Κείμενο
I. Εισαγωγή
Η οδική ασφάλεια επιβάλλει στον κάθε κατασκευαστή αυτοκινήτου ή οχήματος να συμπεριλαμβάνει σε κάθε αυτοκίνητο υποχρεωτικά την ηχητική ειδοποίηση (κόρνα). Η νόμιμη και ορθή χρήση, αυτονοήτως, αναφέρεται στην ειδοποίηση για επερχόμενο κίνδυνο όχι μόνο για όχημα αλλά ακόμα και για τραίνα (αμαξοστοιχίες) ή πλοία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δυνάμει εθίμου, στην νόμιμη χρήση μπορεί να συμπεριληφθεί τόσο η εκδήλωση χαράς (μετά από την επίτευξη μίας μεγάλης νίκης σε αθλητικό αγώνα) και η μετάδοση θετικών συναισθημάτων (πριν ή μετά την τελετή γάμου) όσο και η διαμαρτυρία στην διάρκεια μίας διαδήλωσης (π.χ. οδηγών δικύκλων που εργάζονται ως μεταφορείς ή οδηγών φορτηγών ή άλλων οχημάτων).
Η απαγορευμένη χρήση όμως της κόρνας οχήματος ως έκφραση επιθετικότητας και άσκησης ψυχικής πίεσης σε οδηγούς άλλων οχημάτων, δικυκλιστών, ποδηλατών ή πεζών ενδέχεται να γεννά αξίωση προς αποζημίωση, διότι πρόκειται για ενδεχόμενη τέλεση αδικοπραξίας υπό τις προϋποθέσεις του νόμου. Πράγματι, μία τέτοια συμπεριφορά ενδέχεται να θεμελιώνει αστικό αδίκημα, αστική ευθύνη προς αποζημίωση του θύματος ή των θυμάτων σωματικής ή ψυχικής βλάβης.
Επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι η πρόκληση θορύβου από την απαγορευμένη χρήση κόρνας αυξάνει τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης σε όσους είναι επί της ουσίας θύματα τέτοιας συμπεριφοράς. Προκαλείται δηλαδή βλάβη σε άλλους.
Ένα μέτρο είναι η απαγόρευση κορναρίσματος σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. κοντά σε νοσοκομεία. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως αναγκαίο μέτρο
Σελ. 14 λόγω της προφανούς αναγκαιότητας για ησυχία προς προστασία των ασθενών. Πρόκειται εν προκειμένω για μια απαγόρευση της ελεύθερης έκφρασης κάθε προσώπου σε συνδυασμό με την απαγόρευση άσκησης ενός δικαιώματος καθώς και την απαγόρευση μίας υποχρέωσης για ειδοποίηση προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου. Κατ’ αρχάς θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κοντά στα νοσοκομεία κανονικά ο οδηγός θα πρέπει να κινείται ήσυχα και αργά, οπότε εξ αυτού αποτρέπονται οι πλείστοι κίνδυνοι συγκρούσεως αυτοκινήτων ή πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος με ποδηλάτες, αναβάτες σε πατίνια ή με πεζούς. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να υπάρξει κίνδυνος, οπότε σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να δεχθεί ότι ακόμα και σε περιοχές που κατ’ αρχήν απαγορεύεται το κορνάρισμα, αυτό κατ’ εξαίρεση θα επιτραπεί, αν πρόκειται να αποτραπεί σύγκρουση ή να διασωθεί ανθρώπινη ζωή. Σε πρακτικό επίπεδο, σε τέτοια περίπτωση ο υπάλληλος της τροχαίας δεν θα επιβάλει πρόστιμο σε οδηγό που χρησιμοποίησε την κόρνα του οχήματός του για να αποτρέψει κίνδυνο πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος.
II. Η υποχρεωτικότητα της εγκατάστασης ηχητικής ειδοποίησης στα οχήματα
Η Συνθήκη της Βιέννης για την Οδική Ασφάλεια του 1968 (όπως τροποποιήθηκε το 1993 και το 2006) και η αντίστοιχη Συνθήκη της Γενεύης του 1971 προνοούν για την υποχρεωτικότητα της εγκατάστασης ηχητικής ειδοποίησης στα οχήματα. Την Συνθήκη της Βιέννης που ετέθη σε ισχύ την 21η Μαΐου 1977 υπέγραψαν αρχικά 36 χώρες και μέχρι σήμερα την έχουν κυρώσει 86 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα -σε ισχύ στην χώρα μας από τις 18 Δεκεμβρίου 1986. Η Κύπρος, αντιθέτως, δεν έχει υπογράψει την Συνθήκη της Βιέννης για την Οδική Ασφάλεια. Γενικώς, η ΕΕ έχει καταφέρει να μειώσει τους θανάτους λόγω τροχαίων ατυχημάτων από 51.400 το 2001 σε 19.800 το 2021.
Το άρθρο 2 παρ. 4 αρ. (στ) του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2022/1426 της Επιτροπής για την θέσπιση κανόνων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2144 για τις προδιαγραφές πλήρως αυτοματοποιημένων οχημάτων προβλέπει την υποχρεωτική εγκατάσταση κόρνας σε όλα αυτά τα οχήματα.
Ενδεικτικά με Νόμο στο Χονγκ Κονγκ που αφορά στις προδιαγραφές για την κατασκευή οχημάτων είναι υποχρεωτική η εγκατάσταση ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) στα οχήματα, ενώ απαγορεύεται η εγκατάσταση κόρνας που προκαλεί ιδιαίτερα έντονο θόρυβο, αποτελεί σειρήνα, ή περιλαμβάνει δύο ή περισσότερους μελωδικούς ήχους (άρθρο 38 παρ. 2). Παρόμοιες διατάξεις υποχρεωτικής εγκατάστασης ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) στα οχήματα περιλαμβάνονται στο άρθρο 119 του αντίστοιχου Νόμου στην Ινδία και σε σχετικά άρθρα Νόμων στην Ιαπωνία, την Κίνα, στην Μυανμάρ, στην Νότια Κορέα, την Βραζιλία και στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ.
Εξ άλλου, κατά τον τεχνικό έλεγχο οχημάτων που ήδη κυκλοφορούν (ΚΤΕΟ-ΜΟΤ) στην Κύπρο, για παράδειγμα, ελέγχεται και η κανονική λειτουργία της κόρνας.
III. Η νόμιμη χρήση της ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) οχημάτων
Η χρήση της ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) οχημάτων είναι νόμιμη, όταν κάποιος οδηγός θέλει να ειδοποιήσει για επερχόμενο κίνδυνο ή ακόμα και για να ζητήσει προτεραιότητα σε επείγουσα κατάσταση, όπως μεταφορά ασθενούς σε κίνδυνο ζωής που δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί σε ειδικό όχημα (νοσοκομειακό, ΕΚΑΒ). Η μη χρήση κόρνας σε τέτοια περίπτωση που ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας επιβάλει ενδέχεται να σημαίνει τέλεση αδικοπραξίας δια παραλείψεως, αν προκληθεί βλάβη στον μεταφερόμενο. Αναφέρεται μάλιστα στην βιβλιογραφία η χρήση κόρνας οχήματος και ως κοινωνιολογικό φαινόμενο, ως μία θετική έκφραση επικοινωνίας (μη λεκτικής) με αναφορές σε δέκα χώρες, μεταξύ άλλων, η Ιταλία, ο Καναδάς, η Κίνα και η Ινδία. Ο νομοθέτης πάντως προνοεί κατ’ αρχήν για την χρήση της κόρνας για περιπτώσεις έκτακτης ειδοποίησης προς αποτροπή επερχόμενου κινδύνου.
Ωστόσο, επειδή μπορεί ο οδηγός ή ο πεζός να είναι απρόσεκτος ή ακόμα και ο πεζός να είναι κωφός, στις καλές πρακτικές περιλαμβάνεται εκτός της ηχητικής ειδοποίησης και η οπτική ειδοποίηση, όπως το ταχύ σήμα με τα φώτα (υπάρχει αυτή η τεχνική δυνατότητα στα αυτοκίνητα για το γνωστό «άναμμα και σβήσιμο των φώτων» μεγάλης σκάλας).
Σελ. 15IV. Η απαγορευμένη χρήση της ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) οχημάτων
Κάθε χρήση της κόρνας που δεν είναι νόμιμη είναι απαγορευμένη. Η περίπτωση χρήσης της κόρνας παρατεταμένα ως έκφραση χαράς (π.χ. αυτοκινητοπομπή σε γάμο) είναι βάσει εθίμου νόμιμη. Το άρθρο 1 του Αστικού Κώδικα προβλέπει ότι πηγές του δικαίου είναι ο νόμος και το έθιμο.
Ωστόσο, η χρήση κόρνας για να ασκηθεί ψυχολογική πίεση σε οδηγούς, ποδηλάτες, αναβάτες πατινιών ή πεζούς ως έκφραση επιθετικής συμπεριφοράς δεν είναι νόμιμη, είναι απαγορευμένη. Αν η απαγορευμένη αυτή συμπεριφορά αποτελεί αδικοπραξία, αυτό θα πρέπει να κριθεί δυνάμει των προϋποθέσεων του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα: παράνομη και υπαίτια πράξη που έβλαψε άλλον (σωματικά ή ψυχικά) οδηγεί σε υποχρέωση του αδικοπρακτούντος να αποζημιώσει τον βλαβέντα.
V. Η αδικοπραξία πρόκλησης βλάβης λόγω απαγορευμένης χρήσης της ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας)
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Υποχρέωση αποζημίωσης φέρει αυτός που θα προκαλέσει ζημία σε άλλο πρόσωπο με τρόπο παράνομο και υπαίτιο. Η ανθρώπινη αυτή συμπεριφορά πρέπει να είναι εξωτερική, να εκδηλώνεται σε κοινό και εκούσια ως αποτέλεσμα ελεγχόμενης βούλησης του πράττοντος ανθρώπου. Και η παράλειψη θεμελιώνει αδικοπραξία υπό προϋποθέσεις. Η συμπεριφορά αυτή του ανθρώπου είναι παράνομη, όταν, κατά την αντικειμενική θεωρία, αντιβαίνει σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Η παρανομία ειδικότερα προσβάλει δικαίωμα, έννομο συμφέρον ή παραβιάζει γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας άλλων προσώπων, προσκρούοντας σε διατάξεις κανόνων δικαίου, αντίθετα προς την καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη. Η πράξη καταλογίζεται στον πράττοντα που έχει είτε δόλο είτε αμέλεια, ακόμα και ελαφρά αμέλεια (330 ΑΚ). Μέτρο για την νομολογιακή κρίση είναι πώς θα έπραττε σε συγκεκριμένη περίπτωση ο μέσος συνετός άνθρωπος σε μία συγκεκριμένη κοινωνία. Προϋπόθεση όμως είναι η ικανότητα για καταλογισμό. Αν αυτή δεν υπάρχει ή είναι περιορισμένη (π.χ. ανήλικος), τότε ο πράττων απαλλάσσεται ή υποχρεώνεται σε μειωμένη αποζημίωση (915-918 ΑΚ). Ζημία είναι κάθε μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου, περιουσιακά ή μη (οικονομική βλάβη ή ηθική βλάβη). Η ζημία διακρίνεται σε θετική (μείωση παθητικού) ή αποθετική (μη αύξηση ενεργητικού). Η ζημία πρέπει να προκλήθηκε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (αιτιώδης σύνδεσμος). Η πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (και των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων) βασίζεται σε αυτή την ορθολογική μέθοδο προκειμένου να τεκμηριώνει στην μείζονα πρόταση όσα έχουν διαμορφωθεί στην νομική θεωρία για την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η ιστορική ρίζα της οποίας αναφέρεται ήδη στον Δωδεκάδελτο του ρωμαϊκού δικαίου, αλλά και τον Ακουίλιο Νόμο.
«Από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: (1) ζημιογόνος ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, (3) υπαιτιότητα (4) ζημία και (5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει την συγκεκριμένη πράξη». Ένα κλασικό παράδειγμα αδικοπραξίας είναι η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη με όχημα που οδηγεί ο Α προκαλώντας σύγκρουση με άλλο όχημα του Β με πρόκληση σωματικής βλάβης στον Β και ζημίας στο όχημα του Β. Ο Α φέρει ευθύνη αδικοπρακτική και οφείλει να αποζημιώσει τον Β. Αν και δεν θεμελιώνεται δόλος του Α να προκαλέσει την σύγκρουση του οχήματός του με το όχημα του Β, θεμελιώνεται πάντως τουλάχιστον βαρεία αμέλεια. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις στην νομολογία ιδίως τα τελευταία χρόνια που έχει υποστηριχθεί κυρίως στο πλαίσιο ποινικών δικών ότι θα μπορούσε να θεμελιωθεί και ενδεχόμενος δόλος σε περίπτωση που μετά την παραβίαση ερυθρού σηματοδότη ακολουθεί θάνατος του Β. Αδικοπραξία όμως θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να θεμελιωθεί και λόγω παράνομης χρήσης ηχητικής ειδοποίησης οχήματος.
Σύμφωνα με επιστημονική μελέτη του 2024 από τότε που ο άνθρωπος εφηύρε τα οχήματα και δη τα αυτοκίνητα, περίπου 80 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει την ζωή τους σε τροχαία ατυχήματα είτε λόγω υπαιτιότητας οδηγού (αδικοπραξίας) είτε λόγω ατυχών συμβάντων ενδεχομένως και χωρίς την τέλεση αδικοπραξίας. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη η παράνομη χρήση της κόρνας αποτελεί εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς που βλάπτει τους ανθρώπους, ενώ προκαλεί και ενοχλητικό θόρυβο παρανόμως (ηχορύπανση).
Είναι δυσχερής η απόδειξη ότι προκλήθηκε σωματική ή ψυχική βλάβη σε πρόσωπο λόγω παράνομης χρήσης της κόρνας. Αν, όμως, αποδειχθεί ότι εξ αιτίας αυτής της παράνομης πράξης που θα είναι καταλογιστή σε αδικοπρακτούντα, ένα πρόσωπο εβλάβη σωματικά, π.χ. τρόμαξε και έχασε την ισορροπία του ένας πεζός και είχε μία πτώση που του προκάλεσε σωματική βλάβη ή του ασκήθηκε ψυχολογική πίεση ως οδηγός και αντέδρασε απότομα π.χ. απότομο πάτημα φρένου ή γκαζιού με ενδεχόμενο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ψυχικής βλάβης σε τρίτον, τότε υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε κάποιος να θεμελιώσει βάσιμα αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας με άσκηση αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο με την ειδική διαδικασία των αυτοκινήτων.
Αντίθετα, αν ο Α χρησιμοποιώντας την κόρνα του προσπάθησε να ειδοποιήσει τον οδηγό Β για να αποτρέψει τροχαίο ατύχημα, αλλά ο οδηγός Β δεν ανταποκρίθηκε στην ηχητική ειδοποίηση και δεν πραγματοποίησε ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης και προκάλεσε σύγκρουση, τότε ο οδηγός Β τέλε
Σελ. 16 σε αδικοπραξία, ενώ ο οδηγός Α ουδεμία αδικοπραξία διέπραξε.
Η χρήση της ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) οχημάτων είναι νόμιμη, όταν κάποιος οδηγός θέλει να ειδοποιήσει για επερχόμενο κίνδυνο ή ακόμα και για να ζητήσει προτεραιότητα σε επείγουσα κατάσταση, όπως μεταφορά ασθενούς σε κίνδυνο ζωής που δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί σε ειδικό όχημα (νοσοκομειακό, ΕΚΑΒ). Η μη χρήση κόρνας σε τέτοια περίπτωση που ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας επιβάλει προκειμένου να ειδοποιούνται οι οδηγοί και να κάνουν χώρο για γρήγορη διέλευση ενδέχεται να σημαίνει τέλεση αδικοπραξίας δια παραλείψεως του οδηγού που μεταφέρει ασθενή (τουλάχιστον βαρεία αμέλεια), αν προκληθεί βλάβη στον μεταφερόμενο.
VI. Καταληκτικές σκέψεις
Υπάρχει ακόμα και μελωδική κόρνα ή μουσική βασισμένη στην κόρνα. Ωστόσο, η νοοτροπία των οδηγών πρέπει να διαμορφώνεται από την οικογένεια και το σχολείο προς την κατεύθυνση του σεβασμού των κανόνων και των δικαιωμάτων των άλλων. Τελικώς, πρόκειται για καθήκον η χρήση της κόρνας για αποτροπή κινδύνου, αλλά επίσης είναι καθήκον όλων η μη χρήση της κόρνας ως επιθετική ή προσβλητική συμπεριφορά προς άλλον. Τέτοια απαγορευμένη χρήση αποτελεί αδικοπραξία και θεμελιώνει, υπό προϋποθέσεις, αξίωση αποζημίωσης για όσους θα υποστούν σωματική ή ηθική βλάβη εξ αιτίας αυτής της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς βάσει αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και ζημίας ή βλάβης. Ο ενάγων-παθών θα πρέπει να αποδεικνύει στο δικαστήριο ότι συγκεκριμένη παράνομη χρήση ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) οχήματος από τον οδηγό αδικοπρακτούντα, στον οποίο καταλογίζεται η παράνομη συμπεριφορά, είχε στην συγκεκριμένη περίπτωση αποτέλεσμα βάσει αιτιώδους συνδέσμου την σωματική ή ηθική του βλάβη. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάζει υπέρ του θύματος αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του θύματος, ενώ σε περίπτωση θανάτου του προσώπου-θύματος η χρηματική αυτή ικανοποίηση πρέπει να επιδικάζεται στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης (932 ΑΚ). Μία τέτοια ακραία περίπτωση θα μπορούσε να είναι η πρόκληση κρίσης πανικού σε οδηγό ή πεζό λόγω παράνομης χρήσης κόρνας με πρόκληση ξαφνικής επίθεσης και εντόνου άγχους. Από την άλλη πλευρά, ο κάθε οδηγός γενικώς θα πρέπει να διατηρεί την ψυχραιμία του κατά την οδήγηση του οχήματός του, ακόμα και όταν καθημερινά δέχεται πολλές τέτοιες επιθέσεις παράνομης χρήσης ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας). Η βελτίωση της ποιότητας ζωής μίας πόλης πρέπει να περιλαμβάνει την μείωση της ηχορύπανσης και της επιθετικότητας, διότι ένα ήρεμο αστικό περιβάλλον συμβάλει στην ψυχική υγεία, η οποία σήμερα αποτελεί ζητούμενο και προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης. Η μείωση θορύβου λόγω ηλεκτροκίνησης ορισμένες φορές καθιστά, πάντως, πιο επικίνδυνο ένα όχημα, οπότε σε τέτοιες περιπτώσεις εν όψει ενδεχόμενου κινδύνου η χρήση της ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) για αποτροπή σύγκρουσης ή πρόκλησης θανάτου σε πεζό επιβάλλεται. Συναφώς, ο ενωσιακός νομοθέτης επιβάλει την εγκατάσταση ηχητικής ειδοποίησης (κόρνας) σε κάθε όχημα, ακόμα και σε όποιο κινείται αυτοματοποιημένα (Κανονισμός 2022/1426).