ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ 925/2022 Λανθασμένη ερμηνεία δήλωσης επίσχεσης εργασίας - Κατάχρηση νομικής προσωπικότητας εταιρείας - Αοριστία προβαλλομένων λόγων αναίρεσης

Αριθμός:
925
Έτος:
2022
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
30/05/2022
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
3926
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η υπόθεση αφορά αναίρεση κατά απόφασης του Εφετείου σχετικά με αγωγή για εργατικά ζητήματα. Ο αναιρεσείων (ενάγων) υποστηρίζει ότι το Εφετείο ερμήνευσε λανθασμένα την έγγραφη δήλωσή του για επίσχεση εργασίας, την οποία θεωρεί ρητή δήλωση για παραμονή στη σύμβαση εργασίας, όχι καταγγελία. Αντίθετα, το Εφετείο εκτίμησε τη δήλωση ως καταγγελία της σύμβασης, απορρίπτοντας τα αιτήματα για μισθούς υπερημερίας και αποζημίωση απόλυσης ως εκπρόθεσμα. Επιπλέον, η αγωγή περιλάμβανε ισχυρισμούς για κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας από το βασικό μέτοχο, με σκοπό την αποφυγή προσωπικής ευθύνης για τα χρέη της. Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία χρησιμοποιήθηκε ως "προκάλυμμα" για να αποφευχθεί η προσωπική ευθύνη του βασικού μετόχου για τα οφειλόμενα ποσά. Το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς την ευθύνη του δεύτερου εναγομένου και ότι οι ισχυρισμοί για κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, καθώς είχαν προβληθεί εκπρόθεσμα.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 925/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου Μεταμόρφωσης Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Ρήγα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “... και το διακριτικό τίτλο “...” όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Κεφαλάρι Αττικής και 2) Χ. Β. του Γ., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής, που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1184/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 378/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ ΑΠ 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. .../21.7.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 12.10.2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../13.10.2020 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5.10.2021), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ... του …, Δικηγόρο Αθηνών ως αντίκλητο, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΚΠολΔ, δυνάμει του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου υπ' αριθ. …/16.12.2015 Διορισμού Αντικλήτου στο Πρωτοδικείο Αθηνών του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Χ. Β. του Γ., ενεργούντος ατομικά αλλά και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “.... Κατά συνέπειαν, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). 2. Με την από 12.10.2020 και αριθ. κατάθεσης .../13.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015) υπ` αριθ. 378/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί των από 5.10.2017 και αριθ. κατάθεσης .../6.10.2017 και από 5.10.2017 και αριθ. κατάθεσης .../9.10.2017 εφέσεων, κατά της υπ' αριθ. 1184/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663- 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 3. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης). Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1353/2001, 651/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004). Για να είναι τέλος ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξίων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 617/2019, 874/2017, 1210/2008). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την επίκληση ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων για την ερμηνεία της από 14.7.2014 δικαιοπραξίας- μονομερούς δήλωσης των αναιρεσιβλήτων, εκτιμώντας αυτή ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και απορρίπτοντας ως εκ τούτου τα αιτήματα για επιδίκαση μισθών υπερημερίας άλλως αποζημιώσεως απολύσεως ως εκπρόθεσμα καθ' όσον κατά τον αναιρεσείοντα δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας και της συμπλήρωσης της εν λόγω δικαιοπραξίας. Ωστόσο, στο αναιρετήριο, δεν αναφέρεται για το ορισμένο του κρινόμενου λόγου αναίρεσης ότι το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώσαν κενό ως προς τη δήλωση βουλήσεως των αναιρεσιβλήτων, προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις τις οποίες και παραβίασε, ή, καίτοι μη διαπιστώσαν κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις και σε τί συνίσταται η παραβίαση αυτών, ενώ εκτίθενται μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την από 11.7.2014 έγγραφη δήλωσή του για επίσχεση εργασίας, την οποίαν απέστειλε προς τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους, χωρίς να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει την νομική κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και δη ότι το γεγονός ότι αναγράφεται στην ως άνω δήλωση ότι αυτός αναζητήθηκε στις 12.7.2014 και στις 13.7.2014, προκειμένου να επιστρέψει στην εργασία του, καταδεικνύει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ως σκοπό να λύσουν τη σύμβαση εργασίας του και ότι η από μέρους του (αναιρεσείοντος) δήλωση επίσχεσης εργασίας αποτελεί ρητή εκδήλωση της βούλησής του να μείνει στη σύμβαση εργασίας του και όχι σιωπηρή από μέρους του καταγγελία αυτής, συνδέεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση. 4. Η άρση, ορθότερα κάμψη, της νομικής προσωπικότητας επί αφερέγγυου νομικού προσώπου, που είναι περιορισμένη και αφορά μόνο σε συγκεκριμένη συναλλαγή, αποσκοπεί μεν στην επέκταση της ευθύνης προς εκπλήρωση της εκ της συναλλαγής αυτής οφειλής και πέραν του συμβατικού δεσμού, στην πρόσθεση δηλαδή ενός ακόμη, μη συμβληθέντος, οφειλέτη, από την προσωπική περιουσία του οποίου μπορεί να ικανοποιηθεί ο εταιρικός δανειστής, δεν επάγεται, όμως, διάχυση ή μετακύλιση της ευθύνης αυτής παρά μόνο καθέτως σ' εκείνο ακριβώς το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που κυριαρχεί στη διοίκηση του αφερέγγυου οφειλέτη και υποτάσσει τη συναλλακτική δραστηριότητά του στη δική του επιχειρηματική βούληση, όχι δε και οριζοντίως σε άλλα νομικά πρόσωπα, που εκ παραλλήλου με το αφερέγγυο συναλλάσσονται προς εξυπηρέτηση των αθέμιτων σκοπών του πρόσθετου οφειλέτη, δε μετείχαν, όμως, στη συγκεκριμένη συναλλαγή, για την οποία αίρεται η περιουσιακή αυτοτέλεια του συμβατικού οφειλέτη. Η χωριστή προσωπικότητα και η περιουσιακή αυτοτέλεια αποτελεί δημιούργημα του δικαίου και απονέμεται στα νομικά πρόσωπα, επειδή εξυπηρετεί οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτήν. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του νομικού προσώπου ή αδυναμίας του ως προς την ικανοποίηση των περιουσιακών αξιώσεων των δανειστών του οι σκοποί της χωριστής νομικής προσωπικότητας καταρχήν δεν αναιρούνται. Έτσι, η νομική προσωπικότητα δεν κάμπτεται, προκειμένου να ανακύψει ευθύνη και του φυσικού προσώπου, του οποίου τα επιχειρηματικά συμφέροντα το νομικό πρόσωπο εξυπηρετεί, από μόνο το λόγο ότι το φυσικό πρόσωπο επέλεξε τον τύπο μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας, προκειμένου να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκεί μέσω αυτής, αφού η επιλογή του δεν είναι αθέμιτη, ώστε να δικαιολογείται η μεταφορά στον επιχειρηματία της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, δεδομένου ότι κάθε τύπος κεφαλαιουχικής εταιρείας θεσμοθετήθηκε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, προκειμένου δηλαδή να εξυπηρετούνται οι πιο πάνω οικονομικές ανάγκες των φυσικών προσώπων (ΑΠ 149/2013). Θέση της νομικής προσωπικότητας κατά μέρος δεν δικαιολογείται ούτε στην περίπτωση κατά την οποία το φυσικό πρόσωπο συγκεντρώνει το σύνολο των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ακόμη και αν το ίδιο είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά (Ολ. ΑΠ 5/1996, 17/1994, ΑΠ 309/2009), αφού το δίκαιο αναγνωρίζει διαφόρων τύπων μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή περιορισμένης ευθύνης), η οποία και διατηρεί την οικονομική της αυτοτέλεια ως νομικό πρόσωπο έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Ομοίως, η νομική προσωπικότητα δεν αίρεται ούτε όταν τα συμφέροντα της εταιρείας ταυτίζονται με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή αυτός παρέχει συστηματικά εγγυήσεις υπέρ της εταιρείας, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά τρόπο ασφαλώς θεμιτό (ΑΠ 5/2009) ούτε όταν το φυσικό πρόσωπο εμφανίζεται ως ουσιαστικός φορέας της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού τούτο είναι αλληλένδετο με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου. Η διατήρηση της περιουσιακής αυτοτέλειας του, έστω και αφερέγγυου, νομικού προσώπου δικαιολογείται στις περιπτώσεις αυτές, επειδή οι σκοποί για τους οποίους θεσπίστηκε εξακολουθούν να συμπορεύονται με τους σκοπούς της έννομης τάξης. Όταν, όμως, η επίκληση της χωριστής προσωπικότητας (και περιουσίας του) αντιτίθεται στις γενικές αρχές και στις αξιολογήσεις του δικαίου και υπερβαίνει τους κοινωνικούς σκοπούς, που ενόψει και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 3 και 25 παρ. 1γ οφείλει κυρίως να υπηρετεί το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, το οποίο, αντιθέτως, χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, ανακύπτει περίπτωση απαγορευμένης κατάχρησης του εταιρικού θεσμού, η οποία ναι μεν δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο, υπάγεται όμως στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 330/2010). Κύρωση της καταχρήσεως αποτελεί η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από αυτήν στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν, δηλαδή των συνεπειών της αφερεγγυότητάς της (άρθρα 335, 343, 345, 382, 383 ΑΚ). Η κάμψη αυτή είναι προσωρινή και, όπως ήδη αναφέρθηκε, περιορισμένη, δεν εξικνείται δηλαδή μέχρι του σημείου καταλύσεως της ίδιας της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, η οποία, όπως και η περιουσιακή της αυτοτέλεια, απλώς παραμερίζονται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, με την έννοια ότι ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της ευθύνεται πλέον από κοινού και εις ολόκληρον κατ' άρθρο 481 ΑΚ για την εκπλήρωση των εκ της ζημιογόνου συναλλαγής υποχρεώσεων (άρθρο 926 ΑΚ), δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές (ΑΠ 9/2009). Επειδή, όμως, η απόκλιση από την αρχή του χωρισμού της νομικής προσωπικότητας διακινδυνεύει την ασφάλεια του δικαίου αποτελεί εξαιρετική επιλογή και είναι δυνατή μόνο με τη συνδρομή ιδιαίτερων και σοβαρών ή εξαιρετικών προϋποθέσεων. Περίπτωση νομολογιακώς διαπλασθείσας κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας αποτελεί, μεταξύ άλλων, που κοινό χαρακτηριστικό έχουν όλες ότι άγουν σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, επειδή σκοπίμως παραλλάσσονται οι πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου, ώστε να εμφανιστούν ως πράξεις της εταιρείας, αποτελεί εκείνη κατά την οποία γίνεται επίκληση της χωριστής προσωπικότητας της αφερέγγυας εταιρείας για να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών δυνατοτήτων (Ολ. ΑΠ 2/2013), ιδιαίτερα όταν οι αντισυμβαλλόμενοι δανειστές οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς κατάστασης, στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματικότητα και τις προθέσεις του κυρίαρχου μετόχου (ΑΠ 11/2009). Ενδεικτικά κριτήρια τέτοιας καταχρήσεως είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του βασικού μετόχου ή εταίρου, αφού εξαιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος (ΑΠΟλ 2/2013). Ενόψει των ανωτέρω, για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κεφαλαιουχικής εταιρείας έναντι του βασικού μετόχου ή εταίρου της δεν αρκεί απλώς η ιδιότητα του φυσικού προσώπου ως μοναδικού μετόχου ή εταίρου ή κατόχου του μεγαλυτέρου μέρους των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων αυτής αλλά απαιτείται η συνδρομή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία καταδεικνύουν τις αθέμιτες επιδιώξεις του βασικού μετόχου ή εταίρου κατά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων ιδίως της καλής πίστης. Τα περιστατικά αυτά πρέπει να παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιχειρείται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης του μόνου μετόχου ή εταίρου κεφαλαιουχικής εταιρείας για τα χρέη αυτής, ώστε να είναι αυτό ορισμένο κατ' άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αναγκαία είναι η μνεία στην αγωγή των περιστατικών που ενδεικνύουν την εκ μέρους του εναγομένου κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, όπως αυτά ανωτέρω εξειδικεύθηκαν. Επειδή περαιτέρω, συνακόλουθα με το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., το οποίο δεν ανάγει σε λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σ` αυτή και αποτελούν την ιστορική της βάση εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Αν όμως το δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα εκτός της αγωγής ή αγνόησε τέτοια περιεχόμενα σ` αυτή τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη ως αναγκαία για το νόμιμο αυτής, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 430/2002). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως προς το αίτημά του για κάμψη της νομικής αυτοτέλειας της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με αποτέλεσμα να μην ευθύνεται και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος εις ολόκληρον για όλα τα αγωγικά κονδύλια, πλην της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ως εν τοις πράγμασι εργοδότης του, δεν έλαβε υπόψη σημαντικότατους ισχυρισμούς του, οι οποίοι θεμελίωναν το παραπάνω αίτημά του, αναφέρονταν στην ένδικη αγωγή και αποδεικνύονταν με ένορκες βεβαιώσεις και μαρτυρικές καταθέσεις. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθότι δεν εκτίθενται οι πραγματικοί σημαντικοί ισχυρισμοί, που δεν λήφθηκαν υπόψη, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι με βάση όσα εκτίθενται στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του όσα ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωση του ως άνω αγωγικού αιτήματός του και ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε, σε σχέση με τον ερευνώμενο ως άνω λόγο ότι : “......η ένδικη αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, δεν περιέχει τα απαιτούμενα, κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος περί εις ολόκληρον ευθύνης του δεύτερου εναγομένου ως προς τα αιτούμενα κονδύλια, πλην εκείνου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και μάλιστα, όσον αφορά στο τελευταίο, η αγωγή σε βάρος του δεύτερου εναγομένου είναι νόμιμη μόνον κατά το μέρος της κατά το οποίο θεμελιώνεται σε περιστατικά που αφορούν στη γενικότερη απαξιωτική και μειωτική συμπεριφορά του κατά των εναγόντων και όχι την εκ μέρους του μη καταβολή των δεδουλευμένων τους, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται περιστατικά, τα οποία να καταδεικνύουν ότι φορέας της ξενοδοχειακής επιχείρησης στην οποίαν παρείχαν την εργασία τους οι ενάγοντες ήταν και ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ ρητά αναφέρουν ότι ιδιοκτήτρια ήταν μόνο η πρώτη, ανώνυμη εταιρεία. Περαιτέρω τα ιστορούμενα περιστατικά ότι ο εναγόμενος ήταν το φυσικό πρόσωπο που κατήρτισε τις συμβάσεις εργασίας τους και αυτό που τους εξεδίωξε από τον τόπο παροχής της, ότι ήταν ο μόνος αρμόδιος για τη μισθοδοσία τους, ότι ήταν ο κύριος μέτοχος (αλλά μαζί με τα υπόλοιπα πρόσωπα της οικογένειάς του) και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι κατά νόμο ικανά για να θεωρηθεί αυτός ως "εν τοις πράγμασι" εργοδότης τους, όπως ισχυρίζονται, αφού από το σύνολο των αναφερομένων στο δικόγραφο περιστατικών σαφώς ανακύπτει ότι αυτός δρούσε στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, ως το φυσικό πρόσωπο- νόμιμος εκπρόσωπος αυτής......Επίσης, όσα περιστατικά αναφέρουν το πρώτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες, προς επιστήριξη του ισχυρισμού τους για κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης από το δεύτερο εναγόμενο, είχαν προβληθεί απαράδεκτα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε από το παρόν Δικαστήριο (άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ). Επομένως, η αγωγή είναι, κατά το κεφάλαιό της που τείνει να θεμελιώσει εις ολόκληρον ευθύνη του δεύτερου εναγομένου, ως "εν τοις πράγμασι" εργοδότη των εναγόντων, νομικά αόριστη.......". Περαιτέρω ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή ισχυρισμό του περί οικειοποίησης των σημαντικής αξίας αντικειμένων του ξενοδοχείου της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου και της μεταφοράς τους στην οικία του, ο οποίος αποδεικνύει ότι ο τελευταίος διαχειριζόταν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ως δικά του και ότι η εταιρεία ήταν το προκάλυμμα προκειμένου να μην ευθύνεται αυτός (δεύτερος εναγόμενος) με την προσωπική του περιουσία. Ωστόσο, η παράλειψη του Εφετείου να αναφερθεί ειδικά στον εν λόγω ισχυρισμό, προκειμένου να κρίνει το ορισμένο ή μη του αγωγικού αιτήματος περί της εις ολόκληρον ευθύνης του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ως προς τα αιτούμενα κονδύλια, που απέρρεαν από την ένδικη σύμβαση εργασίας, πλην εκείνου της χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν στοιχειοθετεί την πλημμέλεια του αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, καθότι δεν αποτελεί κρίσιμο περιστατικό για το ορισμένο ή μη της κάμψης της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και ως εκ τούτου δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
5. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 600/2017, 1440/2002). Ως έγγραφα κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα, όπου αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους, που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 78/2020, 19/2018, 587/2009, 7/2007). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επ' ακροατηρίω κατάθεσης της εξετασθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος- συναδέλφου του αναιρεσείοντος Σ. Ζ., η οποία εμπεριέχεται στα πρακτικά της υπ' αριθ. 1184/2017 απόφασης αυτού, σχετικά με τα θέματα της υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης, νυχτερινής εργασίας και εργασίας τις Κυριακές και τα Σάββατα, καθώς και των καταθέσεων των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων του- συναδέλφων, ομοίως του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στις υπ' αριθ. … και …/2015 ένορκες βεβαιώσεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη αμέσως ως άνω μείζονα σκέψη, τα ως άνω πρακτικά του Δικαστηρίου και οι ένορκες βεβαιώσεις, κατά το μέρος που περιλαμβάνουν τα υπό των παραπάνω μαρτύρων ενόρκως βεβαιωθέντα, δεν αποτελούν "έγγραφο" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, ώστε η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους να ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως. Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν θα επιδικαστούν, λόγω μη συμμετοχής αυτών στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.10.2020 και αριθ. κατάθεσης .../13.10.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 378/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα