Αριθμός Απόφασης 1564/2021
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 16ο ΕΝΟΧΙΚΟ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ιωάννα Βρεττού, Πρόεδρο Εφετών, Χριστίνα Ρωμέση Εφέτη, Εύα Πετρίδου, Εφέτη - Εισηγήτρια και από τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12.3.2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.» (και την πρώην επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ»), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα - ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρίας «... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ Β.Ε.Α.Ε.» (πρώην «... Α.Ε.») - η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνου Καραγιάννη και Μαρίας Ανδρεαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Τεμπέρη.
Β. ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Τεμπέρη.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.» (και την πρώην επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ»), που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα - ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρίας «... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ Β.Ε.Α.Ε.» (πρώην «... Α.Ε.») - η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνου Καραγιάννη και Μαρίας Ανδρεαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη της Α’ έφεσης και ταυτόχρονα εκκαλούσα της Β’ έφεσης, ζήτησε να γίνει δεκτή η από 22.12.2000 αγωγή της κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας της Α" έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητης της Β’ έφεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό .../28.12.2000.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθ. 1533/2002 απόφασή του, με την οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, ενώ στη συνέχεια εξέδωσε την υπ' αριθ. 4755/2018 οριστική απόφασή του (τακτικής διαδικασίας), με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Κατά της παραπάνω οριστικής Απόφασης ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις:
Α. Η εναγόμενη άσκησε την από 12.4.2019 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό .../15.4.2019 και αντίγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό .../15.4.2019, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας Απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο (υπ’αριθ. …).
Β. Η ενάγουσα άσκησε την από 15.5.2019 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. .../17.5.2019 και αντίγραφό της κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό .../31.7.2019, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας Απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο (υπ’αριθ. …).
Οι ανωτέρω εφέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν.
Κατά τη συζήτηση των εφέσεων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εκκαλούσας της Α’ έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητης της Β’ έφεσης δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης της Α’ έφεσης και ταυτόχρονα εκκαλούσας της Β’ έφεσης παραστάθηκε στο ακροατήριο και αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες εφέσεις, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ’ αριθ. 4755/2018 οριστικής Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 22.12.2000 και υπ' αριθ. κατάθεσης .../28.12.2000 αγωγής της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Α’ έφεσης και ταυτόχρονα εκκαλούσας της υπό στοιχείο Β’ έφεσης κατά της εκκαλούσας της υπό στοιχείο Α’ έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, αρμοδίως εισάγονται να συζητηθούν στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 19 ΚΠολΔ). Έχουν ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα και ειδικότερα, η μεν έφεση της εναγομένης στις 15.4.2019, ήτοι πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης Απόφασης και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την έκδοσή της, στις 26.11.2018 (άρθρ. 518 παρ. 2, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 άρθρ. τρίτο του Ν. 4335/2015), η δε έφεση της ενάγουσας στις 17.5.2019, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση σε αυτήν της Απόφασης (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) που έγινε στις 17.4.2019 (βλ. την υπ' αριθ. .../17.4.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Επίσης, έχει κατατεθεί για κάθε έφεση το νόμιμο παράβολο, ποσού 150 ευρώ (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, βλ. για την έφεση της εναγομένης το υπ' αριθ. .../2019 ηλεκτρονικό παράβολο και για την έφεση της ενάγουσας το υπ' αριθ. .../2019 ηλεκτρονικό παράβολο, τα οποία αναγράφονται στις εκθέσεις κατάθεσης των εφέσεων αντιστοίχως). Πρέπει, επομένως, οι εφέσεις, αφού συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και επειδή έτσι επιταχύνεται και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία.
Με την από 22.12.2000 και υπ' αριθ. κατάθεσης .../28.12.2000 ένδικη αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», στρεφόμενη κατά της εναγομένης, με την τότε επωνυμία «... Α.Ε.», ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι ξεκίνησε τη λειτουργία της το έτος 1993, με αντικείμενο δραστηριότητάς της την αναχύτευση υπολειμμάτων αλουμινίου (σκράπ) για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου μέσω του εργοστασίου της στη Γραβιά Φωκίδος. Ότι η εναγόμενη είχε τότε μονοπωλιακή και δεσπόζουσα θέση στην παραγωγή πρωτόχυτου αλουμινίου και ταυτόχρονα έλεγχε την εταιρία «... Α.Ε.», η οποία είχε επίσης μονοπωλιακή και δεσπόζουσα θέση στην αναχύτευση υπολειμμάτων (σκράπ) για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου. Ότι η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την παραπάνω θέση της στην αγορά πρωτόχυτου αλουμινίου και με σκοπό να διαφυλάξει την αντίστοιχη θέση της ελεγχόμενης από εκείνη εταιρίας στην αγορά δευτερόχυτου αλουμινίου, επιχείρησε να αποτρέψει τη δική της λειτουργία (ενάγουσας), διαδίδοντας απειλές ότι της «κηρύσσει τον πόλεμο», ότι θα «εξαφανίσει» από την αγορά αυτήν και το νόμιμο εκπρόσωπό της, ότι θα «κλείσει» τον τελευταίο στη φυλακή και ότι όποιος αγόραζε δευτερόχυτο αλουμίνιο από την ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αγοράσει πρωτόχυτο αλουμίνιο από την εναγόμενη. Ότι, εξαιτίας των απειλών αυτών της εναγομένης, οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου δεν αγόραζαν από την ίδια δευτερόχυτο αλουμίνιο, ενώ δυσφημίστηκε και στις Τράπεζες, οι οποίες διέκοψαν τη χρηματοδότησή της, με αποτέλεσμα τελικά το έτος 1995 να επέλθει η διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της - που λειτούργησε επί πέντε μήνες το έτος 1993, ολόκληρο το έτος 1994 και επί οκτώ μήνες το έτος 1995 - το οποίο και εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό από την ΕΤΒΑ και κατακυρώθηκε στην τελευταία, επειδή η ίδια δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς εκείνη από τη χρηματοδότηση που είχε λάβει για την ίδρυση και λειτουργία του συγκεκριμένου εργοστασίου. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη υλική ζημία και συγκεκριμένα ότι απώλεσε για τα έτη 1993 - 2000 τα καθαρά κέρδη που θα αποκόμιζε από την αναχύτευση υπολειμμάτων αλουμινίου και τη διάθεση του δευτερόχυτου αλουμινίου σε μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου, αντί καθαρού κέρδους 50 δραχμών ανά κιλό - ποσότητας 370.000 κιλών αλουμινίου για έξι μήνες εντός του έτους 1993 και 269.000 κιλών αλουμινίου για έντεκα μήνες εντός του καθενός των υπόλοιπων ετών - τα οποία (καθαρά κέρδη) η ενάγουσα υπολογίζει σε 111.000.000 δραχμές για το έτος 1993 και σε 148.000.000 δραχμές για καθένα των άλλων δύο ετών και συνολικά σε 1.147.000.000 δραχμές. Επίσης η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη και ηθική βλάβη, αναγομένη στην εκμηδένιση της εμπορικής πίστης και επαγγελματικής φήμης της και τη σπίλωση της δανειοληπτικής ικανότητάς της και τελικά στην οικονομική καταστροφή της, αποτιμά δε τη χρηματική της ικανοποίηση στο ποσό των 300.000.000 δραχμών. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε (στο αιτητικό της αγωγής) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.417.000.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ στη συνέχεια, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Σημειώνεται ότι το προαναφερόμενο ποσό των 1.417.000.000 δραχμών, που αναφέρεται στο αιτητικό της αγωγής, δεν είναι αριθμητικά ορθό (έστω και με όχι μεγάλη απόκλιση από το ορθό) και τούτο διότι: Για καθένα από τα έτη 1994 - 2000, το αριθμητικά ορθό ποσό αποζημίωσης ανερχόταν όχι σε 148.000.000 δραχμές, αλλά σε (11 μήνες X 50 δραχμές/κιλό X 269.000 κιλά =) 147.950.000 δραχμές και αντίστοιχα το αριθμητικά ορθό συνολικό ποσό αποζημίωσης, για όλα τα επίδικα έτη, ανερχόταν όχι σε 1.147.000.000 δραχμές αλλά σε [111.000.000 δραχμές για το έτος 1993 + (147.950.000 δραχμές X 7) 1.035.650.000 δραχμές για τα έτη 1994-2000 =] 1.146.650.000 δραχμές. Το άθροισμα, έτσι, της (ορθά υπολογισμένης) αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης ανερχόταν όχι στο αναφερόμενο στο αιτητικό της αγωγής ποσό των 1.417.000.000 δραχμών - το οποίο μάλιστα ήταν και αυτό αριθμητικά εσφαλμένο, αφού το άθροισμα του (εσφαλμένα υπολογισθέντος και στην αγωγή εκτιθέμενου) ποσού αποζημίωσης των 1.147.000.000 δραχμών και του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης των 300.000.000 δραχμών ήταν 1.447.000.000 δραχμές - αλλά ανερχόταν σε εκείνο των (1.146.650.000 + 300.000.000 =) 1.446.650.000 δραχμών. Επί της πιο πάνω αγωγής, η πρώτη συζήτηση της οποίας έλαβε χώρα στις 21.11.2001, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 1533/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού» και του άρθρου 82 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣυνθΕΚ), καθώς και των άρθρων 297, 298, 346, 914, 932 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων - με δύο μάρτυρες για κάθε διάδικη πλευρά - προκειμένου η μεν ενάγουσα να αποδείξει τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής της, η δε εναγόμενη, που είχε προβάλει την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας (άρθρ. 937 ΑΚ), να αποδείξει ότι η ενάγουσα είχε λάβει γνώση της ζημίας της καθώς και του προσώπου της εναγομένης ως υπόχρεης σε αποζημίωση ήδη από τα έτη 1993, 1994 και πάντως μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1995. Στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την περαιτέρω συζήτηση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 10.1.2018, εκδόθηκε η εκκαλουμένη οριστική απόφαση (4755/2018), με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη - και ήδη τότε, ως οιονεί καθολική διάδοχός της, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η εταιρία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ-ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ» - είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.365.077,04 ευρώ (= 1.146.650.000 δραχμών) ως αποζημίωση και το ποσό των 100.000 ευρώ (= 34.075.000 δραχμών) ως χρηματική ικανοποίηση και συνολικά το ποσό των 3.465.077,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της παραπάνω οριστικής Απόφασης ασκήθηκε έφεση τόσο από την εναγόμενη όσο και από την ενάγουσα, με τις οποίες οι διάδικοι παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (η εναγόμενη επιπλέον και για τη μη απόρριψη ως αόριστου του αγωγικού κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης) και ζητούν, η μεν ενάγουσα να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή και να γίνει δεκτή αυτή στο σύνολό της, η δε εναγόμενη (η οιονεί καθολική διάδοχος αυτής) να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της.
Η διάταξη του άρθρου 2 Ν. 703/1977, όπως αυτή ίσχυε το έτος 1993 και περιείχε ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της ΣυνθΕΚ - ήδη παρόμοια η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 3959/2011 «προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού», η οποία περιέχει ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της ΣυνθΕΚ και ήδη του άρθρου 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) - όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της δεσπόζουσας θέσης τους, στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας και ότι η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α) στον άμεσο ή έμμεσο εξαναγκασμό προς καθορισμό είτε των τιμών αγοράς ή πωλήσεως είτε άλλων μη εύλογων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της κατανάλωσης ή της τεχνολογικής αναπτύξεως, με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπο ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων, με τις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι αποδέχονται πρόσθετες παροχές ή συνάπτουν πρόσθετες συμβάσεις, οι οποίες κατά τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων τούτων. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 2α του ίδιου νόμου που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2296/1995 - η οποία στη συνέχεια καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000, επαναφέρθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 και καταργήθηκε ξανά με το άρθρο 2 του Ν. 3784/2009, όμοια δε είναι πλέον η διάταξη του άρθρου 18α παρ. 1 Ν. 146/2014 που προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 Ν. 3784/2009 - όριζε ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση και ότι η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 2α του Ν. 703/1977 προκύπτει, ότι δεν απαγορεύεται καθαυτή η δεσπόζουσα θέσης μιας επιχείρησης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς ούτε καθαυτή η οικονομική εξάρτηση αλλά μόνο η καταχρηστική εκμετάλλευση αυτών (δεσπόζουσας θέσης, οικονομικής εξάρτησης). Περαιτέρω, η παράβαση των παραπάνω διατάξεων συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιποι όροι της διάταξης αυτής (ήτοι, υπαιτιότητα και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας), ο παθών έχει αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 419/2018 ΕΕμπΔ 2019, 790, ΑΠ 1154/2015 ΝοΒ 2016, 894).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθ. …/2003 εισηγητική έκθεση - και ειδικότερα των μαρτύρων ... και ... που προτάθηκαν από την ενάγουσα και των μαρτύρων ... και ... που προτάθηκαν από την εναγόμενη - και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Ι. Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α’ έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Β’ έφεσης, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ» και ήδη, κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετονομασθείσα σε «... Α.Ε.», είναι οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση (αριθ. πρωτ. Γ.Ε.ΜΗ. .../6.7.2017), της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, κατά την άσκηση της αγωγής, «... Α.Ε.», στη συνέχεια μετονομασθείσας σε «... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Β.Ε.Α.Ε.». Συστάθηκε σε εκτέλεση του νομοθετικού διατάγματος 4110/1960 (ΦΕΚ Α’ 162/9.10.1960), με το οποίο κυρώθηκε η από 27.8.1960 σύμβαση μεταξύ αφενός του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου α) της εδρεύουσας στη Λυόν ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... S.A.», β) της εδρεύουσας στο Παρίσι ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... S.A.», γ) της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Οργανισμός Βιομηχανικής Αναπτύξεως» και δ) του .... Η σύμβαση αυτή αφορούσε την ίδρυση στην Ελλάδα βιομηχανίας αλουμίνας και αλουμινίου και προέβλεπε προς τούτο την ίδρυση και λειτουργία, από τους συμβαλλόμενους, αντίστοιχου εργοστασίου (άρθρ. 1 της σύμβασης) και τη σύσταση από αυτούς, εντός δέκα μηνών από την κύρωση της σύμβασης, ανώνυμης εταιρίας στην οποία θα μεταβιβάζονταν αυτοδικαίως όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από την παραπάνω σύμβαση, μεταξύ των οποίων και η άδεια μεταλλευτικών ερευνών και οι παραχωρήσεις σε μεταλλευτικούς χώρους βωξίτη (άρθρ. 5 της σύμβασης), ορίστηκε δε ότι οι διατάξεις της σύμβασης, ασχέτως χρόνου διάρκειας της εταιρίας, θα ρια παραμείνουν σε ισχύ σαράντα πέντε έτη από 1.7.1964 (άρθρ. 26 της σύμβασης). Η εναγόμενη ήταν, από την ίδρυσή της, η μοναδική εταιρία παραγωγής πρωτόχυτου αλουμινίου στην Ελλάδα, διατηρώντας εργοστάσιο στα ... Βοιωτίας, το δε μερίδιό της στην αγορά κολώνας πρωτόχυτου αλουμινίου στην Ελλάδα, κατά το χρονικό διάστημα 1993-1995 (που αφορά η κρινόμενη αγωγή), κινήθηκε σε πολύ υψηλό ποσοστό, γύρω στο 80-85% (Το υπόλοιπο 15- 20% περίπου της αγοράς του πρωτόχυτου αλουμινίου προερχόταν από εισαγωγές της εταιρίας ... για τις ανάγκες της ίδιας). Το μερίδιο της εναγομένης στην αγορά του πρωτόχυτου αλουμινίου, σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τη λειτουργία της που προβλέπονταν από την παραπάνω σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των λοιπών συνιδρυτών της, καθώς και με το γεγονός ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη για τις μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμίνιου η εισαγωγή από την αλλοδαπή πρωτόχυτου αλουμινίου, είχε ως αποτέλεσμα ότι η εναγόμενη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά κολώνας αλουμινίου στην Ελλάδα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι πρωτόχυτο είναι το αλουμίνιο που παράγεται με την ηλεκτρόλυση της αλουμίνας (οξείδιο του αλουμινίου), η οποία προέρχεται από μηχανική - χημική επεξεργασία του ορυκτού βωξίτη και δευτερόχυτο είναι το αλουμίνιο που παράγεται από την αναχύτευση και επεξεργασία των υπολειμμάτων ή απορριμμάτων του πρωτόχυτου αλουμινίου (σκραπ) τα οποία προέρχονται από τη βιομηχανία ή την κατανάλωση, ήτοι αφενός από την αναχύτευση των υπολειμμάτων του πρωτόχυτου αλουμινίου που καταλείπονται από τις μεταποιητικές επιχειρήσεις κατά τη βιομηχανική διαδικασία της μεταποίησης του πρωτόχυτου αλουμινίου σε προϊόντα ή κατασκευές αλουμινίου (αμιγώς βιομηχανικά υπολείμματα) και αφετέρου από την αναχύτευση των ήδη χρησιμοποιηθέντων και απορριφθέντων προϊόντων ή κατασκευών αλουμινίου. Εξάλλου, πλάκα αλουμινίου είναι μορφή αλουμινίου, πρωτόχυτου ή δευτερόχυτου, η οποία χρησιμοποιείται στην έλαση, δηλαδή στην κατεργασία του αλουμινίου από την οποία παράγονται τα πλατέα προϊόντα αλουμινίου (φύλλα, ταινίες κλπ), ενώ κολώνα (ή μπιγιέτα) αλουμινίου είναι μορφή αλουμινίου, πρωτόχυτου ή δευτερόχυτου, η οποία χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στη διέλαση, δηλαδή στην κατεργασία του αλουμινίου από την οποία παράγονται επιμήκη προϊόντα αλουμινίου (σωλήνες, αρχιτεκτονικά προφίλ αλουμινίου όπως πόρτες-παράθυρα, κλπ), ενώ, τέλος, χελώνα αλουμινίου είναι μορφή πρωτόχυτου αλουμινίου που αποτελεί πρώτη ύλη για την ανάτηξη και στη συνέχεια την παραγωγή χυτών προϊόντων (κολώνας και πλάκας).
ΙΙ. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β’ έφεσης και ταυτόχρονα εφεσίβλητη της υπό στοιχείο Α’ έφεσης, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», συστάθηκε το Μάιο του έτους 1988 (ΦΕΚ .../25.5.1988 τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ) με καταστατικό σκοπό τη χύτευση, διέλαση, εμπορία, εισαγωγή - εξαγωγή και επεξεργασία κάθε είδους μετάλλου, την αντιπροσώπευση οίκων εξωτερικού και κάθε άλλη συναφή εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα. Η ουσιαστική δραστηριότητα της ενάγουσας ξεκίνησε, ωστόσο, πέντε έτη μετά, περί τα μέσα του έτους 1993, με τη θέση τότε σε λειτουργία του εργοστασίου της (χυτηρίου) στη Γραβιά Φθιώτιδας, συνίστατο δε - όπως και της «...» (βλ. παρακάτω) - στην αναχύτευση και επεξεργασία υπολειμμάτων αλουμινίου για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου, είτε για λογαριασμό της είτε για λογαριασμό τρίτων. Η δραστηριότητα αυτή της ενάγουσας και η λειτουργία του εργοστασίου της διήρκεσαν για δύο έτη περίπου και τελικά έπαυσαν περί τα τέλη του θέρους του έτους 1995. Βασικός μέτοχος της ενάγουσας, από την ίδρυσή της, ήταν ο ..., με συμμετοχή κατά 98% στο κεφάλαιό της, που ήταν και ο βασικός μέτοχος των ανώνυμων εταιριών «...» και «...», οι οποίες δραστηριοποιούνταν στη μεταποίηση (διέλαση) αλουμινίου και οι οποίες συνεργάστηκαν με τη ενάγουσα για την ανακύκλωση των υπολειμμάτων του αλουμινίου τους.
ΙΙΙ. Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...» (εφεξής «...») συστάθηκε το έτος 1974, από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρίας «... Ο.Ε.». Η εταιρία αυτή δραστηριοποιείται στην αγορά του δευτερόχυτου αλουμινίου και ειδικότερα στην αναχύτευση και επεξεργασία υπολειμμάτων αλουμινίου (σκράπ) για την παραγωγή δευτερόχυτου αλουμινίου, την οποία διενεργεί είτε για λογαριασμό της, πωλώντας στη συνέχεια το δευτερόχυτο αλουμίνιο σε επιχειρήσεις μεταποίησης αλουμινίου, είτε για λογαριασμό των επιχειρήσεων από τις οποίες προέρχονται τα υπολείμματα, έναντι αμοιβής από τις τελευταίες, στις οποίες και επιστρέφει το δευτερόχυτο αλουμίνιο. Η «...» κατείχε, τα έτη 1993-1995 (που αφορά η κρινόμενη αγωγή), δεσπόζουσα θέση στην αγορά δευτερόχυτου αλουμινίου, διατηρώντας το μεγαλύτερο στην Ελλάδα εργοστάσιο αναχύτευσης υπολειμμάτων αλουμινίου, στον Ασπρόπυργο Αττικής (το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας). Κατά την ίδια παραπάνω χρονική περίοδο, μέχρι και τον Οκτώβριο του 1996, η εναγόμενη κατείχε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου της «...» και από 31.10.1996 μέχρι 3.12.1996 το ποσοστό της ανήλθε σε 43%. Στις 31.10.1996 η εναγόμενη υπέγραψε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο με τις … και ..., για την απόκτηση από αυτές πακέτου μετοχών που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό επιπλέον 8% του μετοχικού κεφαλαίου της «...». Στις 29.11.1996 η Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής «ΕΑ»), με την υπ' αριθ. 44/1996 απόφασή της (ΦΕΚ Β’ 1129/18.12.1996), χορήγησε άδεια παρέκκλισης, κατά το άρθρο 4ε παρ. 3 του Ν. 703/1977, για την απόκτηση από την εναγόμενη του παραπάνω επιπλέον ποσοστού 8% του μετοχικού κεφαλαίου της «...», ενώ στις 17.2.1997, με την υπ' αριθ. 52/1997 απόφασή της (ΦΕΚ Β’ 243/28.3.1997), η «ΕΑ» αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος απαγόρευσης της συγκέντρωσης επιχειρήσεων που πραγματοποιήθηκε με την πιο πάνω απόκτηση μετοχών. Ακολούθησε η από 2.4.1997 προσφυγή κατά της τελευταίας παραπάνω Απόφασης της «ΕΑ» από τον ..., κάτοχο μετοχών που αντιστοιχούσαν στο 7% του μετοχικού κεφαλαίου της «...», στο πλαίσιο της οποίας (προσφυγής) εκδόθηκαν αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου και αναιρετικές των τελευταίων αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και τελικά το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (Τμήμα 16° Τριμελές), με την υπ' αριθ. 44/1014 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή.
IV. Στις 27.11.1998, η ανώνυμη εταιρία «...» (βλ. ως προς αυτήν παραπάνω υπό το στοιχείο II.) υπέβαλε στην «ΕΑ» τη με ημερομηνία 24.11.1998 αίτηση - καταγγελία κατά της εναγομένης (η οποία έλαβε αριθ. πρωτ. …/27.11.1998), ζητώντας να μην επιτραπεί η πιο πάνω απόκτηση, από την εναγόμενη, των μετοχών που αντιπροσώπευαν επιπλέον ποσοστό 8% του μετοχικού κεφαλαίου της «...». Η καταγγελία αυτή είχε παρόμοιο περιεχόμενο με την προκείμενη αγωγή η οποία ασκήθηκε στη συνέχεια από την ενάγουσα κατά της εναγομένης και επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η εν λόγω καταγγελία εξετάστηκε από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (εφεξής «ΓΔΑ»), η έρευνα της οποίας εξελίχθηκε παράλληλα με τη δικαστική διαδικασία της προσφυγής του ... κατά της υπ' αριθ. 52/1997 Απόφασης της «ΕΑ» (βλ. παραπάνω υπό το στοιχείο III) και επεκτάθηκε αυτεπάγγελτα και σε φερόμενες αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές της εναγομένης, οι οποίες δεν περιγράφονταν στην ανωτέρω καταγγελία και δεν αφορούσαν μόνο την καταγγέλλουσα «...» αλλά και τις εταιρίες «...» και «...». Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. …/31.7.2014 έκθεση (εισήγηση) της «ΓΔΑ» προς την «ΕΑ», με την οποία προτάθηκε να διαπιστωθούν οι παραβάσεις των άρθρων 2 του Ν. 703/1977 και 102 ΣΛΕΕ από την εναγόμενη, να απειληθεί πρόστιμο και χρηματική ποινή σε βάρος της εναγομένης για κάθε μελλοντική επανάληψη των παραβάσεων αυτών και να της επιβληθεί πρόστιμο, υπολογιζόμενο επί των ακαθάριστων εσόδων της, για κάθε προηγούμενο έτος παράβασης. Κατόπιν αυτού, η «ΕΑ», σε Ολομέλεια, συνήλθε σε συνεδρίαση με το ακόλουθο θέμα: «Λήψη Απόφασης επί της καταγγελίας του ... για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΕΒΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ», της εταιρίας με την επωνυμία “... Α.Ε.” και της εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Β.Ε.Ε.», κατά της εταιρίας “... Β.Ε.Α.Ε.” [νυν ... Α.Ε.] για πρακτικές εμπίπτουσες στα άρθρα 1 και 2α Ν. 703/1977 και στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 86 ΣυνθΕΟΚ - 82 ΣυνθΕΚ)». Η «ΕΑ» εξέτασε εκ νέου μάρτυρες για την υπόθεση, σε δύο συνεδριάσεις που έγιναν στις 10.11.2014 και 24.11.2014 αντίστοιχα και συγκεκριμένα τους ..., ... και ... από την πλευρά των καταγγελλόντων και τους ... και ... από την πλευρά της καταγγελλόμενης. Στη συνέχεια, η «ΕΑ» εξέδωσε την υπ' αριθ. 604/24.2.2015 απόφασή της, με την οποία, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση από την εισήγηση, δεν διαπίστωσε παραβάσεις των άρθρων 2, 2α του Ν. 703/1977 και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρ. 82 ΣυνθΕΚ) και απέρριψε την καταγγελία σε βάρος της εναγομένης στο μέγιστο μέρος της (πλην της διαπίστωσης μίας μεμονωμένης παράβασης που αφορούσε στην επιβολή συμβατικού όρου εκ μέρους της εναγομένης, για την οποία δεν επιβλήθηκε ποινή από την «ΕΑ»). Μεταξύ άλλων, η «ΕΑ» απέρριψε (ομόφωνα) την καταγγελία ως προς το σκέλος των αποδιδόμενων πρακτικών περί επιβολής αποκλειστικότητας με όχημα την εταιρία «...» και της φερόμενης συνακόλουθης υπονόμευσης της εταιρίας «... ΑΒΕΕ», δηλαδή εκείνο που είναι παρόμοιο με το αντικείμενο της προκείμενης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η παραπάνω απόφαση της «ΕΑ» δεν δεσμεύει βεβαίως το παρόν πολιτικό Δικαστήριο (βλ. και ΕφΠατρ 928/2006 ΑχΝομ 2007, 476), εκτιμάται όμως όπως εξάλλου και η εισήγηση της «ΓΔΑ» προς την «ΕΑ» - ως δικαστικό τεκμήριο (άρθρ. 339 ΚΠολΔ, πρβλ. ΑΠ 100/2007 ΝοΒ 2007, 1119, ΑΠ 641/2005 ΕλΔ 2006, 47). Σημειώνεται, ότι κατά της παραπάνω Απόφασης της «ΕΑ» (604/2015) ασκήθηκε, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η με ημερομηνία 10.11.2016 προσφυγή (αριθ. καταχ. .../11.11.2016) από τον ..., για λογαριασμό του και για λογαριασμό των εταιριών «...», «...» και «...», ενώ στη σχετική δίκη παρενέβη η εναγόμενη (υπέρ της «ΕΑ»). Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (Τμήμα 18° Τριμελές), με την υπ’ αριθ. 4163/2017 απόφασή του, έκρινε ότι, μολονότι στο Ν. 703/1977 δεν προβλέπεται παραγραφή για τις παραβάσεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού ή των άρθρων 81, 82 της ΣυνθΕΚ, είναι ωστόσο αναλογικά εφαρμοστέοι οι κανόνες περί παραγραφής του Κανονισμού 2988/1974 του Συμβουλίου, με βάση τους οποίους έκρινε ότι η εξουσία της «ΕΑ» να διαπιστώσει τις σχετικές παραβάσεις και ενδεχόμενα να επιβάλει κυρώσεις σε βάρος της καταγγελλόμενης, είχε παραγραφεί, δεχόμενο έτσι και τον σχετικό (περί παραγραφής) ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας (για τον οποίο το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι προβλήθηκε με έννομο συμφέρον, επειδή με αυτόν η παρεμβαίνουσα σκοπούσε στη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλόμενης Απόφασης). Συνακόλουθα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι ορθά είχε απορριφθεί, έστω και με άλλη αιτιολογία, η ως άνω καταγγελία από την «ΕΑ» και απέρριψε την προσφυγή.
V. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών της ενάγουσας, όπως αυτοί εκτέθηκαν παραπάνω και αναπτύσσονται στο δικόγραφο της αγωγής, ότι δηλαδή υπήρξαν απειλές της εναγομένης με σκοπό να αποτραπούν οι μεταποιητικές επιχειρήσεις αλουμινίου να συναλλαχθούν με την ενάγουσα και να ωφεληθεί κατ' αυτόν τον τρόπο η (ελεγχόμενη από την εναγόμενη) «...» και ότι εξαιτίας των απειλών αυτών προκλήθηκε η οικονομική κατάρρευση της ενάγουσας και η διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της. Ειδικότερα:
V.1. Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά τα έτη 1993-1995 (που αφορά η αγωγή) είχε τον έλεγχο στην «...», αφού μάλιστα η πρώτη κατείχε τότε ποσοστό 35% του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης (βλ. παραπάνω υπό το στοιχείο III) και όχι την πλειοψηφία των μετοχών της τελευταίας. Η ύπαρξη τέτοιου ελέγχου δεν θεμελιώνεται επίσης ούτε στο γεγονός ότι η «...» είχε την ίδια περίοδο οφειλή προς την εναγόμενη ύψους περίπου 700.000.000 δραχμών (= 2.054.292 ευρώ), δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό αυτό, έστω και σημαντικό, ήταν υποπολλαπλάσιο του κυκλου εργασιών της «...», ο οποίος και ανερχόταν σε 7.030.060,53 ευρώ για το έτος 1993, σε 11.055.745,72 ευρώ για το έτος 1994 και σε 15.069.606,14 ευρώ για το έτος 1995. Περαιτέρω, η έλλειψη ελέγχου αποδυναμώνει το υποτιθέμενο κίνητρο της εναγομένης να διαφυλάξει τη θέση της «...» στην αγορά του δευτερόχυτου αλουμινίου.
V.2. Δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη σε απειλές κατά της ενάγουσας ή των μεταποιητικών επιχειρήσεων αλουμινίου, ούτε ότι, τυχόν τέτοιες απειλές απέτρεψαν τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις να συνεργαστούν με την ενάγουσα. Οι καταθέσεις των μαρτύρων που πρότεινε η ενάγουσα, ... και ... - οι οποίοι εξετάστηκαν στο πλαίσιο της διεξαγωγής των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ' αριθ. 1533/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς επίσης ενώπιον της «ΓΔΑ» (αυτές ειδικά δεν προσκομίζονται αλλά το περιεχόμενό τους συνάγεται εν μέρει από την εισήγηση της «ΓΔΑ» προς την «ΕΑ» και από την απόφαση της «ΕΑ») και, τέλος, ενώπιον της «ΕΑ» - αλλά και οι καταθέσεις του καταγγέλλοντος (...) ενώπιον της «ΓΔΑ» και της «ΕΑ», είναι μη πειστικές, αφού είναι γενικόλογες, αόριστες και εν μέρει αντιφατικές (ιδίως οι τελευταίες ενώπιον της «ΕΑ» σε σχέση με τις προηγούμενες). Οι εν λόγω καταθέσεις, στο μέγιστο μέρος τους, δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, δεν εξειδικεύουν τα εκτιθέμενα κατά τόπο και χρόνο και ιδίως δεν συνοδεύονται από αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα που να απείλησαν εκ μέρους της εναγομένης και πολύ περισσότερο, από αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα επαγγελματιών στο χώρο του αλουμινίου οι οποίοι να απειλήθηκαν από την εναγόμενη και να μην συνεργάστηκαν με την ενάγουσα για τον λόγο αυτόν. Επιπλέον, ως προς τη στάθμιση της κατάθεσης του μάρτυρα ..., δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν σε μακροχρόνια αντιδικία με την εναγόμενη. Ακόμη πάντως και αν υποτεθεί ότι ο διευθυντής της εναγομένης, ..., είχε πει ενώπιον του συγκεκριμένου μάρτυρα ότι «από σήμερα ξεκινάει ο πόλεμος με τη ...», όπως ο μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεσή του ενώπιον του εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και ενώπιον της «ΕΑ», τούτο δεν σημαίνει από μόνο του ότι η συγκεκριμένη απειλή υλοποιήθηκε, ούτε ότι επηρέασε συγκεκριμένους επαγγελματίες στο χώρο του αλουμινίου. Εξάλλου, ο μάρτυρας ... ισχυρίστηκε μεν στην κατάθεσή του ενώπιον του εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και ενώπιον της «ΕΑ», ότι η εταιρία του «...» είχε ειδοποιηθεί ότι «όσο δουλεύεις με τη ... δεν σου δίνουμε αλουμίνιο», πλην όμως ο ίδιος - πέραν της αοριστίας που επίσης διακρίνει την αναφορά του περιστατικού αυτού - δεν έχει καν προσωπική αντίληψη της εν λόγω απειλής, αφού στην τελευταία χρονικά κατάθεσή του ενώπιον της «ΕΑ» ανέφερε ότι τούτο «το άκουσα από όλους τους μετόχους της ... σε γενική συνέλευση που είχαμε». Πάντως αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος μάρτυρας, στην ίδια κατάθεσή του ενώπιον της «ΕΑ», ανέφερε ότι η εταιρία «...» είχε πραγματοποιήσει συναλλαγές τόσο με την «...» όσο και με την ενάγουσα. Εξάλλου, προέκυψε ότι πέραν της «...» υπήρξαν και άλλες επιχειρήσεις αλουμινίου που συνεργάστηκαν με την ενάγουσα χωρίς να αντιμετώπισαν από το γεγονός αυτό πρόβλημα στη συνεργασία τους με την εναγόμενη και ότι η τελευταία, όταν η εκάστοτε αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ήταν απέναντι της οικονομικά συνεπής, δεν της αρνείτο τη συνεργασία, ανεξάρτητα αν η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση συνεργαζόταν με την ενάγουσα ή/και με την «...» για την αναχύτευση των υπολειμμάτων της.
V.3. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η ανεπιτυχής οικονομική πορεία της ενάγουσας από το πρώτο κιόλας έτος που λειτούργησε το εργοστάσιό της (1993) και η μετέπειτα, το έτος 1995, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της, συνδέονται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης. Στο ζήτημα αυτό οι μάρτυρες της ενάγουσας περιορίζονται επίσης σε γενικότητες χωρίς να εξειδικεύουν την οικονομική πορεία της ενάγουσας από την έναρξη του εργοστασίου της μέχρι τη διακοπή της λειτουργίας αυτού. Αλλά και η ίδια η ενάγουσα, στην αγωγή της, αναφέρεται επίσης γενικόλογα στην αδυναμία εξυπηρέτησης της χρηματοδότησης που είχε λάβει από την ΕΤΒΑ για την ίδρυση και λειτουργία του εργοστασίου της - η οποία οδήγησε το έτος 1995 στον πλειστηριασμό του εργοστασίου της εκ μέρους της ΕΤΒΑ - χωρίς να προσδιορίζει τα στοιχεία και την πορεία της χρηματοδότησης αυτής (λ.χ. το ποσό της χρηματοδότησης, πότε την έλαβε, πότε καταγγέλθηκε η σχετική σύμβαση, με ποιο χρεωστικό υπόλοιπο). Είναι, εξάλλου, δίδαγμα της κοινής πείρας ότι η οικονομική πορεία μίας επιχείρησης συναρτάται με πολλούς -y παράγοντες, είτε γενικότερους είτε ειδικότερους. Τέτοιοι παράγοντες, που να επηρεάσουν αρνητικά την πορεία της ενάγουσας, υπήρχαν αντίστοιχα και στην προκείμενη περίπτωση, όπως ότι η ενάγουσα επιχείρησε να εισέλθει στην αγορά αναχύτευσης και παραγωγής δευτερόχυτου αλουμινίου στην οποία υπήρχε ήδη μία μεγάλη και δεσπόζουσα εταιρία (η «...»), καθώς και ότι η ενάγουσα, που ήταν συμφερόντων του ίδιου προσώπου (...) με τις εταιρίες «...» και «...», αναζήτησε τους πελάτες της - στους οποίους να παράσχει υπηρεσίες αναχύτευσης των υπολειμμάτων αλουμινίου - μεταξύ των ανταγωνιστών των συγκεκριμένων εταιριών, οι οποίοι μπορούσαν να αντιληφθούν ότι συνεργαζόμενοι με την ενάγουσα ενισχύουν ουσιαστικά τις εν λόγω ανταγωνίστριες εταιρίες. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ενάγουσα, ενώ είχε συσταθεί από το έτος 1988, δραστηριοποιήθηκε, ωστόσο, μετά από πέντε έτη (το 1993), ενισχύει το συμπέρασμα ότι το οικονομικό μέλλον της ήταν από την αρχή αβέβαιο.
VI. Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε η αδικοπρακτική - δηλαδή παράνομη (ως αντίθετη στο άρθρο 2 του Ν. 703/1977 και 82 της ΣυνθΕΚ), υπαίτια και συνδεόμενη αιτιωδώς με τη ζημία και την ηθική βλάβη της ενάγουσας - συμπεριφορά της εναγομένης που περιγράφεται στην αγωγή και αποτελεί τη βάση των αντίστοιχων αξιώσεων της ενάγουσας περί αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίησης. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, συνακόλουθα, η μεν έφεση της εναγομένης να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικαστεί η αγωγή (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε έφεση της ενάγουσας να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Περαιτέρω πρέπει, ως προς την έφεση της εναγομένης, να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτήν του παραβόλου της έφεσής της και ως προς την έφεση της ενάγουσας, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσής της στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, ως προς αμφότερες τις εφέσεις και αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, αντιμωλία των διαδίκων, τις εφέσεις.
Α. Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.» (υπ' αριθ. κατάθεσης .../ 15.4.2019 στο Πρωτοδικείο Αθηνών και υπ' αριθ. κατάθεσης .../15.4.2019 στο Εφετείο Αθηνών).
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 4755/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή.
Β. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» (υπ' αριθ. κατάθεσης .../17.5.2019 στο Πρωτοδικείο Αθηνών και υπ' αριθ. κατάθεσης .../31.7.2019 στο Εφετείο Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, ως προς αμφότερες τις εφέσεις και αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας,
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26.2.2021 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22.3.2021, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ