Από τη διάταξη του άρθρου 59 του ΚΦΠΑ συνάγεται ότι η εν γένει διαδικασία για την επιβολή του φόρου εισοδήματος εφαρμόζεται και στην φορολογία προστιθέμενης αξίας, εφ’ όσον δεν ρυθμίζεται άλλως στον νόμο αυτό. Ωστόσο, τα της παραγραφής της αξιώσεως του Δημοσίου προς επιβολή φόρου και τα της παρεκτάσεως αυτής, που αποτελούν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου, ρυθμίσθηκαν ειδικώς στο άρθρο 57 του ιδίου Κώδικα (ΚΦΠΑ), το οποίο εφαρμόζεται και επί υποθέσεων επιβολής του αφορώντος παραβάσεις σχετικές με τον ΦΠΑ ειδικού προστίμου του άρθρου 6 του Ν 2523/1997. Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 57 του ΚΦΠΑ καθιερώνεται ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως του Δημοσίου προς επιβολή φόρου προστιθέμενης αξίας, ενώ στην παρ. 2 θεσπίζεται, για τις περιοριστικά απαριθμούμενες στον νόμο περιπτώσεις, η κατ’ εξαίρεση δεκαετής παραγραφή των σχετικών φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου. Οι ανωτέρω (ειδικές και αποκλειστικές) διατάξεις του άρθρου 57 δεν περιέχουν ρύθμιση προκειμένου για περιπτώσεις δικαστικής αμφισβητήσεως του κύρους των πράξεων καταλογισμού του φόρου προστιθέμενης αξίας που είχαν (εκδοθεί και) κοινοποιηθεί
εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο (κατά τα ανωτέρω) προθεσμίας παραγραφής. Από την μη συμπερίληψη, όμως, ρητής ρυθμίσεως και για τις εν λόγω περιπτώσεις ουδόλως συνάγεται ότι ο νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει, ειδικώς στην φορολογία προστιθέμενης αξίας, την
επαναβεβαίωση υπό ευρεία έννοια των απαιτήσεων του
Δημοσίου σε περίπτωση ακυρώσεως του αρχικού νόμιμου τίτλου, αφού κάτι τέτοιο θα υπερακόντιζε τον σκοπό του. Δεν προκύπτει, όμως, περαιτέρω, ούτε ότι ο νομοθέτης ήθελε η επαναβεβαίωση των απαιτήσεων του Δημοσίου στην περίπτωση ακυρώσεως του αρχικού νόμιμου τίτλου να ρυθμίζεται στην φορολογία προστιθέμενης
αξίας κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι στην φορολογία
εισοδήματος (και στις παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων
και Στοιχείων) με εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου
87 παρ. 4 του Ν 2362/1995, ούτε, εξ άλλου, προκύπτει
κάποιος συγκεκριμένος ειδικός λόγος που να δικαιολογεί την διαφοροποίηση αυτή, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει στην εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου τόσο για την φορολογική αρχή όσο και για τους φορολογούμενους. Άλλωστε, δεν αποκλείεται η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 59 του ΚΦΠΑ, κατά την οποία η εν γένει διαδικασία για την επιβολή του φόρου εισοδήματος εφαρμόζεται και στην φορολογία προστιθέμενης αξίας, να αποσκοπούσε, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, να συμπεριλάβει στις εφαρμοστέες και στον ΦΠΑ διατάξεις του ΚΦΕ και εκείνη του άρθρου 84 παρ. 6 του Ν
2238/1994, δοθέντος ότι το πρώτον με την απόφαση της
Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 3174/2014
κρίθηκε ότι τα ζητήματα της παραγραφής της αξιώσεως του Δημοσίου προς επιβολή φόρου και της παρεκτάσεως αυτής αποτελούν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου. Εν όψει των ανωτέρω, για την έκδοση νέας πράξεως επιβολής ΦΠΑ ή προστίμου ΦΠΑ, όπως είναι και το ένδικο ειδικό πρόστιμο του άρθρου 6 του Ν 2523/1997, μετά την ακύρωση με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου της αρχικώς εκδοθείσης πράξεως, εφαρμοστέα
είναι η ισχύουσα κατά τον κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρόνο διάταξη του άρθρου 84 παρ. 6 του Ν 2238/1994 (ΣτΕ 1611/2020). Συνεπώς, νομίμως η αναιρεσιβαλλομένη εφήρμοσε την
ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 6 του Ν 2238/1994
και η κρινομένη αίτηση, με την οποία αντιθέτως προβάλλεται ότι τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 87 παρ. 4 του Ν 2362/1995, θα έπρεπε να απορριφθεί. Παραπέμπει στην επταμελή σύνθεση εν όψει της σπουδαιότητας του νομικού ζητήματος, το οποίο συνίσταται στο
εάν, σε περίπτωση δικαστικής ακυρώσεως αρχικής πράξεως επιβολής ΦΠΑ και προστίμου ΦΠΑ, τυγχάνει εφαρμογής, ως προς την επαναβεβαίωση αυτών με την έκδοση νεότερης πράξεως, η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 6 του Ν 2238/1994 ή εκείνη του άρθρου 87 παρ. 4 του Ν
2362/1995.