Κείμενο
Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
H μελέτη εκκινεί με μια σύντομη παρουσίαση της εξέλιξης των αντιλήψεων για τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων. Στόχος δεν είναι η εξαντλητική ανάλυση ενός ιδιαίτερα πολύπλοκου και αμφιλεγόμενου αντικειμένου, αλλά η ανάδειξη της ρευστότητας των ηλικιακών ορίων ιστορικά, καθώς και της δικαιολογητικής βάσης ποινικοποίησης των σχετικών συμπεριφορών. Στη συνέχεια, εξετάζεται το υπερεθνικό νομοθετικό πλαίσιο. Ειδικότερα, αναλύεται η αρμοδιότητα της Ένωσης, η οποία μετά την Οδηγία 2024/1385 απαιτεί μια πιο προσεκτική προσέγγιση, καθώς και το περιεχόμενο της Οδηγίας 2011/93, σε συνδυασμό και με την Πρόταση νέας Οδηγίας. Παρουσιάζεται, ακόμη, η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ. Τέλος, εξετάζονται οι επιλογές άλλων εννόμων τάξεων, με το συγκριτικό δίκαιο να αποτελεί έναυσμα για τη διατύπωση ορισμένων σκέψεων σχετικά με το εθνικό δίκαιο.
Στα επόμενα επιλέγεται κυρίως η αξιοποίηση της λέξης «ανήλικος», η οποία αναδεικνύει το πολύ βασικό, όπως θα καταδειχθεί, πέρασμα σε ένα άλλο κοινωνικό στάδιο. Εξαίρεση αποτελεί το κεφάλαιο σχετικά με το δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο, καθώς στο πλαίσιο αυτού χρησιμοποιείται στα σχετικά νομοθετικά κείμενα ο όρος «παιδί». Τέλος, δεν γίνεται λόγος για «παιδοφιλία» ή «παιδεραστία», καθώς οι όροι αυτοί δεν αποτελούν νομικές έννοιες.
ΙΙ. H δυσκολία προσέγγισης της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών ιστορικά - Βασικά σημεία της ιστορικής εξέλιξης
Πολλές επιλογές του σύγχρονου δικαίου έχουν τις ρίζες τους σε παλαιότερα νομοθετικά κείμενα και τις εκεί υιοθετούμενες θέσεις. Η μεσαιωνική ηθική, το κανονικό δίκαιο αλλά και το ρωμαϊκό αποτέλεσαν τις βάσεις των επιλογών στις πρώτες κωδικοποιήσεις. Η αναγωγή σε αυτές φωτίζει τον χαρακτήρα αρκετών ρυθμίσεων και αναδεικνύει τα σημεία που απαιτούν επικαιροποιημένη εξέταση.
Μια εξαντλητική μελέτη, ωστόσο, της ιστορικής εξέλιξης της τιμώρησης των σεξουαλικών πράξεων ενηλίκων με ανηλίκους υπερβαίνει τα όρια της παρούσας ανάλυσης. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σύνθετο θέμα, το οποίο σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις ιστορικές συγκυρίες, τη δημογραφική κατάσταση του εκάστοτε πληθυσμού αλλά και την κοινωνική τάξη. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και όταν οι σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων επέφεραν τιμώρηση, η ποινικοποίηση δεν βασιζόταν στη βλάβη που προκαλούν per se οι γενετήσιες πράξεις στους ανηλίκους. Το διακύβευμα ήταν κυρίως η τιμή του θύματος, η παρθενία, η απώλεια της οποίας συνεπαγόταν βλάβη για την οικογένεια ενός νεαρού κοριτσιού, ακόμα και όταν γινόταν με τη συναίνεσή του. Ορισμένες δε πράξεις επέφεραν τιμώρηση ως αντιβαίνουσες στην κυρίαρχη ηθική γύρω από την αποδεκτή σεξουαλική συμπεριφορά, τιμωρούνταν, δηλαδή, γιατί θεωρούνταν αφύσικες. Είναι, επομένως, πολύ δύσκολο να προσεγγιστούν ιστορικά κείμενα με όρους σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Στο τμήμα αυτό περιλαμβάνονται ορισμένα βασικά σημεία που αναδεικνύονται κατά τη μελέτη της ιστορικής εξέλιξης, τα οποία φαίνεται να επηρεάζουν ακόμα και σήμερα τις σχετικές συζητήσεις. Η ανάλυση επικεντρώνεται κυρίως στα ηλικιακά όρια, τα οποία συνδέονταν, όπως θα καταδειχθεί, με τα όρια γάμου, καθώς και στην ανάδειξη του στόχου σχετικών ρυθμίσεων, ο οποίος συναρτάτο με την προστασία της παρθενίας και αργότερα των ηθών.
Αρχικά, η ίδια η έννοια του παιδιού αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή, η οποία δημιουργήθηκε και μεταβάλλεται από ενή
Σελ. 1188 λικες. Ιστορικά η ηλικία ενηλικίωσης αποτέλεσε ένα μεταβαλλόμενο και όχι πάντα αυστηρά καθορισμένο μέγεθος. Δεν υπήρχε, δηλαδή, μια απόλυτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην -με σημερινούς όρους- «παιδική ηλικία» και την ενήλικη ζωή. Η δε έννοια της «παιδικής ηλικίας» ήταν άγνωστη μέχρι τον Μεσαίωνα. Η θεώρηση ενός ατόμου ως «παιδιού» φαίνεται έτσι να μην συνδέεται μόνο με βιολογικά χαρακτηριστικά, αλλά να αντικατοπτρίζει διαφορετικά στάδια σύνδεσης με την κοινωνία, με το τέλος χρησιμοποίησης της λέξης να συμπίπτει με αλλαγές στον κοινωνικό ρόλο των προσώπων. Κοινό τόπο αποτελεί ωστόσο η αναγνώριση της εφηβείας ως διακριτού σταδίου.
Στην αρχαία Αθήνα, η λέξη «παῖς» χρησιμοποιείτο και για τα δύο φύλα. Υποστηρίζεται δε ότι χρησιμοποιείτο και για να δηλώσει έναν δούλο οποιασδήποτε ηλικίας. Σε κάθε περίπτωση, η λέξη κάλυπτε ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα μέχρι την ενηλικίωση. Για τον λόγο αυτό στα κείμενα συχνά χρησιμοποιούνται επίθετα ώστε να προσδιοριστεί η ηλικία ή ακόμα και άλλες λέξεις, όπως «μειράκιον» ή «νέος». Αναζητώντας στις πηγές αναφορές για σχέσεις μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων, αυτές αφορούν σε ενήλικους άνδρες και νεαρά αγόρια. Είναι, λοιπόν, εξαιρετικά δύσκολο να εξαχθούν συμπεράσματα για τα ηλικιακά όρια, ιδιαίτερα ανάμεσα στα φύλα. Στον γάμο φαίνεται να ήταν συνηθισμένες κάποιες ηλικιακές διαφορές, με το κορίτσι όμως να πρέπει να έχει περάσει τα πρώτα χρόνια της εφηβείας.
Στη ρωμαϊκή κοινωνία «παιδί» θεωρείτο κάθε ανήλικος που δεν είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, η οποία αποκτάτο αρχικά στην ηλικία των 14 ετών και αργότερα των 25 ετών. Λόγω του εξαιρετικά ευρέως χρονικού διαστήματος, παρατηρούνται και εδώ ορολογικές διακρίσεις σε «infantes» (έως 7 ετών), «impuberes» (12 έτη για τα κορίτσια και 14 για τα αγόρια) και «minores». Τα ηλικιακά όρια γάμου διαμορφώνονταν στα 12 έτη για τα κορίτσια και στα 14 έτη για τα αγόρια. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι κορίτσια της ανώτερης τάξης παντρεύονταν ακόμα και πριν την εφηβεία, παρότι η συνήθης ηλικία γάμου στον γενικό πληθυσμό τοποθετείτο αργότερα στη ζωή του κοριτσιού. Συνηθισμένες ήταν ακόμη ηλικιακές διαφορές ανάμεσα στα μέρη.
Στο ρωμαϊκό δίκαιο τιμωρείτο η αρπαγή και ο βιασμός νεαρής κοπέλας. Δεν ενδιέφεραν, ωστόσο, το δίκαιο περιπτώσεις που η σεξουαλική επαφή δεν αντίκειτο στα συμφέροντα της οικογένειας. Διαδεδομένη ήταν στη ρωμαϊκή κοινωνία η παιδική πορνεία, ενώ υπάρχουν αναφορές για κακοποίηση νεαρών αγοριών που ήταν σκλάβοι ή εργάζονταν ως υπηρέτες.
Ο Χριστιανισμός επέδρασε θετικά στην αντιμετώπιση της μάλλον συνηθισμένης στον ελληνορωμαϊκό κόσμο -με σύγχρονους όρους- σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών αναδεικνύοντας την αυταξία τους. Στο πλαίσιο αυτό εξελίχθηκε και η γλώσσα γύρω από τις σχετικές συμπεριφορές αποφεύγοντας τους ευφημισμούς, όπως το ρήμα «παιδεραστέω». Το ρήμα «παιδοφθορέω» προτιμήθηκε για να εκφράσει μια μομφή, ενώ είχε ευρύτερο σημασιολογικό περιεχόμενο, περιλαμβάνοντας πράξεις που στρέφονταν κατά και των δύο φύλων. Η στάση αυτή συνδεόταν με τη γενικότερη ανάδειξη της αγνότητας σε κεντρικό μέγεθος στη χριστιανική διδασκαλία. Ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο οποίος υπήρξε ιδιαίτερα επιδραστικός στη δυτική νομική παράδοση σχετικά με τα σεξουαλικά αδικήματα, συνέδεσε τα σεξουαλικά αμαρτήματα με τη λαγνεία. Η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών θεωρήθηκε αμάρτημα. Στη μεν περίπτωση των αγοριών περιλαμβάνει αφύσικες
Σελ. 1189 σεξουαλικές πράξεις. Στη δε περίπτωση των κοριτσιών είτε και πάλι περιλαμβάνει τέτοιες πράξεις είτε πρόκειται για ηλικία στο πλαίσιο της οποίας η coitus δεν μπορεί να οδηγήσει σε γέννηση παιδιών είτε στρέφεται κατά της εξουσίας του πατέρα, με στοιχεία βίας να θεωρείται ότι θέτουν ένα επιπλέον άδικο. Η αναγωγή, ωστόσο, της αγνότητας σε κεντρικό μέγεθος και συνακόλουθα η ανάγκη να περιοριστούν οι σεξουαλικές σχέσεις στον συζυγικό βίο επηρέασε τα ηλικιακά όρια γάμου, τα οποία τέθηκαν στην αρχή της εφηβείας. Ειδικότερα, το κανονικό δίκαιο, ακολουθώντας το ρωμαϊκό, έθεσε τα όρια για τα κορίτσια στα 12 έτη και για τα αγόρια στα 14 έτη. Tα όρια αυτά τράπηκαν το 1917 σε 14 έτη για τα κορίτσια και σε 16 έτη για τα αγόρια.
Στο Βυζάντιο, σε ακολουθία με τη ρωμαϊκή παράδοση, τα άτομα «ενηλικιώνονταν» νομικά στην ηλικία των 25 ετών, εκτός κι αν υποβαλλόταν αίτημα στον Αυτοκράτορα, με την ηλικία γάμου να τοποθετείται στην εφηβεία. Συγκεκριμένα, η σεξουαλική ωριμότητα επέρχετο στα 12 έτη για τα κορίτσια και στα 14 για τα αγόρια. Και κατά την περίοδο αυτή στην ανώτερη τάξη ήταν συνηθισμένη η τέλεση γάμου πριν το κορίτσι μπει στην εφηβεία. Δεδομένου όμως ότι τέτοιοι γάμοι συνδέονταν με εξασφάλιση συμμαχιών στο πλαίσιο της τάξης αυτής, είναι πιθανόν να μην ολοκληρώνονταν πριν την εφηβεία. Η ηλικία αρραβώνα, όπως και στο κανονικό δίκαιο, τίθετο σε ακόμα μικρότερη ηλικία, στα 7 έτη. Υπήρχε δε και η πρακτική το κορίτσι να μετακινείται στο σπίτι του αρραβωνιαστικού του, όπου αυξανόταν ο κίνδυνος σεξουαλικής κακοποίησης είτε από τον αρραβωνιαστικό είτε από άλλα μέλη της οικογένειάς του.
Ανατρέχοντας στους πιο επιδραστικούς κώδικες της δυτικής νομικής παράδοσης, παρατηρείται ότι προοδευτικά από τα τέλη του 18ου αιώνα, και κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, τυποποιήθηκε αυτοτελώς η τέλεση συνουσίας και αργότερα και άλλων σεξουαλικών πράξεων με ανηλίκους κάτω από ένα ηλικιακό όριο.
Ειδικότερα, στο Allgemeines Landrecht für die Preußischen Staaten εξισώνεται με βιασμό η συνουσία με ανήλικο κορίτσι κάτω των 12 ετών, χωρίς να εξετάζεται τυχόν συναίνεσή του. Στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813 ο βιασμός ανηλίκου κάτω των 12 ετών προβλεπόταν σε διακριτό άρθρο (§188). Εφόσον πληρούνταν οι όροι του άρθρου 186 για τον βιασμό, η τέλεση κατά ανηλίκου κάτω των 12 ετών επέφερε αυστηρότερη τιμώρηση. Θύματα μπορούσαν να είναι και άνδρες, παρότι ο δράστης ήταν δυνατόν να είναι μόνο άνδρας. Αυτοτελώς τιμωρείτο στο αρ. 191, ακόμα και χωρίς τη χρήση βίας ή απειλής, η στοματική ή πρωκτική διείσδυση σε ανήλικο κάτω των 12 ετών και των δύο φύλων. Τέλος, και η συνουσία με κορίτσι κάτω των 12 ετών επέφερε τιμώρηση στο πλαίσιο του αρ. 378, ακόμα και εάν απουσίαζαν στοιχεία βίας ή απειλής. Δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων ήταν ότι τα παιδιά κάτω των 12 ετών, ανεξαρτήτως φύλου, στερούνται τις γνώσεις και την εμπειρία ώστε να συναινέσουν εγκύρως σε μια σεξουαλική πράξη.
Στον πρωσικό Ποινικό Κώδικα του 1851 ο βιασμός ενηλίκων και ανηλίκων περιλαμβάνεται στην ίδια διάταξη (§144). Στον Κώδικα αυτό η συνουσία αντικαταστάθηκε από την «ασελγή πράξη» (‘unzüchtige Handlung’), γεγονός που επέτρεψε να περιληφθούν και άλλες σεξουαλικές πράξεις. Ακόμη, το ηλικιακό όριο αυξήθηκε στα 14 έτη. Ειδικότερα, σύμφωνα το αρ. 144 παρ. 3 τιμωρείτο όποιος τελούσε ασελγείς πράξεις με ανήλικο ανεξαρτήτως φύλου κάτω των 14 ετών. Δεν απαιτείτο μάλιστα η άσκηση βίας ή απειλή στρεφόμενη κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, με τις περιπτώσεις αυτές να καλύπτονται από το αρ. 144 παρ. 1. Η παρθενία παρέμενε, ωστόσο, ένα σημαντικό στοιχείο της τιμής του κοριτσιού. Έτσι, στο αρ. 149 προβλεπόταν η επιβολή ποινής για συνουσία με παρθένο κορίτσι 14-16 ετών. Η δίωξη της πράξης γινόταν μόνο κατόπιν αιτήματος των γονέων ή των κηδεμόνων του θύματος.
Στον Ποινικό Κώδικα του 1871 το έγκλημα του βιασμού (§177) περιελάμβανε μόνο την εξωσυζυγική συνουσία. Λοιπές ασελγείς πράξεις υπάγονταν στο άρθρο 176. Τιμωρείτο η τέλεση ασελγών πράξεων με ανήλικο ανεξαρτήτως φύλου κάτω των 14 ετών, με σαφή επιρροή από τον πρωσικό Ποινικό Κώδικα. Η συνουσία με παρθένα κοπέλα κάτω από την ηλικία των 16 ετών προβλεπόταν αυτοτελώς στο αρ. 182. Η ποινή ήταν χαμηλή συγκρινόμενη με το αρ. 176 και η δίωξη ασκείτο και πάλι μόνο κατόπιν αιτήματος των γονέων ή των κηδεμόνων. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου αυτού ήταν ότι το κορίτσι συναινούσε στην επαφή, με τη σεξουαλική τιμή του, την παρθενία του, να είναι κατ’ αποτέλεσμα αυτό που πλήττεται. Η αποσύνδεση από την ηθική και η ανάδειξη της προστασίας
Σελ. 1190 του παθόντος ως μόνου πληττόμενου από τις σχετικές πράξεις επήλθε μετά την αναμόρφωση του κεφαλαίου το 1973.
Ιδιαίτερα επιδραστική ως προς την προστασία των ανηλίκων υπήρξε η γαλλική νομοθεσία. Στον γαλλικό Ποινικό Κώδικα του 1810 προβλεπόταν η τιμώρηση του βιασμού ή οποιασδήποτε άλλης άσεμνης επίθεσης κατά ανηλίκου κάτω των 15 ετών ανεξαρτήτως φύλου. Ο βιασμός περιελάμβανε ωστόσο, μέχρι περίπου το 1980, μόνο την coitus, η οποία μπορούσε να οδηγήσει σε κίνδυνο εγκυμοσύνης. Σε περιπτώσεις δε μικρών παιδιών κατίσχυε η αντίληψη έως το τέλος του 19ου αιώνα ότι η δυσαναλογία μεταξύ των γεννητικών οργάνων ενός ενήλικα και ενός παιδιού καθιστούσε αδύνατη τη διείσδυση κάτω από μια ηλικία, με τις σχετικές συμπεριφορές να χαρακτηρίζονταν σαν άσεμνη επίθεση. Τόσο ο βιασμός όσο και η άσεμνη επίθεση προϋπέθεταν την άσκηση βίας, η οποία δεν τεκμαιρόταν σε κάθε περίπτωση που η πράξη στρεφόταν κατά ανηλίκου κάτω των 15 ετών. Αυτό που παρατηρείται γενικότερα είναι ότι τόσο ο βιασμός όσο και η άσεμνη επίθεση προσεγγίζονταν από τη σκοπιά του δράστη. Σημασία είχε το αν ο δράστης αποκόμισε απόλαυση από την πράξη του, η οποία συχνά ταυτιζόταν με την ολοκληρωμένη coitus. Η παρατήρηση αυτή συνδέεται και με τον σκοπό του κεφαλαίου που ήταν, σύμφωνα με τον τίτλο του, η προστασία των ηθών. Θα πρέπει δε να αναφερθεί ότι ο όρος «άσεμνη επίθεση» δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε πρωτίστως για να αναδειχθούν και να τιμωρηθούν και άλλες περιπτώσεις σεξουαλικής βίας πέρα από την coitus. Στόχος ήταν να μειωθεί σημειολογικά η σοβαρότητα του αδικήματος και έτσι να διευκολυνθεί η καταδίκη τέτοιων συμπεριφορών. Ο όρος προτιμήθηκε αντί του χαρακτηρισμού «απόπειρα βιασμού», λειτουργώντας ως ευφημισμός που μειώνει τη σοβαρότητα της πράξης.
Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ηλικιακό όριο κάτω από το οποίο και οι μη βίαιες επιθέσεις τιμωρούνται ως άσεμνη επίθεση στον γαλλικό ποινικό κώδικα του 1832, με το όριο αυτό να τίθεται στα 11 έτη και να αυξάνει τις υποθέσεις που οδηγήθηκαν στα δικαστήρια. Η αντίληψη που κατίσχυσε ήταν ότι στο ηλικιακό αυτό στάδιο υπάρχει πάντα βία, είτε φυσική είτε, όπως λεγόταν εκείνη την εποχή, «ηθική». Παρά, ωστόσο, την υιοθέτηση ηλικιακών ορίων, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε περιπτώσεις θυμάτων που βρίσκονταν κοντά στο ηλικιακό όριο γινόταν λόγος για συναίνεση ή ακόμα και για πρόκληση του δράστη από το θύμα.
Το ηλικιακό όριο αυξήθηκε στα 13 έτη το 1863, παρότι αρχικά είχε προκριθεί η ηλικία των 12 ετών. Στην ηλικία αυτή θεωρείτο ότι τα νεαρά κορίτσια διαθέτουν περισσότερο ανεπτυγμένη αίσθηση του σωστού και του λάθους και ξεκινούν να αντιλαμβάνονται τα θηλυκά χαρακτηριστικά τους. Ωστόσο, υπήρχαν και θεωρητικοί που εξέφραζαν επιφυλάξεις, επισημαίνοντας ότι πλησιάζοντας το όριο της ηλικίας γάμου είναι δυνατόν η βούληση να έρχεται σε αντίθεση με το τεκμήριο ηθικού καταναγκασμού που αναγνωρίζει ο νομοθέτης, συγχέοντας κατ’ αποτέλεσμα ανεπίτρεπτα μια επίθεση με την ανηθικότητα. Το ηλικιακό όριο εν τέλει επεκτάθηκε στα 15 έτη το 1945, προκειμένου να συμφωνεί και με το όριο που έθετε ο Αστικός Κώδικας για τον γάμο των κοριτσιών.
Όπως κατέστη σαφές, το γαλλικό δίκαιο επέλεξε να διαχωρίσει σεξουαλικές επιθέσεις που στρέφονταν κατά ανηλίκων χωρίς τη χρήση βίας από αυτές που περιελάμβαναν στοιχεία βίας. Ωστόσο, στον πυρήνα της τιμώρησης των πράξεων αυτών ιστορικά βρισκόταν η αντίληψη ότι τέτοιες πράξεις κάτω από ένα ηλικιακό όριο τεκμαίρονται βίαιες ή ακριβέστερα εξαναγκαστικές.
Γενικότερα, η υιοθέτηση ειδικών διατάξεων για τη σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων ήταν σε μεγάλο βαθμό δηλωτική μιας αλλαγής που συντελέστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και εκφράστηκε στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά την περίοδο αυτή το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από τη βλάβη που επιφέρουν τέτοιου είδους πράξεις στον κηδεμόνα του, στον ίδιο τον παθόντα. Παράλληλα, η ανάδειξη της ατομικής ελευθερίας ως δικαιώματος κατά τον 19ο αιώνα επέτρεψε μια επέκταση των μέσων εξαναγκασμού, γεγονός που διευκόλυνε την τιμώρηση πράξεων που δεν βασίζονταν στην άσκηση φυσικής βίας.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η κυρίαρχη αντίληψη σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση των ανηλίκων ήταν ότι συνέβαινε σπάνια ή αφορούσε σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα ή εθνοτικές ομάδες. Για την ανάδειξη του φαινομένου σημαντική ήταν η σύγκλιση πολιτικών οργανισμών και θεσμών με διαφορετικές
Σελ. 1191 καταβολές και στόχους, ενώ ιδιαίτερη συμβολή είχε το γυναικείο κίνημα. Κατά τη δεκαετία αυτή ξεκινούν οι σχετικές κατηγορίες να επιφέρουν στίγμα στον δράστη. Θα πρέπει ωστόσο να αναφερθεί ότι στο πλαίσιο της σεξουαλικής απελευθέρωσης εκφράστηκαν απόψεις που υποστήριζαν τις συναισθηματικές και σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων, με τα ηλικιακά όρια να είναι μάλιστα ρευστά. Η τάση αυτή, που σε ορισμένες περιπτώσεις μετουσιώθηκε και σε οργανωμένη δράση, έπαυσε κατά τη δεκαετία του 1990.
ΙΙΙ. Υπερεθνικό νομοθετικό πλαίσιο
Μετά το 1990 η προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική κακοποίηση εντάχθηκε σε διεθνή κείμενα ως αποτέλεσμα της συναίνεσης η οποία επετεύχθη για το ζήτημα μεταξύ, όπως αναφέρθηκε, ομάδων με διαφορετική αφετηρία, χαρακτήρα και ιδεολογία. Τόσο η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού του 1989 όσο και η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση του 2007 (Σύμβαση Lanzarote) εκφράζουν μια αλλαγή παραδείγματος τονίζοντας την ανάγκη να τεθεί στο επίκεντρο το παιδί. Τα νομοθετικά αυτά κείμενα επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο όσο και, ειδικά η Σύμβαση Lanzarote, τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Στα επόμενα η ανάλυση επικεντρώνεται στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία του ΕΔΔΑ∙ επιλογή που συνδέεται με την επίδρασή τους στην εθνική νομοθεσία. Θα πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι όλα τα ανωτέρω νομοθετικά κείμενα βρίσκονται σε μια συμβιωτική σχέση μεταξύ τους, με καίριο τον ρόλο του ΕΔΔΑ στην ανάδειξη μιας κοινής ευρωπαϊκής οπτικής, καθώς και στη συγκεκριμενοποίηση των υποχρεώσεων των κρατών.
1. Η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών στο δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο
Η θέση ελάχιστων κοινών κανόνων σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση των παιδιών φανερώνει τον χαρακτήρα του Χώρου Ελευθερίας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (ΧΕΑΔ) που η Ένωση οραματίζεται. Βασικά νομοθετικά κείμενα είναι η Απόφαση-πλαίσιο 2004/68 και η Οδηγία 2011/93, ενώ υπάρχει και πρόταση νέας Οδηγίας. Τόσο η Οδηγία 2011/93 όσο και η νέα Πρόταση Οδηγίας περιλαμβάνουν διατάξεις που αφορούν στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο. Πριν όμως την ανάλυση των ελάχιστων αυτών κανόνων, αναφορά θα πρέπει να γίνει στο ζήτημα της αρμοδιότητας της Ένωσης στο συγκεκριμένο πεδίο, η οποία μετά την Οδηγία 2024/1385 μόνο αυτονόητη δεν θα πρέπει να θεωρείται.
A. Η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών και η αρμοδιότητα της Ένωσης
Η αρμοδιότητα της Ένωσης αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου. Αποφασιστική ώθηση δόθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Σύμφωνα με το αρ. 83 ΣΛΕΕ, είναι δυνατή η θέσπιση, μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, ελάχιστων κανόνων για τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στους τομείς της ιδιαίτερα σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Για να εκτιμηθεί εάν πληρούται η προϋπόθεση της διασυνοριακότητας, εξετάζεται ιδίως η φύση ή οι επιπτώσεις των αδικημάτων ή η ειδική ανάγκη να καταπολεμούνται σε κοινή βάση. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για αδικήματα που τυπικά τελούνται σε περισσότερα κράτη-μέλη. Περιλαμβάνονται και εγκλήματα που τελούνται μόνο στο έδαφος ενός κράτους-μέλους, αλλά έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα ως προς τις επιπτώσεις για άλλα κράτη-μέλη. Η διασυνοριακότητα στο πλαίσιο αυτό συνίσταται και από τομείς εγκληματικότητας που έχουν διασυνοριακή διάσταση, αλλά δεν αφορούν στη διασυνοριακή ή διεθνική εγκληματικότητα per se. Επιπρόσθετα, έχει υποστηριχθεί ότι αρκεί ακόμα και η ύπαρξη πολιτικής βούλησης για την αντιμετώπιση ενός εγκληματικού φαινομένου στο πλαίσιο της «ανάγκης να καταπολεμηθεί σε κοινή βάση», ώστε αυτό να αποκτήσει διασυνοριακή διάσταση, η οποία θεμελιώνει την αρμοδιότητα της Ένωσης. Η θέση αυτή δεν είναι χωρίς αντίλογο, με γενικότερα το κριτήριο της ανάγκης καταπολέμησης σε κοινή βάση να δέχεται κριτική, κυρίως ως προς την ανεξάρ
Σελ. 1192 τητη λειτουργία του. Αυτό που μπορεί να εξαχθεί, ωστόσο, ως συμπέρασμα είναι ότι η διασυνοριακότητα έχει ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που αρχικά φαίνεται.
Η αρμοδιότητα της Ένωσης περιορίζεται από το ίδιο το κείμενο της Συνθήκης σε δέκα τομείς εγκληματικότητας. Ειδικότερα, στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 83 παρ. 1 ΣΛΕΕ ορίζονται περιοριστικά οι τομείς που πληρούν τα κριτήρια της σοβαρής εγκληματικότητας και της διασυνοριακής διάστασης και χρήζουν κοινής προσέγγισης. Η λίστα του αρ. 83 παρ. 1 ΣΛΕΕ περιλαμβάνει, ωστόσο, τομείς εγκληματικότητας το περιεχόμενο των οποίων δεν είναι εκ των προτέρων σαφές και αυστηρά ορισμένο, δεν γίνεται, δηλαδή, αναφορά σε συγκεκριμένα εγκλήματα εν στενή εννοία. Η λίστα περιέχει εμπειρικές-φαινομενολογικές περιοχές εγκληματικότητας στις οποίες η Ένωση έχει αρμοδιότητα, με τους ειδικότερους ποινικούς κανόνες να εξειδικεύονται στο παράγωγο δίκαιο.
Στην περίπτωση της Οδηγίας 2011/93 αλλά και της νέας Πρότασης Οδηγίας οι σχετικοί κανόνες οι οποίοι αφορούν στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, μπορούν να διακριθούν σε αυτούς που υπάγονται στον τομέα εγκληματικότητας «γενετήσια εκμετάλλευση παιδιών» και σε αυτούς που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην «εγκληματικότητα στον χώρο της πληροφορικής». Στην περίπτωση του τομέα εγκληματικότητας σχετικά με τον χώρο της πληροφορικής, ο διασυνοριακός χαρακτήρας είναι πρόδηλος. Ενδιαφέρον είναι όμως ότι η πρόσφατη Πρόταση Οδηγίας αναφέρει ως νομική βάση μόνο τον τομέα της γενετήσιας εκμετάλλευσης των παιδιών. Εστιάζοντας το ενδιαφέρον στον τομέα αυτό, παρατηρείται ότι δεν έχει κατ’ ανάγκην ή τυπικά διασυνοριακή διάσταση, με την εμπορία ανθρώπων να προβλέπεται διακριτά στο αρ.83 παρ.1 ΣΛΕΕ.
Το ερώτημα που ανακύπτει, επομένως, είναι αν τα αδικήματα που μπορούν να υπαχθούν στους τομείς εγκληματικότητας της δεσμευτικής λίστας του αρ. 83 παρ. 1 ΣΛΕΕ θα πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούν άνευ ετέρου τα κριτήρια της σοβαρότητας και της διασυνοριακότητας -που ιδίως ενδιαφέρει εν προκειμένω- ή αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να εξετάζονται σε κάθε περίπτωση που επιχειρείται ανάληψη δράσης από την Ένωση. Πρόκειται για ένα γενικότερο ερώτημα το οποίο αναδεικνύεται ιδίως στην περίπτωση της σεξουαλικής κακοποίησης.
Μια πιθανή λύση του προβλήματος μπορεί να στηριχθεί στη ρητή εξειδίκευση της παραγράφου 1 του αρ. 83 ΣΛΕΕ, όπου αναφέρεται ότι ο διασυνοριακός χαρακτήρας προκύπτει και από την ειδική ανάγκη καταπολέμησης σε κοινή βάση. Στην περίπτωση της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών αυτή εύκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει από τους στόχους και τις αξίες της Ένωσης. Με βάση αυτή τη συλλογιστική, το κριτήριο της διασυνοριακότητας πληρούται στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως πληρούται και γενικά για όλους τους τομείς που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1. Έχει ακόμη υποστηριχθεί ότι μόνο ο τομέας εγκληματικότητας πρέπει να έχει διασυνοριακή διάσταση και όχι κατ’ ανάγκην κάθε μεμονωμένο αδίκημα. Τα ανωτέρω, ωστόσο, δεν είναι χωρίς αντίλογο. Ο δε αντίλογος μάλιστα αυτός μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχυροποιήθηκε μετά τη μη συμπερίληψη στην Οδηγία 2024/1385 του εγκλήματος του βιασμού. Επρόκειτο και πάλι για μια οριακή περίπτωση ύπαρξης αρμοδιότητας της Ένωσης, με το πρόβλημα να εντοπίζεται στο στοιχείο της διασυνοριακότητας.
Ακόμη, στην περίπτωση της Πρότασης Οδηγίας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών τέθηκε το ζήτημα εάν ο βιασμός μπορεί να ενταχθεί στον τομέα της «γενετήσιας εκμετάλλευσης». Κατά μία άποψη, η σεξουαλική κακοποίηση και ο βιασμός μπορούν να ενταχθούν στη «γενετήσια εκμετάλλευση», η οποία αποτελεί έννοια γένους. Σύμφωνα όμως με τη Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου, η «γενετήσια εκμετάλλευση» πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την εμπορία ανθρώπων, με την οποία συναποτελεί έναν ενιαίο τομέα εγκληματικότητας. Πρόκειται για θέση η οποία έρχεται σε αντίθεση
Σελ. 1193 με την εξέλιξη του συγκεκριμένου τομέα αρμοδιότητας. Συνεπάγεται δε ότι η πάγια θεώρηση ότι το αρ. 83 παρ. 1 ΣΛΕΕ περιλαμβάνει δέκα τομείς εγκληματικότητας είναι λανθασμένη, με τον σωστό αριθμό, αν μετρήσουμε την εμπορία ανθρώπων μαζί με τη γενετήσια εκμετάλλευση, να είναι εννέα.
Επιπλέον, επιβάλλει κατ’ αποτέλεσμα να ερμηνεύεται στενά και σε σύνδεση με την εμπορία ανθρώπων και η γενετήσια εκμετάλλευση των παιδιών. Έτσι όμως, το περιεχόμενο τόσο της Απόφασης-πλαισίου 2004/68 όσο και της Οδηγίας 2011/93, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται εκτός από την πορνεία και η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών, δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί. Ειδικότερα, στο αρ. 2 της Απόφασης-πλαισίου 2004/68, εκτός από την πορνεία, η οποία ευχερώς μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διασυνοριακό χαρακτήρα και να συνδεθεί με την εμπορία ανθρώπων, περιλαμβάνεται στην παράγραφο (γ) και η τιμώρηση των σεξουαλικών πράξεων με παιδί, μεταξύ άλλων, όταν λαμβάνουν χώρα με χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής ή πρόκειται για περίπτωση κατάχρησης εξουσίας. Ομοίως, στο αρ. 3 της Οδηγίας 2011/93 περιλαμβάνονται στα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών οι ανωτέρω συμπεριφορές μαζί και με άλλες, όπως η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί που δεν έχει φθάσει στην ηλικία συναίνεσης, οι οποίες δυσχερώς συνδέονται με την εμπορία ανθρώπων.
Στο Προοίμιο τόσο της Απόφασης-πλαισίου όσο και της Οδηγίας 2011/93 αναφέρεται ότι η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι σαφής, λοιπόν, η σύνδεση με τις κοινές αξίες, οι οποίες εκφράζονται κατ’ αρχάς στο άρθρο 2 ΣΕΕ και τον Χάρτη. Τα θεμελιώδη δικαιώματα ανάγονται σε ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλημα και χρήζουν έτσι προστασίας στο πλαίσιο του «ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου». Ακόμη, η ανάγκη διαφύλαξης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών συνδέεται με την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου ασφαλείας το οποίο η Ένωση καλείται να εγγυηθεί βάσει του αρ. 67 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Τα ίδια δεδομένα ίσχυαν όμως και στην περίπτωση της Πρότασης Οδηγίας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Στην τελευταία περίπτωση, ωστόσο, δεν υπήρξε η αναγκαία πολιτική βούληση ή, κατ’ άλλους, αρμοδιότητα της Ένωσης.
Συμπερασματικά, από άποψη κανόνων αρμοδιότητας και ισχύος των αρχών της δοτής αρμοδιότητας και της επικουρικότητας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η διαφοροποίηση της ερμηνείας του τομέα εγκληματικότητας «γενετήσια εκμετάλλευση» ανάμεσα στα παιδιά και στις γυναίκες. Η αντιμετώπιση της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών αποτελεί αναμφισβήτητα έναν επιθυμητό στόχο. Η αρμοδιότητα της Ένωσης, ωστόσο, στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν μπορεί να βασίζεται στη λογική του exitus acta probat. Η νέα Πρόταση Οδηγίας για τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών, επομένως, θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με την αρμοδιότητα της Ένωσης. Η προϋπόθεση της διασυνοριακότητας και η ερμηνεία της έννοιας «γενετήσια εκμετάλλευση παιδιών και γυναικών» δεν μπορεί νομικά, με όρους αρμοδιότητας να ερμηνεύεται με τρόπο που οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το αν πρόκειται για τα παιδιά ή για τις γυναίκες. Εάν η Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα για τη σεξουαλική κακοποίηση και τον βιασμό γυναικών, δεν μπορεί να έχει με βάση το αρ. 83 παρ. 1 ΣΛΕΕ ούτε για τις συμπεριφορές αυτές όταν στρέφονται κατά των παιδιών.
B. Η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών στην Οδηγία 2011/93 και στη νέα Πρόταση Οδηγίας
Αρχικά, θα πρέπει να εξεταστεί ο προσδιορισμός ή, ακριβέστερα, η εκ νέου εννοιολόγηση της λέξης «παιδί» στο παράγωγο δίκαιο. Όπως αναφέρθηκε, η έννοια παιδί αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή. Η λέξη δεν χρησιμοποιείται τυπικά για να δηλώσει πρόσωπο πάνω από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του. H Απόφαση-πλαίσιο 2004/68, ωστόσο, όπως και η Οδηγία 2011/93 ρητά ταυτίζουν την έννοια «παιδί» με
Σελ. 1194 κάθε πρόσωπο κάτω των 18 ετών. Η ταύτιση της ανηλικότητας με την έννοια του παιδιού αποτελεί μια νομοθετική κατασκευή που ξεκίνησε με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και συνεχίστηκε και στο παράγωγο ενωσιακό δίκαιο. Συμφωνεί δε και με την τάση μετά τη δεκαετία του 1990 το όριο γάμου να τίθεται στα 18 έτη.
Είναι αλήθεια ότι μια ευρεία σύλληψη νομικά της έννοιας του παιδιού ενισχύει την προστασία του. Ωστόσο, οι ανήλικοι δεν έχουν αξίωση μόνο προστασίας αλλά και σεβασμού της ανάγκης τους να αναπτυχθούν ως προσωπικότητες, και σεξουαλικά, με το στάδιο της εφηβείας να αποτελεί ένα διακριτό στάδιο στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου. Ιδιαίτερα επιδραστικός στην ανάδειξη της πτυχής αυτής υπήρξε ο Freud. Στη διαμόρφωση δε των νομικών κανόνων δυσχερώς μπορεί να θεωρηθεί ορθολογικό να εξισώνεται συλλήβδην η προστασία που παρέχεται σε παιδιά ηλικίας, για παράδειγμα, 3 ετών με ανηλίκους 16 και 17 ετών. Κατά την υιοθέτηση της Απόφασης-πλαισίου 2004/68 πολλοί ειδικοί άσκησαν έντονη κριτική στην ευρεία ποινικοποίηση και ανέδειξαν το ζήτημα του σεβασμού της σεξουαλικής αυτονομίας των εφήβων, καλώντας σε διαφοροποίηση της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας.
Ο ορισμός της ηλικίας σεξουαλικής συναίνεσης επαφίεται στα κράτη μέλη λόγω των διαφορών στα εθνικά δίκαια. Όμοια επιλογή γίνεται και στο πλαίσιο της Σύμβασης Lanzarote. Παρότι, επομένως, η έννοια του παιδιού ταυτίζεται στο παράγωγο δίκαιο με πρόσωπα κάτω των 18 ετών, στα αδικήματα που αφορούν στη σεξουαλική κακοποίηση ο νομοθέτης αναφέρεται σε ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης, την οποία τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προσδιορίσουν. Περαιτέρω, τα κράτη-μέλη διατηρούν τη διακριτική ευχέρεια να μην ποινικοποιήσουν σεξουαλικές πράξεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ ή ενώπιον προσώπων που έχουν μικρή διαφορά ηλικίας και βρίσκονται στο ίδιο στάδιο ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας.
Η Οδηγία 2011/93 προβλέπει στο άρθρο 3 την τιμώρηση διαφορετικών συμπεριφορών. Τα κράτη-μέλη καλούνται να ποινικοποιήσουν όχι μόνο την τέλεση σεξουαλικών πράξεων με ανηλίκους κάτω από το όριο συναίνεσης αλλά και τον εξαναγκασμό τους να γίνουν μάρτυρες σεξουαλικών πράξεων, ακόμα κι αν δεν συμμετέχουν σε αυτές. Το περιεχόμενο της έννοιας «σεξουαλική πράξη» δεν ορίζεται στην Οδηγία. Η επιλογή αυτή είναι εύλογη, με δεδομένο ότι απουσιάζει μια κοινή προσέγγιση σχετικά με τον ορισμό των σεξουαλικών πράξεων που ενδιαφέρουν το δίκαιο, με τις διαφοροποιήσεις να είναι εντονότερες στην περίπτωση των ανήλικων θυμάτων. Ενδιαφέρουσα είναι, ωστόσο, η προσέγγιση της Πρότασης Οδηγίας. Σε αυτήν προβλέπεται η βαρύτερη τιμώρηση διεισδυτικών πράξεων. Πρόκειται για επιλογή η οποία εκφράζει την τάση σε αρκετές εθνικές ρυθμίσεις και απηχεί μια διαχρονική εστίαση σε τέτοιες πράξεις. Παρότι, επομένως, δεν τιμωρούνται μόνο οι πράξεις που προϋποθέτουν διείσδυση, αυτές διαφοροποιούνται από τις λοιπές και οδηγούν σε βαρύτερη τιμώρηση.
Ακόμη, στην Πρόταση Οδηγίας προβλέπεται η τιμώρηση σεξουαλικών πράξεων με ανήλικο που έχει συμπληρώσει το ηλικιακό όριο αλλά δεν συναινεί στη σεξουαλική πράξη. Η απουσία συναίνεσης, που συναντήθηκε πρώτα στην Πρόταση Οδηγίας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, αλλά δεν αποτέλεσε μέρος της Οδηγίας 2024/1385 για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, επανέρχεται στην περίπτωση των παιδιών. Στο πλαίσιο της Πρότασης Οδηγίας για τα παιδιά η σχετική διάταξη δεν τίθεται σε ξεχωριστό άρθρο με τον τίτλο «βιασμός», όπως στην περίπτωση των γυναικών, αλλά εντάσσεται στα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης. Αφορά όμως ως έννοια μόνο στους ανηλίκους οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το ηλικιακό όριο σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ως προς το μοντέλο συναίνεσης, η διατύπωση είναι παρόμοια με αυτή που επιλέχθηκε στην Πρόταση Οδηγίας για τις γυναίκες και -ορθά- καταλείπει περιθώριο στα κράτη-μέλη να προσδιορίσουν το περιεχόμενό της. Προβλέπεται όμως ρητά, σε ακολουθία με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αξιολόγηση των συνοδών περιστάσεων.
Τέλος, στην περίπτωση της τιμώρησης των μη συναινετικών πράξεων περιλαμβάνονται μόνο οι διεισδυτικές πράξεις, οι οποίες μπορεί να λάβουν χώρα με οποιοδήποτε μέλος του σώματος ή αντικείμενο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8 ρητά παραπέμπει στο άρθρο 7 το οποίο κάνει αναφορά μόνο σε διεισδυτικές πράξεις. Η επιλογή αυτή είναι ακόλουθη με το αρ.5 της Πρόταση Οδηγίας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, στο πλαίσιο του οποίου και πάλι προβλεπόταν η τιμώρηση των διεισδυτικών επαφών.
2. Η νομολογία του ΕΔΔΑ
Τα συμβαλλόμενα κράτη καλούνται να ενεργήσουν σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισχύς των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, ακόμα και όταν οι προσβολές προέρχονται από ιδιώτη. Ο βιασμός και η σεξου
Σελ. 1195 αλική κακοποίηση των ανηλίκων υπάγονται στα άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ και ενεργοποιούν τις θετικές υποχρεώσεις των κρατών. Στη νομολογία του ΕΔΔΑ μάλιστα τονίζεται ιδιαίτερα η ευαλωτότητα και η ανάγκη προστασίας των παιδιών. Τμήμα των θετικών υποχρεώσεων αποτελεί η υποχρέωση θέσπισης αποτελεσματικών διατάξεων ποινικού δικαίου, οι οποίες υποστηρίζονται από μηχανισμούς επιβολής του νόμου για την πρόληψη, την καταστολή και την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεων.
Το ΕΔΔΑ ακολουθεί το εθνικό δίκαιο ως προς το ζήτημα του ορίου συναίνεσης. Η στάση αυτή είναι εύλογη, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με το ακριβές ηλικιακό όριο πάνω από το οποίο ένας ανήλικος μπορεί να συναινέσει εγκύρως σε σεξουαλικές πράξεις. Σημαντική είναι η απαίτηση τιμώρησης κάθε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης, ακόμη και σε περίπτωση απουσίας σωματικής αντίστασης του θύματος. Το Δικαστήριο μάλιστα τονίζει ότι ειδικά οι ανήλικοι συχνά δεν προβάλλουν σωματική αντίσταση. Η μη συμπερίληψη της έννοιας της συναίνεσης στον νόμο δεν συνεπάγεται, ωστόσο, παραβίαση της Σύμβασης. Το ΕΔΔΑ δίδει βαρύτητα στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται και εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις. Είναι, επομένως, σύμφωνη με τους στόχους και το περιεχόμενο των θετικών υποχρεώσεων μια ερμηνεία από τα εθνικά δικαστήρια εννοιών όπως ο εξαναγκασμός, η βία ή η ανικανότητα αντίστασης με τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνεται και η συναίνεση. Θα πρέπει όμως να λαμβάνεται υπ’ όψιν στο πλαίσιο αυτό η ιδιαίτερη ευαλωτότητα των παιδιών. Τέλος, δεν υποχρεούνται τα κράτη να χαρακτηρίσουν με ορισμένο τρόπο τις συμπεριφορές που περιλαμβάνονται στις θετικές υποχρεώσεις. Μπορεί, επομένως, να γίνει λόγος για βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση ή σεξουαλική βία.
IV. Συγκριτικό δίκαιο
Τα περισσότερα κράτη περιλαμβάνουν τις σεξουαλικές επιθέσεις κατά ανηλίκων σε διακριτά αδικήματα. Μπορεί να ειπωθεί ότι η ξεχωριστή τυποποίηση των σχετικών εγκλημάτων αποτελεί μια νομική παράδοση.
Ως προς τα ηλικιακά όρια, το όριο παροχής έγκυρης συναίνεσης τίθεται από τα περισσότερα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης ανάμεσα στα 14-16 έτη όταν δεν συντρέχουν άλλες περιστάσεις που αφορούν στην ειδικότερη σχέση ενηλίκου και ανηλίκου. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι τα όρια αυτά διαμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό ώστε να συμφωνούν με τα όρια γάμου, τα οποία έχουν σε πολλές νομοθεσίες επικαιροποιηθεί, απαραίτητη είναι η επανεξέταση των βάσεων θέσης τους. Παρότι παρατηρείται μια τάση αύξησης των ηλικιακών ορίων, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι αυτά θα πρέπει να τεθούν στην ηλικία ενηλικίωσης, θα πρέπει να διαχωρίζεται η ηθική από τα σεξουαλικά αδικήματα. Έτσι, αν και ηθικά μια συμπεριφορά μπορεί να είναι κατακριτέα, όπως ηθικά αξιολογούνται άλλωστε πολλές φορές κοινωνικά και οι σχέσεις με μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, το ποινικό δίκαιο καλείται να σταθμίσει την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων με το δικαίωμα των εφήβων να αναπτύσσουν προοδευτικά τη σεξουαλικότητά τους. Στο πλαίσιο αυτό η έρευνα των
Σελ. 1196ειδικών και η σύνδεση των σχετικών επιλογών με τα πορίσματα της επιστήμης είναι απαραίτητη.
Αρχικά, ως προς τα ηλικιακά όρια μπορεί να παρατηρηθεί ότι αρκετές φορές το ζήτημα των σεξουαλικών πράξεων με ανηλίκους προσεγγίζεται με μια διχοτομία. Από ένα ηλικιακό όριο και πάνω είναι επιτρεπτές και από ένα όριο και κάτω απαγορευμένες. Μια τέτοια προσέγγιση, ωστόσο, παραγνωρίζει ότι η διαδικασία σεξουαλικής ωρίμανσης εξελίσσεται σταδιακά. Tα ηλικιακά όρια δεν ανταποκρίνονται δε και στην ad hoc διανοητική, ψυχολογική και σεξουαλική ανάπτυξη του ανηλίκου. Είναι, ωστόσο, απαραίτητα, λόγος και για τον οποίο αξιοποιούνται πάντοτε νομοθετικά. Η εναλλακτική λύση, δηλαδή η κατά περίπτωση εξέταση της ανάπτυξης του ανηλίκου, θα ήταν επιβαρυντική για τα ανήλικα θύματα αλλά και αδύνατη για πρακτικούς διαδικαστικούς λόγους, καθώς μια τέτοια εξέταση δεν μπορεί να διεξαχθεί αναδρομικά και να ανατρέξει με ασφάλεια στον χρόνο τέλεσης της πράξης. Θα μετέθετε δε το βάρος της συζήτησης ανεπίτρεπτα στα θύματα και πολύ μικρών ηλικιών.
Ωστόσο, η αρχική παρατήρηση οδηγεί πολλά κράτη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προοδευτική ανάπτυξη των ανηλίκων, να υιοθετούν διάκριση ανάμεσα σε ηλικιακές ομάδες, με πράξεις που στρέφονται κατά ανηλίκων κοντά στο ηλικιακό όριο που υιοθετείται να τιμωρούνται ελαφρύτερα.
Ακόμη, ένα ερώτημα το οποίο συνδέεται με την υιοθέτηση ηλικιακών ορίων, είναι κατά πόσο αυτά καθορίζονται επειδή από μια συγκεκριμένη ηλικία ο ανήλικος θεωρείται ικανός να διαθέτει ελεύθερα το σώμα του, επειδή οι σεξουαλικές πράξεις θεωρούνται επιβλαβείς για τους ανηλίκους κάτω από μια ηλικία ή επειδή τέτοιες πράξεις θεωρούνται κοινωνικά επικίνδυνες. Πρόκειται κατ’ αρχάς για ζήτημα που συνδέεται με την αναγνώριση ή μη θετικής σεξουαλικής ελευθερίας στους ανηλίκους. Παρότι για θετική σεξουαλική ελευθερία ανηλίκων πολύ μικρής ηλικίας δεν μπορεί να γίνει λόγος, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι έφηβοι είναι συχνά σεξουαλικά ενεργοί και θα πρέπει να τους αναγνωρίζεται προοδευτικά το δικαίωμα να διαθέτουν το σώμα τους. Ακόμη, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι η τιμώρηση σεξουαλικών συμπεριφορών σε ένα φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο στηρίζεται στην πρόκληση βλάβης ή κινδύνου σε άλλον. Δεν μπορεί να ποινικοποιείται μόνο μια κατάσταση, η οποία εν προκειμένω συνίσταται στην ύπαρξη ηλικιακής διαφοράς. Επιβάλλεται, επομένως, να προσδιοριστεί αν οι σεξουαλικές πράξεις με ανηλίκους κάτω από ένα ηλικιακό όριο προκαλούν βλάβη ή θέτουν έναν κίνδυνο για τον ανήλικο ή αν εν τέλει πρόκειται για μια επιλογή που βασίζεται μόνο στην κοινωνική βλάβη που προκαλεί η επικινδυνότητα του δράστη. Θα πρέπει δε να αναφερθεί ότι ο προσδιορισμός της βλάβης που επέρχεται έχει προεκτάσεις και για την τιμώρηση πράξεων που λαμβάνουν χώρα μεταξύ ανηλίκων. Έτσι, εάν γίνει λόγος για κοινωνική βλάβη συνδεόμενη με την επικινδυνότητα του δράστη που ελκύεται από ανηλίκους κάτω από ένα ηλικιακό όριο, οι σχετικές συμπεριφορές τιμωρούνται μόνο όταν ο δράστης είναι ενήλικος. Αντιθέτως, εάν γίνει λόγος για βλάβη ή για κίνδυνο που αφορά στον ίδιο τον ανήλικο, για παράδειγμα στην αδιατάρακτη σεξουαλική ανάπτυξή του, όπως αναγνωρίζεται στο ελληνικό δίκαιο, τότε τιμωρούνται και πράξεις που τελούνται μεταξύ ανηλίκων διαφορετικών αναπτυξιακών σταδίων.
Θα πρέπει τέλος να παρατηρηθεί ότι αρκετά κράτη αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις διεισδυτικές και τις μη διεισδυτικές σεξουαλικές πράξεις όταν αυτές στρέφονται κατά ανηλίκων. Η εστίαση στις διεισδυτικές πράξεις συνδέεται με την εξέλι
Σελ. 1197 ξη των σχετικών εγκλημάτων, η οποία επιδρά και στις επιλογές του ενωσιακού νομοθέτη. Συνδέεται δε σε ένα δεύτερο επίπεδο με μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία που αποδίδεται στις διεισδυτικές επαφές, η οποία τις διαφοροποιεί από άλλες μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς ως προς το κοινωνικό τους νόημα. Οι διεισδυτικές πράξεις θεωρούνται έτσι ως «υψηλού κινδύνου» για τον ανήλικο, με άλλες σεξουαλικές πράξεις, όπως τα φιλιά και οι ψαύσεις, να θεωρούνται «χαμηλότερου κινδύνου».
V. Ορισμένες σκέψεις για το εθνικό δίκαιο
Στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου οι ανήλικοι 15 ετών και άνω μπορούν, εκτός των ρητά προβλεπόμενων εξαιρέσεων, να συνάπτουν συναινετικές σχέσεις με ενηλίκους ανεξάρτητα από τη διαφορά ηλικίας. Μέχρι τα 15 έτη στους ανηλίκους αναγνωρίζεται δικαίωμα θετικής σεξουαλικής ελευθερίας. Αυτό όμως είναι σχετικό, καθώς μπορούν να συναινέσουν εγκύρως μόνο σε σεξουαλικές πράξεις που λαμβάνουν χώρα με ανηλίκους με τους οποίους δεν έχουν ηλικιακή διαφορά μεγαλύτερη των 3 ετών. Η εκδήλωση σεξουαλικής συμπεριφοράς μεταξύ ανηλίκων της ίδιας ηλικιακής ομάδας θεωρείται τμήμα της φυσιολογικής ανάπτυξης της σεξουαλικότητας.
Αυστηρότερη τιμώρηση προβλέπεται για πράξεις που τελούνται με ανήλικο κάτω των 12 ετών. Ωστόσο, όσο πλησιάζουμε στο όριο των 15 ετών, ίσως θα έπρεπε να υιοθετηθεί μια περαιτέρω διάκριση στο πνεύμα του αρ. 339 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που διαχώριζε πράξεις που τελούνταν ανάμεσα στα 14 και τα 15 έτη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η σεξουαλική ωρίμανση αποτελεί διαδικασία που εξελίσσεται σταδιακά.
Το 2019 ο Έλληνας νομοθέτης, σε ακολουθία με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, τη νομολογία του ΕΔΔΑ και την τάση σε πολλά κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, εισήγαγε στο αρ. 336 ΠΚ την έννοια της συναίνεσης. Η αναγωγή της συναίνεσης σε μέγεθος που διακρίνει τις επιθυμητές σεξουαλικές πράξεις από προσβολές της γενετήσιας ελευθερίας στο πλαίσιο του αρ. 336 παρ.4 ΠΚ απαιτεί να εξεταστεί τι θα συμβεί στην περίπτωση που ο παθών είναι ανήλικος κάτω των 15 ετών. Μετά τον ν. 4855/2021 ο βιασμός ανηλίκων τιμωρείται στο πλαίσιο του αρ. 336 παρ. 3 ΠΚ. Υποστηρίζεται δε ορθά ότι η συγκεκριμένη παράγραφος συρρέει φαινομενικά με το αρ. 339 ΠΚ. Ωστόσο, εάν εξετάσουμε τη συστηματική οργάνωση του αρ. 336 παρ.3 ΠΚ, ο βιασμός ανηλίκου συνδέεται με την παράγραφο 1, που προϋποθέτει άσκηση βίας ή απειλής η οποία σχετίζεται με τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα, και όχι με την παράγραφο 4.
Στο πλαίσιο του αρ.339 ΠΚ προστατεύεται η ομαλή ή αδιατάρακτη σεξουαλική ανάπτυξη των ανηλίκων. Οι σεξουαλικές επαφές ανηλίκων κάτω των 15 ετών με ενηλίκους έχουν αντίκτυπο στην ψυχική και σωματική τους υγεία. Η σεξουαλική ανάπτυξη υποστηρίζεται, ακόμη, ότι αποτελεί μέρος της συνολικής ανάπτυξης, η οποία επηρεάζεται. Τέτοιες επαφές επιδρούν αρνητικά στην αυτόνομη ανάπτυξη της προσωπικότητας, στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται ο σεξουαλικός αυτοπροσδιορισμός. Υπό αυτή την οπτική, πρόκειται για ένα έγκλημα διακινδύνευσης. Η προστασία μετατίθεται προς τα εμπρός περιλαμβάνοντας τη σεξουαλική ανάπτυξη, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη γενετήσιας ελευθερίας. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν γίνει λόγος για προστασία της «αγνότητας της παιδικής ηλικίας», όπως συχνά αναφέρεται στη νομολογία.
Το προστατευόμενο έννομο αγαθό του αρ. 339 ΠΚ δεν είναι, τόσο με βάση τη θεωρία όσο και τη νομολογία, η γενετήσια ελευθερία. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένους συγγραφείς, οι ανήλικοι κάτω από ένα ηλικιακό όριο δεν διαθέτουν καθόλου το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας. Η έννοια της συναίνεσης δεν μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει, καθώς δεν υπάρχει σεξουαλική ελευθερία προς προστασία. Ωστόσο,
Σελ. 1198μια τέτοια θεώρηση δεν μπορεί να ακολουθηθεί στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, καθώς η γενετήσια ελευθερία αναγνωρίζεται ως έννομο αγαθό και στην περίπτωση των ανηλίκων στο πλαίσιο του αρ. 336 παρ. 3 ΠΚ. Ακόμη, η θέση ότι οι ανήλικοι δεν διαθέτουν σεξουαλική ελευθερία δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει περιπτώσεις σεξουαλικών επαφών μεταξύ ανηλίκων στο ίδιο αναπτυξιακό στάδιο. Παραγνωρίζει δε το γεγονός ότι η διαδικασία σεξουαλικής ωρίμανσης, όπως αναφέρθηκε, δεν λαμβάνει χώρα ξαφνικά την ημέρα των δέκατων πέμπτων γενεθλίων ενός προσώπου.
Κατ’ άλλους, η αυξημένη απαξία στηρίζεται εκτός από την προστασία της αδιατάρακτης σεξουαλικής ανάπτυξης του ανηλίκου και στην παραβίαση της γενετήσιας ελευθερίας του. Η σωματική, γνωστική, ψυχολογική και συναισθηματική ανάπτυξη των ανηλίκων κάτω των 15 ετών υπολείπεται σε σχέση με τους ενηλίκους, γεγονός που δεν τους επιτρέπει να έχουν πλήρη γνώση της κοινωνικής σημασίας των σεξουαλικών πράξεων, να αναγνωρίσουν και να προστατέψουν τα συμφέροντά τους απέναντι σε ενηλίκους. Η παραδοχή αυτή οδηγεί ορισμένους να θεωρήσουν ότι οι ανήλικοι κάτω των 15 ετών δεν μπορούν να συναινέσουν ουσιαστικά και πραγματικά εκούσια. Οι γενετήσιες πράξεις με αυτούς θεωρούνται κανονιστικά εξαναγκαστικές. Πρόκειται για επιχείρημα το οποίο ανάγεται στον Feuerbach και εκφράστηκε στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813. Η εισαγωγή ενός τεκμηρίου μη συναίνεσης σε περιπτώσεις σεξουαλικών πράξεων μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί μια επιλογή που δοκιμάζει τις αρχές του ποινικού δικαίου. Ωστόσο, αυτή ήταν εν τέλει η επιλογή του Βελγίου στον νέο Ποινικό του Κώδικα.
Το πρόβλημα εν προκειμένω, επισκοπώντας τις σχετικές διατάξεις συνδεδεμένες με το ιστορικό τους πλαίσιο, ανέκυψε σε μεγάλο βαθμό από την αποσύνδεση των σχετικών αδικημάτων από την ηθική. Η αποσύνδεση αυτή, η οποία επιτυχώς συνδυάστηκε με την ανάδειξη του εννόμου αγαθού της ομαλής ή αδιατάρακτης σεξουαλικής ανάπτυξης του ανηλίκου, είχε ως αποτέλεσμα μια λογική ανακολουθία που εκφραζόταν στη δομή και διάρθρωση του κεφαλαίου. Η ανακολουθία αυτή, στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται το ερώτημα αν οι ανήλικοι διαθέτουν γενετήσια ελευθερία και από ποιο χρονικό σημείο, εμφώλευε στο σχετικό κεφάλαιο. Όταν το 2019 στο αρ. 336 ΠΚ εισήχθη η έννοια της συναίνεσης αποκαλύφθηκε, καλώντας σε μια επικαιροποίηση της δομής και της κατεύθυνσης του σχετικού κεφαλαίου.
Το ανωτέρω πρόβλημα επιλύεται σε έναν βαθμό εάν θεωρήσουμε ότι οι ανήλικοι διαθέτουν μια μορφή «γενετήσιας ακεραιότητας» και όχι «γενετήσια ελευθερία». Στην περίπτωση των ανηλίκων κάτω των 15 ετών δεν είναι ορθό να γίνεται λόγος για γενετήσια ελευθερία υπό τους όρους που αυτή χρησιμοποιείται για τους ενηλίκους. Η γενετήσια ελευθερία ως έννομο αγαθό εμπεριέχει τη βούληση του φορέα ως έκφραση της αυτονομίας του, την οποία όμως οι ανήλικοι δεν διαθέτουν στον απαιτούμενο βαθμό, ειδικά κατά τα αρχικά ηλικιακά στάδια. Στην περίπτωση των ανηλίκων μπορεί να γίνει λόγος για «γενετήσια ακεραιότητα», ένα προστάδιο της γενετήσιας ελευθερίας, την οποία αποκτούν προοδευτικά μέσω της σεξουαλικής ανάπτυξης.
Τα επόμενα ζητήματα που ανακύπτουν είναι πώς θα αξιολογηθούν προσβολές της γενετήσιας ακεραιότητας ανά αναπτυξιακό στάδιο και σε ποιο σημείο αυτή ξεκινά να τρέπεται σε γενετήσια ελευθερία. Βοηθητική είναι εν προκειμένω η αναγνώριση ενός ορίου «κατανόησης» κάτω από το οποίο ο ανήλικος δεν είναι ικανός να σχηματίσει βούληση και να ενεργήσει βάσει αυτής. Ανάλογα με την ηλικιακή ανάπτυξή του, επομένως, η πρώτη διάκριση αφορά στο όριο κάτω από το οποίο δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες των σεξουαλικών επαφών, δεν είναι, δηλαδή, σε θέση να σχηματίσει τη βούλησή του. Κατά τα πρώτα στάδια της ηλικιακής ανάπτυξης του ανηλίκου, γενετήσιες πράξεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα χωρίς τη χρήση βίας ή απειλής της παραγράφου 1, περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζεται το αρ. 336 παρ. 1 ΠΚ, υπάγονται στο αρ. 338 ΠΚ. Αυτή η θέση ακολουθήθηκε και από το BGH σε πρόσφατη απόφασή του. Η φράση «οποιαδήποτε άλλη αιτία» ερμηνεύεται έτσι με τρόπο που συμπεριλαμβάνει και την αδυναμία σχηματισμού ή έκφρασης βούλησης μη επιχείρησης ή ανοχής γενετήσιων πράξεων η οποία οφείλεται στην ηλικιακή ανάπτυξη του παιδιού. Η θέση αυτή, αν και μπορεί να στηριχθεί θεωρητικά, δεν απαντά πότε μπορεί να εφαρμοστεί το αρ. 336 παρ. 4 ΠΚ. Απαραίτητη είναι εν προκειμένω η θέση συγκεκριμένων ηλικιακών ορίων, παρά το γεγονός ότι δεν ανταποκρίνονται στην ad hoc διανοητική, ψυχολογική και σεξουαλική ανάπτυξη του ανηλίκου.
Ορθότερα ωστόσο, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εισαγωγή της συναίνεσης ως ορίου ανάμεσα στις επιθυμητές γενετήσιες πράξεις και σε αυτές που πλήττουν το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας αποτελεί μια επιλογή που προσιδιάζει σε ενηλίκους. Και αυτό γιατί στηρίζεται στην αυτονομία και στον
Σελ. 1199 αυτοϋπεύθυνο χειρισμό της σεξουαλικότητας, μεγέθη που δεν συμβαδίζουν με την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων κάτω των 15 ετών. Το συμπέρασμα αυτό αναδεικνύει την ανάγκη αναστοχασμού των επιλογών στην περίπτωση των ανηλίκων. Η δομή του σχετικού κεφαλαίου απηχεί παλαιότερες κοινωνικές συνθήκες και ανάγκες. Παρότι τα σχετικά αδικήματα δεν στρέφονται πια «κατά των ηθών», η δομή δεν επικαιροποιήθηκε. Ακόμα και ο τίτλος του αρ. 339 ΠΚ, αν και προσαρμόστηκε στη νέα έννοια της γενετήσιας πράξης, δυσχερώς μπορεί να θεωρηθεί ότι εκφράζει το άδικο που περιλαμβάνεται.
Μια πρόταση επίλυσης των προβλημάτων που εκτέθηκαν, αξιοποιώντας και το συγκριτικό δίκαιο, είναι να υπάρξει μια νέα διάταξη με τίτλο «σεξουαλική κακοποίηση και βιασμός ανηλίκου» η οποία θα αφορά ειδικά στους ανηλίκους. Στο πλαίσιό της θα προστατεύεται η γενετήσια ακεραιότητα του ανηλίκου και θα υπάρχει διαβαθμισμένη αντιμετώπιση των σχετικών συμπεριφορών ανάλογα με την ηλικία του, το είδος και το μέγεθος της βλάβης, χωρίς να ανακύπτουν ζητήματα συρροής με διατάξεις που αφορούν σε ενηλίκους. Μια τέτοια διάκριση και σαφής περιγραφή των σχετικών συμπεριφορών θα λειτουργήσει όχι μόνο προστατευτικά για τους ανηλίκους αλλά και ενισχυτικά για την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
References (selected)
• Ambroise-Rendu A-C., “Attentats à la pudeur sur enfants: le crime sans violence est-il un crime? (1810-années 1930)” 2009/56 Revue d’histoire moderne et contemporaine 165.
• Ashford C., Maine A., Research Handbook on Gender, Sexuality and the Law, Edward Elgar Publishing 2020.
• Bezjak G., Grundlagen und Probleme des Straftatbestandes des sexuellen Missbrauchs von Kindern gemäß § 176 StGB, Duncker & Humblot 2015.
• Brüggemann J., Entwicklung und Wandel des Sexualstrafrechts in der Geschichte unseres StGB, Nomos 2013.
• Brundage J., Law, Sex, and Christian Society in Medieval Europe, University of Chicago Press 1990.
• Buisman S., “The Future of EU Substantive Criminal Law” 2022/30 European Journal of Crime, Criminal Law and Criminal Justice 161
• Chioni-Chotouman C., The offence of rape – Vade mecum in the new Greek Penal Code, Nomiki Bibliothiki 2024.
• Esser R., Europäisches und Internationales Strafrecht, C.H.Beck 2023.
• Hörnle T. (ed), Sexual Assault: Law Reform in a Comparative Perspective, OUP 2023.
• Hoven E., Weigend T. (eds), Consent and Sexual Offenses, Nomos 2022.
• Kaiafa-Gbandi M., Papakyriakou T., Elements of European Union Criminal Law, Sakkoulas Pub. 2019.
• Mitsilegas V., EU Criminal Law, Hart Publishing 2022.
• Paraskevopoulos N., Fytrakis E., Punishable Sexual Acts, Sakkoulas Pub. 2025.
• Symeonidou-Kastanidou E., Offences against Personal Legal Interests, Nomiki Bibliothiki 2025.
• Vermeulen/Persak/De Coensel (eds), Researching the boundaries of sexual integrity, gender violence and image-based abuse, 2024/95Revue Internationale de Droit Pénal (RIDP).
• Vigarello G., “A propos des violences sexuelles à enfants” 1999/2 Revue d’histoire de l’enfance “irrégulière” 161.
• Vogel/Eisele, “AEUV Art. 83“ in Grabitz/Hilf/Nettesheim, Das Recht der Europäischen Union, C.H.BECK 2024.
• Wieczorek I., “The emerging role of the EU as a primary normative actor in the EU Area of Criminal Justice” 2021/27 European Law Journal 378.