Κείμενο
Α. Εισαγωγή
Από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, το έγκλημα και η αντεγκληματική πολιτική έχουν καταστεί, σε διεθνές επίπεδο, κεντρικά στοιχεία της πολιτικής ρητορικής. Η έντονη νομοθετική δραστηριότητα, οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών ελέγχου του εγκλήματος συνιστούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύγχρονης περιόδου. Το έγκλημα καταλαμβάνει πλέον εξέχουσα θέση στη δημόσια σφαίρα, με τη δημοσιογραφική κάλυψη να συμβάλλει στη διαρκή ανάδειξη και φετιχοποίησή του. Στο πλαίσιο αυτό, οι έννοιες της αναμόρφωσης, της αποκατάστασης και της κοινωνικής επανένταξης φαίνεται να υποχωρούν, δίνοντας έδαφος σε ένα αυστηρότερο ποινικό δόγμα, το οποίο δίνει έμφαση στην τιμωρία των δραστών, αντανακλώντας τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Τη δεκαετία του 1970, η αντεγκληματική πολιτική, τουλάχιστον στον αγγλοσαξονικό κόσμο, επικεντρωνόταν στην αναμόρφωση των παραβατών και όχι στη σκληρή τιμωρία τους. Η αλλαγή αυτή εγείρει το ερώτημα: τι προκάλεσε μια τόσο δραματική στροφή στον έλεγχο της εγκληματικότητας; Αυτό το ερώτημα πραγματεύεται ο David Garland στο βιβλίο του The Culture of Control: Crime and Social Order in Contemporary Society, που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2001. Το έργο του αποτελεί μια εις βάθος ανάλυση της μεταστροφής της αντεγκληματικής πολιτικής και των μετασχηματισμών του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και ελέγχου του εγκλήματος στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά την τριακονταετία 1970-2000. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί μια επισκόπηση των βασικών επιχειρημάτων του βιβλίου, αναλύοντας τις θεμελιώδεις προκείμενές τους και επισημαίνοντας τη διαχρονικότητά τους στη σύγχρονη εποχή, εξετάζοντας συνοπτικά το παράδειγμα της Ελλάδας και του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 5090/2024).
Β. Το επιχείρημα του βιβλίου
Ενώ το βιβλίο έχει στοιχεία ιστορικής ανάλυσης, χαρτογραφώντας τις μεταβολές σε επίπεδο αντεγκληματικής πολιτικής σε διάστημα 40 ετών, το πρωταρχικό ενδιαφέρον του Garland είναι να αποκαλύψει τα θεμέλια της σημερινής ποινικής τάξης. Αν και η πολυπλοκότητα του επιχειρήματός του δεν μπορεί εύκολα να αναχθεί σε μία μόνο πρόταση, μία από τις βασικές θέσεις του βιβλίου είναι ότι οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δυναμικές της ύστερης νεωτερικότητας δημιούργησαν μια κοινωνική τάξη που κυριαρχείται από έναν νέο πολιτισμικό σχηματισμό - «το σύμπλεγμα του εγκλήματος» (‘the crime complex’). Ο Garland παρουσιάζει το επιχείρημα με ένα «πνεύμα πρόκλησης και παραγωγικότητας» που αναμένει τη βάσανο της εμπειρικής δοκιμής των θέσεών του. Αντλώντας επιρροή από το «Επιτήρηση και Τιμωρία» του Foucault, ο Garland υποστηρίζει ότι οι «προσπάθειες να εντοπίσει κανείς τα μοτίβα δομικών [κοινωνικών] μεταβολών συνήθως έχουν παραγωγικό αποτέλεσμα, είτε οι ισχυρισμοί τους μπορούν να υποστηριχθούν είτε όχι». Στόχος του Garland είναι να εξηγήσει τη μεταστροφή από την ποινική πρόνοια (‘penal welfarism’) που χαρακτήριζε το μεγα
λύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, με την έμφαση στην αποκατάσταση, τον σωφρονισμό και τη μεταρρύθμιση, στο «σύμπλεγμα ελέγχου του εγκλήματος», την κουλτούρα του ελέγχου δηλαδή, που προέκυψε από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα. Θεωρεί ότι ο έλεγχος του εγκλήματος και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν ένα αμάλγαμα θεσμών και πρακτικών, που λαμβάνουν ποικίλες μορφές, «από την θεσμοθέτηση και εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας, μέχρι τη μέριμνα των πολιτών να κλειδώνουν τις πόρτες των σπιτιών τους». Για να το κάνει αυτό, αρχικά εντοπίζει και παραπέμπει σε δύο μεγάλες μετασχηματιστικές δυνάμεις: τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές που συνδέονται με την ύστερη νεωτερικότητα, καθώς και τις ευρύτερες πολιτικές αλλαγές που συνδέονται με την άνοδο του «νεοφιλελευθερισμού» ήδη από τη δεκαετία του 1970. Ο Garland ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις αυτών των μεταβολών στους θεσμούς του κράτους πρόνοιας, ερευνώντας τα στοιχεία που οδήγησαν στην παρακμή του τελευταίου.
O Garland υποστηρίζει ότι το κράτος πρόνοιας, παρότι υπήρξε κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη και την εξάπλωση του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, σταδιακά άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα που προέκυψαν από την ίδια του την επιτυχία. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, παράλληλα με την άνοδό του, αναδεικνύονταν όλο και περισσότερες παθογένειές του, ενώ παράλληλα καθίστατο όλο και πιο γραφειοκρατικό και αδρανές, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών: «Καθώς οι συλλογικές αναμνήσεις από την ύφεση, τη μαζική ανεργία και την εξαθλίωση άρχισαν να απαλείφονται, το κράτος κατέληξε να είναι μάλλον το πρόβλημα παρά η λύση». Σύμφωνα με τον Garland, η πολιτική του «Νόμου και της Τάξης», που σήμερα θεωρείται εν πολλοίς δεδομένη, αποτέλεσε την πιο απρόβλεπτη εξέλιξη στο πεδίο της αντεγκληματικής πολιτικής στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε και η ποινική πρόνοια είχε αρχίσει να βρίσκεται ήδη σε βαθιά ύφεση. Στα ερωτήματα του εντοπισμού των συγκυριών εκείνων που οδήγησαν αιτιωδώς στη διάρρηξη του εννοιολογικού και σημασιολογικού ιστού του ελέγχου του εγκλήματος ο Garland αναζητά τις απαντήσεις «σε έναν γενεαλογικό απολογισμό ενός κοινωνικού πεδίου ως διακριτού μικρόκοσμου με το δικό του επιστημολογικό κεφάλαιο». Ο Garland προσπαθεί να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο «[με τον καιρό], το φιλελεύθερο ενδιαφέρον για τη δίκαιη ανταπόδοση, την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και την ελαχιστοποίηση των μέτρων ποινικού καταναγκασμού, έδωσε τη θέση του» σε ένα σκληρό πρότυπο αντεγκληματικής πολιτικής, χαρακτηριζόμενο από «εκφραστικές, παραδειγματικές ποινές και μαζικές φυλακίσεις - πολιτικές που βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές και τις προθέσεις των αρχικών φιλελεύθερων μεταρρυθμιστών». Ο Garland υποστηρίζει ότι αυτή η γενικότερη μεταστροφή στο πνεύμα της αντεγκληματικής πολιτικής έλαβε χώρα στο μεταίχμιο μιας κοινωνικής-πολιτικής μετάβασης, όπου το πλέον παρηκμασμένο κράτος πρόνοιας και οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές έδωσαν τη θέση τους σε ένα διαφορετικό πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο και οδήγησε στην εκλογή του Ronald Reagan και της Margaret Thatcher στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία αντίστοιχα.
Ο συγγραφέας περιγράφει τις μεταβολές αυτές υπό το πρίσμα μιας «ιστορίας του παρόντος», ενδιαφέρεται δηλαδή να αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε το κλίμα του «συμπλέγματος του εγκλήματος» σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία στις αρχές του 21ου αιώνα, και όχι να προβεί σε μια γραμμική ιστορική αφήγηση. Μετά από «αρκετές δεκαετίες ρευστότητας και αβεβαιότητας», ο Garland υποστηρίζει ότι, στις αρχές του 21ου αιώνα, αρχίζει να διαμορφώνεται σαφέστερα ένα πεδίο αντεγκληματικής πολιτικής. Επισημαίνει ότι οι σύγχρονοι μετασχηματισμοί στην ποινική δικαιοσύνη συναρτώνται με τη δυναμική εξέλιξη και τις δομικές συνιστώσες των οικονομικών σχέσεων.
Ο απολογισμός του για τις αλλαγές που συνδέονται με την ύστερη νεωτερικότητα είναι εκτενής. Ειδικότερα, εντοπίζει πέντε αλληλένδετους παράγοντες που κατά τη γνώμη του συντέλεσαν αιτιωδώς στην ανάδειξη της πολιτισμικής εμμονής με το έγκλημα και την αντιμετώπισή του: την εκσυγχρονιστική δυναμική της καπιταλιστικής παραγωγής και της ελεύθερης αγοράς, τις αλλαγές στη δομή της οικογένειας και του νοικοκυριού, τις δημογραφικές αλλαγές και τη μεταβολή της κοινωνικής οικολογίας, τον κοινωνικό αντίκτυπο των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και τον εκδημοκρατισμό της κοινωνικής ζωής και του πολιτισμού. Εκτός από την αύξηση των ευκαιριών διάπραξης εγκλημάτων, οι αλλαγές αυτές αποδυνάμωσαν επίσης τους άτυπους μηχανισμούς πρόληψης του εγκλήματος. Ο Garland εξηγεί πώς οι περιοχές κατέστησαν πιο αραιοκατοικημένες και, επομένως, λιγότερο εποπτευόμενες: «τα καταστήματα έγιναν όλο και περισσότερο ‘self-service’, οι πυκνοκατοικημέ
νες γειτονιές αντικαταστάθηκαν από εκτεταμένες προαστιακές εκτάσεις ή ανώνυμες πολυκατοικίες, οι περιοχές στο κέντρο της πόλης έγιναν κέντρα διασκέδασης χωρίς κατοίκους, και όλο και περισσότερα […] σπίτια έμεναν άδεια κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ αμφότεροι οι σύζυγοι έλειπαν, στην εργασία τους». Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις, υπήρξε μια αμφισβήτηση των παραδοσιακών μορφών εξουσίας (γονέων, δασκάλων, αστυνομίας κ.λπ.), μια χαλάρωση των κανόνων που διέπουν τη συμπεριφορά στον τομέα της σεξουαλικότητας και της χρήσης ναρκωτικών, καθώς και η εξάπλωση ενός πιο «επιτρεπτικού», «εκφραστικού» τρόπου ανατροφής των παιδιών. «Για ορισμένα τμήματα του πληθυσμού, ιδίως για τη νεανική κουλτούρα, η ‘απόκλιση’ έγινε σύμβολο ελευθερίας και η ‘συμμόρφωση’ σημάδι ανιαρής, κανονικοποιημένης καταστολής». Συνδυαστικά, όλες αυτές οι διαδικασίες κοινωνικού, οικονομικού, και πολιτιστικού μετασχηματισμού είχαν σημαντική επίδραση στα ποσοστά εγκληματικότητας.
Ήδη, στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο Garland ξεκινά, παραθέτοντας δώδεκα βασικά χαρακτηριστικά της αντεγκληματικής πολιτικής των αρχών του 21ου αιώνα. Αυτά είναι τα εξής:
α) Η παρακμή του αναμορφωτικού ιδεώδους, τόσο σε επίπεδο ακαδημαϊκής ενασχόλησης, όσο και σε πρακτικό επίπεδο χάραξης αντεγκληματικής πολιτικής.
β) Η επανεμφάνιση των τιμωρητικών κυρώσεων και της εκφραστικής δικαιοσύνης. Η «ανταποδοτική δικαιοσύνη» που επανεμφανίστηκε από τη δεκαετία του 1980 και μετά σε Μ. Βρετανία και ΗΠΑ, αποκατέστησε τη νομιμότητα ενός ρητά τιμωρητικού λόγου, η οποία, με τη σειρά της, διευκόλυνε τους πολιτικούς να θεσπίσουν δρακόντεια μέτρα αντεγκληματικής πολιτικής.
γ) Οι αλλαγές στον συναισθηματικό τόνο της αντεγκληματικής πολιτικής («από την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά» στην κυριαρχία της «ανασφάλειας», του «θυμού», και της «αγανάκτησης»). Κατά την περίοδο της ποινικής πρόνοιας, η αντεγκληματική πολιτική χαρακτηριζόταν από μια αίσθηση αυτοπεποίθησης και ορθολογισμού. Οι ιθύνοντες πίστευαν στην αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονταν για την καταπολέμηση του εγκλήματος και την εξορθολογισμό του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η κατάσταση άλλαξε δραματικά. Ο φόβος της εγκληματικότητας άρχισε να κυριαρχεί, μεταμορφώνοντας την κοινωνική αντίληψη για το έγκλημα. Ενώ μέχρι τότε το έγκλημα θεωρούνταν κυρίως πρόβλημα των περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων, πλέον αναγνωριζόταν ως ένα ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ζωής. Ο φόβος του εγκλήματος, μάλιστα, απέκτησε αυτοτελή υπόσταση, διαχωριζόμενος από την ίδια την εγκληματική δραστηριότητα.
Η αίσθηση ανασφάλειας και οργής που διακατείχε τα λαϊκά στρώματα επηρέασε βαθιά την αντεγκληματική πολιτική. Το αφήγημα του εγκλήματος «δραματοποιήθηκε» εκ νέου, με την εικόνα του εγκληματία να μεταβάλλεται από ένα άτομο που χρήζει βοήθειας σε έναν επικίνδυνο εχθρό της κοινωνίας. Η ιδέα της αποκατάστασης και της πρόνοιας για τους εγκληματίες εξαφανίστηκε από τον δημόσιο διάλογο, αντικαθιστάμενη από την επιθυμία για αυστηρή τιμωρία και καταστολή. Οι εικόνες που συνοδεύουν τη νέα νομοθεσία, σημειώνει ο Garland, τείνουν να είναι «στερεοτυπικές απεικονίσεις ατίθασων νέων, επικίνδυνων κακοποιών και αδιόρθωτων κατ’ επάγγελμα εγκληματιών». Ο νέος λόγος της αντεγκληματικής πολιτικής επικαλείται λοιπόν ένα «θυμωμένο πλήθος, κουρασμένο να ζει μέσα στον φόβο, που απαιτεί αυστηρά μέτρα τιμωρίας και προστασίας». δ) H επιστροφή του θύματος. Στο πλαίσιο της ποινικής πρόνοιας, η εικόνα του θύματος εμφανίζονταν σπάνια. Τα συμφέροντά του εντάσσονταν στο γενικό δημόσιο συμφέρον και σίγουρα δεν αντιτάσσονταν στα συμφέροντα του εγκληματία. Η νέα πολιτική επιταγή είναι ότι τα θύματα πρέπει να συμπεριληφθούν με αξιώσεις στη συζήτηση της αντεγκληματικής πολιτικής. Η ρητορική της αντεγκληματικής πολιτικής επικαλείται πλέον τη µορφή του θύµατος ως µια «δίκαιη φιγούρα της οποίας ο πόνος πρέπει να εκφραστεί και της οποίας η ασφάλεια πρέπει στο εξής να εξασφαλιστεί». ε) Η προτεραιοποίηση της δημόσιας ασφάλειας. Ο Garland αναφέρει ότι, την περίοδο της ποινικής πρόνοιας, όπου τα ποσοστά εγκληματικότητας ήταν χαμηλά και ο φόβος του εγκλήματος δεν αποτελούσε ακόμη πολιτικό κίνητρο, η δημόσια ασφάλεια δεν είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Αντίθετα, με τη μετάβαση στην «κουλτούρα του ελέγχου», το πρόταγμα για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης κατέστη θεμελιώδους σημασίας, με παράλληλη εξασθένιση του ενδιαφέροντος για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των υπόπτων. στ) Η πολιτικοποίηση του εγκλήματος και ένας νέος λαϊκισμός. Τα ζητήματα του εγκλήματος και της αντεγκληματικής πολιτικής πλέον είναι έντονα φορτισμένα στον πολιτικό λόγο, λαμβάνοντας πολλές φορές μεγάλες διαστάσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η κοινή γνώμη έχει υπερακοντίσει τις απόψεις των ειδικών και τα πορίσματα των σχετικών ερευνών, καθώς η αντεγκληματική πολιτική διαμορφώνεται πλέον πρωτίστως από συναισθηματικά μοτίβα («καμία ανοχή στο έγκλημα» κ.λπ.). ζ) H επανεφεύρεση της φυλακής. O Garland αναφέρει πως, σε αντίθεση με τη μεταπολεμική περίοδο της ποινικής πρόνοιας, όπου η φυλακή θεωρούνταν ένας προβληματικός θεσμός, προορισμένος αποκλειστικά ως ultimum refugium, από το 1970 και μετά υφίσταται μια αναζωπύρωσή της ως μέτρου ποινικής καταστολής. Ο συγγραφέας παραπέμπει στην άκρως ραγδαία αύξηση του αριθμού των κρατουμένων στις φυλακές των ΗΠΑ τα έτη 1973-1997 (αύξηση περίπου 500%), καθώς και στη μεταγενέστερη αύξηση που σημειώθηκε στις φυλακές της Μ. Βρετανίας. Το νέο αφήγημα που επικρατεί κυριαρχικά σαν απάντηση στο έγκλημα και την εγκληματικότητα είναι ότι «η φυλακή λειτουργεί».
η) O μετασχηματισμός της εγκληματολογικής σκέψης. Στη μεταπολεμική περίοδο, η εγκληματικότητα θεωρούνταν ελαττωματική ατομική συνθήκη, η οποία όφειλε τη γέννησή της σε
έναν συνδυασμό κοινωνικών (π.χ. απουσία κατάλληλης εκπαίδευσης ή/και κοινωνικοποίησης) και ψυχολογικών (π.χ. απουσία ψυχικής θεραπείας) παραγόντων. Αντίθετα, στη σύγχρονη εποχή, το έγκλημα δεν θεωρείται πλέον ως παρέκκλιση αλλά ως «μια φυσιολογική, συνηθισμένη πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας». θ και ι) Η επέκταση της πρόληψης του εγκλήματος και της δημόσιας ασφάλειας. O Garland υποστηρίζει ότι υπάρχει μια νέα (ιδιωτική) υποδομή πρόληψης του εγκλήματος και διατήρησης της δημόσιας ασφάλειας, οι στόχοι της οποίας διαφέρουν αρκετά από τους παραδοσιακούς στόχους της «ποινικής δικαιοσύνης». Πλέον η διαχωριστική γραμμή μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας πρόληψης του εγκλήματος δεν είναι τόσο ευδιάκριτη. Οι θεσμοί ποινικής δικαιοσύνης του δημόσιου τομέα (φυλακές, επιτήρηση, αναστολή, δικαστικό σύστημα, κ.λπ.) αναδιαμορφώνονται πλέον με τρόπο που προσομοιάζει στις αξίες και τις εργασιακές πρακτικές της ιδιωτικής βιομηχανίας. Κανείς δεν θα φανταζόταν, τη δεκαετία του 1980, συνεχίζει ο Garland, ότι τα οικονομικά συμφέροντα θα διαδραμάτιζαν ρόλο στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της σωφρονιστικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, η αναδιαμόρφωση του «σύγχρονου» πεδίου της αντεγκληματικής πολιτικής παραλληλίζεται με τις αντίστοιχες μεταβολές στις πολιτικές και εγκληματολογικές ορθολογικότητες που τη στήριξαν.
ια) Nέα διοικητικά και διαχειριστικά πρότυπα. Τα θεσμικά όργανα της ποινικής δικαιοσύνης έχουν μετατοπίσει το επίκεντρο της στοχοθεσίας τους από την επανένταξη στην οικονομικά αποδοτική διαχείριση του κινδύνου. Η προσπάθεια μείωσης των συναισθημάτων φόβου των πολιτών αποτελεί πλέον σοβαρό μέλημα της αστυνομίας, ενώ οι φυλακές αποτελούν πρωτίστως μέσα προάσπισης της δημόσιας ασφάλειας, με την επανένταξη των κρατουμένων να έχει τεθεί στο προσκήνιο. Οι μηχανισμοί αναστολής της ποινής και της υφ’ όρον απόλυσης επικεντρώνονται στην παρακολούθηση των παραβατών, ενώ συνολικά το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης εξοικονομεί επιλεκτικά πόρους για σοβαρά αδικήματα, χρησιμοποιώντας άλλα μέτρα, όπως την (de facto) αποποινικοποίηση ήσσονος σημασίας εγκλημάτων.
ιβ) Mια «αέναη» αίσθηση κρίσης. Τα ελαττώματα και οι αστοχίες του συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης δεν είναι πλέον τόσο εύκολο να θεωρηθούν ως προσωρινό ζήτημα. Αντίθετα, η άποψη ότι οι σύγχρονες στρατηγικές αντεγκληματικής πολιτικής είναι δομικά ανεπαρκείς, έχει καταστεί σχεδόν κοινός τόπος. Θέματα όπως η διάπραξη σοβαρών ή/και βίαιων εγκλημάτων και η υποτροπή των παραβατών θεωρούνται αποδείξεις ότι «ο έλεγχος του εγκλήματος βασίζεται σε ένα θεσμικό μοντέλο που είναι ακατάλληλο για το έργο του». Ένα ακόμη κεντρικό ζήτημα ανάλυσης του έργου είναι η ζοφερή πορεία της αντεγκληματικής πολιτικής προς τον «λαϊκίστικο τιμωρητισμό» (“populist punitivism”) που αναδείχθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και πρωτοστάτησε μέχρι τον χρόνο της έκδοσης του βιβλίου, το 2001. Αφετηρία της «κουλτούρας του ελέγχου» είναι η σταθερότητα του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Με «την αδιαμφισβήτητη προσήλωσή του στην κοινωνική μηχανική, την εμπιστοσύνη του στις δυνατότητες του κράτους και στις δυνατότητες της επιστήμης» και την ακλόνητη πίστη του στην αναμόρφωση των εγκληματιών μέσω των κρατικών μηχανισμών, το κράτος πρόνοιας αποτέλεσε, κατά τον Garland, το αποκορύφωμα του μοντερνισμού. Η λογική της ποινικής πρόνοιας διαχώριζε το «φυσιολογικό» από το «παθολογικό», και αυτή τη λογική ακολούθησε η εγκληματολογία, που εν πολλοίς ασχολήθηκε με την ανεύρεση του «τι λειτουργεί» και γιατί. Η τόσο έντονη πολιτικοποίηση του ελέγχου της εγκληματικότητας, υποστηρίζει ο Garland, δημιούργησε σοβαρά πολιτικά διλήμματα για την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, που ήρθε αντιμέτωπη με το δύσκολο έργο της υλοποίησης των υποσχέσεών της περί πρόληψης του εγκλήματος. Το αδιέξοδο στο οποίο αναπόφευκτα βρίσκονται οι κυβερνώντες «έχει τις ρίζες του σε δύο σημαντικά κοινωνικά γεγονότα του τελευταίου τρίτου του 20ου αιώνα: την κανονικότητα των υψηλών ποσοστών εγκληματικότητας και τους αναμφισβήτητους περιορισμούς του [συστήματος] ποινικής δικαιοσύνης». Κατά τον Garland, διάφοροι παράγοντες υπήρξαν καθοριστικοί στην αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας. Όπως προαναφέρθηκε, η καπιταλιστική ανάπτυξη αύξησε κατακόρυφα την παραγωγή εμπορευμάτων και αγαθών, οδηγώντας αναπόφευκτα σε αύξηση των εγκληματικών ευκαιριών, ενώ οι κοινότητες έγιναν πιο απρόσωπες, γεγονός που οδήγησε στην εξασθένιση του άτυπου κοινωνικού ελέγχου. Με άλλα λόγια, η μεταβολή της κοινωνικής οικολογίας, προς μία πιο ανώνυμη και λιγότερο «επιτηρούμενη» μορφή, δημιούργησε, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «εγκληματικούς πειρασμούς και ευκαιρίες». Αυτές οι δομικές αλλαγές συνοδεύτηκαν από αυξημένα επίπεδα συλλογικού άγχους, λαϊκές απαιτήσεις τιμωρίας του εγκλήματος, και μια τάση αύξησης της ιδιωτικής ασφάλειας. Παράλληλα η μεσαία τάξη σταμάτησε να υποστηρίζει το κράτος πρόνοιας, γεγονός το οποίο συνέπεσε με τη μείωση του κύρους και της πολιτικής του επιρροής.
Ο Garland θεωρεί ότι, έχοντας επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας, οι κυβερνήσεις είναι πλέον υποχρεωμένες να αποδεχθούν την ανικανότητά τους στην πρόληψη του εγκλήματος. Για αυτόν τον λόγο οι φορείς διαχείρισης του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης έχουν αναλάβει μια σειρά «προσαρμοστικών» μέτρων. Αυτά εστιάζουν κυρίως στις συνέπειες του εγκλήματος (θυματοποίηση, φόβος του εγκλήματος κ.λπ.) και όχι στις αιτίες του, ενώ παράλληλα μετατοπίζουν την ευθύνη για τον έλεγχο του εγκλήματος σε άλλους φορείς (τον ιδιωτικό τομέα, την κοινότητα, ακόμη και στους ίδιους τους πολίτες).
Τα «μη προσαρμοστικά» μέτρα της αντεγκληματικής πολιτικής είναι διαφορετικής φύσης, περιλαμβάνοντας την υιοθέτηση πρακτικών «μηδενικής ανοχής» και «ολικής ασφάλειας», μητρώα «παιδοφίλων», τον «Νόμο της Μέγκαν», καθώς και
τη θέσπιση των ελάχιστων ορίων αυστηρών ποινών, όπως την επιβολή ισόβιας κάθειρξης χωρίς τη δυνατότητα υφ’ όρον απόλυσης (‘life without parole’). Σε σχέση με αυτά τα μέτρα ο Garland υποστηρίζει ότι «[α]ν και πάντα διακηρύσσεται μεγαλοπρεπώς, η ικανότητά τους να ελέγχουν το μελλοντικό έγκλημα, είναι συχνά αμφίβολη και σε κάθε περίπτωση είναι λιγότερο σημαντική από την ικανότητά τους να ενεργοποιούν το δημόσιο αίσθημα, να παρέχουν άμεση απάντηση, και να λειτουργούν ως αντίποινα, αποτελώντας έτσι μια μορφή επιτεύγματος καθεαυτήν». O Garland αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι κοινωνίες των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας «περνούν από το σχήμα του οικονομικού ελέγχου και της κοινωνικής χειραφέτησης σε αυτό της οικονομικής χειραφέτησης και του κοινωνικού ελέγχου…Δεν πρόκειται λοιπόν πλέον για ένα ντυρκεμιανό πρόβλημα αλληλεγγύης, αλλά για ένα χομπεσσιανό [πρόβλημα] κοινωνικής ευταξίας». Αυτός ο πολιτικός και πολιτισμικός μετασχηματισμός αποσκοπεί πρωτίστως στον κοινωνικό αποκλεισμό, καθώς προτεραιότητά του είναι ο κοινωνικός έλεγχος, ενώ δείχνει προτίμηση στις ατομικές ελευθερίες που προσφέρει η ελεύθερη αγορά παρά αυτές που προσφέρουν τα δικαιώματα του πολίτη. Έτσι, η κατανόηση της εγκληματικής πράξης περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού πλέον το σημασιολογικό βάρος της ποινικής δικαιοσύνης μετατοπίζεται στη διατύπωση επαρκώς τιμωρητικών πρακτικών. O Garland λοιπόν θεωρεί ότι, η ποινική καταπίεση, στο πλαίσιο της κουλτούρας του ελέγχου, αποτελεί την απάντηση στην κοινωνική και οικονομική χειραφέτηση των δεκαετιών του 1960 και 1970.
Δ. Η σχιζοφρενής εγκληματολογία
Σύμφωνα με τον Garland, πίσω από αυτά τα προσαρμοστικά μέτρα κρύβεται η «κανονικοποίηση» του εγκλήματος, ή, με άλλα λόγια, οι «νέες εγκληματολογίες της καθημερινής ζωής» » (‘crimonologies of everyday life’). Αυτές οι νέες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν τη θεωρία της συνήθους δραστηριότητας (που περιλαμβάνει τη θεώρηση του εγκλήματος ως ευκαιρίας), τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής, καθώς και το δόγμα της περιστασιακής πρόληψης του εγκλήματος. Είναι σημαντικό ότι όλες αυτές οι θεωρήσεις βασίζονται στην άποψη ότι το έγκλημα είναι μια φυσιολογική, συνηθισμένη πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας. Η αναμόρφωση του ψυχισμού του ατόμου, ως στοχοθεσία της ποινικής δικαιοσύνης, αντικαθίσταται από την «εγκληματολογία της προσφοράς» που προσανατολίζεται στη μείωση των ευκαιριών για τη διάπραξη εγκλημάτων, μέσω της καταστασιακής πρόληψης και της αυξημένης επιτήρησης. Οι παραβάτες δεν θεωρούνται πλέον προϊόντα κοινωνικής επιρροής ή ψυχολογικής ανεπάρκειας ή/και παρέκκλισης, αλλά ορθολογικοί φορείς που μπορούν να αποτραπούν από την εγκληματική δραστηριότητα μέσω της χειραγώγησης (αντι)κινήτρων για το έγκλημα.
Οι εγκληματολογίες της καθημερινής ζωής οφείλουν τα θεωρητικά τους θεμέλια στην ιδέα ότι το έγκλημα προϋποθέτει έναν δράστη που συμπεριφέρεται ορθολογικά, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας η οποία του παρέχει «εγκληματικές ευκαιρίες». Σύμφωνα με τη θεωρία της ορθολογικής επιλογής (rational choice theory), η διάπραξη ενός εγκλήματος συνιστά αποτέλεσμα μιας ορθολογικής διαδικασίας στάθμισης του εκτιμώμενου κόστους – οφέλους από το έγκλημα εκ μέρους του δράστη. Ανάμεσα στους παράγοντες που συνεκτιμώνται στην πορεία λήψεως της απόφασης σχετικά με τη διάπραξη του εγκλήματος, συγκαταλέγεται φυσικά και η πιθανότητα να εντοπιστεί ο υποψήφιος εγκληματίας από τον διωκτικό μηχανισμό. Επομένως, στόχος της αντεγκληματικής πολιτικής είναι να «πείσει» τους επίδοξους δράστες ότι όσα αναμένεται να αποκομίσουν από την επικείμενη τέλεση του εγκλήματος υστερούν έναντι στον κίνδυνο τυχόν δίωξης και καταδίκης τους. Για παράδειγμα, μια τέτοια άσκηση «στάθμισης» εκ μέρους του δυνητικού εγκληματία αποφέρει αρνητική πρόγνωση για το έγκλημα όταν γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει απτή πιθανότητα της εξιχνίασης του εγκλήματος ή/και εντατικοποίηση του ποινικού ελέγχου.
Η θεωρία της συνήθους δραστηριότητας (‘routine activity theory’), που αναπτύχθηκε από τους Cohen και Felson, περιστρέφεται γύρω από τρεις αλληλένδετες προκείμενες: έναν δυνητικό δράστη, έναν κατάλληλο στόχο – θύμα, και την απουσία ενός ικανού «φύλακα» ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει τη διάπραξη του εγκλήματος. Η ευκαιρία για τη διάπραξη του εγκλήματος προκύπτει όταν αυτές οι τρεις προκείμενες εναρμονιστούν στον χώρο και τον χρόνο. Η θεωρία της συνήθους δραστηριότητας βασίζεται στην ίδια μεθοδολογία ορθολογικής επιλογής με τις καταστασιακές τεχνικές πρόληψης του εγκλήματος.
Oι δύο αυτές θεωρίες βρίσκουν τη δογματική τους αντανάκλαση στο εγκληματοπροληπτικό σχήμα της περιστασιακής πρόληψης του εγκλήματος (‘situational crime prevention’). Η καταστασιακή πρόληψη περιλαμβάνει μέτρα που στοχεύουν να μειώσουν τις συνθήκες που ευνοούν τη διάπραξη του εγκλήματος. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τη διαχείριση, τον σχεδιασμό ή τη χειραγώγηση του άμεσου περιβάλλοντος με όσο το δυνατόν συστηματικότερο τρόπο, έτσι ώστε να καταστήσουν συγκεκριμένες μορφές εγκλήματος πιο δύσκολες και επικίνδυνες ή τουλάχιστον λιγότερο «προσοδοφόρες» για ένα ευρύ φάσμα δυνητικών παραβατών. Οι εγκληματολογίες της καθημερινής ζωής καλούνται να ανταποκριθούν στην αύξηση του ποσοστού εγκληματικότητας, και τη συνεπαγόμενη «κανονικοποίηση» του εγκλήματος, που έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. Η κανονικοποίηση αυτή μεταφράζεται και σε μια «αυτοκριτική» του κράτους, το οποίο έχει πλέον παραδεχθεί τα «όρια της κυριαρχίας» του, το γεγονός δηλαδή ότι δεν έχει πια το µονοπώλιο του ελέγχου του εγκλήµατος. Το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης γίνεται έτσι μέρος ενός ευρύτερου συμπλέγματος ελέγ
χου, συνεργαζόμενο με φορείς ιδιωτικής ασφάλειας, τις τοπικές αρχές κ.λπ.
Ο Garland υποστηρίζει ότι αυτές οι προσαρμοστικές στρατηγικές επισκιάστηκαν από λιγότερο ορθολογικές αντιδράσεις, με επίκεντρο τον επίμονο «μύθο του κυρίαρχου κράτους» - την πεποίθηση ότι το κράτος μπορεί να ελέγξει το έγκλημα. Σε μια εποχή αύξησης των ποσοστών εγκληματικότητας, το κράτος θεωρείται ότι αποτυγχάνει στον ρόλο του ως εγγυητή της δημόσιας ασφάλειας, γεγονός που το οδηγεί τόσο στην άρνηση αυτής της αποτυχίας όσο και στην προσπάθεια να επαναγκαθιδρύσει τον έλεγχό του επί του εγκλήματος. Ταυτόχρονα, έχει υποχωρήσει σε μια «εκφραστική λειτουργία», που δεν ενδιαφέρεται τόσο για τον έλεγχο όσο για την έκφραση του θυμού. Ο Garland καταφεύγει στο ψυχαναλυτικό λεξιλόγιο της «υστερίας», της «άρνησης» και του «ξεσπάσματος» για να χαρακτηρίσει την υιοθέτηση τιμωρητικών στρατηγικών μηδενικής ανοχής εκ μέρους του κράτους.
Μια πιο ριζοσπαστική ερμηνεία, όπως αναφέρει η Zedner, είναι ότι τα υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας δεν αποτελούν τόσο «ένα φυσιολογικό κοινωνικό γεγονός» όσο κάτι που πλέον έχει καταστεί ουδετερο και ασήμαντο. Όπως έχει υποστηρίξει, οι τεχνικές ελέγχου της εγκληματικότητας έχουν κατά κάποιον τρόπο αποσυνδεθεί από την ίδια την εγκληματικότητα: «Η επιδίωξη της ‘ασφάλειας’ (υπό τη μορφή της επιδίωξης της προσωπικής και δημόσιας ασφάλειας) έχει γίνει αυτοσκοπός, του οποίου η επιτυχία μετριέται με εντελώς άλλα κριτήρια από τα ποσοστά εγκληματικότητας. Πράγματι, η υπόσχεση της προστασίας, της απαλλαγής από το άγχος και την ανασφάλεια, αποτελούν στόχους των οποίων η ποσοτικοποίηση μπορεί να έχει ελάχιστη ορθολογική σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο. Η ειρωνεία, βέβαια, είναι ότι η ίδια η επιδίωξη της ασφάλειας δημιουργεί ανασφάλεια, καθώς γεμίζει τον κόσμο με ορατές υπενθυμίσεις του κινδύνου (για παράδειγμα, συναγερμούς στα σπίτια, κάμερες κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και προσωπικό φρούρησης). Και, ακόμη πιο ειρωνικά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η μείωση του κινδύνου λειτουργεί μακροπρόθεσμα ενάντια στα συμφέροντα εκείνων που επενδύουν πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στην επιδίωξή της». i. Η Eγκληματολογία του Eαυτού
και η Eγκληματολογία του Άλλου
Έχοντας διαγνώσει τον κρατικό μηχανισμό ως «υστερικό» στην προσπάθεια του τελευταίου να επαναγκαθιδρύσει το μονοπώλιο της αντεγκληματικής πολιτικής και την παράλληλη συνειδητοποίηση ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει, ο Garland συνεχίζει την ψυχαναλυτικής υφής ανάλυσή του, αναφέροντας ότι η ίδια η εγκληματολογία έχει πλέον καταστεί «σχιζοειδής». Η εγκληματολογία δηλαδή, υποστηρίζει ο Garland, βρίσκεται διχασμένη μεταξύ των δύο πυλώνων μιας «εγκληματολογίας του εαυτού» και μιας «εγκληματολογίας του άλλου». Ενώ η πρώτη φαίνεται να έχει ως πρότυπο τον ορθολογικό, μεθοδικό εγκληματία, η εγκληματολογία του «άλλου» παρουσιάζει τον εγκληματία ως «τον απειλητικό απόκληρο, τον τρομακτικό ξένο, τον αποκλεισμένο και τον απογοητευμένο». Όπως παρατηρεί στη συνέχεια ο Garland, αυτή η δαιμονοποίηση των παραβατών επιτρέπει την αντιμοντέρνα προσέγγιση των σύγχρονων ποινικών συστημάτων, τα οποία πολλές φορές, ακολουθώντας μια αυστηρά τιμωρητική λογική αποκλείουν τους παραβάτες μόνιμα από την κοινωνία στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας. Η εγκληματολογία του εαυτού επικεντρώνεται στον επανασχεδιασμό του κοινωνικού περιβάλλοντος, έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι ευκαιρίες εγκληματικότητας. Η πρόληψη του εγκλήματος είναι ζήτημα τεχνοκρατικό, δεδομένου ότι το έγκλημα αποτελεί (καταρχήν) πολιτικά και ηθικά ουδέτερο ζήτημα. Για τον Garland, η εγκληματολογία του εαυτού είναι η πεμπτουσία της εγκληματολογίας της ύστερης νεωτερικότητας. Από την άλλη πλευρά, η εγκληματολογία του άλλου είναι αντιμοντέρνα και ηθικιστική. Βασική της προκείμενη είναι η εγγενής ανηθικότητα των εγκληματιών και το τεράστιο χάσμα που τους χωρίζει από τους θεμελιώδεις κοινωνικούς κανόνες. Αυτή η εγκληματολογία δραματοποιεί το έγκλημα ως «κοινωνική καταστροφή» και υποστηρίζει τη σκληρή τιμωρία, απορρίπτοντας τα πιο φιλελεύθερα, αναμορφωτικά ιδεώδη της σύγχρονης εγκληματολογίας. Στο πλαίσιό της, η αντεγκληματική πολιτική διατυπώνεται με όρους «άμυνας» απέναντι στους «επικίνδυνους άλλους», παρουσιάζοντας τους εγκληματίες ως άτομα ηθικά καταδικασμένα.
Και οι δύο εγκληματολογίες εστιάζουν στο ζήτημα του ελέγχου του εγκλήματος, το οποίο αναγνωρίζουν ότι έχει γίνει ένα φυσιολογικό καθημερινό γεγονός, ενώ επίσης αμφότερες αποτελούν αντίδραση κατά της ποινικής πρόνοιας, της κυρίαρχης εγκληματολογίας του 20ου αιώνα, η οποία ήταν «μοντερνιστική, μεταρρυθμιστική και αποκαταστατική». Συνοπτικά, η πρώτη προσέγγιση επιδιώκει τον πρακτικό, συστηματικό έλεγχο του εγκλήματος, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει μια αντεγκληματική πολιτική που αποπειράται να επιδείξει την ισχύ του κράτους δια της σκληρής τιμωρητικής της φύσης. Σε επίπεδο πολιτικής σκέψης για το έγκλημα, η εγκληματολογία του εαυτού προτάσσει την εικόνα του κράτους που έχει αποδεχθεί την ανεπάρκειά του ως του αποκλειστικού παρόχου δημόσιας ασφάλειας και εγγυητή της δημόσιας τάξης, αποδίδοντας ευθύνη για αυτό στην κοινωνία των πολιτών. Από την άλλη, η εγκληματολογία του άλλου παρέχει το έδαφος για αυστηρά τιμωρητικές πρακτικές, όπως αυτή της μαζικής φυλάκισης. Ο Garland θεωρεί ότι η νέα πολιτική του ελέγχου του εγκλήματος είναι «κοινωνικά και πολιτισμικά εξαρτημένη» και για την κατανόησή της είναι κρίσιμο να αναλύσει κανείς τις «μετατοπίσεις στην κοινωνική πρακτική και την πολιτισμική ευαισθησία». O αντιφατικός πολιτικός λόγος για το έγκλημα και ο συνεπαγόμενος αποπροσανατολισμός της αντεγκληματικής πολιτικής έχει ολοένα και πιο σχιζοειδή χαρακτήρα. Αυτό παραλ
ληλίζεται με τον κυρίαρχο λόγο της εγκληματολογίας, όπου συνυπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες ρητορικές: αφενός, η εγκληματολογία του εαυτού, που θεωρεί τους παραβάτες ως φυσιολογικούς και ορθολογικούς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και αφετέρου, η εγκληματολογία του άλλου, του απειλητικού και εξωτικού υποκειμένου, που πρέπει να αντιμετωπιστεί με έκτακτα μέτρα καταστολής. Η πρώτη εγκληματολογία αναπαράγεται στον πολιτικό λόγο προκειμένου να κατευνάσει τους συλλογικούς φόβους και να προωθήσει τις εγκληματοπροληπτικές δομές, αναπαριστώντας το έγκλημα ως πράξη κανονικοποιημένη και ηθικά άχρωμη. Αντίθετα, η δεύτερη εγκληματολογία «λειτουργεί για να δαιμονοποιήσει τον εγκληματία, να εκδραματίσει τους λαϊκούς φόβους και τη δυσαρέσκεια, και να προωθήσει την υποστήριξη της κρατικής τιμωρίας». Το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτές τις εσωτερικές εντάσεις στον πυρήνα της αντεγκληματικής ρητορικής, είναι μια σειρά από βαθιά συγκρουσιακές πολιτικές στρατηγικές αντιμετώπισης του εγκλήματος. Από τη μία, διαμορφώνονται μέτρα που αναγνωρίζουν την καθημερινή πραγματικότητα του εγκλήματος και λειτουργούν εντός αυτής της συνειδητοποίησης. Από την άλλη, διαδραματίζεται παράλληλα μια προσπάθεια απόρριψης της πραγματικότητας, «ιδίως εκ μέρους των εκλεγμένων αξιωματούχων που διαδραματίζουν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στη χάραξη αντεγκληματικής πολιτικής». Αυτή η πολιτική αντίδραση λαμβάνει δύο μορφές. Είτε λαμβάνει τη μορφή της κατηγορηματικής άρνησης της δυσχερούς πραγματικότητας, επαναφέροντας «τον παλιό μύθο του κυρίαρχου κράτους», είτε εγκαταλείπει πλήρως τη λογική και αναλαμβάνει έναν «εκφραστικό» ρόλο του θυμού και της οργής που προκαλεί το έγκλημα. Αυτές οι βαθιά αμφίσημες αντιδράσεις των αρχών απέναντι στο εγκληματικό φαινόμενο διαμόρφωσαν, κατά τον συγγραφέα, τη δομή της ποινικής δικαιοσύνης και της αντεγκληματικής πολιτικής κατά την ύστερη νεωτερικότητα. Η εγγενής αντίφαση της αντεγκληματικής πολιτικής παραλληλίζεται με την ιδεολογική διάσπαση στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, μεταξύ «της νεοσυντηρητικής πολιτικής κρατικής επέμβασης και της νεοφιλελεύθερης απόσυρσης του κράτους», με την πρώτη να είναι κατεξοχήν αντι-μοντέρνα και τη δεύτερη να εμβληματοποιεί το πνεύμα της ύστερης νεωτερικότητας. Αυτές οι αντιφάσεις αντανακλώνται και στην κοινή γνώμη, η οποία έχει αναλάβει μία ολοένα και πιο τιμωρητική στάση απέναντι στο έγκλημα και τους υπαιτίους του.
Ε. Η Κουλτούρα του Ελέγχου, η Νέα Ποινολογία, και η Διακυβέρνηση μέσω του Εγκλήματος
Η έμφαση που δίνει ο Garland στην ανάλυση του κινδύνου ως στοιχείου αντεγκληματικής πολιτικής, στην καταστασιακή πρόληψη του εγκλήματος, καθώς και στην αποδοχή του τελευταίου ως φυσιολογικού κοινωνικού γεγονότος, θυμίζει την ανάλυση των Feeley και Simon για την «νέα ποινολογία»». Σύμφωνα με τους Feeley και Simon, η νέα ποινολογία περιγράφει τρεις βασικές μεταστροφές στη λογική της ποινικής δικαιοσύνης και της αντεγκληματικής πολιτικής. Πρώτον, η ηθική ή/και κλινική περιγραφή του ατόμου έχει αντικατασταθεί από μία γλώσσα στατιστικών αναλύσεων και πραγματιστικών υπολογισμών. Δεύτερον, το σωφρονιστικό σύστημα δίνει προτεραιότητα στον εντοπισμό, την ταξινόμηση και τη διαχείριση «επικίνδυνων» ομάδων, με τους παραδοσιακούς στόχους της επανένταξης και της τιμωρίας να έχουν λάβει δευτερεύουσα σημασία. Τρίτον, οι προσδοκίες αυτές μεταφράζονται σε νέες τεχνολογίες ποινικού ελέγχου, που θέτουν στο επίκεντρό τους τους παραβάτες ως σύνολο, όπως π.χ. σε οικονομικά αποδοτικές μορφές επιτήρησης που αποσκοπούν στον εντοπισμό και την ταξινόμηση του κινδύνου που παρουσιάζουν συγκεκριμένες κατηγορίες δυνητικών παραβατών.
Οι Feeley και Simon υποστήριξαν ότι, σε αντίθεση με την ιστορική, «παλαιά» στοχοθεσία της ποινικής δικαιοσύνης για την εξακρίβωση της ατομικής ευθύνης, τον προσδιορισμό της ενοχής και την κατάλληλη τιμωρία, η νέα ποινολογία έχει ριζικά διαφορετικό προσανατολισμό. Ασχολείται, σε πλαίσιο πραγματιστικό και στατιστικό, με τεχνικές για τον εντοπισμό, την ταξινόμηση και τη διαχείριση «επικίνδυνων κατηγοριών» ανθρώπων για τη δημόσια ασφάλεια. Όπως ακριβώς οι εγκληματολογίες της καθημερινής ζωής, έτσι και η νέα ποινολογία παραδέχεται πλήρως την κανονικοποίηση του εγκλήματος.
Στο πλαίσιο της νέα ποινολογίας, παρατηρείται ότι η αντεγκληματική πολιτική κινείται προς ένα μοντέλο «διαχείρισης κινδύνου» ή «διαχείρισης αποβλήτων» της ποινικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για μία – στατιστικής φύσης – κατηγοριοποίηση ομάδων (π.χ. φυλετικών μειονοτήτων, απόρων, μεταναστών κ.λπ.) ως πρωταρχικών στόχων διαχείρισης της αντεγκληματικής πολιτικής, μέσω μέτρων όπως η επιτήρηση, οι προληπτικοί έλεγχοι και η σκιαγράφηση εγκληματικού προφίλ. Έτσι, η νέα ποινολογία δεν αφορά μόνο την τιμωρία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τη φύση του εγκλήματος, καθώς και την ποιότητα των πιθανών λύσεων. Ο David Garland υπογραμμίζει ομοίως την πολιτική διάσταση του εγκλήματος, αλλά και την ανάγκη των κυβερνήσεων να διατηρήσουν την εικόνα της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους στην καταπολέμηση του εγκλήματος. Ως αποτέλεσμα, ο Garland υποστηρίζει ότι, καθώς το κράτος αναγνωρίζει την αδυναμία του να μειώσει σημαντικά τα ποσοστά εγκληματικότητας, προσπαθεί να επιμερίσει την ευθύνη για αυτό στην ιδιωτική σφαίρα.
Βέβαια, η κανονικοποίηση του εγκλήματος στο πλαίσιο της κουλτούρας του ελέγχου διαφέρει από τη θεωρητικοποίησή της υπό το πρίσμα της νέας ποινολογίας. Εκεί που οι Feeley και Simon θεωρούν αυτή τη νέα μορφή «διαχειριστικής δικαιοσύνης» ως θεμελιωδώς αβάσιμη αντεγκληματική πολιτική, ο Garland τονίζει τη λογική του οικονομικού ορθολογισμού που διέπει αυτή την προσέγγιση, με τρόπο μάλιστα που συνάδει απόλυτα με την ύστερη νεωτερικότητα. Ακόμη, η ανάλυση του
Garland αποκλίνει από εκείνη των Feeley και Simon και ως προς την ανάδειξη της «εγκληματολογίας του άλλου», που όπως αναφέρθηκε, είναι αντι-μοντέρνα, απεικονίζοντας την εγκληματικότητα με «μελοδραματικούς όρους». Από την άλλη, στο βιβλίο του Governing through Crime, ο Jonathan Simon διερευνά την κρατική εκμετάλλευση του φόβου για το έγκλημα από τη δεκαετία του 1970 μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα στο πλαίσιο των ΗΠΑ. Αναλύοντας την ανάπτυξη του «πολέμου κατά του εγκλήματος» μέχρι τον σύγχρονο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», ο Simon προτάσσει τη θέση ότι, μέσω της πολιτικής εμμονής στο ζήτημα του εγκλήματος, έχει δημιουργηθεί μια διάχυτη κουλτούρα φόβου στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία τελικά απειλεί τη δημοκρατία.
Η θεωρία του για τη «διακυβέρνηση μέσω του εγκλήματος» υποστηρίζει ότι στις ΗΠΑ ο πολιτικός λόγος για το έγκλημα υπερβαίνει τα στενά όρια της ποινικής δικαιοσύνης, ασκώντας επιρροή σε ευρύτερα κοινωνικά πεδία. Με άλλα λόγια, η θεωρία αυτή επισημαίνει το γεγονός ότι, στη σύγχρονη εποχή, πολλά από τα μείζονα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα περιβάλλονται στον πολιτικό λόγο με το αφήγημα του «εγκλήματος», νομιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο εργαλεία και τεχνικές ποινικής τιμωρίας που διαφορετικά θα ήταν ακατάλληλα και μη διαθέσιμα. Ο Simon συνδέει αυτή την εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες με την κατάρρευση του New Deal κατά τη δεκαετία του 1960, υποστηρίζοντας ότι η παρακμή του κράτους πρόνοιας παρακίνησε τους πολιτικούς ηγέτες να αναζητήσουν νέα μοντέλα διακυβέρνησης. O Simon υποστηρίζει ότι, εστιάζοντας στην «τιμωρία του εγκλήματος», οι κυβερνήσεις – αντί να αντιμετωπίσουν τις πολύ σύνθετες αιτίες του, όπως η φτώχεια και η έλλειψη κοινωνικής συνοχής και κοινωνικών δομών– διαμορφώνουν τα κοινωνικά προβλήματα με τρόπους που φαίνεται να έχουν απλούστερες λύσεις και με βάση τις οποίες μπορούν ευκολότερα να ισχυριστούν ότι έχουν επιτυχία. Ο Simon στρέφει έτσι αλλού την εγκληματολογική προσοχή, από τη σκοπιά της εγκληματικής πράξης, στην αμφισβήτηση των θεμελιωδών όρων στους οποίους βασίζεται η συζήτηση για το έγκλημα και την αντεγκληματική πολιτική.
ΣΤ. Η Κουλτούρα του Ελέγχου είκοσι πέντε χρόνια μετά
Στην εισαγωγή του βιβλίου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «το μοτίβο των εξελίξεων που συναντάμε σε αυτές τις δύο κοινωνίες [δεν] είναι καθολικό», αλλά ότι οι υποκείμενες δομικές τάσεις οδηγούν τον Garland «να υποθέσει ότι πολλά από τα υποκείμενα προβλήματα και τις ανασφάλειες είναι, ή σύντομα θα είναι, οικεία σε άλλες κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας, ακόμη και αν οι πολιτιστικές και πολιτικές αντιδράσεις και οι κοινωνικές τους πορείες αποδειχθούν αρκετά διαφορετικές». Στο σημείο αυτό, όπως έχει παρατηρηθεί, ο Garland θέτει προσεκτικά το επιχείρημά του με τέτοιο τρόπο ώστε να το θέσει εκτός της δυνατότητας άσκησης αναλυτικής κριτικής. Βάσει αυτού, το ερώτημα του εάν η ανάλυση του Garland είναι εφαρμόσιμη στην Ελλάδα, είκοσι πέντε έτη μετά την έκδοση του βιβλίου του, αποκτά άλλο νόημα. Φυσικά, η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις κοινωνίες των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας (πολιτιστικές, οικονομικές, πολιτικές κ.α.). Ωστόσο, η συζήτηση σχετικά με τις διαφοροποιήσεις αυτές δεν αποτυπώνει με τον πληρέστερο τρόπο τον εν λόγω προβληματισμό. Ειδικότερα, η Ελλάδα διατηρεί μια διαφορετική ποιότητα συζήτησης, μια συζήτηση στην οποία το φάσμα των λύσεων είναι πιο ανοιχτό και η οποία, κατά καιρούς, περιλαμβάνει τις «προσαρμοστικές αντιδράσεις» που, σύμφωνα με τον Garland, εν πολλοίς έχουν παραγκωνιστεί στις κοινωνίες των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η υιοθέτηση νομοθεσίας για την επανορθωτική δικαιοσύνη σε διάφορα πλαίσια (π.χ. για τις διαδικασίες ποινικής διαμεσολάβησης), και γενικότερα, τις διαδικασίες απόκλισης από την κοινή ποινική διαδικασία. Η επανορθωτική δικαιοσύνη βασίζεται στην ανάγκη αποκατάστασης της βλάβης που προκαλεί το έγκλημα στο θύμα, την κοινωνία και τον δράστη. Θεωρητικά, τουλάχιστον, επιχειρεί να ενθαρρύνει τους δράστες να αναγνωρίσουν τη ζημία που προκάλεσαν, να τους δώσει την ευκαιρία να επανορθώσουν μέσω οικονομικής ή άλλης επανόρθωσης, να εξασφαλίσει τη συμφιλίωση μεταξύ θύματος και δράστη και, με τον τρόπο αυτό, να εξασφαλίσει την επανένταξη του δράστη στην κοινωνία των πολιτών.
Από την άλλη βέβαια, η πλέον πρόσφατη νομική πραγματικότητα στο πεδίο της νομοθετικής μεταβολής της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα φαίνεται να αντανακλά (ευθέως) ορισμένες παρατηρήσεις του Garland για την κουλτούρα του ελέγχου. Ανάμεσα στην κριτική που δέχθηκαν οι τροποποιήσεις του νέου Ποινικού Κώδικα, η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων επισήμανε ότι η ψήφισή του θα οδηγήσει σε «υπερ-κορεσμό των σωφρονιστικών καταστημάτων και κοινωνικό εξοστρακισμό μη επικίνδυνων παραβατών», στον «αφόρητο περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων», καθώς και στην «υποβάθμιση του ρόλου των συνηγόρων». Εξάλλου, οι τροποποιήσεις του νέου Ποινικό Κώδικα δεν προήλθαν μέσω συγκροτημένης νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας, ενώ το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο, καθώς, όπως αναφέρει ο Γ. Νικολόπουλος, ακόμα κι αν είχε συγκροτηθεί τέτοια επιτροπή, το ζήτημα θα ήταν η τελευταία να είχε βασίσει τις όποιες προτάσεις της «σε επιστημονικά τεκμηριωμένες πληροφορίες και στοιχεία – ποιοτικής και ποσοτικής τάξεως – ώστε να μπορέσει να κρίνει αν, πού και τι είδους νομοθετική παρέμβαση απαιτείται, τόσο σχετικά με την εγκληματικότητα
και τις κοινωνικές περιστάσεις που την προκαλούν όσο και τις δυσλειτουργίες του ποινικού συστήματος». Οι εξαγγελλόμενοι σκοποί των τροποποιήσεων του νέου Ποινικού Κώδικα, ήτοι η επιτάχυνση και ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης, δεν φαίνεται να συμβαδίζει με τις αλλαγές που επήλθαν, ενόψει της υφισταμένης σχετικής εμπειρικής έρευνας. Ειδικότερα, η αύξηση του ορίου πρόσκαιρης κάθειρξης, η οποία θεμελιώνεται, κατά την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 5090/2024 στην «εξυπηρέτηση των αρχών της γενικής και ειδικής πρόληψης και του σωφρονιστικού χαρακτήρα της ποινής», εκτός του ότι δεν συμβαδίζει με τα ισχύοντα στον Ευρωπαϊκό χώρο (τα οποία, φυσικά, θα μπορούσαν να είναι και εσφαλμένα), παραγνωρίζει, τόσο τη σχετική θεωρητική βιβλιογραφία, και ακόμη πιο κρίσιμα, την εμπειρική πραγματικότητα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας: το έτος 2020, πριν από τη θέσπιση του Ν. 4855/2021, με τον οποίο αυστηροποιήθηκαν οι ποινικές κυρώσεις, βεβαιώθηκαν 191.224 εγκλήματα, με 154.476 να προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα. Το έτος 2022, μετά την έναρξη ισχύος και εφαρμογής του Ν. 4855/2021 (1/11/2021), βεβαιώθηκαν 241.549 αδικήματα, εκ των οποίων 187.450 αποτελούσαν αδικήματα του νέου Ποινικό Κώδικα. Το έτος 2023, έπειτα από δύο έτη εφαρμογής του Ν. 4855/2021, βεβαιώθηκαν 247.416 αδικήματα, εκ των οποίων 185.040 προβλέπονταν στον Ποινικό Κώδικα. Τέλος, έτος 2024, βεβαιώθηκαν 250.808 αδικήματα, εκ των οποίων 175.499 προβλέπονταν στον Ποινικό Κώδικα.
Εξάλλου, η ευρωπαϊκή και διεθνής βιβλιογραφία είναι σαφής. Εμπειρικές έρευνες σε διάφορες δικαιοδοσίες έχουν καταλήξει στο ότι η θέσπιση αυστηρότερων ποινών δεν συνδέεται με τη μείωση της εγκληματικότητας. Ενώ η θεωρία της γενικής πρόληψης του εγκλήματος βασίζεται στη διαπίστωση ότι η αύξηση της αυστηρότητας των κυρώσεων αποθαρρύνει την παραβατική συμπεριφορά, διάφορες μελέτες συγκλίνουν στο ότι δεν είναι η αυστηρότητα της ποινής που λειτουργεί εγκληματοπροληπτικά, αλλά η βεβαιότητα σύλληψης του δράστη. Μετα-αναλύσεις θέτουν σε σφοδρή αμφισβήτηση τον ισχυρισμό ότι η αυστηροποίηση των ποινών επιτυγχάνει μείωση της εγκληματικότητας. Η ευρωπαϊκή έρευνα συμφωνεί με αυτά τα ευρήματα: ο Tonry έχει καταλήξει ότι «η αυστηρότητα των ποινών δεν έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα στα επίπεδα εγκληματικότητας», ενώ οι Aebi και Linde, χρησιμοποιώντας στατιστικά στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις φυλακές, δεν βρίσκουν καμία συσχέτιση μεταξύ των ποσοστών φυλάκισης και των τάσεων της εγκληματικότητας στις ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον, η μακροχρόνια φυλάκιση συχνά έχει εγκληματογόνες επιπτώσεις, καθώς αποδυναμώνει την κοινωνική επανένταξη, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο υποτροπής. Εν ολίγοις, τα στοιχεία τόσο από τη Βόρεια Αμερική όσο και από την Ευρώπη αποδεικνύουν ότι οι αυστηρότερες ποινές δεν οδηγούν σε μείωση της εγκληματικότητας.
Στην Ελλάδα, ο αριθμός των κρατουμένων ήταν σε σταθερά ανοδική πορεία από το 1990 μέχρι το 2014, όπου και μειώθηκε μέχρι το 2016. Έκτοτε, και μέχρι σήμερα, συνεχώς αυξάνεται, καταλαμβάνοντας μια από τις υψηλότερες θέσεις μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. ως προς το (ποσοστιαίο ανά 100.000 κατοίκους) μέγεθος του πληθυσμού των φυλακών. Επίσης, η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες της Ευρώπης με τα υψηλό
τερα ποσοστιαία μεγέθη αστυνομικής δύναμης, ενώ συχνά η συζήτηση στον πολιτικό (και μερικές φορές και νομικό) λόγο διεξάγεται με συγκρουσιακούς όρους, π.χ. κατά της «λαθρομετανάστευσης». Επίσης, με τις νέες ρυθμίσεις του Ποινικού Κώδικα σχετικά με την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, τη μετατροπή της ποινής και την υφ’ όρον απόλυση, διευρύνθηκε η πιθανότητα του εγκλεισμού του καταδικασθέντος στο σωφρονιστικό κατάστημα. Συγκεκριμένα, με τις τροποποιήσεις του Ν. 5090/2024, αφενός διευκολύνθηκε η εισαγωγή του καταδικασθέντος στο σωφρονιστικό κατάστημα, αφετέρου επεκτάθηκε ο χρόνος πραγματικής έκτισης της ποινής του. Αυτό είναι κρίσιμο αν αναλογιστεί κανείς τη σύγχρονη κατάσταση των φυλακών στην Ελλάδα, που χαρακτηρίζονται από ακατάλληλες υλικές συνθήκες, κακή παροχή υγειονομικής περίθαλψης, υπερπληθυσμό, έλλειψη διαθέσιμου χώρου και απουσία προσωπικού φυλακών. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, για ποιον λόγο ο νομοθέτης του νέου Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι η αυστηροποίηση των ποινών και η επέκταση της πιθανότητας της πραγματικής έκτισης δεν θεμελιώνονται σε βάσιμες και αδιαμφισβήτητες επιστημονικές έρευνες αναφορικά με την αντεγκληματική τους αποτελεσματικότητα, προέβη σε αυτές τις ρυθμίσεις. Στη συζήτησή του για τη θεωρητικοποίηση του «καταδικασθέντος» υπό το πρίσμα της κουλτούρας του ελέγχου, ο Garland παρατηρεί ότι «σήμερα το συμφέρον των καταδικασθέντων δραστών – στην περίπτωση που τυχόν εξεταστεί – θεωρείται θεμελιωδώς αντίθετο με το δημόσιο συμφέρον». Επιπλέον, ο Garland υποστηρίζει, στο ίδιο χωρίο, ότι «τα συμφέροντα του θύματος και του δράστη θεωρούνται εκ διαμέτρου αντίθετα», όπως επίσης ότι πλέον δεν υφίσταται η έννοια του «πρώην δράστη», καθώς «σήμερα το στίγμα έχει ξαναγίνει χρήσιμο». Οι τροποποιήσεις του νέου Ποινικού Κώδικα έχουν τύχει σοβαρής κριτικής για την υπερ-τιμωρητική φιλοσοφία στην οποία θεμελιώνονται, ορμώμενες από «το ψευδοεμπειρικό επιχείρημα της ‘ατιμωρησίας’», χωρίς να εξηγείται «γιατί όλα τα μέτρα ‘αυστηροποίησης’ που έχουν ληφθεί την τελευταία τετραετία δεν έχουν εισφέρει στον περιορισμό της εγκληματικότητας». Φαίνεται λοιπόν να ισχύει το γεγονός ότι «η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τον Ποινικό Κώδικα και τις απειλούμενες ποινές στην αστυνομική πρόληψη και τον εντοπισμό των δραστών, καθώς και στους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου» αντανακλά μια σχιζοφρενική τάση, που παραμερίζει την πραγματικότητα των εμπειρικών ερευνών και επιβάλλει ποινές μέσω εξαγγελιών «για την εμπέδωση του περίφημου αισθήματος ασφάλειας [το οποίο] είναι απλώς αδύνατο να υλοποιηθεί». Όπως σημειώνει ο Βασίλης Καρύδης, «με τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια ως κεντρικός άξονας της εφαρμοζόμενης αντεγκληματικής πολιτικής, τη μετατρέπει σε απλό άθροισμα πολιτικών ‘τάξης και ασφάλειας’, και ουσιαστικά την αποπροσανατολίζει από την αποστολή της να εντοπίσει τους εγκληματογόνους παράγοντες που αναπαράγουν τις κοινωνικές δυσλειτουργίες, έτσι ώστε να συμβάλει στην περιστολή του εγκλήματος με τρόπο επιστημονικά μετρήσιμο». Ένα δεύτερο καίριο ερώτημα που γεννά η ανάλυση του Garland, αφορά την πραγματιστική έκφανση των ζητημάτων που αναδεικνύει: ενόψει της δυσχερούς πραγματικότητας αναφορικά με τον έλεγχο του εγκλήματος, προβλέπεται κάποια λύση; Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Garland, είναι το ίδιο το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αυτό που παράγει εκδικητικές και αναποτελεσματικές «λύσεις» για τον έλεγχο του εγκλήματος. Τί επιπτώσεις έχει αυτό για τη φιλελεύθερη δημοκρατία;
Η υποστήριξη της κοινής γνώμης για την αυστηροποίηση των ποινών και τα δρακόντεια μέτρα αντεγκληματικής πολιτικής θεωρείται συχνά, εκ μέρους της κριτικής εγκληματολογικής σκέψης, ως απόρροια χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την πολιτική ρητορική. Ο Garland αντιμετωπίζει κριτικά τη θέση αυτή. Υποστηρίζει ότι, ενώ είναι αληθές πως τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη και συχνά προβαίνουν σε παραπληροφόρηση σχετικά με τα ποσοστά εγκληματικότητας, θα ήταν εσφαλμένο να υποθέσουμε ότι η άποψη της κοινής γνώμης για το έγκλημα είναι εντελώς ευέλικτη και χειραγωγήσιμη. Αντίθετα, η ευρεία απήχηση του αφηγήματος «νόμος και τάξη» υποδηλώνει υποκείμενους κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που καθιστούν το κοινό δεκτικό σε τέτοια μηνύματα, πέρα από την απλή επιρροή των μέσων ενημέρωσης. Όπως υποστηρίζει ο Wacquant, παρατηρούμε τη μετατροπή του κράτους πρόνοιας σε ένα τιμωρητικό κράτος που βασίζεται στην τιμωρία και την καταστολή. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο δικαίου Joseph Raz, το τεράστιο χάσμα πλούτου και
εισοδήματος που υπάρχει πλέον ανάμεσα στους ανθρώπους διαβρώνει τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας, καθώς καθίσταται σχεδόν ανέφικτο να βρεθεί μία κοινή βάση επικοινωνίας, αλληλεγγύης και ενσυναίσθησης προς τους άλλους. Αυτή η έλλειψη κοινής βάσης συνοδεύεται από την καλλιέργεια (και την εκμετάλλευση) του φόβου και την επιβολή μιας κουλτούρας ελέγχου. Καθώς ο φόβος για το έγκλημα και την ανασφάλεια γίνεται ο κοινός παρονομαστής των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών, αυτή η τάση ενισχύεται περαιτέρω τόσο σε θεσμικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Προκύπτει επομένως, εν είδει συμπεράσματος, ότι η κρίση της «κουλτούρας του ελέγχου», η οποία είναι παρούσα, εικοσιπέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του Garland, είναι στην πραγματικότητα, μια βαθιά κρίση της σύγχρονης δημοκρατίας, η οποία δυστυχώς φαίνεται να έχει καταστεί κανόνας.
Επίλογος
Συνοψίζοντας, το έργο του Garland παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, παρά τη χρονική απόσταση από την πρώτη του κυκλοφορία. Η «κουλτούρα του ελέγχου» δεν αποτελεί απλώς μια συγκυριακή μεταβολή της αντεγκληματικής πολιτικής, αλλά ένα βαθύτερο υπόδειγμα κατανόησης της σχέσης μεταξύ εγκλήματος, κοινωνίας, οικονομίας, και πολιτικής. Η ελληνική εμπειρία καταδεικνύει ότι, παρότι υφίστανται διαφορές ιστορικού και θεσμικού χαρακτήρα σε σχέση με τις αγγλοσαξονικές κοινωνίες, οι ίδιες ανησυχίες και αντιφάσεις διαπερνούν και το εγχώριο πλαίσιο.
Η συμβολή της μελέτης έγκειται στο να μας υπενθυμίζει πως η αντεγκληματική πολιτική δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική διαδικασία, αλλά πεδίο έντονων κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών συγκρούσεων, που αντανακλούν ευρύτερες δυναμικές εξουσίας. Η κριτική της «κουλτούρας του ελέγχου» επομένως δεν αφορά μόνο το ποινικό σύστημα, αλλά συνολικά τη λειτουργία της δημοκρατίας και τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες διαχειρίζονται τον φόβο, την ανασφάλεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
References
• Aebi M. F. and Linde A., Comparing crime rates: The international crime (victim) survey, the European sourcebook of crime and criminal justice statistics, and the UNODC statistics, European Journal on Criminal Policy and Research 2012, 18(1), p. 1–19.
• Arkoudis D., Criminal sanctions after the entry into force of the new Criminal Code and the application of the more lenient law, Master’s thesis, Democritus University of Thrace, 2025.
• Becker G., ‘Crime and punishment: An economic approach’, Journal of Political Economy 1968, 76(2), p. 169–217.
• Carr I., Corruption, legal solutions and limits of law, International Journal of Law in Context 2007, p. 227.
• Cheliotis L., ‘How iron is the iron cage of new penology? The role of human agency in the implementation of criminal justice policy’, Punishment and Society 2006, 8(3), p. 313–340.
• Clarke R. V., Situational crime prevention, Crime and Justice 1995, 19, p. 95.
• Clarke R. V. and Felson M., Routine activity and rational choice, Advances in Criminological Theory, Vol. 5, 1993, New Brunswick NJ, Transaction.
• Corrigan R., Making meaning of Megan’s Law, Law and Social Inquiry 2006, 31(2), p. 267–312.
• Cullen F. T., Jonson C. L. and Nagin D. S., Prisons do not reduce recidivism: The high cost of ignoring science, The Prison Journal 2011, 91(3), p. 48S–65S.
• Feeley M.-M. and Simon J., The new penology: Notes on the emerging strategy of corrections and its implications, Criminology 1992, 30(4), p. 449–474.
• Farsedakis I., Crime prevention as a means of criminal policy, in Gasparinatou M. (ed.), Crime and Penal Repression in Times of Crisis: Festschrift in Honour of Professor Nestor Kourakis, 2015.
• Garland D., ‘Punishment and welfare: A history of penal strategies’, 1985.
• Garland D., ‘Punishment and modern society: A study in social theory’, 1990.
• Garland D., The culture of control: Crime and social order in contemporary society, Oxford, Oxford University Press, 2001.
• Garland D., The limits of the sovereign state: Strategies of crime control in contemporary society, British Journal of Criminology.
• Karydis V., Fear of crime and other demons of urban everyday life, in Athens Today, Athens, Moraitis Foundation, 2015, p. 150.
• Karagiannidis C., Models of participatory crime prevention policy, PhD dissertation, Aristotle University of Thessaloniki, 2009.
• Kaiafa-Gkbandi M., The draft bill of the Ministry of Justice and the proposed amendments to the General Part of the Criminal Code, Criminal Justice 1/2024, Special Digital Issue, QUALEX.
• Kosmatos K., Facilitation and ‘expansion’ of imprisonment under Law 5090/2024, Nova Criminalia, Journal of the Hellenic Criminal Bar Association, Issue 20, 2024.
• Kosmatos K., The main amendments to the General Part of the Criminal Code introduced by Law 5090/2024 concerning custodial sentences, Criminal Justice 2024, p. 626–628.
• Kury H., Ferdinand T. N. and Obergfell-Fuchs J., Does severe punishment mean less criminality?, International Criminal Justice Review 2003, 13(1), p. 110–148.
• Nagin D. S., Deterrence in the twenty-first century, Crime and Justice 2013, 42(1), p. 199–263.
• Naziris I., The role of the judge in the face of fluctuating legislative evaluations: Issues of intertemporal law arising from successive amendments to the Criminal Code, Criminal Justice 2022.
• Nikolopoulos G., When Sisyphus legislates: Penal absurdity and endless reforms, 2024.
• Pratt T. C., Cullen F. T., Blevins K. R., Daigle L. E. and Madensen T. D., The empirical status of deterrence theory: A meta-analysis, in Cullen F. T., Wright J. P. and Blevins K. R. (eds), Taking stock: The status of criminological theory, New Brunswick NJ, Transaction, 2006, p. 367–395.
• Raz J., Legal theory, liberalism, value incommensurability, equality and authority: An interview with Joseph Raz, Imprints 2005, Vol. 8, No. 2.
• Roche D., Review of ‘The culture of control: Crime and social order in contemporary society’ by David Garland, Adelaide Law Review 2001, 22(2).
• Schwartz M. D. and Brownstein H. H., Critical criminology, in The Handbook of Criminological Theory, John Wiley and Sons, 2015, p. 301–317.
• Spinelli C., Criminology: Contemporary and earlier approaches, Athens, Nomiki Vivliothiki, 2014, p. 210 ff.
• Tonry M., Learning from the limitations of deterrence research, Crime and Justice 2008, 37(1), p. 279–311.
• Tzannetaki T., Pathology of the existing sentencing system of the Criminal Code, Criminal Chronicles 2006, p. 590.
• Tzannetaki T., The Criminal Code of 2019 and its successive amendments up to Law 5090/2024: A critical narrative analysis of the dual paradigm shift in Greek sentencing legislation, Criminal Chronicles 2024, p. 161 ff.
• Union of Greek Penal Lawyers, Observations on the draft bill of the Ministry of Justice ‘Interventions in the Criminal Code and the Code of Criminal Procedure’, 2024.
• Wacquant L., Prisons of misery, trans. Kaiti Diamantakou, Athens, Patakis, 2001.
• Young J., ‘Searching for a new criminology of everyday life: A review of “The culture of control”’, 2003, p. 228–243.
• Zedner L., ‘Dangers of dystopias in penal theory’, Oxford Journal of Legal Studies 2002, 22.