Κείμενο

Ομάδα Εργασίας
Ειρήνη Κοτρούτσου (Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Μαγδαληνή- Μαρία Μπολτσή (Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Νεφέλη Τάσση (Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Γεωργία Παναγιωταράκου (Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Μαρία Παναγιωτοπούλου (Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Ραφαέλα Τσότρα (Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Ιάσων- Όμηρος Χρηστίδης (Προπτυχιακός Φοιτητής Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.)
Επιβλέπουσες/οντες
Νικόλαος Ι. Σημαντήρας, Επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.
Μαρία Λινού, DVM, MSc, PhD, Πρόεδρος της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας
Ειρήνη Φραγκιαδάκη, DVM, MSc, PhD, MRCVS, Υπεύθυνη Κτηνίατρος εγκαταστάσεων ζώων εργαστηρίου
1. Γενικό καθήκον προστασίας των ζώων
***
"The greatness of a nation and its moral progress can be judged by the way its animals are treated."
Mahatma Gandhi
***
Τα ζώα που χρησιμοποιούνται σε δοκιμές, ερευνητικούς σκοπούς, πειράματα, είναι κι αυτά… ζώα, τα οποία, ακριβώς όπως τα υπόλοιπα μέλη του ζωικού βασιλείου, πρέπει να προστατεύονται. Το καθήκον προστασίας των ζώων, γενικά, -πρέπει να- εκπληρώνεται μέσω κανόνων που βασίζονται στις λεγόμενες «Πέντε ελευθερίες για την διαβίωση των ζώων» (5 Freedoms), οι οποίες προβλέφθηκαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1976 «περί προστασίας των ζώων στα εκτροφεία», θεωρούνται πλέον διεθνώς αναγνωρισμένες. Πρόκειται για την ελευθερία από την πείνα και τη δίψα, την ελευθερία από την άσκοπη ταλαιπωρία και καταπόνηση, την ελευθερία από τους πόνους, τους τραυματισμούς και τις ασθένειες, την ελευθερία έκφρασης φυσιολογικής συμπεριφοράς, την ελευθερία από το φόβο και αγωνία.
Το άρθρο 13 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης «υπενθυμίζει» ότι «Κατά τη διαμόρφωση και την εφαρμογή της πολιτικής της Ένωσης στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας, των μεταφορών, της εσωτερικής αγοράς, της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης και του διαστήματος, η Ένωση και τα κράτη μέλη λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους τις απαιτήσεις καλής διαβίωσης των ζώων ως ευαίσθητων όντων τηρώντας ταυτοχρόνως τις νομοθετικές ή διοικητικές διατάξεις και τα έθιμα των κρατών μελών που αφορούν ιδίως τα θρησκευτικά τυπικά, τις πολιτιστικές παραδόσεις και την κατά τόπους πολιτιστική κληρονομιά.». Από το περιεχόμενο του άρθρου 13 συνάγεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζουν τα ζώα ως έμβια όντα με αισθήματα και ανάγουν την προστασία τους σε «ενωσιακή αξία», σε έναν εκ τους στόχους της πολιτικής της Ένωσης. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση καλής μεταχείρισης των ζώων, και συνακόλουθα η λήψη μέτρων προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσης.
Ένα μέτρο προς αυτήν την κατεύθυνση θα αποτελούσε, παραδείγματος χάριν, η κατοχύρωση της συνταγματικής προστασίας των ζώων από τα κράτη μέλη. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Φινλανδίας, όπου εκδηλώθηκε η πρώτη πρωτοβουλία συνταγματικής αναθεώρησης προερχόμενη από πολίτες, οι οποίοι υπέβαλαν την 14η Δεκεμβρίου 2023 πρόταση προσθήκης δικαιωμάτων των ζώων ως αισθανόμενων όντων στο Σύνταγμα, μαζί με τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς, όπως αναφέρεται στην πρόταση, «Αν και τα δικαιώματα των ζώων και τα δικαιώματα των ανθρώπων δεν είναι τα ίδια, είναι κατ' αρχήν ισοδύναμα όταν σταθμίζονται μεταξύ τους».
Κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών, φαίνεται, πράγματι, ότι διανύεται μία νέα εποχή, η οποία διέπεται από μία κοινωνική, πολιτική, επιστημονική και νομική τάση, που ωθεί προς την υιοθέτηση μιας στάσης πιο φιλικής προς τα ζώα.Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται συχνά με τον όρο ‘’animal turn’’, δηλαδή την «μετα-στροφή», την υιοθέτηση της οπτικής που αντιμετωπίζει τα ζώα όχι ως ιδιοκτησία, αλλά ως ξεχωριστές οντότητες, ως υπάρξεις με δική τους αξία.
Καταβάλλονται προσπάθειες, προκειμένου να παύσει πλήρως ή έστω να μειωθεί σημαντικά η χρήση ζώων στην ερευνητική δραστηριότητα.Tο 2018, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πραγματοποιήθηκαν δοκιμές σε 8,8 εκατομμύρια ζώα, το 2019 σε 8,5 εκατομμύρια, ενώ το 2020 σε 7,9 εκατομμύρια.Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός μειώνεται, παραμένει εξαιρετικά υψηλός. Αυτό μάλλον καταδεικνύει ότι η Ένωση (και τα κράτη μέλη), αν και σημειώνουν σταθερή πρόοδο, δεν έχουν επιτύχει ακόμη τον στόχο τους, να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους τις απαιτήσεις καλής διαβίωσης των ζώων ως ευαίσθητων όντων κατά τη διαμόρφωση και την εφαρμογή της πολιτικής της, μεταξύ άλλων, στον τομέα της έρευνας.
Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονηθεί το γεγονός ότι εκτός από τις «φωνές» που παρακινούν προς την πλήρη και απόλυτη απαγόρευση του ‘’animal testing’’, διατυπώνονται και απόψεις εκ διαμέτρου αντίθετες ή περισσότερο μετριοπαθείς. Σε πρόσφατη δημοσίευσή του, το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών της Ελβετίαςκρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις πρωτοβουλίες που σχετίζονται με την καθολική απαγόρευση των πειραμάτων σε ζώα. Αν και το 79% των ψηφοφόρων απέρριψε σχετική πρόταση που είχε τεθεί σε δημοψήφισμα τον Φεβρουάριο του 2022ο δημόσιος διάλογος αναζωπυρώθηκε πρόσφατα με διάφορες ακτιβιστικές οργανώσεις να συλλέγουν εκ νέου υπογραφές για διεξαγωγή δημοψηφίσματος- εξέλιξη διόλου απίθανη δεδομένου του αριθμού των συλλεχθεισών υπογραφών.Η λαϊκή ετυμηγορία θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, και πάλι αρνητική στην πρωτοβουλία ‘’Ja zum Tier- und Menschenversuchsverbot (Yes to a ban on animal and human experiments)’’, ωστόσο, αυτή η κινητικότητα στο πεδίο έχει προβληματίσει την επιστημονική κοινότητα. Η καθολική απαγόρευση των πειραμάτων σε ζώα θα σήμανε το τέλος των ερευνών για την θεραπεία ασθενειών, θα καθιστούσε την Ελβετία από πρωτοπόρο στις επιστημονικές εξελίξεις, παρία της ερευνητικής κοινότητας, ενώ θα επέφερε ενδεχομένως αντίθετα αποτελέσματα για την προστασία των ζώων, με τις έρευνες να μεταφέρονται σε χώρες με πιο ελαστικό προστατευτικό πλαίσιο.
Άραγε, είναι έτοιμη, η Ένωση και, πρωτίστως, η χώρα μας να διαβεί το κατώφλι της καθολικής απαγόρευσης των δοκιμών σε ζώα ή υπάρχουν βήματα που μπορούν και πρέπει να μεσολαβήσουν μέχρι τότε, προκειμένου αφενός να καταστεί πληρέστερη και αποτελεσματικότερη η προστασία των ζώων και αφετέρου να λάβει χώρα η ανωτέρω μετάβαση ομαλά; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει μία – έστω και προσωρινή – απάντηση το παρόν.
2. Ισχύον επίπεδο προστασίας
Α. Γενικές αρχές που διέπουν την χρήση ζώων στην έρευνα
Λαμβάνοντας ως αφετηρία το καθήκον προστασίας των ζώων, όπως αυτό εκτείνεται και στα ζώα τα οποία προορίζονται για αξιοποίηση στην έρευνα, οδηγούμαστε στον εντοπισμό της πρακτικής εφαρμογής ορισμένων γενικών αρχών που διέπουν το καθεστώς των ζώων στην έρευνα. Οι θεμελιώδεις αρχές που υιοθετούνται από ευρύτατο νομοθετικό φάσμα, σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο
περιγράφονται από τους σκοπούς της αντικατάστασης, της μείωσης και της βελτίωσης (Replacement, Reduction και Refinement) για τις οποίες χρησιμοποιείται η συντομογραφία “3Rs”.
H αρχική ιδέα των 3Rs διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1959, ως πρόταση από τον Rex Burch και τον William Russell, στην μελέτη τους με τίτλο “The Principles of Humane Experimental Techniques”. Στην εν λόγω μελέτη, οι Burch και Russell εισάγουν την πρόταση των 3Rs ως βασικές αρχές οι οποίες οφείλουν να εφαρμόζονται από τους αρμόδιους ερευνητές κατά την χρήση ζώων στην πειραματική βιοιατρική έρευνα. Παρά την σημαντική χρονική καθυστέρηση της ευρείας υιοθέτησης των αρχών αυτών, τα 3Rs αποτελούν πλέον την βάση της σχετικής νομοθεσίας παγκοσμίως.
Ξεκινώντας με την αρχή της αντικατάστασης (Replacement), η οποία περιγράφει και τον τελικό στόχο της εξάλειψης της χρήσης ζώων για ερευνητικούς σκοπούς, διαπιστώνεται ότι συμβολίζει την ανάπτυξη και χρήση εναλλακτικών μεθόδων που δεν περιλαμβάνουν την χρήση ζώων κατά την διεξαγωγή τους.Η αντικατάσταση αναφέρεται σε τεχνολογίες ή προσεγγίσεις που αντικαθιστούν τη χρήση ζώων σε πειράματα όπου διαφορετικά θα χρησιμοποιούνταν ζώα.Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προστασία των σπονδυλωτών ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς, μία διαδικασία δε χρησιμοποιείται όταν μπορεί να προσφύγει κανείς λογικά και πρακτικά σε μία άλλη επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο, που να μην απαιτεί τη χρησιμοποίηση ζώου.Η έννοια της αντικατάστασης διακρίνεται περαιτέρω σε δύο ειδικότερες κατηγορίες, την απόλυτη ή πλήρη αντικατάσταση, και την σχετική ή μερική αντικατάσταση. Αφενός, η πλήρης αντικατάσταση αναφέρεται σε μεθόδους που αντικαθιστούν καθολικά τη χρήση ζώων για ερευνητικούς και πειραματικούς σκοπούς. Περιλαμβάνει την συμμετοχή εθελοντών (ανθρώπων) στα πειράματα, την χρήση ιστών και κυττάρων (in vitro), την αξιοποίηση μαθηματικών και υπολογιστικών μοντέλων και καθιερωμένων κυτταρικών σειρών (in silico), και εν γένει οποιαδήποτε μέθοδο δεν απαιτεί την χρήση ζωικών οργανισμών για την διεξαγωγή ενός πειράματος. Αφετέρου, η μερική αντικατάσταση επιτρέπει τη χρήση ορισμένων ζώων που, με βάση την τρέχουσα επιστημονική σκέψη, δεν λογίζονται ως συναισθανόμενα όντα, ικανά να υποφέρουν. Τέτοια όντα είναι τα ασπόνδυλα όπως η Drosophila, τα νηματώδη σκουλήκια και οι αμοιβάδες, καθώς και ανώριμες μορφές σπονδυλωτών. Η μερική αντικατάσταση περιλαμβάνει, επίσης, τη χρήση πρωτογενών κυττάρων και ενδεχομένως ιστών, οι οποίοι λαμβάνονται από ζώα που θανατώνονται αποκλειστικά για το σκοπό αυτό· δεν προηγείται δηλαδή χρήση τους σε επιστημονική διαδικασία που δύναται να προκαλέσει πόνο.
Η αρχή της μείωσης (Reduction), αφορά την μείωση της χρήσης ζώων στην έρευνα, σε εκείνες τις περιπτώσεις που αυτό είναι εφικτό. Πρόκειται για την αρχή η οποία στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του αριθμού των ζώων που χρησιμοποιούνται σε πειράματα, με την συλλογή των απαραίτητων δεδομένων με το μικρότερο δυνατό αριθμό ζώων ή την παραγωγή μεγαλύτερου αριθμού δεδομένων από τον ίδιο αριθμό ζώων. Στην βάση της εν λόγω αρχής εντάσσονται μέθοδοι που συμβάλλουν στην απόκτηση συγκρίσιμων επιπέδων πληροφοριών με τη χρήση λιγότερων ζώων. Προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός των ζώων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα, η ερευνητική κοινότητα θα πρέπει να στραφεί σε στρατηγικές, όπως ο κατάλληλος πειραματικός σχεδιασμός, η σωστή στατιστική αξιολόγηση, η κοινή χρήση πόρων ή/και ζώων και μέθοδοι επαναλαμβανόμενης δειγματοληψίας από το ίδιο ζώο, κατόπιν έγκρισης από εκπαιδευμένο υπεύθυνο κτηνίατρο, και τους υπευθύνους παρακολούθησης ευζωίας των ζώων. Στο πλαίσιο αυτό ωστόσο, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η μείωση του αριθμού των χρησιμοποιούμενων ζώων εξισορροπείται με τυχόν πρόσθετη ταλαιπωρία που μπορεί να προκληθεί από την επαναλαμβανόμενη χρήση τους. Επομένως, η μείωση του πληθυσμού των ζώων που συμμετέχουν στην έρευνα θα πρέπει να προκύπτει κατόπιν στάθμισης της με τον πόνο ή την ταλαιπωρία που προκαλείται, και σε κάθε περίπτωση αφότου έχει εξεταστεί και αποκλειστεί η δυνατότητα της αντικατάστασης.
Τέλος, μέσω της αρχής της βελτίωσης (Refinement), παγιώνεται η ανάγκη τελειοποίησης των πειραματικών διαδικασιών, ώστε να προκαλούν όσο το δυνατόν λιγότερη ταλαιπωρία, πόνο και ανησυχία στα ζώα που αξιοποιούνται στην έρευνα, τόσο κατά την διάρκεια αυτής όσο και μακροχρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται και η σωστή επιλογή ειδών με απλούστερο νευρικό σύστημα, με το σκεπτικό ότι αυτά έχουν ενδεχομένως μειωμένη ικανότητα για πολύπλοκες εμπειρίες. Πρόκειται στην ουσία για την ένταξη της ευζωίας των ζώων (animal welfare) στο πεδίο των ζώων εργαστηρίου. Η βελτίωση εφαρμόζεται σε όλες τις πτυχές της χρήσης των ζώων, από τη στέγαση και την εκτροφή τους μέχρι τις επιστημονικές διαδικασίες που εκτελούνται σε αυτά. Παραδείγματα πρακτικής εφαρμογής της εν λόγω αρχής περιλαμβάνουν τη διασφάλιση ότι τα ζώα στεγάζονται με τρόπο που να επιτρέπει την έκφραση συμπεριφορών ειδικών για το είδος, τη χρήση κατάλληλης αναισθησίας και αναλγησίας για την ελαχιστοποίηση του πόνου και την εκπαίδευση των ζώων να συνεργάζονται με τις διαδικασίες για την ελαχιστοποίηση τυχόν άγχους. Έχει διαπιστωθεί ότι ο πόνος και η ταλαιπωρία μπορούν να μεταβάλλουν τη συμπεριφορά, τη φυσιολογία και την ανοσολογία ενός ζώου. Τέτοιες μεταβολές μπορεί να οδηγήσουν σε διαφοροποίηση των πειραματικών αποτελεσμάτων που μειώνει τόσο την αξιοπιστία όσο και την επαναληψιμότητα των μελετών .
Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν σημειωθεί πολλές προσπάθειες προώθησης της σημασίας ενσωμάτωσης των αρχών των 3Rs και κατάρτισης σχετικά με την υλοποίησή τους στις εργαστηριακές πρακτικές. Κύριο παράδειγμα αποτελούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι πρωτοβουλίες του εργαστηρίου αναφοράς της Ε.Ε. Για εναλλακτικές λύσεις στις δοκιμές σε ζώα (EURL ECVAM). Το EURL ECVAM έχει συμμετάσχει σε ποικίλες δράσεις εκπαιδευτικού και επιμορφωτικού χαρακτήρα με κύριες στοχεύσεις την κατάρτιση και την αύξηση ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με τις αρχές των 3Rs και των εναλλακτικών μεθόδων και προσεγγίσεων σε επίπεδα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πανεπιστημίου και πρώιμης επαγγελματικής κατάρτισης μέσα από εκθέσεις, αναφορές, διαδικτυακά μαθήματα και σεμινάρια.
Β. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο
Η πραγμάτωση των γενικών αρχών των 3Rs αλλά και το γενικότερο καθήκον προστασίας, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, επιτυγχάνεται μέσω της ενσωμάτωσης αυτών σε θεμελιώδη νομοθετικά κείμενα, σε εθνικό, ενωσιακό, διεθνές και διακρατικό επίπεδο. Ο βαθμός εκπλήρωσης του καθήκοντος προστασίας θα διαπιστωθεί μέσω της επισκόπησης σημαντικών νομοθετικών ρυθμίσεων που διέπουν το καθεστώς της χρήσης ζώων για ερευνητικούς και πειραματικούς σκοπούς.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρατηρείται μια δυναμική στροφή της νομοθεσίας προς την υιοθέτηση των αρχών που συγκροτούνται και προκύπτουν από το καθήκον προστασίας, η οποία συμβάλλει στην διαμόρφωση ενός ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου το οποίο οριοθετεί και ελέγχει την χρήση ζώων για ερευνητικούς και πειραματικούς σκοπούς και την διαβίωσή τους στις ερευνητικές εγκαταστάσεις. Χρονικά προγενέστερο νομοθετικό κείμενο αποτελεί η
«Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Σπονδυλωτών Ζώων που Χρησιμοποιούνται για Πειραματικούς και Άλλους Σκοπούς» (εφεξής «Σύμβαση»), που υπογράφηκε στο Στρασβούργο το 1986, και κατά παγκόσμια πρωτοτυπία θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο θεμελιώδες πλαίσιο προστασίας για τα ζώα που χρησιμοποιούνται στην έρευνα, αναγνωρίζοντας αυτά ως συναισθανόμενα όντα και οιονεί υποκείμενα ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Όπως ρητά αναφέρει το άρθρο 9 της Σύμβασης, πρόκειται για ένα ελάχιστο προστατευτικό πλαίσιο, και σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη αποθαρρύνονται ή εμποδίζονται από το να νομοθετήσουν ακόμα αυστηρότερα προστατευτικά μέτρα. Η Σύμβαση επιτρέπει τη χρήση ζώων μόνο για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως η πρόληψη ασθενειών, η περιβαλλοντική προστασία και η επιστημονική έρευνα, και μόνο όταν δεν υπάρχει εναλλακτική μέθοδος. Θέτει αυστηρές προδιαγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης, απαιτώντας επαρκή χώρο, τροφή, νερό και ιατρική φροντίδα, ενώ επιβάλλει τη χρήση αναισθησίας ή αναλγησίας σε επώδυνες διαδικασίες. Βάσει της Σύμβασης, καθορίζονται οκτώ συγκεκριμένα είδη ζώων η χρήση των οποίων προβλέπεται για ερευνητικούς σκοπούς, όπως ορισμένα είδη τρωκτικών και πτηνών, σκύλοι και γάτες, και τα οποία πρέπει να προέρχονται αποκλειστικά από εγκεκριμένες εγκαταστάσεις εκτροφής, απαγορεύοντας ρητά τη χρήση αδέσποτων ζώων. Μετά το πέρας των πειραμάτων, προβλέπεται είτε η κατάλληλη φροντίδα για ανάρρωση είτε η ανθρώπινη ευθανασία, με περιορισμένες δυνατότητες επανένταξης στο φυσικό περιβάλλον. Βάσει των διατάξεων της σύμβασης, απαιτείται η συλλογή και δημοσίευση στατιστικών στοιχείων, προτάσσεται η διακρατική συνεργασία για την αποφυγή περιττών επαναλήψεων πειραμάτων, και προβλέπονται τακτικές συναντήσεις για την αξιολόγηση και πιθανή αναπροσαρμογή των κανονισμών. Το ισχύον νομικό πλαίσιο «για την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς»στην ΕΕ συμπληρώνεται από την Οδηγία 2010/63/ΕΕ και αποτελεί ένα από τα αυστηρότερα πρότυπα δεοντολογίας και καλής διαβίωσης παγκοσμίως. Εφαρμόστηκε επίσημα σε ολόκληρη την Ε.Ε. από την 1η Ιανουαρίου 2013, αντικαθιστώντας την Οδηγία 86/609/ΕΟΚ, και θεμελιώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των σπονδυλωτών ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς. Η νέα Οδηγία αποσκοπεί στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου καλής μεταχείρισης των ζώων, σταθμιζοντας την παράλληλα με τα συμφέροντα της επιστημονικής έρευνας. Οι γενικές αρχές των 3Rs ενσωματώνονται στο κείμενο της ενωσιακής Οδηγίας μέσω της διάταξης του άρθρου 4 αυτής, ενώ στα άρθρα 38 και 40 της Οδηγίας ρυθμίζεται η διαδικασία αξιολόγησης και έγκρισης των ερευνητικών έργων, η οποία διέπεται αυστηρά από τις αρχές της αντικατάστασης, της μείωσης και της βελτίωσης. Η πρόβλεψη για τις αρμόδιες αρχές και την σύσταση εθνικής επιτροπής σε επίπεδο κρατών- μελών, διαδραματίζει καίριο ρόλο για την διασφάλιση της τήρησης των απαραίτητων αρχών και εκπλήρωσης του καθήκοντος προστασίας των ζώων που προορίζονται για χρήση στην έρευνα. Στο πλαίσιο και εντός των ορίων που διαμορφώνονται από την αρχή της βελτίωσης (Refinement), η Οδηγία προβλέπει την σύσταση και λειτουργία φορέων καλής μεταχείρισης των ζώων που φιλοξενούνται σε κάθε είδους εγκατάσταση, εκτροφείο, εργαστήριο, προμηθευτή και χειριστή, ενώ με βάση την μείωση του πόνου και την ελαχιστοποίηση του βασανισμού, προβλέπεται και η αποφυγή της αδικαιολόγητης επανάληψης των διαδικασιών κατά την έρευνα σε ζώα. Η Οδηγία 2010/63/ΕΕ είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα σε ολόκληρη την ΕΕ. Εκτός από την προώθηση των 3Rs, η ενωσιακή Οδηγία επιδιώκει να δημιουργήσει την εναρμόνιση και ισότιμους όρους του ανταγωνισμού μεταξύ προμηθευτών, ερευνητών και εκτροφέρων, την αυστηρότητα στην αδειοδότηση και την εποπτική διαδικασία επί των ερευνητικών έργων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η χρήση των ζώων είναι επαρκώς δικαιολογημένη και δεοντολογική και την διαφάνεια και την παρακολούθηση με την απαίτηση για πρόσβαση του κοινού σε μη τεχνικές περιλήψεις έργων και στατιστικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση ζώων μέσω βάσεων δεδομένων όπως η «ALURES». Επιβάλλεται επίσης στο πλαίσιο του ελέγχου και της διατήρησης της διαφάνειας των διαδικασιών, η διενέργεια τακτικών επιθεωρήσεων στις εγκαταστάσεις για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης. Η έμφαση της Οδηγίας στις ηθικές εκτιμήσεις, τη διαφάνεια και το πλαίσιο των 3Rs παίζει ζωτικό ρόλο στην επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της καλής μεταχείρισης των ζώων και των αναγκών της επιστημονικής προόδου. Τέλος, η ενωσιακή νομοθεσία, έχει κάνει σημαντικά βήματα για την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται σε εργαστηριακές δοκιμές, ιδίως στον τομέα της έρευνας για παραγωγή καλλυντικών προϊόντων. Με την διαδοχική θέσπιση τριών χαρακτηριστικών νομοθετημάτων, επιχειρήθηκε να σηματοδοτηθεί ένα τέλος στην χρήση ζώων για τους σκοπούς της βιομηχανίας καλλυντικών και προϊόντων αισθητικής. Η χρήση ζώων, ως απολύτως έσχατη λύση, με την παράλληλη προώθηση εναλλακτικών μεθόδων και ηθικότερων πρακτικών κατά την αξιολόγηση ασφάλειας των προϊόντων, εισήχθη αρχικώς το 1976, ως νομοθετική πρόβλεψη μέσω της Οδηγίας 76/768/ΕΟΚ. Καθώς όμως δεν εξασφαλίστηκε η πλήρης απαγόρευση των δοκιμών σε ζώα για τους ως άνω αναφερόμενους σκοπούς, η Οδηγία 76/768/ΕΟΚ τροποποιήθηκε το 2003 από την Οδηγία 2003/15/ΕΚ, με την οποία προβλέφθηκε η στοχοθεσία της πλήρους απαγόρευσης των δοκιμών σε ζώα για καλλυντικά έως το 2013, μέσω της απαγόρευσης διάθεσης “καλλυντικών προϊόντων, των οποίων η τελική σύνθεση, τα συστατικά ή οι συνδυασµοί συστατικών έχουν δοκιµασθεί σε ζώα” και της πλήρους απαγόρευσης δοκιμών σε ζώα για τους σκοπούς παραγωγής των εν λόγω προϊόντων. Η θεσμοθέτηση του χρονοδιαγράμματος της απαγόρευσης αυτής, οδήγησε στην εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009, με την οποία απαγορεύθηκε τελικώς από τις 11 Μαρτίου του 2013 η διάθεση στην αγορά καλλυντικών προϊόντων που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα, ανεξάρτητα από το πού διεξήχθη η δοκιμή . Βάσει αυτού συνάγεται ότι επιτρέπεται η διάθεση προϊόντων για τα οποία έχει γίνει χρήση πειραματισμού σε ζώα και που είχαν ήδη κυκλοφορήσει στην αγορά πριν την έναρξη ισχύος του Κανονισμού. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν προκύπτουν σοβαρές ανησυχίες για το κατά πόσον είναι ασφαλές ένα υπάρχον συστατικό που χρησιμοποιείται σε καλλυντικά, ένα κράτος μέλος δύναται να ζητήσει από την Επιτροπή να χορηγήσει παρέκκλιση από τις παραπάνω απαγορεύσεις . Η απαγόρευση αυτή καλύπτει τόσο τα τελικά προϊόντα όσο και τα συστατικά τους. Ο κανονισμός αυτός, διαμορφώνει σε τελικό στάδιο και την σύγχρονη πραγματικότητα στον ευρωπαϊκό χώρο. Για σημαντικό χρονικό διάστημα, βασικό κενό στην ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού, προκαλούσε η ύπαρξη νομοθεσίας, όπως ο Κανονισμός για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH, εφεξής Κανονισμός REACH), που σε αντίθεση με τα ως άνω εκτεθέντα, απαιτεί την διεξαγωγή δοκιμών σε ζώα για τον έλεγχο της τοξικότητας στον άνθρωπο και στο περιβάλλον, εγείροντας προβληματισμούς για την αντίφαση αυτή, αλλά και ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα της ισχύουσας νομοθεσίας. Το ζήτημα αυτό επιλύθηκε με πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (της 22ας Νοεμβρίου 2023), με την οποία απεφάνθη σχετικά με τις δοκιμές σε ζώα για συστατικά καλλυντικών στο πλαίσιο του Κανονισμού REACH. Το Δικαστήριο προέβη σε εξέταση των διατάξεων του άρθρου 18 παρ.1 του Κανονισμού 1223/2009 και του Κανονισμού 1907/2006 (REACH) όσον αφορά τις δοκιμές σε ζώα, και διευκρίνισε, μεταξύ άλλων και ότι οι δύο Κανονισμοί διαθέτουν την ίδια ισχύ, οι δύο Κανονισμοί αξιολογούν με διαφορετικό τρόπο την επικινδυνότητα για τον άνθρωπο, με τον Κανονισμό REACH να αναφέρεται στο σύνολο των κινδύνων που μπορεί να προκύψουν κατά την διάρκεια ζωής ενός προϊόντος και τον Κανονισμό για τα καλλυντικά προϊόντα να αφορά την ασφαλή χρήση των τελικών χρηστών. Βάσει των ανωτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα συστατικά των καλλυντικών επιτρέπεται να δοκιμάζονται σε ζώα για τους σκοπούς του Κανονισμού REACH.
Σε εθνικό επίπεδο, το ισχύον εγχώριο νομικό πλαίσιο έχει ως βάση το Προεδρικό Διάταγμα 56/2013 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2010/63/ΕΕ σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς, με το οποίο εναρμονίζεται η εθνική έννομη τάξη με την ενωσιακή Οδηγία. Η εφαρμογή του επιβλέπεται από τη Διεύθυνση Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε συνεργασία με τις περιφερειακές κτηνιατρικές υπηρεσίες, όπως ρυθμίζεται βάσει των επιταγών του άρθρου 59 της Οδηγίας. Το διάταγμα προβλέπει τη σύσταση Εθνικής Επιτροπής (Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων), για την ευζωία των ζώων και θέτει αυστηρές προδιαγραφές για το προσωπικό των εγκαταστάσεων. Απαιτείται ειδική εκπαίδευση και κατάρτιση για όσους εκτελούν πειράματα. Ειδικότερα, Υπεύθυνοι Πρωτοκόλλων τα οποία περιλαμβάνουν και χειρουργικές επεμβάσεις, και οι οποίοι έχουν την καθολική ευθύνη του ερευνητικού προγράμματος, επιτρέπεται να καθίστανται μόνο πτυχιούχοι Κτηνιατρικής, Ιατρικής, Οδοντιατρικής, Φαρμακευτικής ή Βιολογικών επιστημών, ενώ καθ’ υπαγόρευση της Οδηγίας προβλέπεται η ύπαρξη υπεύθυνου κτηνιάτρου, με εξειδίκευση στην ιατρική των ζώων εργαστηρίου και επιτροπή παρακολούθησης και γνωμοδότησης για την ευζωία των ζώων και αμφότεροι δρουν με γνώμονα την ευζωία και την καλή μεταχείριση των ζώων.Θετικό σημείο αποτελεί η συμπερίληψη των πρωτοκόλλων χειρουργικών διαδικασιών στο άρθρο 39 του ΠΔ 56/2013, ως εξειδίκευση των γενικώς αναφερομένων στην ευρωπαϊκή Οδηγία, θεσπίζοντας έτσι αυστηρότερες προδιαγραφές για την αδειοδότηση των πειραμάτων, από την ελάχιστη προστασία που προβλέπεται στην Οδηγία. Στις αρμοδιότητες της επιτροπής παρακολούθησης και γνωμοδότησης για την ευζωία των ζώων, του άρθρου 25 του προεδρικού διατάγματος, εντάσσονται α) η παροχή συμβουλών στο προσωπικό που ασχολείται με τα ζώα, σχετικά με θέματα που αφορούν την ευζωία των ζώων όσον αφορά την απόκτηση, παροχή στέγης, φροντίδα και χρήση τους, β) η ενημέρωση του προσωπικού σε σχέση με την εφαρμογή των απαιτήσεων για την εκπλήρωση των 3Rs και η συνεχής παροχή πληροφοριών για τις σύγχρονες τεχνικές και επιστημονικές εξελίξεις σε σχέση με την εφαρμογή των απαιτήσεων αυτών, γ) η θέσπιση και επανεξέταση εσωτερικών λειτουργικών διαδικασιών σχετικά με την παρακολούθηση, υποβολή εκθέσεων και ανάδραση, που αφορούν την ευζωία των ζώων τα οποία στεγάζονται ή χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση, δ) εποπτεία της εξέλιξης και του αποτελέσματος των πρωτοκόλλων, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες στα ζώα που χρησιμοποιούνται, και παροχή συμβουλών ως προς στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν περαιτέρω στην αντικατάσταση, μείωση και βελτίωση και ε) συμβουλές σχετικά με τα προγράμματα επανένταξης, περιλαμβανομένης της κατάλληλης κοινωνικοποίησης των ζώων που προορίζονται για επιστροφή στον αρχικό βιότοπο. Προβλέπεται κατάταξη των διαδικασιών βάσει δριμύτητας, σε i) ήπιες, ii) μέτριες, iii) βαριές και iv) χωρίς ανάνηψη, με υποχρεωτική χρήση αναισθησίας και αναλγησίας όπου απαιτείται. Η επαναχρησιμοποίηση ζώων επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, βάσει της εναρμόνισης με την ενωσιακή Οδηγία και τις αρχές των 3Rs. Το κείμενο του προεδρικού διατάγματος, σε πλήρη συμφωνία με το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που θεσπίζεται από την Οδηγία, περιορίζει τη χρήση ζώων σε συγκεκριμένους σκοπούς, όπως βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, ανάπτυξη φαρμάκων, προστασία περιβάλλοντος και εκπαίδευση. Απαγορεύεται η χρήση ζώων σε πειράματα για καλλυντικά, ενώ κάθε διαδικασία πρέπει να σταθμίζει το όφελος έναντι της βλάβης στα ζώα. Σύμφωνα με τον κυρωτικό μηχανισμό που θεσπίζεται με το προεδρικό διάταγμα στο άρθρο 50, προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα για τις παραβάσεις των διατάξεων, χωρίς να παρατηρείται κάποια επιπλέον αυστηροποίηση στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας της Ελλάδας ώς κράτος μέλος να διαμορφώσει την σχετική ρύθμιση. Τέλος, όσον αφορά τα ερευνητικά κέντρα στην Ελλάδα, αυτά υπάγονται στο νόμο 4310/2014για την ρύθμιση της λειτουργίας και του τρόπου διοίκησης τους και έπειτα το καθένα διαθέτει το δικό του εσωτερικό κανονισμό και οργανόγραμμα. Αυτό που είναι κοινό και αφορά τη χρήση ζώων, όπου αυτή διενεργείται, είναι η θετική έγκριση της Επιτροπής Ηθικής και Δεοντολογίας της Έρευνας (ΕΗΔΕ, Κεφάλαιο Ε’) που περιλαμβάνει τμήμα για την ηθική αξιολόγηση της χρήσης των ζώων, σε συμφωνία πάντα με την Επιτροπή Αξιολόγησης Πρωτοκόλλων, όπως ορίζεται στο Π.Δ. 56/2013.
Όπως προκύπτει από την αρχή της ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου από τα κράτη- μέλη, το νομικό πλαίσιο προστασίας των ζώων στην έρευνα μεταξύ των επιμέρους κρατών- μελών της Ένωσης σε εθνικό επίπεδο, διατηρεί ομοιομορφία λόγω της ενσωμάτωσης της ενωσιακής Οδηγίας, ενώ εμφανίζει ένα μικρό αριθμό αποκλίσεων μεταξύ των διατάξεων των εθνικών νομοθετημάτων. Έτσι, αποκλίσεις προκύπτουν σε πεδία στα οποία η θέσπιση ρυθμίσεων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια κρατών- μελών, όπως για παράδειγμα στον καθορισμό των διοικητικών μηχανισμών ελέγχου κατά την οποία κράτη- μέλη όπως η Ολλανδία προβλέπουν συγκεντρωτικά την απονομή ελεγκτικών, εποπτικών και κυρωτικών αρμοδιοτήτων μέσω του αρμόδιου Υπουργούσε μια ανεξάρτητη Αρχή (Ολλανδική Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων και Καταναλωτικών Προϊόντων), σε αντίθεση με τα ισχύοντα σε κράτη όπως η Ελλάδα, όπου η σχετική νομοθεσία προβλέπει εποπτεία σε περιφερειακό επίπεδοκαι η Γερμανία, στην οποία ο έλεγχος και η εφαρμογή του νόμου τηρείται σε ομοσπονδιακό επίπεδοως άνω λεχθέντα περί απλής επιβολής διοικητικών προστίμων σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία. Αντίστοιχες αποκλίσεις παρατηρούνται και σε λοιπά σημεία των εθνικών νομοθεσιών, όπως οι απαιτήσεις του απασχολούμενου προσωπικού, οι κυρωτικοί μηχανισμοίαλλά ακόμη και το ίδιο το πεδίο προστασίας, καθώς παρατηρούνται ισχυρότερες απαγορεύσεις μέσω του περιορισμού των τομέων έρευνας στους οποίους επιτρέπεται η χρήση ζώων μέσω εθνικών νομοθεσιών, όπως ο γερμανικός Tierschutzgesetz, στον οποίο προβλέπεται επιπλέον απαγόρευση διεξαγωγής έρευνας για σκοπούς σχετιζόμενους με την ανάπτυξη και παραγωγή όπλων, πυρομαχικών και προϊόντων καπνού.
Ωστόσο, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συγκριτική επισκόπηση του ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου προστασίας των ζώων στην έρευνα, με αυτά των κρατών εκτός της Ένωσης. Η Ελβετία, κατατασσόμενη στην 8η θέση στον Παγκόσμιο Δείκτη Προστασίας των Ζώων, παρουσιάζει ένα ευρύ νομοθετικό πλαίσιο προστασίας, βασιζόμενο στα βασικά κανονιστικά της κείμενα, ήτοι τον Νόμο για την Προστασία των Ζώων στην Έρευνα (Swiss Animal Welfare Act- Tierschutzgesetz- TSchG, εφεξής «Νόμος») και το Διάταγμα για την Προστασία των Ζώων (AniPo), όπως αυτά συμπληρώνονται από το Εθνικό Ερευνητικό Πρόγραμμα ΄Advancing 3R’ (79NRP), και την τελευταία αξιοσημείωτη αλλαγή, προϊόν της ανατροφοδότησης της επιστημονικής κοινότητας από την κοινωνία των πολιτών, τη Συμφωνία Διαφάνειας για τα Ζώα στην Έρευνα, (Swiss Transparency Agreement on Animal Research- STAAR). Καίτοι ευρωπαϊκή και ελβετική νομοθεσία βασίζονται σε κοινές γενικές και θεμελιώδεις αρχές, θεσπίζοντας αντίστοιχους βασικούς άξονες, καθίσταται σαφής η εντονότερη έμφαση που δίνεται στην διαφάνεια σύρω από τις δοκιμές σε ζώα και το πλαίσιο λειτουργίας τους, από τις διατάξεις του ελβετικού Νόμου και το περιεχόμενο της Συμφωνίας Διαφάνειας για τα Ζώα στην Έρευνα (STAAR).Συστηματικότερη παρουσιάζεται και η προσπάθεια πλήρους πραγμάτωσης των αρχών της αντικατάστασης μείωσης και βελτίωσης στην Ελβετία, καθώς το πρόγραμμα 'Advancing 3R', με προϋπολογισμό 22 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα και πενταετή διάρκεια, στοχεύει στην ανάπτυξη καινοτόμων μεθόδων για την αντικατάσταση των ζώων στην έρευνα, ενώ αξιοσημείωτες είναι και οι δράσεις προώθησης και ενίσχυσης του δημόσιου διαλόγου σχετικά με τη μεταχείρισή τους και το ζήτημα των δοκιμών σε ζώα εν γένει. Όσον αφορά τα κράτη εκτός συνόρων της ευρωπαϊκής ηπείρου, μεγάλο ενδιαφέρον εμφανίζει η προστατευτική νομοθεσία της Ινδίας για τα ζώα στην έρευνα. Πρόκειται για μια χώρα στενά συνδεδεμένη στην πολιτιστική της παράδοση με τις θρησκευτικές παραδόσεις του Ινδουισμού, του Τζαϊνισμού και του Βουδισμού, που προωθούν την αρχή της μη βίας (ahimsa), και ως εκ τούτου η συνειδητοποίηση της αξίας της ζωής όλων των ζώντων οργανισμών και η δέσμευση για την προστασία τους έχουν καθορίσει το ρυθμιστικό πλαίσιο, επηρεάζοντας τις αποφάσεις των αρμόδιων επιτροπών και διαμορφώνοντας ακόμα και τις πιο πρόσφατες εξελίξεις. Η χώρα πρωτοπόρησε το 2013 απαγορεύοντας τα πειράματα σε ζώα για την παραγωγή καλλυντικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένων και των επιμέρους συστατικών τουςκαι το 2014 την εισαγωγή τέτοιων προϊόντων, σημειώνοντας ανάλογη πρόοδο με αυτήν της Ε.Ε. Η ινδική νομοθεσία βασίζεται στο κανονιστικό κείμενο του «Νόμου περί Πρόληψης Κακοποίησης των Ζώων» ("Prevention of Cruelty to Animals Act") του 1960, που θέσπισε την Επιτροπή Ελέγχου και Εποπτείας Πειραμάτων σε Ζώα (CPCSEA),και στο σύνολο κανόνων του θεσμικού κειμένου «Κανόνες για την Εκτροφή και τα Πειράματα σε Ζώα» ("Breeding of and Experiments on Animals") του 1998. Το νομικό πλαίσιο καθορίζει αυστηρές προδιαγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων, απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό, και απαγορεύει περιττά ή επαναλαμβανόμενα πειράματα, θεσπίζοντας έτσι νομοθετικούς άξονες ανάλογους με αυτούς που ισχύουν στην ενωσιακή νομοθεσία. Αξιοσημείωτη πρόταση αποτελεί και η υιοθέτηση της πολιτικής των 4Rs, ως εξέλιξη της αρχής των 3Rs, εμπλουτίζοντας τις γενικές αρχές με αυτήν της Αποκατάστασης (Rehabilitation),με την παράλληλη προώθηση εναλλακτικών ερευνητικών μεθόδων, την πρόβλεψη σύστασης Επιτροπής Δεοντολογίας σε κάθε ερευνητικό ίδρυμα στη χώρα και την τήρηση λεπτομερών αρχείων σχετικά με τις ερευνητικές διαδικασίες. Τέλος, δεν θα ήταν πλήρης μια συγκριτική επισκόπηση του διεθνούς νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των ζώων στην έρευνα, χωρίς αναφορά στην νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α.). Στις ΗΠΑ, η νομοθεσία για την προστασία των ζώων στην έρευνα επιχειρεί να εξισορροπήσει την επιστημονική πρόοδο με την ευημερία των ζώων, κυρίως μέσω δύο βασικών νομικών πλαισίων. Αφενός, ο Νόμος για την Προστασία των Ζώων (Animal Welfare Act - AWA), ο οποίος ψηφίστηκε από το Αμερικανικό Κογκρέσο στις 24 Αυγούστου του 1966. Πρόκειται για το μοναδικό ομοσπονδιακό νομοθέτημα που ρυθμίζει τη μεταχείριση των ζώων στην έρευνα, θεσπίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διαβίωση και φροντίδα τους, απαιτώντας την ελαχιστοποίηση του πόνου και τη χρήση αναισθητικών όπου είναι απαραίτητο, ενώ εφαρμόζεται από το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA) σε όλες τις ερευνητικές εγκαταστάσεις (ιδιωτικές, εμπορικές, κρατικές, πανεπιστημιακές) μέσω της Υπηρεσίας Επιθεώρησης Υγείας των Ζώων και των Φυτών (APHIS). Βάσει του νόμου, κάθε ερευνητική δομή πρέπει να διαθέτει ειδική επιτροπή που περιλαμβάνει κτηνίατρο και εκπρόσωπο της κοινότητας προστασίας ζώων . Σημαντική πρόβλεψη του νόμου, κρίνεται η διακοπή της χρηματοδότησης των ερευνητικών φορέων ως κυρωτική ενέργεια κατόπιν παράβασης των διατάξεων του νόμου.Αφετέρου, το νομοθετικό πλαίσιο συμπληρώνεται από την πολιτική της Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας (Policy on Humane Care and Use of Laboratory Animals), η οποία αναφέρεται σε μία σειρά από κανονισμούς και κατευθυντήριες γραμμές, που εκδίδονται από το Public Health Service (PHS) και αφορούν την μεταχείριση των ζώων σε έρευνες που χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών των ΗΠΑ, ενώ μέσω της οποίας εισάγονται και προωθούνται οι αρχές των 3Rs.Η σημαντικότερη ρύθμιση του Οδηγούαφορά την πρόβλεψη για υποχρεωτική σύσταση πενταμελούς επιτροπής ελέγχου, της Institutional Animal Care and Use Committee (IACUC), με αρμοδιότητες στο πνεύμα της παρ. 2143 του 7 USC Ch. 54, κατά το πρότυπο του Animal Welfare Act. Εντύπωση προκαλεί ωστόσο το στενότατο πεδίο προστασίας των ανωτέρω νομοθετημάτων, καθώς από την προστασία των διατάξεων των εν λόγω κειμένων εξαιρείται σημαντικός αριθμός ζωικών ειδών, συμπεριλαμβανομένων των ποντικών, αρουραίων, ορισμένων πτηνών, ερπετών και ασπόνδυλων ζώων.Επιπλέον, σημειώνεται και ένα εξαιρετικά στενό πεδίο εφαρμογής, καθώς τόσο οι διατάξεις του AWA όσο και αυτές της PHS, εφαρμόζονται μόνο στους ερευνητικούς φορείς και εγκαταστάσεις οι οποίες είναι χρηματοδοτούμενες από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών των Η.Π.Α. Προς κάλυψη του κενού αυτού στην ομοσπονδιακή νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, λειτουργεί AAALAC International, ένας ιδιωτικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός με στόχο την βελτίωση της μεταχείρισης των ζώων στην έρευνα, μέσω ενός προγράμματος εθελοντικής προσχώρησης. Για τις ερευνητικές μονάδες με έδρα τις ΗΠΑ, η προσχώρηση στην AAALAC απαιτεί συμμόρφωση με τις ρυθμίσεις της Policy on Humane Care and Use of Laboratory Animals. Όλο και περισσότερες εταιρείες με έδρα τις Η.Π.Α. προσχωρούν στην AAALAC International, εξέλιξη που κρίνεται αναγκαία, ωστόσο ανεπαρκής. Δεν έχει θεσμοθετηθεί η υποχρέωση των ιδιωτικών οργανισμών πιστοποίησης να δημοσιεύουν τις αναφορές τους, αλλά ούτε και να λογοδοτούν στις ομοσπονδιακές αρχές ή την κοινωνία των πολιτών, δημιουργώντας μοιραία ένα κενό διαφάνειας.
Γ. Κενά και ελλείψεις κατά την εφαρμογή των νόμων
Ο βαθμός εκπλήρωσης του καθήκοντος προστασίας διαπιστώνεται τόσο μέσω της επισκόπησης της νομοθεσίας και των κανονιστικών κειμένων, όσο και μέσω της εποπτείας της ερμηνείας και εφαρμογής του. Βάσει των ως άνω εκτεθέντων, και με κοινό γνώμονα την προοπτική εξέλιξης και της εθνικής νομοθεσίας και βελτίωσης της εφαρμογής της , παρατηρούνται ορισμένα κενά που προκύπτουν από τις ρυθμίσεις του νόμου, τα οποία αναπόφευκτα οδηγούν σε πλημμέλειες κατά την εφαρμογή του. Τα βασικά κενά και οι ελλείψεις που εντοπίζονται, αφορούν τον τομέα των ελεγκτικών μηχανισμών και των πιστοποιήσεων εξειδίκευσης των απασχολούμενων ερευνητών και χρηστών.
Το βασικότερο κενό στην εθνική νομοθεσία, εντοπίζεται στο πεδίο των απαιτήσεων κατάρτισης του απασχολούμενου προσωπικού κατά τη διενέργεια πειραμάτων με τη χρήση ζώων. Εξαιρουμένου του «υπεύθυνου κτηνιάτρου», η πιστοποίηση της εξειδίκευσης του οποίου ορίζεται στο άρ. 24 ΠΔ 56/2013, οι δεξιότητες και οι γνώσεις των λοιπών απασχολούμενων αναφέρονται μεν στα άρ. 22, 23 και στο Παράρτημα V του άρ. 54 του Π.Δ., η πιστοποίηση δε αυτών δεν προβλέπεται σε κάποιο νομικό κείμενο, οδηγία ή οποιοδήποτε κανονιστικό πλαίσιο. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο νομοθέτης κατήργησε με το άρ. 47, παρ. 6 Ν 4830/2021 την παρ. 2 του άρ. 4 του Ν 1197/1981, όπου προβλεπόταν τουλάχιστον ότι η «εκτέλεσις πειραμάτων επί ζώων επιτρέπεται μόνον εις πτυχιούχους Κτηνιατρικής ή Ιατρικής Σχολής ή Σχολών Βιολογικών Επιστημών, οι οποίοι διαθέτουν τας απαραιτήτους επαγγελματικάς γνώσεις και την ικανότητα δια χειρουργικάς επεμβάσεις». Πλέον, ούτε αυτή η - ελάχιστη έστω – βεβαίωση ισχύει, εν αναμονή, πλέον των δέκα ετών, της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατ’ εφαρμογή της νομοθετικής εξουσιοδότησης της παρ. 3 του άρ. 22 ΠΔ 56/2013. Συνεπώς, εν προκειμένω καθίσταται εμφανές το κανονιστικό κενό που προκύπτει από την ελληνική έννομη τάξη ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
Στο πεδίο του ελεγκτικού μηχανισμού, σημειώνεται ανησυχία ως προς την αποτελεσματικότητα των διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται στις περιπτώσεις παράβασης των διατάξεων του Π.Δ. 56/2013 και προβλέπονται από το άρθρο 50. Το χαμηλό ύψος των διοικητικών προστίμων και οι περιορισμένες περιπτώσεις παραβάσεων που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία σχετικά με τις δοκιμές σε ζώα καθώς επηρεάζει άμεσα την εφαρμογή του προστατευτικού νομοθετικού πλαισίου για την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται σε ερευνητικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς. Παρόλη την αμφισβήτηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα της αυστηροποίησης των κυρώσεων ως μέσο προτροπής προς συμμόρφωση με τις διατάξεις των νόμων, η ανεπάρκεια των προβλεπόμενων διοικητικών προστίμων δεν λειτουργεί αποτρεπτικά για πιθανές παραβάσεις, υπονομεύοντας τελικά την αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, το χαμηλό ύψος διοικητικών προστίμων, ενδέχεται να ενισχύσει μια αντίληψη περί χαλαρότητας των μέτρων προστασίας των ζώων στην έρευνα, πεποίθηση που ενέχει τον κίνδυνο επανειλημμένων παραβάσεων λόγω υποτίμησης των διοικητικών κυρώσεων.
Σε τελικό έλεγχο, παρατηρείται μια σταθερή τάση μείωσης της χρήσης των ζώων στην έρευνα, τόσο σε εγχώριο επίπεδο, όσο και σε ευρύτερο ενωσιακό. Βάσει στατιστικών στοιχείων που δημοσιεύει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στην Ελλάδα, από το 2014 έως και το 2022 χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 433.041 πειραματόζωα. Μόνο το 2022 χρησιμοποιήθηκαν 37.818 ζώα για ερευνητικούς σκοπούς, σημειώνοντας εμφανή μείωση συγκριτικά με προηγούμενα έτη. Παρά την σταθερή ποσοστιαία μείωση του πληθυσμού των ζώων που χρησιμοποιούνται σε δοκιμές, ενόψει της γενικότερης αύξησης της επιστημονικής και ιδίως της βιοιατρικής έρευνας, οι απαιτήσεις της αντικατάστασης των πειραμάτων σε ζώα με εναλλακτικές μεθόδους καθίστανται επιτακτικές. Παρότι σε γενικές γραμμές, το πλαίσιο προστασίας που παρέχεται από το ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο κρίνεται πλήρες και ικανοποιητικό, και παρά τον περιορισμένο αριθμό κενών που εντοπίζονται σε αυτό, καθίσταται σκόπιμη η περαιτέρω προσπάθεια εμπλουτισμού και βελτίωσής του μέσω αξιοποίησης προτάσεων νομοθετικού χαρακτήρα αλλά και προτάσεων στο πλαίσιο πρακτικής εφαρμογής.
3. Προτάσεις βελτιστοποίησης της προστασίας
Α. Ρητή συνταγματική κατοχύρωση
H συνταγματική προστασία των ζώων, γενικά και ειδικά στον τομέα της έρευνας, δεν ήταν -ούτε είναι- δεδομένη. Ολοένα και περισσότερα κράτη, όμως, τάσσονται βαθμηδόν υπέρ της προστασίας των ζώων και προβαίνουν στην συνταγματική κατοχύρωσή της. Κάποια υιοθετούν την βιοκεντρική προσέγγιση, αναγνωρίζοντας την αυταξία του ίδιου του ζώου, ενώ κάποια άλλα την ανθρωποκεντρική, κατατάσσοντας τα ζώα μεταξύ των αναγκαίων συστατικών για την φύση και τον άνθρωπο.Μερικές από τις χώρες που έχουν συμπεριλάβει την προστασία των ζώων στις συνταγματικές τους διατάξεις είναι η Γερμανία (άρ. 20a Umweltartikel, «Άρθρο για το περιβάλλον», Μέρος ΙΙ σχετικά με την «Προστασία των φυσικών θεμελίων της ζωής και των ζώων» – «Αναλαμβάνοντας (έτσι) την ευθύνη του για τις επόμενες γενεές, το κράτος προστατεύει τα φυσικά θεμέλια της ζωής και τα ζώα ασκώντας τη νομοθετική λειτουργία και, σύμφωνα με το νόμο και τη δικαιοσύνη, με εκτελεστικές και δικαστικές ενέργειες, όλα στο πλαίσιο της συνταγματικής τάξης.»), το Βέλγιο (άρ. 7α – «Κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το ομοσπονδιακό κράτος, οι κοινότητες και οι περιφέρειες μεριμνούν για την προστασία και την ευημερία των ζώων ως αισθανόμενων όντων.»), το Λουξεμβούργο (άρ. 41 παρ. 3 – «Το κράτος αναγνωρίζει στα ζώα την ιδιότητα των μη ανθρώπινων έμβιων όντων που είναι προικισμένα με αίσθηση και διασφαλίζει την προστασία της ευημερίας τους.»), η Ολλανδία (άρ. 21 – «Είναι καθήκον της κυβέρνησης να προάγει την ευημερία των ανθρώπων και να προστατεύει και να βελτιώνει το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της ευημερίας των ζώων»).
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, βέβαια, αναφορικά με την προστασία των ζώων, ιδίως στον τομέα της έρευνας, αποτελεί διαχρονικά η περίπτωση του Ομοσπονδιακού Συντάγματος της Ελβετίας. Το άρθρο 120 (Genie genetique dans le domaine non humain) προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η Συνομοσπονδία νομοθετεί για τη χρήση του αναπαραγωγικού και γενετικού υλικού από ζώα, φυτά και άλλους οργανισμούς. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνει υπόψη την αξιοπρέπεια των ζωντανών οργανισμών καθώς και την ασφάλεια των ανθρώπων, των ζώων και του περιβάλλοντος και προστατεύει τη γενετική ποικιλομορφία των ζωικών και φυτικών ειδών.». Αναγνωρίζεται, λοιπόν, η αξία του ίδιου του ζώου, ως εγγενές χαρακτηριστικό του, χωρίς να υφίσταται συσχετισμός με το περιβάλλον ή τον άνθρωπο και δίχως να χρειάζεται η αναγωγή σε κάποια άλλη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή.
Παρά την στάση που έχει υιοθετήσει πληθώρα κρατών, στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στο ζωικό κόσμο και ελλείπει η ρητή κατοχύρωση της προστασίας των ζώων. Ως εκ τούτου, η συνταγματική προστασία τους μπορεί να συναχθεί μόνο μέσω της διασταλτικής ερμηνείας της νομικής έννοιας του «φυσικού περιβάλλοντος» του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντάγματος, όπου προβλέπεται: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός.[…]». Με την κατατεθείσα την 21η Ιανουαρίου 2019 στην Βουλή των Ελλήνων Πρόταση για την υιοθέτηση της διάταξης για την προστασία των ζώων, προτάθηκε, κατά την τότε επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, να προστεθεί διάταξη Α στο άρθρο 24 με ειδική αναφορά στην αναγκαιότητα προστασίας και ευζωίας των υπόλοιπων έμβιων όντων. Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, τελικά, καταψηφίστηκε.
Προκειμένου, όμως, να καταστεί η προστασία των ζώων προοδευτικά πληρέστερη και αποτελεσματικότερη, πρέπει να αντικατοπτρισθεί και στο Σύνταγμα της χώρας μας, δεδομένης της προστασίας των ζώων σε άλλα κείμενα, σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, και της διαπίστωσης ότι τα ζώα δεν αποτελούν μέσο (ή res, «πράγμα», με όρους εμπραγμάτου δικαίου) για την ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών, αλλά έχουν την δική τους ηθική υπόσταση, η οποία – πρέπει να – κρίνεται προστατευτέα.
Β. Νομοθετική διαρρύθμιση
Γενικά, στο πεδίο των ουσιαστικών ρυθμίσεων η ευρωπαϊκή νομοθεσία, και κατ’ επέκταση και η ελληνική, πρωτοπορούν διεθνώς, παρέχοντας υψηλού επιπέδου προστασία σε ζώα που συμμετέχουν σε δοκιμές. Πάρα ταύτα, από τις νομοθετικές επιλογές άλλων χωρών προκύπτει ότι υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω ενίσχυση του ήδη υψηλού αυτού επιπέδου ουσιαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, αναλύονται δύο ουσιαστικές ρυθμίσεις με σημαντική προοπτική: η προσθήκη ενός τέταρτου R αφενός και ο περιορισμός των σκοπών διενέργειας δοκιμών σε ζώα αφετέρου.
Στη θεμελιώδη αρχή των 3Rs που διέπει όλο το καθεστώς προστασίας των ζώων στην έρευνα προτείνεται η προσθήκη ενός τέταρτου ‘’R’’ που αποδίδει τον όρο Rehabilitation, δηλαδή αποκατάσταση. Η πρόταση αυτή αντλείται από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο της Ινδίας και συγκεκριμένα από την αρμόδια Επιτροπή για τον Σκοπό Ελέγχου και Εποπτείας των δοκιμών στα ζώα [Committee for the Purpose of Control and Supervision of Experiments on Animals (CPCSEA)].Το τέταρτο αυτό ‘’R’’ προέκυψε από τη δράση της εν λόγω Επιτροπής, η οποία στις εκτεταμένες προσπάθειές της να προστατεύσει αποτελεσματικά τα ζώα στην έρευνα, κατόρθωσε να προβεί στην αποκατάσταση εκατοντάδων ζώων.Η νέα αυτή αρχή του Rehabilitation συνεπάγεται κατ’ ουσία τη την υποχρέωση φροντίδας των ζώων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να απαλειφθεί τυχόν πόνος και τραύμα, σωματικό ή ακόμη και ψυχολογικό. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος και έως την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού απαγορεύεται οποιαδήποτε δοκιμή και διεργασία έρχεται σε αντίθεση με τις φυσικές ανάγκες και τη συμπεριφορά των εν λόγω ζώων.
Με την καθιέρωση του τέταρτου ‘’R’’ και στην ελληνική έννομη τάξη το επίπεδο προστασίας και ευζωίας των ζώων που χρησιμοποιούνται σε δοκιμές αυξάνεται σημαντικά, καθώς αναφέρεται στη νομική -πέραν της ηθικής- υποχρέωση των υπεύθυνων να φροντίσουν και να αναλάβουν το κόστος της αποκατάστασης των ζώων μετά τη διεξαγωγή της δοκιμής. Μία τέτοια υποχρέωση προφανώς συνάγεται από το γενικότερο προστατευτικό πνεύμα του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου και συγκεκριμένα από το άρ. 16, παρ. 3 που ορίζει ότι «[α]ν ζώο πρόκειται να διατηρηθεί ζωντανό, του παρέχεται φροντίδα και στέγη που είναι κατάλληλες για την κατάσταση της υγείας του.» Η αναγωγή όμως της υποχρέωσης αυτής σε μία θεμελιώδη αρχή και η εφαρμογή της κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον της Ινδίας θέτουν ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των ζώων αναφορικά με την κατάστασή τους μετά τη διεξαγωγή της δοκιμής. Έτσι, συγκεκριμενοποιείται η υποχρέωση που θέτει το άρ. 16, παρ. 3, καθώς θα απαιτείται πλέον η «κατάλληλη φροντίδα» να έχει ως περιεχόμενο την αποκατάσταση των σωματικών και ψυχολογικών προβλημάτων υγείας που υπέστη το υπό δοκιμή ζώο. Κατ’ επέκταση, οι αδειοδοτηθέντες προς διενέργεια δοκιμών φορείς οφείλουν να συμπεριλάβουν στο κόστος των ερευνών και τα έξοδα αποκατάστασης και φροντίδας των ζώων που χρησιμοποιήθηκαν. Συνεπώς, με την κατοχύρωση του τέταρτου αυτού ‘’R’’ η εν λόγω υποχρέωση αφενός αποκτά ένα εντονότερο και πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο και αφετέρου αναβαθμίζεται από απλή παρεπόμενη υποχρέωση σε θεμελιώδη αρχή γενικής και καθολικής εφαρμογής.
Η δεύτερη προτεινόμενη βελτίωση του ουσιαστικού επιπέδου προστασίας των ζώων αφορά στον περιορισμό των σκοπών διενέργειας δοκιμών σε ζώα. Ήδη η ενωσιακή και η ελληνική νομοθεσία προβλέπουν συγκεκριμένους σκοπούς δοκιμών που κρίνονται θεμιτοί.Ωστόσο, η διατύπωση των διατάξεων αυτών είναι γενική και αόριστη με αποτέλεσμα να μην παρέχει την επιδιωκόμενη προστασία. Στο πλαίσιο αυτό, όπως αναφέρθηκε, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε με τον Κανονισμό 1223/2009στην απαγόρευση της διενέργειας δοκιμών για προϊόντα καλλυντικών σε ζώα. Σε έναν περαιτέρω αποκλεισμό ορισμένων σκοπών προχώρησε η Γερμανία, απαγορεύοντας τις δοκιμές πλην των καλλυντικών και σε προϊόντα καπνού, απορρυπαντικά και ανάπτυξη όπλων, προβλέποντας εξαιρετικά σπάνιες εξαιρέσεις.Με βάση λοιπόν την αρνητική και όχι μόνο τη θετική οριοθέτηση των θεμιτών σκοπών παρέχεται μία ποιοτικότερη προστασία για τα ζώα στην έρευνα, καθώς ο νομοθέτης εξαρχής αποκλείει την εν λόγω δυνατότητα για ορισμένες δραστηριότητες. Δηλαδή, η έννομη τάξη κρίνει ότι ορισμένοι σκοποί αφορούν σε μία οικονομική και εμπορική δραστηριότητα, η οποία λόγω της μειωμένης ηθικής της αξίας, δεν δικαιολογεί τη διενέργεια δοκιμών σε ζώα και συνιστά έναν αθέμιτο σκοπό. Συνεπώς, ο Έλληνας νομοθέτης θα μπορούσε να υιοθετήσει τη γερμανική ρύθμιση αυτούσια ή ακόμη και να την επεκτείνει και σε άλλες δραστηριότητες.
Γ. Διαδικαστικές εγγυήσεις
Ο ενωσιακός νομοθέτης επέλεξε, μέσω της οδηγίας 2010/63/ΕΕ, να θέσει τις βασικές ρυθμίσεις της σχετικής διαδικασίας, καταλείποντας ένα ορισμένο πεδίο διαδικαστικής αυτονομίας στα κράτη - μέλη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ελληνική νομοθεσία παρουσιάζει ορισμένα διαδικαστικά ελλείμματα που χρήζουν των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, καθώς η επίλυση αυτών κρίνεται ως αναγκαία προϋπόθεση για την ορθή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου σε ουσιαστικό επίπεδο. Έτσι, προτείνεται η μεταφορά της διαδικασίας αδειοδότησης και ελέγχου από περιφερειακό σε κεντρικό επίπεδο, ο σαφής προσδιορισμός των απαιτήσεων του απασχολούμενου προσωπικού και η θέσπιση διαδικασίας συνεχούς επανακατάρτισης, καθώς και η ενίσχυση της διαφάνειας στον τομέα αυτόν.
Αρχικά, προτείνεται η αναδιάρθρωση της διαδικασίας αδειοδότησης και ελέγχου των δοκιμών με μεταβίβαση της σχετικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας από τις Περιφερειακές Ενότητες σε κεντρικά κρατικά όργανα, κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον που ισχύει στην Ολλανδία. Εν προκειμένω, στην περίπτωση της Ολλανδίας η διαδικασία αδειοδότησης διακρίνεται σε δύο σημαντικά σκέλη, αφενός τη λήψη άδειας ίδρυσης από τον αρμόδιο Υπουργόκαι αφετέρου τη λήψη συγκεκριμένης άδειας από την αρμόδια Κεντρική Επιτροπή για κάθε ξεχωριστή έρευνα.Οι εν λόγω άδειες χορηγούνται, αφού βεβαιωθεί κάθε φορά ότι οι εγκαταστάσεις και οι προς διενέργεια δοκιμές ανταποκρίνονται στις προβλεπόμενες ρυθμίσεις, όπως αυτές τίθενται αναλυτικά.Διαφοροποιείται ουσιωδώς από την αντίστοιχη ελληνική, όπου κατά το άρ. 19 ΠΔ 56/2013 χορηγείται από την αρμόδια περιφερειακή ενότητα μία ενιαία άδεια λειτουργίας με 5ετή διάρκεια. Εκτός από την αναλυτικότερη επεξήγηση της σχετικής διαδικασίας, η ολλανδική νομοθεσία εν προκειμένω παρουσιάζεται ορθολογικότερη, καθώς διασπά τη χορήγηση της άδειας, σε άδεια λειτουργίας εγκαταστάσεων και σε άδεια διενέργειας της εκάστοτε έρευνας, αναθέτοντας τις δύο αρμοδιότητες σε διαφορετικά όργανα του κράτους. Τόσο ο αρμόδιος Υπουργός όσο και η αρμόδια Κεντρική Επιτροπή είναι κεντρικά κρατικά όργανα, έχοντας σαφώς περισσότερες υλικές δυνατότητες να επιτελέσουν το έργο τους από τα αντίστοιχα στην Ελλάδα όργανα των οικείων Περιφερειακών Ενοτήτων, τα οποία συχνά είναι υποστελεχωμένα.
Αντίστοιχου περιεχομένου μεταρρύθμιση προτείνεται και ως προς τη διαδικασία ελέγχου και εποπτείας του εφαρμοστέου κανονιστικού πλαισίου. Το άρ. 34 της Οδηγίας 2010/63/ΕΕ ρυθμίζει μεν τις ελάχιστες επιθεωρήσεις που θα πρέπει να διενεργούνται, αφήνοντας δε στα κράτη μέλη να ορίσουν την αρμόδια κάθε φορά αρχή. Σε αντίθεση με την ελληνική ρύθμιση που εξουσιοδοτεί το αρμόδιο όργανο της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, ο Ολλανδός νομοθέτης σε ένα πρώτο στάδιο αναθέτει με το άρ. 20 του Wet op Dierproeven στον αρμόδιο Υπουργό να ορίζει τα συγκεκριμένα πρόσωπα που θα επιβλέπουν εν γένει την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα με τον έλεγχο αυτό, ο νόμος αναθέτει στην Ολλανδική Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων και Καταναλωτικών Προϊόντων (“Nederlandse Voedsel en Warenautoriteit”) τη διενέργεια ελέγχων και την επιβολή των κατάλληλων προστίμων. Μάλιστα, εκεί διατυπώνεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη αυτής της Αρχής οφείλουν να επεμβαίνουν και να επιτελούν το έργο τους.Επιπλέον, στο πλαίσιο των ελέγχων αυτών συγκεντρώνουν στατιστικά στοιχεία, εκδίδοντας σχετικές αναλύσεις, οι οποίες έπειτα κατατίθενται στην αρμόδια Κεντρική Επιτροπή κατά το άρ. 18 του Νόμου. Η επιλογή του Ολλανδού νομοθέτη να αναθέσει τις εν λόγω αρμοδιότητες σε μία κεντρική ανεξάρτητη Αρχή που δραστηριοποιείται ελεγκτικά εν γένει στον πρωτογενή τομέα κρίνεται ως ορθολογικότερη από την ελληνική ρύθμιση. Τούτο, διότι με αυτόν τον τρόπο αναλαμβάνει την ελεγκτική και κυρωτική αρμοδιότητα ένα όργανο με αυτοτελή υπόσταση και εσωτερική λειτουργία και ανεξάρτητη δράση. Παράλληλα, η διοικητική πρακτική και εμπειρία δείχνουν ότι είναι αποτελεσματικότερη η ελεγκτική και κυρωτική δράση της Διοίκησης, όταν προέρχονται από σοβαρά, επαρκώς στελεχωμένα και ισχυρά διοικητικά όργανα που δραστηριοποιούνται σε εθνικό επίπεδο. Η δημιουργία, επιπλέον, μιας αντίστοιχης Αρχής στην Ελλάδα θα αναβάθμιζε ποιοτικά τον ελεγκτικό μηχανισμό εν γένει στον πρωτογενή τομέα και ειδικότερα στην προστασία των ζώων στην έρευνα, καθώς θα επρόκειτο για ένα όργανο με αυτοτελή οργάνωση και συντονισμένη δράση σε πανελλαδικό επίπεδο.
Μία ακόμη σημαντική πρόταση αφορά την συμπλήρωση και τον προσδιορισμό των απαιτούμενων προσόντων και δεξιοτήτων του απασχολούμενου προσωπικού λόγω του προαναφερθέντος εν Ελλάδι κανονιστικού κενού. Ακολουθώντας και παραδείγματα άλλων χωρών, όπως η Ολλανδίακαι η Ελβετία,κρίνεται αναγκαία η θεσμοθέτηση ορισμένης διαδικασίας πιστοποίησης και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης του απασχολούμενου προσωπικού. Έτσι, προτείνεται, κατ’ εφαρμογή του άρ. 22, παρ. 3 ΠΔ 56/2013, να ορισθεί με σαφήνεια ο απαιτούμενος πανεπιστημιακός τίτλος σπουδών και η διαδικασία λήψης της σχετικής πιστοποίησης με τις εκάστοτε αναγκαίες επιστημονικές δεξιότητες. Παράλληλα, προτείνεται κατά το πρότυπο της Ελβετίας, η υποχρεωτική συμμετοχή όλων όσοι έρχονται σε επαφή με ζώα στο εργαστήριο σε θεωρητικό και πρακτικό σεμινάριο επιμόρφωσης, στο πλαίσιο της ανάγκης για συνεχιζόμενη εκπαίδευση και επανακατάρτιση.
Τέλος, για την επίτευξη του βέλτιστου επιπέδου προστασίας των ζώων στην έρευνα κρίσιμη κρίνεται η εμπέδωση όρων και διαδικασιών διαφάνειας, πέρα από την απλή συγκέντρωση και δημοσίευση στατιστικών στοιχείων. Πρωτοπόρος στις αυξημένες αυτές απαιτήσεις διαφάνειας είναι η Ελβετία, όπου με την περάτωση της ερευνητικής διαδικασίας, το Ομοσπονδιακό Γραφείο για την Ασφάλεια των Τροφίμων και την Κτηνιατρική (FSVO) δημοσιεύει τον τίτλο και το πεδίο του πειράματος, τον σκοπό του πειράματος, τον αριθμό των ζώων που χρησιμοποιήθηκαν ανά είδος και τον βαθμό της καταπόνησης που τους επιβλήθηκε.Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για την λειτουργία ενός πληροφοριακού συστήματος, προσβάσιμου στις αρμόδιες καντονιακές αρχές, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων δεδομένα που αφορούν διοικητικές και ποινικές διώξεις και κυρώσεις, δεδομένα που αφορούν τις εγκρίσεις πειραμάτων σε ζώα, δεδομένα που αφορούν τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση του ανθρωπίνου δυναμικού που στελεχώνει τις ερευνητικές μονάδες και τέλος, δεδομένα που αφορούν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τα πειράματα.Παράλληλα, λειτουργεί το Swiss Transparency Agreement on Animal Research- STAAR που συνιστά μία Επιτροπή της Ένωσης Πανεπιστημίων της Ελβετίας, όπου συμμετέχουν και μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, με σκοπό την προώθηση της διαφάνειας σχετικά με τα ζώα στην έρευνα. Οι ερευνητικοί οργανισμοί που συμβάλλονται με την Επιτροπή δεσμεύονται να αναφέρουν λεπτομερώς πότε, πώς, γιατί και σε ποιο βαθμό χρησιμοποιούν τα ζώα κατά τις πειραματικές διαδικασίες, καθώς και να δημοσιοποιούν τις αναφορές τους στο κοινό και στα μέσα.Η διαφάνεια αναφορικά με τα πεπραγμένα στο πλαίσιο προστασίας των ζώων στην έρευνα είναι πολύ σημαντική, κάθως δύναται -αναλογικά κάθε φορά με την έκτασή της- να γονιμοποιήσει τον δημόσιο διάλογο, να ευαισθητοποιήσει τους πολίτες και εν τέλει να οδηγήσει στην ενίσχυση της προστασίας αυτών των ζώων. Συνεπώς, η υιοθέτηση ακόμη και μερικών από αυτούς τους μηχανισμούς διαφάνειας στην ελληνική έννομη τάξη θα συντελέσει αναμφισβήτητα στην ποιοτική αναβάθμιση της προστασίας των ζώων που συμμετέχουν στην έρευνα.
Δ. Κυρωτικοί μηχανισμοί
Σημαντικός τομέας του ελεγκτικού μηχανισμού, ο οποίος αξίζει να αναφερθεί ξεχωριστά, είναι η επιβολή κυρώσεων. Το άρ. 60 της Οδηγίας 2010/63/ΕΕ καταλείπει στα κράτη - μέλη ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς την οργάνωση του κυρωτικού μηχανισμού. Έτσι, ως προς την ελληνική νομοθεσία κρίνεται ότι αφενός τα χαμηλά χρηματικά πρόστιμα που προβλέπονται στο άρ. 50 του ΠΔ 56/2013 και αφετέρου ο περιορισμός της εν λόγω κυρωτικής πολιτικής αποκλειστικά στην επιβολή χρηματικών διοικητικών προστίμων οδηγούν στην ανεπάρκεια εν γένει του ελεγκτικού μηχανισμού και δεν ικανοποιούν τον αποτρεπτικό σκοπό των κυρώσεων. Η ποσοτική αύξηση των προβλεπόμενων στο άρ. 50 ΠΔ 56/2013 κυρώσεων οπωσδήποτε ενισχύει τον επιδιωκόμενο αποτρεπτικό τους σκοπό, ωστόσο δεν κρίνεται επαρκής. Προτείνεται, λοιπόν, επιπλέον η ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση της εφαρμοζόμενης κυρωτικής πολιτικής με τους ακόλουθους τρόπους.
Πρώτον, σημαντική ενίσχυση του επιδιωκόμενου αποτρεπτικού σκοπού θα συνιστούσε η ποινικοποίηση από τον Έλληνα νομοθέτη των παραβάσεων που αφορούν στις σοβαρότερες υποχρεώσεις που τίθενται για την προστασία των ζώων στην έρευνα. Στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπει το προαναφερθέν άρ. 60 της Οδηγίας 2010/63/ΕΕ, κράτη όπως η Ολλανδίακαι η Γερμανίατυποποιούν ορισμένες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας ως ποινικά αδικήματα. Οι ποινές που απειλούνται είναι χρηματικές ή ελάχιστοι μήνες φυλάκισης. Ωστόσο, η εντονότερη ηθική απαξία που προσφέρεται από την επιβολή της ποινικής - αντί της διοικητικής - κύρωσης εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα την αποτροπή παραβάσεων του κανονιστικού πλαισίου και αποδίδει με ορθότερο τρόπο την απαξία των «σημαντικότερων» παραπτωμάτων που συνδέονται με την υγεία και την αίσθηση πόνου των προστατευόμενων ζώων.
Δεύτερον, ένας αποτελεσματικός τρόπος «τιμώρησης» των παραβατών θα μπορούσε να αποτελέσει η διακοπή προς αυτούς των κρατικών επιχορηγήσεων και άλλων προνομίων που τυχόν έχουν δοθεί ή ακόμη και ο αποκλεισμός από αυτές για κάποιο διάστημα. Το εν λόγω μέτρο αντλείται από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο των Η.Π.Α., το οποίο, αν και ελλιπές σε ουσιαστικό επίπεδο, προβλέπει την αποτελεσματική αυτή ρύθμιση.Συνήθως, οι φορείς που διεξάγουν δοκιμές σε ζώα είναι πανεπιστήμια, ιδρύματα και εταιρίες που για την εν λόγω ερευνητική ή και οικονομική δραστηριότητά τους λαμβάνουν κρατικές επιχορηγήσεις. Συνεπώς, η διακοπή ή αποκλεισμός από μελλοντικές κρατικές ενισχύσεις αποτελεί μία πολύ επιβλαβής οικονομικά κύρωση, ικανή να επιτύχει τη συμμόρφωση των συγκεκριμένων φορέων.
Τέλος, κατά παρόμοιο τρόπο, αποτρεπτική λειτουργία θα μπορούσε να επιτελέσει και η δημοσίευση των κυρώσεων. Στο λεγόμενο ‘’naming and shaming’’ («ονομάζειν και ονειδίζειν»), δημοσιοποιείται το όνομα του προσώπου, το οποίο έχει παραβιάσει τον νόμο (‘’naming’’). Ο «φόβος» ότι θα πληγεί η καλή φήμη και εικόνα που έχει δημιουργήσει μία εταιρία στο κοινό της ή ότι το πρόσωπο θα στιγματιστεί κοινωνικά, θα «διαπομπευθεί» (‘’shaming’’), κατόπιν της ανακοίνωσης της παραβίασης επιβαλλόμενων υποχρεώσεων και της επιβληθείσας κύρωσης, συντελεί στην επιλογή μεταξύ νομιμότητας ή παρανομίας.
Σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο, αποτελεί «εργαλείο» του νομοθέτη προς αποτροπή των προσώπων από την τέλεση παραβάσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των λεγόμενων ‘’registration and community notification laws’’ στις Η.Π.Α, όπου τηρούνται ειδικές βάσεις από τις διωκτικές αρχές, στις οποίες καταχωρούνται προσωπικά δεδομένα των δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων και γνωστοποιούνται στους πολίτες, μολονότι αμφισβητείται έντονα η αποτελεσματικότητά του «μέτρου» αυτού, όσον αφορά τα συγκεκριμένα αδικήματα.Στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρεται ενδεικτικά η αναδημοσίευση στοιχείων επιχειρήσεων από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων στον ιστότοπό του, στις περιπτώσεις εκείνες που τα προϊόντα τους δεν συγκεντρώνουν τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό 1907/2006 (REACH) τεχνικά χαρακτηριστικά.
Η δημοσίευση (ή, ορθότερα, η απειλή δημοσίευσης) κυρώσεων έχει αξιοποιηθεί και στην εγχώρια έννομη τάξη, ως «πρακτική» ενίσχυσης και προώθησης της συμμόρφωσης των προσώπων στις επιταγές του νόμου. Στην παρ. 5 του άρθρου 13α του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ Α’ 191) προβλέπεται η δημοσίευση με κάθε πρόσφορο μέσο περίληψης των αποφάσεων, με τις οποίες επιβάλλεται το πρόστιμο, των προηγούμενων παραγράφων του εν λόγω άρθρου, και υποχρεωτική ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, εφόσον το ύψος του προστίμου είναι μεγαλύτερο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και ανεξαρτήτως του ύψους του προστίμου σε περίπτωση υποτροπής. Η περίληψη περιλαμβάνει ιδίως την επωνυμία ή το ονοματεπώνυμο του παραβάτη, την έδρα, περιγραφή της παράβασης και το επιβληθέν πρόστιμο.
Αντιστοίχως, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 5042/2023 (ΦΕΚ Α’ 88) δημοσιεύει στον επίσημο ιστότοπό της, τις διοικητικές κυρώσεις ή τα διοικητικά μέτρα που επιβάλλει για παραβάσεις του παρόντος, καθώς και του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/23, τηρώντας το άρθρο 84 του ανωτέρω Κανονισμού.
Η δημοσίευση, λοιπόν, της επιβολής του διοικητικού προστίμου του άρθρου 50 ΠΔ 56/2013 (άρθρο 60 της Οδηγίας 2010/63/ΕΕ) θα μπορούσε να συμβάλει εν προκειμένω καθοριστικά στην καθολική τήρηση των σχετικών με την διατάξεων.
Ε. Εναλλακτικές ρυθμιστικές επιλογές: Στρατηγικές και μέθοδοι
Η ενίσχυση του επιπέδου προστασίας των ζώων στο πεδίο της έρευνας χρήζει της υιοθέτησης ρυθμίσεων που απομακρύνονται από τις παραδοσιακές μεθόδους και ανταποκρίνονται περισσότερο στη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Στο πλαίσιο αυτών των
«εναλλακτικών» μεθόδων θα δοθεί έμφαση αφενός σε επιχειρηματικούς - οικονομικούς (α) και αφετέρου σε τεχνολογικούς (β) τρόπους βελτίωσης της παρεχόμενης προστασίας.
(α) Σε επιχειρηματικό - οικονομικό επίπεδο προτείνεται η λήψη καινοτόμων μεθόδων, όπως η Εταιρική κοινωνική ευθύνη, η δημιουργία της προσήκουσας καταναλωτικής συμπεριφοράς και τέλος η παροχή οικονομικών κινήτρων.
Η εταιρική κοινωνική ευθύνη (corporate social responsibility ή αλλιώς και ESG – Environment, Social Rights, Governance) έγκειται στην υιοθέτηση εσωτερικών πρακτικών που σέβονται την κοινωνία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον.Στην ουσία πρόκειται για μια πλουραλιστική διεύρυνση της έννοιας του εταιρικού συμφέροντος, καθώς πλέον οι επιχειρήσεις δεν προσανατολίζονται μόνο στην επιδίωξη του οικονομικού τους συμφέροντος αλλά περιλαμβάνουν στους στόχους τους την κοινωνία και το περιβάλλον. Σε αυτές τις πρακτικές εντάσσεται και ο σεβασμός των ζώων, πολλώ δε μάλλον των ζώων που αποτελούν αντικείμενο δοκιμών (cruelty-free production).Στο πλαίσιο αυτό, η Institutional Animal Care and Use Committee (IACUC) θέτει μία σειρά κανόνων και προδιαγραφών που αφορούν στη διαδικασία
και στις κατάλληλες τεχνικές που θα πρέπει να εφαρμόζονται όταν γίνονται δοκιμές σε ζώα.Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν προδιαγραφές προστασίας των ζώων στην έρευνα και χρησιμεύουν ως soft law κυρίως στις Η.Π.Α. όπου, το Animal Welfare Act δεσμεύει μόνο τα νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν κρατικές επιχορηγήσεις όσον αφορά την τήρηση των 3R(s) και μόνο για τα θερμόαιμα ζώα. Παρά το πολύ ποιοτικότερο κανονιστικό πλαίσιο που εντοπίζεται στις ευρωπαϊκές χώρες σε σύγκριση με τις Η.Π.Α. η πρακτική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης θα μπορούσε να ενισχύσει έτι περαιτέρω το ήδη υφιστάμενο επίπεδο προστασίας, με την υιοθέτηση πολύ συγκεκριμένων προδιαγραφών κατά τη διεξαγωγή δοκιμών σε ζώα.
Αυτού του είδους οι απαιτήσεις θα έπρεπε να τηρούνται από όλες τις επιχειρήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο και όχι να αποτελούν απλώς soft law ή προτάσεις. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την σύναψη διεθνούς σύμβασης που να καθιστά υποχρεωτικές τις ανωτέρω πρακτικές, συγκροτώντας ταυτόχρονα όργανο για την ανεξάρτητη εποπτεία της τήρησης των καθηκόντων των κρατών όσον αφορά την επιβολή της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων. Ωστόσο, μία πιο ρεαλιστική και εύκολα πραγματοποιήσιμη στο εσωτερικό προσέγγιση αποτελεί η σύνδεση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης με οικονομικές διευκολύνσεις ως κίνητρο για τις εταιρίες. Ακόμη, δυνατή είναι και η σύνδεση του επιπέδου της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης ως σύνολο με την πιστοληπτική ικανότητα κάθε εταιρείας. Πάντως, η αναβάθμιση του εν λόγω θεσμού από ηθική σε νομική υποχρέωση αποτελεί ένα γενικότερο ζήτημα που απασχολεί έντονα τον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο και στο οποίο αναμένονται στο μέλλον πολλές εξελίξεις.
Εν πάση περιπτώσει, η εταιρική κοινωνική ευθύνη ως έχει επιτελεί ήδη σημαντική λειτουργία. Σύμφωνα με σχετική έρευνα, δημοσιευθείσα στο Journal of Consumer Psychology, οι καταναλωτές είναι πιο πιθανό να προτιμήσουν μία εταιρία που τηρεί κοινωνικά υπεύθυνες πρακτικές, ενώ οι εργαζόμενοι είναι πιο πιθανό να παραμείνουν σε μια εταιρεία στην οποία πιστεύουν. Αυτό περιορίζει το κόστος της εναλλαγής εργαζομένων και αυξάνει την παραγωγικότητα της επιχείρησης.Ταυτόχρονα, η Boston Consulting Group διαπίστωσε ότι οι εταιρείες που θεωρούνται market leaders σε περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα απολάμβαναν ένα ποσοστό 11% valuation premium έναντι των ανταγωνιστών τους. Μπορούσαν δηλαδή να αυξήσουν την τιμή των προϊόντων τους κατά 11% χωρίς να επηρεαστεί η κατανάλωσή τους.
Όπως προκύπτει και από τη λειτουργία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, οι καταναλωτές ως αποδέκτες των προϊόντων δύνανται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη κανονιστική συμμόρφωση των εταιριών με την επίμαχη νομοθεσία. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση επίσημων σημάνσεων που αποδεικνύουν την τήρηση βέλτιστων πρακτικών προς τα ζώα στην έρευνα, όπως το «leaping bunny logo» συνιστά μέσο ενημέρωσης των καταναλωτών για την προέλευση των προϊόντων που αγοράζουν. Σύμφωνα με εκπονηθείσα σε 326 συμμετέχοντες έρευνα, οι καταναλωτές προτιμούν τα προϊόντα cruelty-free κατά 73,9% περισσότερο από τα προϊόντα χωρίς αυτήν την σήμανση.Είναι εμφανές επομένως ότι τέτοιου είδους σημάνσεις ασκούν πράγματι επιρροή στην καταναλωτική συμπεριφορά και λειτουργούν ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις. Συνεπώς, η ενσωμάτωση στην ελληνική αγορά μιας τέτοιας πρακτικής είναι δυνατόν με ελάχιστο κρατικό κόστος να επιφέρει πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Η σήμανση, μάλιστα, ενδέχεται να λειτουργήσει και αμφίρροπα, δηλαδή να ευαισθητοποιήσει περισσότερο το ελληνικό καταναλωτικό κοινό ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, προκειμένου να μην μετακυλισθεί το τελικό κόστος στον καταναλωτή από την χρήση εναλλακτικών μεθόδων έρευνας, αναγκαία είναι και η παροχή χρηματοδότησης και επιχειρηματικών κινήτρων.
Πέρα από τις απαγορεύσεις, η νομοθεσία για την χρήση ζώων στην έρευνα, οφείλει να λειτουργήσει και ως δομή κινήτρωνγια επενδύσεις σε τεχνολογική έρευνα με σκοπό να επιτευχθεί ο πρώτος στόχος των 3R(s), η αντικατάσταση (replace). Αρχικά, κρίσιμη είναι η αύξηση του προϋπολογισμού της χρηματοδότησης για έρευνα και ανάπτυξη (Research and Development) με την δημιουργία ερευνητικών κέντρων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί τόσο μέσω υπερεθνικών χρηματοδοτήσεων (προγράμματα ΕΣΠΑ) όσο και με την σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα με την παροχή κινήτρων σε ιδιώτες επενδυτές (venture capital).Τέτοιου είδους επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα μπορούν να ενισχυθούν αφενός με ευνοϊκότερες ρυθμίσεις στο δίκαιο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας όσο και με φορολογικές ελαφρύνσεις. Πιο συγκεκριμένα, υιοθετώντας κουλτούρα καινοτομίας, ο νομοθέτης θα μπορούσε να παράσχει περισσότερα χρόνια προστασίας για διπλώματα ευρεσιτεχνίας φαρμάκων που παράγονται με cruelty-free πρακτικές παρέχοντας άμεσα οικονομικά και εμπορικά κίνητρα στις επιχειρήσεις. Επιπλέον, είναι απαραίτητες οι φοροαπαλλαγές αφενός σε startups επιχειρήσεις που επικεντρώνονται στην έρευνα των εναλλακτικών της χρήσης ζώων στην έρευνα και αφετέρου σε επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν βέλτιστες πρακτικές όταν χρησιμοποιούν ζώα στην έρευνά τους. Με την υιοθέτηση όλων αυτών των επιχειρηματικών κινήτρων, ο Έλληνας νομοθέτης εκτιμάται ότι θα μπορέσει να προκαλέσει την προσήλωση των εταιρειών στην προστασία των ζώων που συμμετέχουν στην έρευνα.
(β) Στο πλαίσιο της τεχνολογικής και ευρύτερης ερευνητικής ανάπτυξης που σημειώνει ταχύτατους ρυθμούς εξέλιξης, όπως και της αύξησης των εργαστηριακών ερευνών στην Ευρώπη και παγκοσμίως , οι ουσιαστικότερες απαντήσεις στο ζήτημα της μείωσης χρήσης ζώων εργαστηρίου στην έρευνα, θα αναζητηθούν στο πεδίο της βιοτεχνολογίας και στον χώρο της πληροφορικής. Η ανακάλυψη, εξέλιξη και τελικώς η υιοθέτηση εναλλακτικών μεθόδων έρευνας, που αποσκοπούν στην πλήρη αντικατάσταση της χρήσης ζώων για πειραματικούς σκοπούς, είναι η πλέον πρόσφορη πρακτική, μέσω της οποίας πραγματώνεται ο σκοπός της πλήρους αντικατάστασης των ζώων εργαστηρίου, καθ’ υπαγόρευση της σχετικής αρχής των 3 Rs. Οι βασικές εναλλακτικές ερευνητικές μέθοδοι κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες, με βάση τα μέσα που χρησιμοποιούνται και τις τεχνικές που περιλαμβάνονται για την επίτευξη σχετικής ή απόλυτης αντικατάστασης των ζώων.
Την πρώτη κατηγορία αποτελούν οι μέθοδοι “in vivo”, που όπως συνάγεται από την λατινογενή ορολογία, αναφέρονται σε ενέργειες που διεξάγονται σε έμβιους οργανισμούς. Πρόκειται για εργαστηριακές μεθόδους που βασίζονται στην διενέργεια πειραμάτων σε φυλογενετικά κατώτερους οργανισμούς, όπως είναι τα έντομα, τα μαλάκια ή τα αμφίβια. Η χρήση φυλογενετικά κατώτερων οργανισμών μειώνει τους ανακύπτοντες ηθικούς προβληματισμούς, λόγω της χαμηλότερης θέσης τους στην εξελικτική κλίμακα, καθώς οι φυλογενετικά κατώτεροι οργανισμοί εμφανίζουν ταχύτατους ρυθμούς αναπαραγωγής μεγάλων πληθυσμών, ενώ ζουν για μικρό χρονικό διάστημα και φυλάσσονται εύκολα σε συνθήκες εργαστηρίου, γεγονός που συνεπάγεται και μικρότερο κόστος. Ένα βασικό παράδειγμα in vivo μεθόδων αποτελούν η "in vivo mutagenesis", δηλαδή η γενετική τροποποίηση έμβιων προκαρυωτικών οργανισμών (λ.χ. μικροβίων)και η δημιουργία γενετικά τροποποιημένων ζώων και τυγχάνουν ευρείας χρήσης στις μελέτες νευροεκφυλιστικών ασθενειών, ανάπτυξης φαρμάκων, έρευνες για αντιμικροβιακά πεπτίδια και στις τοξικολογικές μελέτες. Βάσει της εργαστηριακής εμπειρίας μεγάλου μέρους της επιστημονικής κοινότητας, η χρήση των ως άνω αναφερόμενων μεθόδων ενέχει αρκετά μειονεκτήματα. Ορισμένα από αυτά είναι το υψηλό κόστος διατήρησης των ζώων στις εργαστηριακές εγκαταστάσεις και η αδυναμία δυσκολία επανάληψης της πειραματικής διαδικασίας στους οργανισμούς αυτούς πλέον της μιας φοράς, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσκολότερη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Έτσι, οι in vivo μέθοδοι καθίστανται λιγότερο επαρκείς από τεχνικές in vitro, που όπως θα δούμε παρακάτω, παρέχουν λύση στις ελλείψεις που αναφέρθηκαν. Καθίσταται ως εκ τούτου σαφές, ότι οι εν λόγω μέθοδοι δεν συντελούν στην επίτευξη της απόλυτης αντικατάστασης της χρήσης ζώων στην έρευνα, καθώς εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα η χρήση έμβιων οργανισμών στην διεξαγωγή των πειραμάτων. Εκτός, λοιπόν από τους ηθικούς προβληματισμούς που εξακολουθούν να εγείρονται, το βασικό μειονέκτημα των μεθόδων in vivo σε φυλογενετικά κατώτερους οργανισμούς, έγκειται στην αναξιοπιστία των πειραματικών αποτελεσμάτων που προκύπτει από την μεγάλη διαφορά της σύστασης των υπό συζήτηση οργανισμών (λ.χ. κεφαλόποδων μαλακίων, μικροοργανισμών, αυγών ή/και εμβρύων ζώων) από τους ανθρώπινους ή τους ζωικούς οργανισμούς.
Το επόμενο βήμα προς την πλήρη αντικατάσταση των δοκιμών σε ζώα κατά την διεξαγωγή ερευνών, παρέχεται από τις “in vitro” μεθόδους, οι οποίες αποτελούν τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη βιολογικών διεργασιών εκτός ενός ζωντανού οργανισμού. Περιλαμβάνουν τη χρήση απομονωμένων κυττάρων, ιστών ή οργάνων σε ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον . Οι μέθοδοι in vitro χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στην τοξικολογική έρευνα για την αξιολόγηση της ασφάλειας χημικών ουσιών και προϊόντων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μπορούν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους των χημικών ουσιών χωρίς τη χρήση ζώων. Μια από τις βασικές in vitro μεθόδους, η οποία εξέταση υψηλής απόδοσης (High-throughput screening, HTS), η οποία επιτρέπει την ταχεία δοκιμή χιλιάδων χημικών ουσιών για τη βιολογική τους δραστηριότητα, και εξυπηρετεί τον τοξικολογικό έλεγχο και τη μελέτη των επιδράσεων των χημικών ουσιών στα κύτταρα.Ακολουθούν τα οργανοειδή, τα οποία είναι στην ουσία προσομοιώσεις ανθρωπίνων ιστών και οργάνων. Παρέχουν ένα πιο σύνθετο και ρεαλιστικό μοντέλο για τη μελέτη της ανθρώπινης βιολογίας και των ασθενειών από ό,τι οι παραδοσιακές κυτταροκαλλιέργειες. Οι ερευνητές μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα οργανοειδή για να διερευνήσουν την ανάπτυξη οργάνων, την εξέλιξη ασθενειών και τις αντιδράσεις στα φάρμακα σε ένα σύστημα σχετικό με τον άνθρωπο.Παράλληλα, τα σφαιροειδή, παρόμοια με τα οργανοειδή, αποτελούν τρισδιάστατες καλλιέργειες κυττάρων που συχνά είναι απλούστερες στη δομή τους. Χρησιμοποιούνται συνήθως για τον έλεγχο υψηλής απόδοσης φαρμάκων και άλλων ενώσεων. Αυτό επιτρέπει την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη δοκιμή πιθανών θεραπειών. Στην ίδια κατηγορία εμπίπτουν και οι τρισδιάστατες καλλιέργειες δέρματος που μιμούνται την ανθρώπινη επιδερμίδα και χρησιμοποιούνται σε κλινικές δοκιμές. Στο τέλος της όλως ενδεικτικής έκθεσης των μεθόδων in vitro, αξίζει μια αναφορά στα όργανα σε chip. Πρόκειται για μικρορευστομηχανικά συστήματα που περιέχουν ζωντανά ανθρώπινα κύτταρα σε μικροσκοπικά κανάλια για την μελέτη της λειτουργίας των οργάνων. Χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της τοξικότητας και την ανάπτυξη φαρμάκων.Είναι μια καινοτόμος in vitro τεχνική που αποσκοπεί στην διαμόρφωση του μικροπεριβάλλοντος και της λειτουργικότητας των ανθρώπινων οργάνων σε ένα μικροσκοπικό, ελεγχόμενο περιβάλλον. Οι συσκευές αυτές είναι συνήθως κατασκευασμένες από διαφανή υλικά και περιέχουν μικρορευστικά κανάλια επενδεδυμένα με ζωντανά κύτταρα, συχνά σε τρισδιάστατη διάταξη. Οι συγκεκριμένες μέθοδοι παρουσιάζονται ως ακριβέστερες σε σχέση με τις μεθόδους in vivo όσον αφορά την ομοιότητα στην σύσταση των μοντέλων με όργανα του ανθρώπινου οργανισμού, ενώ παράλληλα πραγματώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό τον σκοπό της πλήρους αντικατάστασης της χρήσης ζώων στα πειράματα με εναλλακτικές πρακτικές. Παρά ταύτα, έχουν διατυπωθεί ορισμένες ενστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες παρά τα ακριβή αποτελέσματα αντίδρασης με ένα μεμονωμένο κύτταρο, οι in vitro τεχνικές υστερούν στην συνολική προσομοίωση της αντίδρασης ενός ολοκληρωμένου οργανισμού. Τα μοντέλα in vitro, ακόμη και τα προηγμένα, όπως το organ-on-a-chip, συχνά δυσκολεύονται να αναπαράγουν πλήρως την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων οργάνων και συστημάτων που υπάρχουν σε έναν ζωντανό οργανισμό. Παράγοντες όπως η ορμονική ρύθμιση, οι ανοσολογικές αποκρίσεις και η διασύνδεση διαφόρων βιολογικών διεργασιών είναι δύσκολο να μιμηθούν σε ένα απομονωμένο in vitro περιβάλλον.Η επιστημονική κοινότητα καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για τη βελτίωση και την τελειοποίηση των in vitro μεθόδων. Η αντιμετώπιση των προκλήσεων που περιγράφονται ανωτέρω είναι ζωτικής σημασίας για την αύξηση της εμπιστοσύνης στην προβλεπτική τους ικανότητα και την περαιτέρω μείωση της εξάρτησης από τις δοκιμές σε ζώα.
Τελικώς, η επίτευξη του σκοπού της πλήρους αντικατάστασης, εντοπίζεται στις τεχνολογίες της πληροφορικής, και στις μεθόδους προσομοίωσης οργανισμών με χρήση υπολογιστών. Η λεγόμενη “in silico” έρευνα περιλαμβάνει την χρήση υπολογιστικών μοντέλων, λογισμικών δηλαδή που προσομοιώνουν την βιολογική απόκριση του ανθρώπινου οργανισμού σε φάρμακα όπως τα τρισδιάστατα μοντέλα μοριακής δόμησης για την πρόβλεψη της τοξικότητας. Ειδικότερα, ορισμένες μέθοδοι που εντάσσονται στην in silico έρευνα με σκοπό την εξάλειψη των δοκιμών σε ζώα είναι οι αναλυτικές βάσεις δεδομένων, οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για εκατομμύρια χημικές ουσίες και χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη και αξιολόγηση μοντέλων, με σύγχρονες στρατηγικές αναζήτησης που συμβάλλουν στον εντοπισμό παρόμοιων χημικών ουσιών. Μια μέθοδος η οποία εξελίσσεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια, είναι η ανάπτυξη μοντέλων ποσοτικών σχέσεων δομής-δραστικότητας (quantitative/qualitative structure activity relationships - QSAR). Τα εν λόγω μοντέλα χρησιμοποιούν υπάρχοντα δεδομένα ή πληροφορίες που προέρχονται από τη μοριακή δομή για να κάνουν προβλέψεις σχετικά με την ADME (absorption, distribution, metabolism and excretion, σε ελληνική μετάφραση, απορρόφηση, κατανομή, μεταβολισμό και απέκκριση) ή τη βιολογική δραστηριότητα μιας χημικής ουσίας.Σε αυτές τις μεθόδους περιλαμβάνεται και η χρήση τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση δεδομένων και την πρόβλεψη των επιδράσεων των φαρμάκων μέσω αλγορίθμων machine learning . Προκειμένου αυτές οι μέθοδοι να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να τροφοδοτούνται με πληθώρα δεδομένων (Big Data) που συνεχώς ανατροφοδοτούνται. Τέτοιου είδους δεδομένα οργανώνονται σε σχεσιακές βάσεις δεδομένων μέσω των οποίων μπορούν να συνδυαστούν πληροφορίες για περισσότερα του ενός κύτταρα και για αντιδράσεις περισσοτέρων φαρμάκων με αποτέλεσμα να μπορούν να εντοπισθούν μοτίβα και πορίσματα. Παρά την αδιαμφισβήτητη χρησιμότητά τους σε ερευνητικούς σκοπούς- όπως η πρόβλεψη των επιπέδων τοξικότητας για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, η υποστήριξη της ανάπτυξης AOPs (Adverse Outcome Pathways)και η βελτίωση της παρέκτασης από in vivo σε in vitro έρευνες, το ποσοστό επιτυχίας της αντικατάστασης των δοκιμών σε ζώα με μεθόδους in silico είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί. Σημειώνονται πολλές περιπτώσεις όπου οι μέθοδοι in silico έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για τη μείωση ή την αντικατάσταση των δοκιμών σε ζώα, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις όπου εξακολουθούν να απαιτούνται δοκιμές σε ζώα . Η αποδοχή των μεθόδων in silico για ρυθμιστικούς σκοπούς αυξάνεται, αλλά υπάρχουν ακόμη ορισμένες προκλήσεις που χρήζουν επίλυσης. Καθίστανται αποτελεσματικότερες όταν χρησιμοποιούνται ως μέρος μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης που περιλαμβάνει λοιπές εναλλακτικές μεθόδους, όπως οι προαναφερθείσες in vitro δοκιμές.
Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητή η έλλειψη απόλυτης αυτοτέλειας των βασικών εναλλακτικών μεθόδων. Η συνδυασμένη εφαρμογή τους θα μπορούσε να περιορίσει δραστικά τις πιθανές ελλείψεις της κάθε μιας. Αναλυτικότερα, η διεξαγωγή κλινικών ερευνών in vitro με σκοπό την διαμόρφωση μοτίβων και συμπερασμάτων και η διοχέτευση τους σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που οργανώνουν την πληροφορία σε σχεσιακές βάσεις δεδομένων που μπορούν να συνθέσουν την γνώση για διαφορετικές ουσίες και ιστούς ενδεχομένως να οδηγούσε σε ασφαλή αποτελέσματα που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν πλήρως την έρευνα στα ζώα με την προσομοίωση ενός πλήρους οργανισμού. Η πρόθεση της πλήρους εξάλειψης των δοκιμών σε ζώα, αποτελεί κοινό παρονομαστή σημαντικού μέρους της επιστημονικής κοινότητας,ωστόσο επικρατεί ομοφωνία όσον αφορά την αδυναμία της απόλυτης υιοθέτησης των πρόσφορων εναλλακτικών μεθόδων. Η συνεχής έρευνα και ανάπτυξη μεθόδων in vitro και in silico, μαζί με την εντατικότερη διεπιστημονική συνεργασία μεταξύ επιστημόνων, βιομηχανίας και ρυθμιστικών αρχών, θα αποτελέσει το κλειδί για την περαιτέρω αντικατάσταση των δοκιμών σε ζώα με επιστημονικά αξιόπιστες και ηθικά ορθές εναλλακτικές μεθόδους.
4. Συμπεράσματα
Οι προηγηθείσες αναλύσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση της προστασίας των ζώων που συμμετέχουν στην έρευνα απαιτεί σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις και μεταρρυθμίσεις. Σε γενικές γραμμές, βέβαια, το επίπεδο προστασίας τους στην Ελλάδα, ιδίως χάρη στο ενωσιακό δίκαιο, είναι σχετικά υψηλό. Έχοντας ενσωματώσει την επίμαχη Οδηγία, η ελληνική έννομη τάξη ανταποκρίνεται κατά το δυνατό στο γενικότερο καθήκον προστασίας των ζώων και ειδικότερα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που σέβονται τα δικαιώματα των ζώων που συμμετέχουν σε πειραματικές δοκιμές. Ωστόσο, εντοπίζεται σε αυτό το πεδίο, όπως και σε άλλους τομείς, μία σημαντική απόσταση από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό, άλλωστε, επιχειρείται μέσα από το παρόν Policy Paper: να δοθούν προτάσεις και να διατυπωθούν σκέψεις ως προς το πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει η Ελλάδα εν προκειμένω τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Σε αυτή την προσπάθεια, πέραν από πρακτικές των ευρωπαϊκών κρατών, ερευνώνται και προτείνονται λύσεις που χρησιμοποιούνται και από έννομες τάξεις εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, διατυπώθηκαν οι ανωτέρω προτάσεις βελτίωσης, οι οποίες προσεγγίζουν το ζήτημα πολύπλευρα και θεμελιώνονται σε έναν ευρύ αριθμό κρατών που πρωτοπορούν σε αυτό το πεδίο. Πρόκειται για προτάσεις που απευθύνονται κατ’ ουσία προς τον Έλληνα νομοθέτη με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση των δικαιωμάτων των ζώων. Με αυτό τον τρόπο, η παρούσα ομάδα εργασίας προσδοκά να συμβάλει έμπρακτα στην προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα.
Βιβλιογραφία
● Α.Γ. Καραμπατζός, Ιδιωτική αυτονομία και προστασία του καταναλωτή, μια συμβολή στην συμπεριφορική οικονομική ανάλυση του δικαίου, (1η Έκδοση, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2016)
● Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 22ας Νοεμβρίου 2023, Symrise AG κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (Υπόθεση T-655/20), REACH – Έλεγχος συμμορφώσεως των καταχωρήσεων – Αίτημα για πρόσθετες μελέτες τοξικότητας – Απαγόρευση των δοκιμών σε ζώα – Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως – Νομικό σφάλμα, Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (2023).
● Εκτίμηση 8 της Οδηγίας 2003/15/ΕΚ της 27ης Φεβρουαρίου 2003 για την τροποποίηση της Οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 66, 26–35.
● Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, Έκθεση του 2019 για τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη χρήση ζώων για επιστημονικούς σκοπούς στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τα έτη 2015 έως 2017,
https://publications.europa.eu/resource/cellar/04a890d4-47ff-11ea-b81b-01aa75ed71a1.0022.03/ DOC_1
● Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (n.d.). Education and Training - European Commission https://joint-research-centre.ec.europa.eu/reference-measurement/european-union-reference-labor atories/eu-reference-laboratory-alternatives-animal-testing-eurl-ecvam/education-and-training_en n
● Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των σπονδυλωτών ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 222 της 24/08/1999, σ. 0031 - 0037.
● Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 της 30ής Νοεμβρίου 2009 για τα καλλυντικά προϊόντα, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 342, της 22.12.2009, 59–209.
● Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2009 για την προστασία των ζώων κατά τη θανάτωσή του, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 303 της 18.11.2009, 1-30
● Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH), την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων, την τροποποίηση της Οδηγίας 1999/45/ΕΚ και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής, καθώς και της Οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των Οδηγιών 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ της Επιτροπής, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 396, της 30.12.2006
● Καράκωστας Ι., Η προστασία των ζώων και το δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλας Αντ. Ν. 2005
● Κουράκης Νέστωρ Ε, «Θεωρία της Ποινής, μια εισαγωγή», Εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 24-62.
● Κώδικας Χερσαίων Ζώων του Παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία των Ζώων (Terrestrial Code – World Organisation for Animal Health), https://www.woah.org/en/what-we-do/standards/codes-and-manuals/terrestrial-code-online-access /
● Κωνσταντίνος Ι. Πανάγος, Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων (φερομένων ως) δραστών σεξουαλικών αδικημάτων: Μια εγκληματολογική και ποινολογική ανάγνωση, Νοέμβριος 2022, The Art of Crime, https://theartofcrime.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF% CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%8 3%CF%89%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%B4%C E%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD/#_ftn2
● N. 4310/2014 (ΦΕΚ Α’ 258/8.12.2014)
● Νικόλαος Ι. Σημαντήρας, Διοικητικές κυρώσεις, Δικαιοκρατικές εγγυήσεις και όρια επιβολής, 2021, Νομική Βιβλιοθήκη
● Οδηγία 76/768/ΕΟΚ της 27ης Ιουλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, L 262, της 27.9.1976, 169–200.
● Οδηγία 2010/63/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010, περί προστασίας των ζώων που χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 276, της 20.10.2010, 33-79
● Πανεπιστήμιο Αθηνών - Τμήμα Νομικής, ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου/Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Τμήμα Νομικής, ΠΜΣ, 4ο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου, 06.04.2012, constitutionalism.gr
● Π.Δ. 56/2013 (ΦΕΚ Α’ 106/30.04.2013), Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2010/63/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2010 (L 276/33/20.10.2010) «σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς σκοπούς»
● Πλουμής Θ., “ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ, ΣΤΟΙΧΕΙΑ”, Εκδόσεις UNIVERSITY
STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη, 2004
● Στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τη χρήση ζώων εργαστηρίου σε διαδικασίες στην Ελλάδα για το έτος 2015, 2019, 2020, https://www.minagric.gr/for-citizen-2/zoagiaepistimones
● AAALAC International, About AAALAC, https://www.aaalac.org/about/what-is-aaalac/
● Ahimsa and Alternatives - the Concept of the 4th R. The CPCSEA in India, σελ. 4-6.
● Alternatives to Animal Research’ (Harvard Medical School), https://hms.harvard.edu/research/animal-research/alternatives-animal-research
● Animal Protection Index, https://api.worldanimalprotection.org/
● Animal Protection Ordinance (AniPO) της 23ης Απριλίου 2008
● “Animal Use Alternatives”, National Agricultural Library, USDA, https://www.nal.usda.gov/animal-health-and-welfare/animal-use-alternatives#:~:text=The%20%E 2%80%9C3Rs%20alternatives%E2%80%9D%20refers%20to,Principles%20of%20Humane%20 Experimental%20Technique%22
● Animal Welfare Act, National Agricultural Library, U.S. Department of Agriculture, An official website of the United States government, https://www.nal.usda.gov/animal-health-and-welfare/animal-welfare-act
● Animal Welfare Concerns and Non-Compliance Situations, East Texas A&M. https://inside.tamuc.edu/research/compliance/IACUC-Animal-Research/Animal_Welfare_Concer ns_and_Non-Compliance_Situations.aspxhttps://inside.tamuc.edu/research/compliance/IACUC-A nimal-Research/Animal_Welfare_Concerns_and_Non-Compliance_Situations.aspx
● Ariel L. Bendor/Hadar Dancig-Rosenberg, 'Animals Rights in the Shadow of the Constitution' (2018) 24(1) Animal Law 99
● Atanasov, Atanas G., κ.ά. ‘Discovery and Resupply of Pharmacologically Active Plant-Derived Natural Products: A Review’. Biotechnology Advances, τ. 33, τχ. 8, Δεκέμβριος 2015, DOI.org, https://doi.org/10.1016/j.biotechadv.2015.08.001
● Barbuzano J., “Organoids: A new window into disease, development and discovery”, Harvard Stem Cell Institute, Νοέμβριος 2017, https://hsci.harvard.edu/organoids
● Boston Consulting Group. "Your Supply Chain Needs a Sustainability Strategy.", https://www.bcg.com/publications/2020/supply-chain-needs-sustainability-strategy
● Commission’s response to the European citizens’ initiative Save Cruelty Free Cosmetics – Commit to a Europe Without Animal Testing, https://citizens-initiative.europa.eu/save-cruelty-free-cosmetics-commit-europe-without-animal-te sting_en
● ‘Corporate Social Responsibility’ (Investopedia) https://www.investopedia.com/terms/c/corp-social-responsibility.as
● ‘Cruelty-Free & Vegan Makeup’ (PETA) https://www.peta.org/living/personal-care-fashion/cruelty-free-vegan-makeup/
● Databases - Animals in Research: Searching Alternatives’ (LibGuides, Duke University Medical Center), https://guides.mclibrary.duke.edu/animalsinresearcη
● Dierproevenregeling
● European Commission: Directorate-General for Research and Innovation, Science, research and innovation performance of the EU, 2024 – A competitive Europe for a sustainable future, Publications Office of the European Union, 2024, https://data.europa.eu/doi/10.2777/965670
● European Commission,”Union overview on the implementation of Directive 2010/63/EU on the protection of animals used for scientific purposes in the Member States of the European Union in 2018–2022 (2024)”, Brussels: European Commission, https://circabc.europa.eu/ui/group/8ee3c69a-bccb-4f22-89ca-277e35de7c63/library/16a0a839-8f8 0-4aef-951b-d49cfe21935e/details?download=true
● EuroScience, EuroScience supports Directive 2010/63/EU on the protection of animals used for scientific purposes (2021), https://web.archive.org/web/20210410213829/https://www.euroscience.org/news/euroscience-sup ports-directive-201063eu-on-the-protection-of-animals-used-for-scientific-purposes
● Finland Citizens Initiative Constitutional Proposal on Animal Rights, Eco Jurisprudence Monitor, https://ecojurisprudence.org/initiatives/finland-citizens-initiative-constitutional-amendment-on-an imal-rights/
● Firdia Rizky Amalia, Agus Darmawan, Exploring consumer purchase intention towards cruelty-free personal care products in Indonesia, Cleaner and Responsible Consumption, Volume 11, 2023, 100136, ISSN, 2666-7843, https://doi.org/10.1016/j.clrc.2023.100136,
https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S2666784323000372
● Flecknell P., ‘Replacement, Reduction, Refinement’ (2002), σε ALTEX - Alternatives to Animal Experimentation 19(2), σελ.73-78, https://www.altex.org/index.php/altex/article/view/1106
● Google Cloud. (n.d.). What is a relational database? https://cloud.google.com/learn/what-is-a-relational-database
● Hartung, T. (2019). Research and Testing Without Animals: Where Are We Now and Where Are We Heading?. In Animal Experimentation: Working Towards a Paradigm Change σελ. 673-688, Brill.
● Jessica Eisen, Animals in the constitutional state, International Journal of Constitutional Law, Volume 15, Issue 4, October 2017, 909–954, https://doi.org/10.1093/icon/mox088
● Kulkarni P, ‘India Imposes a Ban on Animal Testing for Cosmetics’, (2013) The Economic Times,
https://economictimes.indiatimes.com/news/politics-and-nation/india-imposes-a-ban-on-animal-te
stingforcosmetics/articleshow/20818122.cms?utm_source=contentofinterest&utm_medium=text &utm_campaign=cpps
● Lipinski C, Hopkins A. Navigating chemical space for biology and medicine. Nature., 2004 https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/15602551/
● Madden, Judith C., κ.ά. ‘A Review of In Silico Tools as Alternatives to Animal Testing: Principles, Resources and Applications’. Alternatives to Laboratory Animals, τ. 48, τχ. 4, Ιούλιος 2020
● Mandal J. and Parija S.C., ‘Ethics of Involving Animals in Research’ (2013), 03.01.2013, Trop Parasitol σελ. 4-6, https://doi.org/10.4103/2229-5070.113884
● Mohan V, ‘India Bans Import of Cosmetics Tested on Animals’ The Times of India, https://timesofindia.indiatimes.com/india/india-bans-import-of-cosmetics-tested-on-animals/articl eshow/44814398.cms
● National Institutes of Health, Guide for the care and use of laboratory animals (8η έκδ. 2011), https://grants.nih.gov/grants/olaw/guide-for-the-care-and-use-of-laboratory-animals.pdf
● NC3Rs. The 3 Rs https://nc3rs.org.uk/who-we-are/3rs#:~:text=Refinement-,What%20are%20the%203Rs%3F,perfo rming%20more%20humane%20animal%20research
● Olivier Le Bot, Constitutional Animal Law: Trends and Impacts, IACL AIDC BLOG, https://blog-iacl-aidc.org/2024-posts/2024/2/27/constitutional-animal-law-trends-and-impacts
● Olivier Le Bot/Sophia Antipolis, Η προστασία των ζώων στο Συνταγματικό δίκαιο - Μελέτη Συγκριτικού δικαίου, ΤΝΠ QUALEX, ΠερΔικ, 2/2010.
● O’Sullivan, S. Transparency and Animal Regulation: An Australian Case Study. Anim. Lib. Philos. Policy J. 2006, 4, 1–25
● Public Health Service Policy on Humane Care and Use of Laboratory Animals, U.S. Department of Health and Human Services National Institutes of Health Office of Laboratory Animal Welfare, https://olaw.nih.gov/sites/default/files/PHSPolicyLabAnimals.pdf
● ‘Research and Development (R&D)’ (Investopedia) https://www.investopedia.com/terms/r/randd.asp
● Russell, W.M.S. and Burch, R.L., The Principles of Humane Experimental Technique, (εκδ. Methuen, Λονδίνο 1959).
● Society for Consumer Psychology. "Good Guys Can Finish First: How Brand Reputation Affects Extension Evaluations.”, https://myscp.onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/jcpy.1109
● Sophie Hogan, Swiss funder warns against banning animal testing, 12.11.2024, https://www.researchprofessionalnews.com/rr-news-europe-other-nations-2024-11-swiss-funder- warns-against-banning-animal-testing/
● Specifiek interventiebeleid NVWA Wet op de dierproeven (Νόμος περί ειδικής ελεγκτικής πολιτικής της Αρχής στον Νόμο για τις δοκιμές σε ζώα).
● SustChem, «Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις δοκιμές σε ζώα κατά REACH συστατικών καλλυντικών.», (22 Ιανουαρίου 2024), https://sustchem.gr/teleutaies-ekselikseis/apofash-dokimes-se-zwa/
● Swiss reject ban on animal testing in referendum, John Revill, 13.02.2022, https://www.reuters.com/world/europe/switzerland-vote-becoming-first-nation-ban-animal-testing
-2022-02-13/
● Swiss TierSchG, Fedlex, The publication platform for federal law, Animal Welfare Act (AniWA), https://www.fedlex.admin.ch/eli/cc/2008/414/en
● Swiss to vote again on banning animal testing, 14.10.2024, https://www.swissinfo.ch/eng/swiss-politics/animal-experimentation-the-initiative-calling-for-an- end-to-animal-experimentation-is-successful/87727032
● Swiss Transparency Agreement on Animal Research (STAAR), https://www.swissuniversities.ch/en/organisation/bodies/chamber-of-universities/bodies/swiss-tra nsparency-agreement-on-animal-research-staar.
● Szűcs E., Geers R., Jezierski T., Sossidou E.N., Broom D.M., ‘Animal Welfare in Different Human Cultures, Traditions and Religious Faiths’ (2012) 25(11) J Anim Sci 1499, https://doi.org/10.5713/ajas.2012.r.02
● The Breeding of and Experiments on Animals (Control and Supervision) Rules, 1998
● THE PREVENTION OF CRUELTY TO ANIMALS ACT, 1960, Ch. III
● Tierschutzgesetz (TierSchG)
● TOMASZ PIETRZYKOWSKI, ANIMAL LAW: ETHICS, SOCIETY AND CONSTITUTIONS, SOCIETY REGISTER 2019 / 3(3): 151-158 ISSN 2544–5502, DOI: 10.14746/sr.2019.3.3.09
● UNESCO’s Science report (2021), https://www.unesco.org/reports/science/2021/en/download-report
● Wet op de Dierproeven
● Zuang, Valérie, κ.ά.,Non-Animal Methods in Science and Regulation: EURL ECVAM Status Report (2023). Publications Office, 2024. K10plus ISBN, https://doi.org/10.2760/05390.
● 7 USC Ch. 54: TRANSPORTATION, SALE, AND HANDLING OF CERTAIN ANIMALS