσύνη.
Στην περίπτωση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής, η Eurojust διαδραματίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς το συγκεκριμένο έγκλημα συχνά εμπλέκει εγκληματικές οργανώσεις που λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο. Τα δίκτυα αυτά διακινούν παράνομα προστατευμένα είδη ζώων και φυτών, ενώ συνδέονται με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, όπως το ξέπλυμα χρημάτων και η φοροδιαφυγή. Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής απαιτεί μια διασυνοριακή συνεργασία, καθώς συχνά τα εγκλήματα εκτυλίσσονται σε πολλές χώρες ταυτόχρονα και απαιτείται να συντονιστούν οι ενέργειες των εθνικών αρχών για την αποτελεσματική σύλληψη των υπευθύνων και την κατάσχεση των παράνομων προϊόντων.
Η Eurojust υποστηρίζει τις εθνικές δικαστικές αρχές σε τέτοιες περιπτώσεις, διευκολύνοντας τη συνεργασία τους μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και του συντονισμού ενεργειών σε διασυνοριακές υποθέσεις. Ο οργανισμός παρέχει επίσης νομική υποστήριξη, βοηθώντας στη διαχείριση της πολυπλοκότητας των διεθνών υποθέσεων και στις διαδικασίες που απαιτούν συνεργασία μεταξύ διαφορετικών δικαστικών συστημάτων. Όταν πρόκειται για υποθέσεις παράνομου εμπορίου άγριας ζωής, η Eurojust συντονίζει τις δράσεις που περιλαμβάνουν πολλές χώρες και διευκολύνει τις κοινές δικαστικές έρευνες (Joint Investigation Teams), που είναι ομάδες εργασίας που δημιουργούνται με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας των εθνικών αρχών για την επίλυση πολύπλοκων εγκληματικών υποθέσεων.
Ένα από τα κύρια καθήκοντα της Eurojust είναι να διευκολύνει τη δημιουργία και τον συντονισμό διεθνών επιχειρήσεων που αφορούν παράνομες δραστηριότητες, όπως το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής. Αυτό γίνεται σε συνεργασία με άλλους οργανισμούς, όπως η Europol και η Interpol, ενώ η Eurojust παρέχει και τεχνική και νομική υποστήριξη στις αστυνομικές και δικαστικές αρχές των κρατών-μελών, εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της δικαιοσύνης.
Ένας από τους πιο σημαντικούς τρόπους με τους οποίους η Eurojust ενισχύει την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής είναι μέσω της συνεργασίας της με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής συχνά περιλαμβάνει χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και η Eurojust συνεργάζεται στενά με χώρες όπως η Κίνα και η Κένυα για την καταπολέμηση αυτών των εγκλημάτων. Μέσω αυτής της διεθνούς συνεργασίας, ο οργανισμός βοηθά στην ενίσχυση της νομικής αλληλεγγύης και της δικαστικής συνεργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που είναι κρίσιμο για την επιτυχή αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος που συνδέεται με το λαθρεμπόριο άγριων ζώων.
Η Eurojust έχει επίσης διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση των ικανοτήτων των εθνικών δικαστικών αρχών μέσω της εκπαίδευσης. Παρέχει σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα για δικαστές και εισαγγελείς σχετικά με τη δικαστική συνεργασία και την εφαρμογή των διεθνών συμφωνιών για την προστασία της άγριας ζωής. Αυτή η εκπαίδευση βοηθά τις εθνικές αρχές να κατανοήσουν καλύτερα τις νομικές διαδικασίες που αφορούν το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής και να αναπτύξουν στρατηγικές για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.
Καθοριστικό ρόλο έχουν και τα τελωνεία καθώς είναι τα όργανα που διενεργούν ελέγχους στις εισαγωγές και τις εξαγωγές για την ανίχνευση παράνομων δραστηριοτήτων. Επιπλέον εφαρμόζουν τους Κανονισμούς της ΕΕ.
Τέλος, τον Ιούλιο του 2021 δημοσιεύθηκε η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την προσέγγιση της ΕΕ για την καταπολέμηση της παράνομης εμπορίας άγριων ειδών. Η ανακοίνωση αναγνωρίζει ότι η παράνομη εμπορία αποτελεί σοβαρή απειλή για τη βιοποικιλότητα και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες, καθώς και για την ασφάλεια και την οικονομία, και αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για συντονισμένες δράσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Περιλαμβάνει στρατηγικές για την ενίσχυση της νομοθεσίας με αυστηρότερες ποινές για τους παραβάτες, την προώθηση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών-μελών, καθώς και τη συμμετοχή της ΕΕ σε διεθνείς συμφωνίες. Επιπλέον, τονίζεται η σημασία της εκπαίδευσης και της ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με τη βιοποικιλότητα και τις συνέπειες της παράνομης εμπορίας, ενώ προτείνεται η αύξηση των πόρων και της χρηματοδότησης για υποστήριξη εθνικών και τοπικών προσπαθειών κατά του λαθρεμπορίου. Μέσω αυτών των προσπαθειών, η ΕΕ στοχεύει στη διασφάλιση ενός ενιαίου και αποτελεσματικού πλαισίου δράσης για την προστασία των άγριων ειδών.
2.3.2. Διεθνή Όργανα και Οργανισμοί
● Διεθνή όργανα και οργανισμοί καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής
Τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει δημιουργηθεί μια σειρά από διεθνή νομικά μέσα, που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος, των φυσικών πόρων, των οικοτόπων και της παγκόσμιας πανίδας και χλωρίδας. Μολονότι καμία από αυτές τις πρωτοβουλίες δεν αποσκοπεί εξειδικευμένα στην πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος κατά της άγριας ζωής, ο στρατηγικός συνδυασμός των υφιστάμενων διεθνών συνθηκών με τους εθνικούς νόμους, παράσχουν (ενίοτε) πλαίσια, μέσω των οποίων ελέγχεται και περιορίζεται άμεσα ή έμμεσα – τις περισσότερες φορές – το διεθνές εμπόριο χλωρίδας και πανίδας. Η κατάσταση όμως γίνεται ολοένα πολυπλοκότερη, διότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές εντός των εθνικών νομικών συστημάτων, όσον αφορά τα ανωτέρω ζητήματα. Για παράδειγμα, πολλές χώρες δεν έχουν ποινικοποιήσει ακόμη τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής και των δασών, ενώ σε άλλες το ποινικό δίκαιο δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για τη διαφθορά και το ξέπλυμα χρήματος που αναδύονται από το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής και σε άλλες, τέτοια περιστατικά μπορεί και να μην καταγραφούν ποτέ (λόγω έλλειψης συστημάτων ελέγχου).
Υπό αυτές τις συνθήκες, η μεταρρύθμιση των νομικών και κανονιστικών συστημάτων καθίσταται απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβαράθρωση ενός τέτοιου περίπλοκου δικτύου διεθνών συμφερόντων.
Α. Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora
Το πρώτο σημαντικό νομικό βήμα για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής ήταν η υπογραφή της Σύμβασης για το διεθνές εμπόριο απειλούμενων ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, ή αλλιώς η CITES. Η CITES συνιστά το κύριο διεθνές νομικό μέσο για τον έλεγχο και την ρύθμιση του διεθνούς εμπορίου προστατευόμενων ειδών. Προς τούτο, έχει δημιουργηθεί ένα σύστημα ελέγχου για κάθε εμπορική συναλλαγή που αφορά τα είδη αυτά.
Περιλαμβάνει τρία Παραρτήματα, καθένα από τα οποία καθορίζει διάφορους μηχανισμούς ελέγχου και υποβολής εκθέσεων αναφοράς.
Το Παράρτημα 1 αφορά τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση και για τα οποία δεν επιτρέπεται το εμπόριο, καθώς θα έθετε σε εξαιρετικό κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους. Μόνο σε σπάνιες και αναγκαίες περιπτώσεις επιτρέπεται το εμπόριο των ειδών που ανήκουν στο πρώτο Παράρτημα και μόνο έπειτα από λήψη προηγούμενης άδειας τόσο από την χώρα εισαγωγής, όσο και από την χώρα εξαγωγής.
Το Παράρτημα 2 περιλαμβάνει τα είδη που δεν κινδυνεύουν απαραίτητα με εξαφάνιση, αλλά ενδέχεται να κινδυνεύσουν στο μέλλον, εάν το εμπόριό τους δεν ρυθμισθεί αυστηρά, καθώς και εκείνα για τα οποία το εμπόριο πρέπει να ρυθμισθεί με επιτακτικούς όρους, ώστε να καταστεί εφικτός ο αποτελεσματικός έλεγχος. Για το εμπόριο των ειδών που κατατάσσονται στο Παράρτημα 2 απαιτείται η προσκόμιση άδειας εξαγωγής στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής.
Τέλος, στο Παράρτημα 3 ανήκουν τα είδη εκείνα, τα οποία μεμονωμένα μέρη της CITES επιλέγουν να υπαγάγουν σε ρύθμιση και τα οποία απαιτούν τη συνεργασία των άλλων μερών για τον έλεγχο του εμπορίου. Στην εν λόγω κατηγορία, απαιτείται η έκδοση άδειας εξαγωγής από την διαχειριστική αρχή του κράτους εξαγωγής – εάν πρόκειται για το κράτος που συμπεριέλαβε το συγκεκριμένο είδος στο Παράρτημα 3, ή ένα πιστοποιητικό καταγωγής, εάν πρόκειται για οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Όπως έχει ήδη καταδειχθεί λεπτομερέστερα στην αρχή του εν λόγω πονήματος, η CITES είναι το σημαντικότερο διεθνές όργανο που αφορά το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής, διότι είναι η μοναδική συνθήκη που απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να επιβάλλουν κυρώσεις σε ορισμένες περιπτώσεις παράνομου εμπορίου προστατευόμενων ειδών. Επίσης, είναι η μόνη διεθνής συνθήκη που ορίζει συγκεκριμένες παραβάσεις για παράνομες δραστηριότητες στους τομείς της άγριας πανίδας και της δασοκομίας και επιτρέπει μάλιστα στα κράτη να κατάσχουν παράνομα προϊόντα πανίδας και χλωρίδας.
Β. Άλλα Διεθνή Κείμενα
Το υφιστάμενο διεθνές δίκαιο που αφορά τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής και των δασών, περιλαμβάνει διάφορες συμβάσεις και συμφωνίες που αντιμετωπίζουν τις περιβαλλοντικές και ποινικές πτυχές του ζητήματος.
Β1. United Nations Convention against Transnational Organized Crime (UNTOC)
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος συμπεριλαμβάνει και τις εγκληματικές οργανώσεις που εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση άγριων ζώων. Η Σύμβαση αυτή άλλωστε συνιστά το μοναδικό παγκόσμιο μέσο για την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος σε όλο του το φάσμα. Επομένως, δεδομένου ότι τόσο η διάπραξη όσο και οι συνέπειες που συνοδεύουν τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής και των δασών συχνά υπερβαίνουν τα διεθνή σύνορα, και δεδομένης της συχνότατης εμπλοκής οργανωμένων εγκληματικών οργανώσεων στο εν λόγω έγκλημα, είναι δυνατή η επίκληση της Σύμβασης UNTOC. Άλλωστε, και η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώρισε ότι η Σύμβαση αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο και το απαραίτητο νομικό πλαίσιο για τη διεθνή συνεργασία στην καταπολέμηση τέτοιων εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η παράνομη διακίνηση ειδών χλωρίδας και πανίδας, τα οποία βρίσκονται υπό τον κίνδυνο της εξαφάνισης.
Σκοπός της UNTOC είναι η προώθηση της συνεργασίας για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος (άρθρο 1).
Β2. United Nations Convention against Corruption
Η διαφθορά αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν το έγκλημα κατά της άγριας ζωής και των δασών. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς δρα συμπληρωματικά στις ευρύτερες διεθνικές προσπάθειες καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής, ενώ αναγνωρίζει ότι το έγκλημα αυτό συνιστά ένα διαρκώς εξελισσόμενο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο .
Οι βασικοί σκοποί της UNCAC συνίστανται στην ενίσχυση των μέτρων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς και στην υποστήριξη της διεθνούς συνεργασίας.
Β3. Convention on Biological Diversity
Η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα αποσκοπεί στη διατήρηση της βιοποικιλότητας μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης , ενώ εστιάζει συγκεκριμένα στη διατήρηση των οικοσυστημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης, τα κράτη μέλη οφείλουν να προωθούν την προστασία των οικοσυστημάτων και των φυσικών οικοτόπων και να νομοθετούν με γνώμονα την προστασία των απειλούμενων προς εξαφάνιση ειδών. Τα μέτρα που η Σύμβαση ωθεί τα κράτη μέρη να υιοθετήσουν, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και τις δράσεις για την πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος κατά της άγριας ζωής και των δασών με γνώμονα τη CITES.
Β4. Convention on the Conservation of Migratory Species of Wild Animals
Η Σύμβαση για τη διατήρηση των μεταναστευτικών ειδών άγριας πανίδας ενθαρρύνει τα συμβαλλόμενα κράτη να διατηρούν τα μεταναστευτικά είδη και τους οικοτόπους τους . Όπως και η CITES, προσεγγίζει την προστασία ορισμένων ειδών με την καταχώρισή τους σε δύο Παραρτήματα. Μάλιστα, πολλά από τα είδη που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα της Σύμβασης αυτής, επηρεάζονται αρνητικά από τα εγκλήματα κατά της πανίδας και χλωρίδας, και για τον λόγο αυτόν έχουν ψηφισθεί και ψηφίσματα από τη Διάσκεψη, με προεξέχον το ψήφισμα για την πρόληψη της παράνομης θανάτωσης, σύλληψης και εμπορίας μεταναστευτικών πτηνών, ενώ ιδιάζουσας σημασίας είναι και η θέσπιση ενός κοινού σχεδίου εργασίας μεταξύ CMS και CITES.
● Πορίσματα και ρόλος της Interpol
Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της Interpol, τα εγκλήματα ενάντια του περιβάλλοντος και της άγριας ζωής κατατάσσονται ψηλά στην παγκόσμια κλίμακα, ενώ τα κέρδη τους ολοένα κι αυξάνονται. Το γεγονός αυτό, όπως έχει ήδη αναλυθεί, έχει οδηγήσει πολλά είδη – χλωρίδας και πανίδας – στην εξαφάνιση, ενώ άλλα κινδυνεύουν σήμερα να εξαφανισθούν. Η λαθροθηρία και το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής καταστρέφει το περιβάλλον και θέτει σε κίνδυνο εξαφάνισης αρκετά είδη.
Μάλιστα, η Interpol παραμένει εδώ και χρόνια σύμμαχος της Ένωσης για την Άγρια Ζωή (United for Wildlife). Η Interpol συνδράμει τα κράτη μέλη της εν λόγω ένωσης και στην ευαισθητοποίηση και ενημέρωση σχετικά με τις παραβιάσεις εθνικών και διεθνών κανονισμών, αλλά και με την ενίσχυση των ερευνών, όπως η επιχείρηση Thunder (Operation Thunder). Επίσης, από το 2017 έχει συνεισφέρει στην κινητοποίηση των αρχών των κρατών μελών, προκειμένου να διεξαχθούν κατασχέσεις των διακινούμενων προϊόντων και συλλήψεις των διακινητών.
Σύμφωνα με τον Stephen Kavanagh, διευθυντή των αστυνομικών υπηρεσιών της Interpol, μέσα στην τελευταία δεκαετία τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής έχουν καταστεί μία από τις ισχυρότερες εγκληματικές δραστηριότητες στον κόσμο, μιας και σχετίζονται όχι μόνο με την ένοπλη βία κατά των ζώων, αλλά και με την διαφθορά και τα οικονομικά εγκλήματα (π.χ. ξέπλυμα μαύρου χρήματος).
2.4 Σύντομη αναφορά της κατάστασης που επικρατεί στην Ελλάδα
Συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις πρώτες θέσεις ζήτησης, όσον αφορά το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής. Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU-TWIX) του δικτύου παρακολούθησης του εμπορίου άγριας ζωής για το 2020 η Ελλάδα κατατάχθηκε στη 14η θέση μεταξύ των 28 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφορικά με τις κατασχέσεις παράνομων προϊόντων άγριας ζωής.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα στοιχεία για το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής μπορεί να είναι ελλιπή, οπότε η πραγματική έκταση του προβλήματος στην Ελλάδα ενδέχεται να μην αποτυπώνεται πλήρως σε αυτή την κατάταξη.
Τα τελευταία χρόνια έχουν καταβληθεί προσπάθειες τόσο από την ελληνική κυβέρνηση, όσο και από μη κυβερνητικές οργανώσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος του παράνομου εμπορίου άγριων ζώων. Ωστόσο, αναμφίβολα υπάρχει περιθώριο για την ενίσχυση της εφαρμογής των νόμων για την προστασία της άγριας ζωής και την ευαισθητοποίηση του κοινού. Εξάλλου, σημαντικό είναι να υπογραμμισθεί για ακόμη μία φορά, ότι το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής αποτελεί ένα διακρατικό ζήτημα που απαιτεί συνεργασία και διαρκή επικοινωνία μεταξύ των χωρών για την αποτελεσματική καταπολέμησή του.
Σύμφωνα με πορίσματα, παράνομα δίκτυα εμπορίου λειτουργούν κυρίως σε μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, καθώς και σε παραμεθόριες περιοχές και τουριστικές ζώνες. Συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας αποτελούν πύλες εισόδου και εξόδου για το παράνομο εμπόριο άγριων ζώων, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης. Πολλά είδη άγριων ζώων, όπως χελώνες, φίδια, πουλιά, και εντυπωσιακά είδη εντόμων, βρίσκονται στο στόχαστρο των παράνομων εμπόρων.
Ανησυχία προκαλεί η πώληση ωδικών πουλιών σε λαϊκές αγορές και παζάρια, φαινόμενο που ευδοκιμεί αντί να περιορίζεται. Πιο συγκεκριμένα, κάθε χρόνο περισσότερα από 25 εκατομμύρια πουλιά θανατώνονται παράνομα στη Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, απειλείται το καθεστώς διατήρησης των ειδών αυτών και κατ’ επέκταση η επίτευξη των στόχων τόσο της Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα (με ορίζοντα το 2030) όπως και της Οδηγίας για τα Πουλιά, το πρώτο νομοθέτημα της ΕΕ για την προστασία της βιοποικιλότητας.
Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία τα πουλιά στην Ελλάδα είναι τα μεγαλύτερα θύματα του παράνομου εμπορίου. Μάλιστα, είναι -δυστυχώς- κοινή πρακτική να διοργανώνεται σχεδόν κάθε Κυριακή στο παζάρι του Σχιστού παζάρι στο οποίο βρίσκονται αιχμάλωτα προς πώληση πάνω από διακόσια πουλιά.
Ο Νόμος 4039/2012 για την προστασία των ζώων και η Οδηγία 2009/147/ΕΚ για την διατήρηση των άγριων πουλιών συγκροτούν τη νομική βάση για την προστασία τους. Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό παράνομου εμπορίου ωδικών πουλιών, κυρίως σε λαϊκές αγορές και παζάρια. Οι πωλήσεις αυτές συχνά αφορούν είδη πουλιών που είναι προστατευόμενα από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, όπως το δίκτυο NATURA 2000 και η Οδηγία για τα Άγρια Πουλιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πουλιά αυτά συχνά συλλαμβάνονται με παράνομες μεθόδους όπως δίχτυα και παγίδες, ενώ κρατούνται σε κακές συνθήκες, κάτι που οδηγεί σε υψηλή θνησιμότητα και υποφέρειά τους.
Πράγματι, στην Ελλάδα, σύμφωνα με το νόμο 4830/2021 ως ζώα συντροφιάς δεν επιτρέπεται να υιοθετούνται ζώα άγριας πανίδας. Επιτρέπεται η κατοχή κάποιων ζώων άγριας ζωής σύμφωνα πάντοτε με την ευρωπαϊκή συνθήκη για την τήρηση των συνθηκών ευζωίας τους. Έχοντας, δηλαδή, τα νόμιμα έγγραφα του ζώου, βιβλιάριο, αριθμό microchip και καταγραφή τους όπως προβλέπεται από το νόμο. Ως εκ τούτου, η πώληση και κατοχή άγριων πουλιών χωρίς την κατάλληλη άδεια είναι παράνομη.
Η χώρα μας φιλοξενεί εκατοντάδες είδη πουλιών και συνιστά παγκοσμίως μεταναστευτικό πέρασμα. Ταυτόχρονα, λειτουργεί και ως «μαύρο σημείο» για τα μεταναστευτικά πουλιά λόγω της έντασης του φαινομένου της λαθροθηρίας που καταγράφεται σε πολλές περιοχές της χώρας μας και αντιμετωπίζεται με ανοχή από πολλές τοπικές κοινωνίες, συχνά ως «τοπική παράδοση» (π.χ. σε πολλά νησιά του Αιγαίου). Απότοκο αυτού είναι κάθε χρόνο περισσότερα από 700.000 άγρια πουλιά πέφτουν θύματα παράνομης θανάτωσης και παγίδευσης.
Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής -εν προκειμένω στην Ελλάδα- δεν διώκεται αποτελεσματικά, καθώς οι αρμόδιοι είναι ελλιπώς εκπαιδευμένοι, ενώ αναμφίβολα το εν λόγω έγκλημα βρίσκεται χαμηλά στις προτεραιότητες των αρχών.
Η ενίσχυση των ελέγχων στις αγορές και η εφαρμογή των νόμων είναι απαραίτητη για την μείωση του παράνομου εμπορίου. Οι έλεγχοι πρέπει να γίνονται τακτικά και να περιλαμβάνουν τη συνεργασία με τις αρχές φύλαξης της άγριας ζωής. Η ευαισθητοποίηση του κοινού μέσω επιστολών σε αρμόδιους φορείς για την διεξαγωγή ελέγχων και καταστολή συνδράμει στον περιορισμό των επιπτώσεων του παράνομου εμπορίου καθιστώντας την προώθηση της προστασίας της άγριας ζωής κρίσιμη.
Εκπαιδευτικές εκστρατείες μπορούν να συμβάλουν στην αλλαγή της συμπεριφοράς των καταναλωτών και των πωλητών. Η συνεργασία με μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) και διεθνείς οργανισμούς μπορεί να βοηθήσει στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου. Οι οργανώσεις αυτές μπορούν να παρέχουν πόρους, τεχνογνωσία και υποστήριξη στις τοπικές αρχές.
Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικό υπήρξε το πρόγραμμα LIFE ενάντια στο έγκλημα κατά των άγριων πουλιών της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας . Το πρόγραμμα LIFE Against Bird Crime στηρίχθηκε στην πρόσφατη βελτίωση της αντιμετώπισης της παράνομης θανάτωσης, παγίδευσης και εμπορίας άγριων πουλιών, δίνοντας έμφαση στην εφαρμογή αναγκαίων δράσεων τόσο στις τέσσερις χώρες προτεραιότητας της ΕΕ, όσο και σε χώρες εκτός, όπου η λαθροθηρία μεταναστευτικών πουλιών έχει άμεση σχέση με το πρόβλημα σε επίπεδο ΕΕ. Το έργο υλοποιήθηκε με τη συνεισφορά του χρηματοδοτικού μέσου LIFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συγχρηματοδότηση του Ιδρύματος MAVA και του Πράσινου Ταμείου. Η περίοδος υλοποίησης του Προγράμματος ήταν 4 χρόνια (1η Σεπτεμβρίου 2018 - 31 Οκτωβρίου 2022) και υποστηρίχθηκε από μια συμμαχία εθνικών εταίρων της BirdLife International από Κροατία, Κύπρο, Ελλάδα και Ιταλία, ενώ συντονίστηκε από τη BirdLife Ευρώπης & Κεντρικής Ασίας.
3.1. Συνέπειες: Ανθρωποκεντρική προσέγγιση
Όπως ήδη κατέστη σαφές από τα εισαγωγικά κεφάλαια, το παράνομο εμπόριο συνδέεται έντονα με το οργανωμένο έγκλημα και την παραβατικότητα (διακίνηση ναρκωτικών και όπλων).
Η δημιουργία ενός αυστηρότερου νομικού πλαισίου, το οποίο θα αποβλέπει στην αποτελεσματικότερη προστασία της άγριας ζωής και στην οριστική εξάλειψη του παράνομου εμπορίου της, κρίνεται αναγκαία και από ανθρωπολογική σκοπιά εξαιτίας των κινδύνων που εμπερικλείει για την ατομική και κοινωνική υπόσταση η υπερεκμετάλλευση της άγριας ζωής και η λαθραία διακίνηση της.
Αναλυτικότερα
Το παράνομο εμπόριο ζώων συνδέεται με την απάτη εις βάρος των καταναλωτών, καθώς και με τη μη συμμόρφωση με τους κανόνες που διασφαλίζουν την ευημερία των πολιτών. Οι απάτες αυτές έχουν ως αποτέλεσμα οι καταναλωτές να αγοράζουν ζώα που μπορεί να είναι φορείς ασθενειών, με δυνητικά καταστροφικές επιπτώσεις για την υγεία τους.
Η αξιοσημείωτη άνοδος που παρατηρείται αναφορικά με αυτό το φαινόμενο συνιστά απειλή για την δημόσια υγεία καθώς οι αγορές άγριων ζώων, δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για τη μετάδοση παθογόνων μικροοργανισμών. Απόρροια αυτού είναι είδη που κανονικά δεν θα έρχονταν σε επαφή μεταξύ τους, να εκτίθενται σε νέα παθογόνα, αυξάνοντας την πιθανότητα μετάδοσης και εξέλιξης νέων μορφών ασθενειών.
Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ) αναφέρει περισσότερες από τριάντα κύριες ζωονόσους ενώ το CDC (Κέντρο Ελέγχου Ασθενειών των ΗΠΑ) σημειώνει ότι τα τρία από τα τέσσερα νέα ή αναδυόμενα μολυσματικά νοσήματα στον άνθρωπο προέρχονται από ζώα. Στατιστικά στοιχεία μαρτυρούν ότι το 60% των μολυσματικών ασθενειών στον άνθρωπο προέρχονται από ζώα ενώ το 72% των νέων ασθενειών έχουν προέλευση από την άγρια ζωή ή εξωτικά ζώα.
Οι ζωονόσοι προέρχονται από τα παράνομα εμπορευόμενα ζώα και εξελίσσονται ακόμη και σε θανατηφόρες ασθένειες για το ανθρώπινο είδος. Η λύσσα, ο ιός του Δυτικού Νείλου και ο περιβόητος Έμπολα είναι μερικά από τα αμέτρητα παραδείγματα που μαρτυρούν την επήρεια της εμπορίας άγριας ζωής στην ανθρώπινη φύση, η απειλή της οποίας είναι αδιαμφισβήτητη.
Η πρόσφατη πανδημία του COVID-19, η οποία αποδίδεται σε επαφή με άγρια ζώα μέσω των αγορών, αναδεικνύει την ανάγκη να μελετηθεί η σχέση μεταξύ άγριων ζώων και ασθενειών που μπορούν να εξαπλωθούν στους ανθρώπους. Παρότι δεν έχει αποδειχθεί, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο ιός μπορεί να προήλθε από άγρια ζώα, πιθανόν συνδεδεμένα με το εμπόριο αυτών στην Κίνα.
Η σύγχρονη πραγματικότητα δυσχεραίνει όλο και περισσότερο την απειλή μέσω της νεοσύστατης μεθόδου του διαδικτυακού παράνομου εμπορίου. Παρά το γεγονός ότι η διαδικτυακή εμπορία μπορεί να μη συγκεντρώνει μεγάλα πλήθη ζώων σε έναν χώρο, εντούτοις διευρύνει γεωγραφικά το εμπόριο, αυξάνοντας δυνητικά την εξάπλωση μολυσμένων ζώων σε πολλές περιοχές. Με την αύξηση του αριθμού των ζώων που διακινούνται διαδικτυακά αυξάνεται και η πιθανότητα επαφής με ανθρώπους, γεγονός που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για τη μετάδοση ασθενειών.
Μια σχετική περίπτωση είναι η μικρόδοντη νυφίτσα, η οποία έχει συνδεθεί με την εξάπλωση του ιού SARS-CoV στην Κίνα, και τον ιό της λύσσας (rabies) αποτελώντας ενδιάμεσο ξενιστή για τον ιό. Σε λίγα μόλις χρόνια από το 2011 έως το 2020 η εμπορία της μετατοπίστηκε από τις παραδοσιακές αγορές ζώων σε διαδικτυακές πλατφόρμες όπως το Facebook, Instagram ή ακόμη και σε τοπικές ιστοσελίδες, μεταβάλλοντας την πολιτική διατήρησης, την ανθρώπινη υγεία και την παρακολούθηση του είδους.
Καθίστανται, κατά αυτόν τον τρόπο, ως επιτακτικές ανάγκες η αυστηρότερη παρακολούθηση του διαδικτυακού εμπορίου για τον εντοπισμό νέων κινδύνων υγείας, η αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με την κατοχή άγριων ζώων ως κατοικίδια και η περαιτέρω έρευνα σχετικά με τη βιολογία, την οικολογία και την παθολογία που ενέχει η επαφή με τα άγρια ζώα. Χωρίς τη σωστή διαχείριση, το εμπόριο άγριων ζώων μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί πηγή νέων ζωονόσων, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια υγεία.
Μοντέλο Βίο-Εγκλήματος
Υπάρχουν μεγάλες προκλήσεις για τη θέσπιση και εφαρμογή μέτρων που ρυθμίζουν το εμπόριο άγριων ζώων λόγω της πολυπλοκότητας της αλυσίδας εμπορίου, της έλλειψης επαρκών νόμων σε πολλές χώρες, καθώς και της πίεσης από εμπορικά συμφέροντα και καταναλωτές.
Η δημιουργία του διασυνοριακού μοντέλου συνεργασίας "Μοντέλο Βιο-Εγκλήματος" (Bio-Crime Model) δύναται να συνδράμει στην καταπολέμηση της βιοτρομοκρατίας και της εξάπλωσης ζωονοσογόνων ασθενειών, κάνοντας ευρέως γνωστό ότι η μετάδοση ζωονόσων δεν αφορά μόνο τις τροπικές περιοχές, αλλά και περιοχές της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.
Το πρόγραμμα Bio-Crime που έχει αναγνωριστεί ως βέλτιστη πρακτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξεκίνησε το 2017 από την Ιταλία και την Αυστρία σε συνεργασία με άλλους δημόσιους φορείς εφαρμόζοντας ένα μοντέλο διασυνοριακής συνεργασίας που περιλαμβάνει την Κτηνιατρική Δημόσια Υγεία, τη Δικαιοσύνη, τις Αστυνομικές Αρχές και τα Τελωνεία.
Αντικείμενο του μοντέλου αποτελεί μεταξύ άλλων και η καταπολέμηση της βιοτρομοκρατίας ως απόρροια του παράνομου εμπορίου , δηλαδή η καταστολή της σκόπιμης πρόκλησης ασθενειών στους ανθρώπους με χρήση βιολογικών παραγόντων με στόχο την διασπορά αναστάτωσης, φόβου και την αποδιοργάνωση της κοινωνίας ως συνέπεια των ψυχολογικών επιπτώσεων που θα συνεπαγόταν μια βιοτρομοκρατική επίθεση. Ορισμένα παθογόνα που μεταφέρονται από ζώα είναι δύσκολο να διαγνωστούν ή να αντιμετωπιστούν, και αυτό τα καθιστά επικίνδυνα όπλα για βιοτρομοκρατικές επιθέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ένα νομικό πλαίσιο για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις ζωονόσους προωθώντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών-μελών με στόχο την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η συνεργασία περιλαμβάνει ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ των δημόσιων φορέων των χωρών που εμπλέκονται.
Η εκπαίδευση των στελεχών των αρμόδιων αρχών σε ζητήματα ζωονοσογόνων ασθενειών και βιολογικών κινδύνων έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική και αποδοτική, καθώς η εξοικονόμηση κόστους από τις εκπαιδεύσεις είναι πολύ μεγαλύτερη από τα έξοδα που χρειάστηκαν για να υλοποιηθούν. Παράλληλα, η καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου ζώων με αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα έχει μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης επιδημιών, ενώ έστω και μία αποφυγή εξάπλωσης επικίνδυνου παθογόνου θα μπορούσε να εξοικονομήσει εκατομμύρια ευρώ για τα συστήματα υγείας.
Αυτό λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στις τεράστιες οικονομικές συνέπειες του παράνομου εμπορίου ζώων και της βιοτρομοκρατίας που επηρεάζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Το κόστος που σχετίζεται με την αντιμετώπιση μιας επιδημίας, είτε από φυσική είτε από σκόπιμη μετάδοση, μπορεί να επιβαρύνει τα δημόσια συστήματα υγείας και να οδηγήσει σε τεράστια οικονομικά πλήγματα. Για παράδειγμα, η διαχείριση ενός κρούσματος που προκαλείται από το παράνομο εμπόριο ζώων μπορεί να κοστίσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, επηρεάζοντας τα κρατικά ταμεία και μειώνοντας τη διαθέσιμη χρηματοδότηση για άλλους τομείς.
3.2. Συνέπειες: Περιβαλλοντική προσέγγιση & Αναφορά σε ορισμένα είδη άγριων ζώων
Τα εγκλήματα κατά της άγριας ζωής θέτουν σε κίνδυνο την διατήρηση και την επιβίωση της άγριας πανίδας και χλωρίδας, καθώς αυξάνουν τον κίνδυνο εξαφάνισης αρκετών ειδών, θέτουν σε κίνδυνο την βιοποικιλότητα, ενώ όπως ήδη καταδείχθηκε προκαλούν κινδύνους και για τον άνθρωπο.
Στον όρο «περιβαλλοντικό έγκλημα» εντάσσονται όλες οι παράνομες δραστηριότητες εμπορίου άγριας ζωής που προκαλούν ζημία στους φυσικούς οικοτόπους και βιοτόπους, η οποία αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς.
Πιο συγκεκριμένα
Πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες αφρικανικοί ελέφαντες θανατώνονται ετησίως προκειμένου να καλυφθεί η ζήτηση για ελεφαντόδοντο. Οι τίγρεις πωλούνται ζωντανές και ως γούνα, δόντια και νύχια για διάφορες χρήσεις, όπως π.χ. διακοσμητικά αλλά και παραδοσιακή ιατρική, ενώ περίπου τρεις ρινόκεροι θανατώνονται στη Νότια Αφρική (ζήτηση έχουν ως επί τω πλείστων τα κέρατά τους). Επιπροσθέτως, υπολογίζεται ότι περίπου εκατόν ενενήντα πέντε χιλιάδες πανγκολίνοι διακινούνται παράνομα για τα λέπια τους, θαλάσσιες χελώνες πωλούνται παράνομα στο διαδίκτυο (dark web), προκειμένου να κατασκευασθούν διακοσμητικά αντικείμενα με τα κελύφη τους, αλλά και δερμάτινα προϊόντα. Επίσης, θύματα του παράνομου εμπορίου είναι και ζωντανά ζώα, κυρίως θηλαστικά, ερπετά και πτηνά, τα οποία χρησιμοποιούνται και ως κατοικίδια.
Σύμφωνα με πληροφορίες από την επίσημη ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τουλάχιστον 1.677 είδη από τα 15.060 επιβεβαιωμένα ευρωπαϊκά είδη απειλούνται με εξαφάνιση, σύμφωνα και με τα πορίσματα της Διεθνούς Ένωσης Προστασίας της Φύσης (International Union for Conservation of Nature). Μάλιστα, τα σαλιγκάρια, τα μύδια και τα ψάρια είναι αυτά που βρίσκονται στον μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ όσον αφορά τα θηλαστικά, η αρκτική αλεπού, το ευρωπαϊκό βιζόν, η μεσογειακή φώκια Monachus, η φάλαινα του Βόρειου Ατλαντικού και η πολική αρκούδα. Όπως θα καταδειχθεί εξειδικευμένα και σε επιμέρους κεφάλαιο, οι επικονιαστές έχουν επίσης επηρεαστεί, καθώς σταδιακά απειλούνται με εξαφάνιση είδη μελισσών και πεταλούδων.
Σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης, 36 είδη έχουν εξαφανισθεί στην Ευρώπη από το 2015.
Η υπερεκμετάλλευση των ειδών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των πληθυσμών τους ή ακόμα και στην εξαφάνιση. Ως εκ τούτου, απαιτείται ισορροπία μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της διατήρησης της βιοποικιλότητας. Η διεθνής συνεργασία, οι αυστηροί κανονισμοί και η ευαισθητοποίηση του κοινού καθίστανται απαραίτητες για να διασφαλιστεί ότι το εμπόριο άγριας ζωής γίνεται με βιώσιμο και νόμιμο τρόπο, προστατεύοντας τα είδη και τα οικοσυστήματα από τις αρνητικές επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης.
Ωστόσο, παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής πολλά είδη ζώων έχουν ήδη εξαφανιστεί ή επρόκειτο να εξαφανιστούν λόγω της λαθρεμπορίας. Ορισμένα από τα είδη που έχουν εξαφανιστεί είναι η Καουάγα (Quagga), ένα υποείδος της ζέβρας που εξαφανίστηκε τον 19ο αιώνα λόγω του υπερβολικού κυνηγιού αλλά και της απώλειας βιοτόπων, το Θηραμάτ (Thylacine) γνωστό και ως Τασμανιανός τίγρης που υπήρξε τόσο έντονος στόχος των κυνηγών, μέχρι την εξαφάνιση του στις αρχές του 20ού αιώνα και ο Ρινόκερος της Δυτικής Αφρικής (Western Black Rhinoceros), ο οποίος εξαφανίστηκε το 2011 λόγω της λαθροθηρίας για τα κέρατά του.
Στις μέρες μας όλο και περισσότερα είδη ζώων φαίνεται να απειλούνται με εξαφάνιση. Πράγματι, τόσο ο αφρικανικός ελέφαντας που κυνηγιέται για το ελεφαντόδοντο του όσο και τα είδη λευκού και μαύρου ρινόκερου που κινδυνεύουν από τη λαθροθηρία για τα κέρατά τους χρήζουν επειγόντως προστασίας.
Σε ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση ως απόρροια της αυξανόμενης ζήτησης για το δέρμα και τα οστά της βρίσκεται μεταξύ άλλων και η τίγρης. Παρόμοιο κίνδυνο αντιμετωπίζει και ο παγκολίνος λόγω του ότι τα λέπια και το κρέας του χρήζουν ιδιαίτερης σημασίας στην παραδοσιακή ιατρική, ενώ ούτε η θαλάσσια χελώνα, ο παπαγάλος του Αμαζονίου και η λεοπάρδαλη του Χιονιού έχουν ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό της υπερεκμετάλλευσης και της λαθρεμπορίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως σημαντικός κόμβος για το παγκόσμιο εμπόριο άγριας ζωής, τόσο ως σημείο προορισμού όσο και ως σημείο διαμετακόμισης ειδών άγριας ζωής. Η παράνομη εμπορία του ευρωπαϊκού χελιού είναι από τις πιο επικερδείς μορφές λαθρεμπορίου ζώων, με κέρδη που προσεγγίζουν τα 2-3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Το χέλι εξάγεται παράνομα στην Ασία, κυρίως στην Κίνα, όπου εκτρέφεται και επανεισάγεται στην Ευρώπη ως νόμιμο προϊόν. Η αλιεία του ευρωπαϊκού χελιού είναι αυστηρά ελεγχόμενη στην Ευρώπη, καθώς το είδος θεωρείται απειλούμενο με εξαφάνιση.
Παρά τους κανονισμούς, το λαθρεμπόριο συνεχίζει να ακμάζει λόγω των μεγάλων κερδών και των χαλαρών κυρώσεων. Σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας (CITES) το χέλι κατατάσσεται ως προστατευόμενο είδος από το 2010, με συνέπεια να απαγορεύεται η εξαγωγή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα εξακολουθούν να λαθρεμπορεύονται εκατοντάδες τόνους γυάλινων χελιών κάθε χρόνο.
Το παράνομο αυτό εμπόριο ξεκινά με την αλίευση των γυάλινων χελιών σε ποτάμια όπως αυτά της Γαλλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Το χέλι, αφού αλιευτεί, τοποθετείται σε ειδικά διαμορφωμένα φορτία ή αποθηκεύεται προσωρινά σε εγκαταστάσεις ιχθυοκαλλιέργειας. Μεταφέρονται έπειτα σε εγκαταστάσεις υδατοκαλλιέργειας εντός της Ευρώπης, όπου εκτρέφονται μέχρι να είναι έτοιμα για εξαγωγή στην Ασία. Οι λαθρέμποροι χρησιμοποιούν πολλές φορές κράτη εκτός Ευρώπης, όπως τα Βαλκάνια, την Ανατολική Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική, ως διαμετακομιστικούς σταθμούς για να αποκρύψουν τη διαδρομή του εμπορεύματος​.
Τα εγκληματικά δίκτυα συχνά χρησιμοποιούν κρυφές μεθόδους για τη μεταφορά των χελιών. Συγκεκριμένα, τα γυάλινα χέλια (νεαρά χέλια) μεταφέρονται σε αεροπορικές πτήσεις μέσα σε σάκους με νερό ή σε κουτιά πολυστυρενίου. Η κύρια διαδρομή λαθρεμπορίου κατευθύνεται προς την Κίνα, συχνά μέσω του Χονγκ Κονγκ, αλλά και σε άλλες ασιατικές χώρες όπως το Βιετνάμ, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα​, όπου χρησιμοποιείται για την παραγωγή προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας. Συχνά, χρησιμοποιούνται εικονικές εταιρείες και λογαριασμοί από υποτιθέμενους ιδιοκτήτες για να διανείμουν τα παράνομα κέρδη, τα οποία χρησιμοποιούνται για την αγορά αεροπορικών εισιτηρίων, εξοπλισμού και άλλων υλικών που απαιτούνται για τη διαχείριση του λαθρεμπορίου.
Η πανδημία COVID-19 μείωσε τις αεροπορικές μεταφορές και αύξησε τους ελέγχους ασφαλείας στα αεροδρόμια. Ως εκ τούτου, τα εγκληματικά δίκτυα άρχισαν να χρησιμοποιούν ξανά φορτία αερομεταφορών για τη μεταφορά των χελιών, κρύβοντας τα μέσα σε εμπορευματοκιβώτια που δηλώνονται ψευδώς ως θαλασσινά προϊόντα, όπως κυπρίνοι και γαρίδες.
Αναφορικά με το εμπόριο ερπετών στην Ευρώπη, και αυτό είναι μια ιδιαίτερα δημοφιλής και επικερδής παράνομη δραστηριότητα που προσελκύει διάφορους ενδιαφερόμενους, από συλλέκτες μέχρι και εκτροφείς. Οι εγκληματικές ομάδες που ασχολούνται με το εμπόριο αυτό δρουν κυρίως σε χώρες της Αφρικής, της Αμερικής και της Ωκεανίας, με την Ευρώπη να είναι ένας σημαντικός κόμβος για τη διακίνηση των ειδών αυτών. Συνεργάζονται συχνά με λαθροκυνηγούς στις χώρες προέλευσης των ζώων και, σε πολλές περιπτώσεις, η Αφρική λειτουργεί ως ενδιάμεσος σταθμός για τη μεταφορά ειδών από την Αμερική, ώστε να αποσπαστεί η προσοχή από τους πιο συνηθισμένους δρόμους διακίνησης. Ορισμένες φορές μάλιστα τα ζώα μεταφέρονται ακόμα και ψυγμένα για να επιβιώσουν το ταξίδι.
Αποτελεί κοινή πρακτική των δικτύων αυτών να χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους απόκρυψης προκειμένου να μεταφέρουν τα ζώα διασυνοριακά. Συχνά, τα έγγραφα εξαγωγής και εισαγωγής είναι πλαστά ή εντελώς κατασκευασμένα, ενώ τα ζώα μπορεί να δηλώνονται ως μη-CITES είδη, δηλαδή είδη που δεν προστατεύονται από τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο απειλούμενων ειδών. Τα νόμιμα έγγραφα που χρησιμοποιούνται για τη νόμιμη εισαγωγή ενός αποθέματος συχνά ξαναχρησιμοποιούνται για παράνομους σκοπούς (αυτή η μέθοδος ονομάζεται "ξέπλυμα ειδών"). Οι λαθρέμποροι χρησιμοποιούν επίσης ψεύτικα έγγραφα ταυτότητας και δωροδοκούν αξιωματούχους για να περάσουν τα σύνορα.
Μόλις φτάσουν στην Ευρώπη, τα παράνομα διακινούμενα ερπετά πωλούνται σε εκθέσεις ζώων, καταστήματα κατοικίδιων, και διαδικτυακά. Οι πωλήσεις γίνονται τόσο στο surface web δηλαδή, κανονικές ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στο dark web, όπου διακινούνται σε κρυφά φόρουμ ή πλατφόρμες. Η ζήτηση είναι μεγάλη, καθώς πολλοί συλλέκτες είναι πρόθυμοι να πληρώσουν υπέρογκα ποσά για σπάνια είδη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα παράνομα εμπορεύματα πωλούνται και σε εκθέσεις ζώων και αγορές, όπου οι αγοραστές έχουν άμεση πρόσβαση σε αυτά.
Πέρα από την οικονομική διάσταση, το παράνομο εμπόριο ερπετών εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τα τοπικά οικοσυστήματα. Οι αγοραστές που προσπαθούν να εκτρέψουν παράνομα εισαγόμενα είδη μπορεί να απελευθερώσουν εισβολικά είδη στο περιβάλλον, προκαλώντας προβλήματα στην τοπική πανίδα και χλωρίδα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διακίνηση ιγκουάνα από τα νησιά Φίτζι, όπου η τιμή για ένα μόνο παράνομα διακινούμενο ζώο μπορεί να φτάσει έως και 60.000 ευρώ στην ευρωπαϊκή μαύρη αγορά. Επιπλέον, οι χελώνες και τα φίδια συχνά διακινούνται ως κατοικίδια ή ακόμα και ως συστατικά για τη δημιουργία φαρμάκων ή καλλυντικών.
4.1 Κριτική επισκόπηση του ζητήματος
Ενδιαφέρον ωστόσο έχει μια σύντομη επισκόπηση στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι χώρες παγκοσμίως την υπάρχουσα διεθνή κατάσταση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Ένας βασικός ενδείκτης αποτέλεσε η Επιτροπή για την Πρόληψη του Εγκλήματος και της Ποινικής Δικαιοσύνης (Comission on Crime Prevention and Criminal Justice), της οποίας πυρήνας ήταν η ενδυνάμωση του διεθνούς νομικού πλαισίου αλλά και η διεθνής συνεργασία, προκειμένου να προληφθεί και αντιμετωπιστεί το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής.
Στο παρακάτω διάγραμμα σκιαγραφούνται τα βασικά κενά που σημειώθηκαν από τους εκπροσώπους των περισσότερων κρατών στην Επιτροπή.
.
.
Επομένως, το βασικό πρόβλημα σύμφωνα με την Επιτροπή φαίνεται να είναι η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των κρατών, η οποία εντοπίζεται κυρίως στην αδυναμία διαμοιρασμού της πληροφορίας. Η έλλειψη μιας διεθνούς βάσης δεδομένων και η καθυστέρηση της διακρατικής επικοινωνίας επιβραδύνουν τόσο τον εντοπισμό των παράνομων διακινητών, όσο και τον σχεδιασμό κοινών πρακτικών καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής.
Έπεται η ανομοιογένεια των εθνικών νομοθεσιών των κρατών επί του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής. Πράγματι, σε ορισμένες χώρες το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής έχει ποινικοποιηθεί, ενώ σε κάποιες άλλες όχι, ενώ αναμφίβολα δεν τηρείται κοινό πλαίσιο κυρώσεων.
Επιπλέον, η έλλειψη ενός διεθνούς οργάνου αποκλειστικά αφιερωμένου στην αντιμετώπιση και εξάλειψη του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής, θεωρήθηκε ότι συντείνει στην ανεπαρκή διακρατική αντίδραση. Άλλωστε, όπως έχει σημειώθηκε από κάποιες χώρες, η CITES έχει κενά, ενώ ειδικά μετά την ραγδαία άνθηση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής μέσω του dark web, αναφύεται η ανάγκη νέων νομικών στρατηγικών. Σε αυτό το πλαίσιο υποστηρίχθηκε από κάποιες χώρες ότι θα μπορούσε να ενδυναμωθεί - επεκταθεί η ισχύς και η εφαρμογή της UNTOC, προκειμένου να συμπεριλάβει ρητά και το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής.
Τέλος, επειδή ακριβώς πολλές κρατικές κυβερνήσεις δεν θέτουν ως προτεραιότητά τους την προστασία της άγριας χλωρίδας και πανίδας, τα νομοθετήματα που έχουν θεσπισθεί και θα μπορούσαν να είναι αποτελεσματικά εάν ετίθεντο σε εφαρμογή, ανήκουν στο ήπιο δίκαιο (soft law), και συνεπώς είναι μη δεσμευτικά και δεν επισύρουν κυρώσεις για τους παραβάτες.
Όσον αφορά τις επικρατούσες προτάσεις των κρατών, αυτές είναι ως επί τω πλείστων οι ακόλουθες στο γράφημα:
.
.
Όπως φάνηκε από τις απαντήσεις των περισσότερων κρατών, η επικρατέστερη λύση έγκειται σε μια πιο ευέλικτη, συνεχή και συνεκτική διακρατική συνεργασία, η οποία θα επιτρέπει μια αποτελεσματικότερη διακρατική στρατηγική. Σε συνδυασμό με την δεύτερη επικρατέστερη πρόταση, ήτοι την νομική ενδυνάμωση των υπαρχόντων θεσμών, υποστηρίχθηκε από κάποιες χώρες η ενίσχυση του ρόλου της UNTOC μέσω της προσθήκης ενός Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αλλά και η δημιουργία μιας διεθνούς βάσεως δεδομένων, στην οποία θα διαμοιράζονται όλα όσα αφορούν το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής.
Επιπροσθέτως, η ισορροπία και η ομοιογένεια στο εθνικό ποινικό δίκαιο των κρατών δύναται να έχει αποτελεσματική επιρροή στην προστασία της άγριας ζωής, ενώ και μια πιο οργανωμένη και επαρκής εκπαίδευση των αρχών που εμπλέκονται σε όλα τα στάδια καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου, θα βελτίωνε τη διαχείρισή του.
Τέλος, και η ενημέρωση των καταναλωτών, προκειμένου το κοινό να ενημερωθεί για τον αντίκτυπο που έχουν οι επιλογές τους στο περιβάλλον, συζητήθηκε θετικά από ορισμένα κράτη.
4.2 Συμπεράσματα
Η υπερεκμετάλλευση της χλωρίδας και της πανίδας αλλά και των εκτάσεων γης σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, έχουν οδηγήσει σε μία παγκόσμια κρίση βιοποικιλότητας, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι από το 1970 ο πληθυσμός των θηλαστικών, των πτηνών, των ψαριών, των αμφιβίων και των ερπετών έχει μειωθεί περίπου κατά 68%.
Σε τι συνίσταται όμως αυτή η υπερεκμετάλλευση και πώς μπορεί να περιορισθεί; Εκτός από το παράνομο εμπόριο άγριας ζωής, η παράνομη υλοτομία αλλά και η παράνομη αλιεία συντείνουν όχι μόνο στην εξάντληση των φυσικών πόρων, αλλά πλήττουν και σημαντικές λειτουργίες των οικοσυστημάτων, όπως είναι η διατήρηση της βιοποικιλότητας και ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής. Συνολικά, οι ανωτέρω παράνομες δραστηριότητες εκτιμάται ότι «αξίζουν» ένα τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως.
Το βασικό πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία των παγκόσμιων αγορών αλλά και κυβερνήσεων να αποτιμήσουν τις ολέθριες περιβαλλοντικές συνέπειες που απορρέουν από τις παράνομες αυτές δραστηριότητες. Αυτή ακριβώς η αδυναμία τόσο του διεθνούς όσο και του εσωτερικού (κάθε κρατικού) τομέα επιτείνει τη διαφθορά. Πρόκειται για μια αλυσιδωτή και παράλληλα κυκλική παθογένεια, η αντιμετώπιση της οποίας πολύ συνοπτικά απαιτεί περισσότερες επενδύσεις (όχι μόνο σε υλικοτεχνικό τομέα) και αδιαμφησβήτητα συντονισμένη δράση εθνικών και διεθνών οργανισμών.
Πράγματι, έχουν παρατηρηθεί ανά καιρούς στοχευμένες διεθνείς αλλά και εθνικές κινήσεις, ωστόσο απαιτείται μια πιο ολιστική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του εν λόγω διεθνικού εγκλήματος. Σχηματικά, απαιτείται η πολιτική, τόσο διεθνώς όσο και κρατικά, να δεσμευθεί στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου δίδοντας έμφαση στις χώρες προέλευσης και στις χώρες ζήτησης, προκειμένου να μεταβληθούν ριζικά τα θεμέλια που στηρίζουν τόσα χρόνια τη προσφορά παράνομων διακινούμενων προϊόντων άγριας πανίδας και χλωρίδας. Με πιο οικονομικούς όρους, απαιτείται η επίλυση ή έστω η εξεύρεση μιας ισορροπίας στην ζήτηση και την προσφορά των προϊόντων αυτών, με άξονα την προστασία της άγριας ζωής.
Επιπροσθέτως, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η ενδυνάμωση του νομικού καθεστώτος παραμένουν στο επίκεντρο, ωστόσο η έρευνα και τα στοιχεία που συλλέγονται από ένα σύνολο κρατών συνιστούν κρίσιμα εργαλεία, και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον, οι αρμόδιες αρχές θα ενημερώνονται για τα επίκαιρα ζητήματα και τις νέες μορφές του διεθνικού αυτού εγκλήματος, κι επομένως θα είναι σε θέση να προσαρμόζονται στις επερχόμενες προκλήσεις. Δεύτερον, - ίσως και σημαντικότερο -, η ολοένα και αυξανόμενη διαφάνεια στον συγκεκριμένο τομέα, δεν θα διευκολύνει μόνο τον ορθότερο και ταχύτερο έλεγχό του, αλλά θα λειτουργήσει ως έρεισμα και στις καμπάνιες υπεράσπισης και προστασίας της άγριας ζωής, να λειτουργήσουν πιο συγκεντρωτικά και σε συνεργασία με τα κυβερνητικά όργανα.
Επομένως, και με βάσει την ανάλυση που προηγήθηκε, το βασικό πόρισμα που προκύπτει είναι ότι, παρά την ύπαρξη νομοθετικών και θεσμικών εργαλείων, η αντιμετώπιση του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά. Αν και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει αυστηρό πλαίσιο κανόνων και συνεργάζεται με διεθνείς οργανισμούς, η εφαρμογή τους δεν είναι πάντα αποτελεσματική, κυρίως λόγω διαφορών στις πολιτικές επιβολής του νόμου, της έλλειψης συντονισμού και της διαφθοράς σε κρίσιμες περιοχές.
Για να περιοριστεί ουσιαστικά το παράνομο εμπόριο, απαιτείται ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών οργανισμών, ώστε να εξασφαλιστεί ένας πιο αποτελεσματικός συντονισμός στις δράσεις επιτήρησης και δίωξης. Παράλληλα, είναι απαραίτητη η αυστηρότερη επιβολή των νόμων, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο, με αυξημένες ποινές και ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.
Επιπλέον, η καταπολέμηση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην πλευρά της προσφοράς, αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί και η ζήτηση για παράνομα προϊόντα άγριας ζωής. Μέσω εκστρατειών ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, οι καταναλωτές πρέπει να κατανοήσουν και να ευαισθητοποιηθούν σχετικά με τις επιπτώσεις των επιλογών τους, ώστε να περιορισθεί η αγορά προϊόντων που προέρχονται από απειλούμενα είδη.
Τέλος, ως ερευνητική ομάδα θεωρούμε ότι η άγρια ζωή δεν πρέπει να τίθεται προς πώληση και ότι αν οι προσπάθειες δεν ενταθούν, οι συνέπειες για τα οικοσυστήματα και την διατήρηση της βιοποικιλότητας θα είναι ολέθριες.
5. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Νομικά Κείμενα και Νομοθετήματα
· Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 22 ∆εκεµβρίου 2004 για την προστασία των ζώων κατά τη µεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ και του κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1255/97.
· Νόμος υπ΄ αριθμόν 4042 ΦΕΚ Α’ 24/13.02.2012
· Ο Νόμος 4039/2012 ΦΕΚ Α-15/2-2-2012
· Νόμος υπ’ αριθμόν 4830 ΦΕΚ Α 169/18.9.2021
· Οικονόμου Μιλτιάδης, Ο Δυτικός Μεσαίωνας και η Μετάβαση στη Νεοτερικότητα, Τόμοι 3, Εκδόσεις Εκάτη, 2014.
· Aurelian Mbzibain & Habiba Mohsen Mohamed, Tackling the global challenge of illegal wildlife trafficking and trade, Centre for International Development & Training, 2020.
· Comission on Crime Prevention and Criminal Justice, Strengthening the international legal framework for international cooperation to prevent and combat illicit trafficking in wildlife, Vienna, 22-26 May 2023.
· Gieysztor Aleksander, «Ύπαιθρος και πόλη, κοινωνίες και κράτη», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice, Οι Ευρωπαίοι, μετάφρ. Πάρης Μπουρλάκης, α’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
· D. Gradinarov, L. Petrunov, S. Spasov, Πρόληψη Εμπορίας Προστατευόμενων Ειδών Ορνιθοπανίδας, 2015
· European Commission, Report on Cybersecurity and Resiliency of EU Communications Infrastructures and Networks, 2024.
· Europol, Environmental Crime in the Age of Climate Change: Threat Assessment 2022, 2022.
· ICCWC, Wildlife and Forest Crime – Analytic Toolkit, International Consortium on Combating Wildlife Crime, 2022
· Flensborg, Sofie H, Convention on International Trade in Endangered Species of Wild Fauna and Flora, 1973.
· Florian Debeve, Tackling Wildlife Cybercrime in the EU: How Technology can help, TRAFFIC – WWW, 2020.
· Migeotte, Léopold, Η οικονομία των ελληνικών πόλεων: Από την Αρχαϊκή περίοδο έως την πρώιμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μπέρκλεϋ: Παν. of California Press, 2009.
· Nellemann, C., Henrisken, R., Kreilhuber, A., Stewart, D., Kotsovou, M., Raxter, P., Mrema, E., Barrat, D., The Rise of Environmental Crime – A Growing Threat to Natural Resources, Peace, Development and Society, UNEP, 2016.
· Pacini Maria Irene, Francesca Bonelli, Angela Briganti, Simonetta Citi, Stefania Perrucci, Roberto Amerigo Papini και Micaela Sgorbini, Wildlife Ungulate Rescue and Emergency Services in the Pisa Area (Tuscany, Italy): Evaluation of a 9-Years Period (2010–2018), Frontiers in Veterinary Science, 2020.
· Resolution 55/25, United Nations Convention against Transnational Organized Crime.
· Scheidel, Walter, Ian Morris, and Richard P. Saller, επιμ. The Cambridge Economic History of the Greek-Roman World, 2008.
· Τhomas, Eilish M., K. Anne-Isola Nekaris, Muhammad Ali Imron, Phillip Cassey, Chris R. Shepherd, και Vincent Nijman, "Shifts of trade in Javan ferret badgers Melogale orientalis from wildlife markets to online platforms: Implications for conservation policy, human health and monitoring ", Endangered Species Research, 2021.
· TRAFFIC, An Overview of Seizures of CITES-Listed Wildlife in the European Union, 2020.
· TRAFFIC, COVID-19 Briefing: Impact on Wildlife Trade, 2020.
· World Bank Group Report of October 2019, Illegal Logging, Fishing and Wildlife Trade: The Costs and how to combat it, International Bank for Reconstruction and Development, 2019
· World Trade Organization, Illicit Trade and Infectious Diseases, 2020.
Διαδικτυακές Πηγές:
· https://www.worldwildlife.org/threats/illegal-wildlife-trade.
· https://eur-lex.europa.eu/EL/legal-content/summary/convention-on-international-trade-in-endangered-species-of-wild-fauna-and-flora.html
· https://www.lawspot.gr/nomika-nea/kalyteri-prostasia-ton-zoon-kata-ti-metafora-toys-zita-eyrokoinovoylio.
· https://www.unodc.org/unodc/en/environment-climate/index.html .
· https://www.eea.europa.eu/el.
· https://www.worldbank.org/en/news/video/2017/11/28/working-together-to-save-wildlife-and-ecosystems.
· https://www.cbd.int/doc/legal/cbd-en.pdf.
· https://www.iucn.org/our-work/science-led-approach/iucn-libraries .
· https://www.interpol.int/News-and-Events/News/2023/Illegal-wildlife-trade-has-become-one-of-the-world-s-largest-criminal-activities.
· https://www.europarl.europa.eu/topics/el/article/20200519STO79424/apeiloumena-eidi-stin-europi-grafima .
· https://www.endwildlifetraffickingonline.org/.
· https://ornithologiki.gr/el/oi-draseis-mas/programmata/89-life-abc-enantia-sto-egklima-agria-poulia.
· https://ypen.gov.gr/perivallon/dasi/efarmogi-symvasis-cites/.