Κείμενο
1. Ο θεσμός της κατά στάδια προσβολής των πράξεων εκτελέσεως κατά την παρ. 3 του άρθρου 224 Κ.Δ.Δ.
Ι. Ως γνωστόν, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) υιοθέτησε εξ αρχής τον θεσμό της κατά στάδια προσβολής, με ανακοπή, των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, με την οποία επιδιώκεται η είσπραξη των, δημοσίου δικαίου, απαιτήσεων του Δημοσίου, ως και ομοίου χαρακτήρα απαιτήσεων άλλων νομικών προσώπων (Ε.Φ.Κ.Α., Ο.Τ.Α., Ε.Ο.Φ. κλπ.). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 224 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα ορίζεται ρητά ότι απαγορεύεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενης πράξης της διοικητικής εκτέλεσης, κατά τον έλεγχο που διενεργείται εξ αφορμής της προσβολής επόμενης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης.
Συνεπώς, κατά το άρθρο 224 παρ. 3 Κ.Δ.Δ., επιτρέπεται μόνον ο δικανικός έλεγχος της συγκεκριμένης πράξης της εκτέλεσης, που προσβάλλεται με ανακοπή του άρθρου 217 Κ.Δ.Δ., χωρίς ο έλεγχος αυτός να μπορεί να επεκταθεί και στις προηγούμενες εκτελεστήριες πράξεις, ακόμη και αν αυτές αποτελούν προϋπόθεση για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (ΣτΕ 567/2024, 2478, 2196-7/2023, 392/2017 κ.ά.).
2. Τα ρήγματα στον θεσμό της παρ. 3 από τις ειδικές διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 224 Κ.Δ.Δ.
ΙΙ. Κατ’ εξαίρεση, όμως, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 224 του Κ.Δ.Δ., εξετάζεται, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν προβληθεί, ισχυρισμός που αφορά σε κάθε μορφής απόσβεση της οφειλής, στην οποία περιλαμβάνεται και η παραγραφή, εφόσον προβάλλεται με ανακοπή κατά της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης εκτελέσεως, πρέπει δε να αποδεικνύεται αμέσως (βλ. πιο πάνω νομολογία, καθώς και την αιτιολογ. έκθεση επί της συγκεκριμένης διάταξης).
Είναι προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 224 παρ. 5 Κ.Δ.Δ., ως είχε πριν από την προσθήκη σε αυτήν δεύτερου εδαφίου με το άρθρο 15 του Ν 4816/2021, αναφέρεται στην απόσβεση αποκλειστικά και μόνον όσων αξιώσεων δημοσίου δικαίου είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες, μετά την οριστικοποίηση του εν ευρεία εννοία νομίμου τίτλου, καθόσον η διάταξη κάνει σαφή αναφορά σε προσβολή των πράξεων της ταμειακής βεβαίωσης και της διοικητικής εκτέλεσης, οι οποίες, ως γνωστόν, έπονται της ως άνω οριστικοποίησης. Πριν από το στάδιο αυτό,
Σελ. 1199 το Δημόσιο δεν διαθέτει εισπράξιμη απαίτηση, αλλά μόνο το δικαίωμα προς έκδοση και κοινοποίηση στον καθού καταλογιστικής πράξης, μετά από τη γέννηση της σχετικής φορολογικής ενοχής (ΣτΕ 132/2024). Μόνο κατόπιν της έκδοσης, κοινοποίησης και οριστικοποίησης της ως άνω πράξης το Δημόσιο αποκτά εκτελεστό (νόμιμο) τίτλο, που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την διενέργεια της εισπρακτικής και εκτελεστικής διαδικασίας (βλ. άρθρα 41 και 44 Ν 5104/2024).
Άρα, είναι προφανές ότι, πριν από το Ν 4816/2021, η ως άνω εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 224 παρ. 5 δεν καταλάμβανε επουδενί και την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εκδώσει καταλογιστική πράξη για την επιβολή φορολογικών ή άλλων χρηματικών επιβαρύνσεων, ιδίως όταν η πράξη αυτή είχε κοινοποιηθεί νομίμως στον οφειλέτη.
Παρά ταύτα, για το προ του Ν 4816/2021 νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 224 παρ. 5, κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. απόφ. 567/2024) ότι, στις περιπτώσεις που δεν ασκήθηκε προσφυγή κατά πράξης καταλογισμού, η οποία είχε κοινοποιηθεί στον καθού μετά την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φορολογικές επιβαρύνσεις, ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει παραδεκτά την εν λόγω παραγραφή δι’ ασκήσεως ανακοπής σε κάποιο από τα στάδια της εισπρακτικής ή εκτελεστικής διαδικασίας.
Ωστόσο, είναι πρόδηλο ότι η πιο πάνω ερμηνευτική θέση δεν είχε κανένα έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 224 παρ. 5, ως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν από την ισχύ του Ν 4816/2021. Πλήρη επιβεβαίωση τούτου αποτελεί και το γεγονός ότι ο νομοθέτης θέσπισε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 224, με το οποίο προέβλεψε ρητά τη δυνατότητα προβολής, με ανακοπή, της παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου να επιβάλει φόρους και τέλη, αποδεχόμενος, ευλόγως, ότι η παράγραφος 5, ως είχε μέχρι τότε, δεν υποστήριζε την (μετέπειτα) υιοθετηθείσα νομολογιακή θέση του ΣτΕ.
3. Προβλήματα από την απεριόριστη προβολή των λόγων ανακοπής και προτεινόμενες διορθωτικές νομοθετικές παρεμβάσεις
ΙΙΙ. Πάντως, μετά από τη ρητή αυτή νομοθετική ρύθμιση του δευτέρου εδαφίου, δεν υπάρχει αντίρρηση ότι ανοίγει, πράγματι, ο δρόμος για την παραδεκτή προβολή λόγου ανακοπής περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή επιβαρύνσεων εκ φόρων και τελών. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το νέο εδάφιο της παραγρ. 5 δεν έχει την απαιτούμενη ρυθμιστική πληρότητα, γεγονός που επιβάλλει την ανάγκη συμπληρωματικής αλλά και διορθωτικής νομοθετικής παρέμβασης.
Συγκεκριμένα: (α) ο νομοθέτης οφείλει να οριοθετήσει ρητά το διαδικαστικό στάδιο της επιτρεπτής προβολής του λόγου παραγραφής, διαλαμβάνοντας πρόβλεψη ότι η προβολή αυτή μπορεί να λάβει χώρα μόνο με την ανακοπή που ασκείται κατά της πρώτης προσβλητής πράξης (ατομικής ειδοποίησης υπερημερίας, κατάσχεσης, προγράμματος πλειστηριασμού κλπ.), που εξέδωσε η επισπεύδουσα την είσπραξη φορολογική Αρχή μετά την επέλευση της παραγραφής, οπότε, ευλόγως, ο σχετικός λόγος ανακοπής ήταν ήδη γεγεννημένος και γνωστός στον οφειλέτη κατά την έκδοση της πράξης. Η, χωρίς τον ως άνω περιορισμό, ανεξέλεγκτη προβολή της παραγραφής σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας, από αυτό στο οποίο επήλθε η παραγραφή, παραβλέπει εντελώς και υποβαθμίζει ανεπίτρεπτα τις σημαντικές στοχεύσεις της αρχής που υπηρετεί η διάταξη του άρθρου 224 παρ. 3 Κ.Δ.Δ., αξιώνοντας την κατά στάδια προβολή των λόγων της ανακοπής.
Συγκεκριμένα, η ως άνω αρχή, η οποία απαντάται ανέκαθεν και στην κοινή αναγκαστική εκτέλεση (βλ. άρθρο 934 ΚΠολΔ) αποβλέπει στην ασφάλεια των συναλλαγών δια της αποφυγής της αβεβαιότητας ως προς το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας και στην ταχεία περαίωση αυτής, δηλαδή υπηρετεί σοβαρές στοχεύσεις της έννομης τάξης, οι οποίες δεν πρέπει επουδενί να παραβλέπονται ελαφρά τη καρδία από τον νομοθέτη (βλ. Ι. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτέλεση, β’ έκδ., σελ. 452).
Επί πλέον, η σχολιαζόμενη διάταξη του δευτέρου εδαφίου προνοεί για το απαράδεκτο της προβολής λόγων παραγραφής, εφόσον αυτοί δεν έχουν προταθεί και κριθεί από άλλο δικαστήριο με ισχύ δεδικασμένου. Έχω την άποψη ότι το απαράδεκτο του περί παραγραφής λόγου ανακοπής του ΚΔΔ πρέπει να συνάδει προς τα ισχύοντα στον ΚΠολΔ, δηλαδή, να προκαλείται έστω και αν ο σχετικός λόγος έχει απλώς προταθεί ή θα μπορούσε να έχει προταθεί σε δίκη ενώπιον Δικαστηρίου που κρίνει με δύναμη δεδικασμένου, χωρίς να απαιτείται, επί πλέον, να έχει προηγηθεί και η τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου). Έτσι, αν ο λόγος αυτός έχει προβληθεί ήδη με προσφυγή ή με προηγούμενη ανακοπή, τότε συντρέχει απαράδεκτο της εκ νέου προβολής του, χωρίς να έχει καμία σημασία αν, μέχρι τότε, δεν έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου.
Σελ. 1200(β) Επίσης, επιβάλλεται να προβλεφθεί ρητά ότι η, δια της ανακοπής, προβολή της παραγραφής του δικαιώματος προς επιβολή δημοσίου δικαίου επιβαρύνσεων είναι επιτρεπτή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η μη προβολή της παραγραφής, με την προσφυγή, οφείλετο στο γεγονός ότι ο ανακόπτων δεν είχε λάβει αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της σχετικής πράξης καταλογισμού (π.χ. λόγω μη κοινοποίησης αυτής ή πλημμελούς τοιαύτης, η οποία ισοδυναμεί με μη κοινοποίηση). Συνεπώς, στην περίπτωση που ο καθού η καταλογιστική πράξη φόρου ή τέλους είχε λάβει πλήρη γνώση της πράξης αυτής και είχε τη δυνατότητα να την αμφισβητήσει με ενδικοφανή και δικαστική προσφυγή, προβάλλοντας εγκαίρως τον ως άνω λόγο παραγραφής, είναι αυτονόητο ότι η παράλειψη της προβολής του άγει ανεπιστρεπτί στην οριστικοποίηση του νομίμου τίτλου, που καθίσταται, πλέον, απρόσβλητος και εκτελεστός, ανοίγοντας εγκύρως την οδό για την ακώλυτη είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων. Άρα, δεν πρέπει, πλέον, να συγχωρείται, επουδενί η όψιμη προβολή της παραγραφής αυτής σε κανένα από τα στάδια της επακολουθούσης εισπρακτικής και εκτελεστικής διαδικασίας.
Και τούτο, διότι θα έθετε την οριστικοποίηση της νομιμότητας του καταλογισμού σε αέναη αμφισβήτηση, με εντεύθεν πρόκληση της ήδη αναφερθείσης ανασφάλειας των συναλλαγών, ως και σοβαρών προβλημάτων στην ακώλυτη και έγκαιρη ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων του Δημοσίου. Επί πλέον, θα προκαλούσε πλήρη αντίφαση με την πάγια ερμηνευτική θέση της νομολογίας ότι ο λόγος, περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον φόρο, προβάλλεται παραδεκτά μόνο με την προσφυγή και τους προσθέτους λόγους και δη κατά την πρώτη συζήτηση, μη επιτρεπόμενης της προβολής του λόγου αυτού ούτε καν με το υπόμνημα στην επί της προσφυγής δίκη (ΣτΕ 441/2020, 1588-90/2019, 1770/2018 κ.ά.).
4. Επίμετρο
IV. Επομένως, ενόψει των αναπτυχθέντων, είναι προφανές ότι τίθεται καίριο ζήτημα, de lege ferendα, λελογισμένης συμπλήρωσης και διόρθωσης των ρυθμίσεων της παραγράφου 5 του άρθρου 224 Κ.Δ.Δ. και ιδίως του δεύτερου εδαφίου αυτής, προς ορθότερη και πληρέστερη αποτύπωση της νομοθετικής βούλησης, έτσι ώστε να αποφευχθούν τα διόλου αμελητέα προβλήματα που μόλις προεκτέθηκαν. Συνεπώς, βάσει των ως άνω σταθμίσεων, οι διατάξεις της παραγρ. 5 του άρθρου 224 ΚΔΔ, θα μπορούσαν να διατυπωθούν ως ακολούθως:
«Ισχυρισμοί για απόσβεση απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, προβάλλονται παραδεκτά με την ανακοπή, η οποία ασκείται κατά της πρώτης εκτελεστής πράξης που εκδίδεται μετά την απόσβεση, εφόσον δεν έχουν προηγουμένως προταθεί σε άλλη δίκη ενώπιον δικαστηρίου που κρίνει με δύναμη δεδικασμένου και πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως. Ισχυρισμοί για παραγραφή του δικαιώματος προς επιβολή οιωνδήποτε επιβαρύνσεων προβάλλονται παραδεκτά με ανακοπή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον ο ανακόπτων δεν είχε λάβει, αποδεδειγμένα, πλήρη γνώση της πράξης καταλογισμού».-