Κείμενο
Η παρούσα μελέτη αποτελεί τεκμηριωμένη εκδοχή εισηγήσεως του γράφοντος σε επιμορφωτική ημερίδα της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, η οποία έλαβε χώρα στην Αίθουσα Τελετών του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 27.5.2026.
Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι οι «κανόνες» δεοντολογίας, δηλαδή οι κανόνες «ήπιου» δικαίου (soft law), που διέπουν την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης των δικαστικών λειτουργών, ως ιδιωτών, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και η εφαρμογή των «κανόνων» αυτών από τα οικεία όργανα παρ’ ημίν και διεθνώς τα τελευταία 15-20 περίπου χρόνια. Αντιθέτως, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας μελέτης οι κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τη θεσμική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους δικαστικούς λειτουργούς, ως εκπροσώπους τύπου δικαστηρίων ή δικαστικών ενώσεων, ούτε οι κανόνες θετικού δικαίου λ.χ. Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, που διέπουν την ιδιωτική χρήση των μέσων αυτών από τους ίδιους.
Τους ανωτέρω «κανόνες» αντλούμε από τα εξής κείμενα δικαστικής δεοντολογίας:
• Τον κατάλογο συμπερασμάτων δύο συναντήσεων ομάδων εργασίας του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ), που έχει συσταθεί και λειτουργεί στο πλαίσιο της ΕΕ, τα οποία υιοθετήθηκαν στη ΓΣ της Μπρατισλάβα στις 7.6.2019.
Σελ. 418 • Τις από 2019 «μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές» (non-binding guidelines) του Παγκόσμιου Δικτύου για τη Δικαστική Ακεραιότητα (Global Judicial Integrity Network), που έχει συσταθεί με την από Απρίλιο 2018 Διακήρυξη της Ντόχα και λειτουργεί στο πλαίσιο του Γραφείου του ΟΗΕ για την καταπολέμηση των Ναρκωτικών και του Εγκλήματος (UNODC).
• Τη γνώμη 806/2015 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «για τη Δημοκρατία μέσω του Νόμου» (Επιτροπή της Βενετίας) που έχει συσταθεί και λειτουργεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, σχετικά με την ελευθερία έκφρασης των δικαστών.
• Τα κείμενα αυτά ελήφθησαν υπόψη κατά τη σύνταξη του Χάρτη Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος υιοθετήθηκε με την 3/11.2.2022 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως Κεφάλαιο VII - ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ, στοιχ. 6 - Μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και τις υπό το Κεφάλαιο αυτό Επεξηγήσεις – Καλές πρακτικές). Στο μέτρο που αποτυπώνει βασικές αρχές δικαστικής δεοντολογίας και πρότυπα συμπεριφοράς που απορρέουν από αυτές, ο Χάρτης αυτός μπορεί να αξιοποιηθεί και από τους δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μολονότι, σύμφωνα με την κατά πλειοψηφία απόφαση της Ολομέλειας, δεν τους καταλαμβάνει ρητώς.
• Την ίδια περίοδο ψήφισης του Χάρτη Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ υιοθετήθηκε από το Συμβουλευτικό Συμβούλιο των Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE) η 25 (2022) γνώμη σχετικά με την ελευθερία έκφρασης των δικαστών, οι παρ. 66-78 της οποίας είναι αφιερωμένες στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους δικαστές.
Προηγουμένως κάποιοι ορισμοί, παραδείγματα και στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με τον περισσότερο ίσως χρησιμοποιούμενο ορισμό στην επιστήμη της επικοινωνίας, των Carr και Hayes (2015), «τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι διαδικτυακά κανάλια που επιτρέπουν στους χρήστες να αλληλεπιδρούν ευκαιριακά και να αυτοπαρουσιάζονται επιλεκτικά, είτε σε πραγματικό χρόνο είτε ασύγχρονα, τόσο σε στενό όσο και σε ευρύ κύκλο προσώπων, τα οποία αντλούν αξία από το περιεχόμενο που δημιουργείται από τους χρήστες και την αίσθηση της αλληλεπίδρασης με άλλους». Τα πλέον δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κατά σειρά αριθμού χρηστών και επιδραστικότητας, ιδίως στην Ευρώπη, είναι τα: Facebook και Facebook Messenger (απόλυτος κυρίαρχος στην Ευρώπη, ιδίως στους Millennials - γεν. 1981-1996 και Gen X - γεν. 1965-1980), Instagram (σημείο αναφοράς για lifestyle, μόδα και marketing – Millennials και Gen Z - γεν. 1997-2012), WhatsApp (η «ραχοκοκαλιά» της ευρωπαϊκής επικοινωνίας, ιδίως σε Δυτική και Κεντρική Ευρώπη), Youtube (κυρίαρχη πλατφόρμα βίντεο, κύρια εναλλακτική της τηλεόρασης για τις νεότερες γενιές), TikTok (διαμορφωτής τάσεων - ευρωπαϊκή ποπ κουλτούρα και μουσική βιομηχανία – Gen Z), Telegram (γεωπολιτική επιρροή, εκρηκτική άνοδος στην Ανατολική Ευρώπη, κύριο κανάλι ενημέρωσης για πολεμικές και πολιτικές κρίσεις χωρίς λογοκρισία), Snapchat (μονοπώλιο στην καθημερινή επικοινωνία των εφήβων στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη λόγω των εφήμερων μηνυμάτων και των φίλτρων), Χ (πρώην Twitter – η ατζέντα των Ευρωπαίων decision-makers, με τεράστια επιρροή παρά το χαμηλό μερίδιό του στην Ευρώπη - περ. 4,5%, καθώς εκεί συζητούν καθημερινά Ευρωπαίοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, θεσμικά όργανα της ΕΕ και ακαδημαϊκοί), Pinterest (οδηγός αγοράς και αισθητικής, με τεράστια επιρροή στο γυναικείο καταναλωτικό κοινό για θέματα διακόσμησης, μόδας, γαστρονομίας και Do It Yourself), LinkedIn (η απόλυτη B2B επιρροή - στην Ευρώπη αποτελεί το μοναδικό και αδιαμφισβήτητο εργαλείο για εταιρική επικοινωνία, εύρεση εργασίας και επαγγελματική δικτύωση), Viber (ισχυρό στην επικοινωνία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη). Υπάρχουν επίσης επιδραστικές πλατφόρμες ειδικού σκοπού: Tinder (νούμερο ένα εφαρμογή γνωριμιών στην Ευρώπη – έφερε την «ψηφιακή επανάσταση του φλερτ»), OnlyFans [μετέτρεψε την προσωπική/ενήλικη ψυχαγωγία σε μια αποκεντρωμένη επιχείρηση (Direct-to-Fan Subscription)], Grindr (κατέχει σχεδόν το μονοπώλιο στην ΛΟΑΤΚΙ+ ψηφιακή δικτύωση στην Ευρώπη, είναι η πλατφόρμα που εφηύρε τη δικτύωση βάσει γεωγραφικής εγγύτητας μέσω GPS, τεχνολογία την οποία αντέγραψε αργότερα το Tinder). Εξάλλου, το ιστολόγιο (blog) είναι μια ιστοσελίδα που φιλοξενεί συζητήσεις ή πληροφορίες στον παγκόσμιο ιστό (World Wide Web), οι οποίες αποτελούνται από διακριτές, συχνά υπό μορφή ανεπίσημου ημερολογίου, αναρτήσεις κειμένου (posts), με αντίστροφη χρονική σειρά (πρώτα η πιο πρόσφατη). Ο όρος weblog εμφανίστηκε το 1997, ο δε όρος blog
Σελ. 419 προήλθε, το 1999, από την παιγνιώδη διάσπαση του ανωτέρω όρου, από πρώιμο blogger, σε we blog (οπότε το blog κατέστη και ρήμα). Παραδείγματα micro-blogs (πλατφόρμες για σύντομες αναρτήσεις) αποτελούν το Twitter (ήδη Χ), και το Facebook. Στο micro-blogging επιδίδονται, εκτός από μεμονωμένους δικαστικούς λειτουργούς, και δικαστήρια αλλά και δικαστικές ενώσεις. Εδώ θα ασχοληθούμε με τους πρώτους.
Ως προς τη διείσδυση τώρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον χώρο της Δικαιοσύνης, σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη στην 31η εκπαιδευτική σειρά της ΕΣΔι (Απρίλιο - Μάιο 2025), 82% των σπουδαστών δήλωσε ότι σκοπεύει να χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, 80% θα εξακολουθήσει τη διαδικτυακή φιλία με δικηγόρους [αλλά μόνο 20% θα αποδεχόταν το «αίτημα φιλίας» (friendship request) δικηγόρου], 71% θα επιτρέπει μόνο σε διαδικτυακούς φίλους να έχουν πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα που περιέχει ο λογαριασμός του, το 45% θα χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο κατά την χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το 49% θα χρησιμοποιούσε σελίδες μέσων κοινωνικής δικτύωσης για να αντλήσει πληροφορίες σχετικά με υπόθεση που εκδικάζεται ενώπιόν του (65% στους εισαγγελείς λόγω της αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης και του ανακριτικού συστήματος). Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ποιο όμως είναι το δέον;
Οι προαναφερθείσες ομάδες εργασίας του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ), αφού έλαβαν υπόψη τις κοινές παραδόσεις και πρακτικές των μελών, κατέληξαν στα εξής:
I. Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα/ κίνδυνοι από την χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
1. Επί του θεμελιώδους ερωτήματος αν οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η απάντηση είναι ανενδοίαστα καταφατική [έτσι και οι αμερικανικές πολιτειακές «συμβουλευτικές» επιτροπές δεοντολογίας (advisory committees)]. Τυχόν απαγόρευση θα συνιστούσε προδήλως δυσανάλογο περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης των δικαστικών λειτουργών. Χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οι δικαστές μετέχουν στη ζωή του σύγχρονου κόσμου. Πρέπει όμως να τηρούν τις αρχές της δικαστικής δεοντολογίας (τις αρχές της Bangalore του 2002). Οίκοθεν νοείται ότι πρέπει να τηρούν και όλους τους συνταγματικούς (άρθρο 29 παρ. 3) και νόμιμους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης λ.χ. να αποφεύγουν τη ρητορική μίσους ή τον ρατσιστικό λόγο, η παράβαση των οποίων ενδέχεται να συνιστά ποινικό και πάντως πειθαρχικό παράπτωμα. Άλλωστε, όπως εύστοχα παρατηρείται και στη βασική για το θέμα 462/2013 γνωμοδότηση του Αμερικανικού Δικηγορικού Συλλόγου (Αmerican Bar Association), αν παραβιάζονται οι κανόνες δικαστικής δεοντολογίας, είτε η επίμαχη συμπεριφορά εκδηλώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μέσω τηλεφώνου ή εκ του σύνεγγυς, τότε είναι η ίδια η συμπεριφορά και όχι το μέσο, που πρέπει να «καταδικαστεί». Πάντως, τα υπό εξέταση μέσα διευκολύνουν τις παραβάσεις αυτές. Όπως παρατηρείται, «το μέσο κοινωνικής δικτύωσης είναι ένας χώρος υπέρμετρης ελευθερίας λόγου. Ο στόχος του Twitter ή του
Σελ. 420 Facebook είναι να είναι κανείς ορατός/αναγνωρίσιμος, δηλαδή κατ’ ανάγκη μέσα στην υπερβολή».
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι, ενώ η συμμόρφωση με έναν κανόνα δεοντολογίας αποκλείει αυτόματα την πειθαρχική ευθύνη του δικαστικού λειτουργού, η παραβίαση ενός τέτοιου κανόνα αποτελεί απλώς μία ένδειξη τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος, η οποία ενδέχεται να μην αρκεί (χωρίς όμως να είναι αδιάφορη) για την πειθαρχική δίωξη και τον κολασμό του φερόμενου ως παραβάτη. Και τούτο, διότι οι κανόνες δεοντολογίας αποδίδουν υπέρτερες αρχές δικαστικού ήθους που όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί οφείλουν να τηρούν και ο κύριος ρόλος τους είναι να παρέχουν καθοδήγηση και υποστήριξη στους δικαστικούς λειτουργούς σχετικά με την ενδεδειγμένη υπηρεσιακή και προσωπική συμπεριφορά τους σε διάφορες περιστάσεις. Αυτή είναι και η έννοια της παρ. 3 του Προοιμίου του Χάρτη Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ, κατά την οποία «Με τον Χάρτη δεν θεσπίζονται κανόνες δικαίου, ούτε εισάγονται υποχρεώσεις ή δικαιώματα. … Ο Χάρτης δεν αποτελεί, συνεπώς, κείμενο που μπορεί να προκαλέσει πειθαρχική διαδικασία ούτε να αξιοποιηθεί εις βάρος του δικαστικού λειτουργού. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι ο συνταγματικός και ο κοινός νομοθέτης έχουν επιλέξει για συγκεκριμένους κάθε φορά λόγους, να τυποποιήσουν ορισμένες αρχές και πρότυπα συμπεριφοράς». Με τη διευκρίνιση αυτή γίνεται εφεξής λόγος περί «κανόνων» δεοντολογίας.
Πολύ πέραν του δέοντος έβη λ.χ. Έλληνας δικαστικός λειτουργός, ο οποίος φέρεται, σε περίοδο όξυνσης της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών παθών, μέσω δημόσιου ιστολογίου, να διαμαρτυρήθηκε έντονα για τα κυβερνητικά μέτρα λιτότητας, χαρακτηρίζοντας την κυβέρνηση ως κυβέρνηση «δοσίλογων». Διώχθηκε πειθαρχικά και του επιβλήθηκε ποινή από το
Σελ. 421 Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Αντιστοίχως στη Γαλλία, εν έτει 2014, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο επέβαλε πειθαρχική ποινή, για συμπεριφορά απάδουσα της ευπρεπείας που αρμόζει σε δικαστή και παραβιάζουσα το καθήκον διακριτικότητας και αυτοσυγκράτησης, σε δύο δικαστικούς λειτουργούς (έναν εισαγγελέα και ένα μέλος της σύνθεσης ποινικού δικαστηρίου), οι οποίοι, κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης, αντήλλασσαν tweets (έχοντας έκαστος περί τους 4.000 ακολούθους), με το εξής, μεταξύ άλλων, περιεχόμενο: «Έχω το δικαίωμα να χαστουκίσω τον μάρτυρα;» και «Έκανα έναν μάρτυρα να κλάψει!», αν και δεν προέκυπτε ποια ποινική υπόθεση εκδικαζόταν ενώπιόν τους. Φαίνεται πάντως ότι αυτή η χρήση του Twitter (ήδη X) είναι αρκετά διαδεδομένη μεταξύ των Γάλλων δικαστικών λειτουργών, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του εισαγγελέα της Grenoble, σε σεμινάριο επιμόρφωσης που διοργάνωσε η γαλλική Εθνική Σχολή Δικαστών τον Οκτώβριο του 2019, όπου δήλωνε ότι ο ίδιος επικαλείται δημοσιογραφικά «live-tweets» (δηλ. αναρτήσεις σε πραγματικό χρόνο) κατά τη διάρκεια δικών (στις οποίες μετέχει) και ομολογούσε: «έχω λάβει υπόψη μου παρατηρήσεις δημοσιογράφων για να θέσω ερωτήσεις στο ακροατήριο!». «Υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον επικοινωνίας. Μέσω των κοινωνικών δικτύων ανταλλάσσω εύκολα πληροφορίες με τον Τύπο, που μου παρέχει ενίοτε σχεδόν όσες πληροφορίες διαθέτω ο ίδιος». Διατηρεί λογαριασμό με το αληθινό του όνομα: «Είμαι πεπεισμένος ότι οι θεσμοί που εκπροσωπούμε πρέπει να ενσαρκώνονται (στα μάτια των πολιτών)».
2. Οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να γνωρίζουν τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνεπάγεται η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως έκθεση σε παρενόχληση, αλίευση προσωπικών δεδομένων (phishing), εκβιασμoί. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος υπονόμευσης της εικόνας ενός δικαστικού λειτουργού ατομικά ή και ολόκληρου του δικαστικού σώματος με τη δημοσιοποίηση ορισμένων δεδομένων [όπως δημοσιεύσεων, σχολίων, ετικετών (tags), φωτογραφιών κ.λπ.]. Επομένως, οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά τη δημοσίευση προσωπικών πληροφοριών, όπως τοποθεσία, αριθμός τηλεφώνου, οικογενειακές σχέσεις, φωτογραφίες κ.λπ. (προσωπικός αριθμός τηλεφώνου, διεύθυνση κατοικίας και ημερομηνία γέννησης δεν θα έπρεπε καν να αναρτώνται). Οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με τα χαρακτηριστικά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ περιορισμένης και ανοικτής πρόσβασης σε ένα προφίλ, καθώς όλες οι πληροφορίες που διαμοιράζονται στα μέσα αυτά μπορούν να δημοσιοποιηθούν, και μάλιστα ταχύτατα, λ.χ. ένας χρήστης του Facebook, αν και έχει τη δυνατότητα να κρατήσει κρυφά τα στοιχεία των «φίλων» του, δεν μπορεί να αποτρέψει τους τελευταίους από το να καταστήσουν τη δική τους λίστα «φίλων» δημόσια -ενέργεια, η οποία αποκαλύπτει όλες τις σχέσεις εντός των ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης- ούτε να τους εμποδίσει να μοιραστούν πληροφορίες ή σκέψεις, που ο πρώτος ανήρτησε, με τους δικούς τους «φίλους» ή ακόμα και με το ευρύ κοινό. Η διατύπωση του Οδηγού Δικαστικής Συμπεριφοράς (Guide to Judicial Conduct) του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (2019) υπό την ενότητα «Διαδικτυακή παρουσία και μέσα κοινωνικής δικτύωσης» είναι χαρακτηριστική: «[Οι δικαστές] θα πρέπει να έχουν κατά νου ότι οι διαδικτυακές συζητήσεις δεν είναι ιδιωτικές, ότι τα σχόλια μπορούν να αντιγραφούν και να έχουν αθέλητη αναγνωσιμότητα και διάρκεια και ότι είναι όλο και πιο εύκολο να συνδυαστούν πληροφορίες για έναν δικαστή από μια ποικιλία πηγών. Θα πρέπει να αποφεύγουν τη δημοσίευση στο διαδίκτυο περισσότερων προσωπικών πληροφοριών από όσες είναι αναγκαίες και να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί κατά τη συζήτηση υπηρεσιακών ή προσωπικών ζητημάτων».
ΙΙ. Ταυτοποίηση των δικαστικών λειτουργών (αναφορά ιδιότητας, χρήση ή μη ψευδωνύμου)
3. Οι δικαστικοί λειτουργοί, όταν χρησιμοποιούν τα μέσα για επαγγελματικούς σκοπούς, δηλ. για επικοινωνία σε υπηρεσιακό πλαίσιο, δεν πρέπει να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο.
4. Αντιθέτως, όταν χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για ιδιωτικούς σκοπούς, μπορούν να χρησιμοποιούν ψευδώνυμο. Ειδικώς πάντως για τους δικαστές που κάνουν αναρτήσεις σε ιστολόγια, ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς των (κατώτερων) δικαστηρίων (Courts and Tribunals) του Ηνωμένου Βασιλείου (2023), παραπέμπει σε σχετικές οδηγίες που εξέδωσαν ο ανώτατος επικεφαλής δικαστής των δικαστηρίων της Αγγλίας και Ουαλίας και ο αρχαιότερος πρόεδρος των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύονται οι αναρτήσεις με αναφορά στη δικαστική ιδιότητα του αναρτώντος/blogger, ακόμη και αν πρόκειται για ιστολόγια όπου οι αναρτήσεις γίνονται ανωνύμως. Παρόμοια σύσταση έχει απευθύνει το Συμβούλιο Δεοντολογίας (Collège de déontologie) της γαλλικής Διοικητικής Δικαιοσύνης (γνωμοδότηση 2023-11 της 20.11.2023, με αναφορά στην απόφαση του
Σελ. 422 CE no 412541 της 27.6.2018). Έτσι και ο Χάρτης Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση Διοικητικής Ολομελείας ΦΓ8/55595/2020, Β΄4942/9-11-2020) στις Επεξηγήσεις υπό το άρθρο 8. Επίσης οι δικαστικοί λειτουργοί - bloggers δεν πρέπει να εκφράζουν γνώμες, το περιεχόμενο των οποίων, αν γινόταν γνωστό ότι ασκούν δικαστικά καθήκοντα, θα έπληττε την εμπιστοσύνη του κοινού στην αμεροληψία τους και στη δικαστική εξουσία εν γένει. Μεγαλύτερη ελευθερία -που όμως δεν πρέπει να εκληφθεί ως απαλλαγή από δεοντολογικές υποχρεώσεις-, ήτοι της «επικοινωνίας σε οικειότητα» (ιδιωτικής), έχουν οι δικαστές όταν αλληλεπιδρούν σε κλειστή (με ανάλογη παραμετροποίηση) ομάδα δικαστικών λειτουργών λ.χ. στο Facebook ή το Viber. Σκόπιμο είναι τέτοιες ομάδες να μην εμφανίζονται στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου.
Οπωσδήποτε, όπως έχει επισημάνει το Ανώτατο (πολιτειακό) Δικαστήριο της Καλιφόρνια σε σχόλιο υπό τον οικείο θεμελιώδη Κανόνα (δεοντολογίας) «ένας δικαστής δεν μπορεί να σχολιάσει ή να συστήσει ή να επικρίνει επιχειρήσεις, προϊόντα ή υπηρεσίες σε ιστοσελίδες [κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, ή που βασίζονται στη συνεισφορά του κοινού, όπως το Yelp ή το TripAdvisor], αν είναι πιθανολογείται εύλογα ότι μπορεί να ταυτοποιηθεί ως δικαστής». H Επιτροπή Δικαστικής Δεοντολογίας της Πολιτείας του Τέξας προέβη σε κατ’ ιδίαν σύσταση (privately admonished) προς δικαστή που ανήρτησε μήνυμα «Ελπίζω να καείς στην κόλαση» σε ιστοσελίδα εταιρείας στο Facebook. Συναφώς το μεν Συμβούλιο Δικαστικής Δεοντολογίας του Κολοράντο, στην 2022-5 γνωμοδότησή του, επισήμανε ότι, μολονότι δεν απαγορεύεται δικαστής να έχει σελίδα προφίλ στο LinkedIn, που να ταυτοποιεί τόσο τον ίδιο ως δικαστή όσο και το δικαστήριο όπου υπηρετεί, και μάλιστα να εμφανίζεται με τήβεννο, με το κατάλληλο φυσικά, background, νέοι δικαστές με λογαριασμούς στο LinkedIn που παρείχαν τη στήριξή τους (endorsed) σε δικηγόρους ή επιχειρήσεις έπρεπε να την άρουν (“unendorse”), το δε αντίστοιχο Συμβούλιο της Φλόριδα, στην 2021-14 δική του γνωμοδότηση επισήμανε ότι ένας δικαστής δεν μπορεί να αναρτήσει συγχαρητήριο μήνυμα στο LinkedIn για βιβλίο που έγραψε η σύζυγός του. Λόγω των χαρακτηριστικών του (πλατφόρμα με προσανατολισμό την επιστημονική ανταλλαγή και την εύρεση απασχόλησης) έχει υποστηριχθεί -δεν το υιοθετώ- ότι το LinkedIn δεν είναι κατάλληλο να χρησιμοποιείται από δικαστές, με εξαίρεση τους δικαστές που είναι και μέλη ΔΕΠ.
ΙII. Περιεχόμενο και συμπεριφορά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (κατευθυντήριες οδηγίες)
5. «Αξιολογήστε το περιεχόμενο πριν από την ανάρτηση, και, αν υπάρχει αμφιβολία, μη συνεχίσετε! Θα λέγατε τα ίδια αν είχατε τους διαδικτυακούς συνομιλητές ενώπιόν σας;»
6. «Κατά την ανάρτηση σκεφτείτε το μέλλον! Ευθύς ως η ανάρτηση δημοσιοποιηθεί, είναι πολύ αργά: ο έλεγχός της έχει χαθεί. Λάβετε υπόψη ότι αυτό που δημοσιεύετε ενδέχεται να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από άλλους. Φροντίστε για την περιοδική αναθεώρηση και εκκαθάριση των δραστηριοτήτων σας [σχόλια, δημοσιεύσεις, ετικέτες (tags), likes, shares κ.λπ.]». Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ενδείξεις επιδοκιμασίας (like), αποδοκιμασίας (dislike), ενδιαφέροντος (follow) σχηματίζουν ένα σύστημα που εξυπηρετεί μια δημόσια διαδικτυακή επικοινωνία, η οποία όμως συνοδεύεται από σημαντικούς εγγενείς περιορισμούς. Τούτο δε, επειδή δεν είναι πλήρης και «ζωντανή», εφόσον περιορίζεται σε αόριστες ποιοτικές ενδείξεις, δεκτικές παρερμηνειών, δυνάμενες να δημιουργήσουν την εντύπωση δυνητικού επηρεασμού του δικαστικού λειτουργού ή καταχρηστικής προώθησης συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων. Οι ανωτέρω ενδείξεις ενέχουν μεγαλύτερους κινδύνους, ιδίως αν αντικείμενο σχολιασμού αποτελούν θέματα που απασχολούν τον δημόσιο διάλογο, τα οποία έχουν εγγενώς πολιτική διάσταση. Εκεί μετέχει, ενδεχομένως, και απεριόριστος κύκλος προσώπων και η συζήτηση μπορεί εύκολα να ξεφύγει σε άσχετα ζητήματα, που όμως θα εμφανίζονται ως συνέχεια του σχολίου που έκανε (και) ο δικαστικός λειτουργός. Λύση δεν αποτελεί ο προτεινόμενος από τον αγγλικό κώδικα δικαστικής δεοντολογίας ανώνυμος σχολιασμός, που, επιπροσθέτως, είναι αμφίβολο κατά πόσο συνεισφέρει στη διατήρηση της υπευθυνότητας στον δημόσιο διάλογο.
Από την πλούσια σχετική «νομολογία» των πολιτειακών συμβουλευτικών επιτροπών δικαστικής δεοντολογίας και λοιπών συναφών μονομελών οργάνων και επιτροπών, που έχουν και πειθαρχικές αρμοδιότητες, στις ΗΠΑ, σταχυολογούμε:
• τη δημόσια μομφή (censure), από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο της Πολιτείας του Κολοράντο, τ. δικαστή, ο οποίος ζήτησε από δικαστικό υπάλληλο να τον βοηθήσει με τη χρήση της εφαρμογής γνωριμιών Tinder (13.11.2023). Σύμφωνα πάντως με την 2022-119 συμβουλευτική γνώμη της οικείας επιτροπής της Νέας Υόρκης, ένας δικαστής μπορεί να διατηρεί προφίλ σε ιστοσελίδα γνωριμιών και να επικοινωνεί διαδικτυακά για τον σκοπό αυτόν – δεν θεωρώ ότι ισχύει κάτι άλλο
Σελ. 423παρ’ ημίν. Αντιθέτως είναι, νομίζω, προφανές ότι ο δικαστής δεν μπορεί να είναι δημιουργός περιεχομένου σε πλατφόρμα με συνδρομητές.
• την προσωρινή παύση 3 μηνών άνευ αποδοχών, από το Ανώτατο Δικαστήριο του Νιου Τζέρσεϊ, δικαστή, ο οποίος ανήρτησε 11 βίντεο στον λογαριασμό του στο TikTok, που περιείχαν αναφορές σε βία, σεξ και υποτίμηση των γυναικών και είχαν γυριστεί σε χώρους του δικαστηρίου ή στο κρεβάτι του, ενώ ήταν ντυμένος με την τήβεννο ή μισοντυμένος (1.10.2024).
• τη δημόσια μομφή (censure), από την Πειθαρχική Επιτροπή Δικαστών της Νεβάδα, δικαστή, η οποία, μεταξύ άλλων, έκανε την εξής ανάρτηση στο Instagram από μουσικό φεστιβάλ ημέρα Κυριακή στις 10.46 μ.μ.: «Η ζωή ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ όμορφη, παρά το γεγονός ότι η Billie Eilish δεν έχει ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ακόμη εδώ και 30 λεπτά και έχω ακροατήριο αύριο στις 8.30 π.μ.» (11.6.2024).
• τη δημόσια επίπληξη (reprimand), από την Επιτροπή Δικαστικής Δεοντολογίας της Αριζόνα, δικαστή, για αναρτήσεις στον λογαριασμό της στο Facebook σχετικά με τη σύγκρουση στο Ισραήλ και τη Γάζα και με παλαιότερα ιστορικά γεγονότα στην περιοχή, οι οποίες (αναρτήσεις) περιείχαν τόνο ή γλώσσα που «ήταν ανοιχτά αντισημιτικός/-ή ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί ως τέτοιος» (2.4.2024).
• την, κατόπιν συμφωνίας μη άσκησης πειθαρχικής δίωξης εκ μέρους της Επιτροπής Δικαστικής Δεοντολογίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, παραίτηση από την υπηρεσία και δέσμευση μη διεκδίκησης ή αποδοχής δικαστικού αξιώματος στο μέλλον α) από δικαστή που ανήρτησε «στον λογαριασμό του στο Facebook φωτογραφία με κρεμάλα και την λεζάντα “αν θέλουμε να κάνουμε την Αμερική Μεγάλη Ξανά (MAGA), θα πρέπει να κάνουμε τους κακούς να φοβηθούν την τιμωρία ξανά”» (12.9.2019), β) από δικαστή, για δημόσιες αναρτήσεις του στην προσωπική σελίδα του στο Facebook, με τις οποίες εξέφραζε προκατάληψη ενάντια στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, τους μουσουλμάνους, καθώς και υπέρ των οργάνων της τάξης και εναντίον των κατηγορουμένων για ποινικά αδικήματα, ή ήταν πολιτικού περιεχομένου ή αφορούσαν σε εκκρεμείς υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της δίκης για ανθρωποκτονία του πρώην αστυνομικού Ντέρεκ Σοβέν (10.6.2021), γ) από δικαστή, που ανήρτησε στην ιστοσελίδα του στο Facebook ναζιστικά σύμβολα (12.12.2023).
• την κατ’ ιδίαν προειδοποίηση, από την Επιτροπή Δικαστικής Δεοντολογίας του Τέξας, δικαστή που δήλωσε στην ιστοσελίδα του στο Facebook ότι θα αρνούνταν να επικυρώσει γάμους ομοφύλων, αν του το ζητούσαν, και επανέλαβε τη θέση αυτή σε επακόλουθη δήλωση προς τα μέσα. Επίσης τη δημόσια σύσταση (admonition), εκ μέρους της ίδιας Επιτροπής, σε δικαστή που προέβη σε ανάρτηση στο Facebook υποστηρίζοντας ότι θα απελευθέρωνε οποιονδήποτε έφερναν ενώπιόν του με κατηγορίες παραβίασης της απαγόρευσης μετακινήσεων κατά τη διάρκεια της επείγουσας κατάστασης κινδύνου για τη δημόσια υγεία λόγω του Covid-19 (28.2.2022).
• τη δημόσια σύσταση (admonition), από την Επιτροπή Διερεύνησης Δικαστικών Παραπτωμάτων της Δυτικής Βιρτζίνια, σε δικαστή που ανήρτησε στην ιστοσελίδα του στο Facebook φωτογραφία του ίδιου με τον αρχηγό της αστυνομίας και κοινοποίησε ανάρτηση από το πρόγραμμα οδικής ασφάλειας του Κυβερνήτη (4.8.2023).
7. Οι κανόνες που ισχύουν για τα δικαστικά σχόλια στα μέσα ενημέρωσης γενικά, ισχύουν και για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι δηλαδή δεδομένο ότι ο δικαστικός λειτουργός δεν δύναται να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις ή σχόλια αναφορικά με εκκρεμείς υποθέσεις (που χειρίζεται ο ίδιος ή συνάδελφοί του) είτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε σε οποιοδήποτε άλλο συναφές μέσο δημόσιας επικοινωνίας ούτε να επικοινωνεί ιδιωτικά (ex parte) με διαδίκους, στις υποθέσεις που χειρίζεται, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, μεταφέρει κατ' ουσίαν τη δικαστική διαδικασία εκτός ακροατηρίου, παραβιάζοντας τις αρχές της δίκαιης δίκης και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της.
IV. Φιλίες και επαφές (με διαδίκους, δικηγόρους και άλλους παράγοντες της δίκης) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· επιτρέπονται και, αν ναι, υπό ποιους όρους;
8. Όλες οι επαφές επιτρέπονται, αν ένας αντικειμενικός παρατηρητής δεν μπορεί να σχηματίσει τη γνώμη ότι αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν την κρίση του δικαστή. Πρέπει να αποφεύγονται όλες οι επαφές που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την εικόνα του δικαστικού σώματος/της δικαστικής εξουσίας. Ειδικά, πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία με τους διαδίκους, τους δικηγόρους και τους άλλους παράγοντες της δίκης σε εκκρεμείς υποθέσεις. Οι διαδικαστικοί κανόνες, όπως
Σελ. 424η αυτοεξαίρεση (αποχή), πρέπει να εφαρμόζονται κάθε φορά που υπάρχει πιθανότητα να δημιουργηθεί εντύπωση παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας.
Ωστόσο, κατά την εκτίμηση και υπαγωγή της συμπεριφοράς του δικαστικού λειτουργού, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η έννοια των διαδικτυακών φιλιών και επαφών δεν είναι απαραίτητα η ίδια με ό,τι ισχύει στην πραγματική ζωή, ότι μόνη η πιθανότητα μελλοντικής συμμετοχής κάποιου σε μια υπόθεση δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στις διαδικτυακές επαφές και ότι οι έμμεσες συνδέσεις (όπως η συμμετοχή στην ίδια ομάδα/κοινότητα) δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με την άμεση επαφή με κάποιον. Ένας τέτοιος συχνός και υπερβολικός λόγος αποκλεισμού («φιλία» στο Facebook) θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις και για τους συναδέλφους του δικαστή, που θα καλούνταν να τον αντικαταστήσουν, ενώ θα μπορούσε να προκαλέσει και δημόσια δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο των δικαστών. Πάντως οι αμερικανικές συμβουλευτικές επιτροπές δικαστικής δεοντολογίας είναι διχασμένες, ενώ η προαναφερθείσα γνωμοδότηση 462/2013 του Αμερικανικού Δικηγορικού Συλλόγου σ' αυτό το σημείο έχει χαρακτηριστεί «νεφελώδης» (παραπέμπει στο «σύνολο των περιστάσεων»). Επί του θέματος υπάρχει ήδη και νομολογία πολιτειακών δικαστηρίων των ΗΠΑ: α) του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Φλόριδα, Law Offices of Herssein κ.ά. κατά United Services Automobile Association, της 15.11.2018. Μια δικηγορική εταιρεία της Φλόριδα μήνυσε πρώην πελάτη της (United Services Automobile Association) για παράβαση συμβατικού όρου και απάτη. Η εν λόγω εταιρεία (USAA) προσέλαβε έναν πρώην δικαστή για να την εκπροσωπήσει στη δίκη. Η δικηγορική εταιρεία κατέθεσε αίτηση εξαίρεσης του δικαστή της έδρας με την αιτιολογία ότι ήταν «φίλος» στο Fb με τον πρώην δικαστή - δικηγόρο της αντιδίκου USAA. Η αίτηση απορρίφθηκε και η δικηγορική εταιρεία άσκησε έφεση. Το Εφετείο έκρινε ότι η ύπαρξη «φιλίας» στο Fb δεν αποτελεί άνευ ετέρου λόγο εξαίρεσης του δικαστή. Με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε, με οριακή πλειοψηφία (4-3), ότι η απλή ύπαρξη μιας τέτοιου είδους σχέσης δεν επιβάλλει a priori την εξαίρεση/αποχή του δικαστή, αλλά τούτο θα πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις (έτσι και το γαλλικό Ακυρωτικό σε ανάλογη υπόθεση το 2017.). β) Ανώτατου Δικαστηρίου του Ουισκόνσιν, Miller v. Carroll, της 16.6.2020. Η εν λόγω υπόθεση αφορoύσε σε αμφισβήτηση της πατρότητας και της υποχρέωσης διατροφής ανήλικου τέκνου. Ο πατέρας δεν γνώριζε ότι ο δικαστής της έδρας είχε αποδεχθεί αίτημα «φιλίας» της μητέρας στο Fb μετά την ακροαματική διαδικασία αλλά πριν από την έκδοση της απόφασης, η οποία ήταν τελικά υπέρ της. Ο επίτροπος του τέκνου (guardian ad litem), βλέποντας ανάρτηση (post) της μητέρας στο Fb σχετικά με τη δικαστική απόφαση, διεξήγαγε έρευνα και ανακάλυψε ότι αυτή και ο δικαστής ήταν «φίλοι» στο Fb (με likes, σχόλια κ.λπ. της μητέρας σε 20 posts του δικαστή, πλέον likes και shares σε posts τρίτων σχετικά με τη ενδοοικογενειακή βία, που ήταν επίδικο ζήτημα στην υπόθεση). Κατόπιν, ενημέρωσε τον δικηγόρο του πατέρα, ο οποίος κατέθεσε αίτημα επανεξέτασης της υπόθεσης από διαφορετικό δικαστή, διότι «η σύνδεση του [δικαστή] στο Facebook με τη [μητέρα] ενώ εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης αποτελεί ένδειξη μεροληψίας». Ο δικαστής αυτός απέρριψε την αίτηση θεωρώντας ότι ο συνάδελφός του δεν υπήρξε υποκειμενικά μεροληπτικός, διότι είχε ήδη αποφασίσει πριν αποδεχθεί το αίτημα φιλίας της μητέρας, παρόλο που δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει την απόφασή του. Ο πατέρας απευθύνθηκε στο Εφετείο του Ουισκόνσιν, το οποίο ομόφωνα ανέτρεψε την ως άνω κρίση, βασίζοντας τη δική του κρίση στην παραβίαση της αμεροληψίας (ανατροπή του σχετικού τεκμηρίου) υπό την αντικειμενική της διάσταση. Την κρίση του Εφετείου επικύρωσε, κατά πλειοψηφία, το Ανώτατο Δικαστήριο. Παρ’ ημίν η ΣυμβΠλημΛαμ 84/2024, με αναφορά στην τεκμηριωμένη με πολλές από τις παραπάνω αναφορές εισαγγελική πρόταση, απέρριψε δήλωση αποχής της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Λαμίας κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε σοβαρός λόγος ευπρέπειας λόγω της αποδοχής εκ μέρους της αιτήματος φιλίας στο Facebook από ιατροδικαστή κληθέντα ως μάρτυρα σε προκαταρκτική εξέταση, την οποία διενεργούσε η ίδια, με ύποπτη έτερη ιατροδικαστή της ίδιας Υπηρεσίας, δεδομένου ότι η ανωτέρω εισαγγελέας ουδεμία προσωπική επικοινωνία διατηρούσε στην πραγματική ζωή με τον μάρτυρα (είχαν απλώς συστηθεί πριν από καιρό στο πλαίσιο επιστημονικής εκδήλωσης) παρά μόνο διαδικτυακή «φιλία».
V. Ιδιωτικότητα και ασφάλεια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
9. Οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να γνωρίζουν και να ελέγχουν περιοδικά τις ρυθμίσεις προστασίας της ιδιωτικότητας στις πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
10. Οι δικαστικοί λειτουργοί είναι δυνατόν να επιτρέπουν τη διατύπωση σχολίων στις αναρτήσεις τους. Σε περίπτωση ακατάλληλων αντιδράσεων, τα σχόλια μπορούν να ελεγχθούν/διαγραφούν. Επίσης, για τους τηρούντες ιστολόγιο (αυτό ισχύει και για τα δικαστήρια ή τις δικαστικές ενώσεις), μπορεί να προστεθεί μια δήλωση αποποίησης ευθύνης για τα σχόλια των τρίτων (disclaimer), ότι δηλ. ο τηρών το ιστολόγιο «δεν υποστηρίζει ούτε επιβεβαιώνει» σχόλια τρίτων ούτε τέτοια σχόλια απηχούν τις απόψεις του (αυτό πρότεινε σε δικαστή που ενδιαφερόταν να δημιουργήσει blog η Συμβουλευτική Επιτροπή Δικαστικής Δεοντολογίας της Φλόριδα εν έτει 2012) ή ότι οι γνώμες που εκφράζονται στις αναρτήσεις «είναι του (κάθε) συντάκτη (της ανάρτησης) και δεν θα πρέπει να αποδίδονται σε άλλους δικαστές» (ούτως η Επιτροπή Δικαστικής Δεοντολογίας της Ουάσινγκτον στη συμβουλευτική γνώμη
Σελ. 425 της 09-05 προς δικαστή το 2009). Επίσης, αν έχουν πολλούς online «φίλους» σε πλατφόρμες όπως το Facebook, είναι σκόπιμο να εμποδίζουν ακόμη και τους φίλους τους να προβαίνουν ορισμένες ενέργειες, όπως η σύνταξη μηνυμάτων στον ατομικό λογαριασμό τους ή η προσθήκη ετικετών με το όνομα του δικαστικού λειτουργού (tagging).
VI. Εκπαίδευση
11. Οι δικαστές πρέπει να εκπαιδεύονται σχετικά με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται στο πλαίσιο της αρχικής και διαρκούς κατάρτισης (επιμόρφωσης) και θα μπορούσε να περιλαμβάνει φυλλάδια, σεμινάρια, on-line μαθήματα κ.λπ.. Η εκπαίδευση μπορεί να περιληφθεί στα προγράμματα σπουδών των δικαστικών σχολών.
12. Το περιεχόμενο της κατάρτισης πρέπει να καλύπτει τεχνικές πτυχές, όπως ρυθμίσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις κοινωνικές πλατφόρμες, πτυχές του προφίλ, ζητήματα προσωπικών δεδομένων ή ενημέρωση των συγγενών σχετικά με τους κινδύνους της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σχετική με το τελευταίο αυτό ζήτημα είναι η απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υποθέσεως Rustavi 2 Broadcasting Company Ltd κ. Γεωργίας, της 18.7.2019. Στην υπόθεση αυτή σύζυγος δικαστή, που έκρινε υπόθεση (της προσφεύγουσας εταιρείας) σε πρώτο βαθμό, έκανε σχόλια στο Facebook κατά της ποιότητας των εκπομπών της, ενώ εκκρεμούσε η δημοσίευση απόφασης του συζύγου της. Αποφαινόμενο επί της αντικειμενικής αμεροληψίας του δικαστή, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα επίμαχα σχόλια δεν αφορούσαν επ' ουδενί την τελική έκβαση της δίκης και, συναφώς, δεν δημιούργησαν την εντύπωση ότι εκείνη προσπάθησε να επηρεάσει την τελική κρίση του συζύγου της, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο δικαστής συζήτησε, δημόσια ή ιδιωτικά, την επίδικη υπόθεση με τη σύζυγό του ή, έστω, ότι γνώριζε την ύπαρξη των συγκεκριμένων σχολίων της στο Facebook.
Επίλογος
Χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο δικαστής δεν ασκεί απλώς την ελευθερία έκφρασης, αλλά κοινωνικοποιείται, αποκτά αμεσότερη επαφή με τα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία στην ουσία καλείται να αντιμετωπίσει στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του. Η διαρκής επιμόρφωση και η υποστήριξή του με κανόνες δεοντολογίας και κατευθυντήριες οδηγίες βοηθεί όχι μόνο τον ίδιο (και όχι μόνο προλαμβάνοντας πειθαρχικά κολάσιμες συμπεριφορές) αλλά και τη Δικαιοσύνη να γίνει πιο ποιοτική. Επίκουροι του δικαστή σε αυτή την προσπάθεια κατανόησης και εφαρμογής των κανόνων (ορθής) επαγγελματικής συμπεριφοράς θα πρέπει, κατά το πρότυπο πολλών άλλων εννόμων τάξεων, να είναι συμβουλευτικές επιτροπές δεοντολογίας στους κόλπους του δικαστικού σώματος (τέτοια λ.χ. έχει προβλεφθεί από τον Χάρτη Δεοντολογίας για τους δικαστές του ΣτΕ).