Α.Π. 85708 ΕΞ 2025
ΑΔΑ Ρ757Η-ΧΒΨ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
& ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΔΗΜ. ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
& ΚΟΙΝΩΦΕΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ: Β΄
Ταχ. Δ/νση : Θεμιστοκλέους & Γαμβέτα
Ταχ. Κώδ. : 106 78 Αθήνα
Τηλέφωνο : 2132122126
e-mail : gram_ddp@gspp.gr
ΠΡΟΣ: Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσων Α΄
Email: ky-dodekanison@gspp.gr
KOIN.: Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου
ΘΕΜΑ: Οδηγίες για τον καθορισμό αιγιαλού στις Περιφερειακές Ενότητες Ρόδου, Κω, Καρπάθου και Καλύμνου της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, ώστε να είναι σύμφωνες με τις προβλέψεις του ν. 5092/2024 (Α΄33).
Ο ν. 5092/2024 μετέβαλε το νομοθετικό καθεστώς που διέπει τον αιγιαλό, την παραλία και τον παλαιό αιγιαλό στις περιοχές, στις οποίες τα σχετικά ζητήματα ρύθμιζε παλαιότερα ο Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου - υπ’ αριθμόν 132/1.9.1929 Κυβερνητικό Διάταγμα που είχε παραμείνει σε ισχύ στα Δωδεκάνησα και μετά την απελευθέρωσή τους, δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 510/1947 «Περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας» (Α΄ 298). Με το καθεστώς που εισήχθη υπό τον ν. 5092/2024, ο αιγιαλός ορίζεται πλέον και στα Δωδεκάνησα ως η ζώνη ξηράς που βρέχεται κατά τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της (περ. α) άρθρου 3 ν. 5092/2024) και όχι ως μια νοητή ζώνη η οποία ορίζεται από γραμμή 12 μέτρα εντός της ξηράς που βαίνει παράλληλα με τη συνήθη ανάβαση του χειμερίου κύματος, όπως προέβλεπε το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς για τα Δωδεκάνησα.
Κατόπιν της νομοθετικής μεταβολής πρέπει να προσδιορισθούν εκ νέου οι ζώνες αιγιαλού στις Περιφερειακές Ενότητες Ρόδου, Κω, Καρπάθου και Καλύμνου της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, ώστε να είναι σύμφωνες με τις προβλέψεις του ν. 5092/2024.
Σχετικώς επισημαίνεται ότι ο καθορισμός της ζώνης αιγιαλού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 5092/2024, αλλά και του ν. 2971/2001 έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΣτΕ 50/2010, 1870/2010), καθώς με την πράξη αυτή διαπιστώνεται η γραμμή αιγιαλού ως φυσικό φαινόμενο. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τον αιγιαλό, δηλαδή, δεν προκύπτουν από την οριοθέτησή του, αλλά υπάρχουν ανεξαρτήτως αυτής. Η οριοθέτηση επιτρέπει στη Διοίκηση και τους διοικουμένους να μπορούν με ευκολία να προσδιορίσουν τις εδαφικές ζώνες επί των οποίων ασκούνται τα δικαιώματα και τηρούνται οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον αιγιαλό και, ιδίως, με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του και την ευαίσθητη οικολογική του κατάσταση.
Τον ίδιο διαπιστωτικό χαρακτήρα είχε και ο καθορισμός του αιγιαλού με βάση τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου και μάλιστα είχε κοινό στοιχείο, σε σχέση με τον ν. 5092/2024 και τον ν. 2971/2001, ότι το βασικό φυσικό φαινόμενο που έπρεπε να αποτυπωθεί είναι η μέγιστη συνήθης ανάβαση του κύματος. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο νομοθετικά καθεστώτα ήταν ότι η γραμμή του αιγιαλού υπό τους όρους των ν. 5092/2024 και ν. 2971/2001 συμπίπτει με την μέγιστη συνήθη ανάβαση του κύματος, ενώ στα Δωδεκάνησα η ανάβαση του χειμέριου κύματος ήταν η αφετηρία για τον καθορισμό του αιγιαλού, του οποίου το όριο ήταν μία παράλληλη γραμμή σε απόσταση δώδεκα (12) μέτρων προς την ξηρά.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σε όλες τις οριοθετήσεις αιγιαλού που έχουν γίνει σύμφωνα με τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου έχει προηγηθεί και έχει αποτυπωθεί η μέγιστη συνήθης ανάβαση του κύματος, έχει γίνει δηλαδή η ίδια επιστημονική προεργασία που απαιτείται για τον καθορισμό αιγιαλού υπό τον ν. 5092/2024. Στα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τον καθορισμό αιγιαλού που έχει γίνει πριν την ισχύ του ν. 5092/2024 η μέγιστη ανάβαση του χειμέριου κύματος είτε έχει αποτυπωθεί σε χωριστή γραμμή, είτε μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια είτε ως νοητή παράλληλη γραμμή σε απόσταση δώδεκα (12) μέτρων προς τη θάλασσα. Συνεπώς, με βάση τα διαγράμματα αυτά είτε προκύπτει ευθέως, είτε συνάγεται με ασφάλεια το όριο του αιγιαλού, όπως αυτό προσδιορίζεται στην περ. α) του άρθρου 3 του ν. 5092/2024.
Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι οι οριοθετήσεις που έχουν γίνει ως ατομικές διοικητικές πράξεις με διαπιστωτικό χαρακτήρα πριν από τον ν. 5092/2024 δεν έχουν ανακληθεί από αυτόν και διατηρείται η νομιμότητά τους. Μπορούν, επομένως, να αξιοποιηθούν καθώς έχουν καταγράψει τη μέγιστη συνήθη ανάβαση του κύματος και μπορούν, επομένως, να προσδιορίσουν τη ζώνη αιγιαλού και σύμφωνα με τον ν. 5092/2024. Δεν χρειάζεται δηλαδή νέα αυτοψία και νέα διοικητική διαδικασία εξ αρχής.
Εν όψει των ανωτέρω:
α) στις περιοχές όπου εφαρμοζόταν ο Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου δεν απαιτείται νέα διαδικασία για την οριοθέτηση αιγιαλού σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 5092/2024 για τον μόνο λόγο ότι μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, αν δεν έχουν επέλθει γεωμορφολογικές μεταβολές σημαντικής έκτασης που επιβάλλουν τον επανακαθορισμό,
β) οι ισχύουσες αποφάσεις οριοθέτησης και τα αντίστοιχα τοπογραφικά διαγράμματα που τις συνοδεύουν μπορούν να αξιοποιηθούν με ασφάλεια από τη Διοίκηση και τους διοικουμένους για τον ακριβή προσδιορισμό της ζώνης του αιγιαλού, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ν. 5092/2024 και,
γ) ως όριο του αιγιαλού θα λογίζεται η γραμμή που προσδιορίζει τη μέγιστη ανάβαση του χειμέριου κύματος και, αν δεν υπάρχει τέτοια διακριτή γραμμή στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πράξη οριοθέτησης, η γραμμή που προκύπτει από τη μετακίνηση της γραμμής αιγιαλού κατά 12 μέτρα προς τη θάλασσα.
Τα παραπάνω δεν αποστερούν από τις επιτροπές του άρθρου 5 του ν. 5092/2024 με χωρική αρμοδιότητα για τις Περιφερειακές Ενότητες Ρόδου, Κω, Καρπάθου και Καλύμνου την αρμοδιότητα να συνεδριάζουν αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος ή ενδικοφανούς προσφυγής και να εκδίδουν αποφάσεις για τις υποθέσεις, στις οποίες είχε γίνει οριοθέτηση αιγιαλού πριν από την ισχύ του ν. 5092/2024 (4 Μαρτίου 2024). Οι αποφάσεις αυτές μπορούν να στηρίζονται στα τοπογραφικά διαγράμματα που είχαν δημοσιευθεί στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κατά την επικύρωση των ορίων του αιγιαλού υπό το καθεστώς του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και στην αυτοψία που είχε προηγηθεί. Στα διαγράμματα αυτά μπορεί να διατηρηθεί η γραμμή που ορίζει τη μέγιστη ανάβαση του χειμερίου κύματος, καθώς αυτή συμπίπτει με τη μέγιστη συνήθη ανάβαση του κύματος της περ. α) του άρθρου 3 του ν. 5092/2024. Η γραμμή που όριζε τον αιγιαλό υπό το καθεστώς του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου πρέπει να διαγραφεί από το τοπογραφικό διάγραμμα. Αν αυτό είναι δυσχερές, τότε πρέπει στην απόφαση της Επιτροπής να αναφέρεται ρητώς ότι η γραμμή αυτή, μολονότι διατηρείται για τεχνικούς λόγους στο τοπογραφικό διάγραμμα, δεν επιφέρει κάποιο έννομο αποτέλεσμα.
Ωστόσο, η Διοίκηση δεν μπορεί να αρνηθεί την έκδοση διοικητικών πράξεων που εξαρτώνται από την οριοθέτηση ζώνης αιγιαλού επειδή δεν έχει γίνει νέα οριοθέτηση αιγιαλού, μετά την ισχύ του ν. 5092/2024 καθώς, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, νέα οριοθέτηση δεν απαιτείται μόνο και μόνο λόγω της μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος.
Ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Περιουσίας
Αθανάσιος Τσιούρας
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ:
1. Γραφείο Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
2. Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας
3. Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών
4. Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών
5. Δ/νση Δημόσιας Περιουσίας