ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ 433/2021 Διατροφή ενήλικου τέκνου - Μη αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών η εξειδίκευση των δαπανών σε χρήμα για διατροφή, ένδυση, ψυχαγωγία και εκπαίδευση

Αριθμός:
433
Έτος:
2021
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
02/04/2021
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
2862
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση αναίρεσης πατέρα κατά απόφασης που τον υποχρέωνε να καταβάλλει μηνιαία διατροφή 400 ευρώ στην ενήλικη κόρη του, φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών, για χρονικό διάστημα τριών ετών. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το ενήλικο τέκνο δικαιούται διατροφή όταν δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί από την περιουσία του ή από κατάλληλη εργασία, ιδίως λόγω σπουδών και προβλημάτων υγείας. Η διατροφή περιλαμβάνει όχι μόνο τις βασικές ανάγκες διαβίωσης, αλλά και τις δαπάνες επαγγελματικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Κρίθηκε επίσης ότι στην κάλυψη της διατροφής συμμετέχουν και οι δύο γονείς, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε τους λόγους αναίρεσης περί μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων και ανεπαρκών αιτιολογιών, επισημαίνοντας ότι δεν απαιτείται ειδική μνεία κάθε αποδεικτικού στοιχείου ούτε αναλυτική αποτίμηση κάθε επιμέρους βιοτικής ανάγκης, εφόσον η διατροφή μπορεί να προσδιορίζεται συνολικά.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 433/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Μαυρίκα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό την υπ' αριθμ. ...'/17-06-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, Χ. Ρ., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του ιδίου, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 1486 ΑΚ ορίζεται ότι δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του. Η διατροφή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1493 ΑΚ, περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ανάλογη διατροφή ενός ενήλικου τέκνου που στερείται επαρκών περιουσιακών προσόδων και αδυνατεί να εργασθεί, γιατί σπουδάζει, περιλαμβάνεται, όχι μόνο η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής. Για την κάλυψη των δαπανών διατροφής του τέκνου, με την παραπάνω έννοια, επιβαρύνονται και οι δύο γονείς του, κατ' άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, καθένας από τους οποίους είναι υποχρεωμένος να καλύψει ένα ποσοστό από τις ανάγκες του τέκνου του, ανάλογο με τις οικονομικές του δυνατότητες, που πηγάζουν από τα εισοδήματα ή τους πόρους του. Επομένως, αν το ανήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφής εγείρει αγωγή κατά του ενός γονέα, μπορεί αυτός, δηλαδή ο εναγόμενος γονέας να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του τέκνου, οπότε, με την απόδειξη της ενστάσεως αυτής, που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη, με βάση αυτή, υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 884/2003, ΑΠ 396/2001, 212/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009). Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί. Έτσι, ο λόγος αυτός, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών (Ολ ΑΠ 1/1999, 28/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: “...Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρας της ενάγουσας, ήτοι της μητέρας της τελευταίας Ε. Κ., που εξετάσθηκε πρωτοδίκως και περιέχεται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σε αντίγραφο ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Η ενάγουσα, που γεννήθηκε την 15-11-1995 και ήταν ηλικίας 19 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι γνήσιο τέκνο του εναγομένου και της Ε. Κ., που τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά το έτος 1992. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης οι ανωτέρω σύζυγοι απέκτησαν και άλλα τρία τέκνα, ήτοι το Δ., που γεννήθηκε κατά το έτος 1992, τη Μ., που γεννήθηκε κατά το έτος 1994 και τη Β., που γεννήθηκε κατά το έτος 2001. Η έγγαμη συμβίωση των γονέων της ενάγουσας διακόπηκε οριστικά κατά το έτος 2001 όταν η μητέρα της εγκατέλειψε οριστικά τη συζυγική οικία, λαμβάνοντας μαζί της τα τρία μικρότερα τέκνο της, ενώ στη συνέχεια παρέδωσε στον εναγόμενο και το δεύτερο σε ηλικία τέκνο τους, τη Μ.. Ο γάμος των γονέων της ενάγουσας λύθηκε αμετάκλητα με την 122/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου. Από το έτος 2014 η ενάγουσα σπουδάζει στο Τμήμα της Νομικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο εγγράφηκε την 11-3-2014 ως φοιτήτρια του Α’ Εξαμήνου για το πανεπιστημιακό έτος 2013-2014. Η φοίτηση στο ανωτέρω Τμήμα διαρκεί επί 8 εξάμηνα. Προκειμένου η ενάγουσα να παρακολουθεί τις σπουδές της διαμένει στη Φοιτητική Εστία του Πανεπιστημίου Αθηνών και έτσι δεν επιβαρύνεται με δαπάνες στέγασης. Η ενάγουσα υποφέρει από χρόνια πρόβλημα υγείας, δεδομένου ότι πάσχει από δερματικό λέμφωμα, για την αντιμετώπιση του οποίου πρέπει να παρακολουθείται τακτικά και να λαμβάνει ειδικές τροφές. Δε διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, ούτε προβλέπεται να αποκτήσει εισοδήματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (3 έτη από την επίδοση της αγωγής), εφόσον η κατάσταση της υγείας της και πολύ περισσότερο οι ανάγκες παρακολούθησης των σπουδών της αλλά και η οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα αποτελούν εμπόδιο εξεύρεσης εργασίας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της διατροφής της.
Συνεπώς, παρά την ενηλικίωση αυτής, ο εναγόμενος πατέρας της αλλά και η μητέρα της, ενόψει και του θεμελιούμενου στο άρθρο 1389 Α.Κ. ισχυρισμού αυτού, υποχρεούνται, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες αυτών, να καλύψουν για το επίδικο χρονικό διάστημα τις ανάγκες της διατροφή της και τις εν γένει δαπάνες της διαβίωσης αυτής, οι οποίες είναι οι συνήθεις για τους συνομηλίκους της σπουδαστές ανωτάτων εκπαιδευτηρίων. Ο εναγόμενος, που γεννήθηκε κατά το έτος 1964 και κατά τον επίδικο χρόνο (2014-2017) διανύει το 50° έως 53° έτος της ηλικίας του, δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και κατά τα έτη 2013 και 2014 δήλωσε εισοδήματα, αποκτηθέντα κατά τα έτη 1012 και 2013 αντίστοιχα, σύμφωνα με τα σχετικά εκκαθαριστικά εισοδήματος από εκμετάλλευση δύο ελαιοστασίων έκτασης 2.000 τ.μ. και 5.000 τ.μ. αντίστοιχα που βρίσκονται στο ..., και ανήκαν στην ιδιοκτησία τους έως το έτος 2016, οπότε τα μεταβίβασε με δωρεά στο μεγαλύτερο τέκνο του Δ. και στους γονείς του (σελίδα 3 των από 9-1-2018 προτάσεων αυτού), και από την εργασία του ως τυροκόμος σε διάφορες επιχειρήσεις (τυροκομεία) της ..., ανερχόμενα στο ποσό των 14.239,26 ευρώ και 11.149,62 ευρώ αντίστοιχα, ενώ ως παραγωγός έλαβε επιδότηση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ κατά το έτος 2014 ύψους 3.668,35 ευρώ, κατά το έτος 2015 ύψους 3.345,64 ευρώ και κατά το έτος 2016 ύψους 3.542,62 ευρώ. Πλην της άνω επιδότησης ο εναγόμενος δήλωσε ότι κατά το έτος 2014 τα εισοδήματά του ανήλθαν στο ποσό 6.766,21 ευρώ και κατά το έτος 2015 στο ποσό των 5.048,37 ευρώ. Δεν επιβαρύνεται με δαπάνες στέγασης, εφόσον, όπως ομολογεί ο ίδιος στις ανωτέρω προτάσεις του, φιλοξενείται, τόσο ο ίδιος όσο και τα δύο μεγαλύτερα τέκνα του Δ. και Μ., στην οικία των γονέων του. Ιδιαίτερες ανάγκες δεν αντιμετωπίζει, ενώ διαμένει με τα ανωτέρω δύο ενήλικα τέκνα του, στην κατοικία των γονέων του και φροντίζει για τη διατροφή της ενήλικης Μ. που φοιτά στα ΤΕΙ Πρέβεζας ενώ βαρύνεται και με την διατροφή και της ανήλικης κόρης του Β., που διαμένει με τη μητέρα της, χωρίς ωστόσο να έχει καταβάλει έως την άσκηση της ένδικης αγωγής κάποιο ποσό για τη διατροφή τόσο της ενάγουσας όσο και της μικρότερης σε ηλικία κόρης του Β., τη φροντίδα των οποίων έχει αναλάβει η μητέρα τους. Άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία δεν προκύπτει ότι έχει ο εναγόμενος. Από τα παραπάνω το δικαστήριο εκτιμά ότι κατά μέσο όρο τα μηνιαία εισοδήματα του εναγομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα οποία θα μπορούσε να αποκομίσει από την εργασία του, όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, ενόψει της δυνατότητας του να απασχολείται στα τυροκομεία της περιοχής του επί οκτάμηνο τουλάχιστον ετησίως ανέρχονταν στο ποσό των 1.300 ευρώ, αν ενδιαφερόταν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις για τη διατροφή της ενάγουσας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, διότι η αναγωγή της υποχρέωσης συνεισφοράς στις δυνάμεις των γονέων και τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, σημαίνει θέσπιση υποχρέωσης αυτών για εργασία, στο μέτρο της ατομικής και οικογενειακής δυνατότητας τους. Εξάλλου, η μητέρα της ενάγουσας, που γεννήθηκε κατά το έτος 1975 και κατά τον ένδικο χρόνο (2014-2017) είχε ηλικία 39-42 ετών χωρίς να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, είχε τη δυνατότητα να απασχολείται σε υπηρεσίες οικιακής βοηθού ή καθαρίστριας ή αγροτικές, σε περιόδους συλλογής καρπών (π.χ. ελαιοκαρπών) όπως και προηγουμένως σύμφωνα με την 97/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος T. Π., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 293/2010 απόφαση του άνω δικαστηρίου και να αποκομίζει από την ανωτέρω εργασία της το ποσό των 500 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως. Για τη στέγαση αυτής και της μικρότερης θυγατέρας της Β. καταβάλλει μίσθωμα, που εκτιμάται ότι ανέρχεται στο ποσό των 250 ευρώ κατά μήνα. Δεν επιβαρύνεται με άλλες υποχρεώσεις πλην της συνεισφοράς της στη διατροφή της ενάγουσας και της ανήλικης κόρης της. Άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία δεν προκύπτει ότι διαθέτει. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των γονέων της ενάγουσας και τις εν γένει περιστάσεις το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η κατά μήνα σε χρήμα ανάλογη διατροφή αυτής για το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα (2014-2017) πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 500 ευρώ. Το ποσό αυτό ευρώ είναι ανάλογο με τις ανάγκες της ενάγουσας, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της και είναι σε θέση να καλύψει με επάρκεια τις απαραίτητες δαπάνες για τη διατροφή, συντήρηση, ψυχαγωγία και εν γένει εκπαίδευσή της. Τέλος, το απαιτούμενο για το επίδικο χρονικό διάστημα για τη σε χρήμα διατροφή της ενάγουσας ποσό των 500 ευρώ πρέπει να καλυφθεί από τους γονείς της, ανάλογα με τις προαναφερόμενες οικονομικές τους δυνατότητες. Έτσι, ο εναγόμενος είναι σε θέση να διαθέτει το ποσό των 400 ευρώ κατά μήνα, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως καλύπτεται από τις δυνάμενες να αποτιμηθούν σε χρήμα προσωπικές υπηρεσίες της μητέρας της ενάγοσας και από τα εισοδήματά της. Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία για το ανωτέρω ποσό, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προκαταβάλλει στην ενάγουσα το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως για τη διατροφή της, επί μία τριετία από την επίδοση της αγωγής με το νόμιμο τόκο...". Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της κρινόμενης αίτησης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη την από 07-04-2010 (α/α καταθέσεως .../2010) αγωγή της μητέρας της αναιρεσίβλητης εναντίον του, με την οποία αυτή ζητούσε να της ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους, την 292/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκε επί της ανωτέρω αγωγής, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να διενεργηθούν τα οριζόμενα στο διατακτικό της, τα ταυτάριθμα πρακτικά της δίκης της και την 97/2011, οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, επί της εν λόγω αγωγής, με την οποία ρυθμίσθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους, που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, προς ανταπόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι, το Εφετείο, συνήγαγε το πόρισμά του: “...Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, με επιμέλεια των εναγομένων - εκκαλούντων, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερόμενα και δεν τα αγνόησε. Άλλωστε, το Εφετείο, παρότι δεν είχε υποχρέωση ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, μνημονεύει, ειδικώς, στην αναιρεσιβαλλομένη, την 97/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία εκδόθηκε επί της φερόμενης ως αγνοηθείσας …/06-04-2010 αγωγής της μητέρας της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, μετά την έκδοση της επίσης φερόμενης ως μη ληφθείσας υπόψη, 292/2010, μη οριστικής του απόφασης, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των εκεί διαδίκων και την υποβολή σχετικής εκθέσεως για τις συνθήκες διαβίωσης των ανηλίκων τέκνων τους. Τέλος, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες γιατί δεν διευκρινίζεται σ' αυτή ποιες από τις εκτιθέμενες από την αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη - ενάγουσα βιοτικές ανάγκες της απεδείχθησαν ως υπάρχουσες και πραγματικές και ποιες απορρίφθηκαν ως μη υφιστάμενες. Προσάπτει, ακόμη, ο αναιρεσείων, στην προσβαλλομένη ότι δεν διευκρινίζεται, με τα όσα δέχθηκε, το χρηματικό ποσό, στο οποίο αποτιμάται εκάστη των βιοτικών αναγκών της αναιρεσίβλητης - εφεσίβλητης - ενάγουσας, που δέχθηκε, με συνέπεια την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της, σχετικά με τον υπολογισμό του ύψους των μηνιαίων βιοτικών αναγκών της αντιδίκου του. Και αυτός ο αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο δε καθόσον, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε, εκ πλαγίου. Ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης να εξειδικεύονται, περαιτέρω, σ' αυτή οι δαπάνες σε χρήμα για διατροφή, ένδυση, ψυχαγωγία και εκπαίδευση της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, αφού αρκεί, προς τούτο (πληρότητα αιτιολογιών), ο προσδιορισμός της διατροφής να γίνεται, συνολικώς, για όλες τις ανάγκες του δικαιούχου (ΑΠ 884/2003, ΑΠ 823/2000, 1322/1992).
IΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται ότι, δεν γίνεται λόγος περί εισαγωγής παραβόλου ενδίκου μέσου, στο δημόσιο ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι κατά τη διάταξη αυτή, για διαφορές, που υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 592 αρ.3 εδ α' του ίδιου Κώδικα, όπως η ένδικη, δεν απαιτείται η κατάθεση τέτοιου παραβόλου, πέραν του ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων έτυχε της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 παρ. 6 του Ν. 3226/2004 νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και απαλλάχθηκε της καταβολής του. Τέλος, δεν πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, καθόσον η τελευταία, λόγω της ερημοδικίας της, στην παρούσα, αναιρετική, δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-03-2019 αίτηση για αναίρεση της 7/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα