Κείμενο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το παρόν policy paper εξετάζει τη θέση των ιπποειδών εργασίας στη σύγχρονη κοινωνία και τις προκλήσεις που αυτά αντιμετωπίζουν, εστιάζοντας σε τέσσερις βασικούς τομείς: την ταυτοποίησή τους, τη μεταφορά, την ευζωία τους και την κακοποίηση.
Αρχικά, αναλύεται η σημασία της καταγραφής και ταυτοποίησης των ιπποειδών, καθώς αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διασφάλιση της προστασίας τους. Η ύπαρξη ενός αξιόπιστου μηχανισμού παρακολούθησης επιτρέπει τον έλεγχο της ιδιοκτησίας, της υγείας και της διακίνησής τους, περιορίζοντας φαινόμενα παράνομων αγοραπωλησιών και παραμέλησης. Στη συνέχεια, εξετάζεται το ζήτημα της μεταφοράς των ζώων, δεδομένου ότι συχνά υπόκεινται σε μακρινά ή εξαντλητικά ταξίδια. Στο πλαίσιο αυτό, οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί έχουν θεσπίσει αυστηρούς όρους για τις συνθήκες μετακίνησης, ωστόσο η αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον βαθμό εφαρμογής τους σε εθνικό επίπεδο.
Έπειτα, γίνεται λόγος για ευζωία των ιπποειδών, ενός ζητήματος επί του οποίου η χώρας μας έχει ακόμα να διανύσει μακρύ δρόμο, τόσο από άποψη νομικού πλαισίου, όσο και από άποψη δουλειάς στο πεδίο. Η ποιότητα ζωής των ιπποειδών εργασίας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως οι συνθήκες εργασίας, η ποιότητα της διατροφής, η ιατρική φροντίδα και ο χρόνος ανάπαυσης. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η εργασία τους επιβαρύνεται από την έλλειψη ενός ενιαίου ρυθμιστικού πλαισίου που θα ρυθμίζει διεξοδικά το περιβάλλον εργασίας τους. Τέλος, το policy paper αναφέρεται στις περιπτώσεις κακοποίησης, τόσο από αμέλεια όσο και από σκόπιμες πρακτικές εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζεται το υφιστάμενο πλέγμα νομικών διατάξεων και οι πιθανές βελτιώσεις που απαιτούνται για την ενίσχυση της προστασίας των ιπποειδών, διαμορφώνοντας ένα πιο αποτελεσματικό και βιώσιμο σύστημα φροντίδας τους. Στόχος μας είναι να αναδείξουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή στη χώρα μας και να προτείνουμε λύσεις, πάνω τις οποίες ευελπιστούμε να στηριχθεί ο νομοθέτης στην προσπάθειά του να ρυθμίσει το ζήτημα με μεγαλύτερη συνέπεια και αποφασιστικότητα.
ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο πρώτος βασικός άξονας που θα μας απασχολήσει σχετικά με τα ιπποειδή ζώα, είναι η ανάγκη ύπαρξης και έπειτα η τήρηση και η εφαρμογή ενός συστήματος καταγραφής και ταυτοποίησης των ζώων αυτών. Μέσω της καταγραφής, επιτυγχάνεται μία σειρά από στόχους ζωτικής σημασίας για την ευζωία και την εξασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των ιπποειδών, ιδίως των ιπποειδών εργασίας. Πρώτα απ’ όλα, όταν γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή τον αριθμό και το είδος των ιπποειδών που κατέχει η κάθε εγκατάσταση, μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες κάποιο ή κάποια από αυτά να αποκτηθούν, να μεταβιβαστούν ή να μεταφερθούν παράνομα, χωρίς την τήρηση των απαραίτητων τύπων και προϋποθέσεων για την προστασία της ζωής, της ακεραιότητας και της υγείας τους, σωματικής και ψυχολογικής. Με την εξατομίκευση των ιπποειδών μέσω της καταγραφής καθίσταται πολύ εύκολο να εντοπιστεί ποιο αρρώστησε, μεταφέρθηκε ή εργάστηκε, πόσες ώρες εργάστηκε, τι ιατροφαρμακευτική αγωγή λαμβάνει και οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στα χέρια των αρμοδίων αρχών. Τέλος, με τον τρόπο αυτό καθίσταται πιο εύκολος ο εντοπισμός παραβάσεων από την πλευρά των υπεύθυνων εγκαταστάσεων ιπποειδών και η ανάλογη και άμεση τιμώρησή τους, καθώς και ο εντοπισμός του ζώου σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο, με υπαιτιότητα ή μη του ιδιοκτήτη του, βρεθεί εκτός της εγκατάστασης. Η διαδικασία της καταγραφής δεν είναι αναγκαίο να γίνεται πολύπλοκη και γραφειοκρατική, ώστε να είναι αποτελεσματική, αλλά αρκεί οι κανόνες της να τηρούνται με ευλάβεια από τους υπόχρεους. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιχειρεί να επιτύχει τους στόχους αυτούς εκδίδοντας μία σειρά Κανονισμών και Αποφάσεων σχετικά με την υποχρέωση καταγραφής και ταυτοποίησης των ιπποειδών ζώων, μέσω της δημιουργίας μίας ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων, ενώ η Χώρα μας, καθυστερημένα και με τρόπο που δείχνει ότι μάλλον επιχειρεί απλώς να αποφύγει τυχόν κυρώσεις της Ένωσης παρά να θεσπίσει ένα νομοθετικό πλαίσιο ικανό να προστατεύσει τα ιπποειδή, έχει συμμορφωθεί μόνο με τον πιο πρόσφατα εκδοθέντα Κανονισμό, το 2022.
II. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Ήδη από το 1993 με την Απόφαση 93/623/ΕΟΚ Περί καταρτίσεως εγγράφων αναγνώρισης (διαβατηρίου) που συνοδεύει τα καταχωρημένα ιπποειδή, η οποία τροποποιήθηκε με την Απόφαση 2000/68/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1999 για την αναγνώριση των ιπποειδών για αναπαραγωγή και απόδοση με τη θέσπιση κανόνων σχετικά με το έγγραφο αναγνώρισης που θα συνοδεύει τα ιπποειδή κατά τη μετακίνησή τους, έχει ρυθμιστεί νομοθετικά η υποχρέωση καταγραφής των ιπποειδών ζώων στις χώρες της ΕΕ. Στηριζόμενος στις Αποφάσεις αυτές ο Κανονισμός 504/2008 ΕΚ ανέδειξε την ανάγκη ηλεκτρονικής καταγραφής των ιπποειδών σε μία βάση δεδομένων κοινή ανά τον κόσμο με τη δυνατότητα των κρατών-μελών να επικοινωνούν μεταξύ τους και να διατηρούν διαρκώς και επαρκώς ενημερωμένη τη βάση αυτή. Μεταξύ των σημαντικότερων οργανώσεων εκτροφής ίππων και ιππικών αγώνων έχει συμφωνηθεί παγκοσμίως το σύστημα του παγκόσμιου ισόβιου αριθμού ιπποειδούς (Universal Equine Life Number, UELN). Ο Κανονισμός επιβάλλει την αναγνώριση των ιπποειδών σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει, ειδάλλως απαγορεύει τη διατήρησή των ζώων. Η εκδίδουσα αρχή διασφαλίζει ότι δεν εκδίδεται έγγραφο αναγνώρισης για ιπποειδές, εάν δεν συμπληρωθεί δεόντως τουλάχιστον το κεφάλαιο I του εν λόγω εγγράφου (άρ.5 παρ.2 Καν/μού). Το έγγραφο αναγνώρισης σαφώς δεν πρέπει να αλλοιώνεται, ενώ απαγορεύεται επίσης κατά κύριο λόγο και η αναπαραγωγή ή η αντικατάστασή του, με την εκδίδουσα αρχή να είναι αρμόδια να μεριμνά για τυχόν πολλαπλές εγγραφές αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμη εξέταση. Προβλέπεται ακόμη η έκδοση “έξυπνης κάρτας” περιλαμβάνουσας πληροφορίες παρόμοιες με εκείνες του εγγράφου αναγνώρισης του ιπποειδούς, η οποία αρκεί και μόνον αυτή σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις μετακίνησης του ζώου. Ο Κανονισμός του 2008, πλήρης και αναλυτικός όπως ήταν, περιείχε επίσης πρόβλεψη περί αντιγραφής, αντικατάστασης και αναστολής των εγγράφων αναγνώρισης, ειδικές ρυθμίσεις για τα ιπποειδή που ζουν σε ελεύθερες και ημιελεύθερες συνθήκες και προστατευτικές για τη δημόσια υγεία διατάξεις. Τέλος, το άρθρο 24 αυτού θέλει “τα κράτη μέλη να θεσπίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού και να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να διασφαλίζεται η εκτέλεσή τους. Οι θεσπιζόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές”.
Ακολούθησαν ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/429 και ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2035, οι οποίοι διατήρησαν στην πλειοψηφία τους τις ρυθμίσεις του 504/2008 και τις ενίσχυσαν έτι περαιτέρω, προστατεύοντας έτσι ακόμα πιο αποτελεσματικά τα ιπποειδή των κρατών της Ένωσης τα οποία τηρούν τις επιταγές τους.
Ειδικότερα, πριν από την έκδοση του κανονισμού (EE) 2016/429, ενωσιακοί κανόνες για την ταυτοποίηση και την καταγραφή των βοοειδών, των αιγοπροβάτων, των χοιροειδών και των ιπποειδών καθορίζονταν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου και στις οδηγίες 2008/71/ΕΚ και 2009/156/ΕΚ του Συμβουλίου. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/429 καταργεί και αντικαθιστά τις τέσσερις αυτές πράξεις από την 21η Απριλίου 2021. Ο Κανονισμός του 2016 υποστηρίζει πως “η καλύτερη υγεία των ζώων προάγει την καλύτερη μεταχείριση των ζώων και αντιστρόφως”, μιας και εξειδικεύεται στη θέσπιση κανόνων για την πρόληψη και τον έλεγχο των νόσων των ζώων που μεταδίδονται στα ζώα ή στον άνθρωπο. Ισχύει τόσο για δεσποζόμενα (ζώα που εκτρέφονται από άνθρωπο) όσο και για άγρια ζώα, συμπεριλαμβανομένων των χερσαίων θηλαστικών και άρα και των ιπποειδών ζώων. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων και οι κατ’ επάγγελμα ασχολούμενοι με ζώα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, καθώς είναι αρμόδιοι για την προστασία της υγείας των ζώων τους αλλά και για την πρόληψη διάδωσης των ασθενειών τους. Το τέταρτο μέρος του Κανονισμού τιτλοφορείται “ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ, ΕΓΚΡΙΣΗ, ΙΧΝΗΛΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ”. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/429 καθορίζει, μεταξύ άλλων, γενικούς κανόνες σχετικά με την ευθύνη των κρατών μελών για τη θέσπιση συστήματος για την ταυτοποίηση και την καταχώριση των δεσποζόμενων χερσαίων ζώων, συμπεριλαμβανομένων των ιπποειδών. Oι μεταφορείς έχουν ενδεικτικά υποχρέωση τήρησης και ενημέρωσης αρχείων για τις εγκαταστάσεις που επισκέφθηκαν και τα ζώα που μετέφεραν κατ’ άρθρο 104 Καν/μού. Κρίσιμο για την καταγραφή και ιχνηλασιμότητα των δεσποζόμενων ιπποειδών είναι το άρθρο 109 του εν λόγω Κανονισμού, στο οποίο παραπέμπει και η ΥΑ 726/107637 του 2022, και το οποίο προβλέπει ένα ελάχιστο περιεχόμενο των εγγράφων που αναρτώνται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων καταγραφής των δεσποζόμενων ιπποειδών.
Οι πληροφορίες που αφορούν τα μέσα ταυτοποίησης δέον να δημοσιοποιούνται (άρ.111). Κοινή αναφορά σε Κανονισμούς και Αποφάσεις είναι, όσoν αφορά τα ιπποειδή, αυτή της υποχρέωσης αυτά να διαθέτουν α) έναν μοναδικό κωδικό, β) ένα μέσο ταυτοποίησης (συνήθως ενέσιμο πομποδέκτη) και γ) ένα ορθά συμπληρωμένο ενιαίο ισόβιο έγγραφο ταυτοποίησης (άρ.114).
Όσον αφορά τον Κανονισμό του 2019, αυτός ήρθε να θεσπίσει κανόνες συμπληρωματικούς εκείνων του 2016. Ειδική μέριμνα για τα ιπποειδή υπάρχει ήδη από το προοίμιο του Κανονισμού αυτού, όπου στην σκέψη (9) αναφέρεται ότι “Δεδομένης της ιδιαίτερης περίπτωσης των ιπποειδών, τα οποία δεν διατηρούνται πάντοτε πρωτίστως για σκοπούς παραγωγής τροφίμων αλλά συχνά για σκοπούς αναψυχής και άθλησης, και στις περισσότερες περιπτώσεις συγκεντρώνονται σε μια εγκατάσταση με μόνο σκοπό τη μετακίνησή τους σε άλλο κράτος μέλος για λόγους συμμετοχής σε επιδείξεις ή αθλητικές, πολιτιστικές ή παρόμοιες εκδηλώσεις, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί στον παρόντα κανονισμό παρέκκλιση από τις απαιτήσεις για τους υπευθύνους επιχειρήσεων των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή αίτηση έγκρισης εφόσον οι εν λόγω εγκαταστάσεις παρουσιάζουν αμελητέο κίνδυνο για την υγεία των ζώων και δεν εφαρμόζεται καμία περίοδος παραμονής στην περίπτωση καταγεγραμμένων νόσων για τα ιπποειδή”.
Αξίζει να σταθούμε στο άρθρο 4 του Κανονισμού του 2019, το οποίο για τις εγκαταστάσεις όπου συγκεντρώνονται ιπποειδή για διαγωνισμούς, ιπποδρομίες, επιδείξεις, εκπαίδευση, συλλογικές δραστηριότητες αναψυχής ή εργασίας ή στο πλαίσιο δραστηριοτήτων αναπαραγωγής, προβλέπει λιγότερη προστασία απ’ ότι για τις υπόλοιπες κατηγορίες ιπποειδών. Συγκεκριμένα, εξαιρεί τις εγκαταστάσεις αυτές από την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες απαραίτητες για την ταυτοποίηση και ιχνηλάτηση των ιπποειδών, και αρκείται, για τη χορήγηση άδειας σε τέτοιου είδους εγκαταστάσεις, στην τήρηση από αυτές κάποιων μέτρων (άρ.5) βιοπροφύλαξης των ζώων, στην καταλληλόλητα του εξοπλισμού, τις ικανότητες του προσωπικού και την επιτήρηση από κτηνίατρο. Σαφώς, τα μέτρα αυτά είναι απαραίτητο να τηρούνται για τη βέλτιστη προστασία των ιπποειδών ζώων, πλην όμως δεν υπάρχει κάποιος επαρκής δικαιολογητικός λόγος που να μνημονεύεται στον Κανονισμό ή που να μπορούμε να συνάγουμε εμείς για την εξαίρεση τέτοιων εγκαταστάσεων από την υποχρέωση των διατυπώσεων για την ταυτοποίηση των ιπποειδών, πόσο μάλλον δε αν αναλογιστούμε ότι σε τέτοιες συλλογικές δραστηριότητες καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη για ταυτοποίηση και καταγραφή των ζώων που διατηρούν οι εγκαταστάσεις αυτές.
Ειδικότερα, στο άρθρο 58 του Κανονισμού 2019, όπου γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις υπευθύνων επιχειρήσεων που εκτρέφουν ιπποειδή όσον αφορά τα μέσα και τις μεθόδους ταυτοποίησης των εν λόγω ζώων, και την τοποθέτηση και τη χρήση των μέσων αυτών, παρατηρούμε ότι προτιμάται ξανά η χρήση ενέσιμου πομποδέκτη και ενός ενιαίου εγγράφου ταυτοποίησης. Για την αφαίρεση, τροποποίηση ή αντικατάσταση των ως άνω μέσων απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής της εγκατάστασης στην οποία διατηρούνται τα ιπποειδή. Η ταυτοποίηση πρέπει να λαμβάνει χώρα εντός των προθεσμιών του άρ.12 παρ.1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/262, ήτοι το αργότερο 12 μήνες μετά την ημερομηνία γέννησης και σε κάθε περίπτωση πριν από την οριστική αναχώρηση από την εκμετάλλευση γέννησης ή κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να περιορίσουν σε έξι μήνες ή στο ημερολογιακό έτος γέννησης τη μέγιστη επιτρεπόμενη προθεσμία για την αναγνώριση του ιπποειδούς. Από την ημερομηνία αυτή της ταυτοποίησης οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ιπποειδών έχουν στη διάθεσή τους το πολύ επτά ημέρες προκειμένου να διαβιβάσουν στην αρμόδια αρχή τις απαραίτητες πληροφορίες ταυτοποίησης (άρ.9 Καν/μού 2021/963). Αντικατάσταση του ενέσιμου πομποδέκτη μπορεί να γίνει μόνο με ένα μοναδικό συμβατικό ενώτιο ή με άλλον τρόπο που να εδραιώνει όμως μια αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ του ιπποειδούς και του ενιαίου ισοβίου εγγράφου του.
Για το ενιαίο ισόβιο έγγραφο ταυτοποίησης προβλέπεται από τον Κανονισμό ένα ελάχιστο περιεχόμενο, καθώς και κανόνες που διέπουν τις πληροφορίες που περιλαμβάνει η ηλεκτρονική βάση δεδομένων των δεσποζόμενων ιπποειδών. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του, ούτε ο Κανονισμός περιλαμβάνει σκόρπιες ρυθμίσεις οι οποίες να μη συνοδεύονται από τις απαραίτητες προβλέψεις για την πρακτική εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτών καθιστώντας τες κενό γράμμα.
Σε περίπτωση απώλειας του ενιαίου ισοβίου εγγράφου ή παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η διαδικασία ταυτοποίησης, ο υπεύθυνος επιχείρησης μπορεί να υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια αρχή ή τον φορέα έκδοσης στον οποίο ανατέθηκε το έργο για να εκδώσει αντίγραφο ενιαίου ισόβιου εγγράφου ταυτοποίησης από το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί η ταυτότητα του δεσποζόμενου ιπποειδούς. Όταν ένα ταυτοποιημένο ιπποειδές καταχωρίζεται, και το ενιαίο ισόβιο έγγραφο ταυτοποίησης που έχει εκδοθεί για το εν λόγω ζώο δεν μπορεί να προσαρμοστεί ώστε να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 65 παράγραφος 2, η αρμόδια αρχή ή ο φορέας έκδοσης στον οποίο έχει ανατεθεί το έργο, κατόπιν αίτησης του υπευθύνου επιχείρησης του ιπποειδούς, εκδίδει νέο ενιαίο ισόβιο έγγραφο ταυτοποίησης προς αντικατάσταση του προηγουμένου, το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφοι 1 και 2 (άρ.68).
Στον νεότερο εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2021/963 της Επιτροπής της 10ης Ιουνίου 2021 (εφαρμόζεται από την 7η Ιουλίου 2021) κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ένας μορφότυπος του ενιαίου ισόβιου εγγράφου ταυτοποίησης που θα επιτρέπει την έκδοσή του σύμφωνα με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία, καθώς και ένας διευρυμένος μορφότυπος που είναι επίσης κατάλληλος για σκοπούς αναπαραγωγής, διαγωνισμών και ιπποδρομιών (σκέψη 11).
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει γενικούς και ειδικούς κανόνες για την ενιαία εφαρμογή του συστήματος ταυτοποίησης και καταχώρισης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429 για τα ιπποειδή και τις διάφορες κατηγορίες ιπποειδών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία του.
Κατ’ άρ.7 του Κανονισμού, τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συνέχεια της λειτουργίας των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων σε περίπτωση πιθανής διαταραχής, καθώς και την ασφάλεια, την προστασία, την ακεραιότητα και τη γνησιότητα των πληροφοριών που καταχωρίζονται στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων.
Τα μέσα ταυτοποίησης τοποθετούνται από κτηνίατρο ή, εφόσον προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία, από εξουσιοδοτημένο και κατάλληλα εκπαιδευμένο και ειδικευμένο πρόσωπο (άρ.13). Πριν από την τοποθέτηση των μέσων ταυτοποίησης στο ιπποειδές σύμφωνα με το άρθρο 13, η αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, το εξουσιοδοτημένο όργανο ή ο κτηνίατρος ή το ειδικευμένο πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 μεριμνά για τη λήψη μέτρων για τον εντοπισμό ενδεχόμενων διακριτικών χαρακτηριστικών ή σημάνσεων που υποδεικνύουν προηγούμενη ταυτοποίηση του ιπποειδούς με ενέσιμους πομποδέκτες ή ενώτια (12παρ.1). Σε περίπτωση που αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενέσιμου πομποδέκτη ή ενωτίου που εμφυτεύτηκε προηγουμένως, ή άλλης εναλλακτικής μεθόδου ταυτοποίησης, η αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, το εξουσιοδοτημένο όργανο: α) προβαίνει σε έκδοση αντιγράφου ή εγγράφου αντικατάστασης του εγγράφου ταυτοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 25 ή 26, ανάλογα με τις διαθέσιμες πληροφορίες· β) εισάγει τον κωδικό που απεικονίζεται από τον πομποδέκτη ή τα ενώτια, ή τις πληροφορίες για την εναλλακτική μέθοδο εξακρίβωσης της ταυτότητας, με κατάλληλο τρόπο στα πεδία σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας του μέρους Α και στη σχηματική παράσταση του μέρους Β του τμήματος I του υποδείγματος εγγράφου ταυτοποίησης ιπποειδών, που παρατίθεται στο μέρος 1 του παραρτήματος II (12παρ.2). Εάν επιβεβαιωθεί σε ιπποειδές που γεννήθηκε στην Ένωση η μη δηλωθείσα αφαίρεση ενέσιμου πομποδέκτη, ενωτίου ή άλλης εναλλακτικής μεθόδου ταυτοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), η αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, το εξουσιοδοτημένο όργανο εκδίδει αντίγραφο του εγγράφου ταυτοποίησης ή έγγραφο αντικατάστασης του εγγράφου ταυτοποίησης (12παρ.3). Μέτρα λαμβάνονται και για την τύχη των μέσων ταυτοποίησης κατόπιν σφαγής, θανάτου ή θανάτωσης του ιπποειδούς.
Από τον Κανονισμό διατηρείται η δυνατότητα χρήση έξυπνων καρτών, καθώς επίσης προβλέπεται η χρήση πλαστικών καρτών ή ψηφιακών εφαρμογών σε φορητές ηλεκτρονικές συσκευές μαζί με τα ενιαία ισόβια έγγραφα ταυτοποίησης (άρ.20). Η προθεσμία ταυτοποίησης του ζώου παραμένει στους 12 μήνες από τη γέννησή του, ενώ κατόπιν αίτησης της αρμόδιας αρχής μπορεί να ζητηθεί ανά πάσα στιγμή εφόσον το έγγραφο ταυτοποίησης που έχει εκδοθεί δεν πληροί τους όρους του νόμου (άρ.21). Επιπλέον εκδίδεται νέο ενιαίο ισόβιο έγγραφο υπό τον διευρυμένο μορφότυπο ή το υφιστάμενο τυποποιημένο έγγραφο ταυτοποίησης συμπληρώνεται ώστε να λάβει τη μορφή διευρυμένου εγγράφου ταυτοποίησης στην περίπτωση ιπποειδούς το οποίο πρόκειται α) να αναβαθμιστεί σε ιπποειδές υψηλού υγειονομικού επιπέδου, β) να εγγραφεί ως καθαρόαιμο ιπποειδές αναπαραγωγής στο κύριο τμήμα ή να καταχωριστεί ως ιπποειδές σε συμπληρωματικό τμήμα βιβλίου αναπαραγωγής που έχει καταρτιστεί από κοινωνία εκτροφής η οποία εκτελεί πρόγραμμα αναπαραγωγής που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 8 ή το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1012, ή γ) να καταχωριστεί ως εγγεγραμμένος ίππος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 στοιχείο β), σύμφωνα με τους κανόνες της αντίστοιχης ένωσης ή οργανισμού που διαχειρίζεται ίππους για διαγωνισμούς ή ιπποδρομίες. Για τη διασφάλιση της διά βίου ταυτοποίησης του ιπποειδούς, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ιπποειδών σε σύμπραξη με την αρμόδια αρχή μεριμνούν ώστε ένα ελάχιστο περιεχόμενο στοιχείων ταυτοποίησης στο ενιαίο ισόβιο έγγραφο ταυτοποίησης να είναι ανά πάσα στιγμή επικαιροποιημένα και ορθά (άρ.29). Όσον αφορά τα έγγραφα ταυτοποίησης που εκδίδονται σε τρίτες χώρες θεωρούνται έγκυρα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για την ταυτοποίηση ιπποειδών που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπό τον όρο ότι πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 36.
Ο Κανονισμός 2021, όπως και οι προηγούμενοι από αυτόν, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
III. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Η Ελλάδα άργησε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Μόλις το 2022 εκδόθηκε η Υπουργική Απόφαση 726/107637 για τον καθορισμό συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/429 , του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2035 και του εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2021/963, όσον αφορά τη δημιουργία συστήματος για την ταυτοποίηση και την ιχνηλάτηση των δεσποζόμενων ιπποειδών. Μετά από επισήμανση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΥΠΑΤ) και σε συνέχεια προηγούμενων ενημερώσεων σχετικά με την καταγραφή των ιπποειδών και εγκαταστάσεων και σύμφωνα με οδηγίες της ΕΕ και τις από 22/4/22 και 25/5/22 Υπουργικές Αποφάσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετικές με τη δημιουργία συστήματος για την ταυτοποίηση και καταχώρηση ιπποειδών, είναι απαραίτητη η καταγραφή των ιπποειδών στη ΔΑΟΚ της περιφέρειας που ανήκει η εγκατάσταση ή το σωματείο το οποίο φιλοξενείται ο ίππος.
Ενώ πριν το 2022 η καταγραφή των ιπποειδών στην Ελλάδα γινόταν χειροκίνητα και οι ιδιοκτήτες ήταν υπεύθυνοι για τη διατήρηση ενημερωμένων αρχείων στις κτηνιατρικές υπηρεσίες των περιφερειών τους, με την ΥΑ αυτή δημιουργήθηκε μία ηλεκτρονική βάση δεδομένων και από τις 21 Οκτωβρίου 2022 ενεργοποιήθηκε η διαδικασία ηλεκτρονικής καταγραφής των ιπποειδών στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη του Δημοσίου – www.gov.gr, στο πλαίσιο εφαρμογής της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων στο ΥΠΑΑΤ «Κεντρική Ηλεκτρονική Βάση Δεδομένων των Ιπποειδών» (ΚΗΒΔΙ). Είναι προφανές ότι πριν της έκδοση της ΥΑ η Ελλάδα δεν ήταν εναρμονισμένη με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, η οποία απαιτούσε, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, την ηλεκτρονική καταγραφή των δεσποζόμενων ιπποειδών.
H χορήγηση μοναδικού αριθμού, ενέσιμου πομποδέκτη και διευρυμένου εγγράφου ταυτοποίησης σε όλα τα δεσποζόμενα ιπποειδή που γεννιούνται στη χώρα προβλέπονται και από την εν λόγω Υπουργική Απόφαση, η οποία σε γενικές γραμμές δείχνει να συμμορφώνεται με τους ως άνω ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Ως εχέγγυα εξασφάλισης της ακεραιότητας των στοιχείων που καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων προβλέπονται η έκδοση εγκυκλίων ή/και εγχειριδίων για την ενιαία εφαρμογή του συστήματος ταυτοποίησης και ιχνηλάτησης των ιπποειδών και η παροχή οδηγιών και υποστήριξης από τη Διεύθυνση Προστασίας των Ζώων, Φαρμάκων και Κτηνιατρικών Εφαρμογών του ΥΠΑΑΤ, η οργάνωση του back office των ψηφιακών δομών του συστήματος και η τεχνική υποστήριξη, η συντήρηση και η προστασία της μηχανογραφικής υποδομής από τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του ΥΠΑΑΤ, η τήρηση αντιγράφων ασφαλείας και η μετάπτωση των ήδη καταχωρισμένων δεδομένων από άλλες βάσεις δεδομένων, που διατηρούν φορείς που διαχειρίζονται ιπποειδή, στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων.
Στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες των περιφερειών καταχωρίζουν τα στοιχεία ταυτοποίησης των ιπποειδών, τις εγκαταστάσεις, καθώς και τα στοιχεία ταυτοποίησης των υπεύθυνων επιχειρήσεων ιπποειδών. Από την πλευρά τους, οι ιδιοκτήτες των ιπποειδών υποχρεούνται να διατηρούν διαρκώς ενημερωμένο αρχείο, στις κτηνιατρικές υπηρεσίες των περιφερειών στις οποίες ανήκουν, όπου θα περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικές με: την ταυτότητα των ιπποειδών (ημερομηνία γέννησης, ημερομηνία θανάτου, περιγραφή, όνομα, αριθμός microchip, μοναδικός ισόβιος αριθμός ιπποειδούς), τις εγκαταστάσεις διαμονής των ιπποειδών (στοιχεία ταυτοποίησης υπευθύνου της εγκατάστασης, έδρα της εγκατάστασης, κωδικός εγκατάστασης, ημερομηνία εισόδου του κάθε ιπποειδούς στην εγκατάσταση), τους υπευθύνους των ιπποειδών (στοιχεία ταυτοποίησης, αναλυτικός κατάλογος με τα ιπποειδή για τα οποία είναι υπεύθυνος), τα έγγραφα ταυτοποίησης των ιπποειδών (είδος εγγράφου ταυτοποίησης, ημερομηνία έκδοσης), τους φορείς έκδοσης των εγγράφων ταυτοποίησης.
Σε περίπτωση αλλαγής υπευθύνου επιχείρησης του ιπποειδούς, ο νέος υπεύθυνος, το αργότερο σε επτά (7) ημέρες από την ημέρα που ανέλαβε την ευθύνη του ιπποειδούς, υποβάλλει αίτηση στην κτηνιατρική υπηρεσία της Περιφερειακής Ενότητας που επιβλέπει την εγκατάσταση στην οποία διαμένει συνήθως το ιπποειδές (άρθρο 7 παρ. 4 ΥΑ). Η καταληκτική ημερομηνία ταυτοποίησης του ιπποειδούς είναι και σύμφωνα με την ΥΑ ο 12ος μήνας από την ημέρα της γέννησής του.
Η εμφύτευση του πομποδέκτη πραγματοποιείται αποκλειστικά από κτηνίατρο, ο οποίος μαζί με τον υπεύθυνο της επιχείρησης συνυπογράφουν το έντυπο ταυτοποίησης. Πρέπει, μάλιστα, να βεβαιώνεται ότι οι πομποδέκτες είναι σχεδιασμένοι κατά τρόπο ώστε να μπορούν να παραμένουν ασφαλώς στα ιπποειδή, χωρίς να είναι επιβλαβείς για αυτά.
Τη νομολογία, τόσο την ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή δεν έχει απασχολήσει ακόμα το θέμα της καταγραφής και ταυτοποίησης των ιπποειδών ζώων.
IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από τη μελέτη της σχετικής νομοθεσίας συνάγουμε ότι τόσο σε ελληνικό – αν και καθυστερημένα και όχι σε επίπεδο ισχύος τυπικού νόμου – όσο και πολύ περισσότερο σε ενωσιακό επίπεδο το ζήτημα της καταγραφής των ιπποειδών ζώων έχει ρυθμιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, με αναλυτικές αλλά και τεχνικώς διατυπωμένες διατάξεις. Οι σχετικές υποχρεώσεις επιβάλλονται σε πολλαπλούς φορείς, φυσικά και νομικά πρόσωπα, κρατικά και ιδιωτικά. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται μια σφαιρική και αποτελεσματικότερη προστασία των ιπποειδών. Το ίδιο επιτυγχάνεται και με την επιβολή τόσο διοικητικών όσο και ποινικών κυρώσεων στους παραβάτες. Η μέριμνα για μια τέτοια ικανοποιητική νομοθεσία στο θέμα της καταγραφής ήταν, κατά τη γνώμη μας, αναγκαία, αφού η καταγραφή και ιχνηλάτηση των ιπποειδών συνιστά το πρώτο βήμα για να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, αλλά και κάτι που συνοδεύει ισοβίως το ζώο εξασφαλίζοντας πρωτίστως τη δική του προστασία και ασφάλεια. Τα δεσποζόμενα ιπποειδή πρέπει να εξατομικεύονται και να φαίνονται ότι δραστηριοποιούνται στις εγκαταστάσεις του κάθε υπευθύνου, ώστε να ξέρουν οι αρμόδιες αρχές ανά πάσα στιγμή πόσα ζώα εκμεταλλεύεται ο κάθε ιδιοκτήτης, ποιο ακριβώς μεταφέρθηκε, εργάστηκε, αρρώστησε κλπ.
Παρά τη σπουδαιότητα της καταγραφής και την ύπαρξη επαρκούς νομοθετικής ρύθμισης, πρόβλημα εξακολουθεί να συνιστά η μη τήρηση και ορθή εφαρμογή των κανόνων αυτών για την καταγραφή των ιπποειδών στην Ελλάδα.
ΜΕΤΑΦΟΡΑ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τα ιπποειδή ζώα και ιδιαίτερα τα ιπποειδή εργασίας μετακινούνται πολύ συχνά εντός της χώρας, ενδοκοινοτικά ή και σε τρίτες -εκτός Ένωσης- χώρες για τις ανάγκες που προκύπτουν από την εκμετάλλευσή τους. Για να εργαστούν σε αγροτικές περιοχές, σε καλλιέργειες ή για άλλες βαριές εργασίες, όπως η μεταφορά φορτίων σε δύσκολα προσβάσιμες περιοχές, για να συμμετάσχουν σε αθλητικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις, για αναπαραγωγικούς σκοπούς ή για να εκπαιδευτούν σε κέντρα εκπαίδευσης ή να επισκεφτούν κτηνιατρικές εγκαταστάσεις, τα ιπποειδή μεταφέρονται, ατομικά ή μαζικά σε καθημερινή βάση. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο ένα νομοθετικό πλαίσιο να ρυθμίζει τους όρους της μεταφοράς τους, για την εξασφάλιση πρωτίστως της ασφάλειας των ζώων καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Το πλαίσιο αυτό μάλιστα δέον να είναι κοινό ανά την Ένωση και, όσο είναι δυνατόν, ανά τον κόσμο, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικότερη η εφαρμογή των κανόνων. Η ΕΕ έχει μεριμνήσει για το ζήτημα αυτό εκδίδοντας νομοθετήματα αυστηρά, ενδελεχή, προστατευτικά της ευημερίας των ζώων κατά τη μεταφορά, και τεχνικά στην επιλογή της γλώσσας. Η Ελλάδα από την πλευρά της έχει συμμορφωθεί κατάλληλα, ρυθμίζοντας τις συνθήκες μεταφοράς των ιπποειδών εντός και εκτός της χώρας.
II. ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Στον χώρο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας το κύριο νομοθέτημα που ρυθμίζει τα ζητήματα της ασφαλούς μεταφοράς των ζώων, συμπεριλαμβανομένων των ιπποειδών, είναι ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2005 της ΕΕ. Ο Κανονισμός αυτός καθορίζει τις συνθήκες για τη μεταφορά ζώντων σπονδυλωτών ζώων εντός της Ένωσης, ενώ αποσκοπεί στην προστασία τους από τυχόν κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Με βάση και τις συστάσεις που διατύπωσε η Επιστημονική Επιτροπή για την Υγεία και τις Συνθήκες Διαβίωσης των ζώων κατά τη μεταφορά το 2002, ύστερα από σχετικό κάλεσμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο εν λόγω Κανονισμός περιέλαβε στο κείμενό του διατάξεις σχετικά με τη διαφύλαξη της ευημερίας των ζώων, απαραίτητες άδειες και πιστοποιήσεις, την προετοιμασία της μεταφοράς, τη διάρκειά της, τα μέτρα ασφαλείας καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, υποχρεώσεις των υπευθύνων μεταφοράς και ειδικές εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από τους κανόνες αυτούς, όπου ήταν απαραίτητο. Βασική αρχή που τηρήθηκε ως γνώμονας για τη σύνταξη του Κανονισμού έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότερη εφαρμογή του, ήταν ότι “τα ζώα δεν πρέπει να μεταφέρονται με τρόπο που μπορεί να τους προξενήσει τραυματισμούς και αδικαιολόγητη ταλαιπωρία”.
Πολύ βασική κρίνεται η ανάγκη να προβλέπονται και να τηρούνται ειδικά μέτρα κατά την εκφόρτωση και επαναφόρτωση των ζώων σε κάθε στάση του ταξιδιού, καθώς κατά τη διαδικασία αυτή τα ζώα μπορεί λόγω άγχους να εκδηλώσουν επικίνδυνες συμπεριφορές ή να μεταδώσουν το ένα στο άλλο ασθένειες, σε περίπτωση που δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας. Κάτι τέτοιο θα αναιρούσε τον όλο σκοπό του Κανονισμού 1/2005, όπως και του 429/2016, για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και τη υγείας των ζώων. Περαιτέρω τονίζεται η σπουδαιότητα του ρόλου που διαδραματίζει το επίπεδο εκπαίδευσης, γνώσεων και ικανοτήτων των μεταφορέων και κάθε ατόμου που συμμετέχει στη διαδικασία της μεταφοράς, για την ομαλή διεξαγωγή αυτής, με γνώμονα πάντα τις καλύτερες δυνατές συνθήκες διαβίωσης των ζώων. Τέλος, βασικό σημείο του Κανονισμού, που διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του είναι η πρόβλεψη για διεθνή συνεργασία και έγκυρη και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών – μελών, καθώς και για την ενότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει το νομοθετικό πλαίσιο επιβολής κυρώσεων μεταξύ των κρατών – μελών.
Η εφαρμογή του Κανονισμού 1/2005 γίνεται με την επιφύλαξη της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας, ενώ δεν εμποδίζει τα κράτη – μέλη από το να θεσπίζουν κανόνες αυστηρότερους με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ζώων κατά τις μεταφορές. Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού περιπτώσεις μεταφοράς ζώων για λόγους άσχετους με οικονομική δραστηριότητα ή απευθείας μεταφοράς τους από ή προς κτηνιατρεία ή κτηνιατρικές κλινικές κατόπιν υπόδειξης κτηνιάτρου.
Προς διασφάλιση της ευζωίας των μεταφερόμενων ζώων τηρούνται μέτρα σχετικά με τη διάρκεια του ταξιδιού, την καταλληλόλητα των μεταφορικών μέσων, εξασφαλίζεται ότι το ζώο είναι ικανό να πραγματοποιήσει το προγραμματισμένο ταξίδι, σχεδιάζονται κατάλληλα οι υποδομές για τη φόρτωση και εκφόρτωση, εκπαιδεύεται κατάλληλα το προσωπικό, αποφεύγονται οι καθυστερήσεις και ανά τακτά διαστήματα προσφέρεται στα ζώα νερό, τροφή και ξεκούραση. Επίσης, κατάλληλα μέτρα βιοπροφύλαξης οφείλουν να τηρούν και οι υπεύθυνοι εκμετάλλευσης των κέντρων συγκέντρωσης των ιπποειδών. Επείγοντα μέτρα μπορεί να ληφθούν σε περίπτωση παραβίασης από τους μεταφορείς των διατάξεων του Κανονισμού και η παράβαση κοινοποιείται άμεσα στις αρχές που εξέδωσαν για τον εν λόγω μεταφορέα άδεια ή πιστοποιητικό έγκρισης του μεταφορικού μέσου ή πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας του οδηγού. Προς τούτο διενεργούνται συνεχείς έλεγχοι συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του Κανονισμού από την αρμόδια αρχή.
Ζώα επιτρέπεται να μεταφέρουν μόνον εγκεκριμένοι προς τούτο μεταφορείς και μόνον εφόσον φέρουν μαζί τους τα απαραίτητα έγγραφα μεταφοράς, ενώ είναι υπεύθυνοι να γνωστοποιούν στην αρμόδια αρχή την επικαιροποίηση των στοιχείων των εγγράφων αυτών. Όσον αφορά ειδικότερα την μεταφορά κατοικίδιων ίππων, αυτοί μεταφέρονται μόνον από πρόσωπα που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού επαγγελματικής ικανότητας κατ’ άρ. 17 παρ. 2 Καν/μού, ενώ όταν μεταφέρουν κατοικίδια ιπποειδή πλην των εγγεγραμμένων ιπποειδών για οδικά ταξίδια μεγάλης διάρκειας, πρέπει να χρησιμοποιούν συγκεκριμένο σύστημα πλοήγησης. Οι άδειες που εκδίδονται για μεταφορείς ταξιδιών μεγάλης διάρκειας καταχωρίζονται από την αρμόδια αρχή σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων.
Προχωρώντας στη διερεύνηση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τη μεταφορά των ζώων και δη των ιπποειδών, αξίζει να αναφερθούμε στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 668/2020. Ο Κανονισμός αυτός τροποποιεί τον προαναφερθέντα 1/2005 και συμπληρώνει τον 429/2016, ενσωματώνει νέες ρυθμίσεις για την ασφάλεια των ζώων κατά τη μεταφορά και τη διαχείριση των επιδημιών και ασθενειών των ζώων που μεταδίδονται στα ζώα ή τον άνθρωπο. Αναβαθμίζει τα πρότυπα μεταφοράς των ζώων, ενώ επικεντρώνεται σε ζητήματα σχετικά με την υγειονομική τους ασφάλεια, ενσωματώνοντας ρυθμίσεις για τη διαχείριση και παρακολούθηση των ασθενειών που μπορούν να μεταδοθούν μέσω της μεταφοράς. Αναβαθμίζει, επίσης, τις διαδικασίες ελέγχου και προβλέπει συνεργασία με τρίτες εκτός ΕΕ χώρες.
Ο Κανονισμός προβλέπει συγκεκριμένες προδιαγραφές για τα μεταφορικά μέσα και τα εμπορευματοκιβώτια εντός των οποίων μεταφέρονται τα ζώα, ιδίως για την υγειονομική ασφάλεια των τελευταίων.
Στο άρθρο 22 βλέπουμε τις ειδικές ρυθμίσεις του Κανονισμού 668/2020 ως προς την μετακίνηση ιπποειδών προς άλλα κράτη – μέλη. Ειδικότερα, τα ιπποειδή μπορούν να μετακινηθούν μόνον εφόσον δεν έχουν διαγνωστεί στα ίδια ή την εγκατάσταση από την οποία προέρχονται κρούσματα ασθενειών όπως η τρυπανοσωμίαση, η δουρίνη, η λοιμώδης αναιμία των ιπποειδών και η εγκεφαλομυελίτιδα των ίππων τύπου Βενεζουέλας. Ειδικοί κανόνες για τα ιπποειδή εντοπίζονται και στα άρθρα 43 επ. όσον αφορά τις εργασίες συγκέντρωσης των δεσποζόμενων οπληφόρων. Διαφορετική πρόβλεψη επιφυλάσσει ο Κανονισμός για τις περιπτώσεις μετακίνησης οπληφόρων για επιδείξεις και αθλητικές, πολιτιστικές ή παρόμοιες δραστηριότητες. Τέλος, εφόσον η αρμόδια αρχή το έχει εγκρίνει και η Επιτροπή και τα λοιπά κράτη – μέλη έχουν ενημερωθεί προς τούτο, τα δεσποζόμενα ιπποειδή μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαιτήσεις πιστοποίησης υγείας του Κανονισμού 2016/429, και να αρκεστούν στις προδιαγραφές των απαιτήσεων υγείας των ζώων για τη μετακίνηση δεσποζόμενων ιπποειδών προς άλλα κράτη μέλη, και ιδίως τις πρόσθετες απαιτήσεις υγείας των ζώων που καθορίζονται στο άρθρο 22 του Κανονισμού του 2020, με την προϋπόθεση ότι διαθέτουν συστήματα ιχνηλασιμότητας.
Συνοπτικά, ο Κανονισμός (ΕΕ) 668/2020 αποτελεί μία σημαντική εξέλιξη στον τομέα της νομοθεσίας για τη μεταφορά ζώων και συμβάλλει στην ενίσχυση των κανονιστικών πλαισίων που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας και της ευημερίας των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους στην ΕΕ και σε διεθνές επίπεδο. Η νομική βάση για τη μεταφορά ζώων παραμένει ο Κανονισμός 1/2005, αλλά ο 668/2020 εξειδικεύει και βελτιώνει συγκεκριμένες πυχές του, ειδικά σε θέματα υγειονομικής ασφάλειας και ελέγχων.
Παραμένοντας στο επίπεδο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, στο μεταξύ το 2009 είχε εκδοθεί η Οδηγία 156/2009/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία καθορίζει τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διακίνηση ιπποειδών μεταξύ των κρατών μελών και τις εισαγωγές ιπποειδών από τρίτες χώρες, ενώ είναι το κανονιστικό κείμενο στο οποίο στηρίχθηκε και η μοναδική ελληνική ρύθμιση για το εν λόγω ζήτημα, το ΠΔ 44/2012.
Η Οδηγία τονίζει την ανάγκη “να εξαλειφθούν οι διαφορές που υπάρχουν στα κράτη μέλη σε θέματα υγειονομικού ελέγχου προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές ιπποειδών” και να υπάρξει κοινή κοινοτική νομοθεσία για το ζήτημα των μετακινήσεων, ώστε να ανθίσει ο κλάδος της παραγωγής ιπποειδών.
Η Οδηγία επικεντρώνεται στην ευημερία των ζώων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους, θέτοντας απαιτήσεις για την παροχή κατάλληλων συνθηκών, την ελαχιστοποίηση της ταλαιπωρίας των ζώων και τη διασφάλιση της υγείας τους, διασφαλίζοντας πάντα και την προστασία της Κοινότητας από μολυσματικές ασθένειες. Απαιτεί από τους μεταφορείς να τηρούν προδιαγραφές σχετικά με την εκπαίδευση του προσωπικού, την κατάρτιση των οδηγών, καθώς και τη συντήρηση και απολύμανση των μεταφορικών μέσων, προς διασφάλιση της ασφαλούς μεταφοράς των ιπποειδών. Εξαιρέσεις και προσαρμογές είναι επιτρεπτές από την Οδηγία όσον αφορά τις μετακινήσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες ζώων (πχ εγγεγραμμένα ιπποειδή) ή για ειδικές περιστάσεις ( πχ ιπποδρομίες ).
Όσον αφορά, τέλος, την μετακίνηση ιπποειδών από τρίτες χώρες προς την Ένωση, στα άρ. 11επ. ορίζεται πως αυτή είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον η χώρα εισαγωγής πληροί κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις υγειονομικής κατάστασης και παρέχει εγγυήσεις προς τούτο. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στις εξωτικές ασθένειες στον βαθμό που ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο την υγειονομική και περιβαλλοντική κατάσταση στην Κοινότητα, καθώς και στο αν η τρίτη χώρα είναι μέλος του ΟΙΕ (Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας των Ζώων).
III. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Η Οδηγία 156/2009 θέτει τις κατευθυντήριες γραμμές για τη μεταφορά ιπποειδών στην ΕΕ και εκτός από αυτήν, και το Προεδρικό Διάταγμα 44/2012 (ΦΕΚ 88/Α/27-4-2012) ενσωματώνει αυτές τις γραμμές στην ελληνική νομοθεσία, προσδιορίζοντας τις διαδικασίες εφαρμογής, τις υποχρεώσεις των μεταφορέων και τα μέτρα για την προστασία της ευημερίας των ιπποειδών κατά τη μεταφορά τους στην Ελλάδα. Το ΠΔ ενσωματώνει, επίσης, τις απαιτήσεις του Κανονισμού 1/2005.
Συνεπώς, βασισμένο στις απαιτήσεις του Κανονισμού, το ΠΔ ορίζει τις απαιτήσεις για τις συνθήκες μεταφοράς (χώροι, εξοπλισμός, καθαριότητα, υγειονομικοί έλεγχοι), προβλέπει τις συνθήκες άδειας για τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη μεταφορά των ζώων, και ορίζει τους κανονισμούς για τα χρονικά όρια και τις αποστάσεις μεταφοράς, ώστε να διασφαλίζεται η ευημερία των ζώων, συμπεριλαμβανομένων των διαλειμμάτων και των συνθηκών για τροφή και νερό. Μεριμνά ώστε η μεταφορά να γίνεται με σεβασμό στις ανάγκες ευημερίας των ζώων και να αποφεύγεται η υπερβολική ταλαιπωρία και οι τραυματισμοί. Σύμφωνα με το ΠΔ, οι αρχές ελέγχουν τις συνθήκες μεταφοράς και μπορούν να αποσύρουν τα ζώα σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση των απαιτούμενων όρων. Προβλέπει συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικών υγείας και μεταφοράς των ζώων, καθώς και τη συνεργασία με υγειονομικές αρχές για να εξασφαλιστεί ότι τηρούνται τα υγειονομικά πρότυπα και ότι τα ζώα είναι υγιή προτού ταξιδέψουν.
Οι υπεύθυνοι της μεταφοράς (μεταφορείς, επιχειρήσεις) υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τους κανόνες για τη μεταφορά, να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ευημερία των ζώων και να εξασφαλίζουν την ασφάλειά τους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Για να είναι επιτρεπτή η διακίνηση των εγγεγραμμένων ιπποειδών εντός της χώρας και εντός της Ένωσης, θα πρέπει να πληρούνται οι προδιαγραφές των άρ. 4 και 5 του ίδιου. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 4 τα ιπποειδή δεν πρέπει να παρουσιάζουν κανένα κλινικό σύμπτωμα ασθένειας κατά την επιθεώρηση. Η επιθεώρηση πρέπει να πραγματοποιείται εντός των 48 ωρών που προηγούνται της επιβιβάσεως ή της φορτώσεως των ιπποειδών. Όσον αφορά τα εγγεγραμμένα ιπποειδή, η επιθεώρηση αυτή απαιτείται μόνο για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
Η εισαγωγή ιπποειδών στην Ελλάδα από τρίτες χώρες είναι επιτρεπτή υπό τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2009/156/ΕΚ και συμπληρωματικά του άρθρου 14 του ΠΔ. Η εκμετάλλευση προέλευσής τους θα πρέπει να βρίσκεται υπό κτηνιατρική επίβλεψη και έλεγχο.Το Προεδρικό Διάταγμα 44/2012 είναι πλήρως εναρμονισμένο με τον Κανονισμό 1/2005, ενώ εξειδικεύει τις διαδικασίες εφαρμογής του Κανονισμού στην Ελλάδα και καθορίζει τα αρμόδια όργανα ελέγχου, καθώς και τις ευθύνες και τις κυρώσεις των εμπλεκομένων στην αλυσίδα της μεταφοράς. Αντίστοιχα συμμορφώνεται με και εξειδικεύει την Οδηγία 156/2009, στους τομείς της ευημερίας των ιπποειδών κατά τη μεταφορά, τις υποχρεώσεις των μεταφορέων, τις εξαιρέσεις και προσαρμογές που επιτρέπει η Οδηγία, τη διενέργεια ελέγχων και την επιβολή κυρώσεων.
IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Μετά τη μελέτη της σχετικής νομοθεσίας, μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως, οι συνθήκες μεταφοράς των ιπποειδών ζώων στην Ελλάδα και την Ένωση έχουν ρυθμιστεί πλήρως μέσω των ως άνω αναλυθέντων Κανονισμών και συναφών νομοθετημάτων. Εξαντλώντας όλα τα στάδια του ταξιδιού, από την κατάρτιση των μεταφορέων και τις προδιαγραφές των μεταφορικών μέσων, μέχρι τους χρόνους μεταφοράς και το υγειονομικό καθεστώς των ζώων και των χωρών που εμπλέκονται στη μεταφορά, δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει τύχει ρύθμισης από την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία, αφήνοντάς μας αισιόδοξους για μία αντίστοιχη και αποτελεσματική ρύθμιση στο μέλλον και ως προς την ευζωία και την κακοποίηση των ιπποειδών ζώων, ζητήματα τα οποία εμφανίζουν ακόμα αρκετές ελλείψεις.
ΕΥΖΩΙΑ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ένα από τα πιο ουσιώδη ζητήματα που οφείλουμε να θίξουμε κάνοντας λόγο για τα ιπποειδή ως ζώα εργασίας είναι η ευζωία τους. Για αιώνες, τα ιπποειδή είναι συνυφασμένα με την ανθρώπινη δραστηριότητα και έχουν καταστεί αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης εξέλιξης. Παρά το γεγονός ότι η αξία της συνεισφοράς τους είναι αδιαμφισβήτητη, οι συνθήκες εργασίας τους εξακολουθούν να είναι μη βιώσιμες, καθώς οι ανάγκες τους συχνά παραβλέπονται μπροστά στον βωμό του κέρδους. Οι πρακτικές αυτές είναι μάλλον αναχρονιστικές και χρήζουν αλλαγής, ειδικά μέσα σε ένα πλαίσιο σύγχρονων κοινωνιών, που δείχνουν όλο και περισσότερο να αναγνωρίζουν και να αποδέχονται τα δικαιώματα των ζώων. Απαιτείται, συνεπώς, μια άμεση και ριζική αναθεώρηση των πρακτικών που διέπουν τη χρήση τους ως ζώα εργασίας.
Η ευζωία των ιπποειδών αποτελεί ένα θεμελιώδες ζήτημα, το οποίο συνδέεται άμεσα με την ηθική και βιώσιμη εκμετάλλευση τους στο πλαίσιο της εργασίας τους. Συγκεκριμένα, η ευζωία ή ευημερία, καθορίζεται από διάφορες παραμέτρους της ζωής ενός ιπποειδούς, όπως η διατροφή, το περιβάλλον και οι συνθήκες διαβίωσης, η σωματική υγεία, η κοινωνική αλληλεπίδραση του με άλλα ζώα ή ανθρώπους, η δυνατότητά του να εκφράσει τις φυσικές του τάσεις και η εν γένει συμπεριφορά του. Οφείλουμε, μάλιστα, να αναφέρουμε πως η προστασία της ευζωίας των ιπποειδών δεν συνιστά απλώς ηθική υποχρέωση, αλλά και μια καταλυτική προϋπόθεση για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητάς τους κατά τον χρόνο εργασίας. Ως εκ τούτου, είναι υποχρέωση μας να διασφαλίσουμε πως οι ως άνω ανάγκες τους θα αναγνωρίζονται και θα ικανοποιούνται.
Στο σημείο αυτό της έρευνάς μας, λοιπόν, κρίνουμε σκόπιμο να αναλύσουμε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή στον χώρο εργασίας, να σκιαγραφήσουμε το ισχνό νομικό πλαίσιο κάλυψης της ευζωίας των ιπποειδών, να παρουσιάσουμε και να αναπτύξουμε κάποιους βασικούς άξονες για την προώθηση της ευζωίας τους, αλλά και να καταθέσουμε προτάσεις προς τον Έλληνα νομοθέτη για τον εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου. Οι προτάσεις μας αυτές κατατείνουν εν τέλει στη δημιουργία ενός ενιαίου ρυθμιστικού πλαισίου που θα λαμβάνει υπόψη την ευζωία των ιπποειδών στην εργασία τους με τέτοιον τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται πως η συνεισφορά τους θα αναγνωρίζεται ευρέως και το δικαίωμά τους για μια καλή και αξιοπρεπή ζωή θα γίνεται σεβαστό από όλους.
II. ΒΑΣΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΙΠΠΟΕΙΔΩΝ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή στον χώρο εργασίας είναι πολυάριθμα και επηρεάζονται από μια σειρά παραγόντων. Ορισμένα απ’ αυτά αφορούν όλους τους κλάδους εργασίας, ενώ άλλα εντοπίζονται περισσότερο σε συγκεκριμένες μορφές απασχόλησης, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε μιας (π.χ. τουρισμός, δασοκομία). Παρακάτω, ακολουθεί μια σταχυολόγηση των βασικών προβλημάτων με τα οποία έρχονται αντιμέτωπα τα ιπποειδή ως ζώα εργασίας και ο τρόπος που τα προβλήματα αυτά επηρεάζουν την εν γένει ευημερίατους.
1. Συνθήκες εργασίας: Το πρώτο και πιο σημαντικό ζήτημα που οφείλουμε να θίξουμε είναι αυτό των συνθηκών εργασίας. Ανάλογα με το είδος της εργασίας (π.χ. γεωργία, τουρισμός, δασοκομία, καθαριότητα, αστυνομία, στρατός, πολιτιστικές εκδηλώσεις κ.α.), τα ιπποειδή καλούνται τις περισσότερες φορές να σηκώσουν και να μεταφέρουν βαριά φορτία, τα οποία ξεπερνούν τα συνιστώμενα όρια, ανάλογα με τις ικανότητες, την υγεία και την ηλικία τους. Τα βαριά φορτία ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των ζώων, καθώς προκαλούν έντονη σωματική καταπόνηση που οδηγεί σε τραυματισμούς και κατάγματα.
Επίσης, καθημερινό φαινόμενο στη χώρα μας και ειδικά σε ελληνικά νησιά, όπως η Ύδρα, η Σαντορίνη και η Κέρκυρα, είναι η εργασία υπό ακραίες καιρικές συνθήκες, όπου τα ζώα αναγκάζονται να εργάζονται κάτω από τον ήλιο, σε υψηλές θερμοκρασίες, χωρίς σκιά ή καταφύγιο για να προστατευθούν. Η συνθήκη αυτή, σε συνδυασμό με τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας και τα περιορισμένα διαλείμματα οδηγεί σε επιβλαβείς επιπτώσεις για την υγεία τους. Συγκεκριμένα, τα άλογα, τα οποία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα όταν εκτίθενται για πολλές ώρες σε υψηλές θερμοκρασίες, αφυδατώνονται και υποφέρουν από επεισόδια θερμοπληξίας που οδηγούν σε εξάντληση, μέχρι και κατάρρευση. Τα γαϊδούρια, από την άλλη, είναι ευαίσθητα στη βροχή και την υγρασία και όταν δεν προστατεύονται καταλλήλως, εμφανίζουν αρρώστιες στα πόδια τους.
Ακόμη, τα ιπποειδή κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, συχνά έρχονται αντιμέτωπα με φαινόμενα κακομεταχείρισης υπό τη μορφή της σωματικής και ψυχολογικής βίας, με τους χειριστές τους να τα χτυπούν, να τα μαστιγώνουν, ή να τα δένουν και να τα παρατούν μόνα τους για ώρες. Παράλληλα, η εργασία, αρκετές φορές, τελείται με ακατάλληλους εξοπλισμούς, που δεν είναι σωστά συντηρημένοι ή προσαρμοσμένοι στην ανατομία του εκάστοτε ζώου, με αποτέλεσμα να τραυματίζονται και να υποφέρουν από συνεχείς πόνους. Όσον αφορά, μάλιστα, τα ιπποειδή που εργάζονται σε αστικά περιβάλλοντα, ο θόρυβος από τους ανθρώπους και τα οχήματα, καθώς και άλλες δυνητικά τρομακτικές καταστάσεις, τους δημιουργεί στρες και αυξάνει τα επίπεδα άγχους τους. Επιπλέον, πολλά ιπποειδή αρχίζουν να εργάζονται σε νεαρή ηλικία, πριν το μυοσκελετικό τους σύστημα έχει ωριμάσει κατάλληλα, γεγονός που επηρεάζει την ανάπτυξή τους και τους προκαλεί σωματικούς πόνους.
2. Ελλιπής διατροφή: το δεύτερο ζήτημα που κρίνουμε αναγκαίο να θίξουμε είναι η ανεπαρκής ή ακατάλληλη με βάση το είδος της εργασίας, διατροφή, η οποία δεν καλύπτει τις ανάγκες των ζώων για βιταμίνες, πρωτεΐνες και άλλα θρεπτικά συστατικά. Έχουν καταγραφεί περιστατικά όπου τα ιπποειδή στερούνται την ελεύθερη πρόσβαση σε τροφή και καθαρό νερό, ακόμη και κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων τους. Ο υποσιτισμός και η κακή διατροφή επηρεάζουν την ενέργεια, την αντοχή τους και τη γενικότερη υγεία τους.
3. Ελλιπής υγειονομική φροντίδα: παρότι η εργασία των ιπποειδών είναι ζωτική για τη βιωσιμότητα των εργοδοτών τους, τα ιπποειδή συχνά αντιμετωπίζονται ως άψυχα εργαλεία που δεν χρήζουν φροντίδας και περίθαλψης. Συγκεκριμένα, έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα όπου οι ιδιοκτήτες τους δεν περιποιούνται κατάλληλα τους τραυματισμούς, ούτε επιμελούνται για την υγεία των δοντιών, των νυχιών και των ποδιών τους. Επιπλέον, οι πρακτικές υποδηματοποιίας που χρησιμοποιούνται είναι κατά κανόνα ριζωμένες σε παραδόσεις του παρελθόντος, δεν ενσωματώνουν την σύγχρονη επιστημονική έρευνα και θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των ζώων. Οι πρακτικές αυτές συχνά καταλήγουν σε νέους τραυματισμούς ή επιδείνωση των ήδη υφιστάμενων, στην ανάπτυξη ασθενειών, σε πόνο, χωλότητα και εν γένει ταλαιπωρία των ζώων. Τις περισσότερες φορές, όμως, τα ιπποειδή στερούνται πρόσβαση σε υγειονομική φροντίδα, λόγω α) της γεωγραφικής δυσχέρειας, καθώς εργάζονται σε περιοχές απομονωμένες από αστικά περιβάλλοντα, β) του χρόνου που απαιτείται να βρίσκονται μακριά από τη δουλειά για αναζήτηση βοήθειας, αλλά και γ) της έλλειψης χρημάτων για τη στελέχωση μιας αξιόλογης υγειονομικής υποστήριξης. Υπό το πρίσμα αυτό, πέρα από την ίδια την υγεία τους, επηρεάζεται και η ικανότητά τους για εργασία.
4. Κακές συνθήκες διαβίωσης: το διάστημα που δεν εργάζονται, τα ιπποειδή έρχονται συχνά αντιμέτωπα με κακές συνθήκες στέγασης, καθώς ο χώρος που αναπαύονται είναι περιορισμένος, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κινηθούν ελεύθερα ή να ξαπλώσουν. Επίσης, δεν τους προσφέρει σκιά ή αντιθέτως δεν εξασφαλίζει αρκετό φυσικό φως, δεν αερίζεται σωστά, ενώ συχνά τα ζώα είναι δεμένα και δεν έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε τροφή και πόσιμο νερό. Για τα ιπποειδή που απασχολούνται στον χώρο της ψυχαγωγίας, μάλιστα, οι εγκαταστάσεις που μένουν είναι συνήθως αυτοσχέδιες και έχουν τη μορφή σταβλικών σκηνών που δεν πληρούν καμία προϋπόθεση άνετης διαβίωσης, καθώς είναι στενές, χαμηλές και περιορίζουν ασφυκτικά τα ζώα. Ακόμη, για λόγους εξοικονόμησης χρόνου, τα ζώα αναπαύονται στους χώρους αυτούς με τον εξοπλισμό ακόμη δεμένο πάνω τους. Όλα τα παραπάνω, επηρεάζουν αρνητικά τη σωματική και ψυχική τους υγεία, καθώς οδηγούν σε μετάδοση ασθενειών, φαινόμενα υπερκόπωσης και συνεχόμενου στρες.
5. Έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης ιπποειδών και χειριστών: το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται συνήθως στον κλάδου του τουρισμού. Βόλτες με ιπποειδή που προσφέρονται ως αξιοθέατα συχνά οδηγούν σε περιστατικά κακομεταχείρισης, καθώς τουρίστες που δεν έχουν εμπειρία στην ιππασία χειρίζονται αδέξια τα χαλινάρια, με αποτέλεσμα να πιέζουν υπερβολικά το ζώο και να θέτουν έτσι σε κίνδυνο και τη δική τους ασφάλεια, ειδικά όταν ιππεύουν χωρίς την κατάλληλη επίβλεψη. Γενικά, πάντως, σε όλους τους κλάδους εργασίας, η κακή επικοινωνία μεταξύ χειριστών και ζώων, συνεπεία της ανεπαρκούς εκπαίδευσης, προκαλεί άγχος και στρες στα ιπποειδή, με αποτέλεσμα τα ζώα να πανικοβάλλονται, με κίνδυνο να τραυματιστούν τα ίδια ή να τραυματίσουν άλλους, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις άγχους και στρες, μπορεί να υποστούν και καρδιακές προσβολές.
6. Κοινωνική απομόνωση: τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε το φαινόμενο της κοινωνικής απομόνωσης. Τα ιπποειδή είναι από τη φύση τους κοινωνικά ζώα, επιλέγουν να ζουν σε κοπάδια και έχουν ανάγκη την κοινωνικοποίηση με άλλα ιπποειδή, κατά προτίμηση του ίδιου είδους. Όμως, στον εργασιακό χώρο, η φυσική τους αυτή τάση περιορίζεται, καθώς συχνά εργάζονται ή ξεκουράζονται μόνα τους σε συνθήκες απομόνωσης που αποκλείουν την κοινωνική τους αλληλεπίδραση με το εξωτερικό περιβάλλον. Η κατάσταση αυτή έχει αρνητικές συνέπειες για τη ψυχική τους υγεία και ευημερία και μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα νοσηρότητας και κατάθλιψης.
III. ΒΑΣΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΖΩΙΑΣ ΤΩΝ ΙΠΠΟΕΙΔΩΝ
Έχοντας παραθέσει τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή στον χώρο εργασίας, στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε συνοπτικά το ισχύον νομικό πλαίσιο που αφορά την ευζωία τους, αλλά και να καταγράψουμε τους κύριους άξονες που θα ήταν καλό να λάβει υπόψη του ο Έλληνας νομοθέτης στην προσπάθειά του να συστηματοποιήσει αυτό το πεδίο προστασίας. Οφείλουμε να τονίσουμε δε, πως η ευημερία των ιπποειδών θα πρέπει να διασφαλίζεται πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την «εργασιακή τους ζωή». Οι προτάσεις μας βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τις προτάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας των Ζώων και κινούνται παράλληλα σε δύο κατευθύνσεις: α) από τη μια παρουσιάζουν τις στοιχειώδες ανάγκες των ιπποειδών που πρέπει να καλυφθούν, ώστε να κάνουμε λόγο για ευζωία και β) από την άλλη επικεντρώνονται στη δράση που θα μπορούσαν να αναπτύξουν κοινωνικοί φορείς, κυβερνητικοί και μη, προς την εξασφάλιση αυτών των στόχων.
Αρχικά, για να μπορέσουμε να θέσουμε σωστά το πλαίσιο της προστασίας των ιπποειδών ως ζώα εργασίας γενικά, θα πρέπει πρώτα να εντοπίσουμε τις όποιες σχετικές διατάξεις, στο βαθμό που αυτές υπάρχουν, σε ενωσιακό και εθνικό δίκαιο. Μολονότι, λοιπόν, ο ενωσιακός νομοθέτης στο άρθρο 13 της ΣΛΕΕ προβλέπει πως «η Ένωση και τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους τις απαιτήσεις καλής διαβίωσης των ζώων ως ευαίσθητων όντων», είναι γεγονός πως η ελληνική και η ενωσιακή νομοθεσία εξακολουθούν να παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις. Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως ο Έλληνας νομοθέτης, ήδη με τον Ν. 1197/1981, που αφορά την προστασία των ζώων εν γένει, κάνει ρητή αναφορά στα ζώα εργασίας. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 παρ. 1 (περ. α – β) ορίζει πως «οι κάτοχοι ζώων εργασίας οφείλουν να τα μεταχειρίζονται με την δέουσα στοργή, η οποία εκδηλώνεται μέσω της χορήγησης κατάλληλης και επαρκούς τροφής και νερού και της εξασφάλισης άνετου και υγιεινού καταλύματος, ανάλογα με τις φυσικές ανάγκες των ζώων».
Ακόμη, ο ίδιος νόμος, στο άρθρο 2 παρ. 1 αναφέρει πως «ζώα εργασίας τα οποία δεν μπορούν να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους λόγω γήρατος, ασθένειας, τραυματισμού, αναπηρίας ή οποιασδήποτε άλλης αιτίας, δύνανται να υποβληθούν σε ευθανασία μόνο μετά από προηγούμενη σύμφωνη γνώμη κτηνιάτρου». Παράλληλα, ο Ν. 4830/2021, παρότι εισάγει ένα πλήρες νομικό πλαίσιο προστασίας για τα ζώα συντροφιάς, στο μεγαλύτερο μέρος του δεν καλύπτει τα ιπποειδή που διατηρούνται για οικονομικούς σκοπούς. Παρόλ’ αυτά, στο άρθρο 2 παρ. 2 δίνει τον ορισμό της ευζωίας και θέτει τους βασικούς κανόνες για την εξασφάλιση της. Συγκεκριμένα, προβλέπει πως «ευζωία είναι η καλή φυσική και ψυχική κατάσταση του ζώου σε σχέση με τις συνθήκες στις οποίες διαβιεί και πεθαίνει, ενώ παράλληλα καθορίζει πως ένα ζώο ζει σε συνθήκες ευζωίας εάν: α) έχει εξασφαλισμένο ένα άνετο, ασφαλές, υγιεινό και κατάλληλο κατάλυμα, προσαρμοσμένο στον φυσικό τρόπο διαβίωσής του, β) δεν υποφέρει από καταστάσεις, όπως πόνο, φόβο και αγωνία και γ) είναι ικανό να εκφράζει συμπεριφορές, οι οποίες είναι σημαντικές για την καλή φυσική και ψυχική του κατάσταση».
Εφόσον, λοιπόν, εντοπίσαμε τους γενικούς κανόνες ευζωίας που θέτει ο Έλληνας νομοθέτης, θα ήταν χρήσιμο να προχωρήσουμε στην εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που χρήζουν ειδικότερης και πιο εξειδικευμένης ρύθμισης.
1. Εργασία: επιβάλλεται να αρχίζει μετά την ηλικία των τριών (3) ετών και ποτέ νωρίτερα από τα δύο (2) χρόνια. Έπειτα, όσον αφορά τον χρόνο εργασίας, αυτός δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις έξι (6) με οκτώ (8) ώρες ημερησίως, με ταυτόχρονη πρόβλεψη για τουλάχιστον μια (1) πλήρη ημέρα ανάπαυσης εβδομαδιαίως. Κατά προτίμηση, θα ήταν καλό να εξασφαλίζονται δύο (2) ημέρες ανάπαυσης, αλλά αυτό εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, την ηλικία και τη σωματική κατάσταση του ζώου.
Διαλείμματα κατά την εργασία είναι ζωτικό να παρέχονται ανά τακτικά χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα ανά δύο (2) με τέσσερις (4) ώρες, διάρκειας τουλάχιστον τριάντα (30) λεπτών, με ελεύθερη πρόσβαση σε νερό και φαγητό και σε καταφύγιο προστατευμένο καταλλήλως από τις καιρικές συνθήκες και τον θόρυβο. Ιδανικά, κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, τα ζώα είναι επιθυμητό να αναπαύονται σε χώρο στεγνό και άνετο, χωρίς τον εξοπλισμό της εργασίας. Παράλληλα, οι εργοδότες οφείλουν να εξασφαλίζουν πως υπάρχει επαρκής αριθμός ζώων, ώστε να καλύπτεται το συνολικό ωράριο εργασίας και τα ζώα να εργάζονται σε βάρδιες, ώστε να μην χρειάζεται να δουλεύουν υπερωρίες και να εξαντλούνται. Ο εξοπλισμός είναι απαραίτητο να είναι καθαρός και συντηρημένος σωστά, ώστε να προσαρμόζει κατάλληλα στο ζώο και να μην προκαλεί δυσφορία ή τραυματισμούς, ενώ όσον αφορά τον τόπο της εργασίας, το έδαφος θα πρέπει να ελέγχεται για πιθανούς κινδύνους που μπορεί να προκαλέσουν τραυματισμούς στα ζώα, όπως απορρίμματα, καρφιά, κλαδιά δέντρων και λάσπες.
Ακόμη, κομβικό είναι να αποφεύγεται η εργασία σε ακραίες καιρικές συνθήκες, τόσο τους χειμερινούς, όσο και τους καλοκαιρινούς μήνες. Μάλιστα, η Εγκύκλιος 1461/205906/2021 έρχεται ακριβώς να θίξει το ζήτημα της προστασίας των ιπποειδών εργασίας κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών υπό ακραίες καιρικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, προβλέπει πως όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ξεπερνά τους 35 βαθμούς κελσίου υπό σκιά και ιδίως τις ώρες μεταξύ 13:00 – 17:00, τα ιπποειδή εργασίας δεν πρέπει να εργάζονται, ούτε να μεταφέρονται, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εξασφάλιση ελεύθερης πρόσβασης σε φυσική σκιά ή υπόστεγο και φρέσκο νερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Έπειτα, σχετικά με το μέγιστο βάρος του φορτίου που επιτρέπεται να κουβαλούν, αυτό εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες, όπως τις περιβαλλοντικές συνθήκες (θερμοκρασία, κλίση εδάφους, καιρός), τον χρόνο και την ένταση της εργασίας. Το κάθε ιπποειδές επιβάλλεται να αξιολογείται ατομικά για να προσδιοριστεί με ακρίβεια το μέγιστο βάρος που μπορεί να μεταφέρει, με βάση την ηλικία, το μέγεθος και τη σωματική και φυσική του κατάσταση. Ως γενικό κανόνα δεχόμαστε πως τα άλογα δεν πρέπει να μεταφέρουν φορτίο μεγαλύτερο από το 20% του σωματικού βάρους τους, λαμβάνοντας υπόψη την ένταση και τη διάρκεια της προσπάθειας, ενώ αντιστοίχως τα γαϊδούρια και τα μουλάρια δεν πρέπει να μεταφέρουν περισσότερο από το 33%. Στην περίπτωση που τα ιπποειδή σέρνουν άμαξα, οι ιδιοκτήτες οφείλουν να να δίνουν προσοχή στον τύπου του εδάφους και την ισορροπία άμαξας και φορτίου, ενώ αν η μεταφορά συνδυάζεται και με ιππασία χρειάζεται να λαμβάνονται ειδικά μέτρα προστασίας τόσο για τα ιπποειδή, όσο και για τον χειριστή.
2. Διατροφή: η καλή διατροφή συνιστά έναν από τους βασικότερους πυλώνες για την εξασφάλιση της ευζωίας, αλλά και της αποδοτικής εργασίας των ζώων. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να είναι κατάλληλης ποιότητας και ανάλογης ποσότητας με τον αριθμό των ζώων, δεδομένων των αναγκών της εργασίας. Παράλληλα, κρίσιμο είναι να εξασφαλίζεται ένα ασφαλές περιβάλλον σίτισης, όπου τα ζώα θα μπορούν να τραφούν ανενόχλητα και δίχως άγχος, ενώ σε περιόδους ανάπαυσης καλό θα ήταν η σίτισή τους να πραγματοποιείται μέσα από μεθόδους που ενθαρρύνουν τις φυσικές τους τάσεις προς αναζήτηση τροφής, όπως είναι η ελεύθερη βοσκή.
3. Σωματική υγεία: η πρόσβαση σε ποιοτική υγειονομική φροντίδα είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί πως τα ιπποειδή είναι ικανά να προσφέρουν την απαιτούμενη εργασία. Το πρόγραμμα της φροντίδας τους είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει τον τακτικό και ενημερωμένο εμβολιασμό τους για την πρόληψη ανάπτυξης και μετάδοσης ασθενειών, τη φροντίδα τραυματισμών και καταγμάτων, αλλά και την παροχή αναγκαίων φαρμάκων σε περίπτωση αρρώστιας. Επιπλέον, ιδιαίτερη μέριμνα είναι επιβεβλημένο να δοθεί στη φροντίδα των δοντιών, των νυχιών και τον ποδιών τους, διότι σε εκείνα τα σημεία εμφανίζουν πιο συχνά αρρώστιες, με αφορμή τις συνθήκες εργασίας. Τα πέταλά τους θα πρέπει να ανανεώνονται κάθε έξι (6) έως οκτώ (8) εβδομάδες, ώστε να αποφεύγονται χτυπήματα και να διασφαλίζεται άνεση στην κίνησή τους. Στο μέτρο που είναι δυνατό, θα ήταν χρήσιμο να προσφέρεται η δυνατότητα για καθημερινή βόλτα σε μαλακές επιφάνειες, όπως άμμος ή μαλακό χώμα, όπου τα ζώα θα χαλαρώνουν και θα ξεκουράζονται.
4. Περιβάλλον διαβίωσης: Στη συνέχεια, είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα σχετικά με τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ιπποειδών εκτός των ωρών εργασίας. Ο χώρος ανάπαυσης τους πρέπει να φέρει τις ελάχιστες εγγυήσεις αξιοπρεπούς διαβίωσης, δηλαδή να είναι άνετος, ασφαλής, ήσυχος, να παρέχει προστασία από τις καιρικές συνθήκες (βροχή, υψηλές και χαμηλές θερμοκρασίες), να έχει επαρκή αερισμό και αρκετό φυσικό φως. Ακόμη, είναι απαραίτητο να διατηρείται καθαρός και να διαθέτει επαρκή χώρο ώστε τα ζώα να μπορούν να κινούνται ελεύθερα και να ξαπλώσουν, εάν το επιθυμούν. Η πρόσδεση τους με σχοινιά ή αλυσίδες είναι επιθυμητό να αποφεύγεται, ενώ όπου κρίνεται αναγκαία, θα πρέπει να είναι σύντομη και να γίνεται με τον κατάλληλο εξοπλισμό, ώστε τα ζώα να μην τραυματίζονται. Παράλληλα, είναι κρίσιμο στον χώρο αυτόν, τα ζώα να μπορούν να περπατούν, να ξαπλώνουν και να έχουν εύκολη πρόσβαση σε νερό και τροφή, ενώ κατά τη διάρκεια της ανάπαυσης, ο εξοπλισμός εργασίας είναι ενδεδειγμένο να αφαιρείται.
Επίσης, τα ιπποειδή είναι κοινωνικά ζώα και ως τέτοια έχουν την ανάγκη να συνυπάρχουν και να κοινωνικοποιούνται με άλλα ιπποειδή, ιδανικά του ίδιου είδους. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μένουν απομονωμένα, στερούμενα την επαφή με άλλα ζώα. Αντιθέτως, κρίνεται ευκταίο να ενθαρρύνονται να εκφράζουν τις φυσικές τους τάσεις και όποτε είναι δυνατόν να έχουν πρόσβαση σε ανοιχτούς χώρους, όπως βοσκοτόπια, όπου θα μπορούν να περιηγηθούν ελεύθερα μαζί με άλλα ζώα, να βοσκήσουν και να ασκηθούν. Όσον αφορά τη μεταφορά τους προς και από τον χώρο εργασίας, εάν αυτή γίνεται με όχημα, οι υπεύθυνοι οφείλουν να φροντίζουν ώστε να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη, τα ζώα να μεταφέρονται με ασφάλεια από το καταφύγιο προς στον τόπο εργασίας και τα οχήματα μεταφοράς να πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, ώστε να μην θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια τους.
Οι παραπάνω ανάγκες, παρότι έχουν αναγνωριστεί σ’ έναν βαθμό από τον Έλληνα νομοθέτη, δεν έχουν θωρακιστεί με το περίβλημα ενός τυπικού νόμου, παρά εμπεριέχονται, αποσπασματικά, στο κείμενο μιας υπουργικής απόφασης. Συγκεκριμένα, η Εγκύκλιος 1837/108300-2/8/2018 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προβλέπει ότι «οι ιδιοκτήτες ιπποειδών θα πρέπει να μεριμνούν για τη διασφάλιση της καλής υγείας των ζώων τους υπό τους εξής όρους: στους σταθμούς εργασίας και στους χώρους διαβίωσης των ζώων θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα απολύμανσης με κατάλληλα και ασφαλή υλικά, ενώ θα πρέπει να εξασφαλίζεται η παροχή στέγης, η συνεχής πρόσβαση σε φρέσκο νερό και ο επαρκής χώρος για διασφάλιση της ελευθερίας κίνησης. Ακόμη, δεν θα πρέπει να εργάζονται ζώα μη ικανά για εργασία, ιδίως όταν είναι τραυματισμένα, ασθενή, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη ή λοχεία και όταν δεν έχει γίνει σωστή συντήρηση των οπλών τους».
Επίσης, η εν λόγω υπουργική απόφαση ορίζει πως «η χορήγηση επαρκούς και κατάλληλης για το είδος τροφής και νερού θα πρέπει να γίνεται καθημερινά, σε δοχείο το οποίο καθαρίζεται τουλάχιστον μια (1) φορά την ημέρα. Επιπλέον, τα ιπποειδή συστήνεται να ασκούνται τουλάχιστον για τριάντα (30) λεπτά ημερησίως. Ακόμη, θα πρέπει να προσφέρεται προστασία από δυσμενείς καιρικές συνθήκες με παροχή καταλύματος κατάλληλου για το μέγεθος και τις φυσιολογικές ανάγκες του ζώου, ανθεκτικό σε βροχή, εύκολο στο καθάρισμα, επαρκώς περιφραγμένο και ασφαλές, ικανό να αποτρέπει το τραυματισμό ή τη διαφυγή του. Τέλος, τα ιπποειδή εργασίας δεν πρέπει να φορτώνονται με βάρος υπερβολικό για το μέγεθος, την ηλικία και τη φυσική τους κατάσταση και σε κάθε περίπτωση το φορτίο τους δεν πρέπει να ξεπερνά τα εκατό (100) κιλά ή το ⅕ του βάρους του ζώου».
5. Εκπαίδευση - Συμπεριφορά: η εκπαίδευση αφορά τόσο τους χειριστές, όσο και τα ίδια τα ζώα. Ειδικά τα ιπποειδή που χρησιμοποιούνται για εργασία είναι επιβεβλημένο να είναι καταλλήλως εκπαιδευμένα, ώστε να παραμένουν ψύχραιμα μπροστά σε πιεστικές εργασιακές καταστάσεις. Γενικά, η εκπαίδευση θα πρέπει να βασίζεται σε εφαρμογή θετικών μέτρων και όχι σε τιμωρητικές μεθόδους. Οι εκπαιδευτές οφείλουν να δίνουν στα ζώα τις απαραίτητες προσλαμβάνουσες ώστε να μην πανικοβάλλονται και να μη θέτουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους και άλλους. Στόχος είναι τα ζώα να αισθάνονται ασφάλεια και άνεση με άλλους ανθρώπους και να μην τρομάζουν μπροστά στις προκλήσεις που μπορεί να τους θέσει ένα αστικό περιβάλλον (π.χ. οχήματα, δυνατοί θόρυβοι). Ταυτόχρονα, όμως, είναι ζωτικό να τους παρέχονται και τα απαραίτητα ερεθίσματα για να εκφράζουν τις φυσικές τους συμπεριφορές και τάσεις.
6. Συνταξιοδότηση: Τέλος, παρότι η «συνταξιοδότηση» των ιπποειδών δεν αποτελεί τυπικά μέρος της εργασιακής τους ζωής, συνιστά στοιχείο απαραίτητο για την ευζωία τους. Γι’ αυτό είναι καθήκον του νομοθέτη να εξασφαλίζει πως η ευημερία τους θα προστατεύεται ακόμη και όταν τα ζώα αποσύρονται από τα εργασιακά τους καθήκοντα. Αρχικά, τα ιπποειδή άνω των 20 ετών δεν πρέπει να εργάζονται. Η ευθύνη, όμως, των εργοδοτών τους δεν παύει να υφίσταται, ακόμη και αν αυτά δεν μπορούν να προσφέρουν πλέον τις υπηρεσίες τους. Φαινόμενα εγκατάλειψης και παραμέλησης, τα οποία κάνουν συχνά την εμφάνιση τους στη χώρα μας πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, ενώ εάν η αρμόδια κτηνιατρική αρχή κρίνει πως το ζώο πρέπει να θανατωθεί, τότε είναι αναγκαίο να προβλέπονται μέτρα κατάλληλα, ώστε να αποφεύγεται η περιττή ταλαιπωρία του.
Συνοψίζοντας, είναι μάλλον αισιόδοξο να δεχθούμε πως οι παραπάνω Εγκύκλιοι καλύπτουν επαρκώς το κενό δικαίου που προκύπτει μέσα από την ανάλυσή μας. Παρ’ όλα αυτά, θέτουν τα θεμέλια πάνω στα οποία πρέπει να στηριχθεί ο Έλληνας νομοθέτης στην προσπάθεια του να ρυθμίσει συστηματικότερα το ζήτημα της ευζωίας των ιπποειδών εργασίας. Επομένως, καταλήγουμε με σχετική ασφάλεια στο συμπέρασμα πως το υπάρχον νομικό πλαίσιο παρότι φαίνεται να διαθέτει, ως έναν βαθμό, προστατευτικές διατάξεις για την ευζωία των ιπποειδών ζώων εργασίας, ο διασκορπισμός των νομοθετικών κειμένων είναι τέτοιος που καθιστά εν τέλει το γράμμα του νόμου κενό. Βασική συνέπεια της παραπάνω κατάστασης είναι φαινόμενα κακομεταχείρισης και υποβάθμισης της ποιότητας ζωής των ιπποειδών να μην λαμβάνονται καν υπόψη από τις αρμόδιες αρχές και να καθιερώνονται ως συνήθεις πρακτικές. Τέλος, παράλληλα με την απουσία ενός πλήρους νομικού πλαισίου προστασίας, οφείλουμε να τονίσουμε πως προβλήματα παρουσιάζει ακόμη και η εφαρμογή των υφιστάμενων νόμων. Τις περισσότερες φορές, οι έλεγχοι από τις αρμόδιες αρχές για την τήρηση των κανονισμών ευζωίας είναι ελλιπείς, με αποτέλεσμα οι παραβάσεις να μένουν ατιμώρητες, ενώ η έλλειψη πόρων, έμψυχου δυναμικού και εκπαίδευσης των εποπτικών αρχών οδηγούν σε μια συνεχή ανεπάρκεια στην παρακολούθηση των συνθηκών εργασίας των ιπποειδών.
Στο πλαίσιο αυτό και αφού έχουμε τονίσει τις βασικές παραμέτρους που θα πρέπει να λάβει υπόψη ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη σύνταξη ενός νομοθετικού κειμένου για την ευζωία των ιπποειδών, θα ήταν χρήσιμο να προβούμε σε μια σύντομη αναφορά των κρατικών και μη φορέων που θα μπορούσαν να συνδράμουν στην προσπάθεια αυτή.
1. Κτηνιατρική Αρχή: άποψη μας είναι πως καίρια θέση στην προσπάθεια θέσπισης μιας ολοκληρωμένης προστατευτικής νομοθεσίας επιβάλλεται να έχει η εθνική κτηνιατρική αρχή, η οποία γνωρίζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή που εργάζονται στη χώρα μας. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, είναι δυνατόν να προτείνει λύσεις και να θέσει τα ελάχιστα όρια για τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης των ιπποειδών, συνδράμοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση της κείμενης νομοθεσίας.
2. Κυβερνητικές υπηρεσίες: κρίσιμη θα ήταν και η συνεισφορά των κυβερνητικών υπηρεσιών που έχουν ως αντικείμενο ρύθμισης τον αντίστοιχο εργασιακό κλάδο στον οποίο εμπλέκονται τα ιπποειδή (π.χ. τουρισμός, δασοκομία, γεωργία, βιομηχανία). Οι υπηρεσίες αυτές γνωρίζουν την πραγματική αξία της εργασίας των ιπποειδών για τη διατήρηση και ανάπτυξη του εκάστοτε εργασιακού τομέα. Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό, οφείλουν πρώτα από όλα να αναγνωρίσουν τη συνεισφορά τους και να εργαστούν εντατικότερα μαζί με τον Έλληνα νομοθέτης προς την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Παράλληλα, ενδέχεται ο ρόλος τους να μπορεί να επεκταθεί και προς την εποπτεία εφαρμογής των μέτρων προστασίας της ευζωίας των ιπποειδών από τους ιδιώτες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο τους.
3. Τοπικές αρχές: ο ρόλος των τοπικών αρχών στις περιοχές που απασχολούνται ιπποειδή είναι εξίσου σημαντικός, καθώς αυτές είναι σε θέση πρώτα από όλα να δώσουν στον νομοθέτη μια πληρέστερη εικόνα σχετικά με περιστατικά καταπάτησης των δικαιωμάτων τους, αλλά και να ενημερώσουν σχετικά με τις πρακτικές κακομεταχείρισης και εκμετάλλευσης από τους εκτροφείς, τους ζωέμπορους και τους ιδιοκτήτες, καθώς γίνονται καθημερινά μάρτυρες τέτοιων φαινομένων. Επιπλέον, η συνδρομή τους στον έλεγχο για την εφαρμογή και τήρηση των μέτρων που τυχόν θεσπίζει ο Έλληνας νομοθέτης θα ήταν πολύτιμη και αναγκαία.
4. Ιδιώτες κτηνίατροι: σημαντική μπορεί να καταστεί και η αρωγή των ιδιωτών κτηνιάτρων, ειδικά στις περιοχές που τα ιπποειδή έχουν έντονη παρουσία ως ζώα εργασίας. Συγκεκριμένα, οι κτηνίατροι είναι σε θέση να αναγνωρίσουν ευκολότερα τα σημάδια κακομεταχείρισης ή δυσφορίας του ιπποειδούς και να λάβουν μέτρα, στρεφόμενοι στις αρμόδιες αρχές και καταγγέλλοντας τον εν λόγω περιστατικό. Παράλληλα, καθοριστική είναι και η συνεργασία τους με τις αρμόδιες αρχές και τους ιδιοκτήτες, με στόχο την παροχή ποιοτικής υγειονομικής φροντίδας και συμβουλών για την αποτελεσματικότερη πρόληψη, τον εμβολιασμό και την αντιμετώπιση ασθενειών, συμβάλλοντας, έτσι, δραστικά στη διασφάλιση καλύτερων όρων διαβίωσής τους.
5. Μη κυβερνητικές οργανώσεις: ο ρόλος τους εντοπίζεται περισσότερο στην ανάγκη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού για θέματα ευζωίας των ιπποειδών. Μέσα από την έρευνα και τη δράση τους μπορούν να συνδράμουν στο έργο των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, συλλέγοντας δεδομένα, συνομιλώντας με τους αρμόδιους φορείς και συντάσσοντας αιτιολογημένες εκθέσεις με την παρουσίαση προβλημάτων και ενδεδειγμένων λύσεων. Τέλος, η δράση τους αυτή συνιστά και μια μορφή πίεσης προς τις αρμόδιες νομοθετικές αρχές να αναγνωρίσουν το πρόβλημα και να λάβουν μέτρα για την καταπολέμησή του. Τέλος, σε συνεργασία με τους κτηνιάτρους και τις αρμόδιες αρχές, είναι σε θέση να συμβάλουν στην εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη σημασία της ευζωίας των ιπποειδών εργασίας.
6. Ιδιοκτήτες: πέρα από όλους τους παραπάνω, όμως, πιο καθοριστικός είναι ο ρόλος των ίδιων των ιδιοκτητών ή «εργοδοτών» των ιπποειδών εργασίας, καθώς είναι αυτοί οι τελικώς υπεύθυνοι για την ευζωία τους. Τα πρόσωπα αυτά, λοιπόν, οφείλουν να είναι επαρκώς ενημερωμένα για το εκάστοτε ισχύον νομικό πλαίσιο, το οποίο και πρέπει να εφαρμόζουν, εκπαιδευμένα στον χειρισμό των ιπποειδών και καταλλήλως προετοιμασμένα να καλύψουν τις ανάγκες των ζώων, εξασφαλίζοντάς τους μια καλή ζωή, μέσα από κατάλληλες εγκαταστάσεις, υψηλά ποιοτικά παροχές και δέουσα υγειονομική περίθαλψη.
Συνοψίζοντας, θεωρούμε πως η εφαρμογή αυτών των βασικών αξόνων μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση της ευζωίας των ιπποειδών στον χώρο εργασίας. Με τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων, είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένα υποστηρικτικό και βιώσιμο περιβάλλον διαβίωσης. Στόχος μας είναι να αναγνωριστεί η αξία τους όχι μόνο ως ζώα εργασίας, αλλά και ως ζωντανά όντα που αξίζουν σεβασμό και φροντίδα.
IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ολοκληρώνοντας την μελέτη μας, θα ήταν χρήσιμο να κάνουμε μια σύντομη ανακεφαλαίωση όσων εξετάσαμε μέχρι τώρα πριν διατυπώσουμε τα συμπεράσματά μας και τις προτάσεις μας προς τον Έλληνα νομοθέτη. Το κύριο θέμα της ενότητας αυτής ήταν η ευζωία των ιπποειδών εργασίας στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάσαμε και αναλύσαμε την έννοια της ευζωίας, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο και τις αντίστοιχες ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, που ρυθμίζουν τα συναφή με αυτή ζητήματα. Εν συνεχεία, αναφερθήκαμε στις κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή εργασίας στην Ελλάδα και προτείναμε τους βασικούς άξονες για την αντιμετώπισης τους. Με αφορμή αυτά, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε πως το ζήτημα της ευζωίας των ιπποειδών εργασίας χρήζει άμεσης και ουσιαστικότερης ρύθμισης, καθώς είναι ένα θέμα που παραμένει επί χρόνια «αγκάθι» στο ευρύτερο πλαίσιο της προστασίας των ζώων στην Ελλάδα και το τελευταίο διάστημα απασχολεί ενεργά την επικαιρότητα και την κοινή γνώμη. Η εξασφάλιση της ευημερίας δεν συνιστά μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά είναι και προϋπόθεση για την αποδοτική και βιώσιμη χρήση των ιπποειδών ως ζώα εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, είναι επιτακτική ανάγκη ο Έλληνας νομοθέτης να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να εργαστεί εντατικά προς την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και εξειδικευμένου νομικού πλαισίου που θα διασφαλίσει την ευζωία των ιπποειδών. Ακόμη, κρίσιμη είναι και η πρόβλεψη ανάλογων κυρώσεων για τους παραβάτες, με την παράλληλη θωράκιση των αρμόδιων εποπτικών αρχών με έμψυχο δυναμικό και αναγκαίους πόρους, ώστε να είναι σε θέση να εφαρμόζει αποτελεσματικά τις προστατευτικές διατάξεις του νόμου.
ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1) Το πρόβλημα – η πραγματικότητα
Τα τελευταία χρόνια, κυρίως το καλοκαίρι, η χώρα μας έρχεται στην επικαιρότητα και γίνεται δέκτης αρνητικού σχολιασμού και διεθνούς κατακραυγής, καθώς φωτογραφίες και βίντεο διακινούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από ντόπιους και ξένους τουρίστες, αναδεικνύοντας τη ζοφερή πραγματικότητα, την οποία βιώνουν τα ιπποειδή ζώα εργασίας στην Ελλάδα. Αν και η χρήση τους προς όφελος και εξυπηρέτηση του ανθρώπου, ξεκίνησε χιλιάδες χρόνια πριν, δυστυχώς, η άνευ ορίων εκμετάλλευση δεν άργησε να έρθει. Έτσι, καθιερώθηκε ως κοινή πρακτική, με την ανοχή των αρχών και της Πολιτείας.
2) Σκοπός του παρόντος κειμένου
Στο παρόν κείμενο θα ακολουθήσει παρουσίαση του μεγέθους και της σημασίας του θιγόμενου προβλήματος, ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου, ενώ θα καταβληθεί προσπάθεια, για να προταθούν αποτελεσματικά μέτρα στην Πολιτεία, με σκοπό την πλήρη εξάλειψη του φαινομένου.
II. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
1) Μορφές κακοποίησης και χαρακτηριστικά περιστατικά
Ως κακοποίηση, εννοείται η κάθε είδους κακομεταχείριση ζώου από τον άνθρωπο, η οποία περαιτέρω διακρίνεται σε ενεργητική και παθητική. Ως ενεργητική, χαρακτηρίζεται η άσκηση βίας, η εκ προθέσεως πρόκληση σωματικού πόνου με ενέργεια, έμπρακτη δηλαδή ανθρώπινη επέμβαση, όπως ενδεικτικά, το μαστίγωμα, το χτύπημα, ο μη ιατρογενής ακρωτηριασμός, η δηλητηρίαση, ο (δραστικός και μη ιατρογενής) περιορισμός της φυσιολογικής κίνησης με δέσιμο των ποδιών ή δέσιμο ποδιών και κεφαλιού «παστούρωμα», ο φόνος, ενώ ως παθητική, η παράλειψη τέλεσης των οφειλόμενων, εκ του ιδιοκτήτη, ενεργειών, που μπορεί να οδηγήσει κλιμακωτά, από χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης του ζώου, έως και το θάνατό του. Η στέρηση τροφής, πόσιμου και καθαρού νερού, η έκθεση σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, το μόνιμο δέσιμο, η εργασία δίχως ωράριο, διάλειμμα και πρόσβαση σε νερό ή καταφύγιο κατά τη διάρκεια καύσωνα ή παγετώνα, η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, είναι μόνο μερικά παραδείγματα παθητικής κακοποίησης ιπποειδών ζώων εργασίας, τα περιστατικά της οποίας είναι και τα συχνότερα, όπως επιβεβαιώνει η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Προστασίας Ιπποειδών Ippothesis, κα Ρούσσου. Τα ζώα συχνότατα επωμίζονται υπέρβαρα φορτία και εργάζονται υπό το καθεστώς ανυπόφορων καιρικών και βιοτικών συνθηκών. Η κατάρρευση και ο θάνατος αλόγου που έσερνε άμαξα τουριστών στην Κέρκυρα, η μεταφορά τρέιλερ δεκαέξι ατόμων από ένα μόνο άλογο στην Αμουλιανή Χαλκιδικής, η υπερφόρτωση αλόγων και γαϊδουριών σε τουριστικές περιοχές όπως η Ύδρα και η Σαντορίνη αποτελούν μερικά μόνο περιστατικά εξουθενωτικής εργασίας εν μέσω καλοκαιρινού καύσωνα, τα οποία έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο. Εκατοντάδες άλογα αντιμετωπίζονται ως ανακυκλώσιμα, αγωνιζόμενα σε ιπποδρομίες, αποφέροντας τεράστια κέρδη στους ιδιοκτήτες, μέσω των τυχερών παιγνίων – στοιχημάτων.
Πολλές φορές μάλιστα, επιχειρείται αδικαιολόγητη (μη ιατρογενής) ανθρώπινη επέμβαση στον οργανισμό τους, μέσω χορήγησης παράνομων ουσιών, με σκοπό την ενίσχυση των επιδόσεών τους. Με μια ματιά στην ιστοσελίδα της Φιλίππου Ενώσεως Ελλάδος (ΝΠΔΔ αρμόδιο για την ανάπτυξη, εποπτεία και διασφάλιση της υγιούς διεξαγωγής ιπποδρομιών στη χώρα μας), διαπιστώνει κανείς αναρτημένα αποτελέσματα αιματολογικών ελέγχων, προς τυχόν εύρεση ουσιών «doping» στον οργανισμό των αλόγων-δρομέων και τις αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες τους, σε περίπτωση θετικού δείγματος. Τα ζώα αυτά συχνά τραυματίζονται και καθώς δε δύνανται πλέον να αποφέρουν χρήματα και φήμη στους αναβάτες ή ιδιοκτήτες τους, υποβάλλονται σε ευθανασία ή χειρότερα, αφήνονται στην τύχη τους να αργοπεθαίνουν.
Τέτοια περίπτωση έφτασε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μετά από προσφυγή ιδιοκτήτη δρώμενου ίππου κατά της Φιλίππου Ενώσεως Ελλάδος (Φ.Ε.Ε.), για πειθαρχικές ποινές που του υπεβλήθησαν, λόγω παραμέλησης της κτηνιατρικής φροντίδας του ίππου του, ο οποίος υπέστη φρικτά αργό και βασανιστικό θάνατο. Το δικαστήριο στην υπ’ αρ. 3223/2014 απόφασή του, έκρινε ότι, το Δ.Σ. της Φ.Ε.Ε. είχε μεν δικαίωμα να επιβάλλει την ποινή της αφαίρεσης των χρωμάτων, ούσα προβλεπόμενη από τον αρμόδιο κανονισμό, απεφάνθη δε ότι, ο αποκλεισμός από τους χώρους της Φ.Ε.Ε. ήταν παράνομος, όντας μη προβλεπόμενη ποινή και έτσι τον ακύρωσε. Το πραγματικό της υπόθεσης, αφορά τη διάγνωση σοβαρού τραυματισμού ίππου (συντριπτικό κάταγμα της πρώτης φάλαγγας του πίσω αριστερού άκρου) στις 31-7-2009 και την απόφαση του ιδιοκτήτη να μην προχωρήσει σε ευθανασία, παρά τις σχετικές συστάσεις κτηνιάτρων. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του άτυχου ζώου στο στάβλο, στερήθηκε της απαιτούμενης φροντίδας και η κατάσταση του τραυματισμένου του άκρου δεν ελέγχθηκε αποτελεσματικά, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα, μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες, το ζώο να υποστεί αλλεπάλληλες πτώσεις μέσα στον στάβλο λόγω αδυναμίας στήριξης, χτυπώντας με το κεφάλι στους τοίχους και προκαλώντας πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και σοβαρούς τραυματισμούς σε άλλα μέρη του σώματός του, με αποκορύφωμα την πλήρη αποκόλληση του τραυματισμένου άκρου από τον υπόλοιπο κορμό. Την ανείπωτη ταλαιπωρία που υπέστη από την ανευθυνότητα του ιδιοκτήτη του μαρτυρούσε η γεμάτη με αίματα στρωμνή και οι γεμάτοι με αίματα τοίχοι του στάβλου, ενδείξεις της σοβαρής του αιμορραγίας, λόγω του ανοιχτού κατάγματος. Το Εφετείο κατέληξε ότι, η καθυστέρηση στη λήψη της κατάλληλης απόφασης και η μη επαρκής κτηνιατρική φροντίδα οδήγησαν στον τραγικό θάνατο του ζώου.
Από την ελληνική πραγματικότητα δε λείπουν ούτε οι παράνομες, αυθαίρετες εκδηλώσεις-ιπποδρομίες, οι οποίες διοργανώνονται με την στήριξη τοπικών αρχόντων, σημαντικού μέρους της κοινωνίας και υπό την ανοχή των διωκτικών αρχών, παρά τις καταγγελίες φιλοζωικών σωματείων και ενσυνείδητων πολιτών. Τέτοια θλιβερή περίπτωση αποτελούν οι ιπποδρομιακοί αγώνες στη Λέσβο. Ο σύλλογος Μέριμνας Αδέσποτων Ζώων - Η Κιβωτός Μυτιλήνης, κατήγγειλε ήδη από το 2022, τη διοργάνωση παράνομων ιπποδρομιών και την καταπάτηση προστατευόμενης περιοχής NATURA, στις αλυκές Καλλονής Λέσβου, καθώς και τις ακατάλληλες συνθήκες διεξαγωγής των αγώνων, οι οποίες οδήγησαν σε τραυματισμό δύο αλόγων και την μετέπειτα υποβολή τους σε ευθανασία. Ως συνέπεια, εκδόθηκε από το Συντονιστικό Γραφείο Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Ζημιών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αρκετά καθυστερημένα, η από 28-3-2024, υπ’ αρ. 32586/151 απόφαση, με την οποία μεταξύ άλλων, απαγορεύτηκε ρητώς η διεξαγωγή τέτοιων αγώνων στην προστατευόμενη περιοχή. Αν και η υπόθεση έφτασε στις εισαγγελικές αρχές και προκάλεσε επίσης την παρέμβαση του προέδρου της Φ.Ε.Ε., ο οποίος επεσήμανε ότι, νόμιμες ιπποδρομίες διεξάγονται μόνο στο Μαρκόπουλο Αττικής, οι γνωστοί-άγνωστοι δεν πτοήθηκαν, αλλά διοργάνωσαν τις παράνομες ιπποδρομίες τόσο το 2023, όσο και το 2024 σε διαφορετική θέση του νησιού αυτή τη φορά.
Περαιτέρω, ιδιαιτέρως προβληματική τυγχάνει, η συμμετοχή αλόγων και μουλαριών σε θεάματα, που έπονται των θρησκευτικών λιτανειών και της συνοδείας κατά την περιφορά εικόνας, όπου οι ιδιοκτήτες – αναβάτες εμφανίζουν τα αγχωμένα ζώα, στις πανηγυρικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται έπειτα. Υπό το άκουσμα εκκωφαντικής μουσικής, ακόμη και υπό την επήρεια αλκοόλ, εκείνοι πραγματοποιούν με αυτά επιδείξεις, χορεύουν επάνω τους, χτυπώντας τα σε κεφάλι και σώμα προς συμμόρφωση στα προστάγματά τους, ενώ δε λείπουν οι καταγγελίες πολιτών, για χορήγηση αλκοόλ και άλλων ουσιών στα ιπποειδή, προκειμένου αυτά να διατηρηθούν σε έξαρση και να προσφέρουν θέαμα στους παρευρισκόμενους. Είναι εξάλλου σύνηθες, να δίνεται ένα χρηματικό ποσό ή άλλο έπαθλο στους συμμετέχοντες, ιδίως σε αυτούς που θα κριθούν καλύτεροι, όπως συμβαίνει και με τις παράνομες ιπποδρομίες στους νικητές της κούρσας. Τέτοιες εικόνες έχουν καθιερωθεί με τις ευλογίες των αστυνομικών και δημοτικών αρχών, σε χωριά της Λέσβου, όπως της Αγιάσου και της Αγίας Παρασκευής, με αφορμή θρησκευτικούς εορτασμούς και διοργάνωση πανηγύρεων. Στο βαθμό που, η αγορά και η διατήρηση των ζώων αυτών αποσκοπεί στη συμμετοχή σε τέτοιου είδους θεάματα, με την προσδοκία λήψης οικονομικού ή αντικειμενικού ωφελήματος και υπό συνθήκες που εξυπηρετούν αυτόν το σκοπό, η ένταξη των ζώων σε ένα εργασιακό καθεστώς αποτελεί ζήτημα, το οποίο χρήζει άμεσης νομοθετικής παρέμβασης, προκειμένου να διασφαλιστεί ουσιαστικά η προστασία τους.
Ακόμη, προβληματισμό εγείρει το καθεστώς φιλοξενίας ιπποειδών σε ζωολογικά πάρκα, καθώς και ο χαρακτηρισμός και συνεπώς η προστασία τους ως ζώα εργασίας. Με τη σχετική απόφαση ΑΠ 1053/2023, απορρίφθηκε αίτηση αναιρέσεως, κατά της ΤρΕφΠλημ 217/2022 καταδικαστικής απόφασης για κακοποίηση ζώων κατ’ εξακολούθηση, σύμφωνα με την οποία, η αναιρεσείουσα, ούσα υπεύθυνη για την ευζωία των ζώων που κατείχε σε ζωολογικό πάρκο του οικείου Δήμου, ούσα μάλιστα δήμαρχος (!) αυτού, λειτουργούσε το πάρκο χωρίς τις απαραίτητες άδειες και χωρίς να πληρούνται οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για τη σωστή φροντίδα των ζώων, προκαλώντας τους υποσιτισμό, απώλεια βάρους και προβλήματα υγείας, ιδιαίτερα στα ιπποειδή, άλογα, πόνυ και γαϊδουράκια. Οι συνθήκες διαβίωσης χαρακτηρίστηκαν ως ακατάλληλες και το πάρκο «κολαστήριο», με αναφορά στην ελλιπή καθαριότητα, την ανύπαρκτη άσκηση και τις επικίνδυνες για τα ζώα περιφράξεις, ενώ η κατηγορουμένη, δεν προέβη ούτε στην απαιτούμενη σύναψη σύμβασης με κτηνίατρο για τη φροντίδα των ζώων και μάλιστα εξειδικευμένο ιππίατρο για τα ιπποειδή, με αποτέλεσμα την απουσία κατάλληλης ιατρικής φροντίδας και την διακινδύνευση της εν γένει επιβίωσης των ζώων, με αποκορύφωμα τα σοβαρά γενετικά προβλήματα που προέκυψαν από τις αιμομιξίες μεταξύ τους! Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις φιλοζωικών οργανώσεων και το ενδιαφέρον για απομάκρυνση των ζώων, η κατηγορουμένη δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα βελτίωσης των συνθηκών, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μόλις 9 μηνών, μετά και την αναγνώριση ελαφρυντικών. Κατά προσωπική άποψη, η ποινή αυτή ήταν δυσανάλογα χαμηλή προς το μέγεθος της κακοποίησης που υπέστησαν τα ζώα. Το δικαστήριο, στο πλαίσιο της υφιστάμενης, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, νομοθετικής ρύθμισης, με συνδυασμό των διατάξεων του ΠΚ και του Ν4039/2012, είχε την ευχέρεια να επιβάλλει ποινή από 1 έως 5 έτη και όφειλε να είναι αυστηρότερο, λόγω της ιδιότητας της κατηγορουμένης ως Δημάρχου, η δράση της οποίας διέπεται, σε κάθε περίπτωση, από την αρχή της νομιμότητας του Δημοσίου και των οργάνων του. Για να καταλήξουμε στην ένταξη, των διαβιούντων σε πάρκα ιπποειδών, στην κατηγορία των ζώων εργασίας, είναι αναγκαίο να αναζητηθεί ο σκοπός που εξυπηρετούν εκεί. Εν προκειμένω, στόχος ήταν, η πραγματοποίηση μαθημάτων ιππασίας για παιδιά, στοιχείο δυνητικά πρόσφορο, εφόσον αξιολογούνταν ο ρόλος τους αυτός συστηματικός. Αν και δεν προέκυψαν αποδείξεις για εκτεταμένη ή συστηματική αξιοποίηση τους, ωστόσο κρίθηκε ότι ο προγραμματισμένος ρόλος τους σε δραστηριότητες, όπως η ιππασία, αρκεί ώστε να τα τοποθετήσει εν δυνάμει στην κατηγορία των ζώων εργασίας.
2) Συχνότητα και εκτάσεις του φαινομένου
Από τη σχετική μελέτη του κ. Δρίβα, κλινικού ψυχολόγου, ψυχοθεραπευτή και ψυχολόγου της ΕΛΑΣ, εξάγονται πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την κακοποίηση των ιπποειδών ζώων εργασίας. Σύμφωνα με την έρευνά του, στην Ελλάδα, παρά την απουσία αναλυτικής καταγραφής περιστατικών, αυξημένες είναι οι αναφορές κακοποίησης ζώων τα τελευταία χρόνια, τόσο κατοικίδιων, σκύλων και γατών, όσο και ζώων εργασίας, αλόγων και γαϊδουριών, τα οποία μάλιστα κατατάσσει «στην κατηγορία ζώων υψηλού κινδύνου, για να υποστούν κακοποίηση». Σχετικά με τα ιπποειδή, καταλήγει πως η συχνότερη μορφή κακοποίησης είναι η παθητική, η οποία εκδηλώνεται λχ μέσω της παραμέλησης, της μη εξασφάλισης αδιάλειπτης πρόσβασης σε καθαρό νερό και κατάλληλη τροφή, γενικά της αδιαφορίας για τη φροντίδα και την ικανοποίηση των αναγκών των ζώων, ενώ τονίζει ότι, παρατηρείται αυξημένος αριθμός περιπτώσεων κακοποίησης ζώων σε περιοχές με λιγότερη αστυνόμευση ή ελλιπή ενημέρωση των κατοίκων, σχετικά με τα δικαιώματα των ζώων, αλλά και πως φαίνεται να προκύπτει συχνά, άμεση σύνδεση των περιστατικών, με ενδοοικογενειακή βία ή άλλα περιστατικά αντικοινωνικής συμπεριφοράς.
Επιπλέον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συμπεράσματα, που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια του 8ου Πανελλήνιου Λιβαδοπονικού Συνεδρίου «Λιβάδια - Κτηνοτροφία: Έρευνα και Ανάπτυξη», έπειτα από την πραγματοποίηση έρευνας στο νομό Έβρου, με τη συμμετοχή εβδομήντα ιδιοκτητών ιπποειδών, σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης, τις ανάγκες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ιπποειδή ζώα εργασίας, καθώς και τον κεντρικό ρόλο τους στις δασικές μεταφορές, κυρίως στις ορεινές περιοχές της χώρας. Τα ζώα σταβλίζονται σε κατασκευές από τούβλα και λαμαρίνες, όταν δεν εργάζονται και έχουν καθημερινή πρόσβαση σε νερό, το οποίο μεταφέρεται κυρίως σε ειδικά δοχεία, η περιποίηση των οπλών πραγματοποιείται, όποτε καθίσταται αναγκαία, ενώ η πετάλωση είναι περιορισμένη λόγω των εδαφικών συνθηκών. Το ετήσιο κόστος σίτισης ανά ζώο ανέρχεται στα χίλια (1.000) ευρώ, με το κόστος κτηνιατρικών επισκέψεων να κυμαίνεται στα πενήντα (50) ευρώ ανά επίσκεψη. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες παραδέχτηκαν πως αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη συντήρηση των ζώων, λόγω του υψηλού κόστους και της έλλειψης επιδοτήσεων και έθιξαν την ανάγκη παροχής κρατικής ή ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για την κάλυψη των εξόδων σίτισης, φροντίδας και διαβίωσης των ζώων τους, ώστε να καθίσταται βιώσιμη η χρήση τους. Από τα παραπάνω, γίνεται μεν κατανοητή η αυξημένη απαιτούμενη φροντίδα των ιπποειδών, πλην όμως, δε μπορεί αυτή να προβάλλεται ως αιτιολογία σε περιπτώσεις παθητικής κακοποίησης. Δεν είναι και δε θα πρέπει να γίνεται ανεκτή, από τις αρχές και την κοινωνία, η προβολή του υψηλού κόστους σίτισης και παροχής κτηνιατρικών υπηρεσιών, λχ ως αιτία για την κακή κλινική εικόνα του ζώου κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου.
III. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
1) Εθνική νομοθεσία
Στην Ελλάδα, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, στο οποίο εντάσσονται και τα ζώα, ρυθμίστηκε ήδη από το 1975, με το άρθρο 24 του πρώτου μεταπολιτευτικού Συντάγματος. Δόθηκε έτσι, το έρεισμα για την ανάπτυξη μιας εκτεταμένης νομοθεσίας και νομολογίας για την προστασία της φύσης, της πανίδας και των πολλών αγρίων και μη ζώων και πτηνών. Στη συνέχεια, με το Ν586/1977 κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση προστασίας των ζώων, κατά τη διάρκεια της διεθνούς μεταφοράς τους, η οποία είχε ως σκοπό να εξασφαλίσει, ότι όλα τα ζώα, μεταξύ των οποίων και τα ιπποειδή εργασίας, δε θα υποφέρουν κατά τη διεθνή μεταφορά τους, θέτοντας πρότυπα που μειώνουν το στρες, τις κακουχίες και τους τραυματισμούς. Ακολούθησε ο Ν1197/1981, ο οποίος έθεσε σε υποτυπώδη μορφή ένα πρώτο πλαίσιο προστασίας των ζώων.
α) Νόμος 1197/1981
Η πρώτη νομοθετική ρύθμιση για την προστασία των ζώων εργασίας, στα οποία εντάσσονται τα ιπποειδή, εισήχθη με το Ν1197/81 «Περί Προστασίας των Ζώων» (ΦΕΚ Α΄240/3-9-1981) και αποτελείτο από δέκα άρθρα. Ήδη από την παρ. 1 του άρθρου 1 θεσπίστηκε, μέσω γενικών κανόνων ευζωίας, υποχρέωση των ιδιοκτητών τους να τα μεταχειρίζονται με την απαραίτητη στοργή, να τους προσφέρουν κατάλληλο και επαρκές είδος τροφής και νερού, αλλά και να εξασφαλίζουν για την προστασία τους άνετο, υγιεινό και κατάλληλο προς το φυσικό τρόπο διαβίωσης των ζώων κατάλυμα, η παράβαση της οποίας, συνεπάγεται ουσιαστικά, με τη σημερινή ορολογία, παθητική κακοποίηση. Περαιτέρω στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε τιμώρηση για το βασανισμό, το φόνο, την εγκατάλειψη, την έκθεση των ζώων, τόσο των δραστών, όσο και των υπευθύνων κατά τη μεταφορά τους, ως συναυτουργών των κακοποιητών τους, σε περίπτωση τέλεσης τέτοιας πράξης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Πρόκειται δηλαδή για περιπτώσεις κακοποίησης, που απειλούνταν με ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών ή χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) έως τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές ή με συνδυασμό των ποινών, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου. Με την ίδια ποινή κινδύνευε και όποιος αιχμαλώτιζε με τη χρήση όπλου ζώα, εξαιρουμένων όσων εμπίπτουν στην κατηγορία των θηραμάτων κυνηγιού, κατά την παρ. 4. Στην παρ. 1 του άρθρου 2, προβλέφθηκε η δυνατότητα χορήγησης ευθανασίας σε ζώο, το οποίο λόγω γηρατειών, ασθένειας ή άλλης αιτίας είναι ανίκανο να ανταποκριθεί στην προοριζόμενη χρήση του, μετά από έκθεση κρατικού ή ιδιώτη κτηνιάτρου. Η εν λόγω διάταξη είναι ηθικά και δικαιϊκά προβληματική, αφού αντιμετωπίζει τα ζώα συντροφιάς, εργασίας και εκτροφής, ως άψυχα εργαλεία, με σκοπό την εξυπηρέτηση μόνο των ανθρώπινων αναγκών και όχι ως έμβια όντα, τα οποία πρέπει να απολαμβάνουν τη φροντίδα και το σεβασμό των ιδιοκτητών τους, ακόμη και όταν πάψουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Ακόμη στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, καθώς και στο άρθρο 3 συναντάμε το πλαίσιο επιτρεπτής θανάτωσης θηλαστικών ζώων σε σφαγεία, αλλά και το πλαίσιο για την επιτρεπτή διεξαγωγή χειρουργικών επεμβάσεων από κτηνίατρο, υπό την χορήγηση ναρκωτικού για την αναισθητοποίησή τους, με σκοπό την αποφυγή πρόκλησης έντονου σωματικού πόνου. Ωστόσο, πρέπει να αναφέρουμε την προβληματική διάταξη του άρθρου 4, η οποία επέτρεψε την πραγματοποίηση πειραμάτων, από τους φοιτητές κτηνιατρικών και συναφών σχολών, στα πλαίσια της διδασκαλίας και επιστημονικής τους έρευνας, ενώ εντύπωση προκαλεί το γεγονός, ότι ο νομοθέτης δε ρύθμισε τις σχετικές λεπτομέρειες, με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίσει το σεβασμό της οντότητά τους και τη μη υπαγωγή τους σε συνθήκες, οι οποίες θα συνιστούσαν βασανιστήρια. Αντιθέτως, θεσμοθέτησε υποχρεωτική προηγούμενη λήψη άδειας από τη Νομαρχία, μια προϋπόθεση καθαρά τυπική, όταν θα επρόκειτο τα πειράματα να προκαλέσουν πόνο, κακώσεις και «διατάραξη της φυσιολογικής καταστάσεως των ζώων», δείχνοντας έτσι πλήρη απαξίωση και αδιαφορία για τη ζωική υπόσταση, μετατρέποντάς τα σε αντικείμενα, που θα θυσιάζονταν ανεξαιρέτως στις ανθρώπινες ανάγκες. Παράδοξο δε, είναι ότι οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας αυτής από την οικεία Νομαρχία, θα δημοσιεύονταν στο ΦΕΚ από τον Υπουργό Γεωργίας, πλην όμως δεν αναφέρεται, αν θα συμμετείχαν στη διαμόρφωση αυτών, κτηνίατροι ή άλλοι εξειδικευμένοι επιστήμονες. Υπό το μανδύα των επιταγών της εκπαιδευτικής διαδικασίας, γίνεται αντιληπτό, ότι νομιμοποιήθηκε ουσιαστικά ένα είδος κακοποίησης από το ίδιο το Κράτος. Τέλος στα άρθρα 5 και 6, ρυθμίστηκε η αρμοδιότητα του Υπουργείου Γεωργίας, για την προστασία των ζώων και ανατέθηκε ο έλεγχος τήρησης των διατάξεών του, στην Κτηνιατρική Υπηρεσία του Υπουργείου, στις Αστυνομικές και Αγρονομικές Αρχές, ενώ στο άρθρο 8 προβλέφθηκαν οι απειλούμενες ποινές για την παραβίαση των προηγούμενων διατάξεων.
β) Νόμος 4039/2012
Ακολούθησε ο Ν4039/2012 «Για τα δεσποζόμενα και τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς και την προστασία των ζώων από την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση με κερδοσκοπικό σκοπό» (ΦΕΚ Α΄15/02-02-2012), ο οποίος αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική, νομοθετική προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου. Αν και περιλάμβανε κυρίως διατάξεις για τα ζώα συντροφιάς, εισήγαγε ωστόσο κανόνες για την προστασία των ζώων εν συνόλω. Οι διατάξεις, που εν προκειμένω παρουσιάζουν ενδιαφέρον και βρίσκουν εφαρμογή στα ιπποειδή ζώα εργασίας είναι οι ακόλουθες. Το άρθρο 12, το οποίο θέσπισε την απαγόρευση διατήρησης και χρησιμοποίησης κάθε είδους ζώου, σε θεάματα, ψυχαγωγικές δραστηριότητες και παραστάσεις, όπως το τσίρκο, ο θίασος, οι πανηγύρεις κλπ, καθώς και την απαγόρευση εκτροφής, εκπαίδευσης και χρησιμοποίησης με σκοπό τη συμμετοχή σε μονομαχίες. Ωστόσο, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 7, σχετικά με τις προϋποθέσεις διοργάνωσης εκθέσεων ζώων συντροφιάς, ο νομοθέτης επέτρεψε τη συμμετοχή ιπποδρομιακών αλόγων σε ιπποδρομίες. Επιπλέον, εξαίρεση στη γενική απαγόρευση του άρθρου 12, εισήγαγε το άρθρο 13, το οποίο επέτρεψε την διατήρηση των ζώων, σε νομίμως λειτουργούντες ζωολογικούς κήπους, κέντρα περίθαλψης ειδών άγριας πανίδας κλπ, υπό την προϋπόθεση ότι και στους παραπάνω χώρους δε θα διεξάγονται παραστάσεις με τη συμμετοχή ζώων. Συνεχίζοντας την ανάγνωση του νόμου, στο άρθρο 16, συναντούμε για πρώτη φορά την επίσημη κατοχύρωση του όρου «Κακοποίηση των ζώων», ήδη από τον τίτλο της διάταξης. Απαγορεύτηκε ρητά στην περ. αα) «ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου» και στην περ. αβ) ο φόνος, ο βασανισμός, οποιαδήποτε πράξη βίας κατ’ αυτού, η οποία θα προκαλέσει έντονο πόνο, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός». Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, η απαρίθμηση της διάταξης, σχετικά με τις πράξεις που συνιστούν κακοποίηση, είναι ενδεικτική και δεν εμποδίζει διασταλτική ερμηνεία και ένταξη οποιασδήποτε βίαιης συμπεριφοράς στο πεδίο εφαρμογής της, ενώ επίσης διευκρινίζεται ότι, η στείρωση του ζώου, καθώς και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δεν θεωρείται ακρωτηριασμός.
Περαιτέρω, απαγορεύτηκε, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κινηματογραφικών ταινιών και γενικότερα εκπαιδευτικού προσανατολισμού, οποιαδήποτε σχέση με οπτικοακουστικό υλικό, όπως βίντεο, στο οποίο να απεικονίζεται πράξη βίας εναντίον ζώου, μονομαχίας μεταξύ ζώων, καθώς και σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ζώων ή μεταξύ ζώου και ανθρώπου, με σκοπό το κέρδος ή τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν ή συμμετέχουν σε αυτά. Επιπλέον, ο νομοθέτης πρωτοπόρησε και στο άρθρο 19 προβλέποντας, ανάλογα με τη διαβάθμιση της κακοποιητικής συμπεριφοράς, την προσωρινή ή οριστική αφαίρεση του ζώου, συμπεριλαμβανομένων και των ιπποειδών εργασίας, κατόπιν εισαγγελικής διατάξεως, από την κατοχή του παραβάτη-κακοποιητή, αλλά και την απαγόρευση μελλοντικής απόκτησης ζώου γενικώς. Οφείλουμε να αναφερθούμε, στην άμεση επέμβαση της εισαγγελίας Ζακύνθου, η οποία εξέδωσε διάταξη αφαίρεσης αλόγου, αναγνωρίζοντάς το ως ζώο εργασίας, το οποίο υφίστατο κακομεταχείριση από τον αμαξά-κάτοχό του, με συνέπεια την κατάρρευσή του εξαιτίας των τραυμάτων του, σε κοινή θέα το καλοκαίρι του 2018. Τη φιλοξενία και φροντίδα του ανέλαβε στη συνέχεια, ο Ελληνικός Σύλλογος Προστασίας Ιπποειδών, καθώς σε τέτοια περίπτωση, ο νόμος προέβλεψε το αφαιρεθέν ζώο, να παραδοθεί είτε στο καταφύγιο αδέσποτων του αρμόδιου Δήμου, είτε σε ενδιαφερόμενη φιλοζωική εταιρεία ή σωματείο. Στην πράξη όμως, μέχρι και σήμερα πολλοί Δήμοι της χώρας δεν έχουν προβεί στη δημιουργία δημοτικών καταφυγίων, ενώ από όσα ήδη δημιουργήθηκαν, ελάχιστα είναι αυτά, στα οποία οι συνθήκες φιλοξενίας των ζώων μπορούν να χαρακτηριστούν ποιοτικές, ενώ το βασικότερο πρόβλημα αποτελεί, η διαμόρφωση και λειτουργία αυτών, κατά βάση, προς την εξυπηρέτηση των αναγκών ζώων συντροφιάς και κυρίως σκύλων, καθιστώντας έτσι αδύνατη τη φιλοξενία και φροντίδα ενός ιπποειδούς. Αναφορικά με τις ποινικές κυρώσεις, ο Ν4039/2012 απεδείχθη αυστηρότερος από τον Ν1197/1981, καθώς στην παρ. 2 του άρθρου 20, προέβλεψε μεν για την κακοποίηση, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, ενώ για τη χρήση ζώων σε θεάματα, προέβλεψε εκτός της όμοιας χρηματικής ποινής και ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη. Ακόμη, στο άρθρο 21, θεσπίστηκε για πρώτη φορά η επιβολή διοικητικών κυρώσεων και προστίμων, για τις παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος και οι οποίες παρατίθενται αναλυτικώς σε πίνακα του νομοθετικού κειμένου. Τέλος πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, ο νομοθέτης θέλησε, οι διατάξεις του Ν4039/2012, να μη θίγουν την εφαρμογή άλλων διατάξεων νόμων ή διεθνών συμβάσεων, οι οποίες κυρώθηκαν με νόμο και θα προέβλεπαν μεγαλύτερη προστασία για οποιουδήποτε είδους ζώο.
γ) Βασικές τροποποιήσεις του Νόμου 4039/2012: οι Νόμοι 4711/2020, 4745/2020
Ο Ν4711/2020 «Απλούστευση πλαισίου άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων αρμοδιότητας Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 145/Α/29-7-2020) τροποποίησε την παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν4039/2012, σχετικά με την απαγόρευση χρήσης κάθε είδους ζώου σε θεάματα και άλλες συναφείς δραστηριότητες, και συμπεριέλαβε τα ιπποειδή ζώα, στην απαγόρευση εκτροφής, χρησιμοποίησης και εξαγωγής ζώων, για παραγωγή γούνας, δέρματος, κρέατος ή για την παρασκευή φαρμακευτικών ή άλλων ουσιών. Ακολούθησε ο Ν4745/2020 «Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010, σύμφωνα με τις επιταγές της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης, τροποποιήσεις του Κώδικα Δικηγόρων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄214/6-11-2020), ο οποίος εισήγαγε ένα καθεστώς διχοτόμησης των πράξεων κακοποίησης, τροποποιώντας τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 και 16 του Ν4039/2012, με την πρόβλεψη, πέραν της βασικής μορφής κακοποίησης της περ. αα), δηλαδή κακής και βάναυσης μεταχείρισης οποιουδήποτε είδους ζώου, διακεκριμένης και δη κακουργηματικής μορφής, αυτής της περ. αβ), σε περίπτωση εσκεμμένης θανάτωσης (φόνου) ή πρόκλησης έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία των ζώων (βασανισμού). Αν και η διατύπωση του νομοθέτη δεν είναι ρητή, συνάγεται ωστόσο, από το είδος των προβλεπόμενων ποινών, φυλάκιση για τη βασική-πλημμεληματική μορφή, κάθειρξη για τη διακεκριμένη-κακουργηματική.
δ) Νόμος 4830/2021
Ο Ν4830/2021 «Νέο πλαίσιο για την ευζωία των ζώων συντροφιάς Πρόγραμμα «ΑΡΓΟΣ» και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄169/18-9-2021) αποτελεί το πιο πρόσφατο νομοθέτημα προστασίας των ζώων, χωρίς να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στο προϋπάρχον καθεστώς. Αν και στο ρυθμιστικό του πεδίο υπάγονται κυρίως τα ζώα συντροφιάς, όπως συμβαίνει με το Ν4039/2012, εντοπίζουμε ωστόσο διατάξεις που αφορούν και τα ιπποειδή ζώα εργασίας. Ήδη στο άρθρο 2 παρ. 2, κατοχυρώνεται επίσημα η ευζωία, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία και Ευζωία των Ζώων (ΟΙΕ), για τα ιπποειδή ζώα εργασίας, η τήρηση των οποίων, αποκτά πλέον ορισμένο περιεχόμενο, με τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας της ευζωίας και τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης, σε περίπτωση αδιαφορίας του ιδιοκτήτη ζώου. Πλέον, κατά το άρθρο 23, η συμμετοχή ζώων σε εκδηλώσεις, όπως οι θρησκευτικές πανηγύρεις, επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις ευζωίας και υπό την παρουσία κτηνιάτρου, ώστε μετά το πέρας αυτών, να συντάξει αναλυτική σχετική έκθεση αυτοψίας. Στην κατηγορία των απαγορεύσεων, εισήλθε ακόμη, η εκτροφή των ζώων και για φαρμακευτική χρήση (πιθανή επήρεια της ευρείας χρήσης δέρματος γαϊδουριού, για την κατασκευή προϊόντος στην Κίνα), καθώς και οι κληρώσεις με ζώα ως έπαθλα, γεγονός άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική κοινωνία και τις λαχειοφόρους αγορές.
Ο νομοθέτης του Ν4830/2021, ενίσχυσε το προστατευτικό καθεστώς του άρθρου 24 του Ν4039/2012, απαγορεύοντας ρητώς τη σκληρή και ακατάλληλη εργασία ανάλογα με το είδος του ζώου (χωρίς όμως να εξειδικεύει το περιεχόμενό της), ενώ επίσης έθεσε ρητή υποχρέωση του υπαίτιου, σε περίπτωση τέλεσης τροχαίου με συνέπεια τον τραυματισμό ζώου, να ειδοποιήσει τις αρχές για παροχή κτηνιατρικής φροντίδας. Περαιτέρω, με το άρθρο 34 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του παρόντος, διατηρήθηκε το καθεστώς διχοτόμησης των πράξεων κακοποίησης που είχε εισαγάγει ο Ν4745/2020. Έτσι, η κακοποίηση στη βασική μορφή της, συνδέεται πλέον με τις πράξεις που εντάσσονται στην έννοια της κακής και βάναυσης μεταχείρισης, ενώ στη διακεκριμένη μορφή της, περιλαμβάνει, πέραν του φόνου και του βασανισμού των ζώων, «πράξεις εκούσιου τραυματισμού με πρόκληση τουλάχιστον επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κάθε είδους μάχες μεταξύ ζώων, κτηνοβασία, σεξουαλική κακοποίηση ζώου με χρήση αντικειμένων για τη σαδιστική ευχαρίστηση του δράστη και εγκατάλειψη νεογέννητων ζώων». Προκειμένου να διευκολυνθεί η αναφορά κακοποιητικών περιστατικών, στο άρθρο 25 ο νομοθέτης προέβλεψε τη δυνατότητα ανώνυμης υποβολής, μέσω ψηφιακών εργαλείων, οι οποίες θα διερευνώνται μόνο εάν περιλαμβάνουν συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία για περαιτέρω έρευνα. Η πρόβλεψη για προσωρινή ή οριστική αφαίρεση των κακοποιημένων ζώων, διατηρήθηκε στο άρθρο 33, με την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων φροντίδας από τους υπαίτιους, ενώ για πρώτη φορά τα φιλοζωικά σωματεία νομιμοποιήθηκαν, ώστε να παρίστανται σε δίκη προς υποστήριξη των κατηγοριών. Ακόμη, οι ποινικές κυρώσεις που εισήγαγε ο Ν4745/2020 διατηρήθηκαν στο άρθρο 34, ενώ σε αναλυτικό πίνακα του άρθρου 35 παρατίθενται τα νέα διοικητικά πρόστιμα. Τέλος, τέθηκε πρόβλεψη στο άρθρο 36 για δημιουργία Μητρώου Παραβατών, όπου θα καταγράφονται όσοι καταδικάστηκαν για σοβαρές παραβάσεις της νομοθεσίας προστασίας ζώων.
ε) Ειδικές ρυθμίσεις για τον Ιππόδρομο
Ο Ν. 4603/2019 «Επιτροπή επαγγελματικού αθλητισμού και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/48/14-3-2019) εισήγαγε πληθώρα διατάξεων, σχετικές με τα ιπποειδή και τις ιπποδρομίες, που αποσκοπούν στη ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τη διαχείριση, την εκτροφή και τη διοργάνωση ιππικών δραστηριοτήτων. Έχουν προηγηθεί οι Αναγκαστικοί Νόμοι 853/1937 και 399/1968, με τους οποίους συστάθηκε η Φ.Ε.Ε. - Jockey Club of Greece, η οποία τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και η οποία έχει ως κύρια, μεταξύ των αρμοδιοτήτων της, την κατάρτιση και κατάθεση προς έγκριση στον αρμόδιο Υπουργό, τον Κώδικα Ιπποδρομιών - Κανονισμό Προδιαγραφών Ιπποδρόμων. Από το συνδυασμό των ανωτέρω κειμένων, αξίζει να συγκρατήσουμε ότι, στα πλαίσια της Φ.Ε.Ε., δημιουργήθηκε η Επιτροπή Ιπποδρομιών, το ανώτατο εποπτικό όργανο της Φ.Ε.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 50 του Ν4603/2019, με αρμοδιότητες όπως η διενέργεια ελέγχων για την καλή μεταχείριση και υγεία των ίππων, η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε περιπτώσεις παραβίασης των κανόνων προστασίας των ιπποειδών, όπως προβλέπονται στο ποινολόγιο του Κώδικα Ιπποδρομιών, την υπουργική απόφαση 1175/1997, η οποία τροποποιήθηκε με το Ν4172/2013 και περιλαμβάνουν ενδεικτικά, πρόστιμα, αποκλεισμούς από αγώνες, αφαίρεση επάθλων. Απαγορευμένες ενέργειες, συνιστούν ιδίως η κακομεταχείριση, η χρήση σπιρουνιών, τα οποία είναι ικανά να πληγώσουν τα ζώα, η χρήση μαστιγίων στο κεφάλι, την ωμοπλάτη, όπως και η χορήγηση απαγορευμένων διεγερτικών ουσιών στους ίππους. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, γίνεται λόγος για «ενοχή δολιότητας» και εκτός από τις πειθαρχικές κυρώσεις, ο Κανονισμός προβλέπει παραπομπή στη δικαιοσύνη.
στ) Εγκύκλιοι
Σχετικά με την εργασία των ιπποειδών, έχουν εκδοθεί και μη νομικά δεσμευτικά κείμενα, η Εγκύκλιος Υπ.Α.Α.Τ. 1837/108300-2/8/2018 και η Εγκύκλιος Υπ.Α.Α.Τ. 1461/205906/2021, για τις οποίες έχει ήδη προηγηθεί αναλυτική παράθεση, στην σχετική με την ευζωία ανωτέρω θεματική.
2) Ευρωπαϊκή νομοθεσία
Οι κανονισμοί που έχουν εκδοθεί έως τώρα από την ΕΕ, εμπεριέχουν ρυθμίσεις, σχετικά με την καταγραφή, τη μεταφορά και την υγεία τους. Δεν υπάρχει δεσμευτική πράξη ενωσιακού δικαίου αφορώσα την κακοποίηση.
3) Διεθνής νομοθεσία - Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΙΕ για τα εργαζόμενα ιπποειδή
Η Εγκύκλιος του Υπ.Α.Α.Τ. 1837/108300-2/8/2018, στηρίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (ΟΙΕ), οι οποίες τονίζουν τη σημασία της προστασίας της ευζωίας των ιπποειδών εργασίας μέσω της παροχής κατάλληλης τροφής, νερού και καταλύματος. Οι κανόνες περιλαμβάνουν ωστόσο και τον περιορισμό της εργασίας των ζώων για την αποφυγή υπερβολικής κόπωσης, καθώς και την ανάγκη προσαρμογής της εργασίας τους στις καιρικές συνθήκες. Όπως ήδη επισημάνθηκε, έχει προηγηθεί αναλυτική σχετική παράθεση, στην ανωτέρω θεματική, της ευζωίας.
IV. Συμπεράσματα
Αν και έχουν σημειωθεί σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της προστασίας των ιπποειδών, ιδίως με τους νόμους 4039/2012 και 4830/2021, η εξάλειψη των περιστατικών κακοποίησης δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Από τα παρατιθέμενα συνολικά στοιχεία, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα. Εντοπίζουμε καταρχήν διασπορά νομοθεσίας, καθώς δεν υπάρχει ένα ενιαίο και πλήρες νομοθέτημα, το οποίο αφορά ειδικά τα ιπποειδή ζώα εργασίας και ρυθμίζει όλα τα σχετικά θέματα, χωρίς να αφήνει κενά και να δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Περαιτέρω, αναδείχθηκαν ανεπαρκείς, αν όχι ανύπαρκτοι έλεγχοι και μη ορθή εφαρμογή των νόμων από τις εποπτικές αρχές, ειδικά στις κλειστές κοινωνίες. Επιπλέον, προβλήματα από την εφαρμογή των διατάξεων φαίνεται ότι προκύπτουν στην πράξη, αφού σύμφωνα με την πρόεδρο του Πανελλήνιου Συλλόγου Προστασίας Ιπποειδών, κα. Ρούσσου, οι αρμόδιες αρχές συχνά αγνοούν πως αφορούν και τα ζώα εργασίας, καθώς οι νόμοι 4039/2012 και 4830/2021 τιτλοφορούνται ως διατάξεις για τα ζώα συντροφιάς, επιφέροντας έτσι σύγχυση κατά τη διάρκεια καταγγελιών και επιτόπιων ελέγχων. Η ίδια προτείνει την προσφυγή στις ρυθμίσεις του Ν1197/1981, ο οποίος πάντως εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Τέλος, συμπεραίνουμε ότι δεν υπάρχει επαρκής υποδομή και μηχανισμοί παρακολούθησης, για την τύχη των κακοποιημένων ζώων που αφαιρούνται, γεγονός που επιβεβαιώνεται σε έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχετικά με την εφαρμογή του Ν4830/2021 από τους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης και τις κρατικές υπηρεσίες.
V. Προτάσεις Πολιτικής (Policy Recommendations)
Η κακοποίηση των ιπποειδών ζώων εργασίας συνδέεται με αναποτελεσματική εργασία, η οποία με τη σειρά της επιφέρει κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ενώ επηρεάζει άμεσα το περιβάλλον, μέσω της ανάπτυξης και μετάδοσης ασθενειών, εξαιτίας ακατάλληλων συνθηκών διαβίωσης, πχ. αύξηση του πληθυσμού σκνίπας και εξάπλωση του ιού του Δυτικού Νείλου (ζωονόσος), ενώ δημιουργεί αρνητική εικόνα για τον τουρισμό στις περιοχές, όπου τα ιπποειδή εργάζονται κάτω από εξουθενωτικές συνθήκες.
Κυρίως όμως, η ανιδιοτελής προσφορά τους προς τον άνθρωπο ανά τους αιώνες, είναι αυτή που καθιστά, την προστασία τους από οποιασδήποτε μορφής κακομεταχείριση, κοινωνικά και ηθικά επιτακτική. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, καταρχήν απαιτείται δημιουργία ενιαίου νομοθετικού πλαισίου, μέσω είτε συγκεντρωτικού νόμου, είτε άλλης δεσμευτικής πράξης, λχ υπουργική απόφαση ή προεδρικό διάταγμα, που θα καλύπτει όλα τα ζητήματα σχετικά με την εργασία και την προστασία των ιπποειδών ζώων εργασίας. Περαιτέρω, καθοριστική σημασία θα έχει η ενσωμάτωση και καλλιέργεια του φιλοζωικού αισθήματος στην εκπαίδευση, από τις πρώιμες κιόλας εκπαιδευτικές βαθμίδες, ώστε να επέλθει ριζική αλλαγή στη νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας, σχετικά με την αντιμετώπιση των ζώων. Ακόμη, επιτακτική τυγχάνει η δημιουργία ενός ανεξάρτητου εποπτικού φορέα, με μόνες αρμοδιότητες, την διενέργεια καθημερινών και ρεαλιστικών ελέγχων, ταυτόχρονα με την ορθή βεβαίωση των προβλεπόμενων κυρώσεων, υπό την επιφύλαξη της επιβολής άμεσων πειθαρχικών ποινών στα όργανά του, τα οποία θα οφείλουν να γνωρίζουν πλήρως το νομοθετικό πλαίσιο. Τέλος, σημαντική κρίνεται η παροχή κρατικών και ενωσιακών επιδοτήσεων, οι οποίες θα ανταποκρίνονται στα πραγματικά οικονομικά βάρη των ιδιοκτητών, με σκοπό την εξασφάλιση των κατάλληλων βιοτικών συνθηκών των ζώων και θα συνοδεύονται με επιτόπιες αυτοψίες και ελέγχους. Εν κατακλείδι, η αντιμετώπιση και εξάλειψη της κακοποίησης των ιπποειδών ζώων εργασίας στη χώρα μας, δεν είναι απλώς ζήτημα νομοθεσίας αλλά συνολικής κοινωνικής αλλαγής και μας αφορά όλους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
1. Κείμενο Νόμου 1197/1981 [ΦΕΚ Α΄240/3-9-1981]
2. Κείμενο Νόμου 4039/2012 [ΦΕΚ Α΄15/02-02-2012]
3. Κείμενο Νόμου 4603/2019 [ΦΕΚ Α/48/14-3-2019]
4. Κείμενο Νόμου 4711/2020 [ΦΕΚ 145/Α/29-7-2020]
5. Κείμενο Νόμου 4745/2020 [ΦΕΚ Α΄214/6-11-2020]
6. Κείμενο Νόμου 4830/2021 [ΦΕΚ Α 169/18.9.2021]
7. Κείμενο Υπουργικής Απόφασης 1175/1997 [ΦΕΚ 66/Β/5-2-1997]
8. Κείμενο Εγκυκλίου Υπ.Α.Α.Τ. 1837/108300-2/8/2018
9. Κείμενο Εγκυκλίου Υπ.Α.Α.Τ. 1461/205906/2021
10. Κείμενο Προεδρικού Διατάγματος 44/2012 (ΦΕΚ 88/Α/27-04-2012)
11. Κείμενο Υπουργικής Απόφασης 726/107637 του ΥΠΑΑΤ
Β. ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
12. Κείμενο Κανονισμού 2005/1 (ΕΚ)
13. Κείμενο Κανονισμού 2020/668 (ΕΕ)
14. Κείμενο Οδηγίας 156/2009 (ΕΕ)
15. Κείμενο Κανονισμού 504/2008 (ΕΚ)
16. Κείμενο Κανονισμού 2016/429 (ΕΕ)
17. Κείμενο Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμού 2019/2035 (ΕΕ)
18. Κείμενο Κανονισμού 2021/963 (ΕΕ)
19. Κείμενο Απόφασης 93/623/ΕΟΚ
Γ. ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
20. Animal Health and Welfare Act, 2013, Number 15 of 2013
21. Animal Welfare Act, 20 June 2018, Ministry of Enterprise and Innovation, Legal Secretariat, Chapter 2, General provisions on the handling, keeping and care of animals
22. Animal Welfare Act, 2006
Δ. ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
23. Απόφαση ΑΠ 1053/2023, ΤΝΠ QUALEX
24. Απόφαση ΔΕφΑθ 3223/2014, ΤΝΠ QUALEX
Ε. ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
25. Good Welfare for Equids, 2024, Eurogroup for Animals
26. Working equids in the European Union, December 2022, Eurogroup for Animals
27. Removing the Blinkers: The Health and Welfare of European Equidae in 2015, a World Horse Welfare and Eurogroup for Animals report, 2015
28. Guidance for competent authorities and tourism operators to ensure the welfare of working equids in tourism, 2022
29. World Organisation for Animal Health, Terrestrial Animal Health Code, Welfare of working equids, Chapter 7.12, 2018
Ζ. ΑΛΛΑ
30. ΕΚΘΕΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ Ελεγκτικού Συνεδρίου 3/2023
31. Δ. Νικολάου, Γ.Ε. Τσαντόπουλος, Σ.Α. Ταμπάκης, Α.Π. Κυριαζόπουλος, Πολιτικές διατήρησης των απειλούμενων αγροτικών ζώων: Η περίπτωση των ιπποειδών εργασίας