ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤρΕφΑιγαίου 61/2021 Εις ολόκληρον ευθύνη ομορρύθμου εταίρου - Διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας αυτού

Αριθμός:
61
Έτος:
2021
Δικαστήριο:
Τόπος:
Σύνθεση:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
31/05/2021
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
3833
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά απόφασης που είχε απορρίψει αγωγή διάρρηξης γονικής παροχής ως καταδολιευτικής. Έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν προσδιόριζε επακριβώς το ύψος της απαίτησης κατά της εναγομένης ως ομόρρυθμης εταίρου (μέχρι τον χρόνο μετατροπής της εταιρικής της ιδιότητας), ούτε την αγοραία αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, στοιχεία αναγκαία για τον προσδιορισμό του μέτρου της διάρρηξης. Απέρριψε ως απαράδεκτη την επίκληση το πρώτον στην έφεση της αξίας του ακινήτου, ως ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (άρθρο 526 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, έκρινε ότι το επικουρικό αίτημα αποζημίωσης ήταν μη νόμιμο, καθώς η καταδολίευση δανειστών δεν θεμελιώνει κατ’ αρχήν αδικοπραξία, ελλείψει πρόσθετων επιβαρυντικών περιστατικών (π.χ. συμπαιγνίας). Κατόπιν αυτών, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός Απόφασης
61 /2021
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Σοφία Μαντζακίδου, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Αρχοντάκη, Εφέτη – Εισηγήτρια, Γεράσιμο Ανδρεόλα, Εφέτη και από την Γραμματέα Μαρίνα Δεναξά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων – εφεσιβλήτων – εναγομένων: 1) ... του … και 2) ... του …, κατοίκων Μεσσαριάς Θήρας Κυκλάδων, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Αναστασία Γρίβα του Δ. Σ. Αθηνών.
Του καθ’ ου η κλήση – εκκαλούντος – ενάγοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια Πάρεδρος του ΝΣΚ Βασιλική Παπαγιαννοπούλου με δήλωση.
Το εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου την με αριθ. κατάθ. .../18.7.2017 αγωγή του κατά των εκκαλούντων και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθ. 85/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή.
Το ενάγον με την έφεσή του (αριθ. κατάθ. στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …/24.5.2019), που προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 10.4.2020 και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλει την απόφαση αυτή. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων όλης της Επικράτειας για το χρονικό διάστημα από 28.3.2020 έως και 10.4.2020 δυνάμει της με αριθ. 21159/27.3.2020 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Άμυνας – Υγείας – Δικαιοσύνης.
Οι εφεσίβλητοι με την με αριθ. κατάθ. (στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου τούτου Δικαστηρίου) …/22.5.2020 κλήση τους, που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11.9.2020 και γράφτηκε στο πινάκιο, επανέφεραν προς συζήτηση την άνω έφεση. Κατά τη δικάσιμο εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά της στο πινάκιο και την συζήτηση αυτής, η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτές, ενώ η πληρεξούσια του εκκαλούντος, Πάρεδρος ΝΣΚ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αριθ. έκθεσης κατάθεσης (στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) …/24.5.2019 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος κατά των εναγόντων και της με αριθ. 85/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον δεν γίνεται επίκληση, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα, ότι έγινε επίδοση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 499, 511, 513 παρ. 1β΄), δεν πέρασε δε από τη δημοσίευση αυτής (1.11.2018) έως την ημέρα που ασκήθηκε η έφεση (24.5.2019) η διετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Το ενάγον και ήδη εκκαλούν με την με αριθ. κατάθ. …/18.7.2017 αγωγή του ιστορούσε ότι, με βάση εντολή ελέγχου της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, διενεργήθηκε στις 29.5.2013 από το ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής έλεγχος στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «... και Σία Ε.Ε.» για την φορολογική περίοδο από 1.1.2009 έως και 31.12.2012, κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν και καταλογίστηκαν παραβάσεις μη έκδοσης αποδείξεων λιανικής πώλησης και ανακριβούς έκδοσης τέτοιων αποδείξεων (α.λ.π.) και εκδόθηκε Υπηρεσιακό Σημείωμα ελέγχου από το ΣΔΟΕ, που παραλήφθηκε στις 8.7.2013 από τον εκπρόσωπο της εταιρείας, ακολούθησε δε η σύνταξη της από 5.9.2013 έκθεσης ελέγχου με παραβολή δεδομένων από τις Τράπεζες και αναλυτική περιγραφή των παραβάσεων, που έλαβε αριθ. πρωτ. της ΔΟΥ Σύρου .../8.9.2913 και, στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθ. …/21.11.2013 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Σύρου για την διαχειριστική περίοδο από 1.1.2011 έως 31.12.2011, ποσού 313.402,60 ευρώ, που επιδόθηκε στην ελεγχθείσα εταιρεία στις 10.12.2013. Ότι η εταιρεία αυτή είχε συσταθεί στις 7.10.2008 με την επωνυμία «... και Σια ΕΕ”, τον διακριτικό τίτλο «...”, ομόρρυθμη εταίρο και διαχειρίστρια την πρώτη εναγομένη και ετερόρρυθμο εταίρο τον ..., σύζυγο αυτής, ενώ με την από 25.2.2011 τροποποίηση του καταστατικού της, που κατατέθηκε στη ΔΟΥ Θήρας και δημοσιεύθηκε νομότυπα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Νάξου στις 22.3.2011, με αριθ. 70, η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε «... & Σια ΕΕ”, με ομόρρυθμο πλέον εταίρο τον ... και ετερόρρυθμη εταίρο την πρώτη εναγομένη και, τέλος, λύθηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό που κατατέθηκε στη ΔΟΥ Θήρας με αριθμό …/24.1.2014 και καταχωρίστηκε στο Επιμελητήριο Κυκλάδων στη μερίδα της εταιρείας με αριθ. .../5.9.2014 Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ) και με αριθ. καταχώρησης 154819. Ότι στην πρώτη εναγομένη κοινοποιήθηκε η με αριθ. πρωτ. .../4.4.2016 Ατομική Ειδοποίηση Καταβολής – Υπερημερίας, με την οποία κλήθηκε να καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 2.716.383,61 ευρώ (από το οποίο 2.250,071,28 € για «Ληξιπρόθεσμο Υπόλοιπο Βασικής Οφειλής» και 466.311,73 € για «Προσαυξήσεις / Τόκους / Πρόστιμα Εκπροθέσμου Καταβολής), ενώ με τον από 19.5.2017 (επικαιροποιημένο) πίνακα της ΔΟΥ Σύρου («Φορολογούμενος με χρέη») η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της άνω εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 3.253.788,70 €, όπως τα δύο αμέσως παραπάνω έγγραφα έχουν ενσωματωθεί και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αγωγής. Ότι η πρώτη εναγομένη, όντας ομόρρυθμη εταίρος της άνω εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα 2008 – 2011, ευθύνεται απεριόριστα και εις ολόκληρον με την εταιρεία για τις υποχρεώσεις της του άνω χρονικού διαστήματος, κατ’ άρθρο 22 του ΕΝ. Ότι η ανωτέρω απέκτησε την κυριότητα της περιγραφόμενης στο αγωγικό δικόγραφο κατά θέση, έκταση και όρια κάθετης ιδιοκτησίας μετά της επ’ αυτής διώροφης οικοδομής με υπόγειο (τύπου «μεζονέτας») εντός του οικισμού της Μεσσαριάς Θήρας, με το με αριθ. …/2010, νόμιμα μεταγραμμένο, πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θήρας ..., την οποία μεταβίβασε με το με αριθ. …/8.8.2013, νόμιμα μεταγραμμένο, συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου στον δεύτερο εναγόμενο γιο της, τότε ακόμη ανήλικο και ήδη ενήλικο, αντικειμενικής αξίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης 185.258,18 ευρώ, μολονότι αποτελούσε το μόνο περιουσιακό της στοιχείο και ενώ ήδη η ετερόρρυθμη εταιρεία είχε κληθεί με την από 8.7.2013 κλήση προς ακρόαση στο ΣΔΟΕ και ο τότε διαχειριστής εταίρος ... είχε υποβάλει την από 17.7.2013 αίτηση να παραταθεί η προθεσμία για την υποβολή υπομνήματος. Ότι η εν λόγω μεταβίβαση για χαριστική αιτία του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της πρώτης εναγομένης συνιστά καταδολιευτική δικαιοπραξία, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του ενάγοντος και ότι για το λόγο αυτό έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη διάρρηξή της κατ’ άρθρο 939 του ΑΚ. Ότι, επικουρικά, συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας και αντίθετης προς τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, αυτό ζημιώθηκε κατά το άνω χρηματικό ποσό των 3.253.788,70 ευρώ και πρέπει να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του αποκαταστήσει την επιγενόμενη ζημία. Ζητούσε δε να απαγγελθεί η διάρρηξη της ανωτέρω, επικαλούμενης ως καταδολιευτικής, απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, προκειμένου να μπορέσει να προβεί σε κατάσχεση της μεταβιβασθείσας κάθετης ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και να δυνηθεί να ικανοποιήσει ένα μέρος της απαίτησής του κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας, της οποίας υπήρξε ομόρρυθμη εταίρος, να αναγνωριστεί ότι συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας και αντίθετης προς τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, αυτό υπέστη ζημία ύψους 3.253.788,70 ευρώ, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του αποκαταστήσει την επιγενόμενη ζημία και να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την άνω διάταξη. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 85/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε αυτή αόριστη ως προς το κύριο αίτημα να διαρρηχθεί η ένδικη γονική παροχή και μη νόμιμη ως προς το επικουρικό αίτημα να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη το ενάγον από την παράνομη, υπαίτια και αντίθετη προς τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της, ύψους 3.253.788,70 ευρώ. Κατά της ως άνω απόφασης παραπονείται τώρα το ενάγον και ζητεί, για τους λόγους που αναφέρει στην έφεσή του και οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 του ΑΚ προκύπτει ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό (ΑΚ 941 εδάφ. β΄), ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΚ 942) (Ολ ΑΠ 6/2003 ΕλλΔνη 2003. 402, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1319/2017, Εφ Λαρ 91/2020, δημοσ. σε ΝΟΜΟΣ). Τέτοια είναι και η κατά το άρθρο 1509 ΑΚ παροχή περιουσίας σε τέκνο από γονέα (γονική παροχή), αφού ναι μεν χαρακτηρίζεται στο άρθρο αυτό ως δωρεά κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όμως με το χαρακτηρισμό αυτό αποσκοπείται απλώς να αποκλεισθεί η δυνατότητα ανάκλησής της κατά το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι εξ αντιδιαστολής να χαρακτηρισθεί κατά το μέρος αυτό ως επαχθής δικαιοπραξία (ΑΠ 778/2015, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1778/2006 δημοσ. σε ΝΟΜΟΣ). Τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 480/2013, ΑΠ 1677/2008, ΑΠ 112/2004, ΑΠ 637/2001, ΕφΛαρ 3/2020 δημοσ. σε ΝΟΜΟΣ). ΙΙ. Εξάλλου, η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 397 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη (ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 1531/2013, ΑΠ 1734/2007 δημοσ. σε ΝΟΜΟΣ). ΄Ομως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το «δόλο του οφειλέτη» και τη «γνώση του τρίτου”, που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διάρρηξης, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο, το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα. Περαιτέρω, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019 δημοσ. σε ΝΟΜΟΣ). ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου, οι ομόρρυθμοι εταίροι, οι αναφερόμενοι στο καταστατικό της εταιρείας έγγραφο, υπόκεινται αλληλεγγύως σε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Ήδη, με το ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α΄86/11.4.2012), Μέρος έβδομο, εισήχθη νέο δίκαιο των προσωπικών εμπορικών εταιρειών (άρθρα 249 – 270 για την ομόρρυθμη εταιρεία), το οποίο εφαρμόζεται και στις υφιστάμενες προσωπικές εταιρείες, που κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4072 δεν τελούσαν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση (άρθρ. 294 παρ. 1). Επίσης, κατά το ισχύον δίκαιο (άρθρο 249 παρ. 1 του άνω νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 481 ΑΚ), παράλληλα με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας ευθύνονται οι ομόρρυθμοι εταίροι με την ατομική τους περιουσία για τα χρέη της εταιρείας. Καθιερώνεται δηλαδή απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων για τις υποχρεώσεις της εταιρείας, είτε αυτά προέρχονται από σύμβαση είτε από αδικοπραξία είτε από άλλη γενεσιουργό αιτία, τόσο έναντι των ιδιωτών όσο και έναντι των αρχών (Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες έκδ. 8η, 2018, σ. 140). Ο ομόρρυθμος εταίρος που αποχωρεί από την εταιρεία εξακολουθεί να ευθύνεται για τις εταιρικές υποχρεώσεις, και τις μη ληξιπρόθεσμες, που είχαν γεννηθεί μέχρι την δημοσίευση της αποχώρησής του (Ν. Ρόκα, ο.π., σ. 145). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε περίπτωση μετατροπής της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη υπό την ισχύ του Εμπορικού Νόμου, για την οποία δεν υπήρχε διεξοδική ρύθμιση όπως στο νέο νόμο (άρθρο 281 α, που εισήχθη με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν.4441/2016), ο ομόρρυθμος εταίρος που ελάμβανε θέση ετερόρρυθμου έπαυε να ευθύνεται για τα μεταγενέστερα του χρόνου της μετατροπής χρέη της εταιρείας, εφόσον τηρούνταν οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας της μετατροπής. Περαιτέρω, υπό την ισχύ του Εμπορικού Νόμου και κατά το άρθρο 64 αυτού, οι αξιώσεις των εταιρικών δανειστών κατά των ομόρρυθμων εταίρων υπόκεινταν σε πενταετή παραγραφή από την εν γένει λήξη της ιδιότητας των τελευταίων (λύση της ομόρρυθμης εταιρείας, μετατροπή αυτής σε ετερόρρυθμη, αποχώρηση του ομόρρυθμου εταίρου), εφόσον τηρούνταν οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας (βλ. σχετ. ΕφΘεσσ[Μον] 765/2020 ΝΟΜΟΣ). IV. Σύμφωνα με το άρθρο 526 του ΚΠολΔ «Είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης Απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον». Συνεπώς, ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση της αγωγής. Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών) επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ ΑΠ 2/1994), χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1183/2015). Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 522, 525 και 527 του ίδιου Κώδικα συνάγεται εξάλλου ότι δεν μπορεί ούτε να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός, που στηρίζει τη βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών, με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στο δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων, οι οποίοι θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή, σε καταλυτικούς του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούν να προταθούν στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μεταβάλλουν την βάση της αγωγής (βλ. Ολ ΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 2070/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 323/2017, Αρμεν 2017. 248). Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 ΚΠολΔ, συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση, που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (βλ. ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 821/2010, ΕφΔωδ 129/2020, ΕφΠατρ 129/2020, δημοσ. σε ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αγωγή με το άνω περιεχόμενο είναι κατά το κύριο αίτημά της αόριστη και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει ακριβή περιγραφή της σε βάρος της πρώτης εναγομένης απαίτησης του ενάγοντος, αλλά και δεν προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου που μεταβίβασε αυτή λόγω γονικής παροχής στον δεύτερο εναγόμενο γιο της. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η πρώτη εναγομένη ήταν ομόρρυθμη εταίρος της οφειλέτριας ετερόρρυθμης εταιρείας έως τις 22.3.2011, οπότε δημοσιεύθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της, με την οποία έπαυσε να είναι ομόρρυθμη και έγινε ετερόρρυθμη εταίρος (με συνακόλουθη αλλαγή και της επωνυμίας της εταιρείας) και, συνεπώς, δεν ευθύνεται για οφειλές της εταιρείας προς το ενάγον από την εν λόγω ημερομηνία και μετά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. ΙΙΙ. Ωστόσο, η αγωγή περιέχει με τους ενσωματωμένους σ’ αυτήν πίνακες της ΔΟΥ Σύρου και την ενσωματωμένη επίσης «Ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας» το σύνολο της απαίτησής της κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας για τα έτη 2009 έως και 2012, έτσι ώστε δεν προσδιορίζει σαφώς την απαίτησή της κατά της πρώτης εναγομένης έως το χρόνο που η τελευταία κατέστη ετερόρρυθμη από ομόρρυθμη εταίρος, η οποία (απαίτηση) δεν ταυτίζεται βέβαια με τη συνολική απαίτηση του ενάγοντος κατά της οφειλέτριας εταιρείας και, ως εκ τούτου, δεν περιέχει το ακριβές ύψος της οφειλής της πρώτης εναγομένης ως ομόρρυθμης εταίρου της οφειλέτριας εταιρείας προς το ενάγον, όπως θα έπρεπε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. Ι. Περαιτέρω, δεν γίνεται μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της αξίας του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, αλλά μόνο της αντικειμενικής του αξίας κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Όμως, λαμβανομένου υπόψη ότι ο χρόνος της απαλλοτρίωσης και ο χρόνος άσκησης της αγωγής δεν ταυτίζονται, καθώς το συμβόλαιο γονικής παροχής της πρώτης προς τον δεύτερο των εναγομένων καταρτίστηκε στις 8.8.2013 (με μεταγραφή του στις 9.8.2013), ενώ η αγωγή ασκήθηκε στις 18.7.2017 (ημερομηνία κατάθεσης αυτής), δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά, έπρεπε στην αγωγή να αναφέρεται η αγοραστική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη υπό στοιχ. Ι για να είναι ορισμένη. Το ενάγον με τον δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής προσδιοριζόταν στο ποσό των 237.506,45 ευρώ, με βάση το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ του έτους άσκησης της αγωγής, το οποίο επισύναψε στην υπό κρίση έφεση, και από το οποίο προκύπτει (κατά τον ως άνω λόγο έφεσης) αναντίρρητα η αξία του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός αποτελεί ανεπίτρεπτη προσθήκη νέου περιστατικού, με το οποίο τροποποιείται η ιστορική βάση της αγωγής και, ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλεται και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. ΙV. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τους οποίους το ενάγον προσβάλλει την εκκαλουμένη, διότι απέρριψε ως αόριστη την αγωγή είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ακολούθως, όσον αφορά στο επικουρικό αίτημα της αγωγής, ότι δηλαδή, συνεπεία της παράνομης, υπαίτιας και αντίθετης προς τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης (όπως αυτή περιγράφηκε στην αγωγή και εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας), το ενάγον ζημιώθηκε κατά το χρηματικό ποσό των 3.253.788,70 ευρώ (με βάση τον επικαιροποιημένο από 19.05.2017 πίνακα της ΔΟΥ Σύρου για το σύνολο του χρέους της οφειλέτριας εταιρείας προς αυτό) και πρέπει να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του αποκαταστήσει την επιγενόμενη ζημία, είναι μη νόμιμο και απορριπτέο. Τούτο δε διότι δεν περιέχει περισσότερα ή βαρύτερα πραγματικά περιστατικά από αυτά που συγκροτούν την ιστορική βάση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και, επομένως, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. ΙΙ. Επομένως, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Μετά από αυτά, δεν έσφαλε η εκκαλουμένη, που έκρινε τα ίδια, με κατά τι συνοπτικότερη αιτιολογία, και απέρριψε την αγωγή. Γι’ αυτό πρέπει να συμπληρωθεί η κατά τι συνοπτικότερη αιτιολογία αυτής, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, να απορριφθούν οι υπό κρίση λόγοι έφεσης και να απορριφθεί η έφεση του ενάγοντος στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων – εναγομένων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος – ενάγοντος, λόγω απόρριψης της έφεσής του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Θα επιβληθούν όμως μειωμένα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ (ΕισΝ 52 αριθ. 18, βλ. ΑΠ 1097/1988 ΕλλΔνη 1990. 71, ΑΠ 112/1987 ΕλλΔνη 1988. 466), 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της με αριθ. 134423/8.12.1992-20.1.1993 κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να υπερβεί (για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας) το ποσό των 300 ευρώ (βλ. ΟλΑΠ 1114/1986, ΑΠ 1857/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 725/2011 ΝΟΜΟΣ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την με αριθ. έκθεσ. κατάθ. (στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) …/24.5.2019 έφεση του ενάγοντος κατά της με αριθ. 85/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου κατά το τυπικό της μέρος. Και
Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος – ενάγοντος μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων – εναγομένων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Ερμούπολη Σύρου στις 14-5-2021 και δημοσιεύθηκε στην Ερμούπολη και σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, της πληρεξούσιας του εκκαλούντος – ενάγοντος Παρέδρου ΝΣΚ και της πληρεξούσιας δικηγόρου των εφεσιβλήτων – εναγομένων, στις 31-5-2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΣΟΦΙΑ ΜΑΝΤΖΑΚΙΔΟΥ ΜΑΡΙΝΑ ΔΕΝΑΞΑ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα