Αριθμός Γνωμοδότησης 65/2025
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αθήνα 11 Αυγούστου 2025
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΑΤΟΜΙΚΗ
Έγγραφο ερωτήματος: Το με αριθμό πρωτ. Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. /ΠΡ./ΕΜΠ.1/ 20.5.2025 έγγραφο του Προέδρου του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ).
Περίληψη ερωτήματος: Ερωτάται αν ο Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.) οφείλει να καταβάλει το υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Απριλίου 2025 στον παραιτηθέντα Αναπληρωτή Πρόεδρο του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ., είτε έως τις 11.04.2025 (ημερομηνία της απαντητικής επιστολής του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών περί αποδοχής της παραίτησής του) είτε έως τις 02.05.2025 (ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του ως άνω Υπουργού περί αποδοχής της παραίτησης).
------------------
Επί του ως άνω ερωτήματος, η γνώμη μου είναι η ακόλουθη:
Ιστορικό
Από το έγγραφο του ερωτήματος, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το υπ’ αριθ. πρωτ. Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ./ ΠΡ./ΕΜΠ.2/13.6.2025 έγγραφο, κατόπιν του υπ’ αριθ. πρωτ. 225-797/5-6-2025 σχετικού εγγράφου του Γραφείου Νομικού Συμβουλίου του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, προκύπτει το ακόλουθο ιστορικό:
1. Με την υπ’ αριθ. .../11.4.2016 (Γ΄ ...) απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (εφεξής «Ρ.Α.Σ.»), προσλήφθηκε ο Χ.Π. στη θέση νομικού συμβούλου της Αρχής, με σχέση πάγιας αντιμισθίας.
2. Με την υπ’ αριθ. 275597/18.09.2023 (ΥΟΔΔ 988) απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, ο Χ.Π. τοποθετήθηκε στη θέση του Aναπληρωτή Προέδρου του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. -εφεξής «Οργανισμός»). Στην ίδια απόφαση ορίζεται ότι ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου του Οργανισμού είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
3. Στις 9.4.2025 ο Χ.Π. υπέβαλε, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, επιστολή προς τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, περί παραίτησής του από τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου του Συμβουλίου του Οργανισμού, η οποία παραίτηση έγινε αποδεκτή με την από 11.4.2025 απαντητική επιστολή του Υπουργού, η οποία διαβιβάσθηκε στον παραιτηθέντα μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 72135/29.04.2025 απόφαση του Υπουργού και του Αναπληρωτή Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΥΟΔΔ της ΕτΚ με αριθμό 486/2-5-2025, έγινε αποδεκτή «από 11.04.2025» η παραίτηση του Χ.Π. από την ως άνω θέση. Στην ως άνω δημοσιευθείσα απόφαση αναφέρεται ρητώς (βλέπ. «Έχοντας υπόψη:…4…5…») ότι λήφθηκαν υπόψη τόσο η από 09.04.2025 Επιστολή παραίτησης του Χ.Π., όσο και η από 11.04.2025 Απαντητική Επιστολή του Υπουργού περί αποδοχής της παραίτησης του Χ.Π. από την θέση το Αναπληρωτή Προέδρου του Συμβουλίου του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, η οποία είχε σταλεί στον Χ.Π. με ηλεκτρονική αλληλογραφία.
4. Όπως διευκρινίστηκε από τον Γραφείο Προέδρου του Οργανισμού, με το από 20.6.2025 ηλεκτρονικό μήνυμα (σε απάντηση σχετικού από 20-6-2025 ηλεκτρ. μηνύματος του Γραφείου ΝΣΚ του ΥΜΕ), ο πρώην Αναπληρωτής Πρόεδρος Χ.Π. «ουδέποτε εμφανίστηκε και δεν παρείχε τις υπηρεσίες του μετά την αποδοχή της παραίτησης που έγινε στις 11.4.2025 μέχρι και τις 2.5.2025, ημεροχρονολογία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της υπουργικής απόφασης περί της αποδοχής της παραίτησης».
5. Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. πρωτ. ΡΑΣ/1391/05.05.2025 Διαπιστωτική Πράξη Ανάληψης Καθηκόντων της Προέδρου της Ρ.Α.Σ., ο Χ.Π. ανέλαβε εκ νέου καθήκοντα νομικού συμβούλου της Αρχής.
6. Ακολούθως, ο Χ.Π. υπέβαλε στον Οργανισμό, με ηλεκτρονικό μήνυμα, αίτημα για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μέχρι τις 2-5-2025, επικαλούμενες τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007, όπως ισχύει) και μάλιστα το άρθρο 148 αυτού, σύμφωνα με το οποίο η αίτηση παραίτησης του υπαλλήλου θεωρείται ως γενόμενη αποδεκτή, όταν δημοσιευθεί στην ΕτΚ η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί αποδοχής της παραίτησης.
7. Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο Πρόεδρος του Οργανισμού υπέβαλε το ως άνω ερώτημα για έκδοση γνωμοδότησης, έχοντας την προς τούτο αρμοδιότητα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 5014/2023 (Α΄ 14), κατά την οποία «Η νομική και δικαστική υποστήριξη του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ., συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης γνωμοδοτήσεων σε ερωτήματα του Προέδρου του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ., της νομικής υποστήριξης του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. κατά την κατάρτιση των συμβάσεων και της νομοτεχνικής υποστήριξης κατά την κατάρτιση των σχεδίων νόμων και των κανονιστικών πράξεων που αφορούν στον Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ., ανήκει στην αρμοδιότητα του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.».
Νομοθετικό πλαίσιο
8. Στα άρθρα 3 (παρ. 1) και 4 του ν. 5014/2023 (Α΄14) ορίζονται τα ακόλουθα:
«Άρθρο 3 - Σύσταση του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων
1. Συστήνεται αυτοτελής δημόσια υπηρεσία διερεύνησης ατυχημάτων και ασφάλειας μεταφορών, εποπτευόμενη από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών», εφεξής καλούμενος «Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.», ο οποίος είναι αρμόδιος για τη διερεύνηση των αεροπορικών ατυχημάτων πολιτικής αεροπορίας και των σιδηροδρομικών ατυχημάτων και την επίτευξη και διατήρηση της ασφάλειας στις μεταφορές.
Άρθρο 4 - Συγκρότηση -Θητεία μελών συμβουλίου
1. Το συμβούλιο του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. συγκροτείται από πέντε (5) μέλη, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου και του Αναπληρωτή Προέδρου αυτού… 2. Ο Πρόεδρος, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως…
3. Η θητεία των μελών του συμβουλίου είναι πενταετής και παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι τον διορισμό νέων μελών. Η θητεία κάθε μέλους μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά. Σε περίπτωση κένωσης θέσης, αυτή καλύπτεται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών για το υπόλοιπο της θητείας.
4. Ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του συμβουλίου είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Η ιδιότητά τους αυτή συνεπάγεται την αναστολή οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργήματος και άσκησης καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143).
5. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη του συμβουλίου απολαύουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας.
6. Ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του συμβουλίου, εάν προέρχονται από φορέα του δημοσίου τομέα, μετά τη λήξη της θητείας τους επανέρχονται αυτοδικαίως στη θέση που κατείχαν πριν από τον διορισμό τους. Ο χρόνος θητείας του Προέδρου και του Αναπληρωτή Προέδρου του συμβουλίου λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατείχαν πριν από τον διορισμό τους.».
9. Στο άρθρο 148 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, όπως ισχύει, Α΄ 26), ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής:
Άρθρο 148 - Παραίτηση
1. Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί. 2… 3…
4. Ο υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
5. Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραίτησης πριν από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της. Αν μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης παραίτησης ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτηση του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αίτησης. Η αίτηση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή και λύεται αυτοδικαίως η υπαλληλική σχέση, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6…»
Ερμηνεία διατάξεων και υπαγωγή
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ερμηνευόμενες αυτοτελώς, αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ενόψει και όλου του νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται, του σκοπού που εξυπηρετούν και την υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που τέθηκαν υπόψη μας από την ερωτώσα υπηρεσία, συνάγονται τα ακόλουθα:
10. Βασικά χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης σύμφωνα με τη σχετική θεωρία και νομολογία, αποτελούν α) το τεκμήριο νομιμότητας αυτής και β) η εκτελεστότητά της. Ειδικότερα ο εξοπλισμός της διοικητικής πράξης με το τεκμήριο νομιμότητας, που εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στις ατομικές διοικητικές πράξεις, έχει ως συνέπεια την παραγωγή όλων των έννομων αποτελεσμάτων που ορίζονται από την εν λόγω πράξη μέχρι την παύση της ισχύος της (η οποία μπορεί να επέλθει είτε μέσω της ακύρωσής της με δικαστική απόφαση, είτε της ακύρωσής της με άλλη διοικητική πράξη, είτε της ανάκλησής της από το όργανο που την εξέδωσε, είτε της κατάργησής της) και μάλιστα ανεξάρτητα από την πιθανή νομική πλημμέλεια που την βαρύνει, ακόμη κι αν η πράξη παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας (μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι λεγόμενες ανυπόστατες διοικητικές πράξεις, οι οποίες θεωρούνται ανύπαρκτες στον νομικό κόσμο, όταν λ.χ. το όργανο που τις εξέδωσε δεν έχει νόμιμη υπόσταση). Όταν η πράξη παραβιάζει τη νομιμότητα μπορεί να ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο η ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ύστερα από την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της αίτησης ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ ή των λοιπών διοικητικών δικαστηρίων, εντός της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας. Εξ άλλου η ανάκληση ή τροποποίηση της δικαστικής πράξης από το ίδιο το αρμόδιο όργανο που την εξέδωσε εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του οργάνου, αν διαπιστωθεί από το ίδιο η έλλειψη νομιμότητάς της, επιφέρει δε -συνήθως -αναδρομικά την εξαφάνιση ή τροποποίησή της.
Επομένως, βάσει του τεκμηρίου νομιμότητας, η διοικητική πράξη (ακόμη και αν θεωρηθεί μη νόμιμη) δεσμεύει τόσο τη Διοίκηση όσο και τον διοικούμενο μέχρι την απαγγελία της ακύρωσης ή της ανάκλησής της που επιφέρουν την εξαφάνισή της από την έννομη τάξη (ΣτΕ 379/2007, Επ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρ. Διοικητικού Δικαίου, έκδ. 2001, σελ. 116, Ευγ. Πρεβεδούρου, Έννοια και διακρίσεις της διοικητικής πράξης, https://www.prevedourou.gr). Η διοίκηση μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης μόνο υπό τις προϋποθέσεις της ανάκλησης ή εφόσον τούτο προβλέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη. Παράλληλα, η διοικητική πράξη αναπτύσσει άμεση ισχύ (εκτελεστότητα της διοικητικής πράξης).
11. Εν προκειμένω, η αποδοχή από τον αρμόδιο Υπουργό της από 9.4.2024 παραίτησης του Χ.Π., Αναπληρωτή Προέδρου του Οργανισμού, αποτελεί σαφώς ατομική διοικητική πράξη, η οποία ανακοινώθηκε στον παραιτηθέντα στις 11-4-2025 και έκτοτε αυτός δεν προσήλθε να ασκήσει τα καθήκοντά του, όπως προκύπτει από το ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερομηνία 20-6-2025 του Γραφείου του Προέδρου του Οργανισμού, είναι δε αυτονόητο ότι αν θεωρούσε, όπως διατείνεται, ότι εδικαιούτο μέχρι την δημοσίευση στην ΕτΚ της αποδοχής της παραίτησής του να ασκεί τα καθήκοντά του και επομένως να λαμβάνει μισθό, θα έπρεπε να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες του. Μάλιστα, στην απόφαση με αριθ. πρωτ. 72135/29.04.2025 (ΥΟΔΔ 486) του Υπουργού και του Αναπληρωτή Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών ρητώς αναφέρεται ότι γίνεται δεκτή η παραίτηση του Χ.Π. από την ως άνω θέση με σαφή αναδρομική ισχύ από τις 11-4-2025, οπότε και είχε ανακοινωθεί κατά τα προεκτεθέντα η ρητή αποδοχή της παραίτησης στον Χ.Π.. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα ευθείας ή έστω αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του υπαλληλικού κώδικα στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί υπαλλήλου στον οποίο εφαρμόζεται ο Υπαλληλικός Κώδικας, αλλά περί μέλους συλλογικού οργάνου διοίκησης οργανισμού του Δημοσίου που διέπεται από εξαιρετικές διατάξεις.
12. Πιο συγκεκριμένα, με το άρθρο 3 του ν. 5014/2023 συστάθηκε αυτοτελής δημόσια υπηρεσία διερεύνησης ατυχημάτων και ασφάλειας μεταφορών, εποπτευόμενη από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με την επωνυμία «Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών» («Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.»), σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, ο Οργανισμός διοικείται από 5μελές Συμβούλιο (στο οποίο περιλαμβάνονται ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος), που διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών με πενταετή θητεία. Ειδικά ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και ο διορισμός τους συνεπάγεται την αναστολή οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργήματος και άσκησης καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση στον δημόσιο τομέα. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δηλαδή ο Πρόεδρος και ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του Συμβουλίου προέρχονται από φορέα του δημοσίου τομέα, μετά τη λήξη της θητείας τους επανέρχονται αυτοδικαίως στη θέση που κατείχαν πριν από τον διορισμό τους, ο χρόνος δε της θητείας τους λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη θέση που κατείχαν πριν από τον διορισμό τους.
13. Και ναι μεν ο νόμος δεν ορίζει οτιδήποτε σχετικά με την περίπτωση της παραίτησης του Προέδρου ή του Αναπληρωτή Προέδρου, αλλά πάντως και στην περίπτωση αυτή (που αποτελεί σαφώς δικαίωμα του κατόχου της θέσης και δεν μπορεί να αποκλειστεί) η αποδοχή της παραίτησης επιφέρει άμεσα και αυτοδίκαια την πρόωρη λήξη της θητείας και την επιστροφή των ως άνω προσώπων στην πρότερη θέση τους, επομένως δεν θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα ύπαρξης ακούσιου κενού στη σχετική ρύθμιση και αναλογικής εκ τούτου εφαρμογής των διατάξεων που ισχύουν για την παραίτηση υπαλλήλου (άρθρο 148 ΥΚ), λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών διαφορών που υφίστανται στις δύο αυτές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του άρθρου 148 ΥΚ λύεται οριστικά με την αποδοχή της παραίτησης η σχέση του δημόσιου υπαλλήλου με τον εργοδότη του και αποκόπτεται η υπηρεσιακή σχέση του υπαλλήλου με το δημόσιο ή το ΝΠΔΔ, για το λόγο δε αυτόν ακριβώς τίθεται 15ήμερη περίοδος περίσκεψης στον υπάλληλο, εντός της οποίας ο μεν υπάλληλος μπορεί να ανακαλέσει την παραίτησή του η οποία θεωρείται περαιτέρω ως μη υποβληθείσα, ενώ η υπηρεσία του κωλύεται να σπεύσει και να εκδώσει την απόφαση αποδοχής. Περαιτέρω μπορεί μετά το πέρας του 15ημέρου η υπηρεσία να προβεί στην αποδοχή της παραίτησης, ενώ αν παρέλθουν δύο μήνες από την υποβολή της, η παραίτηση θεωρείται ως γενόμενη αποδεκτή σιωπηρώς και εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη, μέχρι τότε δε μπορεί επίσης ο υπάλληλος να ανακαλέσει την παραίτησή του. Η αποδοχή της παραίτησης αποτελεί συστατική διοικητική πράξη, αφού με αυτή αίρεται έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, της οποίας η έκδοση ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΕτΚ), ενώ, ως συστατική πράξη, δεν έχει αναδρομική ισχύ, ήτοι τα έννομα αποτελέσματά της δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο προγενέστερο από την έκδοσή της αλλά διαπλάθεται μία νέα νομική κατάσταση για τον εφεξής χρόνο. (ΕλΣυν 901/2021, 508,509/2017, 527/2014, 275/2011, Ε. Πρεβεδούρου, Η διοικητική πράξη ως θεμελιώδης έννοια του διοικητικού δικαίου https://www.prevedourou.gr, Ε. Σπηλιωτόπουλος-Χ.Χρυσανθάκης, Βασικοί Θεσμοί Δημοσιοϋπαλληλικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη 2021, σελ. 103). Κατά λογική και νομική ακολουθία, μέχρι την έκδοση της πράξης αποδοχής της παραίτησης και την κατά τον τρόπο αυτό λύση της υπαλληλικής σχέσης ο παραιτηθείς υπάλληλος αφενός έχει την δυνατότητα να την ανακαλέσει και να εξακολουθήσει έτσι η υπαλληλική σχέση και αφετέρου είναι υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του, αντίστοιχα δε, έχει αξίωση στη λήψη μισθού για την προσφορά των υπηρεσιών του.
Επομένως η παραίτηση του άρθρου 148 διαφέρει ουσιωδώς από την παραίτηση που συντελέστηκε στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι εν προκειμένω η παραίτηση – νομίμως- έγινε άμεσα δεκτή, δεν απέκοψε οριστικά τη σχέση του Χ.Π. με το κράτος (αφού αυτός ήταν και παρέμεινε υπάλληλος με σχέση πάγιας αντιμισθίας με τη ΡΑΣ) και περαιτέρω δεν λειτουργούν οι ασφαλιστικές δικλείδες του άρθρου 148 (ήτοι η περίοδος των 15 ημερών εντός της οποίας μπορούσε να ανακαλέσει) ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι μέχρι την αποδοχή της αίτησης παραίτησης – μετά το 15ήμερο) διατηρήθηκε η σχέση με τον ΕΟΔΑΣΑΑΜ.
14. Επιγραμματικά, εν όψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη ότι: α) Ρητώς στην απόφαση του Υπουργού η οποία δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ γίνεται λόγος για την αποδοχή «από 11.04.2025» της παραίτησης του Χ.Π. από τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου του ΕΟΔΑΣΑΑΜ - η οποία εξ άλλου είχε γίνει αποδεκτή άμεσα, δυνάμει της από 11-4-2025 απαντητικής επιστολής του Υπουργού στην υποβληθείσα παραίτηση - η απόφαση δε αυτή δεν έχει ακυρωθεί ούτε και ανακληθεί, επομένως είναι εξοπλισμένη με το τεκμήριο νομιμότητας, β) εν προκειμένω δεν υφίσταται περίπτωση ευθείας ή έστω αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του Υ.Κ. περί παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου που αποκόπτει οριστικά το δεσμό του υπαλλήλου με τον εργοδότη του (δημόσιο ή ΝΠΔΔ) και γ) σε κάθε περίπτωση ο Χ.Π. δεν προσήλθε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ΕΟΔΑΣΑΑΜ μετά τις 11-4-2025, γεγονός που αν συνέβαινε θα έθετε ενδεχομένως ζήτημα καταβολής αποδοχών ως δεδουλευμένων (έστω και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού), προκύπτει ως απάντηση ότι ο Χ.Π. δεν δικαιούται αποδοχές από τον Οργανισμό μετά τις 11-4-2025.
Απάντηση
15. Εν όψει των ανωτέρω, η απάντηση που προσήκει κατά τη γνώμη του υπογράφοντος στο υποβληθέν ερώτημα είναι ότι ο Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.) οφείλει να καταβάλει στον παραιτηθέντα Αναπληρωτή Πρόεδρο του Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ. δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Απριλίου 2025, μέχρι τις 11.04.2025, ημερομηνία κατά την οποία εστάλη σ’ αυτόν η απαντητική επιστολή του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών περί αποδοχής της παραίτησής του, στην οποία ημερομηνία εξ άλλου ανατρέχει και η δημοσιευθείσα στο τεύχος ΥΟΔΔ 486/2-5-2025 απόφαση με αριθμό 72135/29-4-2025 των Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών και του Αναπληρωτή του, περί αποδοχής της παραίτησης, δεδομένου άλλωστε ότι ο παραιτηθείς δεν προσήλθε από τις 12.4.2025 και εντεύθεν στον Οργανισμό και δεν παρείχε τις υπηρεσίες του.
Ο Γνωμοδοτών
Χρήστος Μητκίδης
Αντιπρόεδρος
του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους