Απόφαση

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 4478/2020
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 14ο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Νικόλαο Δαύρο, Πρόεδρο Εφετών, Βρυσηίδα Θωμάτου, Αικατερίνη Μπετσικώκου - Εισηγήτρία, Εφέτες και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 23η Ιανουαρίου 2020, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Κρατικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ» και τον ειδικό τίτλο «ΕΤΕΑΝ ΑΕ» όπως εκπροσωπείται νόμιμα που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ξενίας αρ.24 Αμπελόκηποι) (ΑΦΜ 997673346 Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών) ως καθολική διάδοχος της κρατικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ» και τον ειδικό τίτλο «ΤΕΜΠΜΕ... ΑΕ» (ΑΦΜ 997673346 Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Χριστιανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε γραμμάτιο εισφορών και ενσήμων με αριθμό .../22-01- 2020 του ΔΣΑθηνών.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ» που εδρεύει στην …, (οδός … αρ….) (ΑΦΜ ...) νομίμως εκπροσωπούμενου δυνάμει της απόφασης ΕΠΑΘ ΤΤΕ …/4-4-2016 (ΦΕΚ Β’ …/5-4-2016) από τον ειδικό εκκαθαριστή «... ΕΝΙΑΙΑ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ» που εδρεύει στο … (οδός … αρ… και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Κων/νος Παναγόπουλος, που κατέθεσε νομίμως το με αριθμό .../23-01- 2020 γραμμάτιο προκαταβολής ενσήμων και εισφορών του ΔΣΑθηνών.
Το εκκαλόν υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «... ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ με την από 29-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../2016 αγωγή του, που απευθύνετο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονταν σ’ αυτή. Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την με αριθμό 3500/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.
Την τελευταία οριστική απόφαση προσέβαλαν α) η εναγόμενη ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την από 15-02-2019 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στο Πρωτοδικείο με αριθμό ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../19-02-2019 και στο Εφετείο με αριθμό ΓΑΚ .../ΕΑΚ …/21 -02-2019 και β) το ενάγον ήδη εκκαλόν νομικό πρόσωπο, με την από 19-12-2019 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στο Πρωτοδικείο με αριθμό ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../18-12-2019 και στο Εφετείο με αριθμό ΓΑΚ .../ΕΑΚ .../19-12-2019, δικάσιμος αμφοτέρων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση αυτών στο ακροατήριο, ο μεν πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης εκκαλούσας δεν παραστάθηκε, αλλά προκατέθεσε τις προτάσεις του και με σχετική δήλωσή του δήλωσε, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση, χωρίς να παρασταθεί, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου εκκαλούντος παραστάθηκε, κατέθεσε τις προτάσεις του και ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση α) η από 15-02-2019 (αυξ. αριθμό καταθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ΓΑΚ.../ΕΑΚ .../19-02-2019 και στο Εφετείο με αριθμό ΓΑΚ.../ΕΑΚ …/21- 02-2019) έφεση της εκκαλούσας -εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ» και β) η από 19-12-2019 (αυξ. αριθμό καταθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../2019 και στο Εφετείο με αριθμό ΓΑΚ.../ΕΑΚ.../2019) έφεση του εκκαλούντος- ενάγοντος υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ”, αμφότερες κατά της υπ’ αριθμόν 3500/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 29-12-2016 αγωγή του τελευταίου, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας ενόψει του ότι στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ). Οι εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα ενώπιον ίου παρόντος Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 496επ, 511 επ., 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως από τους διαδίκους (άρθρα 495παρ.1, 2, 511, 513παρ.β, 516, 591παρ.1). Επιπλέον, η μεν εκκαλούσα εταιρεία κατέθεσε παραδεκτώς αυτήν ατελώς ενόψει του ότι απολαμβάνει τα προνόμια του Δημοσίου, ενώ για το παραδεκτό της εφέσεως του δευτέρου εκκαλούντος νομικού προσώπου το τελευταίο προκατέβαλε κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο από το άρθρο 495 παρ.4εδ.α και β ΚΠολΔ, παράβολο των 150ευρώ (σχετ. eπαράβολο Δημοσίου με αριθμό .../2019) σύμφωνα και με την από 18-12-2019 βεβαίωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν, περαιτέρω, κατά την ίδια, πιο πάνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
II. Το ενάγον και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο, με την από 29- 12-2016 (αριθμ. καταθ..../2016) αγωγή του, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι τυγχάνει ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΤΕ» (πρώην ...) όσον αφορά τις δανειακές σχέσεις της τελευταίας με τρίτους. Η εναγομένη δε, τυγχάνει καθολική διάδοχος της «... ΑΕ». Α) Ότι η «... ΑΤΕ» συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... -... ΟΕ» και τον διακριτικό τίτλο «...» την με αριθμό .../18-10-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 43.379,28ευρώ με τους ειδικότερους σε αυτό όρους, που εκταμιεύθηκε την 19-10-2010. Ότι η «... ΑΕ» δια της με αριθμό .../18-10-2010 πράξης εγγύησης και επιδότησης δυνάμει σχετικής ΚΥΑ, εγγυήθηκε υπέρ της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου. Ότι η δανείστρια Τράπεζα ανωτέρω με την από 14-10-2011 εξώδικη καταγγελία της κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων περί καταβολής των εξαμηνιαίων δόσεων εκ μέρους της δανειολήπτριας εταιρείας. Όχι υπέβαλλε στις 25-11 -2011 στην εναγομένη όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα κατά το νόμο και τη σύμβαση, ζητώντας την εξόφληση της προεχομένης από την κατάπτωση της εγγύησης υποχρέωσης αυτής που ανέρχεται στο ποσό 33.429,41ευρώ που αντιστοιχούσε στο 80% του κεφαλαίου κατά το χρόνο της καταγγελίας, πλην όμως η τελευταία ουδέν της κατέβαλε. Β) Επίσης η «... ΑΤΕ» συνήψε με τον ... του … και της … την με αριθμό .../30-08-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 75.775ευρώ με τους ειδικότερους σε αυτό όρους, που εκταμιεύθηκε την 30-08-2010. Ότι η «... ΑΕ» δια της με αριθμό .../30-08-2010 πράξης εγγύησης και επιδότησης δυνάμει σχετικής ΚΥΑ εγγυήθηκε υπέρ του ανωτέρω δανειολήπτη μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου. Ότι η δανείστρια Τράπεζα ανωτέρω με την από 08-04-2011 εξώδικη καταγγελία της κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων περί καταβολής των εξαμηνιαίων δόσεων εκ μέρους του δανειολήπτη. Ότι υπέβαλλε στις 23-07-2011 στην εναγομένη όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα κατά το νόμο και τη σύμβαση, ζητώντας την εξόφληση της προεχομένης από την κατάπτωση της εγγύησης υποχρέωσης αυτής που ανέρχεται στο ποσό 60.620ευρώ που αντιστοιχούσε στο 80% του κεφαλαίου κατά το χρόνο της καταγγελίας, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Γ) Επίσης η «... ΑΤΕ» συνήψε με τον ... του … και της … την με αριθμό .../01-10-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 49.420,80ευρώ με τους ειδικότερους σε αυτό όρους, που εκταμιεύθηκε την 04-10-2010. Ότι η «... ΑΕ» δια της με αριθμό .../01-10-2010 πράξης εγγύησης και επιδότησης δυνάμει σχετικής ΚΥΑ εγγυήθηκε υπέρ του ανωτέρω δανειολήπτη μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου. Ότι η δανείστρια Τράπεζα ανωτέρω με την από 11-04-2011 εξώδικη καταγγελία της κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων περί καταβολής των εξαμηνιαίων δόσεων εκ μέρους του δανειολήπτη. Ότι υπέβαλλε στις 06-05-2011 στην εναγομένη όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα κατά το νόμο και τη σύμβαση, ζητώντας την εξόφληση της προεχομένης από την κατάπτωση της εγγύησης υποχρέωσης αυτής που ανέρχεται στο ποσό 41.111,74ευρώ που αντιστοιχούσε στο 80% του κεφαλαίου κατά το χρόνο της καταγγελίας, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Δ) Επίσης ότι η «... ΑΤΕ» συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «... ΑΕ» την με αριθμό …/20-12-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 300.000ευρώ με τους ειδικότερους σε αυτό όρους, που εκταμιεύθηκε την 21-12-2010. Ότι η «... ΑΕ» δια της με αριθμό .../20-12-2010 πράξης εγγύησης και επιδότησης δυνάμει σχετικής ΚΥΑ εγγυήθηκε υπέρ της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου. Ότι η δανείστρια Τράπεζα ανωτέρω με την από 27-10-2011 εξώδικη καταγγελία της κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων περί καταβολής των εξαμηνιαίων δόσεων εκ μέρους της δανειολήπτριας εταιρείας. Ότι υπέβαλλε στις 08- 12-2011 στην εναγόμενη όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα κατά το νόμο και τη σύμβαση, ζητώντας την εξόφληση της προεχομένης από την κατάπτωση της εγγύησης υποχρέωσης αυτής που ανέρχεται στο ποσό 289.688,78ευρώ που αντιστοιχούσε στο 80% του κεφαλαίου κατά το χρόνο της καταγγελίας, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Ε) Τέλος, ότι η «... ΑΤΕ» συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «... ΑΕ» την με αριθμό .../21-11-2008 σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 291.200ευρώ με τους ειδικότερους σε αυτό όρους, που εκταμιεύθηκε την 18-12-2008. Ότι η «... ΑΕ» δια της με αριθμό .../21-11-2008 πράξης εγγύησης και επιδότησης δυνάμει σχετικής ΚΥΑ εγγυήθηκε υπέρ της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας μέχρι του 70% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου. Ότι η δανείστρια Τράπεζα ανωτέρω με την από 17-06-2010 εξώδικη καταγγελία της κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων περί καταβολής των δόσεων εκ μέρους της δανειολήπτριας εταιρείας. Ότι υπέβαλλε στις 20-02-2011 στην εναγομένη όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα κατά το νόμο και τη σύμβαση, ζητώντας την εξόφληση της προεχομένης από την κατάπτωση της εγγύησης υποχρέωσης αυτής που ανέρχεται στο ποσό 205.485,97ευρώ που αντιστοιχούσε στο 70% του κεφαλαίου κατά το χρόνο της καταγγελίας, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό. Περαιτέρω εκθέτει ότι, η εναγομένη «... ΑΕ» δεν εγγυήθηκε μεν για ποσά που αφορούν σε τόκους υπερημερίας ή οποιουδήποτε είδους έξοδα ή δαπάνες επί των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, πλην όμως από την άπρακτη παρέλευση των νομίμων προθεσμιών από τις εκάστοτε προς αυτήν οχλήσεις, η ίδια κατέστη υπερήμερη για τα ποσά τα οποία είχε εγγυηθεί, μέχρι το όριο ευθύνης της. Ζήτησε δε, όπως υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση εκδοθεισομένη προσωρινώς εκτελεστή, να της καταβάλει το ποσό των α) των 33.429,41 ευρώ, β) των 60.620,00ευρώ, γ) των 41.111,74ευρώ, δ) των 231.751,02ευρώ και δ) των 205.485,97ευρώ αντίστοιχα νομιμοτόκως από την παρέλευση διμήνου από τις σε αυτήν σχετικές οχλήσεις περί καταβολής των μέχρι την εξόφληση, καταδικάζοντας την και στη δικαστική αυτής δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού απέρριψε λόγω αοριστίας τα αγωγικά αιτήματα περί καταβολής των ποσών των εγγυήσεων που αντιστοιχούσαν στις τέσσερις πρώτες συμβάσεις εντόκων δανείων και εν μέρει ως μη νόμιμο το αίτημα περί καταβολής του ποσού της εγγυήσεως που αφορούσε την πέμπτη τοκοχρεωλυτική σύμβαση δανείου, κατά το μέρος που η ζητούμενη εγγύηση υπολογίζεται επί της διαφοράς μεταξύ αρχικώς δανεισθέντος κεφαλαίου και φερόμενης κατά της καταγγελίας συνολικής οφειλής, εν συνεχεία δέχτηκε κατά τα λοιπά την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγον το ποσό των 184.730,00ευρώ νομιμοτόκως από 21-04-2011, καταδικάζοντας την και στη δικαστική του δαπάνη αυτού ορισθείσα σε 6.200ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονούνται το ενάγον και η εναγομένη εταιρεία, αντίστοιχα με τις κρινόμενες εφέσεις τους και ζητούν, το μεν πρώτο για τους αναφερόμενους σ’ αυτή (έφεση) λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εν μέρει εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του, η δε εναγόμενη εταιρεία, για τους αναφερόμενους στην έφεσή της λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί εν συνόλω η αγωγή εναντίον της.
ΙΙΙ. Με το ν 3066/2002 αρ.1 παρ. 1, 3 αρ. 3 παρ. 1 και 3, 5, 8, 10 παρ. 1 αυτού ιδρύεται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ» με σκοπό την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης σε περιφερειακό επίπεδο και την ενίσχυση της ρευστότητας υφιστάμενων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, μέσω της διευκόλυνσης της πρόσβασης υφισταμένων και νέων ΜΕ και ΠΜΕ σε κεφάλαια κίνησης από τα πιστωτικά ιδρύματα. Το ΤΕΜΠΜΕ εγγυάται μέρος των δανείων που συνάπτουν οι ΜΕ και ΠΜΕ με τους χρηματοπιστωτικούς φορείς. Το μετοχικό κεφάλαιο αυτής διαιρείται σε 1.000.000 ονομαστικές μετοχές και καλύπτεται από το Ελληνικό Δημόσιο, τα δε έσοδα προέρχονται, μεταξύ άλλων από την επένδυση των διαθεσίμων της από τις προμήθειες από τις παρεχόμενες εγγυήσεις και άλλες τυχόν παρεχόμενες υπηρεσίες καθώς και από κάθε άλλη νόμιμη αιτία. Έχει δε όλα τα διοικητικά, οικονομικά και δικαστικά προνόμια του Δημοσίου, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Κατ’ αρθ.8 του ν3066/2002 εκδόθηκε η ΚΥΑ 12882/867/25-07-2003 (ΦΕΚ 1065/31-07-2003) με την οποία εγκρίθηκαν οι κανονισμοί Παροχής Εγγυήσεων και Λειτουργίας του «Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών επιχειρήσεων με Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης» (Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε. ΑΕ), με την ειδικότερη διαδικασία που περιγράφετο εκεί, όσον αφορά στις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων προκειμένω να ενταχτούν στο πρόγραμμα, των τραπεζών και της ίδιας της ανωτέρω εταιρεία, ήτοι στην ενίσχυση για τη σύναψη δανειακών συμβάσεων εγγυημένες σε ποσοστό 80% από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ». Συγκεκριμένα, παρέχεται εγγύηση και επιδοτείται ολόκληρο το επιτόκιο δανεισμού όλων των συμβάσεων τραπεζικών δανείων για τα οποία ισχύουν αθροιστικά τα εξής: η μέγιστη διάρκεια του δανείου, της εγγύησης και της επιδότησης είναι τρία έτη (χωρίς περίοδο χάριτος), είναι εγγυημένα από την «ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.» σε ποσοστό 80% με παραίτηση αυτής από το δικαίωμα της ένστασης διζήσεως, για το υπόλοιπο 20% του δανείου για το οποίο δεν εγγυάται η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ η Τράπεζα δεν αναζητά εξασφαλίσεις από τις ΜΕ/ΠΜΕ, αφορούν δε δάνεια χρεολυτικής απόσβεσης με εξαμηνιαία συχνότητα πληρωμής δόσεων κεφαλαίου και εξαμηνιαίο ημερολογιακό εκτοκισμό, με ανώτατο επιτόκιο EURIBOR εξαμήνου + 210 μονάδες βάσης (2,10%), αφορούν επίσης σε συγκεκριμένο, προσδιοριζόμενο στη δανειακή σύμβαση, ύψος δανείου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων. Ορίστηκε δε για την παρακολούθηση και τον έλεγχο εκ μέρους της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» της πορείας του δανείου η Τράπεζα να υποχρεούται στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου και μέχρι την 5η ημέρα του επομένου μηνός, να αποστέλνει ηλεκτρονικά πίνακα, σχετικά με την πορεία εξυπηρέτησης του δανείου. Με την έναρξη ισχύος της εγγύησης και επιδότησης η Τράπεζα υποχρεούται να ενημερώνει την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» στις περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών που αφορούν χρεολύσιο. Η ενημέρωση από την Τράπεζα προς την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» θα γίνεται μέχρι την 20η ημέρα του επόμενου ημερολογιακού μηνός για τις καθυστερήσεις του αμέσως προηγούμενου μηνός. Επίσης, η Τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώνει την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» στις περιπτώσεις δικαστικών ενεργειών εις βάρος των ενεχόμενων από τρίτους καθώς και για τροποποιήσεις που αφορούν στοιχεία της δανειζόμενης ΜΕ/ΠΜΕ, όπως ενδεικτικά επωνυμία, διεύθυνση, αλλαγή νομικής μορφής κλπ, αμέσως μόλις αυτές περιέρχονται σε γνώση της. Το παρόν πρόγραμμα υλοποιείται στο πλαίσιο πρόσθετης εξαίρεσης του κανόνα άσκησης ένστασης διζήσεως, και προστίθεται στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις της ενότητας VI του Κανονισμού Παροχής Εγγυήσεων της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» υπ αριθμ 12882/867/25.07.03(ΦΕΚ Β 1065/31.07.03) όπως ισχύει σήμερα και του Ν.3728/2008. Ορίζεται διάστημα 180 ημερών συνεχούς ληξιπροθεσμίας από οποιαδήποτε αιτία (ήτοι κεφάλαιο, τόκοι υπερημερίας, έξοδα κλπ), μετά την παρέλευση ίου οποίου η Τράπεζα δύναται και οφείλει να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση. Σε περίπτωση αποδεδειγμένης και δηλωμένης πλήρους αδυναμίας (καταβολής οιουδήποτε ποσού) της ΜΕ/ΠΜΕ, η οποία συγχρόνως έχει διακόψει πλήρως τη λειτουργία της, δύναται η Τράπεζα να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση μετά τη συμπλήρωση 90 ημερών συνεχούς ληξιπροθεσμίας. Μετά το ως άνω διάστημα σε περίπτωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού εκ μέρους της επιχείρησης, ίο ποσό αυτό αφαιρείται από το ποσό του δανείου. Εκδόθηκαν οι ΚΥΑ 5198/485/12-05-2010 (ΦΕΚ Β 694/21-05-2010), ΚΥΑ 5486/539/19- 05-2010 (ΦΕΚ Β 730/17-05-2010) δια των οποίων εγκρίθηκαν η «Εγγύηση από την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ Χαμηλότοκων Δανείων για την κάλυψη Φορολογικών και Ασφαλιστικών Υποχρεώσεων ΜΕ/ΜΠΕ» όπου μεταξύ άλλων ορίζονταν: Σε περίπτωση καθυστέρησης, η Τράπεζα, με ποινή υπαναχώρησης, υποχρεούται να ενημερώνει χην «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» για την καθυστέρηση, το αργότερο έως την 20η ήμερα του επομένου ημερολογιακού μήνα για τις καθυστερήσεις του αμέσως προηγούμενου μήνα. Η Τράπεζα σε συνέχεια της προαναφερόμενης συνεχούς ληξιπροθεσμίας αποστέλλει στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ την καταγγελία /κατάπτωση, όπου θα αναγράφεται το τελικώς οφειλόμενο ποσό και θα συνυποβάλλονται ως συνημμένα τα ακόλουθα: α) αντίγραφο κίνησης δανειακού λογαριασμού, β) αντίγραφο σύμβασης δανείου και τυχόν τροποποιήσεων αυτής, γ) αντίγραφα αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που καλύπτουν την ημερομηνία εκταμίευσης, δ) αντίγραφα Ε3 της τριετίας που προηγείται της υποβολής της αίτησης & Ε7 της τελευταίας κλεισμένης διαχειριστικής χρήσεως που προηγείται της υποβολής της αίτησης καθώς και Ε7 (εφόσον υφίσταται) της κλεισμένης διαχειριστικής χρήσεως που προηγείται της καταγγελίας της αίτησης, ε) αντίγραφα στοιχείων σώρευσης (αποφάσεις ένταξης της ΜΕ/ΠΜΕ - εφόσον υφίσταται σώρευση), με σκοπό την εξέταση της σώρευσης ενισχύσεων de minimis ή/και τη σώρευση ενισχύσεων de minimis και άλλων κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτά δηλώνονται στην υπεύθυνη δήλωση της ΜΕ/ΠΜΕ, στ) αντίγραφα που αποδεικνύουν τα λοιπά στοιχεία της υπεύθυνης δήλωσης που υποβάλλεται, ξ) αντίγραφο βεβαίωσης έναρξης εργασιών της αρμόδιας ΔΟΥ και τυχόν μεταβολές αυτής, η) αντίγραφο καταγγελίας και έκθεσης επίδοσης στην ΜΕ/ΠΜΕ. Μετά την παραλαβή από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, συμπληρωμένου ορθά του εντύπου της καταγγελίας που θα συνοδεύεται με όλα τα ως άνω συνημμένα, η «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» θα καταβάλλει στην Τράπεζα το ποσό της εγγύησης εντός προθεσμίας δύο μηνών. Όταν καταβληθεί το ποσό της εγγύησης, ο σχετικός φάκελος και η σχετική Απόφαση του αρμοδίου οργάνου της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, διαβιβάζεται στην αρμόδια ΔΟΥ που υπάγεται η επιχείρηση, προκειμένου να εισπραχθεί κατά Κ.Ε.Δ.Ε. Με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας -Οικονομικών και Ανάπτυξης, κατόπιν εισήγησης της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, εξαιρούνται από την παραπάνω διαδικασία περιπτώσεις ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής από τη ΜΕ/ΠΜΕ. Περαιτέρω με τον ν.3912/2011 συνίσταται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ» και τον ειδικό τίτλο «Ε.Τ.Ε.ΑΝ ΑΕ» η οποία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ» . Η εταιρεία διέπεται από τον ανωτέρω νόμο και από τον ν2190/1920 όπως ισχύει, η εποπτεία της ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, όσον αφορά τους κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας και τους όρους τοποθέτησης διαθεσίμων (άρθρο δεύτερο αρ. 1 παρ. 2). Από την έναρξη ισχύς του τελευταίου νόμου η «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» παύει να υφίσταται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί μέχρι την δημοσίευση του παρόντος επ’ ονόματι της εταιρείας αυτής περιέχονται στην «ΕΤΕΑΝ ΑΕ» , η οποία υπεισέρχεται και σε κάθε είδους τύπου φύσεως και περιεχομένου δικαιοπραξίες και συμβάσεις εργασίας, στις οποίες το μοναδικό ή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι η «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, όπως δε σε έγγραφα ιδιωτική ή δημόσια αναγράφεται η επωνυμία «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» από την έναρξη ισχύος του νόμου νοείται η ανώνυμη εταιρεία «ΕΤΕΑΝ ΑΕ» Οι εκκρεμείς δίκες της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» συνεχίζονται από την «ΕΤΕΑΝ ΑΕ» χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή του και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες διατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχισή τους. Για τις δίκες αυτές εξακολουθούν να ισχύουν τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» . Από το σύνολο όλων των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι εγγυήσεις που παρέχει η «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» νυν «ΕΤΕΑΝ ΑΕ”, μέχρι συγκεκριμένου ποσοστού του κεφαλαίου του δανείου, διέπονιαι από την ανωτέρω ειδική νομοθεσία οι δε διατάξεις του ΑΚ που διέπουν την παροχή εγγυήσεως (αρθ 847επ) εφαρμόζονται συμπληρωματικά εφόσον δεν αποκλείεται αυτό από τις εν λόγω διατάξεις. Εξάλλου και κατά τον Αστικό Κώδικα αρθ. 851 ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του οφειλέτη, οπότε εάν στη σύμβαση εγγυήσεως δεν αναγράφεται το ποσό για το οποίο δίνεται η εγγύηση ο εγγυητής ευθύνεται για ό,τι και ο πρωτοφειλέτης. Η διάταξη όμως είναι ενδοτικού δικαίου και δεν αποκλείεται με συμφωνία των μερών να περιοριστεί η ευθύνη του εγγυητή, όπως στην εγγύηση ανωτάτου ποσού, ήτοι να ευθύνεται για το σύνολο της οφειλής όχι όμως πέρα από ένα ανώτατο καθοριζόμενο όριο. Η ευθύνη εν προκειμένω επί εγγύησης ανωτάτου ποσού σημαίνει ειδικότερα ότι η ευθύνη του εγγυητή διατηρείται για όσο χρόνο παραμένει ανεξόφλητο έστω και ένα μικρό μέρος της κυρίας οφειλής. Η τυχόν καταβολή μέρους μόνον του χρέους από τον πρωτοφειλέτη, δεν μειώνει την ευθύνη του εγγυητή ακόμα και αν το καταβληθέν μέρος της κύριας οφειλής ισούται με το συμφωνηθέν ανώτατο ποσοτικό όριο ευθύνης του. Ο εγγυητής απαλλάσσεται μόνον εάν και στο μέτρο που το ανεξόφλητο τμήμα της κυρίας οφειλής διαμορφώνεται σε ποσό κατώτερο από το ποσοτικό όριο ευθύνης του. Το σημείο αυτό είναι η ειδοποιός διαφορά της εγγύησης ανωτάτου ποσού από τη μερική εγγύηση, στην οποία αναλαμβάνεται ευθύνη για ένα από περισσότερα χρέη του πρωτοφειλέτη ή για ένα ορισμένο, διακριτό τμήμα της κύριας οφειλής, κατά τρόπον ώστε, αν ο πρωτοφειλέτης καταβάλει το ασφαλιζόμενο τμήμα της κυρίας οφειλής, ο εγγυητής ελευθερώνεται έστω και αν το υπόλοιπο μέρος του χρέους παραμένει ανεξόφλητο Στην εγγύηση ανώτατου ποσού, το τελευταίο αυτό ποσό είναι δυνατόν να επαυξηθεί μόνον σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής του ίδιου του εγγυητή, ιδίως με τόκους υπερημερίας ή έξοδα δικαστικής καταδίωξης αν ο ίδιος ο εγγυητής παραβιάσει τις έναντι του δανειστή υποχρεώσεις του από τη σύμβαση εγγύησης (Γ.Γεωργιάδης «Η ευθύνη του εγγυητή και ο παρεπόμενος χαρακτήρας της 2017 παρ21 αρ.58-60). Τέλος, ο δανειστής προκειμένου να επιδιώξει δια αγωγής την καταβολή εκ μέρους του εγγυητή του ποσού της κυρίας οφειλής το οποίο καλύπτεται από την εγγύηση εντός του συμφωνηθέντος από τα μέρη ορίου ευθύνης του τελευταίου (εγγυητή), αρκεί να επικαλεσθεί στην αγωγή του κατ’ αρθ. 118, 119παρ1, και 216 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, τα απαραίτητα στοιχεία για τη στήριξη της συμβάσεως εγγυήσεως, ήχοι αφενός τη δήλωση του εγγυητή ότι εγγυάται το χρέος και η υπογραφή απ' αυτόν του σχετικού εγγράφου και αφετέρου η ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της δηλώσεως αυτής από το δανειστή, και ενδεχομένως ειδικότερους συμφωνηθέντες όρους της ανωτέρω εγγυητικής πράξης, η κατάπτωση της εγγύησης και τέλος όλα τα απαραίτητα για τη στήριξη της κύριας οφειλής στοιχεία. Ειδικότερα, ως προς τα τελευταία, αρκεί να αναφέρονται όσα απαιτούνται για να εγερθεί αγωγή κατά του πρωτοφειλέτη, ήτοι τα στοιχεία της κύριας οφειλής, την εκ μέρους του πρωτοφειλέτη μη εκπλήρωση αυτής (κύριας οφειλής), το οφειλόμενο υπόλοιπο το ληξιπρόθεσμο αυτού (ΑΠ 682/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Δ/μα από 25-6/10-7-1944) που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 109 παρ. 2 Εισ. ΝΑΚ) και την ανάλογη διάταξη του άρθρου 7§2 του Ν.Δ. 496/1974 ‘’περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, και ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου και ότι ο τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής" προκύπτει ότι ο τόκος υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου αρχίζει μόνο από την επίδοση της αγωγής και δεν αρκεί η υπερημερία που επήλθε με εξώδικη όχληση ή με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής ανεξάρτητα από τη φύση της ενοχής και αν αυτή πηγάζει από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 7/2000, ΑΠ 1362/2013). Εξάλλου, η διάταξη καθόσον αφορά το ύψος τόκων υπερημερίας του Δημοσίου, Δήμων και των ΝΠΔΔ και κατ’ επέκταση των ΟΤΑ είναι ειδική και τελεί σε αρμονία προς τη διάταξη των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύς διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ καθώς και της διατάξεως του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων και δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδική ρύθμιση για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του, (ΟλΣΤΕ 2115/2014, ΑΠ 1219/2013, ΑΕΔ 7/2011 δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,). Περαιτέρω δε οι διατάξεις του ΠΔ166/2003, που ήδη καταργήθηκε εν μέρει με το άρθρο πρώτο της παραγράφου Ζ’ του Ν.4152/2013, όπου ορίζεται ότι σε συμβάσεις νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με επιχείρηση αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, ουδόλως κατισχύουν των προαναφερομένων διατάξεων ενόψει δε του ότι, αφορούν την καθυστέρηση πληρωμών από τη δημόσια αρχή ως οφειλέτη σε εμπορικές συναλλαγές και μόνον, όπως αυτές αναφέρονται στο αρθ.2 του άνω πδ τέτοιες δε είναι η αγορά και παράδοσή αγαθών ή υπηρεσιών έναντι αμοιβής και όχι η παροχή εγγυήσεως σε Τράπεζα (ΑΠ 430/2015, ΑΠ 766/2014 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1568/2016 ΔΕΕ 2016/1425].
V. Εν προκειμένω, η ένδικη αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον, αναφέρει όλα τα αναγκαία εκ του νόμου και των ειδικών συμβάσεων στοιχεία για να θεμελιώσει την αξίωση της κατά της εγγυήτριας για το εξαιτούμενο για εκάστη σύμβαση κονδύλι του 80% στις τέσσερις πρώτες συμβάσεις δανείων και 70% στην τελευταία, επί του κεφαλαίου εκάστου δανείου που φέρεται ως μη καταβληθέν από τους πρωτοφειλέτες αυτών, σύμφωνα με την οικεία υπό στοιχείο III νομική σκέψη. Δεν είναι εξάλλου αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου κατ' άρθ216ΚΠολΔ να μνημονεύεται η αποστολή πλήρους φακέλου περί καταγγελίας των συμβάσεων, καθώς και των συνημμένων σε αυτήν (καταγγελία) δικαιολογητικών εγγράφων, ως αυτά προσδιορίζονται στις οικείες ΚΥΑ, προκειμένου να στοιχειοθέτηθεί το ληξιπρόθεσμο αυτών, ενόψει του ότι καταρχήν η εγγύηση στις περιγραφείσες δανειακές συμβάσεις έχει παρασχεθεί με παραίτηση από το δικαίωμα της ένστασης διζήσεως, εκ του νόμου, ενώ δεν αναφέρεται στο δικόγραφο ότι υπαναχώρησε η εναγομένη, και συνεπώς μόνη η αναφορά περί γνωστοποίησης της καταγγελίας των εν λόγων συμβάσεων δανείων στην εναγομένη αρκεί για το ορισμένο του ισχυρισμού περί «κατάπτωσης της εγγύησης”, το δε νομότυπο αυτής (γνωστοποίησης) θα προκύψει επαρκώς από τις προσκομιζομένες αποδείξεις. Ειδικότερα δε, εν προκειμένω η ενάγουσα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της συμπεριέλαβε τις δανειακές συμβάσεις, τις αντίστοιχες εγγυήσεις που δόθηκαν στα πλαίσια αυτών, την καταγγελία εκ μέρους της αυτών λόγω μη τηρήσεως των υποχρεώσεων των δανειοληπτών και την γνωστοποίηση της καταγγελίας αυτών εντός των νομίμων προθεσμιών στην εναγομένη και τέλος το ύψος της κύριας οφειλής, όπως αυτή προέκυψε και το ύψος του οφειλομένου κεφαλαίου εκάστου δανείου που καλύπτεται από την εγγύηση της εναγομένης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αόριστη της αγωγής ως προς τις τέσσερις πρώτες εγγυήσεις που παρασχέθηκαν στα πλαίσια δανειακών συμβάσεων από την «... ΑΕ”, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα, με αριθμούς .../18-10-2010, .../30-08-2010, .../01-10-2010, .../20-10-2010 πράξεις εγγύησης με την «... – ... ΟΕ”, τον ..., τον ... και την «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» αντίστοιχα, με το αιτιολογικό ότι δεν εκτίθετο στην αγωγή «η προς είσπραξη των σχετικών εγγυήσεων τήρηση της διαδικασίας περί αποστολής πλήρους φακέλου δικαιολογητικών στην εναγομένη”, έσφαλε κατά την κρίση ίου περί την ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση του δικογράφου, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του πρώτου λόγου της από 18-12-2019 εφέσεως της ενάγουσας -εκκαλούσας, ώστε πρέπει να εξαφανιστεί και εν συνεχεία να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο ώστε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως επαρκώς ορισμένη και περαιτέρω να εξεταστεί ως προς το νόμω βάσιμο. Η ένδικη αγωγή είναι επομένως επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 340επ 361, 481, 806, 847επ 12ΕισΝΑΚ, Ν.3066/2002, ΚΥΑ 12882/867/25-07-2003 (ΦΕΚ 1065/31-07-2003 ΚΥΑ 5198/485/12-05-2010 (ΦΕΚ Β 694/21-05-2010), ΚΥΑ 5486/539/19-05-2010 (ΦΕΚ Β 730/17-05-2010, αρθ. 176, 191ΚΠολΔ, 907, 908παρ 1 ΚΠολΔ,. (ολΑΠ21/2001 περί προσωρινής εκτελεστότητας κατά Δημοσίου). Περαιτέρω, όμως, ως προς το αίτημα περί καταβολής του ποσοστού 80% επί του κεφαλαίου για τις πρώτες τέσσερις συμβάσεις δανείου και ποσοστού 70% επί του κεφαλαίου ως προς την πέμπτη σύμβαση, καλυπτόμενο από τις συμβάσεις εγγυήσεων που κατέπεσαν, κατά τα εκτιθέμενα εκεί, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για το χρονικό διάστημα που αρχίζει δύο μήνες από την επομένη της επίδοσης της καταγγελίας εκάστης συμβάσεως δανείου στην εναγομένη «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» και ήδη «ΕΤΕΑΝ ΑΕ”, αυτό κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο καθόσον, ο νόμιμος τόκος υπερημερίας πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται στο 6% ετησίως και άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής, ενώ εν προκειμένω δεν προκύπτει κάποια ειδικότερη αντίθετη ρύθμιση, σύμφωνα με τα αναλυτικός εκτιθέμενα στη σχετική υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε διαφορετικά, κρίνοντας αντισυνταγματική την εν λόγω διάταξη αναφορικά με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, έσφαλε περί την ερμηνεία του νόμου, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του αντίστοιχου δεύτερου λόγου της από 15-02-2019 εφέσεως της εκκαλούσας- εναγομένης, ώστε πρέπει να εξαφανιστεί ως προς την εν λόγω διάταξη και να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο και το αίτημα περί τοκοδοσίας της απαίτησης να γίνει εν μέρει δεκτό, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ως νόμιμο μόνον για το μετέπειτα της επιδόσεως της σχετικής αγωγής χρονικό διάστημα μέχρι την εξόφληση, απορριπτομένου αντίστοιχα για το χρονικό διάστημα δύο μηνών από την επομένη της επίδοσης της καταγγελία εκάστης συμβάσεως δανείου στην εναγομένη. Κατόπιν των ανωτέρω και κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη.
VI. Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι στο παρόν Δικαστήριο, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά εκ των οποίων μάλιστα γίνεται παρακάτω ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, και τέλος από όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη κατ' άρθρ. 336 §4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στα πλαίσια του επιχειρησιακού προγράμματος ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της ρευστότητας μικρών (ΜΕ) και πολύ μικρών επιχειρήσεων (ΠΜΕ) κατ’ εφαρμογή των υπουργικών αποφάσεων ΚΥΑ 5198/484/13-05-2010 ΚΑΙ 5486/539/19-05-2010, η «... ΑΕ”, διάδοχος της οποίας είναι η ενάγουσα, ήδη σε εκκαθάριση, χορήγησε στις κάτωθι αναφερόμενες εταιρείες και ατομικές επιχειρήσεις έντοκα δάνεια με 100% επιδοτούμενο επιτόκιο και με την εγγύηση του «Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων» (ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, του οποίου καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, σε ποσοστό μέχρι 80% του χορηγούμενου κεφαλαίου προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν «ως κεφάλαια κίνησης για την κάλυψη αγοράς πρώτων υλών εμπορευμάτων και υπηρεσιών». Ειδικότερα [Α] η «... ΑΤΕ» συνήψε με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «… -... ΟΕ» και τον διακριτικό τίτλο «...» την με αριθμό .../18-10-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 43.379,28ευρώ, με χρόνο αποπληρωμής σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις και περίοδο χάριτος 24μηνών. Παρασχέθηκε δε από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, δια της με αριθμό .../18-10-2010 πράξης, εγγύηση, δυνάμει της σχετικής ΚΥΑ, υπέρ της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου (αρ. 1.02 και 23 της δανειακής σύμβασης), προσαρτήθηκε δε στην δανειακή σύμβαση, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, ενώ υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το ποσό του εν λόγω δανείου εκταμιεύθηκε την 19- 10-2010. [Β] Επίσης η «... ΑΤΕ» συνήψε με τον ... του … και της Τρισευγένης την με αριθμό .../30-08-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 75.775ευρώ, με χρόνο αποπληρωμής σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις και περίοδο χάριτος 24μηνών. Παρασχέθηκε δε από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, δια της με αριθμό .../30-08-2010 πράξης, εγγύηση, δυνάμει σχετικής ΚΥΑ υπέρ του ανωτέρω δανειολήπτρη μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου (αρ. 1.02 και 23 της δανειακής σύμβασης), η οποία προσαρτήθηκε στην δανειακή σύμβαση, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, ενώ υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το ποσό του εν λόγω δανείου που εκταμιεύθηκε την 30-08-2010. [Γ] Επίσης η «... ΑΤΕ» συνήψε με τον ... του … και της …. την με αριθμό .../01-10-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 49.420,80ευρώ, με χρόνο αποπληρωμής σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις και περίοδο χάριτος 24μηνών. Παρασχέθηκε δε από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, δια της με αριθμό .../01-10-2010 πράξης, εγγύηση, δυνάμει σχετικής ΚΥΑ, υπέρ του ανωτέρω δανειολήπτη μέχρι του 80% του κεφαλαίου ίου ως άνω δανείου (αρ.1.02 και 23 της δανειακής σύμβασης), η οποία προσαρτήθηκε στην δανειακή σύμβαση, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, ενώ υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από χα συμβαλλόμενα μέρη. Το ποσό του εν λόγω δανείου εκταμιεύθηκε την 04- 10-2010. [Δ] Επίσης η «... ΑΤΕ» συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «... ΑΕ» την με αριθμό …/20-12-2010 σύμβαση εντόκου δανείου ποσού 300.000ευρώ, με χρόνο αποπληρωμής σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις και περίοδο χάριτος 24μηνών. Παρασχέθηκε δε από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, δια της με αριθμό .../20-12-2010 πράξης, εγγύηση, δυνάμει σχετικής ΚΥΑ υπέρ της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας μέχρι του 80% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου (αρ.1.02 και 23 της δανειακής σύμβασης), η οποία προσαρτήθηκε στην δανειακή σύμβαση, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, ενώ υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το σύνολο του ποσού του δανείου εκταμιεύθηκε την 21-12-2010. [Ε] Τέλος, η «... ΑΤΕ» συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «... ΑΕ» την με αριθμό .../21-11- 2008 σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 291.200ευρώ, με χρόνο αποπληρωμής σε τριάντα δυο ισόποσες τριμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, από τις οποίες η πρώτη θα καταβληθεί τρεις μήνες μετά την εκταμίευση και η τελευταία οκτώ έτη μετά την εκταμίευση. Παρασχέθηκε δε από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ» δια της με αριθμό .../21-11-2008 πράξης, εγγύηση, δυνάμει σχετικής ΚΥΑ, εγγυήθηκε υπέρ της ανωτέρω δανειολήπτριας εταιρείας μέχρι του 70% του κεφαλαίου του ως άνω δανείου, (αρθ. 23 της δανειακής σύμβασης), η οποία προσαρτήθηκε στην δανειακή σύμβαση, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, ενώ υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το σύνολο του ποσού του δανείου εκταμιεύθηκε την 18-12-2008. Οι δανειολήπτες ανωτέρω, περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την καταβολή των δόσεων αποπληρωμής των δανείων τους και η ενάγουσα δανείστρια Τράπεζα κατήγγειλε τις συμβάσεις και συγκεκριμένα: α) με την από 14-10-2011 επιστολή της -εξώδικη καταγγελία, κοινοποιηθείσα νομίμως στην πρώτη πιστούχο («... -... ΟΕ») την 20-10-2011, έκλεισε και τον λογαριασμό που εξυπηρετούσε αυτή, ο οποίος τότε εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 41.786,77ευρώ, β) με την από 08-04-2011 επιστολή της -εξώδικη καταγγελία, κοινοποιηθείσα νομίμως στον δεύτερο πιστούχο (...) την 13-04-2011, έκλεισε και τον λογαριασμό που εξυπηρετούσε αυτή, ο οποίος τότε εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 75.775,00ευρώ, γ) με την από 11140-2011 επιστολή της -εξώδικη καταγγελία, κοινοποιηθείσα νομίμως στον τρίτο πιστούχο (...) την 20-04-2011, έκλεισε και τον λογαριασμό που εξυπηρετούσε αυτή, ο οποίος τότε εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 51.389,68ευρώ, δ) με την από 27-10-2011 επιστολή της εξώδικη καταγγελία, κοινοποιηθείσα νομίμως στην τέταρτη πιστούχο («... ΑΕ») την 27-10-2011, έκλεισε και τον λογαριασμό που εξυπηρετούσε αυτή, ο οποίος τότε εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 289.688,78ευρώ και τέλος ε) με την από 17-06-2010 επιστολή της εξώδικη καταγγελία, κοινοποιηθείσα νομίμως στην πέμπτη πιστούχο (««... ΑΕ») την 21-05-2010, έκλεισε και τον λογαριασμό που εξυπηρετούσε αυτή, ο οποίος τότε εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 293.551,38ευρώ. Η ενάγουσα μετά την παρέλευση νομίμου χρονικού διαστήματος από τις καταγγελίες των ανωτέρω συμβάσεων γνωστοποίησε με τις από 15-11-2011, 23-07-2011, 06-05-2011, 08-12-2011 και 10-2-2011 επιστολές της αντίστοιχα, για κάθε έναν εκ των ανωτέρω πιστούχων, στην εναγομένη τις προηγηθείσες καταγγελίες, ζητώντας την εξόφληση της προεχομένης από την κατάπτωση της εγγύησης υποχρέωσης αυτής, που αντιστοιχούσε στο 80% του κεφαλαίου έκαστου δανειολήπτη και στο 70% του κεφαλαίου της πέμπτης των δανειοληπτών, και συγκεκριμένα ζήτησε την καταβολή: α) ποσού 33.429,4Ιευρώ για την πρώτη, β) ποσού 60.620,00ευρώ για τον δεύτερο, γ) ποσού 41.111,74 για τον τρίτο, δ) ποσού 231.751,02ευρώ για την τέταρτη και ε) ποσού 205.485,97ευρώ για την πέμπτη. Η εναγομένη δεν υπέβαλε καταρχήν κάποια αντίρρηση, ούτε υπαναχώρησε, όπως προβλέπετο από τις οικείες διατάξεις. Η ενάγουσα αναφορικά με τις δύο πρώτες συμβάσεις/πράξεις εγγυήσεως συνυπέβαλλε δε με τις ανωτέρω επιστολές της, πέραν της γνωστοποίησης της καταγγελίας των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, αίτημα κατάπτωσης της εκ μέρους της ενάγουσας εγγυήσεως για εκάστη εκ των ανωτέρω συμβάσεων, προσδιορίζοντας το ύψος της «τελικής ζημίας» κατά το ποσό που καλύπτεται από την εγγύησή της εναγομένης, προσκομίζοντας όλα τα εκ του νόμου αναγκαία έγγραφα και συγκεκριμένα : 1) αντίγραφο σύμβασης δανείου 2) αντίγραφο πράξης εγγυήσεως, 3) αντίγραφο κίνησης δανειακού λογαριασμού, 4) αντίγραφα αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που καλύπτουν την ημερομηνία εκταμίευσης, 5) αντίγραφα Ε3 που προηγείται της υποβολής της αίτησης & Ε7 της τελευταίας κλεισμένης διαχειριστικής χρήσεως που προηγείται της υποβολής της αίτησης καθώς, 6) ακριβή αντίγραφα τιμολογίων που χρηματοδοτήθηκαν και εξοφλητικές αποδείξεις είσπραξης από τον προμηθευτή, 7) ακριβές αντίγραφο υποδείγματος 2 υπεύθυνης δήλωσης νομίμου εκπροσώπου δανειολήπτη, 8) έγγραφο σχετικά με τυχόν μεταβολές του δανειολήπτη, 9) αντίγραφο καταγγελίας και εκθέσεων επίδοσης, 10) αντίγραφο σύμβασης παροχής ενεχύρου επί καταθέσεως που δόθηκε προς εξασφάλιση του δανείου και αναφέρεται στην πράξη εγγύησης και της έκθεσης επίδοσης στην εναγομένη, 11) αντίγραφα παραστατικών για τον γενόμενο συμψηφισμό του ποσού του ενεχύρου, 12) πληρεξούσιο (σχετ. έγγραφα υπο στοιχεία 2,3 ενάγουσας). Μετά την παραλαβή από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, συμπληρωμένου ορθά του εντύπου της καταγγελίας των δύο πρώτων συμβάσεων ανωτέρω, που συνοδεύονταν με όλα τα ως άνω συνημμένα, η τελευταία («ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ») δεν εναντιώθηκε, ούτε ζήτησε επιπλέον διευκρινήσεις, έγγραφα κλπ. Επίσης, όσον αφορά την πέμπτη σύμβαση δανείου/πράξη εγγυήσεως με αριθμό ... υπέρ της «... ΑΕ» η ενάγουσα προσεκόμισε με την από 10-2-2011 επιστολή της τα νόμιμα έγγραφα ήτοι συγκεκριμένα: 1) αντίγραφο σύμβασης δανείου 2) αντίγραφο πράξης εγγυήσεως, 3) αντίγραφο κίνησης δανειακού λογαριασμού και λογαριασμού όψεως, 4) αντίγραφο χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής δανείου, 5) αντίγραφα αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που καλύπτουν την ημερομηνία εκταμίευσης, 6) αντίγραφο καταγγελίας και εκθέσεων επίδοσης, 7) επικυρωμένα αντίγραφα έρευνας ακίνητης περιουσίας οφειλέτη και εγγυητών, 8) έγγραφο σχετικά με μεταβολές της ίδιας, 9) πληρεξούσιο (σχετ. έγγραφο υπο στοιχείο 5 ενάγουσας). Μετά την παραλαβή από την «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ”, επίσης συμπληρωμένου ορθά του εντύπου της καταγγελίας της ανωτέρω πέμπτης συμβάσεως, που συνοδεύονταν με όλα τα ως άνω συνημμένα, η τελευταία δεν εναντιώθηκε, ούτε ζήτησε επιπλέον διευκρινήσεις, έγγραφα κλπ. Η τελευταία, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης Απόφασης, το πρώτον με το με αριθμ πρωτ..../15-2-2019 έγγραφό της ζήτησε, όσον αφορά την ανωτέρω πράξη εγγυήσεως, με αριθμό ... (με πιστούχο την «... ΑΕ»), να της αποσταλούν επιπλέον δικαιολογητικά έγγραφα, χωρίς ούτε στοιχειωδώς να δικαιολογεί τον λόγο της καθυστέρησης να τα αναζητήσει και συγκεκριμένα: α) το Ε9 (τελευταίο ισχύον της επιχείρησης) και β) εξοφλητικές αποδείξεις του συνόλου των τιμολογίων. Η ενέργεια αυτή της εναγομένης κρίνεται παντελώς προσχηματική και καταχρηστική τοιαύτη ενόψει του ότι, καταρχήν δεν ορίζεται από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις, ούτε από την πράξη εγγύησης, ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρονται, ως αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα τα αναζητηθέντα από την τελευταία ήχοι οι εξοφλητικές απόδειξης των τιμολογίων, αλλά μόνον τα τιμολόγια, ούτε έγγραφο σχετικό περί της περιουσιακής κατάστασης του δανειολήπτη (Ε9), ενώ πέραν του ότι δεν προσδιορίζει για ποιο έτος αιτείται το τελευταίο (έτος εκταμίευσης δανείου ή καταγγελίας αυτού ως «τελευταίο ισχύον» )> εν προκειμένω προκύπτει σαφώς ότι η ενάγουσα είχε ήδη προσκομίσει έγγραφα έρευνας σχετικά με την περιουσιακή της κατάσταση, ώστε αλυσιτελώς ζητάει έτερο αυτών 8 έτη μετά. Περαιτέρω όμως, σχετικά με την «τελική ζημία» ήτοι κατά το ποσό που καλύπτεται από την εγγύησή της εναγομένης στην ανωτέρω σύμβαση, εν προκειμένω πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Χορηγήθηκε στην πιστούχο «... ΑΕ» δάνειο ύψους 291.200ευρώ με εγγύηση κεφαλαίου 70% από την εναγομένη, όπως όμως προκύπτει ειδικώς από την από 20- 02-2011 σχετική επιστολή της προς την εναγομένη, η οφειλή κατά κεφάλαιο την 30-11-2009 (ημερομηνία μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκ μέρους πιστούχου) ανήρχετο σε 263.900ευρώ, ενώ η αιτηθείσα κατά την ενάγουσα οφειλή ανήρχετο σε 293.551,38ευρώ, πλην όμως σε αυτήν συμπεριλαμβάνει συμβατικούς και υπερημερίας τόκους και προμήθειες, τα οποία όμως δεν καλύπτονται από την εν λόγω εγγύηση κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα. Συνακόλουθα αυτών, το 70% του οφειλομένου κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσό των 184.730,00ευρώ (=263.900,00 X 70%). Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων εφόσον ως προς τις πρώτη, δεύτερη και πέμπτη των συμβάσεων δανείων-πράξεων εγγυήσεως πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και οι τυπικές τοιαύτες προσκομιζομένων όλων των αναγκαίων δικαιολογητικών εκ μέρους της ενάγουσας, η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα τα ως άνω ποσά και συγκεκριμένα ποσό 33.429,41 ευρώ για την πρώτη, ποσό 60.620,00ευρώ για τη δεύτερη και ποσό 184.730,00ευρώ για την πέμπτη σύμβαση. Περαιτέρω όμως, όσον αφορά: α) την τρίτη πράξη εγγυήσεως με αριθμό ... υπέρ του ... και την β) τέταρτη πράξη εγγυήσεως με αριθμό ... υπέρ της «... ΑΕ”, όπως προκύπτει σαφώς από τις από 26-4-2011 και 28-11-2011 επιστολές της, η ενάγουσα δεν υπέβαλλε κανένα συνημμένο έγγραφο και δικαιολογητικό, ως είχε εκ του νόμου και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις υποχρέωση και τους όρους αυτών. Εξάλλου και η εναγομένη, λίγο πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής ζήτησε από την ενάγουσα: α) με το με αριθμ πρωτ..../13-4-2016 έγγραφό της ζήτησε όσον αφορά την πράξη εγγυήσεως με αριθμό ... με πιστούχο τον ... να της αποσταλούν κάποια συγκεκριμένα δικαιολογητικά έγγραφα (ανεξάρτητα του γεγονότος ότι δεν είχαν αποσταλεί τα αναφερόμενα εκ του νόμου ως άνω), και συγκεκριμένα: α) η ημερομηνία υποβολής αίτησης χρηματοδότησης στην Τράπεζα της συγκεκριμένης ΜΕ για να γίνει έλεγχος επιλεξιμότητας των προσκομισθέντων παραστατικών και β) νόμιμα παραστατικά σφραγισμένα από την Τράπεζα για το σύνολο της επένδυσης (τιμολόγια δελτία αποστολής) και β) με το με αριθμ πρωτ..../13-4-2016 έγγραφό της ζήτησε όσον αφορά την πράξη εγγυήσεως με αριθμό ... με πιστούχο την «... ΑΕ» να της αποσταλούν κάποια συγκεκριμένα δικαιολογητικά έγγραφα (ανεξάρτητα του γεγονότος ότι δεν είχαν αποσταλεί τα αναφερόμενα εκ του νόμου ως άνω), και συγκεκριμένα: α) η ημερομηνία υποβολής αίτησης χρηματοδότησης στην Τράπεζα της συγκεκριμένης ΜΕ για να γίνει έλεγχος επιλεξιμότητας των προσκομισθέντων παραστατικών, β) αντίγραφα των τιμολογίων και δελτίων αποστολής του προμηθευτή «ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΕΙΑ … ΑΕ”, γ) εξοφλητική απόδειξη έκδοσης του ανωτέρω προμηθευτή, δ) σύμβαση ενεχυράσεως καταθέσεως, ύψος αυτής ενόψει του ότι αυτό θα έπρεπε να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο κεφάλαιο, δηλώνοντας ταυτόχρονα, σε αμφότερα τα έγγραφα, ότι εάν δεν της αποσταλούν εντός προθεσμίας 10 εργασίμων ημερών, θα θεωρηθεί ότι δεν καλύπτονται οι προϋποθέσεις του προγράμματος (εγγύησης). Η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στα ανωτέρω και ουδέποτε απέστειλε τα ανωτέρω έγγραφα κατά τους ειδικότερους όρους εγγυήσεως, γεγονός που δεν αρνείται η τελευταία. Συνακόλουθα αυτών, ενόψει της μη υποβολής των εκ του νόμου οριζομένων δικαιολογητικών εκ μέρους της ενάγουσας αναφορικά με τις τρίτη και τέταρτη των ανωτέρω συμβάσεων, αν και ειδοποιήθηκε σχετικά και της χορηγήθηκε και προθεσμία, η εναγομένη νομίμως αρνήθηκε την καταβολή της εγγυήσεως λόγω μη συνδρομής των νομίμως προϋποθέσεων κατάπτωσης αυτής και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη ως προς αυτές. Τέλος, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης με τον οποίον ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών των εγγυήσεων δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της αλλά σε περιστατικό το οποίο δεν έχει η ίδια ευθύνη και ειδικώς στο γεγονός ότι, ενόψει του ότι δυνάμει σχετικής νομοθετικής ρύθμισης (ν4093/2012) εξοφλεί τις σχετικές υποχρεώσεις της προς τα πιστωτικά ιδρύματα με την καταβολή μετρητών τα οποία της αποδίδονται από το Ελληνικό Δημόσιο σε αντικατάσταση ομολόγων της παρ.3 του αρ. 22 του ν3775/2009 που διακρατεί, το Ελληνικό Δημόσιο, παρά τα επανειλημμένα αιτήματά της αυτό δεν έχει προβεί ακόμα στην εκταμίευση ποσών σε αυτήν, αφενός διότι η μη χρηματοδότηση της από το Ελληνικό Δημόσιο αφορά τις εσωτερικές αυτών σχέσεις και δεν μπορεί να προβάλλεται έναντι τρίτων ως λόγος απαλλαγής της, αφετέρου δε επί χρηματικής οφειλής μόνη η οικονομική αδυναμία δεν αποτελεί περιστατικό ανωτέρα βίας προκειμένου να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της. Το γεγονός δε ότι, πρόκειται για Δημόσιο αυτό δεν δικαιολογεί την άνιση αυτού μεταχείριση έναντι τρίτων προκειμένου να απαλλάξει αυτό από τις υποχρεώσεις που έχει συμβατικώς αναλάβει. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, γενομένων δεκτών αμφοτέρων των κρινομένων εφέσεων ως και ουσιαστικά βάσιμων, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης περί δικαστικών εξόδων. Εν συνεχεία αφού κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη, κατά τα ανωτέρω και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 278.779,41 ευρώ (33.429,41 ευρώ για την πρώτη, σύμβαση + 60.620,00ευρώ για τη δεύτερη σύμβαση + ποσό 184.730,00ευρώ για την πέμπτη σύμβαση) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Εφόσον δε έγινε δεκτή η έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που προκαταβλήθηκε από την τελευταία κατά την κατάθεσή της, στην ίδια (αρθρ. 495 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, βλ. Μιχ. Μαργαρίτη - Άννα Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, υπό άρθρο 495. αρ. 19). Τέλος, η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων μερών, κατ αρθρ. 22 παρ. 2 στοιχ. β’ Ν3693/1957 λόγω μερικής νίκης και ήττας εκατέρωθεν, αφού το εκκαλούν απολαμβάνει των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου (αρ. 10 παρ. 1 Ν3066/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ’αντιμωλία των διαδίκων (α) την από 15-02- 2019 (αριθ. καταθ. Εφετείο .../1493/2019) έφεση της εκκαλούσας - εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ» και β) την από 19-12- 2019 (αριθ καταθ Εφετείο .../.../2019) έφεση του εκκαλούντος- ενάγοντος υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «... ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ”, αμφότερες κατά της υπ’ αριθμόν 3500/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν τις εφέσεις.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την άνω εκκαλουμένη απόφαση.
ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ ουσίαν επί της από 29-12-2016 και (αρ. καταθ. .../2016) αγωγής της εφεσιβλήτου - ενάγουσας εταιρείας.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη όπως καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των διακοσίων εβδομήντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (278.779,41 ευρώ) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου που έχει προκαταβληθεί από την εκκαλούσα ενάγουσα εταιρεία στην τελευταία.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 28-05-2020.
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, σας 06 Ιουλίου 2020 με σύνθεση του Δικαστηρίου αποτελούμενη από τους δικαστές: Τριανταφύλλη Δρακοπούλου, Προέδρου Εφετών, (λόγω συνταξιοδότησης του Προέδρου Εφετών Νικολάου Δαύρου και αποχώρησής του) και Εφέτες Βρυσηίδα Θωμάτου και Αικατερίνη Μπετσικώκου, Εισηγήτρια, και με γραμματέα την Καλλιόπη Παπαζαφείρη χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ