ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤρΕφΚρητ 2/2021 ΑΕ - Ελαττωματικές αποφάσεις - Μετοχές διοικούμενες από κληρονόμους ως κοινό πράγμα - Παρουσία μετόχων στις επίμαχες συνελεύσεις ΓΣ

Αριθμός:
2
Έτος:
2021
Δικαστήριο:
Τόπος:
Σύνθεση:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
13/01/2021
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ, 187/2021, σελ. 1000 - 1000
Αρ. Λέξεων:
8908
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Ελαττωματικές αποφάσεις ΑΕ υπό το προϊσχύσαν δίκαιο του Ν 2190/1920. Ακυρώσιμες, άκυρες και ανυπόστατες αποφάσεις. Η ακυρότητα απόφασης επέρχεται αυτοδικαίως χωρίς δηλαδή να απαιτείται προς τούτο η έκδοση διαπλαστικής δικαστικής απόφασης που να την κηρύττει. Προθεσμία ενός έτους για προβολή ακυρότητας απόφασης από την υποβολή πρακτικού ΓΣ σε ΓΕΜΗ. Κατ’ εξαίρεση, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία και, άρα, δενοείται θεραπεία (της ακυρότητας), όταν με την απόφαση επέρχεται διαρκής παράνομη κατάσταση στην εταιρία. Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν όταν τροποποιείται το καταστατικό κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο σκοπός της εταιρίας να καθίσταται παράνομος ή να αντίκειται στη δημόσια τάξη και, δεύτερον, όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Ακύρωση ακυρώσιμης απόφασης με διαπλαστική απόφαση επί αγωγής μετόχου που ασκείται εντός 3 μηνών από την λήψη της απόφασης. Ως ανυπόστατες θεωρούνται οι αποφάσεις που δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα επειδή εκλείπουν από εκείνες τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος. Συμμετοχή μη μετόχου ή μετόχων που τους έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου στη ΓΣ. Μετοχές διοικούμενες από κληρονόμους ως κοινό πράγμα.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 2/2021
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Παρασκευή Κυραλέου, Πρόεδρο Εφετών, Αθηνά Κυτρίδου, Εφέτη, Κωνσταντίνο Ρόκο, Εφέτη - Εισηγητή, και από το Γραμματέα Εμμανουήλ Περράκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στα Χανιά, στις 3 Νοεμβρίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος - ενάγοντος: ... του …, κατοίκου … Αττικής, οδός …, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευθυμίου Χαρλαύτη (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών 36656), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και έγγραφα.
Της εφεσίβλητης - εναγομένης: Εταιρείας με την επωνυμία "..." Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία”, νόμιμα εκπροσωπούμενη, που εδρεύει στον … Αποκορώνου Χανιών, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως των πληρεξουσίων δικηγόρων της Μανούσου Κονταράκη (Α.Μ. Δ.Σ. Χανίων 434) και Αλεξάνδρου Δοβλέ (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών 25005), οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις και έγγραφα.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων την από 2-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2016 αγωγή της, η οποία έγινε απερρίφθη δυνάμει της υπ' αριθ. 44/2017 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα με την από 10-5-2019 έφεσή της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7-12-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2017, αντίγραφο δε αυτής κατατέθηκε στις 9-10-2018 στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθ. πρωτ. …-9/10/2018, που προσδιορίστηκαν αρχικά στη δικάσιμο της 1ης-10-2019, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2017 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων που προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο με την με αριθμό …/2018 έκθεση προσδιορισμού έφεση κατά της με αριθμό 44/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία την υπ’ αριθμ. έκθεσης κατάθεσης .../2016 αγωγή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 7-11-2017 (βλ. την με αριθμό .../7-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ...), η δε έφεση, όπως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 7-12-2017 όπως προκύπτει από τη με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …/7-12-2017 πράξη καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέα αυτού κάτω από το δικόγραφο της εφέσεως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης. Συντρέχουν δε ακόμη όλες οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της ασκήσεως αυτής (άρθρα 495 παρ.1, 496, 498, 511, 513 παρ.1 β’, 514, 516 παρ.1, 517 εδάφιο πρώτο, 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532 και 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την μνημονευθείσα διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, αφού έχουν καταβληθεί και το προβλεπόμενο κατά το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ παράβολο των 150 € (βλ. το με αριθμό ... e παράβολο).
Με την από 7-12-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2016 αγωγή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών, επικαλούμενος του εκεί μνημονευόμενους λόγους, ζήτησε την αναγνώριση του ανυπόστατου, άλλως της ακυρότητας, άλλως, της ακυρωσίας των από 30.06.2009, 30.06.2010, 30.06.2011, 3.02.2012, 2.04.2012, 30.06.2012, 20.06.2013 και 30.06.2014 αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης και και τέλος να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.
Ειδικότερα ο ενάγων προσήπτε στις ανωτέρω αποφάσεις ελαττωματικότητα διότι 1) οι συνελεύσεις αυτές συγκλήθηκαν από αναρμόδιο όργανο ήτοι από την πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης και όχι από το ίδιο το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά παράβαση του άρθρου 18 παρ. 2 του καταστατικού της εταιρίας, 2) παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 26α παρ. 1 του Ν.2190/1920, καθώς παραλείφθηκε η υποβολή επικυρωμένων αντιγράφων των ημερήσιων διατάξεων των ως άνω συνελεύσεων στο Υπουργείο Εμπορίου είκοσι ημέρες πριν την πραγματοποίησή τους, 3) δεν δημοσιεύθηκε και δεν τοιχοκολλήθηκε πρόσκληση μετόχων κατά παραβίαση των άρθρων 18 παρ. 3 και 4 του καταστατικού της εταιρείας και του άρθρου 26 παρ. 2 του Ν.219Ο/192Ο, 4) οι μέτοχοι της εναγόμενης, δεν είχαν καταθέσει προ των γενικών συνελεύσεων τις μετοχές τους στο ταμείο της εταιρίας ή στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων και άρα μη νομίμως αναγράφηκαν στο πίνακα μετόχων, καθώς δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου, ενώ σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την ως άνω ανώνυμη εταιρία, αν και είναι νομικό πρόσωπο, δεν αναγραφόταν στον πίνακα μετόχων το όνομα του νομίμου εκπροσώπου της και, πάντως, δεν συμμετείχαν ούτε ψήφισαν στις ως άνω γενικές συνελεύσεις τόσο ο ίδιος όσο η ως άνω ανώνυμη εταιρία, τα δε πρακτικά των εν λόγω γενικών συνελεύσεων στα οποία βεβαιώνονται τα αντίθετα είναι πλαστά, 5) από τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων δεν προκύπτει αν και με ποιο τρόπο εξελέγησαν πρόεδρος, αντιπρόεδρος και γραμματέας στις τακτικές γενικές συνελεύσεις που συνεδρίασαν την 30/6/2010 και 30/6/2011 και στις ως άνω έκτακτες γενικές συνελεύσεις, 6) παραβιάσθηκαν οι καταστατικές και νόμιμες διατάξεις περί του απαιτούμενου ποσοστού απαρτίας των 2/3 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου από την έκτακτη γενική συνέλευση που συνεδρίασε την 312/2012 και αποφάσισε μεταξύ άλλων και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, 7) δεν αναφέρονταν στα πρακτικά συνεδρίασης των ως άνω γενικών συνελεύσεων ο αριθμός των κληρονόμων μη διαδίκου μετόχου που φέρονται να είναι παρόντες στις συνελεύσεις αυτές και να ψηφίζουν για όλα τα θέματα των ημερήσιων διατάξεων με 155.292 ψήφους επί συνόλου 465.508, ούτε τα ονόματα αυτών ούτε ο αριθμός των μετοχών που κατείχε ο καθένας από αυτούς ούτε αν παραστάθηκαν για τον εαυτό τους ή ως ομάδα κληρονόμων ούτε ποιος τους εκπροσώπησε στην τελευταία περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του καταστατικού της εναγόμενης, 8) εκ της προαναφερόμενης αοριστίας των πρακτικών, ιδίως ως προς τον τρόπο παράστασης των κληρονόμων του ανωτέρω, συνάγεται ότι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά τις ως άνω συνεδριάσεις και ότι σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν παραστάθηκαν δεν είχαν τη μετοχική ιδιότητα κατά το χρόνο λήψης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, τα δε πρακτικά των εν λόγω γενικών συνελεύσεων στα οποία βεβαιώνονται τα αντίθετα είναι πλαστά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη και με αριθμό 44/2017 οριστική απόφασή του, αφού εκδίκασε την αγωγή κατ’αντιμωλία των διαδίκων, ακολούθως την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη, άλλως, εν μέρει ουσία αβάσιμη και εν μέρει απαράδεκτη (ελλείψει εννόμου συμφέροντος). Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την κρινόμενη έφεση του για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, προς το σκοπό της ευδοκιμήσεως της αγωγής του, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της έφεσης, ρύθμιση, ωστόσο, κατά την οποία δεν προβλέπεται ειδικώς το περιεχόμενο του αιτήματος της έφεσης. Στο πλαίσιο όμως του εν λόγω ρύθμισης γίνεται δεκτό πως το αίτημα της έφεσης θα πρέπει κατά τρόπο ορισμένο να προσδιορίζει την έκταση κατά την οποία προσβάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση, καθορίζοντας έτσι και τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (Μαργαρίτης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ, I, άρθρο 529, αρ. 6· Νίκας, Πολιτική Δικονομία, III, 2007, σ. 167- Τσικρικάς, Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως στην πολιτική δίκη, 1996, σ. 97). Το αίτημα πάντως να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη σε σχέση προς το αιτητικό της αγωγής πληροί την προϋπόθεση αυτή καθώς επαρκώς δηλώνει την καθολική προσβολή της προς τον σκοπό καθολικής απόρριψης ή αποδοχής της αγωγής. Δεν απαιτείται το αίτημα να δηλώνεται πανηγυρικά στο τέλος του εφετηρίου αλλά αρκεί και η συναγωγή του από το όλο περιεχόμενό του οικείου δικογράφου, πολλώ δε μάλλον και η διατύπωσή του σε οποιοδήποτε σημείο αυτού. Οι λόγοι επίσης της έφεσης πρέπει να εξειδικεύουν συγκεκριμένες αιτιάσεις αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση, οι οποίες ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η δικαστική τους εκτίμηση αλλά και να παρασχεθεί στον εφεσίβλητο η δυνατότητα ανασκευής τους. Ομοίως, η απαίτηση του ορισμένου επιβάλλεται διότι οι λόγοι της έφεσης καθορίζουν, καταρχήν, το εύρος ελέγχου επί του δια του αιτήματος προσβληθέντος κεφαλαίου στον οποίον δύναται να προβεί το δευτεροβάθμιου δικαστήριο. Δεν αρκεί η γενικόλογη αναφορά ότι το δικάσαν δικαστήριο έσφαλε. Η αοριστία δε του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης, οι δε αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Ωστόσο, η εκ πρώτης όψης αυστηρή αυτή θέση όσον αφορά στην απόδοση συγκεκριμένων αιτιάσεων στην εκκαλουμένη δια των λόγων έφεσης, σχετικοποιείται σημαντικά, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, στη βάση μάλιστα της σύλληψης της έφεσης ως αίτησης συνέχισης της δίκης επί της δικονομικής αξίωσης σε δεύτερο βαθμό πλήρους δικαιοδοσίας. Άμεσα σχετικοποιείται όσον αφορά στην κρίσιμη κατηγορία των λόγων που αναφέρονται στην ουσία της διαφοράς. Αρκεί να αναφέρεται στο εφετήριο ότι εξαιτίας της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η απόδοση και εξειδίκευση ειδικότερων αποδεικτικών παραπόνων, διότι το εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού. Έμμεσα σχετικοποιείται, διότι το παραδεκτό και η νομική βασιμότητα της αγωγής εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και άνευ προβολής ειδικού παραπόνου, εντεύθεν ακόμη και επί προβολής αόριστου σχετικού λόγου έφεσης, ο οποίος εξομοιώνεται με ανύπαρκτο. Τέλος, οι λόγοι εφέσεως ως «πράγματα» στηρίζουν το αίτημα της έφεσης και οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις οριστικές διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζητά ο εκκαλών, και μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχτηκε το αίτημα του εκκαλούντος. Συγκεκριμένα, παράγων προσδιορισμού του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως είναι το αίτημα της εφέσεως, που είναι η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της πρωτόδικης απόφασης προς όφελος του εκκαλούντος, όπως αυτό εξειδικεύεται από τους συγκεκριμένους λόγους. Το κεφάλαιο μεταβιβάζεται ολόκληρο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά εξετάζεται από αυτό κατά το μέρος που πλήττεται με λόγο εφέσεως (ΑΠ 356/2013 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη εκθέτει ότι η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας των προβαλλομένων λόγων της, ενώ επισημαίνει ότι η υπόθεση μεταβιβάστηκε στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μόνο ως προς τις φερόμενες πλημμέλειες των εν θέματι προσβαλομένων αποφάσεων ετών 2009, 2011 και 2012. Οι ισχυρισμός αυτός, παρότι νόμιμος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του. Πιο συγκεκριμένα, ο εκκαλών εκθέτει στο εφετήριο κατά πρώτον ότι είχε προβάλει ως λόγο ακύρωσης των αποφάσεων της ΓΣ της εφεσίβλητης το γεγονός ότι δεν είχε συμμετάσχει σε αυτές από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014 κανένας απολύτως μέτοχος αυτής, και ακολούθως ιστορεί ότι η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή «με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 35γ' του κ. ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών”, για να χαρακτηριστούν οι ένδικες γενικές συνελεύσεις των μετόχων τής εφεσίβλητης εναγόμενης εταιρείας ως ανυπόστατες, αλλά εν πάση περιπτώσει, αν συνέτρεχαν να χαρακτηριστούν άλλες μεν από αυτές ακυρώσιμες, σύμφωνα με το άρθρο 35α', άλλες δε ως άκυρες, σύμφωνα με το άρθρο 35β' του κ. ν. 2190/1920, είχαν παρέλθει από τις ημερομηνίες πραγματοποίησης των γενικών συνελεύσεων των μετόχων τής εταιρείας οι τασσόμενες από τον εν λόγω νόμο αποσβεστικές προθεσμίες». Συνεχίζει δε ευθύς αμέσως εκθέτοντας ότι ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αφού δεν χαρακτήρισε «τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων τής εφεσίβλητης των ετών 2009, 2011 και 2012 ως ακυρώσιμες ή άκυρες». Εντούτοις, κατά το αιτητικό της έφεσης αιτείται την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προς το σκοπό ευδοκιμήσεως της αγωγής του «σε όλα τα αιτήματα”, που ως είρηται αναφέρονται όχι μόνο στις αποφάσεις των ετών 2009, 2011 και 2012, αλλά σε περισσότερες, ανωτέρω μνημονευόμενες. Εκ των ανωτέρω συνάγεται καταρχάς και με γνώμονα το αιτητικό της έφεσης ότι στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μεταβιβάζεται το σύνολο της αγωγής ως προς όλες τις φερόμενες ελαττωματικές αποφάσεις και η μνεία σε σημείο της έφεσης μόνο σε αυτές των ετών 2009, 2011 και 2012, οφείλεται είτε σε προσπάθεια έμφασης είτε σε συγγνωστή παραδρομή. Οσον δε αφορά το ορισμένο του μοναδικού λόγου έφεσης, προκύπτει ότι ως μόνος λόγος εφέσεως μνημονεύεται η μη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο του ισχυρισμού του ότι κατά τις εν θέματι γενικές συνελεύσεις κανένας μέτοχος δεν ήταν παρών. Ο λόγο αυτός έφεσης είναι μεν ορισμένος, πλην όμως πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τον μοναδικό αυτό λόγο έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ στο παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μόνο ως προς αυτόν τον συγκεκριμένο λόγο - αιτίαση επί του κύρους των Γενικών Συνελεύσεων.
Κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 1 KΠολΔ , οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι όχι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλ` απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή, αν θεωρηθούν βάσιμοι, να άγουν σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης. Έτσι, αν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έχει επάλληλη αιτιολογία, η προσβολή της κατά το ένα μόνο σκέλος δεν αρκεί, αφού το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς επί του άλλου (ΟλΑΠ 25/1994, ΕλλΔνη 1995.581, ΑΠ 25/2003, ΕλλΔνη 2003.1548, ΑΠ 13/1995, ΕλλΔνη 1995.1524, επιχ. και από ΑΠ 876/2017, 1052/2017, 1180/2017 και ΑΠ 547/2018, Σαμουήλ Σαμουήλ, Η έφεση, 2003, παρ. 542, σελ 221). Επομένως, αν η αγωγή ακυρώσεως απόφασης συλλογικού οργάνου απορρίφθηκε απορρίφθηκε κυρίως ως αβάσιμη στο νόμο και επικουρικώς ως αβάσιμη στο νόμο ή ως απαράδεκτη, η έφεση του ενάγοντος, η οποία πλήττει τη μια μόνον από τις αιτιολογίες είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στη μία από τις πιο πάνω αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλουμένη απέρριψε τον προβαλλόμενο λόγο περί ακυρότητας των εν θέματι γενικών συνελεύσεων κυρίως ως νόμω αβάσιμο, επικουρικά τις με χρονολογία 30.06.2009, 30.06.2010, 30.06.2011, 3.02.2012, 2.04.2012 και 30.06.2012, ως απαράδεκτες λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών, επικουρικότερα αυτές τις με χρονολογία 20.06.2013 και 30.06.2014 ως απαράδεκτες ελλείψει εννόμου συμφέροντος και ακόμα επικουρικότερα ως αβάσιμο στην ουσία του, αφού σε όλες τις συνελεύσεις παραστάθηκαν εν τέλει όλοι οι μέτοχοι. Με τον μοναδικό λόγο έφεσης που πλήττει τις αποφάσεις ως προς τη απόρριψη ως λόγου ακυρότητας την λήψη αυτών χωρίς την παρουσία μετόχων εκτίθεται ειδικότερα ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι η απουσία των μετόχων συνάγεται από τα πρακτικά των προσβαλλομένων αποφάσεων. Συνεπώς, παρά τα περί του αντιθέτου εκτιθέμενα από την εφεσίβλητη, σαφώς συνάγεται ότι ο εκκαλών πλήττει την εκκαλουμένη και ως προς την ουσιαστική της κρίση στο μέτρο κατά το οποίο δεν αξιολόγησε αποδεικτικά την ύπαρξη πρακτικών που επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του. Ωστόσο, η απόρριψη των λόγων ακυρότητας σε σχέση με τις με χρονολογία 20.06.2013 και 30.06.2014 ως απαράδεκτων ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι, όπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, η εφεσίβλητη έχει ήδη αποφασίσει να επαναληφθούν οι ανωτέρω δύο γενικές συνελεύσεις και να συμπεριληφθούν όλα τα θέματα τους σε ημερήσια διάταξη επόμενης γενικής συνέλευσης με αποτέλεσμα να μην έχει ο ενάγων έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής, στηρίζει εξίσου ως επάλληλη αιτιολογία το πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης. Συνεπώς, η έφεση του ενάγοντος με μοναδικό λόγο ότι εσφαλμένως η αγωγή του κρίθηκε αβάσιμη, είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς στην αιτιολογία περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
Το δίκαιο των ελαττωματικών αποφάσεων της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρίας, κατά το επίμαχο στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοζόμενο δίκαιο, περιέχεται στα άρθρα 35α έως 35γ κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον ν. 3604/2007. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται, κατά σειρά, πρώτα στις ακυρώσιμες αποφάσεις (άρθρο 35α), μετά στις άκυρες (άρθρο 35β) και, τέλος, στις ανυπόστατες (άρθρο 35γ). Σε αντίθεση με τις ανυπόστατες, οι άκυρες αποφάσεις συνιστούν απόφαση με την τεχνική του όρου έννοια, αφού πληρούται εξ ολοκλήρου το «πραγματικό» της απόφασης ΓΣ και απλώς συντρέχει ελάττωμα από αυτά που ορίζονται στον νόμο (άρθρο 35β κ.ν. 2190/1920) ως λόγοι ακυρότητας, το οποίο εμποδίζει την απόφαση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Η ακυρότητα απόφασης της ΓΣ. επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται προς τούτο η έκδοση (διαπλαστικής) δικαστικής απόφασης που να την κηρύσσει. Η ακυρότητα, μάλιστα, συντρέχει ήδη από τον χρόνο λήψης της απόφασης από τη ΓΣ (πρβλ. άρθρο 180 ΑΚ). Ωστόσο, σε αντίθεση και πάλι με τις ανυπόστατες αποφάσεις, η ακυρότητα θα πρέπει να προβληθεί εντός αποκλειστικής αποσβεστικής προθεσμίας ενός έτους από την υποβολή του πρακτικού της ΓΣ στην αρμόδια αρχή εποπτείας των ΑΕ (άρθρο 26α παρ. 2) ή, επί δημοσιευτέας απόφασης, από την καταχώριση αυτής στο Γ.Ε.ΜΗ., αφού η άπρακτη παρέλευση της ενιαύσιος προθεσμίας έχει ως συνέπεια τη θεραπεία της ακυρότητας, όπως ορίζει η αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 35β παρ. 4 εδ. α κ.ν. 2190/1920 (Για τον χαρακτήρα της προθεσμίας ως αποσβεστικής βλ. ενδεικτικώς Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, 7η έκδοση, 2012, σ. 285 υπό 55- Β Αντωνόπουλο, Δίκαιο Α.Ε. & Ε.Π.Ε., δ' έκδοση, 2012, σ. 533 υπό 75- Ελ. Αλεξανδρίδου, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών - Προσωπικές και Κεφαλαιουχικές Εταιρίες, 2012, σ. 388-389 υπό 66). Κατ’ εξαίρεση, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία και, άρα, δεν νοείται θεραπεία (της ακυρότητας), όταν με την απόφαση επέρχεται διαρκής παράνομη κατάσταση στην εταιρία και δη όταν: πρώτον, τροποποιείται το καταστατικό κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο σκοπός της εταιρίας να καθίσταται παράνομος ή να αντίκειται στη δημόσια τάξη και, δεύτερον, όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 35β παρ. 4 εδ. β κ.ν. 2190/1920). Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 35β παρ. 4 εδ. α κ.ν. 2190/1920), δικαστικώς ή εξωδίκως. Επίσης, μπορεί να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 35β παρ. 5) - πάντα εντός της ως άνω ενιαύσιας προθεσμίας. Τέλος, μπορεί να ζητηθεί η δικαστική της αναγνώριση, οπότε η εκδοθησόμενη (αναγνωριστική) απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 7β (άρθρο 35β παρ. 6 κ.ν. 2190/1920). δ) Όπως ειπώθηκε (υπό β), η παράλειψη προβολής της ακυρότητας εντός της ενιαύσιας προθεσμίας έχει ως συνέπεια τη θεραπεία της, δηλ. η απόφαση εκλαμβάνεται πια ως έγκυρη. Συγκεκριμένα, η θεραπεία επέρχεται αυτοδικαίως με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας, ισχύει έναντι πάντων (erga omnes) και είναι αναδρομική, αφού ανατρέχει στον χρόνο λήψης της απόφασης από τη γ.σ. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, οδηγεί στη θεραπεία και κάθε μεταγενέστερης απόφασης της γ.σ. που στηρίχθηκε στην άκυρη απόφαση, εκτός αν αυτή έχει ήδη αναγνωρισθεί άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Σε αντίθεση με τις ανυπόστατες και τις άκυρες, οι ακυρώσιμες αποφάσεις είναι, καταρχήν, απολύτως έγκυρες και αναπτύσσουν κανονικά τα έννομα αποτελέσματά τους. Όμως, επειδή συντρέχει κάποιος από τους ειδικά προβλεπόμενους στον νόμο (άρθρο 35α κ.ν. 2190/1920) λόγους ακυρωσίας, μπορούν να ακυρωθούν. Την ακύρωση ακυρώσιμης απόφασης κηρύσσει το δικαστήριο με διαπλαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής μετόχου-κατόχου μετοχών που εκπροσωπούν το 2% του κεφαλαίου ή μέλους του ΔΣ (άρθρο 35α παρ. 3 κ.ν. 2190/1920). Η αγωγή στρέφεται κατά της εταιρίας και πρέπει να ασκηθεί εντός αποσβεστικής προθεσμίας 3 μηνών από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, αν πρόκειται για δημοσιευτέα απόφαση, από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. (άρθρο 35α παρ. 7 κ.ν. 2190/1920), εκδικάζεται δε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας (άρθρο 35α παρ. 6 κ.ν. 2190/1920). Άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας σημαίνει ότι η απόφαση παύει να είναι ακυρώσιμη και καθίσταται, πλέον, οριστικά έγκυρη. Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει την απόφαση της γ.σ. αναπτύσσει ισχύ έναντι πάντων (erga omnes) (άρθρο 35α παρ. 9 εδ. α κ.ν. 2190/1920). Η ακύρωση ενεργεί αναδρομικά (πρβλ. άρθρο 184 ΑΚ), με την έννοια της ανατροπής των αποτελεσμάτων της απόφασης από τότε που αυτή λήφθηκε - με την επιφύλαξη, πάντως, ότι δεν θίγονται δικαιώματα που καλόπιστοι τρίτοι απέκτησαν με την απόφαση ή με πράξη που διενεργήθηκε με βάση την απόφαση (άρθρο 35α παρ. 9 εδ. γ) (βλ. Τέλλης, Ανυπόστατη απόφαση Γενικής Συνέλευσης Α.Ε. «διά περιφοράς”, ΕπισκΕΔ 1/2014, σ. 67-81 passim). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία είναι το από το νόμο ή τα μέρη οριοθετούμενο χρονικό διάστημα άσκησης του δικαιώματος, η πάροδος του οποίου, χωρίς να ασκηθεί, επιφέρει αυτοδίκαιη απόσβεση του δικαιώματος. Αντικείμενο της αποσβεστικής προθεσμίας, υπό την ευρεία και στενή έννοια της (αρ 4), είναι δικαιώματα και ιδίως τα διαπλαστικά δικαιώματα, γιατί η φύση των τελευταίων, που είναι δημιουργική νέας νομικής κατάστασης, επιβάλλει τον περιορισμό του δικαιούχου χρονικά, για τη δυνατότητά της, με μονομερή δήλωσή του, μεταβολής στην έννομη σχέση, Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 280 ΑΚ, το δικαστήριο, εφόσον από αποδεικτικό υλικό προκύπτει η πάροδος της από το νόμο τασσόμενης προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου απορρίπτει αυτεπαγγέλτως την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί. Άλλωστε η τήρηση της αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνεπώς απ’ αυτήν προκύπτουν οι ημεροχρονολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών αιτείται, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρωσίας των εν θέματι αποφάσεων της ΓΣ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης για τους εκεί αναφερόμενους λόγους. Το εν λόγω αίτημα, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο στο νόμο, εφόσον την ακύρωση των αποφάσεων αυτών μπορεί κατ’άρθρο 35α του ν. 2190/1920 να αιτηθεί μόνο με διαπλαστική αγωγή και ουδόλως με αναγνωριστική, και με τον ίδιο τρόπο που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε το νόμο.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το πρακτικό της από 30/6/2009 απόφασης της τακτικής γενικής συνέλευσης της εναγόμενης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 16/9/2009 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../25-9-2009 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, καθώς και στο υπ' αριθμό .../25-9-2009 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Το πρακτικό της από 30/6/2010 απόφασης της τακτικής γενικής συνέλευσης της εναγόμενης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 6/4/2011 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../274-2011 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Το πρακτικό της από 30/6/2011 απόφασης της τακτικής γενικής συνέλευσης της εναγόμενης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 24/2/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../94-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Το πρακτικό της από 3/2/2012 απόφασης έκτακτης Γ.Σ. της εναγόμενης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών την 24/2/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό …/9-4-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Το πρακτικό της από 2/4/2012 απόφασης έκτακτης Γ.Σ. της εναγόμενης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών την 18/4/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό …/3-5-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Το πρακτικό της από 30/6/2012 απόφασης της τακτικής γενικής συνέλευσης της εναγόμενης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 30/8/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../9-10-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι από την καταχώριση των αποφάσεων των ανωτέρω γενικών συνελεύσεων στο ως άνω Μητρώο, έχει παρέλθει τόσο η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 35α παρ. 7 Ν.2190/1920 για την ακύρωσή τους όσο και η ενιαύσια αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 35β παρ. 4 Ν. 2190/1920 για την προβολή της ακυρότητάς τους, καθώς η ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 2α/11/2016. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή όσον αφορά το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας λόγω αποσβέσεως του σχετικού δικαιώματος κατ΄ άρθρο 35β παρ. 4 Ν. 2190/1920. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δε, που όμοια έκρινε ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, ενώ το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μπορεί αυτεπαγγέλτως εφόσον αυτό προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία να προτάξει την έρευνα της αποσβέσεως του δικαιώματος λόγω ασκήσεως της αγωγής μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 35γ του κ.ν. 2190/1920 οι ανυπόστατες αποφάσεις στην πραγματικότητα δεν είναι καν ελαττωματικές, αφού το ελάττωμα προϋποθέτει υποστατή απόφαση, κατατάσσονται δε στην κατηγορία των ελαττωματικών αποφάσεων απλώς χάριν οικονομίας του λόγου. Ως εκ τούτου, το άρθρο 35γ παρ. 1 απαγορεύει ρητά την εφαρμογή στις ανυπόστατες αποφάσεις των διατάξεων για τις άκυρες και τις ακυρώσιμες αποφάσεις. Ειδικότερα, οι ανυπόστατες αποφάσεις είναι κατά κυριολεξία ανύπαρκτες και δεν παράγουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα, δηλ. δεν αναγνωρίζονται από το δίκαιο ως ληφθείσες και υπάρχουσες, επειδή λείπουν από αυτές ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού τους που δεν μπορούν να καλυφθούν. Με άλλα λόγια, αποτελούν πράξεις της ΓΣ που τιτλοφορούνται μεν ως «αποφάσεις”, με συνέπεια έτσι να δημιουργούν το φαινόμενο της λήψης απόφασης, χωρίς ωστόσο να συνιστούν «αποφάσεις» κατά την έννοια του νόμου, επειδή λείπουν από αυτές ένα ή περισσότερα στοιχεία που κανονικά προσδίδουν, σύμφωνα με τον νόμο, τον χαρακτήρα απόφασης ΓΣ. Κατ’ ανάλογο τρόπο, και στο αστικό δίκαιο ως ανυπόστατη δικαιοπραξία χαρακτηρίζεται το περιστατικό που εν όλω ή εν μέρει δεν αντιστοιχεί στη μορφή της δικαιοπραξίας, επειδή λείπει ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία που συνθέτουν το «πραγματικό» της δικαιοπραξίας. Ως άμεσες συνέπειες του ότι μια ανυπόστατη απόφαση δεν πληροί καν το «πραγματικό» απόφασης ΓΣ αναγνωρίζονται καθολικά οι εξής: Πρώτον, η επίκληση του ανυποστάτου δεν υπόκειται σε κάποια παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία. Το ανυπόστατο, δηλαδή, μπορεί να προβληθεί από όποιον έχει έννομο συμφέρον οποτεδήποτε, μόνη δε η παρέλευση μακρού χρόνου δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι το δικαίωμά του να επικαλεστεί το ανυπόστατο ασκείται καταχρηστικώς ή, ειδικότερα, ότι αυτό έχει αποδυναμωθεί. Δεύτερον, το ανυπόστατο δεν θεραπεύεται και, ως εκ τούτου, η ανυπόστατη «απόφαση» δεν επιφέρει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα, ούτε καν έμμεσο. Έμμεσο αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η προστασία των καλόπιστων τρίτων, οι οποίοι (υποτίθεται ότι) απέκτησαν δικαιώματα με την ανυπόστατη απόφαση ή με πράξη που διενεργήθηκε με βάση την απόφαση αυτή. Ωστόσο, το άρθρο 35γ δεν περιέχει διάταξη αντίστοιχη του άρθρου 35α παρ. 9 εδ. γ, το οποίο, άλλωστε, κατά ρητή επιταγή του νόμου (άρθρο 35γ παρ. 1) δεν εφαρμόζεται αναλογικά επί ανυπόστατων αποφάσεων. Με άλλα λόγια, η ανυπόστατη «απόφαση» δεν παράγει καν φαινόμενο δικαίου και εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι παράγει, αυτό μένει χωρίς σημασία. Τρίτον, το ανυπόστατο μπορεί να γίνει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, ανταγωγής, ένστασης (κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ), ακόμη δε και να εξετασθεί παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο (άρθρο 284 ΚΠολΔ), και δεν προϋποθέτει την έκδοση (διαπλαστικής) δικαστικής απόφασης, για να επέλθει. Σύμφωνα με τη διατύπωση του σημερινού άρθρου 35γ του Κ.Ν. 2190/1920, ανυπόστατη είναι η απόφαση της γενικής συνελεύσεως σε δύο περιπτώσεις: αφενός όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα και αφετέρου όταν λαμβάνεται με τις ψήφους προσώπων, που είχαν «αρυσθεί» το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα (εφαρμογή του κανόνα «ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος”). Η πρώτη περίπτωση καλύπτει την άσκηση του δικαιώματος ψήφου εκ μέρους προσώπων που δεν είναι παντάπασιν μέτοχοι (ψευδομέτοχοι) είτε γιατί παριστούν ψευδώς τους εαυτούς τους ως τέτοιους, αν και στην πραγματικότητα ουδέποτε είχαν οποιονδήποτε δεσμό με το νομικό πρόσωπο της ΑΕ, είτε γιατί η έννομη σχέση της μετοχής (μετοχική ιδιότητα) δεν ιδρύθηκε ποτέ επ’ ονόματί τους, λόγω ουσιωδών ελλείψεων ή ελαττωμάτων στην παραγωγική αιτία της (πρωτότυπη ή παράγωγη) είτε, τέλος, γιατί έχουν πριν από τη γ.σ. απωλέσει την κυριότητα επί των έγγραφων μετοχικών τους τίτλων, έπειτα από συμβατική μεταβίβαση αυτών (ΑΚ 1034) ή έπειτα από άλλο γεγονός που οδηγεί σε πρωτότυπη κτήση της εκ μέρους τρίτου προσώπου (λ.χ. χρησικτησία ή καλόπιστη απόκτηση παρά μη κυρίου). Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, και όταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν είναι στην πραγματικότητα καθολικοί διάδοχοι του αρχικού μετόχου. Το ίδιο συμβαίνει, σε περίπτωση που έχουν εκδοθεί μετοχικοί τίτλοι (δηλωτικά αξιόγραφα), όταν οι κύριοί τους απολέσουν την κυριότητα σε αυτούς, συνήθως επειδή κάποιο τρίτο πρόσωπο έχει αποκτήσει παραγώγως (λ.χ. δυνάμει σύμβασης του 1034 ΑΚ) ή πρωτοτύπως (λ.χ. λόγω χρησικτησίας ή λόγω καλόπιστης απόκτησης παρά μη κυρίου) κυριότητα. Κρίσιμος είναι ο χρόνος ψηφοφορίας κατά τη συνέλευση, ενώ, αν οι μετοχές είναι ονομαστικές, κρίσιμη είναι η καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 8β, αφού μέτοχος έναντι της εταιρίας θεωρείται ο εγγεγραμμένος στο βιβλίο αυτό. Η δεύτερη περίπτωση, εξάλλου, καταλαμβάνει την ψηφοδοσία προσώπων που ενεργούν είτε ως αντιπρόσωποι των παραπάνω ψευδομετόχων, είτε με αυτοτελές δικαίωμα ψήφου, λόγω άλλης έννομη σχέσεως με τους εν λόγω ψευδομετόχους, όπως το δικαίωμα επικαρπίας ή το δικαίωμα ενεχύρου επί των μετοχών τους (άρθρ. 30α παρ. 1 & 2 Κ.Ν. 2190/1920). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, για τη θεμελίωση του ανυποστάτου, δεν αρκεί απλώς η ψηφοφορία στη συνέλευση προσώπων μη νομιμοποιούμενων, ως μετόχων ή αρυόντων το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, αλλά απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ψηφοδοσίας τέτοιων προσώπων και λήψης της απόφασης, ήτοι επίτευξης πλειοψηφίας με προσμέτρηση σ’ αυτήν της ψήφου των μη νομιμοποιούμενων προσώπων. Τούτο καταδεικνύεται και με τη γραμματική διατύπωση "λαμβάνεται με ψήφους”, υποδηλώνουσα ότι οι ψήφοι των μη νομιμοποιούμενων προσώπων πρέπει να υπήρξαν κρίσιμοι για τη λήψη της απόφασης. Πολύ περισσότερο, βεβαίως, στοιχειοθετείται το ανυπόστατο, όταν το σύνολο ή η συντριπτική πλειοψηφία των ψήφων προέρχεται από μη νομιμοποιούμενα πρόσωπα (μη μετόχους ή αρύοντα το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα) (ΑΠ 1340/2017 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, αν η (παράνομη) συμμετοχή μη μετόχου ή, κατά περίπτωση, προσώπου που έχει αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από μη μέτοχο είναι αποφασιστική μόνο για τον σχηματισμό απαρτίας -και όχι πλειοψηφίας-, η απόφαση είναι απλώς ακυρώσιμη κατ’ άρθρο 35α παρ. 1 εδ. β και παρ. 5 περ. α κ.ν. 2190/1920, ενώ, αν δεν επηρεάζεται ούτε ο σχηματισμός απαρτίας, πρόκειται για καθόλα έγκυρη απόφαση. Κρίσιμο είναι, συνεπώς, το στοιχείο, αν η κρινόμενη απόφαση θα λαμβανόταν, αν δεν είχαν προσμετρηθεί οι ψήφοι των μη νομιμοποιούμενων προσώπων για τον υπολογισμό της απαιτούμενης πλειοψηφίας. Αν όχι, η απόφαση δεν είναι ανυπόστατη, ακόμη και αν έχουν ψηφίσει μη νομιμοποιούμενα πρόσωπα. Η πλημμέλεια του άρθρου 35γ κ.ν. 2190/1920 αφορά αποκλειστικά στην ψηφοδοσία μη μετόχων ή μη αντλούντων το δικαίωμα ψήφου από μετόχους. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω θέσης τα άρθρα 35γ § 2 και 35α § 5 στοιχ. α' κ.ν. 2190/1920 περιγράφουν εντελώς διακριτές πλημμέλειες. Η πλημμέλεια του άρθρου 35γ αφορά αποκλειστικά στην ψηφοδοσία μη μετόχων ή μη αντλούντων το δικαίωμα ψήφου από μετόχους. Αντίθετα, η πλημμέλεια του άρθρου 35α § 5 στοιχ. 1α' κ.ν. 2190/1920 καλύπτει τις εξής περιπτώσεις, στις οποίες η απόφαση της ΓΣ είναι απλώς ακυρώσιμη και όχι ανυπόστατη, ήτοι: α) Την περίπτωση που τα προαναφερόμενα πρόσωπα παρίστανται μεν στη συνέλευση, οπότε διασφαλίζουν με την παρουσία τους ψευδεπίγραφη απαρτία, αλλά δεν ψηφίζουν σε αυτήν ή ψηφίζουν, χωρίς όμως η ψήφος τους να είναι αποφασιστική για την επίτευξη πλειοψηφίας. Αν η παρουσία των εν λόγω προσώπων δεν είναι αναγκαία ούτε για την επίτευξη απαρτίας, τότε η απόφαση είναι απολύτως έγκυρη, αφού δεν συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση του άρθρου 35α § 5 στοιχ. α κ.ν. 2190/1920 β) Την περίπτωση που ορισμένα πρόσωπα στερούνται το δικαίωμα να συμμετάσχουν σε συνέλευση όχι επειδή δεν είναι μέτοχοι ή δεν έχουν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από μέτοχο, αλλά, άλλους λόγους, λ.χ. επειδή δεν έχουν καταθέσει εμπρόθεσμα τους μετοχικούς τίτλους τους ή τα νομιμοποιητικά έγγραφα αντιπροσωπείας τους κατά το άρθρο 28 §§ 1 και 3 και η ΓΣ έχει εγκύρως αρνηθεί να τους χορηγήσει άδεια κατά το άρθρο 28 § 4, ή επειδή νομικό πρόσωπο-μέτοχος δεν έχει ορίσει εκπροσώπους του στη συνέλευση κατά το άρθρο 28 § 1 εδ. β' κ.ν. 2190/1920 (Γιοβαννόπουλος σε Περάκη, Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, εκδ. 2013, σελ. 1382 επ.). Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω συντρέχουν ανεξαρτήτως της ορθής ή μη καταγραφής τους στο πρακτικό συνεδρίασης, αφού το τελευταίο αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωτική λειτουργία, συντασσόμενο από τον πρόεδρο της συνέλευσης, η τήρηση ή η τυχόν ασάφεια του οποίου δεν επηρεάζει το κύρος της απόφασης. Αλλωστε κατά τη διάταξη του άρθρου 35α § 5 στ. γ' κ.ν. 2190/1920, οποιαδήποτε πλημμέλεια του πρακτικού, ακόμα και αυτού με ανακριβές περιεχόμενο, επάγεται την ακυρωσία της απόφασης. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι, εάν συντρέχει λόγος ανυποστάτου, όπως αυτός του άρθρου 35γ κ.ν. 2190/1920, αυτός θα παραλείπεται, αλλά αυτός θα συντρέχει παράλληλα. Έτσι, εάν στο πρακτικό βεβαιώνεται ότι έλαβε χώρα συνεδρίαση, στην οποία λήφθηκε ορισμένη απόφαση με τη συμμετοχή των μετόχων, πράγμα το οποίο ουδέποτε έγινε, η απόφαση θα είναι ανυπόστατη, κατά τα ανωτέρω, δεδομένου μάλιστα ότι το κύρος της απόφασης δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο του πρακτικού. Εξάλλου, η μη υπογραφή του πρακτικού της Γ.Σ. από τους μετόχους ή τους αντιπροσώπους τους που συμμετείχαν σε αυτή δεν καθιστά την απόφαση ανυπόστατη, άκυρη ή ακυρώσιμη, ενώ η έλλειψη υπογραφής δεν αποδεικνύει και τη μη συμμετοχή του μετόχου σε αυτήν, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 32 § 1α κ.ν. 2190/1920, όπου ορίζεται ως υπεύθυνος για τη σύνταξή του ο Πρόεδρος της Γ.Σ. (βλ. Βαθρακοκοίλης, Οι ανυπόστατες αποφάσεις της Γ.Σ. της Α.Ε., σε: Εταιρία Νομικών Βορείου Ελλάδος, Επετειακός Τόμος 2017, σ. 55-93, Παπαδημητρόπουλος, ΧρΙΔ 2017, 124, 125). Τέλος, η μετοχή μπορεί να αποκτηθεί και με κληρονομική διαδοχή. Η μετοχική σχέση είναι κληρονομητή, ο δε τρόπος διαδοχής διέπεται καταρχήν από τους κανόνες του κληρονομικού δικαίου, ανεξαρτήτως από το εάν πρόκειται για ονομαστική ή ανώνυμη μετοχή, οπότε ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως τις μετοχές από την επαγωγή της κληρονομιάς, δηλαδή στην εξ αδιαθέτου διαδοχή με το θάνατο του κληρονομούμενου. Βέβαια, με το άρθρο 79 § 4 του Ν 2238/1994, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 15 § 3 ν. 2459/1997 και ίσχυε στην επίδικη περίοδο, προβλέφθηκε ότι η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενο της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Η απόκτηση τέτοιων μετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωμα ψήφου. Ειδικά, όμως, σε ό,τι αφορά την αιτία θανάτου μεταβίβαση μετοχών μη εισηγμένων στο ΧΑΑ, γίνεται δεκτό ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί η σύναψη έγγραφης σύμβασης μεταξύ κληρονόμου και κληρονομούμενου (άλλωστε αυτό είναι αντίθετο στο άρθρο 368 του ΑΚ περί απαγόρευσης των κληρονομικών συμβάσεων το οποίο δεν έχει καταργηθεί), αλλά ότι το άρθρο 79 § 4 έχει πρακτική σημασία αποκλειστικά και μόνο στη δωρεά αιτία θανάτου, και έχει δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα, αφού θεσπίστηκε για φορολογικούς σκοπούς (I. Μάρκου, Η Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Α.Ε., 2016, σ. 156). Ώστε δεν προκαλείται ανυπόστατο από την ψήφο μετόχου που απέκτησε μετοχές με κληρονομική διαδοχή, ακόμα και εάν δεν έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για την απόκτησή τους, αλλά αρκεί η επαγωγή της κληρονομιαίας περιουσίας στον κληρονόμο. Περαιτέρω δε, εάν μία μετοχή περιέλθει σε περισσότερα πρόσωπα, όπως από κληρονομιά, είναι δυνατή η συγκυριότητα καθεμίας χωριστά μετοχής κατ’ ιδανικά μερίδια εξ αδιαιρέτου (ΕφΑθ 7807/2006 ΔΕΕ 2007, 1073), ενώ, εάν οι μετοχές είναι περισσότερες, δημιουργούνται τόσες κοινωνίες, όσες και οι μετοχές, διότι κοινωνία ομάδας πραγμάτων ή δικαιωμάτων δεν υφίσταται (ΑΠ 576/2002 ΔΕΕ 2002, 1256). Στην περίπτωση αυτή η ψήφος θα ασκείται από όλους του συγκυρίους μαζί, για κάθε μετοχή, κατά το άρθρο 788 § 1 ΑΚ, που θέτει την αρχή ότι οι πράξεις αυτές πρέπει να επιχειρούνται συλλογικά από όλους μαζί τους κοινωνούς (αρχή της συλλογικής διοίκησης). Αντίθετα, σε περίπτωση διαφωνίας τους, θα πρέπει να ρυθμίζεται η άσκησή της από το δικαστήριο, κατά τις περί κοινωνίας διατάξεις. Εάν, όμως, η ψήφος ασκηθεί, κατά παράβαση της ανωτέρω διάταξης, από μερικούς κοινωνούς εν αγνοία ή κατά αντίθετη βούληση των λοιπών, δεν επέρχεται ανυπόστατο, αφού δεν υφίσταται ζήτημα ανυποστάτου, ενόψει του ότι πρόκειται για ελαττωματικότητα της ψήφου, η οποία δεν πλήττει άμεσα την ίδια την απόφαση, δεδομένου ότι στα νομικά πρόσωπα η βουλητική σφαίρα του νομικού προσώπου είναι ανεξάρτητη από τη βουλητική σφαίρα των μελών του (Βαθρακοκοίλης, ο.π.).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του και κατά το μέτρο που μεταβιβάστηκε στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας προσήπτε ότι στις από 30.06.2009, 30.06.2010, 30.06.2011, 3.02.2012, 2.04.2012 και 30.06.2012 Γενικές Συνελεύσεις ελήφθησαν αποφάσεις με μόνη την ψήφο των κληρονόμων ..., φερόμενων ως μετόχων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν κατά τις ως άνω συνεδριάσεις και ότι σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν παραστάθηκαν δεν είχαν τη μετοχική ιδιότητα κατά το χρόνο λήψης των αποφάσεων αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει νόμιμος, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσκομίζονται δε νόμιμα με επίκληση και πάλι στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ’ άρθρο 529 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., και λαμβάνονται υπόψη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ. λόγοι απόκρουσής τους, το σύνολο των εγγράφων τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα (ΑΠ 250/2000 Δ/νη 41,980, ΑΠ 587/1992 Δ/νη 35,1278), άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 339 σε συνδυασμό με το άρθρο 395 Κ.Πολ.Δ.), από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και ειδικότερα, από τη με αριθμό …/9-2-2010 ένορκη βεβαίωςη του μάρτυρα ... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που ελήφθη με πρωτοβουλία του ενάγοντος κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης (βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με τις προτάσεις του ενάγοντος με αριθμό .../2-2-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού της Περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων επιμελητή Χανίων ...), από τις με αριθμούς …/9-2-2017 …/9-2-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ... και ... αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου ... με πρωτοβουλία της εναγόμενης κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με τις προτάσεις της εναγόμενης .../6-2-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ...), καθώς και από τις με αριθμούς …/23-2-2017 και …/23-2-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ... και ... αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ρεθύμνου με πρωτοβουλία της εναγόμενης κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος προς αντίκρουση του περιεχομένου της προαναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης που ελήφθη με πρωτοβουλία του τελευταίου (βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με την προσθήκη στις προτάσεις της εναγόμενης με αριθμό .../20-2-2017 της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ...), από τους ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους και λαμβάνονται υπόψη κατ’ άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη συστάθηκε δυνάμει της υπ' αριθμόν .../30.12.1982 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει της από .../19.05.1983 συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Κρήτης .... Δυνάμει της από .../02.06.1983 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών ..., η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμόν …/09.06.1983 φύλλο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ — ΕΠΕ), παρασχέθηκε άδεια σύστασης στην Εταιρεία και εγκρίθηκε το αρχικό καταστατικό αυτής. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ορίστηκε σε ογδόντα τέσσερα εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές (84.450.000 δραχμές) διαιρούμενο σε ογδόντα τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες πενήντα (84.450) ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας χιλίων δραχμών (1.000 δραχμών) εκάστη. Αρχικοί μέτοχοι της νεοσυσταθείσας εταιρείας ήσαν οι ... (ήδη ενάγων) με τέσσερις χιλιάδες επτακόσιες είκοσι πέντε μετοχές (4.725), ο ... με τέσσερις χιλιάδες επτακόσιες είκοσι πέντε μετοχές (4.725) και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «… Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική εταιρεία Κατασκευή Εκμετάλλευση Στεγάστρων και λυόμενων οικιών» (εφεξής η ΣΠΕΝ) με εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) μετοχές. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 13.07.1989 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 31.07.1989 και δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμόν .../07.08.1989 φύλλο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ —ΕΠΕ), αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά εκατόν σαράντα έξι εκατομμύρια (146.000.000) δραχμές με την έκδοση εκατόν σαράντα έξι χιλιάδων (146.000) νέων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας χιλίων (1.000) δραχμών εκάστης. Από τις νέες αυτές μετοχές εξήντα τρείς χιλιάδες (63.000) νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο ..., εξήντα τρείς χιλιάδες (63.000) νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο ... και είκοσι χιλιάδες (20.000) νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από την μέτοχο ΣΠΕΝ. Συνεπώς, το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανήλθε σε διακόσια τριάντα εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες (230.450.000) δραχμές διαιρούμενο σε διακόσιες τριάντα χιλιάδες τετρακόσιες πενήντα (230.450) ονομαστικές μετοχές, από τις οποίες εξήντα επτά χιλιάδες επτακόσιες είκοσι πέντε (67.725) ονομαστικές μετοχές κατέχονταν από τον μέτοχο ..., εξήντα επτά χιλιάδες επτακόσιες είκοσι πέντε (67.725) ονομαστικές μετοχές κατέχονταν από τον μέτοχο ... και ενενήντα πέντε χιλιάδες (95.000) ονομαστικές μετοχές από την μέτοχο ΣΠΕΝ. Ακολούθως, δυνάμει της από 26.06.1991 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 28.06.1991 και δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμόν …/09.07.1991 φύλλο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ —ΕΠΕ), αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) δραχμές με την έκδοση δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) νέων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας χιλίων (1.000) δραχμών εκάστης. Από τις νέες αυτές μετοχές επτά χιλιάδες πεντακόσιες (7.500) νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο ... και επτά χιλιάδες πεντακόσιες (7.500) νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο .... Σημειωτέον ότι ο μέτοχος ΣΠΕΝ δεν συμμετείχε στην εν λόγω αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με αποτέλεσμα να μην αναλάβει νέες μετοχές. Συνεπώς, το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανήλθε σε 245.450.000 διαιρούμενο σε 245.450 ονομαστικές μετοχές, από τις οποίες 75.225 κατέχονταν από τον μέτοχο ..., 75.225 κατέχονταν από τον μέτοχο ... και 95.000 από την μέτοχο ΣΠΕΝ. Ακολούθως, δυνάμει της από 12.02.1996 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 14.03.1996 και δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμόν …/03.04.1996 φύλλο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ —ΕΠΕ), αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά 40,000.000 δραχμές με τηγ έκδοση 40.000 νέων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής χιλίων δραχμών εκάστης. Από τις νέες αυτές μετοχές 20.000 νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο ... και 20.000 νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο .... Σημειωτέον ότι o μέτοχος ΣΠΕΝ δεν συμμετείχε στην εν λόγω αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με αποτέλεσμα να μην αναλάβει νέες μετοχές. Συνεπώς, το μετοχικό Εταιρείας ανήλθε σε 285.450.000 διαιρούμενο σε 285.450 ονομαστικές μετοχές, οποίες 95.225 κατέχονταν από τον μέτοχο ..., 95,225 κατέχονταν από τον μέτοχο ... και 95.000 από την ΣΠΕΝ. Την 6η-9-1998 απεβίωσε ο μέτοχος ..., o οποίος ήταν κατά τον χρόνο θανάτου του νόμιμος κύριος 95.225 ονομαστικών Εταιρείας. Δεδομένου ότι ο θανών δεν κατέλειπε κατά τον χρόνο θανάτου και οι μοναδικοί εγγύτεροι συγγενείς αυτού, ήταν η σύζυγός του … το γένος ... και τα τέκνα του …, Αθηνά και ..., η κυριότητα των εν λόγω ονομαστικών σε αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους ως ακολούθως: Η ... το γένος … κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου, ο ... κατά ¼, η ... κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου και η … εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου των ως άνω ονομαστικών μετοχών. Οι κληρονόμοι του θανόντος μετόχου, όπως συνάγεται από τη με αριθμό πρωτοκόλλου 194/99 δήλωση φόρου κληρονομιάς σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμό …/2009 συμπληρωματική δήλωση φόρου κληρονομιάς, τις οποίες υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Χανίων, αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά του ως άνω δικαιοπαρόχου τους και αναμείχθηκαν σε αυτήν, καθιστάμενοι συγκύριοι αυτών, μη απαιτουμένης, κατά τα ανωτέρω, της τηρήσεως της κατ’άρθρο 79 § 4 του Ν 2238/1994 διαδικασίας. Παράλληλα, ουδέποτε προέβησαν σε διανομή μεταξύ τους των μετοχών και ασκούσαν τα εξ εκάστης δικαιώματα από κοινού κατ’άρθρο 788 § 1 ΑΚ. Συνεπώς, το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας κατά τον χρόνο αυτό 285.450.000 δραχμές διαιρούμενο σε 285.450 ονομαστικές μετοχές, 95.225 κατέχονταν από τον μέτοχο ..., 95.225 τους ανωτέρω κληρονόμους του ... και 95.000 από την μέτοχο ΣΠΕΝ. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 19.10.2003 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 18.10-2004 και δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμόν …/29.10.2004 φύλλο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ), αποφασίστηκε η μετατροπή του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας σε ευρώ, σύμφωνα με το ν.2842/2000, με συνακόλουθη μείωση αυτού κατά 457.433,70 δραχμές ή 1.342 ευρώ, με μείωση της ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από 1.000 δραχμές σε 998,3974997 δραχμές. Έτσι, το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης διαμορφώθηκε στο ποσό των 836.368,50 ευρώ διαιρούμενο σε 285.450 ονομαστικές μετοχές, από τις οποίες 95.225 κατέχονταν από τον μέτοχο ..., 95.225 κατέχονταν από τους κληρονόμους ..., με τα ποσοστά συγκυριότητας που αναφέρονται ανωτέρω και 95.000 από την μέτοχο ΣΠΕΝ. Εν συνεχεία, δυνάμει της από 30.11.2006 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 08.12.2006 δημοσιεύθηκε νομίμως στο υπ' αριθμόν …/20.12.2006 φύλλο ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ —ΕΙΤΕ), αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής κατά 527.569,94 ευρώ προερχόμενο από την κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας ακινήτων δυνάμει του v,2065/ 1992 με την έκδοση 180.058 νέων ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ εκάστης. Από τις νέες αυτές μετοχές, οι οποίες διατέθηκαν σε όλους τους μετόχους αναλόγως με την συμμετοχή τους στο έως τότε μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, 60.067 νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τον μέτοχο ..., 60.067 νέες ονομαστικές μετοχές αναλήφθηκαν από τους Κληρονόμους του ..., με τα ποσοστά συγκυριότητας που αναφέρονται ανωτέρω και 59.924 αναλήφθηκαν από την ΣΠΕΝ. Συνεπώς, το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανήλθε σε 1.363.938,44 ευρώ διαιρούμενο σε 465.508 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ εκάστης, από τις οποίες 155.292 κατέχονταν από τον μέτοχο ..., 155.292 κατέχονταν από τους Κληρονόμους του ... και 154.924 από την μέτοχο ΣΠΕΝ. Ακολούθως, στις 30-6-2009 συνήλθε Γενική Συνέλευση της εναγομένης, το πρακτικό της οποίας καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 16/9/2009 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../25-9-2009 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, καθώς και στο υπ' αριθμό .../25-9- 2009 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Στη συνέλευση αυτή παραστάθηκαν μόνο όλοι οι κληρονόμοι του ..., όπως μνημονεύονται ανωτέρω, οι οποίοι κατ΄ άρθρο 788 εδ.α’ ΑΚ διοικούσαν το κοινό πράγμα, ήτοι εν προκειμένω τις 155.292 μετοχές του δικαιοπαρόχου τους, συγκεντρώνοντας απαρτία 33,35%. Με ομόφωνη δε απόφασή τους ενέκριναν όλα όσα αναφέρονται στο με αριθμό …/30-6-2009 πρακτικό. Ακολούθως, στις 30-6-2010 συνήλθε Γενική Συνέλευση της εναγομένης, το πρακτικό της οποίας καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 6/4/2011 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../274-2011 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Στη συνέλευση αυτή παραστάθηκαν μόνο όλοι οι κληρονόμοι του ..., όπως μνημονεύονται ανωτέρω, οι οποίοι κατ΄ άρθρο 788 εδ.α’ ΑΚ διοικούσαν το κοινό πράγμα, ήτοι εν προκειμένω τις 155.292 μετοχές του δικαιοπαρόχου τους, συγκεντρώνοντας απαρτία 33,35%. Με ομόφωνη δε απόφασή τους ενέκριναν όλα όσα αναφέρονται στο με αριθμό 34/30-6-2010 πρακτικό. Ακολούθως, στις 30-6-2011 συνήλθε Γενική Συνέλευση της εναγομένης, το πρακτικό της οποίας καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 24/2/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../94-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Στη συνέλευση αυτή παραστάθηκαν μόνο όλοι οι κληρονόμοι του ..., όπως μνημονεύονται ανωτέρω, οι οποίοι κατ΄ άρθρο 788 εδ.α’ ΑΚ διοικούσαν το κοινό πράγμα, ήτοι εν προκειμένω τις 155.292 μετοχές του δικαιοπαρόχου τους, συγκεντρώνοντας απαρτία 33,35%. Με ομόφωνη δε απόφασή τους ενέκριναν όλα όσα αναφέρονται στο με αριθμό …/30-6-2011 πρακτικό. Ακολούθως, στις 3-2-2012 συνήλθε Εκτακτη Γενική Συνέλευση της εναγομένης, το πρακτικό της οποίας καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 24/2/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό …/9-4-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Στη συνέλευση αυτή παραστάθηκαν μόνο όλοι οι κληρονόμοι του ..., όπως μνημονεύονται ανωτέρω, οι οποίοι κατ΄ άρθρο 788 εδ.α’ ΑΚ διοικούσαν το κοινό πράγμα, ήτοι εν προκειμένω τις 155.292 μετοχές του δικαιοπαρόχου τους, συγκεντρώνοντας απαρτία 33,35%. Με ομόφωνη δε απόφασή τους ενέκριναν όλα όσα αναφέρονται στο με αριθμό …/3-2-2012 πρακτικό. Σημειώνεται ότι στην Γενική αυτή Συνέλευση αποφασίστηκε η αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου της εταιρείας κατά 100.000,90 € με καταβολή σε μετρητά εντός τεσσάρων μηνών από την λήψη της απόφασης και την έκδοση 34.130 ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ η κάθε μία. Έτσι το Μετοχικό Κεφάλαιο της εναγομένης θα ανέρχονταν πλέον στο ποσό του 1.463.939, 34 €, διαιρούμενο σε 499.638 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας αξίας 2,93 ευρώ η κάθε μια, εκ των οποίων οι 285.450 θα ήταν ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες για μία δεκαετία και οι 214.188 ονομαστικές ελεύθερα μεταβιβάσιμες. Παράλληλα, αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση μερικής κάλυψης του κεφαλαίου σύμφωνα με το αρθ.13α του ν.2190/1920 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης οφείλει να προσαρμόσει με την απόφασή του για την πιστοποίηση της καταβολής το άρθρο του καταστατικού περί του κεφαλαίου έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου όπως προέκυψε μετά τη μερική κάλυψη. Εντούτοις, η εν λόγω αύξηση μετοχικού κεφαλαίου δεν είχε ολοκληρωθεί κατά τη διενέργεια των επόμενων δύο και ήδη ενδίκων γενικών συνελεύσεων της 2ας -4-2012 καθώς και της 30ης-6-2012, επομένως σε αυτές οι κληρονόμοι ... συνέχιζαν να είναι συγκύριοι των 155.292 μετοχών του δικαιοπαρόχου τους. Επισημαίνεται ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ολοκληρώθηκε στις 2-7-2012 με μερική κάλυψη 80.419,41 € που αντιστοιχεί σε 27.450 νέες ονομαστικές μετοχές. Ακολούθως δε, το ΔΣ της εναγομένης, δια της από 2.07.2012 απόφασης του (βλ. το με αριθμό …/2-7-2012 πρακτικό ΔΣ), πιστοποίησε την μερική κάλυψη και προσάρμοσε με την απόφασή του για την πιστοποίηση του κεφαλαίου, το άρθρο του Καταστατικού της Εταιρείας περί του κεφαλαίου, έτσι ώστε να προσδιορίζεται το ποσό του κεφαλαίου, όπως προέκυψε μετά τη μερική κάλυψη. Η ως άνω δε απόφαση ΔΣ καταχωρήθηκε στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό …/9.10.2012 ΦΕΚ ΤΑE &ΈΠΕ. Ακολούθως, στις 2-4-2012 συνήλθε Εκτακτη Γενική Συνέλευση της εναγομένης, το πρακτικό της οποίας καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 18/4/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό …/3-5-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Στη συνέλευση αυτή παραστάθηκαν μόνο όλοι οι κληρονόμοι του ..., όπως μνημονεύονται ανωτέρω, οι οποίοι κατ΄ άρθρο 788 εδ.α’ ΑΚ διοικούσαν το κοινό πράγμα, ήτοι εν προκειμένω τις 155.292 μετοχές του δικαιοπαρόχου τους, συγκεντρώνοντας απαρτία 33,35%. Με ομόφωνη δε απόφασή τους ενέκριναν όλα όσα αναφέρονται στο με αριθμό …/2-4-2012 πρακτικό. Ακολούθως, στις 30-6-2012 συνήλθε Γενική Συνέλευση της εναγομένης, το πρακτικό της οποίας καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών την 30/8/2012 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό .../9-10-2012 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ. Στη συνέλευση αυτή παραστάθηκαν μόνο όλοι οι κληρονόμοι του ..., όπως μνημονεύονται ανωτέρω, οι οποίοι κατ΄ άρθρο 788 εδ.α’ ΑΚ διοικούσαν το κοινό πράγμα, ήτοι εν προκειμένω τις 155.292 μετοχές του δικαιοπαρόχου τους, συγκεντρώνοντας απαρτία 33,35%. Με ομόφωνη δε απόφασή τους ενέκριναν όλα όσα αναφέρονται στο με αριθμό 40/30-6-2012 πρακτικό. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, συνάγεται ότι κατά τις ανωτέρω ένδικες από 30.06.2009, 30.06.2010, 30.06.2011, 3.02.2012, 2.04.2012 και 30.06.2012 γενικές συνελεύσεις της εναγομένης παραστάθηκαν και ψήφισαν οι κληρονόμοι ..., ήτοι οι …, …, … και ..., μέτοχοι της εναγομένης και με ομόφωνή τους απόφαση έκριναν όσα αναφέρονται στα οικεία πρακτικά. Όλα δε όσα τυχόν άλλου είδους ελαττώματα τυχόν εμφανίζονται στα εν λόγω πρακτικά αποτελούν ενδεχομένως λόγο ακυρότητας ή ακυρωσίας, ήδη αποσβεσθέντα κατά τα ανωτέρω, και ουδόλως πλήττουν το υποστατό αυτών. Ο ενάγων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι κληρονόμοι ... δεν παρίσταντο στις γενικές συνελεύσεις και ότι επιπλέον τα συνταχθέντα πρακτικά είναι πλαστά επικαλείται μόνο τη μαρτυρία του δικηγόρου του .... Κατά την συνταγείσα ένορκη βεβαίωση αυτού, ωστόσο, ο μάρτυρας καίτοι με σαφήνεια εκθέτει ότι στις γενικές συνελεύσεις ουδέποτε παρέστη ο ενάγων ή εταιρεία ΣΠΑΝ, εντούτοις σχετικά με το εριζόμενο θέμα της παρουσίας και ψηφοδοσίας των κληρονόμων ... περιορίζεται να εκθέσει ότι σε όλες τις τακτικές ή έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μετόχων της εναγομένης από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014 φέρεται να έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτές, να συμμετέχουν σε αυτές και να ψηφίζουν οι κληρονόμοι τού ..., χωρίς να αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά, πόσοι είναι αυτοί κατ’ αριθμό, ποια είναι τα ονόματά τους, ποιος τους εκπροσωπεί, αφού εμφανίζονται ως ομάδα, ποιος ψηφίζει και τί ψηφίζει. Εκ της καταθέσεως αυτής όμως δεν συνάγεται σαφώς ότι οι …, …, … και ..., μέτοχοι της εναγομένης δεν παραστάθηκαν σε αυτές και ότι τα πρακτικά ήταν πλαστά. Απεναντίας, ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, ..., ..., συνάγεται με αξιοσημείωτη ακρίβεια η παρουσία των μετόχων της εναγομένης στο χώρο της συνεδριάσεως και η πραγματοποίηση των γενικών συνελεύσεων με την παρουσία τους. Συνεπώς, εφόσον οι προσβαλλόμενες αποφάσεις των ως άνω συνελεύσεων της εναγομένης ελήφθησαν με ψήφους των εν λόγω μετόχων οι αποφάσεις τους είναι υποστατές και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. Συνοψίζοντας, κατά το μέτρο που η αγωγή μεταβιβάστηκε στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, ήτοι ως προς το θέμα της παρουσίας των κληρονόμων ... στις επίμαχες γενικές συνελεύσεις, κρίνεται ότι όσον αφορά τις από 20.06.2013 και 30.06.2014 αποφάσεις Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης ότι η έφεση τυγχάνει απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος (αλυσιτελής), ενώ ως προς τις λοιπές: α) ως προς το θέμα της κήρυξης ακυρωσίας με αναγνωριστική αγωγή, αυτή τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ως νόμω αβάσιμη λόγω της άσκησης αναγνωριστικής αγωγής και όχι διαπλαστικής και επικουρικά απορριπτέα λόγω απόσβεσης του δικαιώματος, β) ως προς την αναγνώριση ακυρότητας τυγχάνει απορριπτέα λόγω απόσβεσης του δικαιώματος, και γ) ως προς την αναγνώριση του ανυποστάτου τυγχάνει ως αβάσιμη στην ουσία της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που ομοίως έκρινε δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει ν΄ απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της υπό κρίση έφεσης για έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικαστεί ο εκκαλών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 166 του ν. 4194/2013) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των 150 € στο Δημόσιο Ταμείο κατ΄ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ΄ουσία την έφεση.
Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει σε επτακόσια ευρώ (700€) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του με αριθμό ... e παραβόλου των 150 € στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στα Χανιά στις 8 Ιανουαρίου 2021 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο, στις 13 Ιανουαρίου 2021, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα