Κείμενο

Το παρόν άρθρο αξιολογήθηκε από επιτροπή ειδικών της Ένωσης Επιστημόνων Ευρωπαϊκών Σπουδών και επελέγη προς δημοσίευση ως το καλύτερο από μια σειρά άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο φοιτητικό νομικό περιοδικό Expressis Verbis Law Journal της ELSA Thessaloniki.
Ι. Εισαγωγή
Η επιταγή του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που απαγορεύει απόλυτα τα βασανιστήρια και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, αποτελεί τον πυρήνα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η απόλυτη ισχύς του ενσωματώνει σε έναν κανόνα jus cogens μία από τις σημαντικότερες αξίες της δημοκρατικής κοινωνίας και του κράτους δικαίου, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αποτελεσματική προστασία αυτής. Ωστόσο, παρά τα δημοκρατικά και νομικά εχέγγυα, ακόμη και σήμερα παρατηρούνται συχνά περιστατικά αστυνομικής βίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, με τυπικούς χώρους εμφάνισης τις διαδηλώσεις, τις συλλήψεις, καθώς και τις συνθήκες κράτησης και ανάκρισης των συλληφθέντων. Από την υπόθεση των αδερφών Bouyid στο Βέλγιο μέχρι την υπόθεση Torosian στην Ελλάδα, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η αστυνομική βία δεν είναι απλά μια σειρά μεμονωμένων περιστατικών. Αντίθετα, σύμφωνα και με την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά βίας “ενισχύουν μία ενδημική κουλτούρα ατιμωρησίας και υπονομεύουν σημαντικά την εμπιστοσύνη προς τους κρατικούς θεσμούς προστασίας των πολιτών. Στο παρόν άρθρο θα εξεταστεί το φαινόμενο της αστυνομικής βίας υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, εστιάζοντας στην εκδήλωσή του στους προαναφερθέντες χώρους. Ακολούθως, θα αναλυθούν οι συνεπαγόμενες υποχρεώσεις των κρατών, θετικές και αρνητικές, και, τέλος, η δικονομική υποχρέωση για αποτελεσματική έρευνα των υποβαλλομένων καταγγελιών με σκοπό τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
II. Η αστυνομική βία στις διαδηλώσεις
2.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Ένα από τα πεδία στα οποία εμφανίζεται συχνότερα το φαινόμενο της αστυνομικής βίας είναι οι δημόσιες συναθροίσεις και οι διαδηλώσεις, μέσω των οποίων οι πολίτες εκφράζουν τις πολιτικές ή κοινωνικές ανησυχίες τους, κατά την ενάσκηση του δικαιώματός στο συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11 ΕΣΔΑ). Ενδεικτικά, στις πρόσφατες διαδηλώσεις στη Σερβία, που οργανώθηκαν ως αντίδραση στο περιστατικό στο Νόβι Σαντ και την επακόλουθη αδράνεια της δικαιοσύνης, ο Volker Türk, o Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, επισήμανε ότι υπάρχουν “πολλές καταγγελίες για βίαιες επιθέσεις και αυθαίρετες συλλήψεις ειρηνικών διαδηλωτών και δημοσιογράφων κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, οι οποίες όχι απλά δεν έχουν διερευνηθεί και τιμωρηθεί, αλλά επαναλαμβάνονται. Η αυθαίρετη και υπέρμετρη χρήση βίας με σωματικά πλήγματα, δακρυγόνα, χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, κ.ο.κ. στο όνομα της αποκατάστασης της τάξης, καθώς και η αδράνεια των αρχών ως προς τον εντοπισμό και την τιμωρία των υπευθύνων και την προληπτική προστασία των διαδηλωτών είναι ζητήματα που εγείρουν σοβαρούς προβληματισμούς υπό το πρίσμα του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
2.2. Ο απόλυτος χαρακτήρας του άρθρου 3 ΕΣΔΑ
Το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 3 ΕΣΔΑ έχει απόλυτο χαρακτήρα: με άλλα λόγια, δεν υπόκειται σε περιορισμούς, ούτε σε σταθμίσεις με άλλα αγαθά ή σε αναστολή της ισχύος του και δεν επιδέχεται καμία απολύτως εξαίρεση, ακόμα και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 15 ΕΣΔΑ. Είναι σημαντικό η συχνή εμφάνιση παραβιάσεων, όπως η βία στο πλαίσιο των διαδηλώσεων, να μην “συγχωρείται” ως νόμιμη και δικαιολογημένη απόκλιση από τον κανόνα, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά και τυχόν παράνομη δράση του θύματος. Εξάλλου, το ίδιο το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί στην απόφαση İzci κατά Τουρκίας ότι το άρθρο 3 ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει την στάθμιση μεταξύ της σωματικής ακεραιότητας ενός ατόμου και της διατήρησης της δημόσιας τάξης, ώστε η πρώτη να θυσιάζεται στο όνομα της δεύτερης. Συνεπώς, είναι αδιάφορος ο νόμιμος σκοπός που εμφανίζονται να εξυπηρετούν οι αρχές που παραβιάζουν τη διάταξη και δεν υφίσταται το πρώτον καμία δικαιολογητική βάση για την χρήση βίας κατά την διάρκεια διαδηλώσεων.
2.3. Ο ελάχιστος βαθμός σοβαρότητας της αστυνομικής επέμβασης και επιβαρυντικές συνθήκες
Ασφαλώς, για να εφαρμοστεί η απαγόρευση, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες αυστηρές προϋποθέσεις - δεν θεωρείται κάθε αστυνομική ενέργεια σε διαδηλώσεις παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει αναπτύξει και χρησιμοποιεί παγίως μία σειρά από προϋποθέσεις και επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων εκείνη του “ελάχιστου βαθμού σοβαρότητας” (minimum level of severity / seuil minimum de gravité) της επέμβασης των αρχών και της προκληθείσας βλάβης.
Ο ελάχιστος βαθμός κρίνεται ad hoc στο στάδιο του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών γεγονότων με βάση κριτήρια, όπως η διάρκεια της κακομεταχείρισης, η κατάσταση της υγείας, το φύλο ή και η ηλικία των παθόντων. Δεν υπάρχουν πράξεις ή μέσα που ενεργοποιούν αυτομάτως την απαγόρευση - αυτό κρίνεται από το πλαίσιο τέλεσης τους.
Χαρακτηριστικά, η χρήση των δακρυγόνων, αν και έχει κριθεί επανειλημμένως επικίνδυνη, δεν απαγορεύεται πάντα. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Oya Ataman κατά Τουρκίας η χρήση των δακρυγόνων κρίθηκε νόμιμη, αφού δεν ήταν τέτοιας έντασης ή διάρκειας, ώστε να προκαλέσουν σωματική βλάβη στην προσφεύγουσα. Από την άλλη πλευρά, στην υπόθεση Ali Güneş κατά Τουρκίας, όπου η αστυνομία ψέκασε απροειδοποίητα απευθείας στο πρόσωπο τον προσφεύγοντα, η χρήση τους ενέπεσε στον ορισμό της απάνθρωπης και ταπεινωτικής συμπεριφοράς.
Το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει κάποιες συνθήκες που καθιστούν σοβαρότερη την βίαιη αστυνομική παρέμβαση και, άρα, πιο εύκολη την υπέρβαση του ελάχιστου βαθμού. Αυτές οι συνθήκες μπορεί να είναι η έλλειψη προειδοποίησης εκ μέρους των αστυνομικών αρχών της πρόθεσης για χρήση βίας, η παρουσία άοπλων πολιτών και ο βαθμός της αναταραχής που οδηγεί στα κατασταλτικά μέτρα.
III. Ο εξαναγκασμός και η χρήση βίαιων μεθόδων κατά την σύλληψη, την κράτηση και την ανάκριση
3.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η άσκηση βίας κατά τη σύλληψη υπόπτων, αλλά και αργότερα, στη διάρκεια της ανάκρισής τους, όπου το θύμα βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο του κρατικού οργάνου, θεωρείται εξ ορισμού βασική πηγή διακινδύνευσης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι, ενώ η χρήση ορισμένου βαθμού βίας δεν απαγορεύεται καταρχήν στο πλαίσιο μίας σύλληψης, οι αρχές μπορούν να προσφεύγουν σε τέτοια μέσα, μόνο όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο και εφόσον η ένταση της βίας δεν υπερβαίνει το εύλογο και αναλογικό όριο σε ένα συγκεκριμένο επιχειρησιακό πλαίσιο. Κατά το στάδιο της κράτησης, όπου ο κρατούμενος βρίσκεται σε μία εν γένει ευάλωτη θέση υπό τον έλεγχο των αρχών, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Bouyid κατά Βελγίου του 2015, το Δικαστήριο έχει καθιερώσει αντιστροφή του βάρους απόδειξης: συγκεκριμένα, αν ένα άτομο προσαχθεί χωρίς εμφανείς κακώσεις, αλλά αφήνεται ελεύθερο με τραυματισμούς, τότε το κράτος πρέπει να δώσει μία πειστική και επαρκή εξήγηση για την προέλευσή τους και όχι ο προσφεύγων να αποδείξει ότι προήλθαν από την αστυνομία.
3.2. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3 ΕΣΔΑ
3.2.1. Πρόθεση των αστυνομικών οργάνων, συνθήκες κακοποίησης και ευαλωτότητα του θύματος
Το ΕΔΔΑ έχει θέσει τρεις ακόμα παραμέτρους για τον ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας: τον σκοπό και το κίνητρο των αστυνομικών, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης και την ενδεχόμενη ευάλωτη θέση του θύματος.
Ως προς την πρόθεση, αποκλείεται η ενεργοποίηση της ευθύνης των κρατών για βλάβη πολιτών που προήλθε από αμιγώς τυχαία γεγονότα ή αμελείς συμπεριφορές. Ωστόσο, όταν οι αστυνομικοί προκαλούν σωματικές βλάβες χωρίς να είναι αναγκαίο ή ανάλογο της επιχείρησής τους, τότε μόνη η απουσία δόλου για εξευτελισμό του ατόμου δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, είναι απαραίτητο για την συνδρομή του ελάχιστου βαθμού σοβαρότητας να συνεκτιμώνται οι ευρύτερες συνθήκες υπό τις οποίες οι αστυνομικές αρχές κατέφυγαν σε τέτοιου είδους πρακτικές, καθώς και ο βαθμός ευαλωτότητας του θύματος την στιγμή κατά την οποία δέχθηκε την βία. Η θέση των αστυνομικών θα επιδεινωνόταν, για παράδειγμα, αν ασκούσαν βία σε βάρος ενός ανηλίκου ή ενός ψυχικά ασθενούς κατά την σύλληψή του, ειδικά αν δεν προβλήθηκε αντίσταση. Στην απόφαση Ali Güneş κατά Τουρκίας, ο προσφεύγων τελούσε υπό κράτηση, μία συνθήκη που συνεπάγεται ιδιαίτερη ευαλωτότητα και καθιστά ευκολότερη την υπέρβαση του ελάχιστου ορίου - χωρίς πάντως οι στερητικές της ελευθερίας ποινές να απαγορεύονται καθαυτές. Αντιστρόφως, στην Oya Ataman κατά Τουρκίας η καλή σωματική κατάσταση της προσφεύγουσας και η απουσία ιατρικών αποδείξεων του εναντίου οδήγησαν στην κρίση ότι η έκθεση της τελευταίας στα δακρυγόνα δεν προκάλεσε βλάβη ικανή να υπερβεί τον ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας της απάνθρωπης μεταχείρισης.
3.3. Διάκριση ανάμεσα σε βασανιστήριο, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση
Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των τριών ειδών κακομεταχείρισης του άρθρου 3 ΕΣΔΑ έγκειται στην ένταση του προκληθέντος από την αστυνομική αρχή πόνου.Σοβαρότερη μορφή κακομεταχείρισης είναι το “βασανιστήριο”, που συνίσταται σε σκόπιμες πράξεις απάνθρωπης μεταχείρισης ιδιαίτερης έντασης με σοβαρές συνέπειες, συνεκτιμώμενων πάντα και της διάρκειας της μεταχείρισης, των φυσικών και πνευματικών επιπτώσεων ή ακόμα και του φύλου, της ηλικίας και της κατάστασης της υγείας του θύματος . Ενδεικτικά, στην απόφαση Maslova και Nalbandov κατά Ρωσίας του 2008, η κράτηση της πρώτης προσφεύγουσας υπό συνθήκες ακραίας βίας και σεξουαλικής κακοποίησης κρίθηκε ότι προκάλεσε τόσο έντονο σωματικό και ψυχικό άλγος, ώστε να χαρακτηριστεί βασανιστήριο. Ως βασανιστήριο χαρακτηρίστηκε επίσης και η εξαιρετικά βίαιη συμπεριφορά αστυνομικών στην απόφαση Cestaro κατά Ιταλίας , όπου τα χτυπήματα με αστυνομικό ρόπαλο ήταν τέτοιας έντασης, ώστε το θύμα να χρειαστεί διπλή χειρουργική επέμβαση.
Έπειτα, το ΕΔΔΑ έχει ορίσει ότι μια μεταχείριση ή τιμωρία είναι “απάνθρωπη”, εφόσον ήταν προμελετημένη, πολύωρη και προκάλεσε σοβαρή σωματική βλάβη ή έντονο σωματικό και ψυχικό πόνο. Η απάνθρωπη μεταχείριση διαφέρει από το βασανιστήριο ως προς τον βαθμό σοβαρότητας. Επομένως, ηπιότερες πράξεις που πληρούν μεν τον ελάχιστο βαθμό σοβαρότητας που απαιτεί η διάταξη, χωρίς την βαναυσότητα του βασανιστηρίου, απαγορεύονται από την ΕΣΔΑ ως “απάνθρωπες μεταχειρίσεις”. Ως τέτοιες χαρακτηρίστηκαν, για παράδειγμα, οι πέντε μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν από τις αστυνομικές αρχές σε βάρος των κρατουμένων στην υπόθεση Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες περιελάμβαναν μεταξύ άλλων τη στέρηση ύπνου, τη στέρηση τροφής και νερού, την έκθεσή τους σε διαρκή και δυνατό θόρυβο κατά την ανάκρισή τους και την κάλυψη των κεφαλιών τους με σκουρόχρωμες σακούλες σε κάθε στιγμή εκτός από την ώρα της ανάκρισης.
Τέλος, μια μεταχείριση θεωρείται “εξευτελιστική” όταν εξευτελίζει ή υποβαθμίζει ένα άτομο στα δικά του μάτια ή στα μάτια τρίτων, δείχνοντας έλλειψη σεβασμού ή μειώνοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του ή προκαλεί συναισθήματα φόβου, αγωνίας ή κατωτερότητας ικανά να κάμψουν την ηθική και σωματική αντοχή ενός ατόμου. Ακόμα και χωρίς την επέλευση σωματικής βλάβης, η μεγάλης σοβαρότητας προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αρκεί για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εξευτελιστικής μεταχείρισης συναντάται στην υπόθεση Bouyid κατά Βελγίου, η οποία αφορά τις καταγγελίες δύο αδελφών για σωματική βία κατά τη διάρκεια προσαγωγής και κράτησής τους. Εδώ, το Δικαστήριο τόνισε ότι κάθε προσφυγή σε βία από κρατικό λειτουργό, η οποία δεν είναι απολύτως αναγκαία λόγω της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου, συνιστά προσβολή της αξιοπρέπειας και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, καθώς η διάταξη δεν προϋποθέτει την επέλευση σοβαρής σωματικής βλάβης, αλλά εστιάζει πρωτίστως στην προάσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έναντι αυθαίρετων εκδηλώσεων κρατικής ισχύος. Υπό το πρίσμα αυτό, ακόμη και ένα μεμονωμένο χαστούκι από αστυνομικό σε πρόσωπο υπό τον έλεγχό του φέρει εκ φύσεως εξευτελιστικό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως πρόκλησης εμφανών τραυμάτων ή τέλεσής του ενώπιον τρίτων, αρκεί το θύμα να νιώσει τον ταπεινωτικό χαρακτήρα της πράξης, χωρίς απαραίτητα αυτή να λάβει χώρα ενώπιον τρίτων.
Επομένως, η διάκριση των τριών απαγορευμένων ειδών μεταχείρισης βασίζεται κυρίως στην ένταση και το είδος της προσβολής. Τα βασανιστήρια, από τη μία, αποτελούν lex specialis: κάθε βασανιστήριο συνιστά κατ’ ανάγκη, a fortiori, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, όχι όμως και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική πράξη βασανιστήριο. Εξάλλου, ακόμα και μόνη η απειλή βασανιστηρίου σε μία ανάκριση, μπορεί να χαρακτηριστεί ως απάνθρωπη μεταχείριση. Από την άλλη, η διάκριση μεταξύ απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης έγκειται στη φύση της προσβολής: η πρώτη προϋποθέτει σημαντικής έντασης σωματικό ή και ψυχικό πόνο, ενώ η δεύτερη εστιάζει κυρίως στην ταπείνωση και την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
4. Ουσιαστικές και διαδικαστικές υποχρεώσεις των κρατών
4.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Η προστασία που κατοχυρώνεται στο πλαίσιο του άρθρου 3 ΕΣΔΑ δεν εξαντλείται στην αποχή των κρατικών οργάνων από παράνομες πρακτικές, αλλά επεκτείνεται στη λήψη θετικών μέτρων για την πρόληψη και την αποτελεσματική αντιμετώπιση σχετικών παραβιάσεων. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει διαμορφώσει τη διάκριση μεταξύ ουσιαστικών και διαδικαστικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά και αλληλοενισχυόμενα. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη οφείλουν αφενός να αποτρέπουν την κακομεταχείριση και αφετέρου να διασφαλίζουν τη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας σε περίπτωση καταγγελιών, ως αναπόσπαστο στοιχείο της ουσιαστικής προστασίας του δικαιώματος.
4.2. Η αρνητική και η θετική υποχρέωση
Τα κράτη υπό το πρίσμα του άρθρου 3 ΕΣΔΑ φέρουν αφενός την αρνητική υποχρέωση να μην προβαίνουν τα αστυνομικά όργανα που βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο τους σε πρακτικές βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης μέσω της χρήσης μη αναγκαίας και υπέρμετρης αστυνομικής βίας. Αφετέρου, έχουν την θετική υποχρέωση να προστατεύουν τους πολίτες τους από τις αυθαιρεσίες και την κακομεταχείριση από την πλευρά των αστυνομικών οργάνων μέσω της αποτελεσματικής διερεύνησης των επίμαχων περιπτώσεων παραβίασης του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, και δη μέσω της θεσμοθέτησης ενός πλήρους και εφαρμόσιμου νομοθετικού πλαισίου, όπως ήταν στην Ελλάδα ο Ν. 4443/2016 και ακολούθως ο Ν. 4662/2020.
4.3. Η υποχρέωση αποτελεσματικής έρευνας στον ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο
Η τρίτη, διαδικαστική υποχρέωση επιβάλλει στα κράτη να διασφαλίζουν νομοθετικά την διεξαγωγή επίσημης, ανεξάρτητης, αντικειμενικής και αποτελεσματικής έρευνας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σκοπός της είναι η ταυτοποίηση υπευθύνων (λ.χ. μέσω των διακριτικών γνωρισμάτων που θα πρέπει να φοράνε αστυνομικοί σε διαδηλώσεις), η κίνηση της ποινικής διαδικασίας σε βάρος τους και η απόδοση ευθυνών. Προφανώς, το άρθρο 3 ΕΣΔΑ δεν αναγνωρίζει ένα απόλυτο δικαίωμα του προσφεύγοντος να πετύχει την καταδίκη συγκεκριμένου προσώπου, αλλά αφορά στην δικονομική υποχρέωση του κράτους για διεξαγωγή έρευνας, αρκεί οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον προσφεύγοντα να προκαλούν “εύλογη υποψία”.
Η αποτελεσματικότητα της έρευνας προϋποθέτει αφενός την ύπαρξη διατάξεων που τυποποιούν ως αξιόποινες τις πρακτικές και συμπεριφορές που αντιβαίνουν στο άρθρο 3 ΕΣΔΑ και, αφετέρου, την αυστηρή τήρηση όλων των αναγκαίων διαδικαστικών εγγυήσεων σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, από την προανάκριση μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης. Περαιτέρω, η ταχύτητα και η επιμέλεια των κρατικών αρχών, σε συνδυασμό με τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που αυτές πρέπει να τηρούν, αποτελούν εξίσου θεμέλια του αποτελέσματος που η έρευνα οφείλει να φέρει. Ειδικότερα, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των αρμόδιων θεσμικών οργάνων, όπως η έλλειψη ιεραρχικής σχέσης εξάρτησης και η πραγματική δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής και πρόσβασης στη διαδικασία. Αν και το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση των εθνικών δικαστηρίων, ο έλεγχός του, εν προκειμένω, και τηρουμένων των αναλογιών, οφείλει να είναι αυξημένης έντασης, προκειμένου να διαπιστώνονται τυχόν παρεκκλίσεις από τις διαδικαστικές απαιτήσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση.
Στην απόφαση Torosian κατά Ελλάδος, ενδεικτικά, το Δικαστήριο έκρινε ως υποκειμενική και, κατά συνέπεια, αναποτελεσματική, την έρευνα που διεξήχθη από τους συναδέλφους των καταγγελθέντων αστυνομικών, χωρίς εποπτεία εξωτερικής και ανεξάρτητης αρχής, η οποία θα διασφάλιζε την αντικειμενικότητα που επιτάσσει η διαδικαστική πτυχή του άρθρου 3. Τόνισε περαιτέρω ότι η έρευνα οφείλει να εξετάζει σε βάθος τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, όπως οι ιατρικές πραγματογνωμοσύνες και να εισχωρεί πρωτίστως σε ζητήματα ουσίας που θέτουν οι καταγγέλλοντες, έτσι ώστε να προστατεύεται η αποτελεσματικότητα αυτής.
Η Ελλάδα έχει επανειλημμένως καταδικαστεί εκ μέρους του ΕΔΔΑ για παντελή απουσία ενός ανεξάρτητου και αξιόπιστου ελέγχου περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας, όπως ενδεικτικά στην Zelilof κατά Ελλάδος και στην Galotskin κατά Ελλάδος. Οι καταδίκες αυτές οδήγησαν σε μία πρώτη θεσμική απόπειρα καταγραφής περιπτώσεων αστυνομικής βίας, με τη σύσταση του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, υπαγόμενο στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και αργότερα, μίας Τριμελούς Επιτροπής στο προαναφερθέν Γραφείο, χωρίς όμως να λειτουργήσει ουσιαστικά τίποτα από τα δύο. Μετέπειτα, ως λύση προκρίθηκε η θέσπιση μέσω του Ν. 4443/2016 μίας νέας αρμοδιότητας του Συνηγόρου του Πολίτη (ΣτΠ) ως Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας (ΕΜΗΔΙΠΑ). Αποστολή του είναι η ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελλομένων περιστατικών αυθαιρεσίας, η παραπομπή για πειθαρχική διερεύνηση, κυρίως όταν το ΕΔΔΑ κρίνει την τελεσθείσα έρευνα ως πλημμελή. Στην Ετήσια Έκθεση του ΣτΠ για το 2024, ο ΕΜΗΔΙΠΑ διατύπωσε επιφυλάξεις για την πληρότητα της διενεργηθείσας έρευνας σε 7 από τις 10 υποθέσεις που επεξεργάστηκε και αξιολόγησε. Επομένως, αν και η υποχρέωση ανεξάρτητης και αποτελεσματικής διερεύνησης εντάσσεται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ουσιαστικής προστασίας του άρθρου 3, η Ελλάδα, όπως έχει τονιστεί και από την Επιτροπή Υπουργών για την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, εξακολουθεί να καταδικάζεται από το τελευταίο για παραβίαση τόσο αυτής όσο και των προαναφερθεισών θετικών και αρνητικών υποχρεώσεων και τελεί υπό καθεστώς “αυξημένης επιτήρησης”.
IV. Επίλογος
Στον ευρωπαϊκό χώρο, οι αστυνομικές αρχές απαγορεύεται να επιβάλλουν, να υποκινούν ή να ανέχονται βασανιστική, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Η νομολογία του ΕΔΔΑ εδραιώνει με συνέπεια τον απόλυτο χαρακτήρα του άρθρου 3, αποκλείοντας κάθε στάθμιση με λόγους δημόσιας τάξης και επιβάλλοντας μηδενική ανοχή στην ατιμωρησία των κρατικών φορέων και στην υπέρμετρη και άσκοπη χρήση της κρατικής βίας. Η ανεξάρτητη διερεύνηση των καταγγελιών, η διασφάλιση λογοδοσίας και η απόδοση ευθυνών αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου σε μία εποχή αυξημένων πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων.