ΑΠΟΦΑΣΗ 39/2025
Αθήνα, 31-12-2025
Αριθ. Πρωτ.: 4604
(Τμήμα)
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε, μετά από πρόσκληση του αναπληρωτή προέδρου της Γεωργίου Μπατζαλέξη, εκτελούντος χρέη Προέδρου μετά τη παραίτηση του Κων/νου Μενουδάκου, σε τακτική συνεδρίαση σε σύνθεση Τμήματος μέσω τηλεδιασκέψεως, στην έδρα της την 17-12-2025, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Στη συνεδρίαση παρέστησαν ο εκτελών χρέη Προέδρου Γεώργιος Μπατζαλέξης και οι Δημοσθένης Βουγιούκας και Μαρία Ψάλλα, αναπληρωματικά μέλη της Αρχής, σε αντικατάσταση των Κωνσταντίνου Λαμπρινουδάκη και Γρηγορίου Τσόλια, αντίστοιχα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη επίσης ο Νικόλαος Λίβος, ως εισηγητής. Παρούσες, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ήταν η Ελένη Καπράλου ειδική επιστήμονας νομικός, ως βοηθός εισηγητή, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Τμήματος Διοικητικών Υποθέσεων, ως γραμματέας.
Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω:
Υποβλήθηκε ενώπιον της Αρχής η με αριθ. πρωτ. .../01-03-2025 καταγγελία του Α (εφεξής «καταγγέλλων»), όπως συμπληρώθηκε με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../25-06-2025 και .../21-10-2025 έγγραφα, σύμφωνα με την οποία το φροντιστήριο εκπαίδευσης «...» (εφεξής «καταγγελλόμενο») δεν ανταποκρίθηκε στο με ημερομηνία 10-02-2025 αίτημα του καταγγέλλοντος ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του, Β και Γ, το οποίο είχε αποστείλει στο καταγγελλόμενο φροντιστήριο μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και με το οποίο ζητούσε αντίγραφα των νόμιμων φορολογικών παραστατικών που είχαν εκδοθεί για τα ως άνω ανήλικα τέκνα του και αφορούσαν μηνιαία δίδακτρα για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2024 έως Φεβρουάριο 2025, καθώς και σχετική βεβαίωση. Το καταγγελλόμενο φροντιστήριο απάντησε στις 13-02-2025 ότι τα φορολογικά παραστατικά αποστέλλονται στην διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της μητέρας των τέκνων του, παραπέμποντάς τον να συνεννοηθεί μαζί της. Το ως άνω αίτημα πρόσβασης ο καταγγέλλων επανέλαβε στις 13-02-2025, χωρίς και πάλι το καταγγελλόμενο να χορηγήσει τα εν λόγω αντίγραφα.
Η Αρχή, στο πλαίσιο εξέτασης της ανωτέρω καταγγελίας, επιχείρησε να διαβιβάσει την καταγγελία στο καταγγελλόμενο φροντιστήριο με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../25-04-2025 έγγραφό της ζητώντας τις απόψεις του, αρχικά μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 25-04-2025 στην ηλεκτρονική διεύθυνση ...@gmail.com, ωστόσο επειδή η Αρχή δεν έλαβε αποδεικτικό ανάγνωσης προέβη ακολούθως και σε δεύτερη αποστολή στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις ...@gmail.com και ...@gmail.com στις 27-06-2025 (των οποίων έλαβε γνώση από συμπληρωματικά έγγραφα που προσκόμισε ο καταγγέλλων), συγχρόνως όμως, η Αρχή επιχείρησε να διαβιβάσει την εν λόγω καταγγελία και μέσω συστημένης επιστολής, η οποία απεστάλη στην έδρα του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου στις 30-04-2025, πλην όμως αυτή επεστράφη ως αζήτητη (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../17-07-2025 έγγραφο), και εκ νέου στις 05-06-2025 με δεύτερη συστημένη επιστολή, η οποία ομοίως επεστράφη και αυτή ως αζήτητη (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../17-07-2025 έγγραφο). Ακολούθως, η Αρχή με το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../17-07-2025 έγγραφό της απευθύνθηκε προς το κατά τόπον αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα περιοχής Χ, προκειμένου όργανο της υπηρεσίας του να επιδώσει το ως άνω έγγραφο (.../25-04-2025), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, εφαρμοζομένων αναλόγως. Τελικά, η καταγγελία επιδόθηκε νομίμως διά θυροκολλήσεως στις 18-09-2025 (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../06-10-2025 αποδεικτικό επίδοσης του ΑΤ περιοχής Χ). Ωστόσο, το καταγγελλόμενο φροντιστήριο ουδέποτε ανταποκρίθηκε στο ως άνω έγγραφο της Αρχής.
Σημειωτέον ότι η Αρχή στο ως άνω έγγραφό της (.../25-04-2025) επεσήμαινε συναφώς την πάγια νομολογία της, δυνάμει της οποίας ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του (άρ. 128 και 1510 ΑΚ) έχει καταρχήν ως νόμιμος εκπρόσωπός του το δικαίωμα πρόσβασης του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση (π.χ. απόφαση που ορίζει ως ασκούντα τη γονική μέριμνα τον άλλο γονέα, απόφαση απαγόρευσης επικοινωνίας με το παιδί κλπ). Ειδικότερα, η Αρχή ζητούσε διευκρινίσεις εάν ο καταγγέλλων είχε ασκήσει, όπως ισχυριζόταν, το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που αφορούν τα ανήλικα τέκνα του και σε ποια συγκεκριμένα, καθώς και με ποιον τρόπο είχε απαντήσει το καταγγελλόμενο φροντιστήριο στα ως άνω αιτήματά του (επισυνάπτοντας τις τυχόν απαντήσεις του), ή και για ποιους λόγους δεν είχε ανταποκριθεί σε αυτά, παρέχοντας σχετική τεκμηρίωση.
Κατόπιν τούτων, η Αρχή κάλεσε με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../20-10-2025 και .../20-10-2025 κλήσεις της το φροντιστήριο «...» και τον Α αντίστοιχα, σε ακρόαση για παραβίαση των άρθρων 15 και 31 ΓΚΠΔ, κοινοποιώντας σε αυτούς και το σύνολο των εγγράφων της υπόθεσης, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους για την υπόθεση στο Τμήμα της Αρχής στις 29 Οκτωβρίου 2025, ημερομηνία κατά την οποία παρέστη μόνο ο καταγγέλλων, ενώ το καταγγελλόμενο φροντιστήριο ήταν απόν, και η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν εγγράφου αιτήματος της νομίμου εκπροσώπου του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου Δ για τις 26 Νοεμβρίου 2025 (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../27-10-2025 αίτημα για λογαριασμό του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου, το οποίο εστάλη στην Αρχή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την ηλεκτρονική διεύθυνση της ως άνω νομίμου εκπροσώπου ...@gmail.com). Κατά τη συνεδρίαση της 26ης-11-2025 του Τμήματος της Αρχής παρέστησαν μέσω τηλεδιάσκεψης ο Α (χωρίς προηγούμενη κλήτευση) και εκ μέρους του Φροντιστηρίου «...» ο δικηγόρος Πέτρος Τσαντίλας (ΑΜΔΣ…), κατόπιν της υπ’ αριθμ. πρωτ. .../31-10-2025 κλήσης της Αρχής. Σημειωτέον ότι η υπ’ αριθμ. πρωτ. .../31-10-2025 κλήση της Αρχής προς το καταγγελλόμενο φροντιστήριο επιδόθηκε ξανά διά θυροκολλήσεως μέσω του ΑΤ περιοχής Χ (βλ. τα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../03-11-2025 και .../18-11-2025 έγγραφα της Αρχής και του ΑΤ περιοχής Χ αντίστοιχα), προηγουμένως όμως είχε αποσταλεί και μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 31-10-2025 στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις ...@gmail.com και ...@gmail.com , για το οποίο ωστόσο η Αρχή δεν έλαβε αποδεικτικό ανάγνωσης και δεν υπήρξε επικοινωνία από την πλευρά του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου για επιβεβαίωση λήψης της κλήσης αυτής.
Κατά την ακρόαση τα μέρη ανέπτυξαν τις απόψεις τους και στη συνέχεια, έλαβαν προθεσμία και κατέθεσαν εμπρόθεσμα, ο μεν καταγγέλλων το υπ’ αριθ. πρωτ. .../05-12-2025 υπόμνημα, το δε καταγγελλόμενο φροντιστήριο το υπ’ αριθ. πρωτ. .../05-12-2025 υπόμνημα.
Ειδικότερα ο καταγγέλλων με το ως άνω υπόμνημά του αναφέρει ότι οι μόνες αποδείξεις που του εστάλησαν ήταν τρεις στον αριθμό, συνολικού ποσού 1.700€ και εστάλησαν μέσω μηνύματος πολυμέσων “MMS” στο κινητό του τηλέφωνο στις 8-11- 2025. Ο καταγγέλλων αναφέρει ότι του εστάλησαν συγκεκριμένα 1) απόδειξη στο όνομα του υιού του Β, εκδοθείσα στις 30-12-2024 ποσού 1.200€, 2) απόδειξη στο όνομα του υιού του Β, εκδοθείσα στις 24-01-2025 ποσού 300€ και 3) απόδειξη στο όνομα της κόρης του Γ, εκδοθείσα στις 24-01-2025 ποσού 200€, στις οποίες ωστόσο, όπως αναφέρει δεν αναγράφεται το χρονικό διάστημα που αφορούν. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι με το από 12-02-2025 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που του απέστειλε η νόμιμη εκπρόσωπος του καταγγελλόμενου Δ, τον ενημέρωσε ότι το μηνιαίο κόστος των διδάκτρων για τα τέκνα του είναι 300€ για τον υιό του και 200€ για την κόρη του, και ότι επομένως, ο ίδιος συνάγει ότι για το διάστημα των 6 μηνών (ΣΕΠ2024 – ΦΕΒ2025) για τους οποίους ζήτησε την προσκόμιση αποδείξεων θα έπρεπε να έχουν εκδοθεί φορολογικά παραστατικά συνολικού ποσού 3.000€ (βλ. και το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../26-11-2025 έγγραφο). Συμπεραίνει δε ο καταγγέλλων ότι δεν του έχουν προσκομιστεί όλες οι αποδείξεις για το εν λόγω χρονικό διάστημα, αφού όπως αναφέρει του προσκομίστηκαν αποδείξεις συνολικού ποσού 1.700€. Τέλος, και σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου ότι δεν γνώριζε ποιος είναι ο καταγγέλλων, ο τελευταίος αναφέρει ότι σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απέστειλε στο καταγγελλόμενο φροντιστήριο στις 13-02-2025, ανέφερε ότι «όταν βρείτε αντίγραφο των θεωρημένων αποδείξεων που αφορούν το κόστος μηνιαίων διδάκτρων για τα τέκνα μου Β και Γ για την περίοδο Σεπτέμβριος 2024- Φεβρουάριος 2025, ενημερώστε και θα περάσω να τις πάρω».
Το δε καταγγελλόμενο φροντιστήριο με το ως άνω υπόμνημά του αναφέρει διά της ως άνω νομίμου εκπροσώπου του Δ ότι ο καταγγέλλων απέστειλε στις 10-02-2025 μήνυμα μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, με το οποίο ζητούσε από τη νόμιμη εκπρόσωπο του εν λόγω φροντιστηρίου να του αποστείλει βεβαίωση και αποδείξεις για το μηνιαίο κόστος των διδάκτρων των τέκνων του, για την περίοδο Σεπτέμβριος 2024-Φεβρουάριος 2025, λόγω δικαστικής διαμάχης με την μητέρα των τέκνων του, επειδή βρίσκονται σε διάσταση, καθώς και ότι στις 13 Φεβρουαρίου 2025 του απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς απάντηση στο ως άνω e-mail, διασαφηνίζοντάς του πως οι αποδείξεις αποστέλλονται απευθείας ηλεκτρονικά στο e-mail της μητέρας των παιδιών, ήτοι στην κυρία Ε, βάσει της πολιτικής του φροντιστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι αποδείξεις αποστέλλονται στο e-mail του γονέα που έχει δηλωθεί κατά την εγγραφή του τέκνου. Προσθέτει δε η ως άνω νόμιμη εκπρόσωπος ότι ουδέποτε έχει συναντήσει διά ζώσης τον καταγγέλλοντα, καθώς για την ενημέρωση σχετικά με την πρόοδο των τέκνων πάντοτε επικοινωνούσε με το φροντιστήριο αποκλειστικά η μητέρα τους και έχοντας παντελή άγνοια ως προς το πρόσωπό του, ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να προσέλθει αυτοπροσώπως επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο την ταυτοποίησή του, η οποία θα λάμβανε χώρα στον χώρο του φροντιστηρίου με την επίδειξη της αστυνομικής του ταυτότητας, ενώ ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αρνήθηκε την παράδοση των αντιγράφων. Περαιτέρω, σχετικά με την παραλαβή των εγγράφων της Αρχής το καταγγελλόμενο φροντιστήριο διά της νομίμου εκπροσώπου του ισχυρίζεται ότι η ημερομηνία που έλαβε γνώση ως νόμιμη εκπρόσωπος του φροντιστηρίου τυγχάνει η ημερομηνία θυροκόλλησης των εγγράφων της Αρχής από το αρμόδιο προς τούτου όργανο, ήτοι η 18η Σεπτεμβρίου 2025, ενώ προ της ως άνω ημερομηνίας, ουδέποτε παρέλαβε ή αρνήθηκε να παραλάβει οποιαδήποτε έγγραφα της Αρχής, επισημαίνοντας ότι το φροντιστήριο δεν λειτουργεί κατά τους θερινούς μήνες, ήτοι από τις 20 Ιουλίου έως τις 15 Σεπτεμβρίου και συνεπώς, εκείνο το χρονικό διάστημα ήτο αδύνατο να ενημερωθεί καθώς και να παραλάβει έγγραφα. Συμπληρώνει δε ότι ο καταγγέλλων δεν προέβη στην απαιτούμενη προσκόμιση των νομιμοποιητικών εγγράφων καθώς επίσης και στην προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως ως προς την απόδειξη μη αποστερήσεως της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων, για λογαριασμό των οποίων ασκήθηκε το επίμαχο δικαίωμα πρόσβασης, αναφέροντας ότι μεταξύ των συμπληρωματικών εγγράφων που αποδεικνύουν την μη αποστέρηση της γονικής μέριμνας ενδεικτικά θα μπορούσαν να περιληφθούν Υπεύθυνη Δήλωση του καταγγέλλοντος, περί του ότι είναι φορέας άσκησης της γονικής μέριμνας ή στοιχεία τυχόν δικαστικής υπόθεσης υπέρ του. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου, στις 6 Νοεμβρίου 2025 και κατόπιν λήψης των σχετικών εγγράφων της Αρχής και σχετικής ενημέρωσής της, κοινοποίησε δια της ως άνω νομίμου εκπροσώπου του στον καταγγέλλοντα τα αιτούμενα φορολογικά παραστατικά, ικανοποιώντας το αίτημά του, και συγκεκριμένα απέστειλε στον καταγγέλλοντα την απόδειξη παροχής υπηρεσιών συνολικής αξίας χιλίων διακοσίων (1.200,00€) ευρώ που αφορά στα δίδακτρα των μηνών Σεπτεμβρίου 2024 - Δεκεμβρίου 2024, καθώς και τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών συνολικής αξίας διακοσίων (200,00€) ευρώ και τριακοσίων (300,00€) ευρώ που αντιστοιχούν στα δίδακτρα του μηνός Ιανουαρίου 2025, υπογραμμίζοντας ότι από την ημερομηνία που έλαβε γνώση των εγγράφων της Αρχής, ήτοι την 18η Σεπτεμβρίου 2025 μέχρι και την ημερομηνία αποστολής των ζητηθέντων εγγράφων προς τον καταγγέλλοντα, ήτοι την 6η Νοεμβρίου 2025 παρήλθε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών προσκομίζει την από 06 και 07-11-2025 επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα μέσω μηνυμάτων sms. Σχετικά δε με τη στοιχειοθέτηση της παράβασης του άρθρου 31 ΓΚΠΔ για την οποία επίσης εισήχθη στο Τμήμα η υπόθεση το καταγγελλόμενο φροντιστήριο αναφέρει ότι το ως άνω διάστημα από την 18η Σεπτεμβρίου 2025 μέχρι και την ημερομηνία αποστολής των ζητηθέντων εγγράφων προς τον καταγγέλλοντα, ήτοι την 6η Νοεμβρίου 2025 είναι αδύνατο να επαρκεί για την στοιχειοθέτηση της παράβασης του άρθρου 31 ΓΚΠΔ, που αφορά στην εν γένει συμμόρφωση του φροντιστηρίου προς την υποχρέωση συνεργασίας με την Αρχή και ότι ως εκ τούτου, δεν παρήλθε εκτενές χρονικό διάστημα από την επίδοση των εγγράφων της Αρχής έως την κλήση σε ακρόαση. Προσθέτει δε ότι η υποβολή του αιτήματος λήψης των επίδικων εγγράφων έλαβε χώρα στις 10-02-2025, ενώ 3 ημέρες αργότερα, ήτοι στις 13-02-2025 εστάλη από το καταγγελλόμενο προς τον καταγγέλλοντα απαντητικό μήνυμα, ο δε καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του ενώπιον της Αρχής πριν την πάροδο μηνός από την υποβολή του αιτήματος πρόσβασής του στα δεδομένα και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, υποστηρίζει ότι η ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση της υποβληθείσας κατά του φροντιστηρίου καταγγελίας από τον κ. Α ήταν η 18η Σεπτεμβρίου 2025, οπότε και θυροκολλήθηκαν τα σχετικά έγγραφα από το αρμόδιο προς τούτο όργανο της Αστυνομίας, η δε επίδοση των εν λόγω εγγράφων πανικόβαλε την ως άνω νόμιμη εκπρόσωπο και η εν λόγω διαδικασία την πίεσε χρονικά με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να ανταποκριθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και πάντως πριν την επίδοση της κλήσης συζήτησης της υπόθεσης με το με αριθμό πρωτ. 3737/31-10- 2025 έγγραφο της Αρχής, και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η παραβίαση του άρθρου 31 ΓΚΠΔ, καθώς και ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό και δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιο παράπονο ή καταγγελία για θέματα προσωπικών δεδομένων.
Η Αρχή, μετά από εξέταση όλων των στοιχείων του φακέλου και των διαμειφθέντων στην από 26-11-2025 συνεδρίαση, αφού άκουσε τον εισηγητή και τις διευκρινίσεις από τη βοηθό εισηγητή, η οποία παρέστη χωρίς δικαίωμα ψήφου μετά από διεξοδική συζήτηση
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
1. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – εφεξής, ΓΚΠΔ) και του άρθρου 9 του νόμου 4624/2019 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκύπτει ότι η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει την εφαρμογή των διατάξεων του ΓΚΠΔ, του νόμου αυτού και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Το δε καταγγελλόμενο φροντιστήριο είναι υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένου ότι μόνο καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ανήλικων τέκνων του καταγγέλλοντα (άρθρο 4 περ. 7 ΓΚΠΔ), τα οποία τηρεί σε σύστημα αρχειοθέτησης. Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ΓΚΠΔ τίθενται οι αρχές που πρέπει να διέπουν μια επεξεργασία. Σύμφωνα με την αρχή της λογοδοσίας που εισάγεται με το εν λόγω άρθρο, ορίζεται στην παράγραφο 2 αυτού ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας «φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»)». Όπως έχει κρίνει η Αρχή , με τον ΓΚΠΔ υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο συμμόρφωσης, κεντρικό σημείο του οποίου συνιστά η αρχή της λογοδοσίας στο πλαίσιο της οποίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να σχεδιάζει, εφαρμόζει και εν γένει λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και πολιτικές, προκειμένου η επεξεργασία των δεδομένων να είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις. Επιπλέον δε, ο υπεύθυνος επεξεργασίας βαρύνεται με το περαιτέρω καθήκον να αποδεικνύει ο ίδιος και ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωσή του με τις αρχές του άρθρου 5 παρ. 1 ΓΚΠΔ.
2. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1, 3 και 4 του ΓΚΠΔ «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας επιβεβαίωση για το κατά πόσον ή όχι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία και, εάν συμβαίνει τούτο, το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες: α) τους σκοπούς της επεξεργασίας, β) τις σχετικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους κοινολογήθηκαν ή πρόκειται να κοινολογηθούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως τους αποδέκτες σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, δ) εάν είναι δυνατόν, το χρονικό διάστημα για το οποίο θα αποθηκευτούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω διάστημα, ε) την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στον υπεύθυνο επεξεργασίας για διόρθωση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή περιορισμό της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορά το υποκείμενο των δεδομένων ή δικαιώματος αντίταξης στην εν λόγω επεξεργασία, στ) το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή, ζ) όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με την προέλευσή τους, η) την ύπαρξη αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 4 και, τουλάχιστον στις περιπτώσεις αυτές, σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη λογική που ακολουθείται, καθώς και τη σημασία και τις προβλεπόμενες συνέπειες της εν λόγω επεξεργασίας για το υποκείμενο των δεδομένων. 2. (…) 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει αντίγραφο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. (…) Εάν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλλει το αίτημα με ηλεκτρονικά μέσα και εκτός εάν το υποκείμενο των δεδομένων ζητήσει κάτι διαφορετικό, η ενημέρωση παρέχεται σε ηλεκτρονική μορφή που χρησιμοποιείται συνήθως. 4. Το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων». Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου στα προσωπικά δεδομένα του. Στο πλαίσιο του δικαιώματος αυτού, το υποκείμενο πρέπει αφενός να έχει πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέχθηκαν και το αφορούν, προκειμένου να λαμβάνει γνώση και να βεβαιώνεται για την ακρίβεια και τον χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδομένων του και να επαληθεύει τη νομιμότητα της επεξεργασίας, και αφετέρου να μπορεί να ασκεί το εν λόγω δικαίωμα ευχερώς και σε εύλογα τακτά διαστήματα. Ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να παρέχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως σε ασφαλές σύστημα μέσω του οποίου το υποκείμενο των δεδομένων αποκτά άμεση πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν.
Εξάλλου η Αρχή δέχεται παγίως ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να γνωρίζει αν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία, καθώς και να λαμβάνει γνώση αυτών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η επίκληση εννόμου συμφέροντοςαφού αυτό ενυπάρχει και αποτελεί βάση του δικαιώματος πρόσβασης, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου των δεδομένων να λάβει γνώση πληροφοριών οι οποίες το αφορούν και έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, έτσι ώστε να πραγματώνεται η βασική αρχή του δικαίου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, που συνίσταται στη διαφάνεια της επεξεργασίας ως προϋπόθεση κάθε περαιτέρω ελέγχου από το υποκείμενο της νομιμότητάς της. Ομοίως, δεν απαιτείται η επίκληση των λόγων για τους οποίους το υποκείμενο των δεδομένων επιθυμεί την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης. Εξάλλου, η υποχρέωση ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης είναι καθολική, αφορά δηλαδή όλες τις πληροφορίες που αφορούν στο υποκείμενο των δεδομένων και επιπλέον, δεν εξαρτάται από την επίκληση των λόγων άσκησης του δικαιώματος. Κατά συνέπεια, η ικανοποίηση του δικαιώματος δεν εξαρτάται από προηγούμενη κρίση του υπεύθυνου επεξεργασίας ως προς το αν δικαιολογείται ή όχι η άσκηση του δικαιώματος. Περαιτέρω, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 15 ΓΚΠΔ ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαλλάσσεται από την περί ενημερώσεως υποχρέωσή του έναντι του υποκειμένου των δεδομένων εκ μόνου του λόγου ότι το εκάστοτε επίμαχο δεδομένο δεν υπάρχει σε τηρούμενο από αυτόν αρχείο.
3. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΚΠΔ «1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων (…) κάθε ανακοίνωση στο πλαίσιο των άρθρων 15 (…) 2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων που προβλέπονται στα άρθρα 15 (…) 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων πληροφορίες για την ενέργεια που πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος δυνάμει των άρθρων 15 έως 22 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά δύο ακόμη μήνες, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την εν λόγω παράταση εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης. (…) 4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ενεργήσει επί του αιτήματος του υποκειμένου των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, για τους λόγους, για τους οποίους δεν ενήργησε και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή και άσκησης δικαστικής προσφυγής».
4. Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 του ΓΚΠΔ προβλέπεται ότι «Ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία και, κατά περίπτωση, οι εκπρόσωποί τους συνεργάζονται, κατόπιν αιτήματος, με την εποπτική αρχή για την άσκηση των καθηκόντων της».
5. Επειδή επιπλέον το άρθρο 1510 ΑΚ περί γονικής μέριμνας ορίζει, μεταξύ άλλων ότι «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (Γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του…». Εξάλλου, το άρθρο 1513 ΑΚ ορίζει, μεταξύ άλλων τα εξής: «Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα».
6. Επειδή σύμφωνα με πάγια νομολογία της Αρχής, κατά τα προαναφερόμενα, ο ασκών τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου του (άρθρα 128 και 1510 ΑΚ) έχει καταρχήν ως νόμιμος εκπρόσωπός του το κατά το ανωτέρω άρθρο 15 δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία που αναφέρονται στο ανήλικο τέκνο του, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από δικαστική απόφαση (όπως απόφαση που ορίζει ως ασκούντα τη γονική μέριμνα τον άλλο γονέα ή απόφαση απαγόρευσης επικοινωνίας με το τέκνο). Ειδικότερα, στην υπό εξέταση περίπτωση, ο καταγγέλλων ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του από κοινού και εξίσου με τη μητέρα τους, έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα των τελευταίων, ήτοι στα ζητηθέντα φορολογικά παραστατικά που έχουν εκδοθεί, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 και 1513 ΑΚ και 15 του ΓΚΠΔ, χωρίς, μάλιστα, να απαιτείται περαιτέρω η συνδρομή στο πρόσωπό του συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος. Τούτο δε διότι ο καταγγέλλων ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του ταυτίζεται με το υποκείμενο των συγκεκριμένων δεδομένων.
Επομένως το καταγγελλόμενο φροντιστήριο, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υποχρεούται, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών που το αφορούν, να ικανοποιεί διά της νομίμου εκπροσώπου του σχετικά δικαιώματα πρόσβασης που ασκούνται από τον πατέρα και ασκούντα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου.
7. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι ο καταγγέλλων άσκησε το δικαίωμα πρόσβασης για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων του ενώπιον του καταγγελλομένου υπευθύνου επεξεργασίας, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, η οποία δεν προκύπτει να του έχει αφαιρεθεί. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ζήτησε από το καταγγελλόμενο φροντιστήριο και ειδικότερα από τη νόμιμη εκπρόσωπο αυτού, Δ, όπως αποκτήσει πρόσβαση σε φορολογικά παραστατικά που αφορούν στην παροχή υπηρεσιών προς τα ανήλικα τέκνα του και του δοθεί σχετική βεβαίωση. Εξάλλου, ο καταγγέλλων προέβη στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης κατά τρόπο σαφή μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, περιλαμβάνοντας τα στοιχεία τόσο του ιδίου όσο και των τέκνων του ως μαθητών του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου. Ωστόσο, το δικαίωμα πρόσβασης που εξετάζεται εν προκειμένω αφορά μόνο τη χορήγηση αντιγράφων των φορολογικών παραστατικών και όχι τη χορήγηση σχετικής βεβαίωσης, καθώς δε νοείται δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα που δεν υφίστανται κατά τη χρονική στιγμή υποβολής του εν λόγω αιτήματος πρόσβασης. Ο καταγγέλλων διατύπωσε το ως άνω αίτημά του εγγράφως στις 10 και 13-2-2025, ωστόσο εκ των στοιχείων του φακέλου προκύπτει ότι το αίτημά του αυτό δεν ικανοποιήθηκε εμπροθέσμως, καθώς ο υπεύθυνος επεξεργασίας απέστειλε στις 07-11-2025 αποδείξεις συνολικού ποσού 1.700 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο με το υπόμνημα του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου σχετικό 1), ενώ εύλογος είναι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντα ότι το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε πλήρως και θεωρεί ότι δεν του έχουν δοθεί όλα τα φορολογικά παραστατικά που τηρεί στο αρχείο του το καταγγελλόμενο, αφού υπολείπονται αποδείξεις συνολικού ποσού 1.300 ευρώ (η ίδια η νόμιμη εκπρόσωπος είχε αναφέρει ότι το μηνιαίο κόστος διδάκτρων και για τα δυο τέκνα ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και άρα συνολικά για το υπό κρίση χρονικό διάστημα ύψους 3.000 ευρώ). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν έχει στο αρχείο του διαθέσιμα κάποια εκ των αιτηθέντων εγγράφων, οφείλει να απαντήσει έστω και αρνητικά εντός της νομίμου προθεσμίας. Ο δε ισχυρισμός της ιδιοκτήτριας του καταγγελλόμενου ότι το φροντιστήριο δεν λειτουργεί τους θερινούς μήνες, ήτοι από τις 20 Ιουλίου έως τις 15 Σεπτεμβρίου είναι εν προκειμένω νομικά αδιάφορος, καθώς πέραν του ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν έγινε προσπάθεια της Αρχής να επικοινωνήσει με το καταγγελλόμενο, επιπροσθέτως ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να έχει σταθερό σημείο επικοινωνίας τόσο με την εποπτική αρχή, όσο και με τα υποκείμενα των δεδομένων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου ότι η καταγγελία πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του ενώπιον της Αρχής πριν την πάροδο μηνός από την υποβολή του αιτήματος είναι αβάσιμος, καθώς το αίτημα πρόσβασης υποβλήθηκε από τον καταγγέλλοντα στις 10-02-2025, το δε καταγγελλόμενο απάντησε στις 13-02-2025 και ακολούθως ο καταγγέλλων κρίνοντας μη ικανοποιητική την απάντηση αυτή προέβη σε σχετική καταγγελία όπως δικαιούτο, χωρίς να χρειάζεται να αναμένει την πάροδο μηνός, όπως θα γινόταν στην περίπτωση που δεν είχε λάβει απάντηση από το καταγγελλόμενο. Τέλος, ο ισχυρισμός του καταγγελλόμενου ότι δεν αρνήθηκε να χορηγήσει τα εν λόγω έγγραφα, αλλά ζήτησε ταυτοποίηση του καταγγέλλοντα ως πατέρα των ανήλικων μαθητών πριν τα χορηγήσει καθώς επίσης και ότι είχε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον είχε αυτός τη γονική μέριμνα είναι απορριπτέοι ως αναπόδεικτοι, αφού, ακόμα και εάν οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν βάσιμοι, η νόμιμη εκπρόσωπος του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου θα είχε διατυπώσει τις αμφιβολίες αυτές στην απάντησή της στις 13-02-2025, ζητώντας ενδεχομένως από τον καταγγέλλοντα να προσκομιστούν τα απαραίτητα έγγραφα ταυτοποίησης ή μη αφαίρεσης της γονικής μέριμνας. Ωστόσο, από την εν λόγω απάντηση και την εν γένει μεταξύ τους επικοινωνία δεν προκύπτει αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητα του καταγγέλλοντα ή ως προς την άσκηση από αυτόν της γονικής μέριμνας, αλλ’ αντίθετα παραπέμπεται ο καταγγέλλων να ζητήσει τα εν λόγω αντίγραφα από τη μητέρα των τέκνων του. Το καταγγελλόμενο όφειλε να απαντήσει διά της νομίμου εκπροσώπου του και δη εμπρόθεσμα και χωρίς υπεκφυγές, αποστέλλοντας τα στοιχεία που διέθετε για το αναφερόμενο στο ως άνω αίτημα χρονικό διάστημα. Από τα πραγματικά περιστατικά όμως, και τα στοιχεία που τέθηκαν υπ’ όψιν της Αρχής δεν αποδείχτηκε ότι το καταγγελλόμενο απάντησε προσηκόντως στον καταγγέλλοντα, τον παρέπεμψε μάλιστα στη μητέρα των τέκνων. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δηλαδή δεν αποδεικνύεται η ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης, και δη εντός των εκ του ΓΚΠΔ προβλεπόμενων προθεσμιών ή η δικαιολογημένη, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, μη ικανοποίηση αυτού, διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 και 4 ΓΚΠΔ. Μάλιστα από τον εν γένει χειρισμό του αιτήματος του καταγγέλλοντα τεκμηριώνεται ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας από αμέλεια και άγνοια για τις διατάξεις του ΓΚΠΔ δεν χορήγησε εμπροθέσμως τα εν λόγω αντίγραφα στον καταγγέλλοντα.
8. Επιπλέον, εκ των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι ως προς την εν γένει συμπεριφορά του ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν επέδειξε απολύτως καμία διάθεση συνεργασίας με την Αρχή παρέχοντας διευκρινίσεις σχετικά με την καταγγελία που τον αφορούσε. Ειδικότερα, ουδέποτε απάντησε στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για διαβίβαση της καταγγελίας, καθώς και ουδέποτε φρόντισε να παραλάβει τις συστημένες επιστολές για τη διαβίβαση της καταγγελίας τόσο στις 30-04-2025 όσο και αργότερα στις 05-06-2025, οι οποίες επεστράφησαν ως αζήτητες. Επιπροσθέτως, αδιαφόρησε και δεν μερίμνησε να απαντήσει στα συγκεκριμένα ερωτήματα, που έθεσε η Αρχή με το με αριθ. πρωτ. .../25-04-2025 έγγραφό της, ακόμα και όταν διαβιβάστηκε η καταγγελία μέσω του ΑΤ περιοχής Χ, ενώ η πρώτη του επικοινωνία με την Αρχή ήταν διά της νομίμου εκπροσώπου του στις 27-10-2025 μέσω μηνύματος που απέστειλε στη Γραμματεία της Αρχής (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../27-10-2025 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της νομίμου εκπροσώπου του καταγγελλόμενου), με το οποίο ζητούσε την αναβολή της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 29-10-2025, στην οποία μάλιστα δεν παρέστη. Οι απόψεις του καταγγελλόμενου φροντιστηρίου έγιναν στην Αρχή γνωστές για πρώτη φορά κατά τη συνεδρίαση της 26-11-2025 και με το προσκομισθέν κατά τα ανωτέρω υπόμνημά του. Η δε συμπεριφορά του υπευθύνου επεξεργασίας, όπως αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω, ο οποίος δεν ενήργησε καλή τη πίστει, είχε ως αποτέλεσμα
να παρακωλυθεί σε μεγάλο βαθμό το έργο της Αρχής, καθώς πέρα από την καθυστέρηση στην παροχή απόψεων και στη διερεύνηση της υπόθεσης που προκάλεσε, είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν άσκοπα πόροι της Αρχής, από υπαιτιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας. Από την επιλεκτική μάλιστα επικοινωνία της νομίμου εκπροσώπου του φροντιστηρίου με την Αρχή, η οποία επικοινωνεί μεν με την Αρχή προκειμένου να υποβάλει αίτημα αναβολής, αλλά δεν απαντά επί παραδείγματι στο έγγραφο παροχής διευκρινίσεων ούτε όμως και στο εάν παρέλαβε την κλήση προς ακρόαση, τεκμηριώνεται ότι αυτή σκοπίμως δεν συνεργάστηκε με την Αρχή. Με την ανωτέρω συμπεριφορά το καταγγελλόμενο φροντιστήριο παραβίασε, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, την απορρέουσα από το προαναφερόμενο άρθρο 31 του ΓΚΠΔ υποχρέωσή του, η οποία είναι αυτοτελής και η παραβίασή της επισύρει την επιβολή του διοικητικού προστίμου του άρθρου 83 παρ. 4 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ.
9. Επειδή, σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, παρά την παρέμβαση της Αρχής που επελήφθη της επίμαχης καταγγελίας, δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί πλήρως το δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντος από το καταγγελλόμενο φροντιστήριο, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα. Με τα δεδομένα αυτά, διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης του άρθρου 15 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, συνδυαστικά προς τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 12 του ΓΚΠΔ. Επιπλέον, διαπιστώνεται και η παραβίαση της αυτοτελούς υποχρέωσης του καταγγελλόμενου ως υπευθύνου επεξεργασίας όπως συνεργάζεται με την εποπτική αρχή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31 του ΓΚΠΔ.
10. Επειδή σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ (Αιτ. Σκ. 148) προκειμένου να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων του Κανονισμού αυτού, κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών προστίμων, θα πρέπει να επιβάλλονται για κάθε παράβαση του Κανονισμού, επιπρόσθετα ή αντί των κατάλληλων μέτρων που επιβάλλονται από την εποπτική αρχή σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό. Με βάση τα ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να ασκήσει τις κατά το άρθρο 58 παρ. 2 του ΓΚΠΔ διορθωτικές εξουσίες της σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και να επιβληθεί, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 2 εδ. θ’ του ΓΚΠΔ αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο κατ’ άρθρο 83 του ΓΚΠΔ τόσο προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης, όσο και για την τιμωρία της παράνομης συμπεριφοράς, καθώς και να δοθεί εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 εδ. γ΄ του ΓΚΠΔ να ικανοποιήσει πλήρως το δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντα.
11. Επειδή η παραβίαση των προβλεπόμενων στα άρθρα 12-22 του ΓΚΠΔ δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, επισύρει την επιβολή κυρώσεων κατ’ άρθρο 83 παρ. 5 στοιχ. β΄ του ΓΚΠΔ, ενώ η παραβίαση των προβλεπόμενων στα άρθρα 25 έως 39, μεταξύ άλλων, υποχρεώσεων του υπευθύνου επεξεργασίας επισύρει την επιβολή κυρώσεων κατ΄ άρθρο 83 παρ. 4 στοιχ. α’ του ΓΚΠΔ. Περαιτέρω η Αρχή, έλαβε υπ’ όψιν τα κριτήρια επιμέτρησης των προστίμων που ορίζονται στο άρθρο 83 παρ. 2 του ΓΚΠΔ, την προαναφερόμενη παράγραφο 5 περ. β’ του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων υπάγεται στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων καθώς και την επίσης ως άνω αναφερθείσα παράγραφο 4 περ. α’ του αυτού ως άνω άρθρου σχετικά με την απορρέουσα από το άρθρο 31, μεταξύ άλλων, του ΓΚΠΔ υποχρέωση του Υπευθύνου Επεξεργασίας, που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, τις Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και τον καθορισμό διοικητικών προστίμων για τους σκοπούς του Κανονισμού 2016/679 που εκδόθηκαν στις 03-10-2017 από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (WP 253), τις Κατευθυντήριες Γραμμές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων για τον υπολογισμό των διοικητικών προστίμων υπό τον ΓΚΠΔκαθώς επίσης και τα πραγματικά δεδομένα της εξεταζόμενης υπόθεσης και ιδίως:
Α. Για την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 σε συνδυασμό με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 12 του ΓΚΠΔ ως προς την εκ μέρους του καταγγελλομένου φροντιστηρίου μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του καταγγέλλοντος κατά τα ως άνω αναλυτικώς εκτεθέντα, η Αρχή, σταθμίζοντας και τα κριτήρια της προαναφερόμενης με αριθ. 148 αιτιολογικής σκέψης του ΓΚΠΔ, έλαβε υπ’ όψιν τα εξής:
1. Το γεγονός ότι η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα των υποκειμένων υπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 5 εδ. β’ ΓΚΠΔ, στην ανώτερη προβλεπόμενη κατηγορία του συστήματος διαβάθμισης διοικητικών προστίμων.
2. Το γεγονός ότι το καταγγελλόμενο στέρησε από τον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να λάβει γνώση πληροφοριών που αφορούν στα ανήλικα τέκνα του.
3. Το γεγονός ότι το καταγγελλόμενο δεν ικανοποίησε πλήρως το δικαίωμα πρόσβασης που άσκησε ο καταγγέλλων κατ’ άρθρο 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ.
4. Το γεγονός ότι η παράβαση εν προκειμένω έθιξε δυο (2) φυσικά πρόσωπα ως υποκείμενα των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης, ήτοι τα δυο ανήλικα τέκνα του καταγγέλλοντα.
5. Το γεγονός ότι η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης αποδίδεται σε αμέλεια του καταγγελλομένου φροντιστηρίου λόγω άγνοιας των διατάξεων του ΓΚΠΔ.
6. Το γεγονός ότι η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης αφορά σε απλά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ανήλικων τέκνων του καταγγέλλοντος.
7. Το γεγονός ότι η σχετική αποστολή φορολογικών παραστατικών έγινε λίγες ημέρες πριν την ακρόαση.
8. Την απουσία προηγούμενων διαπιστωμένων παραβάσεων του καταγγελλομένου φροντιστηρίου, καθώς από σχετικό έλεγχο προκύπτει ότι δεν του έχει επιβληθεί μέχρι σήμερα διοικητική κύρωση από την Αρχή.
9. Το γεγονός ότι, από τα στοιχεία που τέθηκαν υπ’ όψιν της Αρχής και με βάση τα οποία διαπίστωσε την παραβίαση του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος.
Β. Για την παραβίαση της υποχρέωσης συνεργασίας με την Αρχή κατ’ άρθρο 31 του ΓΚΠΔ, η οποία υπάγεται στην κατηγορία της περ. α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ ως προς το σύστημα διαβάθμισης των διοικητικών προστίμων:
1. Tον εξακολουθητικό χαρακτήρα της μη συνεργασίας του καταγγελλομένου διά της νομίμου εκπροσώπου του, με την Αρχή, όπως αναλυτικά περιγράφεται ανωτέρω στη Σκέψη 8 της παρούσας.
2. Tη δυσχέρεια που προκλήθηκε στην Αρχή ως προς τη διερεύνηση της βασιμότητας της καταγγελίας που αφορούσε σε παραβίαση δικαιώματος πρόσβασης, ήτοι την σοβαρή παρακώλυση του έργου της Αρχής, ενώ συγχρόνως η συμπεριφορά του καταγγελλόμενου (βλ. Σκέψη 8) προκάλεσε άσκοπη χρήση των πόρων της Αρχής, και αποδίδεται σε πρόθεση του καταγγελλόμενου.
3. Το γεγονός ότι πάντως η συγκεκριμένη παραβίαση συνιστά μεμονωμένη περίπτωση, στο μέτρο που δεν έχει αχθεί ενώπιον της Αρχής έτερη συναφής καταγγελία κατά του αυτού καταγγελλομένου.
12. Βάσει των ανωτέρω, η Αρχή αποφασίζει ότι πρέπει να επιβληθούν στο καταγγελλόμενο ως υπεύθυνο επεξεργασίας οι αναφερόμενες στο διατακτικό διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα των παραβάσεων, ενώ επιπλέον συνιστούν μέτρα αποτελεσματικά ως προς την κατεύθυνση συμμόρφωσης με τις διατάξεις περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων παράλληλα δε, έχουν χαρακτήρα αποτρεπτικό προς αποφυγή περαιτέρω παραβιάσεων της σχετικής νομοθεσίας εκ μέρους τoυ καταγγελλομένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Η Αρχή
1. Επιβάλλει στην καταγγελλόμενη επιχείρηση (φροντιστήριο) «...» ως υπεύθυνο επεξεργασίας το αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό διοικητικό χρηματικό πρόστιμο που αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ειδικότερες περιστάσεις αυτής, ύψους δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ για την ως άνω διαπιστωθείσα παραβίαση των άρθρων 15 παρ. 1 ΓΚΠΔ και 12 παρ. 3 και 4 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και 83 παρ. 5 στοιχ. β΄ ΓΚΠΔ και ύψους δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για την ως άνω διαπιστωθείσα παραβίαση του άρθρου 31 ΓΚΠΔ, σύμφωνα με τα άρθρα 58 παρ. 2 στοιχ. θ΄ και 83 παρ. 4 στοιχ. α΄ ΓΚΠΔ.
2. Δίνει εντολή στην καταγγελλόμενη επιχείρηση κατ’ άρθρο 58 παρ. 2 εδ. γ’ του ΓΚΠΔ, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, να εξετάσει το ασκηθέν δικαίωμα πρόσβασης του καταγγέλλοντα και να το ικανοποιήσει πλήρως κατά τα διαλαμβανόμενα στις ανωτέρω σκέψεις.
Ο Εκτελών Χρέη Προέδρου
Γεώργιος Μπατζαλέξης
Η Γραμματέας
Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου