Κείμενο
ΕΠΙΒΛΕΠΟΝΤΕΣ: ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ / ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ
Εισαγωγή
Ιστορική αναδρομή
Η ίδρυση των ζωολογικών κήπων ανάγεται στο 3500 π.Χ. στην Ιερακόπολη της Αιγύπτου. Σε αυτό το χωροχρονικό πλαίσιο, η σύγχρονη έννοια του «ζωολογικού κήπου» είχε τη μορφή διατήρησης ζώων σε συλλογές ιδιωτών, οι οποίες συνιστούσαν τρόπο επίδειξης δύναμης και πλούτου. Σε βάθος χρόνου και ειδικότερα μετά την επέκταση της Ελληνικής Αυτοκρατορίας τον 3ο αιώνα π.Χ. ξεκίνησε η μελέτη της φύσης ως επιστήμης, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας αποτέλεσε η μελέτη και κατανομή των ζωικών ειδών, ως μέρος του φυσικού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην ίδρυση του πρώτου, ανοικτού στο κοινό, θηριοτροφείου στην Αλεξάνδρεια. Η ανακάλυψη της Αμερικής με την πληθώρα νέων ζωικών ειδών, σε συνδυασμό με την άνθιση του διεθνούς εμπορίου τον 17ο αιώνα οδήγησαν στην αύξηση των θηριοτροφείων, τους οποίους διαδέχτηκαν τον 18o και 19o αιώνα πιο σύγχρονοι ζωολογικοί κήποι. Έτσι, στα μέσα του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε πλέον η ιδέα ενός ζωολογικού κήπου, με το Regent’s Park στο Λονδίνο να αποτελεί το πρότυπο για τους λοιπούς ζωολογικούς κήπους της εποχής.
Η απειλή πολυάριθμων ζωικών ειδών τον 20ο αιώνα έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη προστασίας της βιοποικιλότητας και των απειλούμενων ειδών, ενώ στα τέλη του αιώνα εκφράστηκαν από περιβαλλοντικές οργανώσεις οι πρώτες ανησυχίες για τις συνθήκες διαβίωσης εντός των ζωολογικών κήπων, οι οποίοι ως τότε αποτελούσαν χώρο έκθεσης της άγριας φύσης στο κοινό. Πλέον, ο ρόλος που επιτελεί η ύπαρξη των ζωολογικών κήπων δεν περιορίζεται στην απλή έκθεση των ζώων στο ευρύ κοινό, αλλά περιλαμβάνει την εκπλήρωση εκπαιδευτικών και ερευνητικών σκοπών, σκοπών διατήρησης των ειδών και ψυχαγωγικών.
Ηθική και φιλοσοφική διάσταση
Η ίδρυση και λειτουργία των σύγχρονων ζωολογικών κήπων βασίζεται σε νομικά ερείσματα, όπως συνήθως ο νόμος και οι διοικητικές πράξεις, που νομιμοποιούν την ύπαρξη τους. Ωστόσο, είναι κρίσιμο να τεθεί υπό εξέταση η ηθική νομιμοποίηση των ζωολογικών κήπων και να επιχειρηθεί η φιλοσοφική προσέγγιση του καθεστώτος αιχμαλωσίας της άγριας φύσης σε περιβάλλοντα εγκλεισμού, όπως οι ζωολογικοί κήποι. Προτού δοθεί έμφαση στο ιδιαίτερο καθεστώς αιχμαλωσίας των ζώων, κρίνεται αναγκαίο να διερευνηθεί εν γένει η ηθική σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον και τα ζώα, από την οποία (οφείλει να) απορρέει κάθε ειδικότερη έκφανση της σχέσης μεταξύ των δύο ειδών. Πιο συγκεκριμένα, ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τα ζώα εξετάζεται στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής ηθικής, ως ειδικότερος κλάδος της ηθικής φιλοσοφίας που έχει ως αντικείμενο τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον. Σημείο αναφοράς των σύγχρονων φιλοσοφικών θεωριών γύρω από τη σχέση ανθρώπου με τα ζώα είναι το εξής ερώτημα: έχουν τα ζώα εγγενή αξία (αυταξία) ή αποκτούν αξία επειδή υπηρετούν τον άνθρωπο; Αναζητείται δηλαδή, το ηθικό status των ζώων, ο προσδιορισμός το οποίου είναι καθοριστικής σημασίας για την κατοχύρωση του νομικού status αυτών από την εκάστοτε έννομη τάξη. Αναφέροντας την φράση του Κάρολου Δαρβίνου, «ο άνθρωπος μέσα στην αλαζονεία του θεωρεί τον εαυτό του έργο σπουδαίο, άξιο μιας θεϊκής παρεμβολής». Πιο σεμνό είναι να σκέφτεται ότι δημιουργήθηκε από τα ζώα. Άλλωστε, ο τρόπος που βλέπει κανείς την φύση ασκεί επιρροή στον τρόπο που βλέπει και τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Αρχαίοι χρόνοι
Ξεκινώντας από τους αρχαίους χρόνους, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι συσχέτιζαν τα
φυσικά στοιχεία με την ανθρώπινη ζωή, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονταν ως «φυσικοί
φιλόσοφοι». Βασική αρχή των προσωκρατικών θεωριών και συγκεκριμένα των
Πυθαγορείων είναι η «ιδέα της συναδέλφωσης», σύμφωνα με την οποία όλα τα έμψυχα και οργανικά όντα φαίνονται σαν συγγενικά, καθώς είναι «ενσωματώσεις ψυχικών δαιμόνων». Κατά τον Ξενοφάνη, υφίσταται ενότητα μεταξύ όλων των όντων, ενώ σύμφωνα με άλλους Έλληνες φιλοσόφους η φύση θεωρείται έμψυχη, καθώς δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ φύσης και νου. Οι Σοφιστές και συγκεκριμένα ο Πρωταγόρας υποστήριζε πως ο άνθρωπος είναι ανώτερος των ζώων σε νου και όχι σε σωματική δύναμη, ενώ οι Κυνικοί φιλόσοφοι είχαν ως υπόδειγμα για την ανθρώπινη ζωή τη φυσικότητα της ζωής των ζώων, που διέπεται από αυτάρκεια, τη λιτότητα και την αυτογνωσία. Ο Αρίστιππος υποστήριζε την άποψη ότι η απόλαυση και η αποφυγή της λύπης και του πόνου παρατηρείται τόσο στον άνθρωπο, όσο και στα ζώα, η οποία άποψη υποστηρίχθηκε μεταγενέστερα από τον Jeremy Bentham, διατείνοντας ότι τα ίσης αξίας συμφέροντα όλων των όντων πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. O Πλάτων κατέτασσε τα ζώα σε ανώτερα και κατώτερα, στα οποία μπορεί να μετεμψυχωθεί ο άνθρωπος ανάλογα με τη συμπεριφορά του όσο ήταν άνθρωπος, ενώ ο Αριστοτέλης εισήγαγε τον όρο «οργανικός» και με βάση τον τριμερή χωρισμό της ψυχής προσέδωσε στα ζώα ψυχή αισθητική, ορεκτική και κινητική. Όσον αφορά στη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως τα ζώα υπάρχουν προκειμένου να παρέχουν τροφή και ένδυση στον άνθρωπο, όμως είναι φορείς εγγενούς αξίας και είναι ως εκ τούτου, άξια σεβασμού. Τέλος, ο Πυθαγόρας αναφέρει πως όλα τα όντα που έχουν ψυχή ανήκουν στην ίδια οικογένεια και η σχέση ανθρώπων-ζώων στο πλαίσιο των θεοκρατικών αντιλήψεων είχε επηρεαστεί, καθώς σταδιακά περιορίστηκαν οι παραδόσεις που είχαν ως προάγγελο την θυσία των ζώων και αντικαταστάθηκαν με προσευχές και διατροφικές απαγορεύσεις.
Ελληνιστικοί χρόνοι
Οι Στωικοί, αντιλαμβανόμενοι την έννοια του κόσμου ως την επενέργεια του Θεού στην ύλη, υποστήριζαν πως τα μέλη του κόσμου συνδέονται με την αρχή της «συμπάθειας», σύμφωνα με την οποία κάθε ον πρέπει να σέβεται κάθε άλλο και πως για κάθε έμψυχο ον υφίσταται μια ένωση σώματος και ψυχής που εξηγεί την ύπαρξη συνείδησης του εαυτού. Κατά τον Επίκτητο, ο άνθρωπος έχει συνείδηση της σκέψης του, ενώ τα ζώα χρησιμοποιούν «φαντασίες», δίχως να το συνειδητοποιούν. Σύμφωνα με τον Επίκουρο, τα ζώα προέρχονται από το χώμα και η ψυχή τους, αναλογικά με τους ανθρώπους, συνίσταται - μεταξύ άλλων -από ευκίνητη ύλη που είναι η αιτία της αίσθησης. Ο Πλούταρχος που ανήκε στην νεοπλατωνική σχολή, υποστήριζε πως τα ζώα διαθέτουν μια φυσική λογική και ως εκ τούτου, ο άνθρωπος οφείλει να φέρεται με καλοσύνη και σεβασμό στα ζώα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Ο ίδιος μάλιστα, προέβη στη συγγραφή πολλών έργων, στα οποία εκδηλώνεται ο προβληματισμός του για την ελευθερία και την ψυχολογία των ζώων, την κρεοφαγία, καθώς και τη σχέση των ανθρώπων με τα ζώα.
Μεσαίωνας
Στον δυτικό Μεσαίωνα καθιερώθηκε η αντίληψη της κυριαρχίας του ανθρώπου επί του κόσμου και παντός επιστητού. Κατά τη χριστιανική αντίληψη, ο άνθρωπος είναι το ανώτερο όν της Θείας Δημιουργίας και οφείλει να συνυπάρχει ειρηνικά με τα υπόλοιπα δημιουργήματα του Θεού και να τα χρησιμοποιεί λελογισμένα προς όφελός του. Σύμφωνα με τους χριστιανούς στοχαστές Αυγουστίνο και Ακινάτη, τυχόν βλαπτική συμπεριφορά απέναντι στα ζώα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα βλαπτική συμπεριφορά απέναντι στους ανθρώπους, άποψη που επιβεβαιώνει το ανθρωποκεντρικό πνεύμα της εποχής. Στο Βυζάντιο, υπήρξε πληθώρα έργων που απέδιδαν συμβολικό χαρακτήρα στα ζώα, όμως πάντα υπαινισσόταν η παντοδυναμία του ανθρώπινου είδους. Ο Μιχαήλ Εφέσιος υποστήριζε μάλιστα, πως τα ζώα πρέπει να χρησιμοποιούνται για επιστημονικούς και ερευνητικούς σκοπούς, ακόμη και αν υφίστανται πόνο. Ωστόσο, υπήρξαν ασκητές του ορθόδοξου Χριστιανισμού, όπως ο άγιος Γεράσιμος με το λιοντάρι που έτρεφαν αγάπη για τα ζώα και τόνιζαν πως ήταν λάθος να θανατώνονται. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Πλήθωνος Γεμιστού, ο οποίος υποστήριζε πως η φύση των ανθρώπων είναι ίδια με τη φύση των ζώων, όμως αν ο άνθρωπος την υπερβεί, τότε προσεγγίζει την θεία φύση και την ευδαιμονία. Ο άνθρωπος έχει την έλλογη ικανότητα να εξετάζει τη θεία φύση, καθώς και τις διαφορές του από τα λοιπά έμβια όντα και παρότι τα ζώα χρησιμοποιούν με αξιοθαύμαστο τρόπο την ενέργεια της ψυχής τους, οι πράξεις τους δεν είναι ανώτερες των ανθρωπίνων πράξεων. Η συμπαντική νομοτέλεια επιτάσσει τον σεβασμό κάθε έμβιου όντος και την ηθική ανανέωση που τείνει στην προστασία του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο, ο οποίος κατέχει ιδιαίτερη θέση στο σύμπαν.
Αναγέννηση
Κατά την περίοδο της Αναγέννησης, ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως ένας έμβιος οργανισμός, γεγονός που οδήγησε στην μελέτη και την ανακάλυψη πολλών ειδών που δεν ήταν γνωστά στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Thomas More, η επέμβαση του ανθρώπου στη φύση πραγματοποιείται για σκοπούς ιδιοτελείς και μόνο για λόγους επιβίωσης – όχι ευχαρίστησης - έχει δικαίωμα ο άνθρωπος να χρησιμοποιεί τη φύση και να θανατώνει τα ζώα, τα οποία έχουν αθάνατη και αιώνια ψυχή. Κατά τον διανοητή Francesco Patrizi, ο άνθρωπος οφείλει να εναρμονίζεται με τη φύση, ενώ σύμφωνα με τον Francis Bacon η φύση συνιστά το αντικείμενο που ο άνθρωπος οφείλει να δαμάσει για να παράγει γνώση. Η προσωποποίηση του φυσικού κόσμου και ο ανθρωπισμός της Αναγέννησης οδήγησαν στην αντίληψη πως το ανθρώπινο γένος έχει δικαίωμα να καθυποτάσσει τη φύση, την οποία οφείλει να εξελίσσει και να προαγάγει με τον νου του.
Σύγχρονες Φιλοσοφικές Θεωρίες
Τις τελευταίες δεκαετίες, η ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος έφερε στο φιλοσοφικό προσκήνιο την περιβαλλοντική ηθική, στο πλαίσιο της οποίας εξετάζεται μεταξύ άλλων, η σχέση του ανθρώπινου γένους με τα ζώα. Αρκετοί σύγχρονοι διανοητές ασχολήθηκαν με το ποιες είναι οι υποχρεώσεις του ανθρώπου απέναντι στα ζώα, καθώς και με το ζήτημα ύπαρξης ή μη δικαιωμάτων των ζώων. Έχουν τα ζώα δικαιώματα ή οι άνθρωποι έχουν απλώς ηθικές υποχρεώσεις απέναντι τους;
Έχουν διατυπωθεί πλείονες θεωρίες που επιχειρούν να απαντήσουν στο παραπάνω
ερώτημα, οι οποίες εισάγουν διάφορα θεωρητικά σχήματα που ερευνούν το ηθικό
καθεστώς των ζώων. Άλλες φαίνεται να αντιμετωπίζουν τα ζώα ως εργαλεία για την
εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών, άλλες αποδίδουν δικαιώματα σε κάθε έμβιο ον, ενώ άλλες υιοθετούν μια συνδυαστική και πιο σύνθετη άποψη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία του ειδισμού, μεταξύ των διαφορετικών ειδών υφίσταται διάκριση, η οποία δικαιολογεί την εκμετάλλευση του ενός είδους από το άλλο προς ίδιον όφελος. Κατά τον Peter Singer, πρόκειται για μια μορφή προκατάληψης υπέρ των συμφερόντων των μελών του ίδιου είδους και εναντίον των μελών των άλλων ειδών, η οποία κατά μεταγενέστερους στοχαστές αποκτά τελικά υπόσταση και γίνεται δράση που οδηγεί στην κακοποίηση των ζώων. Έτσι, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του ειδισμού, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα ζώα ως εργαλεία για την εξυπηρέτηση των αναγκών του είδους του. Το επιχείρημα του ηθικού δικαιώματος του ανθρώπου να προασπίσει τα συμφέροντα του έναντι των υπόλοιπων ειδών επικαλούνται οι υποστηρικτές του «μετριοπαθούς ειδισμού», σύμφωνα με τους οποίους το ανθρώπινο συμφέρον κρίνεται «ηθικά ανώτερο» από το συμφέρον των ζωικών ειδών. Πρόκειται για μια αντίληψη που προσιδιάζει σημαντικά στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση κατά την οποία ο άνθρωπος και οι ανάγκες του βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, με τα λοιπά έμβια όντα να εργαλειοποιούνται για την εξυπηρέτηση αυτών των σκοπών. Η ζωή τους δεν έχει αξία ή δεν έχει την ίδια με αυτή του ανθρώπου, καθώς έχουν σκοπό βοηθητικό της ανθρώπινης βούλησης, ο οποίος έγκειται στην προώθηση των αναγκών και των συμφερόντων αυτών.
Από την άλλη πλευρά, η θεωρία του αντισπισισμού πρεσβεύει πως κάθε έμβιο ον έχει
εγγενή αξία και είναι ηθικά ισότιμο με κάθε άλλο ον και για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να τυγχάνει άδικης μεταχείρισης. Την ίδια άποψη ενστερνίζονται και οι υποστηρικτές του οικοκεντρισμού, οι οποίοι εστιάζουν στην αυταξία της φύσης, συμπεριλαμβανομένων των ζώων. Η αξία κάθε έμβιου όντος δεν ετεροκαθορίζεται από τον άνθρωπο, αλλά είναι αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται να χρησιμοποιούνται τα ζώα από τον άνθρωπο ως μέσο, αλλά ως αυτοσκοπός. Τα ζώα, σύμφωνα με σύγχρονους διανοητές όπως ο Peter Singer, συνιστούν συναισθανόμενα όντα που αντιλαμβάνονται τον πόνο και την ηδονή και δεν αντιλαμβάνονται τον λόγο για τον οποίο βιώνουν πόνο ή αγωνία όταν καθίστανται αντικείμενα εκμετάλλευσης και κακοποίησης από τον άνθρωπο. Ο τελευταίος, ως υποστηρικτής άλλωστε της απελευθέρωσης των ζώων εισάγει την αποκήρυξη της οποιασδήποτε εκμετάλλευσης τους. Η αξία τους είναι εγγενής και η χρησιμοποίηση τους κρίνεται αδικαιολόγητη, γι’ αυτό καθίσταται καθήκον του ανθρώπου να μην τους προκαλεί ταλαιπωρία, αλλά να εξαλείφει την οποιαδήποτε πρόκληση πόνου σε αυτά και να μεριμνά σε περίπτωση τραυματισμού και ασθένειας, όταν βρίσκονται υπό την ανθρώπινη εξάρτηση. Ωστόσο, αναφέρει πως σε περίπτωση φαρμάκου, του οποίου η χρήση θα έσωζε ένα μεγάλο αριθμό ζώων, με άμεσο όφελος στην ζωή των πασχόντων αποδέχεται πως ένα μέρος θα μπορούσε να θυσιαστεί. Ο Tomas Regan εκφράζει την αντίθεση του με την ασχολία του κυνηγιού, καθώς η θανάτωση ζώων προς ευχαρίστηση και διασκέδαση του ανθρώπινου είδους συνιστά μια πράξη ηθικά αξιόμεμπτη και καταδικαστέα.
Η θεωρία των δικαιωμάτων των ζώων φαίνεται επί της αρχής να πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα από την οικοκεντρική θεωρία ως προς την ανάγκη προστασίας των ζώων, καθώς εισηγείται την απόδοση θεμελιωδών δικαιωμάτων στα ζώα, ώστε να απολαμβάνουν και εκείνα νομικής προστασίας αντίστοιχου επιπέδου με εκείνη των ανθρώπων. Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, η εκάστοτε έννομη τάξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τα ζώα ως αντικείμενα δικαίου ή να προβαίνει στην κατοχύρωση άλλων καθεστώτων μικτής φύσης, αλλά οφείλει να τα αντιμετωπίζει ως υποκείμενα δικαίου που θα εκπροσωπούνται από φυσικά πρόσωπα για την ικανοποίηση των συμφερόντων τους. Τα ζώα αποκτούν εγγενή αξία, έχοντας ηθικά δικαιώματα, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να αντιμετωπίζονται με σεβασμό ίσης αξίας. Η έννοια της εγγενούς αξίας συνίστατο στην αξία που έχουν ανεξαρτήτως του πόσο καλά ή χρήσιμα είναι, όπου τα θηλαστικά ενός έτους και παραπάνω είναι υποκείμενα μιας ζωής, έχοντας αυτοσυνείδηση, σκοπό, πεποιθήσεις, επιθυμίες και συλλαμβάνοντας το μέλλον. Δεν ενδείκνυται η αντιμετώπιση τους ως περιουσιακά αντικείμενα γι’ αυτό είναι ανεπίτρεπτη η υποβολή τους στον πειραματισμό, στο κυνήγι και στην εμπορική κτηνοτροφία. Ωστόσο, η θεωρία των δικαιωμάτων των ζώων φαίνεται να υιοθετεί στην πραγματικότητα μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση, καθώς ερμηνεύει με ανθρώπινους όρους τον τρόπο συσχετισμού και συνύπαρξης των ζώων με τους ανθρώπους. Η απόδοση δικαιωμάτων στα ζωικά είδη, με την έννοια της ικανοποίησης κάποιου συμφέροντος που είναι κοινή στις περισσότερες ηπειρωτικές έννομες τάξεις και η αντιμετώπιση τους ως υποκείμενα δικαίου που συνεπάγεται και υποχρεώσεις, επιβεβαιώνει την επεμβατική τάση του ανθρώπου να αντιμετωπίζει με τους δικούς του όρους κάθε διαφορετική μορφή ζωής. Πρόκειται για μια πατερναλιστική και δικαιωματοκρατική προσέγγιση που θεωρεί πως η απονομή δικαιωμάτων είναι πάντοτε η λύση, ενώ στην πραγματικότητα αποπροσανατολίζει από την πραγματική ανάγκη εφαρμογής και εμπλουτισμού της νομοθεσίας. Επομένως, τα ζώα δεν μπορούν να εκληφθούν ως ηθικά πρόσωπα, δεδομένου ότι στη κοινωνία των ζώων δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο σύστημα δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με τη θεωρία των ικανοτήτων, την οποία εισήγαγε η φιλόσοφος Martha Nussbaum, μια κοινωνία είναι δίκαιη μόνο αν εγγυάται σε κάθε συναισθανόμενο ον την διασφάλιση ενός καταλόγου κεντρικών ικανοτήτων, οι οποίες ορίζονται ως «σημαντικές ελευθερίες», δηλαδή ευκαιρίες επιλογής και δράσης σε τομείς της ζωής στους οποίους υπάρχουν λόγοι να εκτιμάται η αξία. Η ύπαρξη του καταλόγου δυνατοτήτων δεν συνεπάγεται την υποχρέωση αξιοποίησης τους, αλλά αρκεί η παροχή της δυνατότητας αξιοποίησης τους. Οι κεντρικές ικανότητες που κάθε ον δικαιούται να απολαμβάνει είναι η ικανότητα στη ζωή, στη σωματική υγεία και ακεραιότητα, στις αισθήσεις, τη φαντασία και τη σκέψη, στα συναισθήματα και τον πρακτικό λόγο, στην κοινωνική συσχέτιση με άλλα είδη, στο παιχνίδι και στον έλεγχο κάθε είδους επί του περιβάλλοντος του. Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, κάθε ζώο συνιστά ένα τελολογικό σύστημα που κατευθύνεται προς ένα σύνολο καλών σκοπών που περιστρέφονται γύρω από την επιβίωση, την αναπαραγωγή και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Κεντρικής σημασίας είναι το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος να υποστηρίζεται ότι μόνο μερικά από τα συναισθανόμενα πλάσματα έχουν σημασία, καθώς το καθένα έχει σημασία με τον δικό του μοναδικό τρόπο και κάθε μορφή ζωής είναι διαφορετική, αλλά σωστή για κάθε τύπο όντος. Έτσι, είναι ευθύνη του ανθρώπου να μεταφράζει την έκφραση και τις ανάγκες των λοιπών συναισθανόμενων όντων σε πολιτική δράση, αφού είναι ο μόνος που δύναται να συμμετέχει ενεργητικά σε αυτή. Το κανονιστικό σχήμα που εισαγάγει αυτή η θεωρία είναι η ύπαρξη ενός παγκοσμίως εκτελεστού συντάγματος για τα διάφορα ζωικά είδη, το καθένα με τον δικό του κατάλογο κατοχυρωμένων ικανοτήτων που θα προβλέπει για το καθένα ένα όριο κάτω του οποίου η απουσία κατοχύρωσης θα συνιστά αδικία.
Ζωολογικοί κήποι
Ύστερα από την εξέταση των βασικών φιλοσοφικών θεωριών για το ηθικό status των ζώων, το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το εξής: είναι οι ζωολογικοί κήποι ηθικά επιτρεπτοί; Προτού εξεταστούν τα επιχειρήματα που θα βοηθήσουν στην προσέγγιση του εν λόγω ερωτήματος, κρίνεται αναγκαίο να δοθεί ο ορισμός της έννοιας του ζωολογικού κήπου, ώστε να γίνει αντιληπτή η προβληματική γύρω από τις συνθήκες αιχμαλωσίας των ζώων άγριας φύσης.
Στο άρθρο 2 της Οδηγίας 1999/22 για τη διατήρηση άγριων ζώων στους ζωολογικούς κήπους ορίζεται πως ως «ζωολογικοί κήποι» νοούνται όλες οι μόνιμες εγκαταστάσεις όπου φυλάσσονται ζώα άγριων ειδών για να επιδεικνύονται στο κοινό για επτά ή περισσότερες ημέρες το χρόνο, εκτός των τσίρκων, των καταστημάτων πωλήσεως οικιακών ζώων, και των εγκαταστάσεων τις οποίες τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας για το λόγο ότι δεν επιδεικνύουν σημαντικό αριθμό ζώων ή ειδών στο κοινό και ότι η εξαίρεση δεν υπονομεύει τους στόχους της παρούσας Οδηγίας. Στόχοι της εν λόγω Οδηγίας είναι η προστασία της άγριας πανίδας και της βιολογικής ποικιλότητας, προβλέποντας τη θέσπιση μέτρων εκ μέρους των κρατών μελών για την παροχή αδείας και την επιθεώρηση των ζωολογικών κήπων στην Κοινότητα, ενισχύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το ρόλο των ζωολογικών κήπων στη διατήρηση της βιοπολυμορφίας.
Βάσει του περιεχομένου του ορισμού που παρατίθεται, γίνεται αντιληπτό πως ο ζωολογικός κήπος συνιστά μια χωρικά οριοθετημένη εγκατάσταση, στην οποία διαβιούν ζώα που ανήκουν στην άγρια φύση και εκτίθενται στο κοινό για λόγους εκπαιδευτικούς, ερευνητικούς, διατήρησης των ειδών και ψυχαγωγικούς. Ένας ζωολογικός κήπος μπορεί να είναι είτε κερδοσκοπικός, είτε μη κερδοσκοπικός και ως εκ τούτου, συχνά το μέγεθος του υπαγορεύεται – μεταξύ άλλων – από την τουριστική του πελατεία. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι το κατά πόσο μπορεί να δικαιολογηθεί ο εγκλεισμός των ζώων άγριας φύσης σε έναν περιορισμένο χώρο που διαφέρει σημαντικά από το φυσικό τους ενδιαίτημα για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω αναφερόμενων λόγων. Είναι σημαντική η στάθμιση με κριτήρια αναλογικά αφενός της ελευθερίας της άγριας ζωής να διαβιεί και να αναπτύσσεται βάσει των κανόνων που επιτάσσει η φύση τους, αφετέρου της εξυπηρέτησης των ως άνω στόχων που τίθενται από το ανθρώπινο είδος.
Εκ των πραγμάτων, ο χωρικός περιορισμός της άγριας φύσης δίνει την ικανότητα στον άνθρωπο να παρατηρεί και να ερευνά τη συμπεριφορά, τον τρόπο ανάπτυξης και αναπαραγωγής των ζώων σε ένα περιβάλλον ελεγχόμενο, γεγονός που συντελεί στην άμεση και πιο εύκολη εξαγωγή σχετικών ερευνητικών πορισμάτων. Μια αντίστοιχη έρευνα θα ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα και δύσκολη να διεξαχθεί σε ανοιχτό χώρο, όπου η κινητικότητα και φυσιολογική εκδήλωση συμπεριφοράς των ζώων θα δυσχέραινε την ερευνητική διαδικασία. Η έρευνα που πραγματοποιείται στους ζωολογικούς κήπους ενισχύει τις γνώσεις όλων για τις ικανότητες των ζώων, ενώ τα πορίσματα που προκύπτουν εξ αυτών είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για την αντιμετώπιση ολέθριων ασθενειών που πλήττουν την άγρια φύση. Ωστόσο, κρίσιμο είναι να διερευνηθεί το κατά πόσον η παρατήρηση οποιουδήποτε ζωικού είδους εκτός του περιβάλλοντος που προορίζει γι’ αυτό η φύση του συνιστά έγκυρη πηγή επιστημονικής γνώσης. Πως δύναται να διερευνηθεί η φυσιολογική εκδήλωση της συμπεριφοράς ενός είδους, όταν αυτό δεν διαβιεί στον περιβάλλοντα χώρο που επιτάσσει η φύση του; Πολλές φορές ενδέχεται τα συμπεράσματα που εξάγονται να είναι παραπλανητικά και αντί να εξυπηρετούν τον σκοπό της επιστημονικής εξέλιξης, να οδηγούν σε λανθασμένα πορίσματα, των οποίων θύματα είναι πρωτίστως τα ίδια τα ζώα.
Ένας ακόμη σκοπός που εξυπηρετείται από την ύπαρξη και λειτουργία των ζωολογικών κήπων είναι η εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη ζωή, τα χαρακτηριστικά και τη βιολογία των ζώων της άγριας φύσης. Κρίσιμο είναι να διερευνηθεί αν η επίσκεψη του κοινού σε έναν ζωολογικό κήπο συνιστά αποτελεσματική μέθοδο μεταλαμπάδευσης γνώσης σχετικά με την άγρια φύση. Υποστηρίζεται πως για να μάθουν κυρίως τα παιδιά, τον τρόπο ζωής της άγριας φύσης χρειάζεται να παρατηρήσουν την τυπική μορφή ζωής του ζώου. Ωστόσο, έρχεται ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα αν η διαβίωση σε έναν ζωολογικό κήπο συνιστά ένα πρότυπο τυπικού ενδιαιτήματος, ικανό να αναδείξει τις φυσιολογικές συμπεριφορές των ζώων. Επιπλέον, σύμφωνα με τον καθηγητή περιβαλλοντικών σπουδών και φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου ΝΥ Dale Jamieson στο έργο του Against Zoos, οι επισκέπτες ενός ζωολογικού κήπου είναι πολύ λιγότερο ενημερωμένοι από τους κυνηγούς, τους ψαράδες και άλλους που δεν εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την προστασία των ζώων. Επίσης, ο μέσος επισκέπτης φαίνεται να δείχνει παραπάνω ενδιαφέρον για τα μωρά του ζωολογικού κήπου, προσπερνώντας αδιάφορα τα λοιπά ζώα που δεν εμφανίζουν κάποια αξιοπρόσεκτη ιδιαιτερότητα. Επομένως, είναι σημαντικό να αναζητήσουμε αν υφίστανται εναλλακτικοί τρόποι εκπαίδευσης του κοινού, οι οποίοι θα είναι αποτελεσματικότεροι και συνάμα δεν θα προϋποθέτουν τον εγκλεισμό της άγριας φύσης. Προτείνονται ενδεικτικά ο οικοτουρισμός η προβολή ντοκιμαντέρ και ταινιών στο πλαίσιο των σχολικών προγραμμάτων διδασκαλίας που αποτυπώνουν την πραγματική μορφή ζωής των ζώων άγριας φύσης, καθώς και εμπειρίες εικονικής πραγματικότητας και διαδραστικών βίντεο που επιτυγχάνουν σε ένα ιδιαίτερα ικανοποιητικό βαθμό τον βιωματικό χαρακτήρα που απαιτεί η εκπαίδευση των παιδιών και του ευρύ κοινού.
Επιπλέον, οι ζωολογικοί κήποι αποτελούν μορφή καταφυγίου για τα ζώα, καθώς χρησιμεύουν για την προστασία και τη διατήρηση των ειδών από ποικίλες απειλές. Ειδικότερα, όταν ένα είδος απειλείται με εξαφάνιση, η ελεγχόμενη αναπαραγωγή του στο πλαίσιο ενός ζωολογικού κήπου μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία του, έστω προσωρινά. Επίσης, το καθεστώς ενός ζωολογικού κήπου προφυλάσσει τα ζώα από τη λιμοκτονία και συχνά λειτουργεί προστατευτικά για εκείνα τα είδη που πέφτουν θύματα ανεξέλεγκτης λαθροθηρίας, ιδίως για το εμπόριο ελεφαντόδοντου, γούνας, δέρματος και κρέας τον θηραμάτων.
Η εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών φαίνεται εκ πρώτης όψεως να δικαιολογούν την συνέχιση ύπαρξης των ζωολογικών κήπων, δηλαδή περιορισμένων χώρων διαβίωσης ειδών άγριας φύσης που υπόκεινται σε εντατική παρακολούθηση και διαχείριση από τον άνθρωπο. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα που ανακύπτει από την ανάλυση των ως άνω επιχειρημάτων είναι η δυσκολία εξασφάλισης της φυσιολογικής ανάπτυξης και αναπαραγωγής των ζώων σε ένα περιβάλλον που διαφέρει ουσιωδώς από το φυσικό τους ενδιαίτημα. Ιδιαίτερο πρόβλημα προκύπτει για ορισμένα είδη, όπως οι ελέφαντες, οι οποίοι δεν μπορούν να περιοριστούν ακόμη και σε έναν πολύ μεγάλο ζωολογικό κήπο, λόγω του γεγονότος ότι χρειάζονται να μετακινούνται σε μεγάλες εδαφικές εκτάσεις που μπορεί να ξεπερνούν τα 80 χιλιόμετρα, ενώ έχουν τεράστια ανάγκη για τροφή και δεν παρουσιάζουν υγιές ιστορικό αναπαραγωγής υπό αιχμαλωσία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα πρόνοιας για τους ελέφαντες και πολλοί εξ’ αυτών είτε δεν μπορούσαν να περπατήσουν κανονικά, είτε έφεραν ποικίλα τραύματα, ενώ το 54% εμφάνιζε στερεοτυπίες και συμπεριφορικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Επιπλέον, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που τα ζώα τυγχάνουν κακομεταχείρισης ή πεθαίνουν από σωματική εξαθλίωση και αρνητικές ψυχολογικές επιδράσεις της αιχμαλωσίας και της διαρκούς επαφής με τους ανθρώπους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι Το Woburn Safari Park, το οποίο κρατούσε λιοντάρια κλειδωμένα σε μικρούς χώρους για 18 ώρες την ημέρα, όπου υπήρχαν εμφανή τραύματα στο δέρμα και πολλαπλές ουλές. Ακόμη, δεν είναι λίγες οι φορές που παρατηρείται το φαινόμενο της θανάτωσης ανεπιθύμητων ζώων, λόγω υπερπληθυσμού του ζωολογικού κήπου, όπου απαιτούνται υπερβολικές δαπάνες για τη φύλαξη τους. Το λεγόμενο πλεόνασμα, απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη το 2014, προκαλώντας παγκόσμια οργή, καθώς στον ζωολογικό κήπο της Κοπεγχάγης σκοτώθηκε μία νεαρή καμηλοπάρδαλη που έχαιρε άκρας υγείας. Τότε, έγινε παραδεκτό ότι θυσιάζονται αθώα ζώα στο βωμό του πλεονάσματος των ευρωπαϊκών ζωολογικών κήπων.
Επομένως, το κύριο κανονιστικό ερώτημα είναι το με ποιον τρόπο είναι δυνατή η υποστήριξη των ικανοτήτων των ζώων, προκειμένου αυτά να διάγουν μια ζωή χαρακτηριστική του είδους τους εντός ενός περιβάλλοντος αιχμαλωσίας. Η ηθική απαξίωση του περιορισμού εν γένει θα οδηγούσε στην απόρριψη ολόκληρης της ύπαρξης και λειτουργίας των καταφυγίων και κάθε άλλου χωρικού ελέγχου, καθώς όλοι οι χώροι στους οποίους ζουν τα ζώα είναι περιορισμένοι και διαχειρίσιμοι, παρόλο που δεν γίνεται συχνά αντιληπτό λόγω της μεγάλης τους έκτασης. Το παραπάνω ερώτημα γεννά ζητήματα που αφορούν στην έκταση του χώρου και της χλωρίδας που παρέχεται στα ζώα, στην διαθεσιμότητα κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και αισθητήριου ερεθισμού, στην παροχή κατάλληλης τροφής, στην έλλειψη συναισθημάτων αγωνίας και άγχους, καθώς και στην παροχή δυνατότητας παιχνιδιού και ανάπτυξης.
Κρίσιμη δηλαδή, εμφανίζεται η αναζήτηση τρόπων δημιουργίας ενός «διευκολυντικού περιβάλλοντος» για τα ζώα, εντός του οποίου θα έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν όλο το εύρος των χαρακτηριστικών του είδους τους αναγκών και δραστηριοτήτων. Οι έξυπνα διαχειριζόμενοι ζωολογικοί κήποι, οι οποίοι εξασφαλίζουν - μεταξύ άλλων – και την ύπαρξη μιας κοινωνικής ομάδας για το κάθε είδος ξεχωριστά, φαίνεται να πραγματώνουν αποτελεσματικά τους προστατευτικούς σκοπούς τους. Κατά τον Winnicott, αυτό που αναμένεται είναι όχι το απόλυτο, αλλά ένα επαρκώς ικανοποιητικό αποτέλεσμα για τα ζώα. Στον πυρήνα δηλαδή, της διαμόρφωσης και της διαχείρισης των ζωολογικών κήπων οφείλει να βρίσκεται το βέλτιστο συμφέρον των ζώων, όπως αυτό επιτάσσει η ιδιαίτερη φύση εκάστου είδους. Η θεωρία των ικανοτήτων λοιπόν, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, φαίνεται να δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να είναι ηθικά επιτρεπτοί οι ζωολογικοί κήποι στις σύγχρονες κοινωνίες.
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο
Παρά τη μακρά ιστορία τους , οι ζωολογικοί κήποι μόλις πρόσφατα αποτέλεσαν αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Στην εξέλιξη αυτή οδήγησε η διαρκώς αυξανόμενη ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την ανάγκη προστασίας των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας, ιδίως αυτών που απειλούνται με εξαφάνιση. Πρόκειται για μια γενικότερη ανησυχία ως προς την διατήρηση της βιοποικιλότητας του πλανήτη, η οποία ενισχύθηκε τη δεκαετία του 1970 και ακολουθήθηκε από μια σειρά ρυθμίσεων διεθνούς, ευρωπαϊκού και εθνικού χαρακτήρα.
ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
Η ανάγκη των πολιτών για διαβίωση σε ένα υγιές περιβάλλον οδήγησε στη σύναψη διάφορων διεθνών συμβάσεων με αντικείμενο την προστασία του τελευταίου. Ως προς την προστασία της βιοποικιλότητας, το βήμα έθεσε η Διεθνής Σύμβαση της Βέρνης, η οποία στοχεύει στην προστασία των φυσικών οικοτόπων, των ειδών της άγριας ζωής, ιδίως των απειλούμενων με εξαφάνιση, και στην ενίσχυση της διακρατικής συνεργασίας. Η σύμβαση υιοθετήθηκε το 1979 υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, τέθηκε σε ισχύ το 1982 και σήμερα απαριθμεί πενήντα επικυρώσεις ευρωπαϊκών και αφρικανικών κρατών, καθώς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το 1992 ακολούθησε, κατόπιν πρωτοβουλίας του ΟΗΕ, η Διεθνής Σύμβαση του Ρίο για τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας (CBD). Η Σύμβαση έχει τριπλό στόχο: την διατήρηση της βιοποικιλότητας, την βιώσιμη χρησιμοποίηση των συστατικών της και τον δίκαιο και ισότιμο καταμερισμό των οφελών που θα προκύψουν από τη χρήση των γενετικών πόρων. Αποτελεί, έως και σήμερα, ίσως το βασικότερο νομικά δεσμευτικό κείμενο για τη βιώσιμη ανάπτυξη, με 150 συμβαλλόμενα κράτη. Στο πλαίσιο ισχύος της Σύμβασης, μάλιστα, ακολούθησε η σύναψη δύο συμπληρωματικών Πρωτοκόλλων: το Πρωτόκολλο της Καρταχένα (2000) για τη βιοασφάλεια και το Πρωτόκολλο της Ναγκόγια (2010) για την πρόσβαση και το καταμερισμό των οφελών. Στην ενίσχυση του ρόλου της Διεθνούς Σύμβασης οδήγησε, ακόμη, η υιοθέτηση εκ μέρους των συμβαλλόμενων μερών ενός δεκαετούς στρατηγικού πλάνου για την καταπολέμηση της απώλειας της βιοποικιλότητας, γνωστό και ως “στόχοι του Aichi 2020”, το οποίο αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση Πλαίσιο για τη Βιοποικιλότητα (Kunming-Montreal Global Biodiversity Framework) κατά την 15η Σύνοδο των κρατών-μελών, με ορίζοντα, αυτή τη φορά, το 2030 αλλά και το 2050.
Σε διεθνές επίπεδο, πιο χρήσιμες φαίνεται να είναι οι προσπάθειες διεθνών οργανισμών με αντικείμενο την προστασία της βιοποικιλότητας του πλανήτη, μέσω προγραμμάτων διατήρησης των ζωολογικών κήπων. Συγκεκριμένα, πληθώρα ρυθμιστικών προτύπων, συστάσεων και οδηγιών προς τα μέλη τους συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ενιαίου πλαισίου λειτουργίας των ζωολογικών κήπων, με γνώμονα την ευζωία των ζώων. Τα αποτελέσματα αυτών των πρωτοβουλιών είναι αδιαμφισβήτητα βοηθητικά για όλους τους τομείς λειτουργίας των ζωολογικών κήπων, οι οποίοι λαμβάνουν τη σωστή καθοδήγηση και συντονίζουν τη λειτουργία τους σε ανώτερο επίπεδο.
ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Οι διεθνούς επιπέδου ρυθμίσεις, όπως παρατίθενται ανωτέρω, είναι φανερό πως δεν έχουν ως αντικείμενο προστασίας τους ζωολογικούς κήπους αυτούς καθ’ εαυτούς. Η γενικότερη αναφορά τους στην προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας δεν μπορεί να δώσει λύσεις σε θέματα λειτουργίας τους, καθώς η ιδιαίτερη φύση τους απαιτεί σαφές και συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο. Παρόλο που γενικότερες ρυθμίσεις δεν ελλείπουν και στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτοπόρησε θεσμοθετώντας σαφές νομικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ζωολογικών κήπων με την Οδηγία 1999/22/ΕΚ. Προτού εκτεθούν οι τελευταίες, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη ανάλυση του γενικότερου πλαισίου προστασίας των ζώων εντός της ΕΕ.
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ
Η προστασία των ζώων στο ευρωπαϊκό δίκαιο έχει πολλαπλές νομικές βάσεις. Σε πρώτη φάση, υιοθετήθηκε το 33ο Πρωτόκολλο του 1997 για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, το οποίο προσαρτήθηκε το 2006 και στην Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το υψηλό επίπεδο προστασίας των ζώων που επιδιώκεται μέσω των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων. Ανάλογου επιπέδου προστασία, άλλωστε, προωθείται και μέσω του άρθρου 191 ΣΛΕΕ, το οποίο καθιερώνει τις ιδιαίτερες αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης στον περιβαλλοντικό τομέα, γενικότερα. Ακόμη, με την κύρωση των Διεθνών Συμβάσεων της Βέρνης και του Ρίο για την προστασία της βιοποικιλότητας η ΕΕ συμβαδίζει το βήμα της με τη διεθνή έννομη τάξη, καθιστώντας τις συμβάσεις αυτές αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της και των αρχών της.
Πέραν των ανωτέρω, η ΕΕ έχει υιοθετήσει ξεχωριστή στρατηγική για την προστασία της βιοποικιλότητας στα εδάφη των κρατών-μελών ήδη από για τη δεκαετία του 2010. Η νέα στρατηγική για το 2030, που παρουσιάστηκε από την Επιτροπή το 2020, αποσκοπεί, μέσω των επιμέρους στόχων της, στην ανάκαμψη της βιοποικιλότητας του πλανήτη συνολικά, μέσω της συμβολής των κρατών-μελών της Ένωσης. Αποτελεί, μάλιστα, βασικό μέρος της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, αλλά και τον πυρήνα της προστασίας της φύσης στον ευρωπαϊκό χώρο. Ειδικότερες είναι οι ευρωπαϊκές ρυθμίσεις που αφορούν τα πτηνά και τους οικοτόπους, τα ύδατα, αλλά και τη θαλάσσια στρατηγική, ο Κανονισμός για τα χωροκατακτητικά ξένα είδη, καθώς και οι Κανονισμοί που αφορούν την εμπορία άγριων ειδών για την εφαρμογή της CITES. Στις νομοθετικές αυτές παρεμβάσεις εντάσσεται αναμφίβολα και η Οδηγία 199/22/ΕΚ του Συμβουλίου για τη λειτουργία των ζωολογικών κήπων, αν και οι ρυθμίσεις της εξυπηρετούν και άλλους επιμέρους σκοπούς, πλην της προστασίας της βιοποικιλότητας.
Η ΟΔΗΓΙΑ 1999/22/ΕΚ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ
Έρεισμα για τη θεσμοθέτηση της Οδηγίας 1999/22/ΕΚ για τη διατήρηση άγριων ζώων στους ζωολογικούς κήπους αποτέλεσε το άρθρο 9 της CBD, το οποίο απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη-μέρη της Σύμβασης τη λήψη μέτρων για την ex situ διατήρηση της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Πρόκειται για συμπληρωματικά μέτρα ως προς την in situ διατήρηση της βιοποικιλότητας, η οποία παραμένει πάντοτε πρωταρχικός στόχος της Σύμβασης, και λαμβάνονται συνήθως στη χώρα καταγωγής των ειδών, συχνά απειλούμενων με εξαφάνιση, με σκοπό την εκ νέου εισαγωγή στο οικοσύστημά τους. Με φόντο το διεθνές αυτό ρυθμιστικό πλαίσιο και υπό την απειλή της μαζικής απώλειας των οικοσυστημάτων ανά την υφήλιο, η ΕΕ αποφάσισε να ενισχύσει τον ρόλο των ζωολογικών κήπων ως προς τη διατήρηση της άγριας πανίδας, θεσπίζοντας ειδική ρύθμιση για αυτούς το 1999.
Πέραν της διατήρησης της βιοποικιλότητας, η Οδηγία ορίζει και ειδικότερους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν μέσω των εθνικών νομοθεσιών (άρθ. 3): συμμετοχή στην επιστημονική έρευνα για την άγρια πανίδα, εφόσον αυτή είναι επωφελής για τα είδη, αναπαραγωγή σε συνθήκες αιχμαλωσίας και επανεισαγωγή των ειδών, ευαισθητοποίηση του κοινού ως προς την σημασία της βιολογικής ποικιλότητας, εξασφάλιση καλών συνθηκών διαβίωσης των ζώων, λήψη μέτρων αποφυγής αποδράσεων των ζώων και, τέλος, τήρηση ενημερωμένου αρχείου για τα εκτιθέμενα είδη. Κατ’ ακριβολογία, πρόκειται για συγκεκριμένες απαιτήσεις οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να αδειοδοτηθεί ένας ζωολογικός κήπος από τα κράτη-μέλη. Οι ειδικότερες αυτές απαιτήσεις προωθούν, βάσει της Οδηγίας, τον γενικότερο στόχο της διατήρησης της βιοποικιλότητας, ενώ η ίδια η Οδηγία συμβάλλει στον συντονισμό των επιμέρους κρατών-μελών για τη ρύθμιση του ζητήματος.
Η εφαρμογή της Οδηγίας εναπόκειται κυρίως στα κράτη- μέλη της Ένωσης. Τα τελευταία έχουν την υποχρέωση να θεσπίσουν ειδικά μέτρα ως προς την αδειοδότηση και την επιθεώρηση των ζωολογικών κήπων της επικράτειάς τους, με γνώμονα την εξασφάλιση της συμβολής τους στη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας, αλλά και των καλών συνθηκών διαβίωσης των ζώων. Από τις διατάξεις της Οδηγίας δεν προκύπτει κάποιο καθεστώς επιθεώρησης ή αναφοράς παραβιάσεων ούτε και η σύσταση κάποια επιτροπής εμπειρογνωμόνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η διαπίστωση αυτή καθιστά τα κράτη-μέλη, τρόπο τινά, αποκλειστικώς υπεύθυνα στον τομέα των ζωολογικών κήπων, με την Οδηγία απλώς να υποχρεώνει τα κράτη-μέλη ως προς την λήψη των συγκεκριμένων μέτρων.
ΟΡΘΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ
Η απουσία συγκεκριμένων προτύπων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν αδιαμφισβήτητα ανασταλτικός παράγοντας σωστής εφαρμογής της οδηγίας από τα κράτη-μέλη. Ρυθμιστικά πρότυπα και οδηγίες είχαν συνταχθεί στο μεταξύ από διάφορους διεθνούς οργανισμούς. Αν και η συμβολή τους στον ρυθμιστικό συντονισμό υπήρξε πολύ σημαντική, αυτό μπορεί να υποστηριχθεί μόνο για τους ζωολογικούς κήπους που αποτελούν μέλη τους. Για τους υπόλοιπους ζωολογικούς κήπους, τα ρυθμιστικά κενά στη λειτουργία τους ήταν μεγάλα με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται η συμμέτοχή τους στην επίτευξη των επιμέρους στόχων της Οδηγίας. Το κενό αυτό κάλυψε το έγγραφο των Ορθών Πρακτικών, το οποίο εκπονήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2015. Το έγγραφο απευθύνεται σε ζωολογικούς κήπους και κράτη-μέλη, παρέχοντας λεπτομερείς διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων της Σύμβασης. Αν και η «Δήλωση Αποποίησης Ευθύνης» τονίζει τον πληροφοριακό και μη δεσμευτικό χαρακτήρα του εγγράφου, ενόψει της ελλιπούς νομολογίας επί του ζητήματος, η συμβολή τους στην ερμηνεία των άρθρων της Οδηγίας είναι αναντίρρητη. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται κι από το γεγονός πως σήμερα, ύστερα από απαιτήσεις ζωολογικών κήπων και κρατών-μελών, έχει μεταφραστεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες των ευρωπαϊκών κρατών.
Το έγγραφο των ορθών πρακτικών ακολουθεί την μέθοδο της κατ’ άρθρο ερμηνείας της Οδηγίας, καθιστώντας τις ρυθμίσεις της τελευταίας όσο το δυνατόν πιο σαφείς. Σύμφωνα με τη δομή αυτή, γίνεται και η ανάλυση των ειδικότερων ρυθμίσεων της Οδηγίας που ακολουθεί.
ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ
1. Το ρυθμιστικό αντικείμενο της Οδηγίας- Ορισμός του ζωολογικού κήπου
Αντικείμενο εφαρμογής της Οδηγίας είναι οι ζωολογικοί κήποι. Λόγω της έλλειψης κοινώς αποδεκτού ορισμού τους, η ίδια η Οδηγία παρέχει ορισμό των ζωολογικών κήπων στο άρθ. 2, οριοθετώντας το ρυθμιστικό της πεδίο και κατ’ επέκταση την εφαρμογή της. Σύμφωνα με αυτό, ως ζωολογικοί κήποι νοούνται «όλες οι μόνιμες εγκαταστάσεις όπου φυλάσσονται ζώα άγριων ειδών για να επιδεικνύονται στο κοινό για επτά ή περισσότερες μέρες τον χρόνο». Πρόκειται για έναν νομικό ορισμό ο οποίος παρέχει τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη εκ μέρους των κρατών μελών προκειμένου να κρίνουν εάν μια εγκατάσταση εμπίπτει στο ρυθμιστικό αντικείμενο της Οδηγίας. Η κρίση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου ότι αναγκαία συνέπεια του χαρακτηρισμού μιας εγκατάστασης ως ζωολογικού κήπου είναι η εφαρμογή των μέτρων διατήρησης του άρθ. 3.
Ο τύπος της εγκατάστασης φαίνεται να είναι κρίσιμος, αφού η Οδηγία απαιτεί μόνιμη εγκατάσταση. Πρόκειται, συγκεκριμένα για το πρώτο κατά σειρά κριτήριο που εξετάζεται για τον χαρακτηρισμό της εγκατάστασης. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση, η παροδικότητα των εγκαταστάσεων δεν μπορεί να αποτελέσει ισχυρισμό που αποκλείει την εφαρμογή της Οδηγίας. Αντιθέτως, θα πρέπει να ερευνάται κατά περίπτωση το κατά πόσο τα φυλασσόμενα ζώα υπόκεινται σε συνεχή έκθεση στο κοινό, και επομένως κρίνονται εφαρμοστέα τα μέτρα του άρθ. 3. Το δεύτερο κατά σειρά κριτήριο είναι η συλλογή άγριων ειδών εντός της εγκατάστασης. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για ιθαγενή ή εξωτικά είδη, ενώ δεν αποκλείεται να περιλαμβάνονται και εξημερωμένα είδη ή οικόσιτα ζώα. Χωρίς αμφιβολία, άλλωστε, ο ορισμός καταλαμβάνει και τα ενυδρεία στα οποία φυλάσσονται άγρια ζώα, παρά τον διαφορετικό τύπο των εγκαταστάσεων που απαιτούνται για αυτά. Τρίτο και τελευταίο κριτήριο είναι η δυνατότητα πρόσβασης του κοινού στις εγκαταστάσεις του ζωολογικού κήπου, με ή χωρίς αντίτιμο. Πρόκειται, ειδικότερα, για μια απαίτηση που συνδέεται άμεσα με τον δεύτερο στόχο του άρθ. 3, που είναι η ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την προστασία της βιοποικιλότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εθνικές αρχές μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με το ζήτημα της αποσαφήνισης εάν πρόκειται για ιδιωτική συλλογή ζώων ή για ζωολογικό κήπο. Η κατηγοριοποίηση αυτή μπορεί να γίνει είτε σε επίπεδο νομοθεσίας είτε δε επίπεδο ατομικής αδειοδότησης.
Ρητώς εξαιρούνται από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας τα τσίρκα και τα καταστήματα πώλησης ζώων συντροφιάς. Οι δραστηριότητες αυτές φαίνεται να μην συμβαδίζουν με τους στόχους της Οδηγίας, ενόψει του ψυχαγωγικού ή και του εμπορικού χαρακτήρα τους. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην περίπτωση που διοργανώνονται επιδείξεις ζώων σε μόνιμες εγκαταστάσεις ζωολογικών κήπων. Στην περίπτωση αυτή, συνεπέστερη προς τους στόχους της Οδηγίας φαίνεται η λύση της εφαρμογής των μέτρων του άρθρου 3 και σε αυτές τις εγκαταστάσεις. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 2, δίνεται η διακριτική ευχέρεια στα κράτη-μέλη να εξαιρέσουν από την εφαρμογή της Οδηγίας και εγκαταστάσεις που δεν επιδεικνύουν σημαντικό αριθμό ζώων ή ειδών, υπό την προϋπόθεση φυσικά πως δεν υπονομεύονται οι στόχοι της Οδηγίας.
2. Τα μέτρα διατήρησης του άρθρου 3
Κάθε κράτος-μέλος καλείται να καθιερώσει το δικό του εθνικό σύστημα αδειοδότησης, επιθεώρησης και ελέγχου των ζωολογικών κήπων που λειτουργούν εντός της επικράτειάς του. Στο άρθ. 3, αναφέρονται οι απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να αδειοδοτηθεί μια εγκατάσταση ως ζωολογικός κήπος. Οι προϋποθέσεις αυτές συνδέονται αναπόσπαστα με τον πρωταρχικό στόχο της Οδηγίας, που είναι η διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας και της άγριας πανίδας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η συχνή αναφορά τους στη βιβλιογραφία ως «μέτρων διατήρησης», τονίζοντας τον βασικό σκοπό που επιτελούν.
α) Διατήρηση
Η πρώτη περίπτωση των μέτρων διατήρησης αφορά την ίδια τη διατήρηση και περιλαμβάνει διάφορες επιμέρους δράσεις που μπορεί να αναλαμβάνει ένας ζωολογικός κήπος. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ρητά στην επωφελή για τα είδη έρευνα, την επιστημονική και επαγγελματική κατάρτιση του προσωπικού, την ανταλλαγή πληροφοριών, την αναπαραγωγή σε συνθήκες αιχμαλωσίας , την ανανέωση του πληθυσμού και την επανεισαγωγή των ειδών στη φύση, υπό την προϋπόθεση πως τα τελευταία μέτρα κρίνονται αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της Οδηγίας. Με εξαίρεση την αναπαραγωγή των ειδών σε αιχμαλωσία, το έργο αυτό μπορεί να υλοποιηθεί τόσο σε επίπεδο ex situ όσο και σε επίπεδο in situ διατήρησης. Η χρήση του όρου «συμμετοχή» στη συγκεκριμένη διάταξη τονίζει τον συνεργατικό χαρακτήρα των ανωτέρω δράσεων, οι οποίες πρέπει να διεξάγονται και με άλλους φορείς (π.χ. πανεπιστημιακά ιδρύματα, κυβερνήσεις, οργανισμοί διατήρησης), προκειμένου να είναι αποτελεσματικές. Ο εκάστοτε ζωολογικός κήπος δεν απαιτείται να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να συμμετέχει σε όλες τις επιμέρους δράσεις, αλλά αρκεί η συμμετοχή ακόμη και σε μία επιμέρους δραστηριότητα. Οι εθνικές αρχές είναι, εν προκειμένω, αρμόδιες να κρίνουν εάν οι ζωολογικοί κήπου που καλούνται να αδειοδοτήσουν συμβάλλουν συνολικά στο έργο της διατήρησης, λαμβάνοντας υπόψη και τις δυνατότητες του εκάστοτε ζωολογικού κήπου.
β) Ευαισθητοποίηση του κοινού
Η δεύτερη περίπτωση τονίζει τον ρόλο των ζωολογικών κήπων στην ευαισθητοποίηση του κοινού ως προς το ζήτημα της διατήρησης της βιοποικιλότητας. Τα μέτρα συνδέονται αλληλένδετα τόσο με τον πρώτο παλαιό στόχο της CBD όσο και με τον νέο εικοστό πρώτο στόχο του Kunming-Montreal Biodiversity Framework. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για έναν γενικό και έναν ειδικό στόχο: ο γενικότερος στόχος αφορά την προώθηση της εκπαίδευσης και της συνειδητοποίησης του κοινού όσον αφορά τη διατήρηση της βιολογικής ποικιλομορφίας, ενώ ο ειδικότερος αφορά την παροχή πληροφοριών για τα εκτιθέμενα είδη και τους φυσικούς τους οικοτόπους. Και οι δύο αυτοί στόχοι υλοποιούνται είτε μέσω τυπικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια οργανωμένων επισκέψεων, γενικότερου και ειδικότερου χαρακτήρα, είτε μέσω άτυπων εκπαιδεύσεων κατά τη διάρκεια αυτόνομων επισκέψεων. Γνώμονας για τον σχεδιασμό των παραπάνω δράσεων θα πρέπει να είναι η παρουσίαση μιας ρεαλιστικής εικόνας των ζώων, ενώ σκόπιμη φαίνεται να είναι και η χρήση απλής γλώσσας, προσιτής και κατανοητής στο ευρύ κοινό.
γ) Συνθήκες διαβίωσης των ζώων
Η τρίτη περίπτωση των μέτρων διατήρησης αναφέρεται στις καλές συνθήκες διαβίωσης των ζώων, οι οποίες κατά την Οδηγία θα πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις τόσο των ειδών όσο και της διατήρησης γενικότερα. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για μέτρα που στοχεύουν στην ικανοποίηση των βιολογικών, σωματικών και ψυχολογικών αναγκών των ζώων με βάση τις απαιτήσεις ευζωίας, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις σχετικές πηγές. Τα μέτρα αυτά αφορούν τόσο τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων στους κατάλληλους χώρους εγκλεισμού όσο και τη ζωοτεχνία ως προς τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ζώων και του προσωπικού ή των επισκεπτών. Πρέπει, ακόμη, να προβλέπονται ειδικά μέτρα κτηνιατρικής φροντίδας των ζώων και διατροφής τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλή διαβίωση των ζώων εντός του χώρου εγκλεισμού.
δ) Μέτρα αποφυγής αποδράσεων
Η τέταρτη απαίτηση του άρθ. 3 αναφέρεται στη μέριμνα για τη μη διαφυγή των εκτιθέμενων ζώων, προς αποτροπή τυχόν οικολογικών απειλών σε βάρος αυτόχθονων ειδών, αλλά και για την παρεμπόδιση της εισαγωγής επιβλαβών ειδών και παρασίτων. Η διάταξη αυτή εκφράζει τη γενικότερη ανησυχία για την εισαγωγή ξένων προς τα οικοσυστήματα ειδών και συνοδεύεται κι από ειδικότερες ρυθμίσεις του ζητήματος. Οι ζωολογικοί κήποι θα πρέπει να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν κατάλληλους χώρους εγκλεισμού με περιμετρικά όρια, καθώς και να θεσπίσουν ειδικά μέτρα έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση διαφυγής των ζώων. Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί πως δεν αποτελούν όλα τα είδη που εκτίθενται στον εκάστοτε ζωολογικό κήπο απειλή για το οικοσύστημα, σε περίπτωση που διαφύγουν. Για την εκτίμηση αυτή, απαιτείται σειρά ερευνών και σταθμίσεων εκ μέρους των υπεύθυνων προσώπων. Αντίστοιχα πρωτόκολλα θα πρέπει να υπάρχουν και για την περίπτωση εισαγωγής εξωτερικών επιβλαβών ζώων και παρασίτων εντός του ζωολογικού κήπου.
ε) Τήρηση ενημερωμένων αρχείων
Η πέμπτη και τελευταία απαίτηση στο άρθ. 3 είναι η τήρηση ενημερωμένων αρχείων της συλλογής του ζωολογικού κήπου, ανάλογων των ειδών που καταγράφονται. Η τήρηση αυτής της απαίτησης αποβαίνει επωφελής, αφενός, για τις αρμόδιες αρχές και, αφετέρου, για τους ίδιους τους ζωολογικούς κήπους. Από τη μία, η ύπαρξη ενημερωμένων αρχείων βοηθά τις αρχές στην διενέργεια των επιθεωρήσεων αλλά και στην λήψη των αποφάσεων για τις αδειοδοτήσεις των ζωολογικών κήπων. Από την άλλη, η διεξαγωγή των προγραμμάτων διατήρησης, εκπαίδευσης και κτηνιατρικής φροντίδας από τους ζωολογικού κήπους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην τήρηση αρχείων για τα ζώα. Τα έγγραφα αυτά μπορούν να συμβάλλουν τόσο στην διοίκηση και τον έλεγχο της συλλογής των ζώων όσο και στην ανταλλαγή πληροφοριών με άλλους ζωολογικούς κήπους, αποτελώντας σημαντική πηγή για τους επιστήμονες του κλάδου. Τα αρχεία θα πρέπει, κατά τις απαιτήσεις της Οδηγίας να είναι ενημερωμένα, να περιλαμβάνουν το σύνολο της συλλογής των ζώων και να είναι κατάλληλα για τα είδη που αφορούν, μπορούν δε να αφορούν είτε μεμονωμένα ζώα είτε να καλύπτουν ομάδες ζώων.
3. Αδειοδότηση και επιθεώρηση
Στα άρθρα 4 έως 8 περιγράφεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα παροχής άδειας και επιθεώρησης των ζωολογικών κήπων του άρθ. 2. Στόχος του συστήματος αυτού είναι η εξασφάλιση της τήρησης των μέτρων διατήρησης του άρθρου 3, όπως εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω.
Για το σκοπό αυτό, τα κράτη-μέλη καλούνται να ορίσουν τις αρμόδιες αρχές οι οποίες θα διενεργούν τις επιθεωρήσεις, θα παρέχουν άδειες λειτουργίας σε νέους ή υφιστάμενους ζωολογικούς κήπους και θα επιβάλλουν τις προβλεπόμενες από τον νόμο κυρώσεις. Δεδομένης της περιβαλλοντικής φύσης των ζητημάτων, ορθότερη θα ήταν η κατανομή των αρμοδιοτήτων αυτών σε διοικητικά όργανα που διαθέτουν γνώσεις και εμπειρία σε παρόμοια ζητήματα. Χρήσιμη, εν προκειμένω, μπορεί να είναι και η σύσταση εξωτερικών συμβουλευτικών οργάνων, αποτελούμενων από ακαδημαϊκούς, κρατικούς ή ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και άλλους επαγγελματίες του τομέα, παρέχοντας, αφενός, στήριξη στα κρατικά όργανα, αφετέρου, εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στο σύστημα συνολικά.
Η παροχή της άδειας, σε κάθε περίπτωση, γίνεται κατόπιν επιθεώρησης εκ μέρους των αρμόδιων κρατικών αρχών (άρθ. 4 παρ. 1). Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της απόρριψης χορήγησης, της παράτασης διάρκειας της άδειας και της σημαντικής τροποποίησής της (άρθ. 4 παρ. 4). Η χορήγηση της άδειας θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνει χώρα πριν ο εκάστοτε ζωολογικός κήπος ανοίξει για το κοινό. Η άδεια είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει τους όρους και τα κατάλληλα μέτρα για την αποτελεσματική επιβολή των μέτρων διατήρησης του άρθρου 3. Η διαπίστωση της μη τήρησής τους γίνεται είτε μέσω έκτακτων είτε μέσω τακτικών επιθεωρήσεων από τα αρμόδια κρατικά όργανα (άρθ. 4 παρ 3). Εάν, δε, ο ζωολογικός κήπος δεν διαθέτει άδεια ή δεν τηρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής της, οι εθνικές αρχές δύνανται να επιβάλουν είτε την παύση λειτουργίας είτε τη συμμόρφωση με τις ενδεδειγμένες απαιτήσεις που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι αδειοδότησης του ζωολογικού κήπου. Η συμμόρφωση θα πρέπει να διαπιστώνεται εντός χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Εάν και πάλι διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση κατόπιν επιθεώρησης , οι εθνικές αρχές αφαιρούν ή τροποποιούν την άδεια και κλείνουν τον ζωολογικό κήπο (άρθ. 4 παρ. 5), διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την καλή μεταχείριση των ζώων (άρθρ. 6).
Τέλος, κατά την ρητή απαίτηση του άρθ. 8, τα κράτη-μέλη οφείλουν να καθορίσουν ένα σύνολο κυρώσεων, που θα επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών μέτρων που θεσπίζονται για τους ζωολογικούς κήπους και την μεταχείριση των ζώων. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις, διοικητικού ή ποινικού χαρακτήρα, θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές για την τέλεση νέων παραβιάσεων. Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή της Οδηγίας στο έδαφός τους, παρέχοντας ένα ολοκληρωμένο σύστημα νομοθετικών διατάξεων για την λειτουργία των ζωολογικών κήπων.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ / EU ZOOS EVALUATION
Η απουσία συστήματος ελέγχου, καταγραφής παραβιάσεων, αλλά και γνωμοδοτικού οργάνου σε ενωσιακό επίπεδο κατέστησε μετέωρη σε μεγάλο βαθμό την εφαρμογή της Οδηγίας από τα κράτη-μέλη. Οι παραβιάσεις που σημειώθηκαν αφορούσαν κυρίως την ίδια τη μεταφορά της οδηγίας, με την εφαρμογή των ουσιαστικών ρυθμίσεων της Οδηγίας να παραμένει άγνωστη κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Οι διαπιστώσεις αυτές οδήγησαν στην εκπόνηση Εγγράφου Εκτίμησης της Εφαρμογής της Οδηγίας για τους Ζωολογικούς Κήπους. Το έγγραφο εκπονήθηκε για λογαριασμό της Επιτροπής και συνέλεξε δεδομένα από 14 κράτη-μέλη, τα οποία θεωρήθηκαν αντιπροσωπευτικά για τον σκοπό της έρευνας, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Το έργο ξεκίνησε το 2015 και ολοκληρώθηκε το 2018, με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε στο μεταξύ. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της έγινε με βάση την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα, τη συνάφεια, τη συνοχή και το κατά πόσο η Ένωση ως έννομη τάξη συνέβαλε στην υλοποίηση των στόχων της Οδηγίας.
Η μεγαλύτερη πρόκληση στο ερευνητικό αυτό έργο ήταν η απουσία επαρκών πληροφοριών και βιβλιογραφίας επί του ζητήματος. Παρόλα αυτά, τα πορίσματα ανέδειξαν τα διάφορα προβλήματα που εντοπίζονται στην εφαρμογή της Οδηγίας και των εθνικών νομοθεσιών, αλλά και τους στόχους που επιτεύχθηκαν μέσω αυτής. Ειδικότερα, κάθε κράτος-μέλος υποχρεώθηκε να συστήσει το δικό του σύστημα αδειοδότησης και επιθεώρησης των ζωολογικών κήπων της επικράτειάς του κατά τη ρητή απαίτηση του άρθ. 4. Για τον σκοπό αυτό, απαραίτητος ήταν ο καθορισμός των αρμόδιων αρχών (άρθ. 7) είτε με εκ νέου σύστασή τους είτε με την επέκταση των αρμοδιοτήτων ήδη υφιστάμενων οργάνων. Η ένταξη των οργάνων αυτών γινόταν, συνήθως, σε διοικητικές μονάδες με αντικείμενο τη διαχείριση περιβαλλοντικών θεμάτων ή ζητημάτων ασφάλειας τροφίμων και αγροτικού τομέα. Αρκετά κράτη, μάλιστα, συμπεριέλαβαν και κτηνιατρικές υπηρεσίες στο σύστημά τους, με γνώμονα της ευζωία των ζώων. Παρά την ύπαρξη, ωστόσο, νομοθετικών διατάξεων για τη ρύθμιση των ανωτέρω ζητημάτων, παρατηρήθηκε η υπέρμετρη επιβάρυνση των οργάνων και με άλλες είδους καθήκοντα, με αποτέλεσμα οι επιθεωρήσεις και οι έλεγχοι να μην είναι λεπτομερείς στο βαθμό που τους αναλογεί. Ακόμη σημειώθηκαν διάφορες περιπτώσεις σύγκρουσης αρμοδιοτήτων και έλλειψης συντονισμού μεταξύ των οργάνων. Πέρα από τις παραλείψεις στη μεταφορά της Οδηγίας που αναφέρθηκαν ανωτέρω, σήμερα όλα τα κράτη-μέλη έχουν καθιερώσει αντίστοιχα συστήματα προς συμμόρφωση με την Οδηγία. Εντούτοις, η αδειοδότηση αρκετών ζωολογικών κήπων εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα.
Τα κράτη-μέλη έχουν διαμορφώσει, επίσης, σύστημα κυρώσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθ. 8, βασιζόμενο στο αντίστοιχο σύστημα επιθεωρήσεων. Οι κυρώσεις αυτές, ποινικού ή διοικητικού χαρακτήρα, ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της παραβίασης, τη σημασία του παραβιασθέντος κανόνα αλλά και του υποκειμένου της παραβίασης Συναφές είναι και το ζήτημα της παύσης λειτουργίας του ζωολογικού κήπου ή τμήματός του, την ύστατη κύρωση που επιβάλλεται στις σοβαρότερες περιπτώσεις παραβίασης. Παρατηρήθηκε, ωστόσο, πως οι αρχές των κρατών-μελών δεν κάνουν συχνά χρήση της δυνατότητας αυτής, τείνοντας να προτιμούν την υποβολή συστάσεων προς τους παραβάτες ή την επιβολή ελαφρότερων κυρώσεων έναντι της παύσης λειτουργίας του ζωολογικού κήπου.
Τα πορίσματα της έρευνας υπήρξαν πιο λεπτομερή σχετικά με τα μέτρα διατήρησης του άρθ. 3. Αυτό εξηγείται και από το γεγονός πως αποτελούν, εκτός από τους επιμέρους στόχους της Οδηγίας, και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη χορήγηση των αδειών. Σε γενικές γραμμές, και τα 14 κράτη-μέλη εφάρμοζαν τα μέτρα του άρθ. 3, αναλόγως προς τις δυνάμεις τους. Σημαντική είναι, μάλιστα, στην πλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων η συμβολή των διεθνών οργανώσεων των ζωολογικών κήπων, προσφέροντας ένα επιπλέον επίπεδο οργάνωσής τους. Πιο θετικά, γενικότερα, παρουσιάζονται τα πορίσματα που αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ζωολογικών κήπων και την ευαισθητοποίηση του κοινού μέσω διάφορων προγραμμάτων. Αντιθέτως, περιθώρια βελτίωσης φαίνεται να υπάρχουν ως προς την τήρηση έγκυρων, επίκαιρων και οργανωμένων αρχείων των εκτιθέμενων στους κήπους ζώων και την εκπαίδευση του προσωπικού στους ζωολογικούς κήπους.
Λιγότερο πειστική φαίνεται η θετική συμβολή της Οδηγίας ως προς την διεξαγωγή έρευνας, την αναπαραγωγή σε αιχμαλωσία, την αποφυγή αποδράσεων, αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων. Ειδικότερα, ως προς την επιστημονική έρευνα, διαπιστώθηκε πως η τελευταία δεν προωθεί άμεσα τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, παρά μόνο εξυπηρετεί άλλους έμμεσους στόχους (π.χ. ανατομία των ζώων, φυσιολογία, κτηνιατρική φροντίδα). Αντίστοιχα, ως προς την αναπαραγωγή των ζώων σε συνθήκες αιχμαλωσίας και την εισαγωγή τους ξανά στο φυσικό τους περιβάλλον, σημαντικότερη φάνηκε να είναι η συμβολή των μεγαλύτερων ζωολογικών κήπων, ιδίως για τα απειλούμενα με εξαφάνιση είδη. Αυτό φαίνεται λογικό, αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός πως η χρηματοδότηση τέτοιων προγραμμάτων γίνεται με κεφάλαια των ίδιων των ζωολογικών κήπων. Παρόμοια είναι τα πορίσματα και ως προς τα μέτρα πρόληψης διαφυγής των ζώων, αφού παρά την ύπαρξη αντίστοιχων πρωτοκόλλων, αποδράσεις συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα. Τέλος, ως προς τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων, σημαντικά είναι τα αποτελέσματα του “EU Zoo Inquiry 2011”, έρευνα η οποία διεξήχθη από τον οργανισμό “Born Free” σε συνεργασία με το “ENDCAP”. Η έρευνα αυτή, τα πορίσματα της οποίας, μάλιστα, αποδέχτηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανέδειξε σημαντικά προβλήματα σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων και την υγεία τους. Πρόκειται σε κάθε περίπτωση για ένα σημαντικό μειονέκτημα, δεδομένου ότι αποτελεί και τον λόγο επιβολής των περισσότερων κυρώσεων στις εθνικές έννομες τάξεις.
Σε γενικές γραμμές, η έρευνα της Επιτροπής καταλήγει στο συμπέρασμα πως παρόλο που έχει καταγραφεί σημαντική εξέλιξη στον τομέα των ζωολογικών κήπων, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και εξέλιξης. Η ΕΕ συνέβαλε, χωρίς αμφιβολία, στην επίτευξη ενός ελάχιστου αριθμού απαιτήσεων που θα πρέπει να τηρούνται για τη λειτουργία των ζωολογικών κήπων στο ευρωπαϊκό έδαφος. Θετικός παράγοντας που ενίσχυσε τη δράση της ήταν, ακόμη, η δράση των Διεθνών Οργανισμών, τα μέλη των οποίων είναι πιθανό να τηρούν ακόμη πιο αυστηρές προδιαγραφές, αλλά και η άσκηση κοινωνικών πιέσεων εκ μέρους των πολιτών και των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Παρόλα αυτά, το γεγονός πως η συμβολή των ζωολογικών κήπων παραμένει ασαφής ως προς την διατήρηση της βιοποικιλότητας του πλανήτη εγείρει προβληματισμούς σχετικά με την αποδοτικότητά τους συνολικά.
Ελληνική Έννομη Τάξη
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Στο Σύνταγμα η ρητή αναφορά στην άγρια πανίδα δεν υπάρχει. Η συνταγματική αναθεώρηση του 1975 για πρώτη φορά περιέλαβε διάταξη για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ενώ η αναθεώρηση του 2001 αναγνώρισε την προστασία του περιβάλλοντος ως δικαίωμα του καθενός.
Η διάταξη του αρ.24 παρ.1 εδ.α’ Συντ. ορίζει ότι: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός». Στην εν λόγω διάταξη δεν περιλαμβάνεται ο ορισμός της έννοιας του περιβάλλοντος, αντικατοπτρίζοντας την πρόθεση του νομοθέτη να διευρύνει το προστατευτικό πεδίο προστασίας των συνταγματικών διατάξεων. Το περιβάλλον ερμηνεύεται υπό lato sensu: Επειδή φυσικό περιβάλλον δεν νοείται χωρίς τα συστατικά του στοιχεία, μπορεί να υποστηριχθεί ότι αντικείμενο προστασίας της διάταξης είναι μεταξύ άλλων και η άγρια ζωή. Άλλωστε ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 που ρύθμισε με καινοτόμο τρόπο την περιβαλλοντική προστασία, δεν θα αποσκοπούσε στον αποκλεισμό της προστασίας των ζώων κατά τρόπο υπέρμετρα οπισθοδρομικό σήμερα.
Η υποχρέωση του Κράτους για προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος συνεπάγεται το καθήκον του να μεριμνά για τη ρύθμιση και καρπόφορη επίλυση των ζημιογόνων (για το περιβάλλον) ζητημάτων. Η κείμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται μόνο a posteriori σε κρατική προσβολή του περιβάλλοντος αλλά και a priori ως μηχανισμός δέσμευσης και συνεχούς κινητοποίησης της διοίκησης για τη βελτιοποίηση της ποιότητας του. Αυτό σημαίνει ότι από την συνταγματική διάταξη απορρέουν υποχρεώσεις της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, με το άρθρο 24 Συντ. τα κρατικά όργανα οφείλουν να απέχουν από την έκδοση μη συμφερουσών περιβαλλοντικά νομοθετικών ρυθμίσεων.
Ο Ν.1650/1986
Αποσκοπεί στην ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος μέσω της καθιέρωσης αποτελεσματικών μηχανισμών προστασίας. Με τον νόμο προστατεύονται η βιοποικιλότητα, η φύση και το τοπίο με σκοπό την διατήρηση και ανάπτυξη της οικολογικής ισορροπίας, του οικοσυστήματος και της «μοναδικότητας» που χαρακτηρίζει τα συστατικά του στοιχεία. Ο νομοθέτης αναφέρεται ρητά στην έννοια της άγριας πανίδας, ως περιβαλλοντικό αγαθό άξιο αυτοτελούς προστασίας (άρθ. 18 παρ. 1,2).
Αναγνωρίζονται οι εκτάσεις με «εξαιρετικά ευαίσθητους τύπους φυσικών οικοτόπων», με απειλούμενα υπό εξαφάνιση είδη της άγριας πανίδας, και με οικοσυστήματα καθοριστικά για το κύκλο ζωής των τελευταίων, ως απόλυτα προστατευόμενες περιοχές. Η κατηγοριοποίηση αυτή έχει πρακτική σημασία καθώς στις περιοχές που απολαμβάνουν απόλυτη/αυστηρή προστασία δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή έργων και δραστηριοτήτων . Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η πραγμάτωση είτε επιστημονικών ερευνών είτε εργασιών εκτελούμενων για τη διατήρηση της ποιότητας των εν λόγω οικοτόπων(άρθρο 19).
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδ. α του νόμου, άξια ιδιαίτερης μέριμνας θεωρούνται τρια είδη της άγριας πανίδας: α)τα απειλούμενα υπό εξαφάνιση είδη, β)τα είδη που παρουσιάζουν τάση μείωσης λόγω χρόνιας και σταδιακής αλλοίωσης του οικοσυστήματος τους, γ)τα είδη με «ιδιαίτερη οικολογική, επιστημονική, γενετική, παραδοσιακή ή οικονομική αξία». Ο κατάλογος των προστατευόμενων ειδών (υπό α, β, γ περιπτώσεων) σχηματίζεται ως προς τους όρους, περιορισμούς και τα μέσα προστασίας με κοινή απόφαση του ΥΠΕΝ και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού. Το ΥΠΕΝ σε συνδυασμό με τον οικείο κατά περίπτωση υπουργό καθορίζουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση επιστημονικών δραστηριοτήτων πάνω στα ζώα αυτά(άρθρο 20 παρ.3).
ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 98/2004
Με το πδ 98/2004 εισήχθη η οδηγία 1999/22/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο και ρυθμίστηκε για πρώτη φορά η αδειοδότηση και λειτουργία των ζωολογικών κήπων εντός της επικράτειας. Στόχος του διατάγματος είναι η προστασία της βιοποικιλότητας, της άγριας πανίδας και της ποιοτικής διαβίωσης των ζώων στις σχετικές εγκαταστάσεις, μέσω της εφαρμογής των ρηθέντων μέτρων διατήρησης των ειδών (άρθρο 3 Οδηγίας). Ωστόσο, οι σχετικές απαιτήσεις είναι αρκετά ασαφείς ενώ δεν υπάρχει κάποια αυστηρή και αναλυτική διαδικασία ως προς τον τρόπο εφαρμογής των μέτρων διατήρησης. Παράλληλα ο μόνος υποχρεωτικός έλεγχος που προβλέπεται για την εφαρμογή των διατάξεων γίνεται μέσω ετήσιας τακτικής επιθεώρησης (κατ’εξαίρεσιν διενεργείται και έκτακτος έλεγχος) από τις Αρμόδιες Αρχές.
Γεννάται το ερώτημα αν οι ως άνω Αρμόδιες Αρχές διαθέτουν τα εργαλεία για την κατάλληλη επιμόρφωση τους στον τομέα της διατήρησης. Μια πλήρης και εμπεριστατωμένη κατάρτιση των Αρχών θα παρείχε τα απαραίτητα εχέγγυα για την αποτελεσματική ερμηνεία των απαιτήσεων. Ως προς το ζήτημα της ερμηνείας, έχει εκδοθεί όπως προαναφέρθηκε το έγγραφο των Ορθών Πρακτικών της Οδηγίας. Ωστόσο, οι ειδικές γνώσεις των ζωολογικών κήπων σε σχέση με την διατήρηση της βιοπολυμορφίας παραμένουν ελλιπείς. Προβληματική θεωρείται και η απουσία ενός εθνικού ειδικού νόμου που να παρέχει επιμόρφωση σχετικά με τις επιτρεπτές συνθήκες διαβίωσης των ζώων εντός ζωολογικού κήπου ώστε να ικανοποιούνται οι βιολογικές απαιτήσεις τους.
Ακόμη ένα ζήτημα που χρήζει περαιτέρω ανάλυση είναι αυτό της αποτελεσματικής εφαρμογής των απαιτήσεων της Οδηγίας. Στο οικείο διάταγμα προβλέπεται η συνεργασία συγκεκριμένων Διευθύνσεων μέσω της από κοινού διενέργειας τακτικών επιθεωρήσεων, για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων του. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εμπλοκή διαφορετικών Αρμόδιων Αρχών δύναται να δημιουργήσει σημαντικά και δυσεπίλυτα προβλήματα (πχ conflict of interests, προβληματισμοί για το ποιος έχει την αρμοδιότητα). Στην πράξη τα ανωτέρω σμιλεύουν ένα σύστημα αρκετά βραδυκίνητο και προβληματικό.
Σημαντική θα ήταν η μέριμνα για την ίδρυση Επιτροπής η οποία θα ασχολείτο αποκλειστικά με την επιθεώρηση εφαρμογής των διατάξεων της Οδηγίας. Με αυτό τον τρόπο, οι Αρμόδιες Διευθύνσεις θα είχαν επικουρικά μόνο καθήκοντα ως προς την διεκπεραίωση του έργου της Επιτροπής. Άλλωστε το γεγονός ότι η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λήγει από τη στιγμή ενσωμάτωσης των απαιτήσεων στην εθνική νομοθεσία συνηγορεί στη δημιουργία ενός ισχυρού εγχώριου συστήματος επιθεώρησης και ελέγχου.
Τέλος, η οικεία Οδηγία αφήνει αρκετά μεγάλο περιθώριο στην εκτίμηση των κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων. Σημειώνεται μόνο ότι οι σχετικές διατάξεις των κρατών μελών πρέπει να συνδυάζουν το τρίπτυχο της αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και αποτρεπτικότητας (άρθ. 8 Οδηγίας).
Ο Ν.4830/2021 & Ν. 4039/2012
Ο νόμος 4830/2021 αποτελεί κομβικό θεσμικό μέτρο του παρόντος ερευνητικού έργου καθώς απαγορεύει τη συμμετοχή ζώων σε ψυχαγωγικές και άλλου είδους συναφείς δραστηριότητες: «Απαγορεύεται η συμμετοχή, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε σκοπό, κάθε ζώου σε πρόγραμμα ή παράσταση που διεξάγεται σε τσίρκο ή από θίασο με ποικίλο πρόγραμμα» (άρθρο 23 παρ.1). Η εισαγωγή του νόμου υπηρετεί την αρχή της οικολογικής ισορροπίας και τις αξίες του δημοκρατισμού. Μια δημοκρατική κοινωνία δεν νοείται να εκμεταλλεύεται τα ζώα απλώς και μόνο για κερδοσκοπικό λόγο.
Η παράγραφος 3 του σχετικού άρθρου εξειδικεύει την εν λόγω απαγόρευση ως ακολούθως: «Απαγορεύεται η συμμετοχή, με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε σκοπό, κάθε ζώου σε κάθε είδους παραστάσεις, μη εξαιρουμένων των εκπαιδευτικών παραστάσεων. Εκδηλώσεις με συμμετοχή ζώων στο πλαίσιο τήρησης λαϊκών ή τοπικών παραδόσεων επιτρέπονται αποκλειστικά, εάν διασφαλίζεται η ευζωία των ζώων και με υποχρεωτική παρουσία κτηνιάτρου καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης. Απαγορεύεται αυστηρά η κακοποίηση και η σφαγή ζώων στο πλαίσιο αυτό. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 34. Εκδήλωση με συμμετοχή ζώου ή ζώων αδειοδοτείται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου, όπου θα τελεστεί η εκδήλωση. Ο επιβλέπων κτηνίατρος συντάσσει έκθεση προ της εκδήλωσης, η οποία κατατίθεται στο δημοτικό συμβούλιο πριν την έγκριση της εκδήλωσης και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου. Ο επιβλέπων κτηνίατρος συντάσσει νέα έκθεση μετά το πέρας της εκδήλωσης, στην οποία επιβεβαιώνει ότι δεν παραβιάστηκε η ευζωία του ζώου ή των ζώων που συμμετείχαν στην εκδήλωση».Γίνεται αντιληπτό ότι ο νομοθέτης εισάγει πλέγμα αυστηρών προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια εκδήλωση παρά την συμμετοχή ζώου/ων σε αυτήν, θεωρείται επιτρεπτή. Συγκεκριμένα, πρέπει η εκδήλωση να γίνεται προς εξυπηρέτηση λαικής/τοπικής παράδοσης, να έχει αδειοδοτηθεί προς τον σκοπό αυτό, να προβλέπεται καθ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης παρουσία κτηνιάτρου, και να τηρείται η αρχή της ευζωίας των ζώων. Προβληματισμός αναδεικνύεται σχετικά με την έλλειψη κάποιου ειδικού Πρωτοκόλλου ή ΥΑ σε σχέση με τα κριτήρια ένταξης ενός γεγονότος στην ως άνω κατηγοριοποίηση. Ο οικείος Δήμος έχει (επικίνδυνα) μεγάλο περιθώριο να εκτιμήσει ποια πράξη αποτελεί επιτρεπτή έκφραση λαικής παράδοσης και ποια παράνομη εκδήλωση.
Ακόμη, απαγορεύονται οι δραστηριότητες της εκτροφής, εκπαίδευσης και συμμετοχής των ζώων εν γένει, σε αγωνιστικές μάχες αλλά και η εκτροφή ή χρησιμοποίηση των σκύλων, γατών, ιπποειδών και ειδών νυφίτσας για την παραγωγή προϊόντων γούνας,δέρματος,κρεάτων,φαρμακευτικών,υλικών/ουσιών (άρ.23 παρ. 5). Εξαιρούνται από τους σχετικούς απαγορευτικούς κανόνες και είναι νόμιμες:
α) εκθέσεις ή εκδηλώσεις με ζώα συντροφιάς που έχουν σχετικώς αδειδοτηθεί από την αρμόδια κτηνιατρική υπηρεσία (άρθρο 22 παρ.1 όπως έχει τροποποιηθεί με άρθρο 22 παρ. 1 ν. 5043/2023),
β) εκδηλώσεις που προάγουν την υιοθεσία αδέσποτων ζώων (άρθρο 22 παρ.5 όπως έχει τροποποιηθεί με άρθρο 22 παρ. 5 ν. 5043/2023),
γ)παραστάσεις αθλημάτων ιππασίας(άρθρο 23 παρ. 4 εδ.α ν. 4830/2021),
δ)περιπτώσεις κινηματογραφικών ταινιών εφόσον είναι εκπαιδευτικές και δεν συνεπάγονται την κακοποίηση του ζώου για τη δημιουργία τους (άρθρο 23 παρ. 4 εδ.γ ν. 4830/2021).
Ζήτημα τίθεται αν με τα παραπάνω μέτρα προσβάλλεται η οικονομική και επιχειρηματική ελευθερία των τσίρκων ή ζωολογικών κήπων, οι οποίες απορρέουν από το άρθρ. 5 παρ. 1 Σ. Στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται μια στάθμιση συμφερόντων ανάμεσα στην ανάπτυξη της οικονομίας και της επιχειρηματικότητα αφενός, και στην διατήρηση και προστασία των ζώων αφετέρου. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός και η εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων (από τη χρησιμοποίηση ζώων σε παραστάσεις και εκδηλώσεις) οι οποίες θα υπηρετούν τα συμφέροντα και δικαιώματα αμφότερων πλευρών.
Η περίπτωση του Δελφινάριου
Ευρωπαϊκή Κτηνιατρική Νομοθεσία για τη ρύθμιση των συνθηκών διαβίωσης των δελφινιών (πχ διαστάσεις υδατοδεξαμενής) εντός του ζωολογικού κήπου δεν υπάρχει. Παράλληλα δεν υφίσταται κάποιο εθνικό νομοθέτημα που να ρυθμίζει με τρόπο σαφή και αποτελεσματικό τον ενδεδειγμένο τρόπο λειτουργίας του Δελφιναρίου ώστε να ανταποκρίνεται στις βιολογικές απαιτήσεις των θαλάσσιων θηλαστικών. Με την ελλιπή κατάρτιση των ζωολογικών κήπων στο εν λόγω ζήτημα ελλοχεύει ο κίνδυνος εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου με άμεσα θιγόμενα τα ίδια τα ζώα.
Η Ευρωπαική Επιτροπή οφείλει να συμβάλλει στην αποσαφήνιση των νομικών κενών και ενδεχομένως να λάβει τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση ενός Πρωτοκόλλου το οποίο θα παρέχει επιμόρφωση σε σχέση με την διατήρηση και αναπαραγωγή των δελφινιών υπό συνθήκες αιχμαλωσίας. Η απόκτηση τεχνικών γνώσεων σχετικά με τις ανάγκες της υδατοδεξαμενής των δελφινιών (πχ θερμοκρασία, αλατότητα και οξυγόνο νερού) είναι απαραίτητη εκ μέρους των ζωολογικών κήπων ώστε τα δελφίνα να μπορέσουν να επιδεικνύουν φυσιολογική συμπεριφορά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Η Υπ.Αριθμ.πρωτ 29-04-2011 αίτηση άρσης της κατάσχεσης των δελφινιών
Το 2011 η Olga Zaliene, κάτοικος του Δήμου Κλαιπέδας της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και διευθύντρια/νόμιμη εκπρόσωπος του ΝΠΔΔ με επωνυμία «Lithuanian Sea Museum» που εδρεύει στον ως άνω Δήμο, ζήτησε από το Πάρκο την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση (στο Μουσείο) των έντεκα δελφινιών ιδιοκτησίας του.
Η ενάγουσα σχυρίστηκε ότι τα θαλάσσια θηλαστικά μεταφέρθηκαν αεροπορικώς το 2010 στο ελληνικό κράτος, με σκοπό την προσωρινή φιλοξενία τους, έως ότου περατωθούν εργασίες ανακαίνισης των εγκαταστάσεων του Λιθουανικού Μουσείου. Στις 9-11-2010 και 6-12-2010 ο Δασοφύλακας του Δασαρχείου Πεντέλης Αττικής προχώρησε στην κατάσχεση των δελφινιών, με την αιτιολογία ότι τα κατασχεθέντα θηλαστικά δεν συνιστούν δημεύσιμα ex lege αντικείμενα, καθώς δεν θεωρούνται «Θηράματα προερχόμενα εκ παρανόμου θήρας» κατά άρθρο 288 παρ. 2 νδ 86/169. Η αίτηση απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Ωστόσο, με την Υπ.Αριθμ.πρωτ. 257/7-12-2011 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά του 3702/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, υποστηρίχθηκε ότι πρόκειται για «ανεπίτρεπτη στο χώρο του ποινικού δικαίου αναλογική ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 288 παρ. 2 νδ 86/69 επί αντικειμένων που εννοιολογικά δεν υπάγονται στη δική του διατύπωση». Η έφεση έγινε δεκτή από το δικαστήριο και διατάχθηκε η ικανοποίηση του αιτήματος της Λιθουανής κατοίκου.
Η Υπ.Αριθμ.πρωτ 392/3-11-2017 πράξη βεβαίωσης παράβασης και η πρωτ 65101/6180/28-09-2018 πράξη επιβολής προστίμου
Στις 03/11/2017 κατόπιν πραγματοποίησης επιθεώρησης από το ΥΠΕ, διαπιστώθηκαν οι εκατέρωθεν παραβιάσεις εκ μέρους του Πάρκου:
Α. Λειτουργία χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια για χρονικό διάστημα περίπου μιας τετραετίας (2014-2017). Επομένως, είχε συντελεστεί παραβίαση του άρθρου 5 πδ 98/2004 που ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του ίδιου νόμου.
Β. Πραγματοποίηση παραστάσεων με δελφίνια ενώπιον του κοινού. Η πράξη αυτή αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 12 ν.4039/2012 με το οποίο απαγορεύεται η διεξαγωγή πάσης φύσεως παραστάσεων με τη χρησιμοποίηση ζώων. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει η εξαίρεση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου που επιτρέπει τις παραστάσεις αυτές στους «νομίμως λειτουργούντες ζωολογικούς κήπους» καθώς όπως προμνημονεύθηκε, το Πάρκο από το διάστημα 18-3-2013 έως 30-07-2017 λειτουργούσε παράνομα.
Κρίθηκε ότι η ύπαρξη τυχόν εκπαιδευτικών στοιχείων μιας παράστασης δεν αίρει το παράνομο στοιχείο της. Η απαγόρευση του άρθρου 12 και 13 του ν.4039/2012 είναι καθολική, απόλυτη, ανεξάρτητη από την είσπραξη ή μη οικονομικού οφέλους. Επομένως, η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του Πάρκου με την αγορά εισιτηρίου δεν αίρει σε καμία περίπτωση την παρανομία της πράξης, η οποία βεβαιώνεται. Για την κείμενη παράβαση επιβλήθηκε πρόστιμο στο Πάρκο ύψους 44.350 ευρώ.
Η 3103/2024 άσκηση προσφυγής & η Υπ.Αριθμ.πρωτ 210618/13-03-2020 ανάκληση άδειας λειτουργίας
Με σκοπό την τροποποίηση ή ακύρωση της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου ασκήθηκε προσφυγή στις 26/10/2018. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι η άδεια λειτουργίας του Αττικού Ζωολογικού Πάρκου υπό αριθμ. πρωτ. 30289/14.6.2016 δεν μπορεί να εξετασθεί παρεμπιπτόντως, προβάλλοντας το τεκμήριο της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων.
Παράλληλα, το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος (στην έκδοση του προστίμου) αφού υποστήριξε ότι η έγκριση περιβαλλοντικών όρων και δη, η ισχύουσα περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητας του Πάρκου. Στο εν λόγω πλαίσιο, νομίμως ενεργήθηκε η περιβαλλοντική επιθεώρηση και νομίμως επελήφθησαν τα όργανα διοικητικών κυρώσεων του άρ. 30 ν .1650/1986. Σχετική είναι και η διάταξη του Συντάγματος αρ. 24 παρ. 1 για την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύει με κάθε πρόσφορο τρόπο την άγρια πανίδα. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 4039/2012 είναι διατάξεις περιβαλλοντικού χαρακτήρα.
Ως προς το επιχείρημα του Πάρκου για την νομιμότητα της παρουσίασης με τα δελφίνια, η οποία (νομιμότητα) απορρέει από τον εκπαιδευτικό της χαρακτήρα, το δικαστήριο αντέτεινε ότι: «τυχόν εκπαιδευτικός χαρακτήρας» μιας παρουσίασης με τη συμμετοχή ζώων, δεν συνεπάγεται άρση του παράνομου στοιχείου της. Ο κανόνας της ευζωίας των ζώων είναι αντιφατικός με την χρησιμοποίηση τους σε οποιουδήποτε είδους εκδηλώσεις ή παρουσιάσεις. Τα εξής στοιχεία που διαπιστώθηκαν από το σώμα των Επιθεωρητών: είσπραξη συγκεκριμένου εισιτηρίου, προκαθορισμένη ώρα και διάρκεια σε συνδυασμό με χορήγηση τροφής στα δελφίνια κατόπιν επιτυχής ασκήσεως προκαθορισμένων κινήσεων από τους εκφωνητές, είναι στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του χαρακτηρισμού του εν λόγω γεγονότος ως παράσταση παρά ως εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Σημειώνεται επίσης ότι για τον καταλογισμό παράβασης περιβαλλοντικής νομοθεσίας αρκεί ο κίνδυνος υποβάθμισης του περιβάλλοντος να συντρέχει δυνητικά εξαιτίας της μη συμμόρφωσης στον συγκεκριμένο περιβαλλοντικό όρο. Στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε ότι η παράβαση σε σχέση με τη χρησιμοποίηση δελφινιών σε παραστάσεις ψυχαγωγικού χαρακτήρα εκ μέρους του Πάρκου ενείχε το κίνδυνο της πρόκλησης βλάβης στο είδος των ανωτέρω θαλάσσιων θηλαστικών και επομένως απορρίφθηκε η προσφυγή.
Η Υπ.Αριθμ.πρωτ 433345/24-06-2020 απόφαση επαναλειτουργίας
Η Περιφέρεια Αττικής αποφάσισε την επαναλειτουργία του τμήματος του Πάρκου που αφορά στις εγκαταστάσεις των δελφινιών υπό την προϋπόθεση της παντελούς αποχής οιασδήποτε εκπαιδευτικής παρουσίασης ή διαδραστικού προγράμματος εκ μέρους του Πάρκου. Η υδατοδεξαμενή των θαλάσσιων θηλαστικών θα είναι ανοιχτή και προσβάσιμη στο κοινό αποκλειστικά και μόνο για παρακολούθηση. Παράνομη θα θεωρείτο και η ενημέρωση είτε εντύπως είτε ηλεκτρονικά, διεξαγωγής δραστηριοτήτων σχετικά με τα ζώα (πχ τάισμα αυτών).
Η 408/2021απόρριψη της αίτησης ακυρώσεως της Πανελλαδικής Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας (Π.Φ.Π.Ο.)
Κατά της 30289/14.6.2016 απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την επέκταση της λειτουργίας του Πάρκου, ασκήθηκε αίτηση ακύρωσεως από την Π.Φ.Π.Ο. Η τελευταία ισχυρίστηκε ότι η οικεία απόφαση είναι παράνομη αφενός γιατί νομιμοποιεί αυθαίρετες κατασκευές του Πάρκου, αφετέρου διότι παραβιάζεται το άρθρο 12 του ν.4072/2012.
Το ΣτΕ έκρινε ότι το γεγονός της ένταξης μιας εγκατάστασης στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθηνών «εξ ορισμού» νομιμοποιεί την κατασκευή κτιρίων (εντός της εγκατάστασης) συναφών με τις λειτουργικές της ανάγκες. Παράλληλα υποστηρίχθηκε ότι το ζήτημα της νομιμότητας υφιστάμενων κτιριών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της ισχύουσας νομοθεσίας περί αυθαιρέτων και όχι άλλου νομοθετήματος. Τέλος, αποφασίστηκε ότι η προσβαλλόμενη 30289/14.6.2016 απόφαση όχι μόνο δεν παραβιάζει τα άρθρα 13 και 13 ν.4039/2012 αλλά τελεί υπό τους όρους και τις δεσμεύσεις της ειδικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου το ΣτΕ απέρριψε την κρινόμενη αίτηση.
Συγκριτική έρευνα
Εισαγωγή
Η παρούσα ανάλυση του συγκριτικού νομικού πλαισίου που αφορά στα ζώα σε αιχμαλωσία εστιάζει στις νομοθετικές εξελίξεις που καταγράφονται παγκοσμίως και ανταποκρίνονται στην αυξημένη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με την ευζωία των ζώων. Στόχος της ανάλυσης αυτής είναι να εξετάσει την αρχιτεκτονική των νομοθετικών πλαισίων ανά τον κόσμο, εστιάζοντας κυρίως στις νομοθετικές καινοτομίες. Η ανάλυση αυτή αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για τη διαμόρφωση προτάσεων για την αναβάθμιση της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τα ζώα σε αιχμαλωσία.
Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η ευζωία των άγριων ζώων σε αιχμαλωσία στα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα ζήτημα το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικών ρυθμίσεων τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν ενιαίο χώρο που διέπεται από κοινή περιβαλλοντική πολιτική με βάση τα άρθρα 11 και 193-196 ΣΛΕΕ. Ειδικώς, το άρθρο 13 ΣΛΕΕ χαρακτηρίζει τα ζώα ως “ευαίσθητα όντα” και επιτάσσει την Ένωση και τα Κράτη Μέλη να διαμορφώνουν και να εφαρμόζουν την πολιτική της Ένωσης λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις καλής διαβίωσης των ζώων. Η διάταξη αυτή ερμηνεύεται ώστε τα Κράτη Μέλη να έχουν την εξουσία να υιοθετούν πιο αυστηρά μέτρα από αυτά που υιοθετούνται σε ενωσιακό επίπεδο για τη διαφύλαξη της ευζωίας των ζώων. Καίριο νομοθετικό εργαλείο αποτελεί η Οδηγία 1999/22/ΕΚ για τη διατήρηση άγριων ζώων σε αιχμαλωσία. Η εφαρμογή της Οδηγίας δεν είναι ομοιόμορφη, με ορισμένες χώρες να υιοθετούν αυστηρότερα πρότυπα, όπως η Αυστρία και η Δανία, ενώ άλλες να περιορίζονται στις ελάχιστες απαιτήσεις, ιδίως οι χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ρουμανία.
Γερμανία
Το Γερμανικό Σύνταγμα κατοχυρώνει ρητά την προστασία των ζώων ως κρατική αποστολή. Το βασικό νομοθέτημα στη Γερμανία είναι ο Νόμος για την Προστασία των Ζώων (TierSchG), ο οποίος περιέχει τη γενική απαγόρευση πρόκλησης πόνου και κακοποίησης των ζώων. Είναι αξιοσημείωτο ότι το συγκεκριμένο νομοθέτημα περιέχει εξειδικευμένες διατάξεις για τα κεφαλόποδα, τα δεκάποδα καρκινοειδή και άλλα ασπόνδυλα ζώα. Επίσης, το άρθρο 3 παρ. 11 TierSchG απαγορεύει την απελευθέρωση στη φύση ενός ζώου που έχει εκτραφεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας και δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί στη φύση, διάταξη που βρίσκει εφαρμογή και στις περιπτώσεις παύσης της λειτουργίας ενός ζωολογικού κήπου. Όσον αφορά την κατοχή ζώων από ζωολογικούς κήπους, ο Ομοσπονδιακός Νόμος για την Προστασία της Φύσης (BNatSchG) περιέχει λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία αδειοδότησης των ζωολογικών κήπων και τις απαιτούμενες συνθήκες διαβίωσης για κάθε ζώο. Είναι αξιοσημείωτο ότι με βάση το άρθρο 42 παρ. 3 BNatSCh, οι ζωολογικοί κήποι πρέπει να μεριμνούν ώστε ο περιορισμός των ζώων σε συγκεκριμένο χώρο να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες βιολογικές ανάγκες, αλλά και τις ανάγκες συντήρησης του εκάστοτε είδους. Επίσης, το άρθρο 42 παρ. 6 BNatSch ορίζει ότι η αρμόδια αρχή υποχρεούται να ελέγχει την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, διενεργώντας τακτικούς ελέγχους στους ζωολογικούς κήπους. Όσον αφορά την ιδιωτική αιχμαλωσία ζώων εκτός ζωολογικών κήπων, το άρθρο 43 BNatSch ορίζει ότι η κατοχή αυτή υπόκειται σε κρατική εποπτεία και ορίζει τις ειδικότερες συνθήκες περιορισμού των ζώων, όπως, λόγου χάρη, η υποχρέωση περιορισμού μικρού αριθμού ζώων στον ίδιο χώρο. Επίσης, το άρθρο 44 απαγορεύει απόλυτα την κατοχή ζώων που χαρακτηρίζονται ως προστατευόμενα.
Σουηδία
Το νομοθετικό πλαίσιο της Σουηδίας υπερβαίνει κατά πολύ τις ελάχιστες υποχρεώσεις που θέτει το ενωσιακό δίκαιο. Οι βασικές ρυθμίσεις που αφορούν τα ζώα σε αιχμαλωσία περιλαμβάνονται στον γενικότερο Νόμο για την Ευζωία των Ζώων του 2018, ο οποίος παρέχει υψηλό επίπεδο προστασίας των ζώων (σε αιχμαλωσία), χωρίς να περιέχει διατάξεις οι οποίες να απευθύνονται αποκλειστικά στους ζωολογικούς κήπους. Ειδικώς, ο Νόμος αυτός επιβάλει την υποχρέωση παροχής επαρκούς τροφής, νερού, φροντίδας και χώρου στα ζώα, όπως επίσης και την υποχρέωση εξασφάλισης στα ζώα ενός περιβάλλοντος που βελτιώνει την υγεία τους και επιτρέπει τη δυσική συμπεριφορά τους (Κεφάλαιο 2, άρθρα 2, 4, 6).
Πέρα από τον Νόμο αυτό, η προστασία των ζώων στους ζωολογικούς κήπους ρυθμίζεται και από κανονισμούς που εκδίδει η Επιτροπή Γεωργίας όσον αφορά την εκτροφή ζώων σε ζωολογικούς κήπους, όπως για παράδειγμα τους κανονισμούς SJVFS 2019:29, οι οποίοι περιλαμβάνουν εξειδικευμένες διατάξεις για διαφορετικά είδη ζώων. Με βάση τους κανονισμούς αυτούς, ένας ζωολόγος ή παρόμοιος εξειδικευμένος επιστήμονας πρέπει να επισκέπτεται κάθε ζωολογικό κήπο κάθε έξι μήνες ώστε να πιστοποιεί τις συνθήκες ευζωίας των ζώων. Οι περίκλειστοι χώροι στους οποίους περιορίζονται τα ζώα πρέπει να σχεδιάζονται με τρόπο που να επιτρέπει στο κάθε είδος, ανάλογα με τις ανάγκες τους, να αναπτύσσει φυσιολογική συμπεριφορά. Επίσης, ορίζει τον ελάχιστο χώρο που πρέπει να παρέχεται στο κάθε είδους και ορίζει συγκεκριμένα στοιχεία που πρέπει να περιέχει ένας χώρος που φιλοξενεί ένα συγκεκριμένο είδος. Για παράδειγμα, πρέπει οι μαύρες και καφέ αρκούδες να φυλάσσονται σε χώρους όπου έχουν τη δυνατότητα να σκάβουν και να σκαρφαλώνουν, αλλά και να έχουν πρόσβαση σε πισίνα.
Ο κανονισμός SJVFS 2019:15 αφορά την ιδιωτική αιχμαλωσία άγριων ζώων εκτός ζωολογικών κήπων και ορίζει ότι οι ελάχιστες χωροταξικές προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός SJVFS 2019:29 πρέπει να τηρούνται και σε αυτές τις περιπτώσεις.
Δανία
Η Δανία έχει υιοθετήσει ένα εξαιρετικά προχωρημένο νομοθετικό πλαίσιο το οποίο μεταγράφει την Οδηγία 1999/22/ΕΚ. Το άρθρο 11 του Εκτελεστικού Διατάγματος Νο. 1397 του 2015 ορίζει ότι πρέπει το μέγεθος, η διάταξη και ο σχεδιασμός των εγκαταστάσεων που φιλοξενούν ζώα πρέπει να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες βιολογικές ανάγκες του κάθε ζώου, επιτρέποντας την εκδήλωση φυσικών συμπεριφορών. Αξιοσημείωτο είναι ότι προϋπόθεση για την αδειοδότηση ενός ζωολογικού κήπου είναι η προηγούμενη έγκριση των εγκαταστάσεων από την Κτηνιατρική Υπηρεσία της Δανίας, ενώ με βάση το άρθρο 15, κάθε ζωολογικός κήπος πρέπει να επιβλέπεται μία φορά τον μήνα από έναν κτηνίατρο. Επίσης, ο υφίσταται ο Νόμος σχετικά με τις Κρατικές Επιδοτήσεις προς τους Ζωολογικούς Κήπους του 2000, ο οποίος θέτει ως βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση επιδοτήσεων την προώθηση εκπαιδευτικών και ερευνητικών προγραμμάτων από τους ζωολογικούς κήπους σχετικά με τα άγρια ζώα και την συντήρησή τους.
Επιπλέον, το Εκτελεστικό Διάταγμα Νο. 1261 του 2015 απαγορεύει την ιδιωτική κατοχή συγκεκριμένων απαριθμούμενων ειδών, για λόγους ευζωίας των ζώων αυτών.
Βόρεια Αμερική
Στις χώρες της Βόρειας Αμερικής, που είναι οργανωμένες κατά το ομοσπονδιακό σύστημα, υφίσταται κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στο ομοσπονδιακό κράτος και τα επιμέρους ομόσπονδα κρατίδια ως προς τα ζητήματα ευζωίας των ζώων (σε αιχμαλωσία). Τα νομοθετήματα που έχουν θεσπιστεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο είναι κατά βάση γενικόλογα και παρέχουν ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας, το οποίο κρίνεται κατά βάση ανεπαρκές. Επιπλέον, οι επιμέρους νομοθεσίες των ομόσπονδων κρατιδίων διαφοροποιούνται σημαντικά, με αποτέλεσμα η ρύθμιση του ζητήματος να είναι αποσπασματική και ανομοιογενής. Το πλέον ακανθώδες ζήτημα αποτελεί η ιδιωτική κατοχή άγριων ζώων, η οποία είναι ιδιαίτερα δημοφιλής.
Χώρες της Αφρικής
Παρά την τεράστια βιοποικιλότητα των χωρών της Αφρικής, τα εθνικά νομοθετικά πλαίσια δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες προστασίας της ευζωίας των ζώων. Η βασικότερη πρόκληση σχετικά με το αίτημα αναβάθμισης του νομοθετικού πλαισίου στην Αφρική είναι, αφενός, η οικονομική πίεση για εκμετάλλευση των ζώων ιδίως για τουριστικούς σκοπούς και, αφετέρου, οι κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με την ευζωία τους. Έτσι, τα νομοθετικά κείμενα εστιάζουν περισσότερο στην ανάγκη διατήρησης της βιοποικιλότητας, παρά στις ανάγκες ευζωίας του εκάστοτε ζώου. Για παράδειγμα, στη Νότια Αφρική, με την τροποποίηση του Νόμου για τα Ζώα σε Παραστάσεις προβλέπεται σύστημα αδειοδότησης των ζωολογικών κήπων και των παραστάσεων ζώων, ωστόσο δεν υφίστανται νομοθετικές διατάξεις οι οποίες να υποχρεώνουν σε τήρηση των προϋποθέσεων ευζωίας των ζώων. Υφίστανται μόνο μη δεσμευτικές κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την ευζωία των ζώων σε ζωολογικούς κήπους και ενυδρεία (SANS 10379:2005). Αντίστοιχα, στην Κένυα το άρθρο 48 του Νόμου για την Συντήρηση και τη Διαχείριση της Άγριας Ζωής του 1976 ορίζει ότι είναι αδίκημα η κατοχή ενός ζώου που ανήκει στα προστατευόμενα είδη χωρίς προηγούμενη άδεια, χωρίς να υφίστανται ρυθμίσεις για την ευζωία των ζώων σε ζωολογικούς κήπους, ενώ δεν απαγορεύεται η ιδιωτική κατοχή άγριων ζώων.
Χώρες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής
Το νομοθετικό πλαίσιο στις χώρες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής σχετικά με τα ζώα σε αιχμαλωσία είναι εξαιρετικά ανομοιογενές. Σε ορισμένες χώρες (λ.χ. Ιράν, Αζερμπαϊτζάν), η προστασία της ευζωίας των ζώων (σε αιχμαλωσία) είναι εξαιρετικά χαμηλή έως ανύπαρκτη, καθώς απουσιάζουν κανόνες ακόμα και για την κακοποίηση των ζώων ή αυτοί είναι ελάχιστοι. Επιπλέον, σε πολλές χώρες (λ.χ. Κίνα, Ινδονησία, Νότια Κορέα), το κανονιστικό πλαίσιο δίνει προτεραιότητα στην διασφάλιση της δημόσιας υγείας παρά στην ευζωία των μεμονωμένων ζώων (σε αιχμαλωσία). Ωστόσο, παρατηρείται μία γενική τάση αναβάθμισης των σχετικών νομοθετικών κειμένων για την αντιμετώπιση της κακοποίησης και την προώθηση της ευζωίας των ζώων (σε αιχμαλωσία) σε πολλές χώρες, ιδίως την Νότια Κορέα, την Κίνα, την Ινδονησία, τη Μαλαισία και την Ταϊλάνδη. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι σε αρκετές έννομες τάξεις της Ασίας έχουν θεσμοθετηθεί εξειδικευμένες κεντρικές επιτροπές με αντικείμενο την εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας και την προώθηση νομοθετικών προτάσεων σχετικά με την ευζωία των ζώων (λ.χ. Νότια Κορέα, Ινδία, Μαλαισία, Φιλιππίνες, Ταϊλάνδη). Κοινός, παρονομαστής, ωστόσο, παραμένει η ύπαρξη πολλών προβλημάτων κατά την εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων.
Ινδία
Στην Ινδία, μία Χώρα που παρουσιάζει τεράστια βιοποικιλότητα, τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει βαρύνουσα σημασία η προστασία της άγριας ζωής και της ευζωίας των ζώων. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη ενός προστατευτικού κανονιστικού πλαισίου, συχνά οι διατάξεις της νομοθεσίας παραμένουν ανεφάρμοστες.
Ειδικότερα, το Σύνταγμα της Ινδίας του 1960 διαθέτει δύο διατάξεις που αναφέρονται ρητά στην άγρια ζωή. Aφενός, το άρθρο 48Α του Συντάγματος αναφέρει ότι το Κράτος υποχρεούται να προστατεύει την άγρια ζωή. Αφετέρου, στο άρθρο 51A του Συντάγματος, αναφέρεται ρητά η υποχρέωση των πολιτών να προστατεύουν και να βελτιώνουν τις συνθήκες ζωής των άγριων ζώων και να διαθέτουν ενσυναίσθηση προς όλα τα έμβια όντα. Όπως έχουν κρίνει τα δικαστήρια της Χώρας, οι διατάξεις αυτές δεν ιδρύουν συγκεκριμένες νομικές υποχρεώσεις του Κράτους και αντίστοιχες αξιώσεις των πολιτών, ωστόσο λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των διατάξεων του Νόμου. Στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας, τα σημαντικότερα νομοθετήματα στην Ινδία που καταλαμβάνουν και τα ζώα σε αιχμαλωσία είναι τα εξής: το Wildlife Protection Act, 1972 (WPA), που αποβλέπει στην προστασία και διατήρηση της άγριας ζωής, το Prevention of Cruelty to Animals Act, 1960 (PCA) που αποσκοπεί στην πρόληψη και καταστολή της κακοποίησης των ζώων, καθώς και το Recognition of Zoo Rules, 2009, που αποτελεί ένα πλέγμα κανονισμών της Κεντρικής Αρχής Ζωολογικών Κήπων (Central Zoo Authority, CZA), σε εκτέλεση του WPA, που ρυθμίζουν πρότυπα για την αδειοδότηση και τη λειτουργία των ζωολογικών κήπων.
Συγκεκριμένα, το Prevention of Cruelty to Animals Act προβλέπει, πρώτον, την ίδρυση της Επιτροπής Ευζωίας των Ζώων της Ινδίας (Animal Welfare Board of India, AWBI). Το όργανο αυτό έχει, αφενός, αρμοδιότητα να εφαρμόζει την νομοθεσία για την ευζωία και την καταπολέμηση της κακοποίησης των ζώων και αφετέρου, διαθέτει συμβουλευτική αρμοδιότητα να εκδίδει γνωμοδοτήσεις προς την κεντρική κυβέρνηση σχετικά με την αναβάθμιση και εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας (Chapter II, Prevention of Cruelty to Animals Act, 1960). Σημαντικό είναι ότι στη σύνθεση του AWBI συμμετέχουν και εκπρόσωποι φιλοζωικών οργανώσεων. Το AWBI φαίνεται ότι έχει αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα, για παράδειγμα, έχει εκδώσει λεπτομερείς κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την φροντίδα και τη διαχείριση των ελεφάντων που βρίσκονται σε ναούς. Παράλληλα, έχει ιδρυθεί στη χώρα το Εθνικό Ινστιτούτο για την Ευζωία των Ζώων, το οποίο έχει ως σκοπό την προώθηση της έρευνας, της εκπαίδευσης και της ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με ζητήματα ευζωίας των ζώων, ενώ και σε τοπικό επίπεδο λειτουργούν Επιτροπές Ευζωίας των Ζώων. Είναι, λοιπόν, αξιοσημείωτο, ότι στην Ινδία υφίσταται πληθώρα θεσμών, σε κεντρικό αλλά και τοπικό επίπεδο, που μεριμνούν για την ευζωία των ζώων.
Περαιτέρω, το Prevention of Cruelty to Animals Act περιέχει διατάξεις που μπορούν να εφαρμοστούν και στα ζώα σε αιχμαλωσία. Ειδικώς, απαριθμεί διάφορες συμπεριφορές που μπορούν να χαρακτηριστούν ως κακοποιητικές, όπως λόγου χάρη η πρόκληση περιττού πόνου στα ζώα ή ο εγκλωβισμός ενός ζώου σε ένα κλουβί χωρίς δυνατότητα κίνησης (Section 11, PCA). Η απαρίθμηση αυτή παρέχει υψηλό επίπεδο προστασίας για τα ζώα, εξασφαλίζοντας παράλληλα την ασφάλεια δικαίου. Επιπλέον, η νομοθεσία αντιμετωπίζει ως περίπτωση κακοποίησης των ζώων και την έκθεση ή εκπαίδευση των ζώων χωρίς άδεια του AWBI και ταυτόχρονα απαγορεύει απόλυτα την χρήση συγκεκριμένων ζώων σε παραστάσεις (μαϊμούδες, αρκούδες, λιοντάρια, τίγρεις, πάνθηρες και ταύροι) (Section 22, PCA). Παρόλα αυτά, οι παραστάσεις των ζώων γενικά, όπως και η εκπαίδευσή τους με τον σκοπό αυτόν, επιτρέπονται, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα που διεξάγουν τις παραστάσεις αυτές καταχωρίζονται σε ειδικό μητρώο και τηρούν ορισμένες υποχρεώσεις ευζωίας των ζώων (άρθρα 21 επ. PCA και The Performing Animals Rules 2001). Ωστόσο, προβλέπεται η δυνατότητα δικαστικής απαγόρευσης ή περιορισμού αυτών των παραστάσεων όταν προξενείται περιττός πόνος στα ζώα (άρθρο 24 PCA). Πλέον, έχει εισαχθεί καθολική απαγόρευση χρήσης άγριων ζώων σε τσίρκα, ωστόσο υπάρχουν καταγγελίες ότι η απαγόρευση αυτή δεν εφαρμόζεται στην πράξη, αφού έχουν καταγραφεί λ.χ. ελέφαντες σε τσίρκα. Επιπλέον, έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση (2018) η οποία απαγορεύει την εμπορική εκμετάλλευση ελεφάντων για ψυχαγωγικούς σκοπούς, λόγου χάρη σε safari.
Όσον αφορά ειδικότερα τους ζωολογικούς κήπους, η αρμόδια εθνική αρχή για την χορήγηση άδειας λειτουργίας στους ζωολογικούς κήπους, καθώς και για την εποπτεία της λειτουργίας τους είναι η Κεντρική Επιτροπή Ζωολογικών Κήπων (Central Zoo Authority, CZA). Η επιτροπή αυτή έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα ειδικότερα να καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές (standards) για τη στέγαση, συντήρηση και κτηνιατρική φροντίδα των ζώων που βρίσκονται στους ζωολογικούς κήπους, να αξιολογεί τη συμμόρφωση των ζωολογικών κήπων σε αυτές, να συντονίζει την εκπαίδευση του προσωπικού των ζωολογικών κήπων στην Ινδία, να συντονίζει την έρευνα σχετικά με την εκτροφή και αναπαραγωγή των ζώων σε αιχμαλωσία, όπως και να συντονίζει τα εκπαιδευτικά προγράμματα που παρέχονται στους ζωολογικούς κήπους, καθώς και να παρέχει τεχνική και οργανωτική υποστήριξη στους ζωολογικούς κήπους με βάση επιστημονικά κριτήρια (Section 38, Wildlife Protection Act). Πράγματι, η Κεντρική Επιτροπή αυτή έχει εκδώσει λεπτομερείς κατευθυντήριες οδηγίες που διέπουν την ίδρυση ζωολογικών κήπων, που περιλαμβάνουν αυξημένες υποχρεώσεις για την ευζωία των ζώων, περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, εξειδικευμένες υποχρεώσεις εξασφάλισης επαρκούς περιβάλλοντος χώρου στα ζώα, ανάλογα με το είδος του ζώου, ώστε να μπορούν να κινούνται με σχετική άνεση και να αναπτύσσουν φυσιολογικές συμπεριφορές όπως το κυνήγι. Η CZA απαιτεί επίσης από κάθε ζωολογικό κήπο να συγκροτεί μια συμβουλευτική επιτροπή υγείας, η οποία θα εξετάζει τη γενική υγεία των ζώων, καθώς και θα συμβουλεύει τους κτηνιάτρους σχετικά με την υγιεινή και την υγιεινή των χώρων διαμονής των ζώων. Η συνεργασία κτηνιάτρων και βιολόγων στις επιτροπές αυτές κρίνεται αναγκαία, καθώς οι κτηνίατροι συχνά δεν διαθέτουν επαρκή κατάρτιση σχετικά με ζητήματα διατροφής και φροντίδας άγριων ζώων. Η CZA παρέχει workshops, σε περιορισμένο αριθμό, για βιολόγους και κτηνιάτρους. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η Κεντρική Επιτροπή αυτή έχει αυξημένες αρμοδιότητες να συντονίζει τη λειτουργία και διαχείριση των ζωολογικών κήπων με βάση κεντρικώς καθοριζόμενες προδιαγραφές, οι οποίες εστιάζουν εντόνως στην ευζωία των ζώων.
Υφίσταται επίσης ειδική μέριμνα σχετικά με την φροντίδα των ζώων κατά το κλείσιμο ενός ζωολογικού κήπου, καθώς προβλέπονται συγκεκριμένες υποχρεώσεις των ζωολογικών κήπων κατά το κλείσιμό τους, ώστε να εξασφαλίζουν την ασφαλή μεταφορά των ζώων σε εγκεκριμένος χώρους ή την επιστροφή τους σε φυσικά καταφύγια (section 13, Recognition of Zoo Rules).
Είναι αξιοσημείωτο ότι το 2013, η Κεντρική Επιτροπή Ζωολογικών Κήπων (CZA) εξέδωσε Οδηγία προς τις τοπικές κυβερνήσεις με την οποία χαρακτήρισε τα δελφίνια ως “μη ανθρώπινα πρόσωπα” που είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων, λόγω της επιστημονικά αποδεδειγμένης υψηλής νοημοσύνης και ευαισθησίας τους. Για τον λόγο αυτό, απηύθυνε σύσταση προς τις τοπικές κυβερνήσεις να απαγορεύσουν τα δελφινάρια και τις παραστάσεις που περιλαμβάνουν δελφίνια. Η καινοφανής αυτή σύσταση εκδόθηκε κατόπιν διαμαρτυριών για τις συνθήκες ζωής των δελφινιών και τη χρήση τους σε παραστάσεις σε ζωολογικούς κήπους.
Συνολικά, το νομικό πλαίσιο της Ινδίας σχετικά με τα ζώα σε αιχμαλωσία είναι αρκετά λεπτομερές, προβλέποντας εξειδικευμένες υποχρεώσεις των ζωολογικών κήπων, με έμφαση στην ευζωία των ζώων. Ωστόσο, η κεντρική κυβέρνηση, όπως και οι τοπικές κυβερνήσεις, έχουν κατηγορηθεί για ελλιπή εφαρμογή των κανόνων αυτών, με αποτέλεσμα οι συνθήκες ζωής των ζώων σε πολλούς ζωολογικούς κήπους να μην πληρούν τα παραπάνω κριτήρια. Οικολογικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι το κύριο πρόβλημα στους ζωολογικούς κήπους της Ινδίας είναι η διαχείριση του χώρου, καθώς στεγάζουν περισσότερα ζώα απ’ όσα μπορούν να συντηρήσουν, αλλά και η υποστελέχωση. Παράλληλα, απουσιάζει νομοθετική ρύθμιση σχετικά με την ιδιωτική κατοχή και αιχμαλωσία άγριων ζώων, που είναι αρκετά δημοφιλείς.
Λατινική Αμερική
Ένα κοινό χαρακτηριστικό σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής (λ.χ. Βολιβία, Κολομβία, Περού, Νικαράγουα) είναι η αναγνώριση του status των ζώων ως “αισθανόμενων όντων” (sentinent beings). Αυτό δεν σημαίνει αναγνώριση ικανότητας δικαίου των ζώων, αλλά αυξημένη υποχρέωση προστασίας τους έναντι κακοποιητικών συμπεριφορών και διασφάλισης της ευζωίας τους. Στο πλαίσιο αυτό, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής υφίσταται ένα ικανοποιητικό πλαίσιο απαγόρευσης κακοποιητικών συμπεριφορών απέναντι στα ζώα (σε αιχμαλωσία). Περαιτέρω, στις περισσότερες χώρες (λ.χ. Κόστα Ρίκα, Κολομβία, Γουατεμάλα, Μεξικό, Παραγουάη, Περού) έχουν απαγορευτεί είτε καθολικά είτε σε τοπικό επίπεδο οι παραστάσεις ζώων σε τσίρκα. Παρόλα αυτά, ακόμα και σε χώρες που απαγορεύονται καθολικά οι παραστάσεις σε τσίρκα, εξακολουθούν να επιτρέπονται θεάματα όπως μάχες ζώων (λ.χ. Κολομβία, Περού, Μεξικό), τα οποία εξαιρούνται από τις διατάξεις για την απαγόρευση της κακοποίησης ζώων, για λόγους διατήρησης των τοπικών παραδόσεων. Επιπλέον, σε αρκετές χώρες είτε δεν ρυθμίζεται καθόλου (λ.χ. Χιλή, Αργεντινή, Κολομβία) είτε επιτρέπεται και ρυθμίζεται περιορισμένα η ιδιωτική κατοχή και αιχμαλωσία άγριων ζώων, ακόμα και ως οικόσιτων κατοικιδίων (λ.χ. Περού, Βραζιλία). Ταυτόχρονα, η πλειοψηφία των εννόμων τάξεων προβλέπει μόνο γενικότερες υποχρεώσεις όσων κατέχουν άγρια ζώα σε αιχμαλωσία, είτε κατ’ οίκον είτε σε ζωολογικούς κήπους, χωρίς εξειδικευμένες προδιαγραφές (standards) ανάλογα με τις ανάγκες κάθε είδους. Τέλος, παρά τα βήματα προόδου, κοινός παρονομαστής στις χώρες της Λατινικής Αμερικής παραμένει η ελλιπής εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σχετικά με την προστασία των ζώων, ιδίως στο πλαίσιο του παράνομου εμπορίου άγριων ζώων.
Κόστα Ρίκα
Η Κόστα Ρίκα αποτελεί την πρώτη και μοναδική χώρα παγκοσμίως η οποία κατήργησε όλους τους δημόσιους ζωολογικούς κήπους, με βάση τον Νόμο για την Αναμόρφωση της Προστασίας της Άγριας Ζωής, No. 9106, 2012, διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε μόλις το 2024. Η απαγόρευση αυτή δεν καταλαμβάνει, ωστόσο, τους ζωολογικούς κήπους που ανήκουν σε ιδιώτες, οι οποίοι ανέρχονται σε 18.
Με το κλείσιμο των δημόσιων ζωολογικών κήπων, τα εκεί στεγαζόμενα ζώα μεταφέρθηκαν σε κέντρο αποκατάστασης ώστε να γίνει απογραφή και αξιολόγηση της κατάστασής τους, προκειμένου στη συνέχεια να καθοριστεί ο τελικός προορισμός τους. Στόχος είναι η κατά προτεραιότητα απελευθέρωση των ζώων αυτών και η επανένταξή τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Ωστόσο, για κάποια ζώα αυτό δεν είναι εφικτό, είτε διότι έχουν γεννηθεί σε συνθήκες αιχμαλωσίας είτε διότι έχουν παραμείνει σε αιχμαλωσία για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να μην διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες επιβίωσης στη φύση, ενώ και η επανένταξή τους ενδέχεται να τους προξενήσει υπέρμετρο άγχος. Για τα ζώα αυτά έχει υπάρξει μέριμνα ώστε να φιλοξενηθούν σε καταφύγια, με προτεραιότητα την εξασφάλιση της ευζωίας τους.
Ωκεανία
Το νομοθετικό πλαίσιο στις χώρες της Ωκεανίας είναι ανεπαρκές, παρά το γεγονός ότι οι χώρες αυτές παρουσιάζουν πλούσια βιοποικιλότητα. Η Αυστραλία είναι μία χώρα οργανωμένη ως ομοσπονδιακό κράτος και η κύρια αρμοδιότητα για τα ζητήματα ευζωίας των ζώων ανήκει στα επιμέρους ομόσπονδα κρατίδια. Ως εκ τούτου, κάθε ομόσπονδο κράτος διαθέτει το δικό του νομοθετικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, στην Περιοχή της Αυστραλιανής Πρωτεύουσας, το τρίτο μέρος του Νόμου για την Ευζωία των Ζώων του 1992 περιέχει κώδικες συμπεριφοράς όσον αφορά την εμπορική κατοχή και έκθεση ζώων, καθώς και τους ζωολογικούς κήπους, οι οποίοι δεν είναι στο σύνολό τους νομικά δεσμευτική. Επίσης, στην Νότια Αυστραλία υφίστανται δεσμευτικοί κώδικες συμπεριφοράς ως προς τα τσίρκα και την εκτροφή πουλιών και ελαφιών, υπό τους Κανονισμούς για την Ευζωία των Ζώων του 2012, χωρίς όμως να υφίσταται γενικώς ρύθμιση για τους ζωολογικούς κήπους. Η έλλειψη ενιαίας ρύθμισης της ευζωίας των ζώων (σε αιχμαλωσία) δημιουργεί μεγάλα κενά νομοθετικής προστασίας. Όσον αφορά το νομοθετικό πλαίσιο της Νέας Ζηλανδίας, υφίσταται ο Νόμος για τον Έλεγχο των Άγριων Ζώων του 1977 και ο Κώδικας Ευζωίας των Ζώων του 2005, ο οποίος τροποποιήθηκε - ελάχιστα - το 2018. Τα νομοθετήματα αυτά χαράσσουν ελάχιστες μόνο προϋποθέσεις προστασίας των ζώων στους ζωολογικούς κήπους. Ο Κώδικας Ευζωίας των Ζώων, μάλιστα, στο Standard No.12, επιτρέπει την αλληλεπίδραση του κοινού με τα ζώα, όπως και τις παραστάσεις ζώων, με μόνο περιορισμό των παραστάσεων στις περιπτώσεις που προκαλούν υπέρμετρο στρες στα ζώα ή που επιδρούν αρνητικά στη σωματική και ψυχική υγεία τους.
Συμπεράσματα
Παρά τις έντονες ανησυχίες των πολιτών για τη βιοποικιλότητα του πλανήτη, η απουσία νομικά δεσμευτικού κειμένου στη διεθνή έννομη τάξη με αντικείμενο τους ζωολογικούς κήπους αυτούς καθ’ εαυτούς εγείρει αναμφίβολα προβληματισμούς. Η συμβολή διεθνών οργανισμών ζωολογικών κήπων φαίνεται να επιτελεί αποφασιστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό τους και στην επωφελέστερη για το περιβάλλον λειτουργία τους. Παρόλα αυτά, φαίνεται να υπάρχει έδαφος για τη θεσμοθέτηση νομικά δεσμευτικών κειμένων, πέραν του επιπέδου του soft-law, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο έναν τέτοιο προσανατολισμό.
Στον ευρωπαϊκό χώρο, η ύπαρξη της Οδηγίας χαράσσει ρητώς τις κατευθύνσεις που πρέπει να τηρεί ένας ζωολογικός κήπος, καθιστώντας σαφέστερο το πλαίσιο λειτουργίας τους στην ΕΕ. Με βάση, ωστόσο, τα δεδομένα που εκτέθηκαν παραπάνω είναι εύλογο να αμφισβητήσει κανείς την επάρκεια της Οδηγίας, με γνώμονα την ευζωία των ζώων. Μήπως η ύπαρξη ενός ισχυρότερου κειμένου, όπως ένας Κανονισμός, θα απέδιδε καλύτερα;
Η Οδηγία αποσκοπεί σε αυτό που και η ίδια υπονοεί: Χαράσσει τις κατευθύνσεις που θα πρέπει να λάβουν υπόψη τα κράτη-μέλη, για να θεσπίσουν εθνικές ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στις δικές τους ανάγκες. Η αξία της Οδηγίας έγκειται ακριβώς στο να εξασφαλίσει ένα minimum συνοχής μεταξύ των κρατών. Από εκεί και πέρα το εκάστοτε κράτος-μέλος θα σταθμίσει τα δεδομένα του και τον ζητούμενο στόχο και θα θεσπίσει την συμφέρουσα για το ίδιο ρύθμιση. Η πολυπλοκότητα του ζητήματος των ζωολογικών κήπων απαιτεί μεν ρύθμιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά μπορεί να αρκεσθεί στην ύπαρξη Οδηγίας. Μέσω αυτού του ρυθμιστικού προτύπου, κάθε κράτος μπορεί να λάβει τα πιο κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα, σταθμίζοντας διάφορους παράγοντες, όπως τη βιοποικιλότητα της χώρας του, την ύπαρξη ζωολογικών κήπων στην επικράτειά του ή και το μέγεθός τους. Αντιθέτως, ιδιαίτερα βοηθητική θα ήταν η σύσταση ενός ευρωπαϊκού οργάνου με συμβουλευτικό, συντονιστικό αλλά και εποπτικό ρόλο. Με τον τρόπο αυτό, θα ενισχύονταν αναμφίβολα η διακρατική συνεργασία στον τομέα της βιοποικιλότητας, ενώ θα αντιμετωπίζονταν απευθείας ενδεχόμενες παραβιάσεις εκ μέρους των ζωολογικών κήπων, συμβάλλοντας στη συνεπέστερη για το δίκαιο λειτουργία τους.
Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης ειδικότερα, με πρότυπο ιδίως την Ινδία, προτείνουμε τη θεσμοθέτηση μίας Κεντρικής Επιτροπής Ευζωίας των Ζώων. Στη σύνθεση της Επιτροπής αυτής είναι καίριο να συμμετέχουν τόσο εξειδικευμένοι επιστήμονες (λ.χ. κτηνίατροι, ζωολόγοι, βιολόγοι, κ.λπ.) όσο και εκπρόσωποι μη κερδοσκοπικών φιλοζωικών οργανώσεων, ως εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών. Η Επιτροπή θα έχει, αφενός, αρμοδιότητα τόσο για τον έλεγχο της εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας για την ευζωία των ζώων, ιδίως στους ζωολογικούς κήπους. Αφετέρου, η Επιτροπή θα διαθέτει συμβουλευτική αρμοδιότητα, ώστε να εκδίδει γνωμοδοτήσεις, απευθυνόμενες προς το νομοθετικό όργανο, σχετικά με τις δυνατότητες βελτίωσης του νομοθετικού πλαισίου. Θεωρούμε επίσης σημαντική την θεσμοθέτηση Περιφερειακών Επιτροπών Ευζωίας των Ζώων, οι οποίες θα έχουν κατά τόπον αρμοδιότητα ελέγχου εφαρμογής της νομοθεσίας στις επιμέρους περιοχές της Χώρας.
Επιπλέον, με πρότυπο πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Δανία, προτείνουμε την αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου που αφορά τα πρότυπα ευζωίας των ζώων στους ζωολογικούς κήπους. Πιστεύουμε ότι πρέπει η νομοθεσία να καθορίζει συγκεκριμένες προδιαγραφές για τις εγκαταστάσεις που φιλοξενούν άγρια ζώα. Οι προδιαγραφές αυτές πρέπει να είναι εξειδικευμένες με βάση τις ιδιαίτερες βιολογικές ανάγκες του κάθε είδους, με στόχο τη δυνατότητα εκδήλωσης φυσιολογικών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, πρέπει να ορίζεται ο ελάχιστος χώρος που πρέπει να παρέχεται σε κάθε είδος, αλλά και συγκεκριμένα στοιχεία που πρέπει να περιέχει, π.χ. βράχοι, δέντρα ή πισίνες.
Θεωρούμε επίσης απαραίτητο να θεσμοθετηθούν συγκεκριμένα τακτικά χρονικά διαστήματα κατά τα οποία οι αρμόδιες αρχές θα είναι υποχρεωμένες να κάνουν επιτόπιους ελέγχους στους ζωολογικούς κήπους ότι τηρείται η σχετική νομοθεσία.
Όσον αφορά τη χρηματοδότηση των ζωολογικών κήπων, μπορεί να υιοθετηθεί η λύση που ακολουθεί η Δανία, με βάση την οποία χορηγούνται κρατικές επιδοτήσεις σε ζωολογικούς κήπους υπό την προϋπόθεση ότι αναπτύσσουν και προωθούν εκπαιδευτικά και ερευνητικά προγράμματα σχετικά με την προστασία και συντήρηση της άγριας πανίδας.