Αριθμός 1318/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της Συνθέσεως, η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. …/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαριάνθη Παγουτέλη, Ευάγγελο Μητσέλο, Ελευθέριο Σισμανίδη-Εισηγητή και Σταυρούλα Κουσουλού (η οποία ορίστηκε με την υπ’αριθμ. .../2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3182/16-12-2020, 103/2...2021, 690/...2021 αποφάσεως του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με κατηγορούμενους τους: 1) Σ. Ψ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρυσόστομο Βελάκη και Ιωάννη Μοροζίνη, 2) Μ. Χ. Ψ. του Χ., κάτοικο ομοίως, 3) Ε. Σ. του Χ., συζ. Χ. Ψ., κάτοικο ..., 4) Χ. Ψ. του Γ., κάτοικο ..., 5) Χ. Ψ. του Π., κάτοικο ... και 6) Μ. Σ. του Χ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και με υποστηρίζοντα την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκ/νο με έδρα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, πάρεδρο του Ν. Σ. Κ.
Το Ε’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …/...2022 έκθεση αναιρέσεως της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2022.
Αφού άκουσε Α) Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, Β) τον πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. του υποστηρίζοντος την κατηγορία Ελληνικού Δημοσίου και Γ) τους πληρεξουσίους δικηγόρους του παραστάντος 1ου κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ισχύοντος από ...2019 Κ.Ποιν.Δ. (Ν. 4620/2019, Φ.Ε.Κ. 96/...2019, τεύχος πρώτο) ορίζει ότι: "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507”. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 507 του αυτού ως άνω Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 155 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), ορίζει ότι: "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν.”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την καταχώρισή της, καθαρογραμμένης, στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ. [που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/...2019, τεύχος πρώτο)], με έναρξη ισχύος την 1η Ιουλίου 2019, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του ως άνω Ν. 4620/2019 και το άρθρο 585 του παραπάνω νέου Κ.Ποιν.Δ.: "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του. Στην κλήση αναφέρεται ρητά ότι, αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ' αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 340”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ.: "Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον νομίμως έχει κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην”. Εξάλλου, ως "υπόλοιποι" διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση της αναίρεσης, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου, μεταξύ των οποίων πρωτίστως περιλαμβάνεται ο αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, ο οποίος πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο εισαγγελέας, καθόσον το έννομο συμφέρον του είναι προφανές να αντικρούσει την εναντίον του στρεφόμενη αναίρεση και να υποστηρίξει την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα, εφόσον ο αναιρεσίβλητος έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκε όμως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης, η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί κανονικά και δικάζεται σαν να ήταν και αυτός, δηλαδή ο αναιρεσίβλητος, παρών.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 3182/16-12-2020, 103/2...2021, 690/...2021 απόφασης του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., που τηρείται στη Γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, την 17-12-2021, με αριθμό …, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι πρώτος, Σ. Ψ. του Χ., τέταρτος, Χ. Ψ. του Γ., και πέμπτος, Χ. Ψ. του Π., αναιρεσίβλητοι - κατηγορούμενοι, για την αξιόποινη πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, από κοινού και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, και οι δεύτερη, Μ. - Χ. Ψ. του Χ., τρίτη, Ε. Σ. του Χ., και έκτη Μ. Σ. του Χ., αναιρεσίβλητες - κατηγορούμενες, για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που κατηγορούνταν ότι τέλεσαν στην Αθήνα, το χρονικό διάστημα από ...2002 έως και το έτος 2012, ειδικότερα δε για την αναίρεσή της, καθόσον αφορά τις επακριβώς προσδιοριζόμενες μερικότερες αξιόποινες πράξης του ως άνω εγκλήματος, για τις οποίες κατηγορούνταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση στην αρμόδια γραμματέα του Αρείου Πάγου, την ...2022, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. …/...2022 δήλωση άσκησης αναίρεσης, είναι δε παραδεκτή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, καθόσον ασκήθηκε από δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 504 παρ. 1, 505 παρ. 2, 507, 509 παρ. 1, 473 παρ. 3, 474 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.), περιλαμβάνει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, παρά την απουσία των δεύτερης, Μ. - Χ. Ψ. του Χ., τρίτης, Ε. Σ. του Χ., τέταρτου, Χ. Ψ. του Γ., πέμπτου, Χ. Ψ. του Π., και έκτης Μ. Σ. του Χ., αναιρεσίβλητων - κατηγορουμένων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι - κατηγορούμενοι κλήθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, να παραστούν στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου, με την επίδοση σε καθέναν από αυτούς της υπ' αρ. 57/2022, με ημερομηνία 18-2-2022, κλήσης, όπως προκύπτει από τα από 28-2-2022, 10-3-2022 και 23-2-2022 αποδεικτικά, που συντάχθηκαν από τον επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. και αφορούν τους δεύτερη, Μ. - Χ. Ψ. του Χ., τρίτη, Ε. Σ. του Χ., και έκτη Μ. Σ. του Χ., αναιρεσίβλητες - κατηγορούμενες, το από 4-3-2022 αποδεικτικό, που συντάχθηκε από την επιμελήτρια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. και αφορά τον τέταρτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Χ. Ψ. του Γ., και το από 20-2-2022 αποδεικτικό, που συντάχθηκε από τον αρχιφύλακα του Α.Τ. Κρηνίδων Καβάλας Γ. Δ. και αφορά τον πέμπτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Χ. Ψ. του Π., καθώς και το από 1-3-2022 αποδεικτικό, που συντάχθηκε από την επιμελήτρια δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και αφορά την επίδοση της ανωτέρω κλήσης στον αντίκλητο της τρίτης αναιρεσίβλητης - κατηγορουμένης, Ε. Σ. του Χ., τα από 9-3-2022 και 28-2-2022 αποδεικτικά, που συντάχθηκαν από την επιμελήτρια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. και αφορούν την επίδοση της παραπάνω κλήσης αντιστοίχως στους αντικλήτους των τέταρτου, Χ. Ψ. του Γ., και πέμπτου, Χ. Ψ. του Π., αναιρεσίβλητων - κατηγορουμένων, και το από 23-2-2022 αποδεικτικό, που συντάχθηκε από τον επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. και αφορά την επίδοση της ως άνω κλήσης στην αντίκλητο της έκτης αναιρεσίβλητης - κατηγορουμένης, Μ. Σ. του Χ., για τους οποίους η επίδοση της ανωτέρω κλήσης έγινε με θυροκόλληση, ενώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη - κατηγορουμένη, Μ. - Χ. Ψ. του Χ., έγινε με παράδοσή της στην ενήλικο σύνοικο εξαδέλφη της Α. Μ., με την υπόμνηση ότι αν δεν παραστούν θα δικαστούν σαν να ήταν παρόντες, πλην όμως δεν παρουσιάστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι δεν ήταν αναγκαίο να κληθούν, ενόψει του ότι με την κρινόμενη αίτηση δεν ζητείται η αναίρεση της προαναφερθείσας προσβαλλόμενης απόφασης ως προς αυτούς, δηλαδή τους ανωτέρω δεύτερη, Μ. - Χ. Ψ. του Χ., τρίτη, Ε. Σ. του Χ., τέταρτο, Χ. Ψ. του Γ., πέμπτο, Χ. Ψ. του Π., και έκτη Μ. Σ. του Χ., αναιρεσίβλητους - κατηγορουμένους, με την παρουσία του Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη στο δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών) προς υποστήριξη της κατηγορίας. IV. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης”. Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων: "Ουδείς δύναται να καταδικασθεί διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος”, ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997: "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν”. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι ...2019 Π.Κ.: "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις”. Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/...2019, τεύχος πρώτο) και ισχύει από ...2019 (βλ. άρθρο 460 αυτού) ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον”. Με βάση τα προαναφερόμενα η ανωτέρω διάταξη είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ' εκείνην του προϊσχύσαντος Π.Κ.. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ' αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (Α.Π. 86/2020, Α.Π. 1820/2019). Επίσης, ευμενέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει επιβαρυντική περίσταση, η παραδοχή της οποίας, μέχρι την κατάργησή της, οδηγούσε στον χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος ή σε επίταση της απειλούμενης κατά του δράστη ποινής. Τέλος, επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ αντίθετα δυσμενέστερος και ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά είναι ο νεότερος νόμος που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (Α.Π. 166/2021).
V. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 (Φ.Ε.Κ. 173/24-8-1995, τεύχος πρώτο), όπως αυτό ίσχυε μέχρι ...2005: "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής”. Οι παραπάνω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 (Φ.Ε.Κ. 305/...2005, τεύχος πρώτο) ως εξής: "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α' παρ. 1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης”, ίσχυσαν δε, με τη μορφή αυτή, από ...2005 έως 4-8-2008, ενώ από 5-8-2008 μέχρι ...2018 ίσχυε ο Ν. 3691/2008 (Φ.Ε.Κ. 166/5-8-2008), ο οποίος στο άρθρο 45 παρ. 1 ορίζει ότι: "α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο ευρώ (1.000.000 ευρώ), τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β. Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.500.000 ευρώ), αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των στοιχ. γ', δ' και ε' του άρθρου 3 του παρόντος, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης, γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 ευρώ) έως δύο εκατομμύρια ευρώ (2.000.000 ευρώ), αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας”, ήδη δε ισχύει ο Ν. 4557/2018 (Φ.Ε.Κ. 139/...2018, τεύχος πρώτο), ο οποίος στο άρθρο 39 παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 4734/2020 (Φ.Ε.Κ. 196/8-10-2020) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4816/2021 (Φ.Ε.Κ. 118/9.7.2021), ορίζει ότι: "1. α) Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες: αα) αν το αντικείμενο της νομιμοποίησης υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ή ββ) αν η πράξη τελείται από υπόχρεο φυσικό πρόσωπο κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή από πρόσωπο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 46, ή γγ) αν η περιουσία που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης προέρχεται από τα κακουργήματα των περ. α', β', γ', η' και θ' του άρθρου 4, καθώς και των άρθρων 323Α, 374, 380, της παρ. 2 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 385 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ, 4619/2019, Α’ 95), της παρ. 5 του άρθρου 29 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014 (Α’ 80). γ) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, η οποία επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης. δ) Αν το βασικό αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες. Αν η πράξη τελέστηκε κατ' επάγγελμα επιβάλλονται οι κυρώσεις της περ. γ'. ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμετόχων για τις πράξεις των περ. α', β', γ' και δ', εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτουργός ή ο συμμέτοχος της πράξης της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 μένει ατιμώρητος εάν κριθεί ένοχος, με την ίδια ή με προγενέστερη απόφαση, για την τέλεση του βασικού αδικήματος, εκτός εάν για την πράξη της νομιμοποίησης απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή με υψηλότερο ανώτατο όριο. Η απαλλαγή κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν αποκλείει την επιβολή ποινής στους λοιπούς αυτουργούς ή συμμετόχους της πράξης της νομιμοποίησης. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η ποινή κατ' αυτού ή των οικείων του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που έχουν προκύψει από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος. στ) Με φυλάκιση και χρηματική ποινή έως πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι οικείος του υπαιτίου του βασικού αδικήματος. ζ) Το τελευταίο εδάφιο της περ. ε' και η περ. στ' δεν εφαρμόζονται αν συντρέχουν περιστάσεις κατ' επάγγελμα τέλεσης της νομιμοποίησης. η) Κατά την επιμέτρηση της ποινής για πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για το αδίκημα αυτό που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 16ης Μαΐου 2005 για τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4478/2017 (Α’ 91)”. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 2331/1995, ως περιουσία νοείται "Τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων”, την ίδια δε έννοια έχει η περιουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3691/2008 και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 4557/2018, με τη διευκρίνιση ότι σ' αυτήν (περιουσία) περιλαμβάνονται, κατά την έννοια του νόμου, και στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τα έσοδα από το βασικό έγκλημα. Από τη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Επομένως, για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα. Στην έννοια της εγκληματικής αυτής δραστηριότητας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2331/1995, και το αδίκημα “(...) αζ) Της υπεξαίρεσης, αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 375 παράγραφος 1β' του Ποινικού Κώδικα) ή αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ή συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του άρθρου 375 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα ...”, ενώ μετά την αντικατάσταση της ανωτέρω διάταξης με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005 (Φ.Ε.Κ. 305/...2005, τεύχος πρώτο), προστέθηκε στην παρ. 1 περ. α', υπό στοιχείο ιι', και κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι (6) μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κ.λπ., υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, επιπλέον δε στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής, ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μεικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, δηλαδή έγκλημα σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο δράστης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, όταν δεν είναι το ίδιο πρόσωπο και του βασικού εγκλήματος, πρέπει να είναι σε γνώση, ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή ότι ο δράστης στον οποίο παρέχει συνδρομή εμπλέκεται σε τέτοια εγκληματική δραστηριότητα. Ο ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί στο σημείο αυτό, κάτι που δεν ίσχυε πριν το Ν. 3424/2005, όπως δεν αρκεί η γνώση, ότι η περιουσία προέρχεται από οποιοδήποτε έγκλημα που υπάγεται στην "εγκληματική δραστηριότητα”, αλλά αυτό πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Απαιτείται δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένο έγκλημα, το οποίο, όμως, να περιλαμβάνεται στον κατάλογο της εγκληματικής δραστηριότητας. Δεν απαιτείται και γνώση ότι η συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα υπάγεται - εντάσσεται στον κατάλογο αυτό. Στο περιεχόμενο δηλαδή του δόλου του δράστη περιλαμβάνεται, τόσο η γνώση της αξιόποινης προέλευσης της περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνονται και τα έσοδα από την εγκληματική δραστηριότητα, όσο και η γνώση του δράστη της αξιόποινης πράξης από την οποία προήλθαν. Έτσι, επί υποθέσεων που έχουν τελεστεί υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 2331/1995, πριν την τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση των διατάξεων του με τους νόμους 3424/2005 και 3691/2008, εφαρμοστέοι είναι, ως ευμενέστεροι για τον υπαίτιο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, οι τελευταίοι, δηλαδή οι νόμοι 3424/2005, 3691/2008, που αξιώνουν τη συνδρομή άμεσου δόλου για την υποκειμενική συγκρότηση των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, όμοιες δε είναι ρυθμίσεις, για το ανωτέρω ζήτημα, και οι διατάξεις του ήδη ισχύοντος Ν. 4557/2018. Πέραν της γνώσης ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων απαιτείται στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας, και σκοπός απόκρυψης ή συγκάλυψης της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή σκοπός συνδρομής σε πρόσωπο εμπλεκόμενο στην προηγούμενη εγκληματική δράση για να αποφύγει αυτό τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Απαιτείται, δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Το ίδιο στοιχείο θα πρέπει να θεωρηθεί αναγκαίο, ως επιπλέον άγραφος όρος, και σε ό,τι αφορά τον τρίτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή την απόκτηση, κατοχή και χρήση της νομιμοποιούμενης περιουσίας. Περαιτέρω, με το Ν. 3691/2008 (άρθρο 2 παρ. 2) διατηρήθηκε η προϋπόθεση να γνωρίζει ο δράστης με βεβαιότητα (άμεσος δόλος), ότι η νομιμοποιούμενη περιουσία προέρχεται από προηγούμενη εγκληματική πράξη σε όλες τις τυποποιημένες μορφές της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, δηλαδή τη μετατροπή, τη μεταβίβαση, την απόκρυψη, τη συγκάλυψη, την απόκτηση, την κατοχή, διαχείριση ή χρήση της περιουσίας. Με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν. 3691/2008 προστέθηκε, κατά αντιγραφή από την 3η Οδηγία, ότι "η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία του πραγματικού των αδικημάτων των παρ. 2 και 3 μπορούν να συνάγονται και από τις συντρέχουσες πραγματικές περιστάσεις”. Η εισαγωγή της διάταξης αυτής καταλαμβάνει όχι μόνον το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά και κάθε βασικό αδίκημα του καταλόγου του άρθρου 3 του νέου νόμου. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, την προγενέστερη τέλεση άλλου εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα και χαρακτηρίζεται ως το βασικό έγκλημα, από το οποίο ο υπαίτιος ή άλλος αποκόμισε παράνομα έσοδα, όπως είναι και το χρήμα σε υλική ή άυλη μορφή. Όταν αυτουργός της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι το ίδιο πρόσωπο με τον δράστη του βασικού εγκλήματος, γεγονός που δεν αποκλείεται από το νόμο, εκτός της περίπτωσης που το πρώτο τελείται με παροχή συνδρομής προς πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, οπότε εννοιολογικά αποκλείεται η ταυτοπροσωπία, τα δύο εγκλήματα συρρέουν πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα με διακριτή και χωριστή απαξία το καθένα. Άλλωστε οι νόμοι 3424/2005 και 3691/2008 όρισαν ο μεν πρώτος στο άρθρο 3 παρ. ιδ', ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των εδαφίων α', β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης, ο δε δεύτερος στο άρθρο 45 παρ. ιε', ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων για τις πράξεις των εδαφίων α', β' και γ', εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος, τα ίδια δε ορίζονται και στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 περ. ε' του ήδη ισχύοντος Ν. 4557/2018. Περιέλαβαν δηλαδή οι ανωτέρω νόμοι, ρητά στις διατάξεις τους, τις παραπάνω προϋποθέσεις, οι οποίες, υπό την προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, θεωρούνταν αυτονόητες (Α.Π. 1309/2019). Εξάλλου, η ανωτέρω βασική εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά να προσδιορίζεται επαρκώς και να εξατομικεύεται ως προς το χρόνο και τους δράστες αυτής, έστω και αν δεν έχουν κατηγορία ή η σχετική πράξη έχει υποκύψει σε παραγραφή, να αποδεικνύεται δε με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα, καθόσον η τέλεσή της αποτελεί στοιχείο συγκρότησης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Α.Π. 726/2021). Για τις προγενέστερες του Ν. 3424/2005 πράξεις, που αφορούν νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Ύστερα από αλλεπάλληλες προσθήκες, είχαν καταχωρηθεί στον κατάλογο του άρθρου 1 παρ. α' του Ν. 2331/1995, ως εγκλήματα που συνιστούν εγκληματική δραστηριότητα, είκοσι τέσσερεις (24) κατηγορίες εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων (με ένδειξη αζ'), όπως ήδη προαναφέρθηκε, και το αδίκημα της υπεξαίρεσης, αν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή αν η πράξη ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ή συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του άρθρου 375 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα. Με την ισχύ του Ν. 3424/2005, από ...2005, επανακαθορίστηκε η έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας, χωρίς να καταχωρηθούν στον κατάλογο των βασικών εγκλημάτων ούτε το έγκλημα της υπεξαίρεσης, ως ανεξάρτητη πράξη, ούτε τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, που ρητά προστέθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3691/2008 (Φ.Ε.Κ. 166/5-8-2008, τεύχος πρώτο), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 (Φ.Ε.Κ. 58/23-4-2010, τεύχος πρώτο) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/...2013, τεύχος πρώτο), το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 74 δυνάμει του άρθρου 8 του Ν.4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), υπό στοιχείο ιη', ειδικότερα δε τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, μεταξύ των οποίων και εκείνο που προβλέπεται στο άρθρο 17 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/11-9-1997), δηλαδή η παράλειψη υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή η ανακριβής υποβολή της, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, σε κάθε διαχειριστική περίοδο, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, δηλαδή το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και πενήντα ενός λεπτών του ευρώ (14.673,51 €), που ήδη προβλέπεται στο άρθρο 66 παρ. 1 περ. α' του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/...2013, τεύχος πρώτο), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), εφόσον ο φόρος, που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί, υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €). Ωστόσο, οι προβλεπόμενες, στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995, όπως διαμορφώθηκε, μετά την τροποποίησή του, την ...2005, με το Ν. 3424/2005, πράξεις σε βαθμό κακουργήματος, δεν έπαψαν να ισχύουν, διότι με την προσθήκη της δεύτερης κατηγορίας βασικών εγκλημάτων και την ένταξη σ' αυτήν συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων [ποινή στερητική της ελευθερίας κατ' ελάχιστο όριο έξι (6) μηνών και, σωρευτικά, περιουσία που δημιουργήθηκε τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €)], που τυποποιούνται αδιακρίτως στον Ποινικό Κώδικα και στους ειδικούς ποινικούς νόμους, διευρύνεται η έννοια του βασικού εγκλήματος και συνακόλουθα το πεδίο εφαρμογής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Επομένως, τα εγκλήματα της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της μη υποβολής ή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον ο φόρος, που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί, υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), και έχουν τελεστεί μετά την ...2005, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 3424/2005, εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005, καθόσον ναι μεν με τον ανωτέρω νόμο δεν περιλήφθηκε ρητά το ανωτέρω έγκλημα στα βασικά εγκλήματα, πλην όμως προστέθηκε το εδάφιο ιι' στο οποίο περιλαμβάνεται σαφώς το εν λόγω έγκλημα, τιμωρούμενο ήδη στην μεν πλημμεληματική μορφή με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, στην δε κακουργηματική με ποινή κάθειρξης, υπό την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό όφελος που πέτυχε ο δράστης από την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (Α.Π. 683/2021, Α.Π. 1177/2019), στην περίπτωση που η εν λόγω αξιόποινη πράξη τελέστηκε μέχρι 5-8-2008, ή οποιοδήποτε περιουσιακό όφελος, στην περίπτωση που η πράξη αυτή τελέστηκε μεταγενέστερα. Επίσης, με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 3424/2005 καταργήθηκε το στοιχείο β' του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995 και προστέθηκε με το ίδιο άρθρο στοιχείο β' με τίτλο "νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες”, που προβλέπει, ότι συνιστούν νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: “- η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, - η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, - η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, - η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης”. Έτσι με το Ν. 3424/2005 εισήχθη μία σημαντική αλλαγή, η οποία συνίσταται στο ότι δεν αρκεί πλέον ο ενδεχόμενος δόλος του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, αλλά απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει ως βέβαιο ότι η περιουσία που νομιμοποιεί προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα. Δηλαδή υποκειμενικά το έγκλημα προϋποθέτει άμεσο δόλο ως προς την προέλευση της περιουσίας.
Συνεπώς, επί των σχετικών πράξεων που έχουν τελεστεί υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 2331/1995, μέχρι την ...2005, εφαρμοστέος, ως ευμενέστερος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, είναι ο Ν. 3424/2005, καθόσον το μεν θέτει πρόσθετο όρο για την τιμωρία του δράστη του βασικού εγκλήματος το δε αξιώνει, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τη συνδρομή άμεσου δόλου του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, προϋπόθεση που αξιώνει τόσο ο μεταγενέστερος Ν. 3691/2008 όσο και ο ήδη ισχύων Ν. 4557/2018, περαιτέρω δε οι διατάξεις του ανωτέρω Ν. 3424/2005 είναι επιεικέστερες και από εκείνες του Ν. 3691/2008, οι διατάξεις του οποίου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μεταβλήθηκαν κατά το περιεχόμενό τους με τον ήδη ισχύοντα Ν. 4557/2018, αφού: α) στο άρθρο 3, στοιχείο η' του νεότερου αυτού νόμου, ορίζεται ως εγκληματική δραστηριότητα (βασικό αδίκημα), "κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος" (ανεξαρτήτως δηλαδή ποσού), ενώ το άρθρο 1 στοιχείο α' περ. ιι του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε από το 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, προέβλεπε περιουσιακό όφελος ύψους τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €), και β) στο άρθρο 45 παρ. 1α του ν. 3691/2008, που ορίζει τις ποινικές κυρώσεις, προβλέπεται ότι "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες”, προβλέπεται, δηλαδή, εκτός από τη στερητική της ελευθερίας ποινή που απειλούσε ο Ν. 3424/2005 και χρηματική ποινή (Α.Π. 1177/2019). Τέλος, ναι μεν στο δυσμενέστερο στο σύνολό του Ν. 3691/2008, συγκεκριμένα δε στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. δ' αυτού, τυποποιείται για πρώτη φορά ως τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της χρησιμοποίησης εσόδων "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ' αυτόν ή η διακίνηση μέσων αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα”, δηλαδή ότι μπορεί να θεωρηθεί η απλή και μόνο κατάθεση κατά τα προεκτεθέντα σε Τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού πρόσδοσης νομιμοφάνειας στα έσοδα αυτά, ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης εσόδων, όμως και υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου νόμου, που ως επιεικέστερος στο σύνολό του διέπει μερικότερες πράξεις της κρινόμενης υπόθεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ., σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προερχόταν από εγκληματική δραστηριότητα να γίνει με κατάθεση αυτών σε Τράπεζα, εφόσον ο δράστης, με τον τρόπο αυτό, συγκάλυπτε την παράνομη προέλευση των εσόδων που προερχόταν από παράνομη δραστηριότητα και το γνώριζε, με σκοπό να προσδώσει στα εν λόγω έσοδα νομιμοφανή υπόσταση, μέσω του τραπεζικού συστήματος (Α.Π. 286/2019). VI. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην περίπτωση ύπαρξης κύριας και επικουρικής αιτιολογίας ή δύο ίσης βαρύτητας επαλλήλων αιτιολογιών, αν η μία από αυτές είναι ορθή και η άλλη εσφαλμένη ή ελλιπής, η πληρότητα της μιας διασώζει την απόφαση, εφόσον στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως της ελαττωματικότητας της άλλης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Α.Π. 1178/2021, Α.Π. 615/2013). Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την δικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται ειδικά ο προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να είναι αναγκαία αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δεδομένου δε ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει, όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων, ενώ δεν αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν εξετάστηκε μάρτυρας (Ολ. Α.Π. 1/2020). Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Εξάλλου, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. Α.Π. 1/2005). VII. Σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 του Κ.Ποιν.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητά παρέχεται αυτό από το νόμο και ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ένδικου μέσου. Έτσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες (αιτιολογίες) είναι αλυσιτελείς (Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 1568/2018).
VIIΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 3182/16-12-2020, 103/2...2021, 690/...2021 αθωωτικής για τους αναιρεσίβλητους - κατηγορουμένους απόφασης του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από την παράθεση νομικής σκέψης σχετικής με την ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων ειδικά σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, ανάγνωση εγγράφων στο ακροατήριό του, καθώς και απολογίες των πρώτου, Σ. Ψ. του Χ., δεύτερης, Μ. - Χ. Ψ. του Χ., και τέταρτου Χ. Ψ. του Γ., αναιρεσίβλητων - κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακολούθως περιγραφόμενα, κρίσιμα για τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., ως προς τον οποίο η αναίρεση της ανωτέρω πληττόμενης απόφασης, ζητείται για μερικότερες πράξεις, πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ. Ψ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε στις ... 2016, κατά τη διάρκεια του βίου του, είχε σχετισθεί με πλήθος δραστηριοτήτων και επιχειρήσεων και είχε ιδρύσει και λειτουργούσε εταιρείες των οποίων ήταν "ιθύνων νους”, χωρίς όμως να κατέχει σ' αυτές τυπικά, καμία διοικητική θέση. Τις εταιρείες αυτές τις διοικούσε μέσω ενός δικτύου στενών συγγενών και έμπιστων φίλων του, τους οποίους τοποθετούσε στις θέσεις των μελών των διοικητικών συμβουλίων τους και οι οποίοι φαίνονταν ότι τις διοικούσαν ενώ στην πραγματικότητα, υπάκουαν απλώς στις εντολές του. Τα πρόσωπα αυτά μάλιστα, τις περισσότερες φορές, δεν γνώριζαν καν τους σκοπούς των ενεργειών του Χ. Ψ., αφού ο ίδιος δεν τους καθιστούσε κοινωνούς των επιδιώξεών του και μόνος του έπαιρνε τις οποιεσδήποτε αποφάσεις, διενεργούσε τις απαιτούμενες διαπραγματεύσεις με τους τρίτους και έκλεινε τις διάφορες συμφωνίες. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα των ετών ..., ήταν το πρόσωπο που διοικούσε και διαχειριζόταν κατ' αποκλειστικότητα, την Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία “...” (στο εξής “....”) χωρίς να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να συμμετέχει σ' αυτό, όπως και στη διοίκηση κανενός αθλητικού σωματείου, διότι, ως εκδότης της εφημερίδας “...”, είχε καταδικασθεί για συκοφαντική δυσφήμηση μέσω της εφημερίδας του, σε βάρος του τότε Υπουργού Περιβάλλοντος Κ. Λ.. Συγκεκριμένα, ο Χ. Ψ. είχε τοποθετήσει στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Π.Α.Ε. τον τέταρτο κατηγορούμενο, Χ. Ψ. του Γ., εξάδελφό του και πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του. Επίσης, στη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της .... είχε τοποθετήσει τον πέμπτο κατηγορούμενο, Χ. Ψ. του Π., επίσης εξάδελφό του και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του. Οι πρώτος και δεύτερη κατηγορούμενοι (Σ. Ψ. και Μ. - Χ. Ψ.), οι οποίοι γεννήθηκαν στις ...1984 και στις ...1986 αντίστοιχα, είναι τα δύο τέκνα του Χ. Ψ., τα οποία απέκτησε αυτός από το γάμο του με την τρίτη κατηγορουμένη, Ε. Σ.. Η έκτη κατηγορουμένη, Μ. Σ., είναι αδελφή της τρίτης κατηγορουμένης, δηλαδή κουνιάδα του Χ. Ψ.. III. Με το υπ' αριθμ. 662/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο Χ. Ψ. παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος της .... συνολικού ποσού 7.336.757,50 ευρώ και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και οι τέταρτος και πέμπτος κατηγορούμενοι (Χ. Ψ. του Γ. και Χ. Ψ. του Π.) με την κατηγορία της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος. Ειδικότερα, οι παραπάνω κατηγορίες συνίσταντο στο ότι: 1) Ο Χ. Ψ. στις ...2001 και στις ...2002, ως πραγματικός διαχειριστής της ...., αφού έλαβε στην κατοχή του με οπισθογράφηση δύο επιταγές εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία “...”, που αφορούσαν την πληρωμή προς την .... συνολικού ποσού 7.336.757,15 ευρώ, για την παραχώρηση απ' αυτήν των δικαιωμάτων τηλεοπτικής μετάδοσης των αγώνων της και δη, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "...”, ποσού 2.000.000.000 δραχμών (ή 5.869.405,72 ευρώ), με ημερομηνία έκδοσης ...2001 και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "... ποσού 1.467.351,43 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης ...2002, εισέπραξε τα χρήματα των επιταγών, τα οποία δεν απέδωσε στην ...., αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, διαπράττοντας έτσι, το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση και ακολούθως, προκειμένου να συγκαλύψει την αληθή προέλευση των ως άνω χρηματικών ποσών, κατέθεσε 1.890.000.000 δραχμές (ή 5.546,588,40 ευρώ) από τα χρήματα της πρώτης επιταγής στο με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα "..." και 1.400.000 ευρώ από τα χρήματα της δεύτερης επιταγής στο με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα "... διαπράττοντας έτσι, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 2) Ο μεν Χ. Ψ. του Γ., υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ...., μεταβίβασε με οπισθογράφηση τις προαναφερόμενες επιταγές στο Χ. Ψ. ο δε Χ. Ψ. του Π., υπό την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ...., ενέκρινε την οπισθογράφηση της δεύτερης ως άνω επιταγής προς το Χ. Ψ., παρέχοντας έτσι αμφότεροι στον τελευταίο άμεση συνδρομή προκειμένου να τελέσει την προπεριγραφείσα αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Επί των παραπάνω κατηγοριών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2709/6-6-2017 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του Χ. Ψ., λόγω του θανάτου του και κηρύχθηκαν αθώοι οι Χ. Ψ. του Γ. και Χ. Ψ. του Π., λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο τους, αφού κρίθηκε ότι ενεργούσαν απολύτως υπό τις εντολές και τον έλεγχο του Χ. Ψ., χωρίς να γνωρίζουν τις πραγματικές ενέργειες και τους σκοπούς του και χωρίς να έχουν οποιαδήποτε συμμετοχή, πραγματική θέληση και δυνατότητα να αναμειχθούν με τα οικονομικά θέματα της ..... IV Με το υπ' αριθμ. 3146/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αυτό επαναδιατυπώθηκε με το υπ' αριθμ. 668/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μεταξύ άλλων και ο Χ. Ψ., ως έχων την ουσιαστική διοίκηση της .... καθώς και ο Χ. Ψ. του Γ., ως διευθύνων σύμβουλος της ...., για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος της .... συνολικού ποσού 21.195.174,65 ευρώ. Ειδικότερα, οι παραπάνω κατηγορίες συνίσταντο στο ότι: α) Οι παραπάνω κατηγορούμενοι στις ...2003, από κοινού δρώντες, έχοντας στην κατοχή τους τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές της Τράπεζας "...”, εκδόσεως της εταιρείας “....”, σε διαταγή της ...., με χρόνο εκδόσεως ...2003 οι δύο πρώτες και ...2003 η τρίτη εξ αυτών, ποσών 669.600, 882.000 και 300.000 ευρώ αντίστοιχα, ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα ποσά αυτά, καθώς ενέκριναν την οπισθογράφηση των επιταγών προς τον εξ αυτών Χ. Ψ. του Γ., ο οποίος τις εμφάνισε προς πληρωμή στις ...2003 και εισέπραξε τα ποσά που αναγραφόταν στις δύο πρώτες επιταγές και το ποσό των 165.000 ευρώ από την τρίτη επιταγή, ενώ για το υπόλοιπο αυτής (135.000 ευρώ) εξεδόθη από την ως άνω Τράπεζα η υπ' αριθμ. ... τραπεζική επιταγή της ...., β) Οι ίδιοι κατηγορούμενοι στις ...2002, από κοινού δρώντες, έχοντας στην κατοχή τους την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "...”, εκδόσεως της εταιρείας “...”, σε διαταγή της ...., με χρόνο εκδόσεως ...2002, ποσού 2.934.702,86 ευρώ, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό αυτό, καθώς ενέκριναν την οπισθογράφηση της επιταγής προς τον εξ αυτών Χ. Ψ. του Γ., ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή στις ...2002 και εισέπραξε το ποσό των 100.000 ευρώ τοις μετρητοίς, ενώ το ποσό των 2.641.702,86 ευρώ κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος με τον Χ. Ψ. στην Τράπεζα "..." για δε το υπόλοιπο ποσό της επιταγής των 193.000 ευρώ, εξεδόθη επιταγή σ... του Χ. Ψ. του Γ., γ) Οι ίδιοι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από ...2001 έως ...2002, από κοινού δρώντες, ιδιοποιήθηκαν παράνομα τα ποσά των 1.668.037,79 ευρώ και 1.020.780 ευρώ της .... τα οποία εμφάνισαν στα βιβλία αυτής ότι δήθεν τα κατέβαλαν για εργασίες που πραγματοποίησαν οι εταιρείες “....” και “....” στο στάδιο της ..., χωρίς όμως να υπάρχουν τα σχετικά τιμολόγια και παραστατικά εξόφλησής τους, δ) Οι ίδιοι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από ...2002 έως ...2003, από κοινού δρώντες, ιδιοποιήθηκαν παράνομα το συνολικό ποσό των 13.720.054 ευρώ της ...., το οποίο εμφάνισαν ότι κατέβαλαν δήθεν στον Α. Κ., που ήταν πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους, για κατασκευαστικές εργασίες που δήθεν πραγματοποίησε αυτός στο στάδιο της ... και στο προπονητικό κέντρο των ..., οι οποίες στην πραγματικότητα ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν και για τις οποίες ο τελευταίος είχε εκδώσει τα υπ' αριθμ. ...2002, ...2002 και ...2002 εικονικά τιμολόγια ποσών 415.554, 7.944.527 και 5.359.973 ευρώ αντίστοιχα, για την δήθεν πληρωμή των οποίων οι εν λόγω κατηγορούμενοι παρέλαβαν από την .... 415.554 ευρώ στις ...2002, 1.500.000 ευρώ στις ...2002, 1.804.500 ευρώ στις ...2002, 2.500.000 ευρώ στις ...2002, 2.500.000 ευρώ στις ...2002, 2.500.000 ευρώ στις ...2002 και 2.500.000 ευρώ στις ...2003, ποσά τα οποία στην πραγματικότητα, ουδέποτε κατέβαλαν στον Α. Κ.. Επί των παραπάνω κατηγοριών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2202/...2015 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι παραπάνω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι για τις ως άνω αναφερόμενες υπό τα στοιχεία "α”, "β" και "γ" πράξεις και για το μέρος της υπό στοιχείο "δ" πράξης που αφορά το υπ' αριθμ. ...2002 τιμολόγιο ποσού 415.554 ευρώ ενώ για το υπόλοιπο μέρος της εν λόγω πράξης, το οποίο αφορά υπεξαίρεση συνολικού ποσού 13.304.500 ευρώ, κηρύχθηκαν αθώοι. V. Στην υπό κρίση περίπτωση, τα βασικά αδικήματα που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που αποδίδονται στους κατηγορούμενους είναι τα εξής: Α) Η προπεριγραφείσα υπεξαίρεση σε βάρος της ..., που αποδόθηκε με τα παραπάνω βουλεύματα στον Χ. Ψ.. Β) Η φοροδιαφυγή που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Ψ., με την απόκρυψη των εισοδημάτων που απεκόμισε κατά τις χρήσεις των ετών 2006, 2007, 2008 και 2009, υποβάλλοντας ανακριβείς φορολογικές δηλώσεις, ο δε φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί ανέρχεται για το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 854.206,63 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό 197.862,14 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό 175.679,38 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό 223.945,92 ευρώ. Όσον αφορά το πρώτο βασικό αδίκημα και δη, αυτό της υπεξαίρεσης, αποδείχθηκε πράγματι, ότι αυτό τελέσθηκε από το Χ. Ψ., ως ακολούθως: α) όπως ακριβώς αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 662/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) για τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ. 2202/...2015 απόφασης του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες είχε παραπεμφθεί με το υπ' αριθμ. 3146/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Όμως, στην περίπτωση της υπεξαίρεσης που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. 662/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποδείχθηκε ότι ο Χ. Ψ., προκειμένου να συγκαλύψει την αληθή προέλευση των χρηματικών ποσών που απεκόμισε από την πράξη αυτή, κατέθεσε 1.890.000.000 δραχμές (ή 5.546,588,40 ευρώ) από τα χρήματα της πρώτης επιταγής στο με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα "..." και 1.400.000 ευρώ από τα χρήματα της δεύτερης επιταγής στο με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα "... διαπράττοντας έτσι ο ίδιος το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθόσον τα χρήματα αυτά αναμείχθηκαν με τα χρήματα της Τράπεζας και έτσι, απώλεσαν την αυτοτέλειά τους. Η πράξη αυτή νομιμοποίησης, όπως προαναφέρεται, του είχε αποδοθεί με το παραπάνω βούλευμα, αν και στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 2709/6-6-2017 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έπαυσε οριστικά η σχετική ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του, λόγω του θανάτου του.
Συνεπώς, από το ποσό των 7.336.757,15 ευρώ που αποτελούσε το προϊόν της εν λόγω υπεξαίρεσης, απέμεινε προς νομιμοποίηση από τους κατηγορούμενους στην προκειμένη υπόθεση το ποσό των 390.168,75 ευρώ (ήτοι, 7.336.757,15 - [5.546.588,40 + 1.400.000] = 390.168,75). VI. Το έτος 2000, ο Χ. Ψ. ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “...”, η οποία είχε ως σκοπό την εκτροφή, αναπαραγωγή, αγορά και πώληση αλόγων τα οποία συμμετέχουν σε κούρσες. Κατά το συνήθη τρόπο του, ο Χ. Ψ., άτομο με πληθωρική και συγκεντρωτική προσωπικότητα, ο οποίος απέφευγε συστηματικά να ενημερώνει και να πληροφορεί την οικογένεια και τους συνεργάτες του για τα κίνητρα και τα σκοπό των ενεργειών του, διαχειριζόταν και έλεγχε την παραπάνω εταιρεία μέσω συγγενών και φίλων - συνεργατών του και συγκεκριμένα, είχε τοποθετήσει ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της τη μητέρα του, Α. Ψ., τον τέταρτο κατηγορούμενο, Χ. Ψ. του Γ. (εξάδελφό του) και τον συνεργάτη του Δ. Κ., ο οποίος φαινόταν να κατέχει το 5% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ το υπόλοιπο 95% αυτού φαινόταν να το κατέχει ο τέταρτος κατηγορούμενος. Η συμμετοχή των προσώπων αυτών στο Διοικητικό Συμβούλιο, όπως και όλων όσων διορίσθηκαν στη συνέχεια, ήταν εντελώς τυπική, αφού όλοι υπάκουαν στις εντολές του Χ. Ψ., δεν έπαιρναν καμία πρωτοβουλία και δεν συμμετείχαν ουσιαστικά στη λήψη καμιάς απόφασης. Κατά τον ίδιο τρόπο, στις ...2002, ο Χ. Ψ. τοποθέτησε στη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας τον πρώτο κατηγορούμενο, Σ. Ψ. (γιό του), ο οποίος μόλις είχε ενηλικιωθεί (στις ...2002) και όπως αποδείχθηκε, στην πραγματικότητα, ουδέποτε αναμείχθηκε με τη διοίκηση και τη λειτουργία αυτής της εταιρείας. Επισημαίνεται, ότι η εταιρεία “....” αποτελούσε το "όχημα" που χρησιμοποιήθηκε από το Χ. Ψ. για την απόκτηση μετοχών της .... και μάλιστα, το Δεκέμβριο του έτους 2002, η εν λόγω εταιρεία συμμετείχε στο κεφάλαιο της .... με ποσοστό 20,28%, ενώ η άλλη εταιρεία του ίδιου και δη, η “....”, συμμετείχε κατά τον ίδιο χρόνο στο κεφάλαιο της .... με ποσοστό 18,15%. VII. Όσον αφορά τις πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο, Σ. Ψ., εκτίθενται τα ακόλουθα: 1) Οι τραπεζικές συναλλαγές υπό τα στοιχεία 1δ, 1ε, 1στ και 1ζ του διατακτικού του οικείου παραπεμπτικού βουλεύματος (υπ' αριθμ. 3270/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αυτό τροποποιήθηκε και αναδιατυπώθηκε με το υπ' αριθμ. 349/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών) και δη: α) η ανάληψη ποσού 2.500.000 ευρώ που έγινε στις ...2002 από τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στην Τράπεζα "..." (πρώην "...”) ο πρώτος κατηγορούμενος και ο πατέρας του, β) η κατάθεση ποσού 2.500.000 ευρώ που έγινε στις ...2002 στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας “....”, στην Τράπεζα …, με αιτιολογία "για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας”, η οποία πιστοποιήθηκε στις ...2002 από τη Νομαρχία για ποσό 3.521.760 ευρώ, η ανάληψη ποσού 3.520.000 ευρώ που έγινε την ...2002 από τον ίδιο ως άνω υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας “....”, στην Τράπεζα …, με την έκδοση μιας επιταγής της Τράπεζας …, ποσού 3.000.000 ευρώ σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου, η εν συνεχεία κατάθεση αυτής της επιταγής στον ως άνω αναφερόμενο υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα "..." και μιας επιταγής της Τράπεζας …, ποσού 520.000 ευρώ, επίσης σε διαταγή του πρώτου κατηγορουμένου και η εν συνεχεία κατάθεση αυτής στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο Χ. Ψ. στην Τράπεζα ... με πρώτο συνδικαιούχο τον πρώτο κατηγορούμενο και δ) η μεταφορά ποσού 1.600.000 ευρώ που έγινε την ...2002, από τον παραπάνω λογαριασμό της Τράπεζας ... στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εταιρείας “...” στην Τράπεζα ..., για να εκδοθεί εξερχόμενο έμβασμα ποσού 1.598.721,02 ευρώ υπέρ της εταιρείας “...” δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν από τον πρώτο κατηγορούμενο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν από τον Χ. Ψ., ο οποίος για την εξυπηρέτηση της εν γένει επιχειρηματικής του δραστηριότητας, χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν τα χρήματα της ...., χωρίς να δίνει λογαριασμό στα πρόσωπα της διοίκησής της και πολύ περισσότερο στα μέλη της οικογένειάς του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι παραπάνω συναλλαγές, οι οποίες μάλιστα, αποτελούσαν περίπτωση χρησιμοποίησης της περιουσίας που απέκτησε αυτός από την υπεξαίρεση που είχε τελέσει μέχρι τότε σε βάρος της ...., η δε χρήση εκ μέρους του του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν προέκυψε καν ότι έγινε προκειμένου να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα έσοδα που απεκόμισε από την υπεξαίρεση, δεδομένου άλλωστε ότι δεν ήταν ούτε πρόσφορη να εμφανίσει ως νόμιμα τα εν λόγω έσοδα, με συνέπεια να δυσκολεύονται οι αρχές να τα συσχετίσουν με το βασικό αδίκημα από το οποίο προήλθαν. Δεν αποδείχθηκε επίσης, ότι κατά τους ως άνω αναφερόμενους χρόνους, κατά τους οποίους μάλιστα δεν είχαν αποκαλυφθεί ακόμη οι προαναφερόμενες οικονομικές ατασθαλίες του Χ. Ψ., ο πρώτος κατηγορούμενος, ηλικίας τότε μόλις 18 ετών, τελούσε σε γνώση των παραπάνω ενεργειών του πατέρα του, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι αυτός είχε υπεξαιρέσει χρήματα της .... και μάλιστα, ότι τα διακινούσε εμπλέκοντας και τον ίδιο, με το να χρησιμοποιεί δηλαδή λογαριασμούς στους οποίους ήταν και αυτός (ο πρώτος κατηγορούμενος) συνδικαιούχος. 2) Με βάση την περιγραφή της υπό τον αριθμό 2 πράξης του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος, ο πρώτος κατηγορούμενος αποδέχθηκε δύο καταθέσεις στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τον πατέρα του, Χ. Ψ.. Το κεφάλαιο των καταθέσεων αυτών προήλθε από την εξόφληση της αναφερόμενης παραπάνω (στην παράγραφο υπό τα στοιχεία ΙΙΙ) υπ' αριθμ. ... επιταγής της Τράπεζας "... εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία “...”, ποσού 1.467.351,43 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης ...2002, την οποία είχε λάβει στην κατοχή του με οπισθογράφηση ο Χ. Ψ. και αφορούσε την πληρωμή προς την .... των δικαιωμάτων τηλεοπτικής μετάδοσης των αγώνων της. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι από το ποσό των 1.467.351,43 ευρώ της επιταγής εισπράχθηκε σε μετρητά από τον Χ. Ψ. το ποσό των 67.351,43 ευρώ και για το υπόλοιπο ποσό των 1.400.000 ευρώ εκδόθηκε η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, με ημερομηνία ...2002, σε διαταγή Χ. Ψ., η οποία εξοφλήθηκε και τα χρήματα κατατέθηκαν στις ...2002, στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό, δικαιούχος του οποίου ήταν ο Χ. Ψ. και συνδικαιούχος ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ την ...2002 κατετέθη τραπεζική επιταγή της ... με αριθμό ... και με ημερομηνία ...2002, ποσού 270.000 ευρώ, σε διαταγή Χ. Ψ., η οποία εξοφλήθηκε και τα χρήματα κατατέθηκαν στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό. Από την προαναφερόμενη αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι τις παραπάνω καταθέσεις στον εν λόγω κοινό λογαριασμό τις έκανε ο Χ. Ψ.. Πέραν τούτου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν εν γνώσει του πρώτου κατηγορουμένου ούτε ότι αυτός γνώριζε ότι τα χρήματα που κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό τα είχε υπεξαιρέσει ο πατέρας του από την ..... Επισημαίνεται, ότι μόνο το γεγονός ότι τα χρήματα κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο υπαίτιος της υπεξαίρεσης, χωρίς να μεσολαβήσει καμία ενέργεια του συνδικαιούχου του λογαριασμού - πρώτου κατηγορουμένου δεν είναι ικανό να καταστήσει αυτόν αυτουργό ή σύνεργό του αποδιδομένου εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Δεν συνηθίζεται άλλωστε στην καθημερινή πρακτική να απαγορεύουν τα τέκνα στους γονείς τους να καταθέτουν χρήματα στους κοινούς λογαριασμούς τους και μάλιστα σ' αυτούς που οι ίδιοι έχουν ανοίξει και τα έχουν βάλει ως συνδικαιούχους, όπως ήταν και ο παραπάνω λογαριασμός. Τέλος, αναφέρεται, ότι όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, η κατάθεση στον παραπάνω λογαριασμό των χρημάτων της ...., η οποία μάλιστα ταυτίζεται με την αποπεράτωση του βασικού εγκλήματος της υπεξαίρεσης, δεν ήταν ούτε καν πρόσφορη να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή τους. 3) Με την υπό τον αριθμό 3 επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι από κοινού με την αδελφή του - δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. - Χ. Ψ., την ...2002, αποδέχθηκε την κατάθεση που έκανε ο πατέρας τους στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα …, στον οποίο ήταν συνδικαιούχοι ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος) και η αδελφή του, η οποία αφορούσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας … ποσού 520.000 ευρώ, που είχε εκδοθεί σε διαταγή του. Η παραπάνω κατηγορία αποτελεί επανάληψη της ίδιας κατηγορίας που αναφέρεται παραπάνω, υπό τα στοιχεία VII γ, η οποία έχει κριθεί ήδη, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πάντως, σε συμπλήρωση των προαναφερομένων, επισημαίνεται το ίδιο που αναφέρθηκε και παραπάνω (υπό τα στοιχεία VII 2), δηλαδή ότι μόνο το γεγονός της κατάθεσης της επιταγής από το Χ. Ψ. στον κοινό λογαριασμό που είχε με τα τέκνα του, δεν είναι ικανό να καταστήσει αυτά αυτουργούς ή συνεργούς του αποδιδομένου εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. 4) Με την υπό τον αριθμό 4 επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι από κοινού με την αδελφή του - δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. - Χ. Ψ., τυγχάνοντας συνδικαιούχος μ' αυτήν αλλά και με τη μητέρα τους Ε. Σ., του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα ... ο αποβιώσας την ...2008 παππούς του, Χ. Σ. του Β., αποδέχτηκε στην κατοχή του περιουσία, τελώντας εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως που είχε τελέσει ο πατέρας του, Χ. Ψ. σε βάρος της .... και συγκεκριμένα, αποδέχθηκε την εισροή στον ως άνω λογαριασμό το έτος 2002, του ποσού των 828.075,84 ευρώ και το έτος 2006 του ποσού του 1.814.946,37 ευρώ, ενώ την ...2006, αποδέχθηκε περαιτέρω την κατάθεση στον ίδιο λογαριασμό με δύο επιταγές της Τράπεζας ... των ποσών των 973.922,18 και 841.024,19 ευρώ αντιστοίχως. Όπως αποδείχθηκε όμως, το ποσό των 1.814.946,37 ευρώ που φέρεται να αποδέχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος το έτος 2006, αποτελεί το άθροισμα των μερικότερων κονδυλίων των 973.922,18 ευρώ και των 841.024,19 ευρώ που φέρεται να αποδέχθηκε αυτός στις ...2006 με τις δύο επιταγές της Τράπεζας ... (ήτοι, 973.922,18 + 841.024,19 = 1.814.946,37). Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε καμία κατάθεση ποσού 1.814.946,37 ευρώ στον παραπάνω λογαριασμό παρά μόνο οι καταθέσεις των 973.922,18 ευρώ και των 841.024,19 ευρώ που έγιναν στις ...2006, οι οποίες αθροιζόμενες εξάγουν ως αποτέλεσμα το κονδύλιο των 1.814.946,37 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με την εν λόγω κατηγορία, προέκυψαν τα εξής: Ο Χ. Σ. του Β. ήταν ο πεθερός του Χ. Ψ., πατέρας της συζύγου του, Ε. Σ. (τρίτης κατηγορουμένης) και παππούς των πρώτου και δεύτερης κατηγορουμένων. Αυτός, κατά τη διάρκεια του βίου του, είχε κατορθώσει να φτιάξει μία αξιόλογη περιουσία, η οποία ουδόλως αποδείχθηκε ότι περιελάμβανε ή ότι σχηματίσθηκε με τα κεφάλαια που απεκόμισε ο Χ. Ψ. από την προπεριγραφείσα υπεξαίρεση που τέλεσε σε βάρος της .... Στα περιουσιακά στοιχεία του Χ. Σ. περιλαμβάνονταν και χρήματα τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς. Μεταξύ των λογαριασμών αυτών ήταν και ο υπ' αριθμ. ... κοινός λογαριασμός που διατηρούσε ο ανωτέρω στην Τράπεζα πρώην ... (ήδη ...), με συνδικαιούχους τη θυγατέρα του, Ε. Σ. (τρίτη κατηγορουμένη) και τα εγγόνια του, Σ. Ψ. και Μ. - Χ. Ψ. (πρώτο και δεύτερη κατηγορούμενους). Στο λογαριασμό αυτό, ο Χ. Σ. κατέθεσε στις ...2006, δύο τραπεζικές επιταγές και συγκεκριμένα, τη με αριθμό ..., ποσού 973.922,18 ευρώ και τη με αριθμό ..., ποσού 841.024,19 ευρώ. Οι επιταγές αυτές είχαν εκδοθεί την ίδια ημέρα (...2006) από την Τράπεζα ..., κατόπιν εντολής του Χ. Σ., με χρέωση των αντίστοιχων υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμών που τηρούσε ο ίδιος στην εν λόγω Τράπεζα, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του Χ. Ψ.. Όσον αφορά τέλος, την προηγούμενη "εισροή" στον ίδιο ως άνω κοινό λογαριασμό του ποσού των 828.075,84 ευρώ, που φέρεται ότι έλαβε χώρα το έτος 2002, ουδόλως αποδείχθηκε επίσης ότι είχε σχέση μ' αυτήν ο Χ. Ψ. ή ότι το ποσό της κατάθεσης αποτελούσε προϊόν της υπεξαίρεσης που είχε τελέσει αυτός σε βάρος τής .... 5) Με την υπό τον αριθμό 5 επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι από κοινού με την αδελφή του - δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. - Χ. Ψ., τυγχάνοντας συνδικαιούχος μ' αυτήν του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της Τράπεζας "... αποδέχθηκε στην κατοχή του το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε στις ...2008 στον ανωτέρω λογαριασμό ο τέταρτος κατηγορούμενος, Χ. Ψ. του Γ., τελώντας κατά το χρόνο της κτήσεως εν γνώσει του ότι το ποσό αυτό προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της προαναφερόμενης κακουργηματικής υπεξαίρεσης που είχε τελέσει σε βάρος της .... ο εν λόγω συγκατηγορούμενός του. Από την προαναφερόμενη αποδεικτική διαδικασία όμως, ουδόλως προέκυψε ότι το παραπάνω ποσό των 50.000 ευρώ που κατατέθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό αποτελούσε προϊόν της προπεριγραφείσας υπεξαίρεσης, η οποία άλλωστε είχε τελεσθεί πέντε και πλέον έτη πριν τη συγκεκριμένη κατάθεση και συνεπώς, το συμπέρασμα περί του ότι ξαφνικά, μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου διαστήματος, προέκυψε η ανάγκη συγκάλυψης της προέλευσης του εν λόγω ποσού (μικρού σε σχέση με το μέγεθος του συνολικού αντικειμένου της υπεξαίρεσης), χωρίς μάλιστα να υπάρχει καμία απόδειξη για τη "διαδρομή" των υπεξαιρεθέντων χρημάτων μέσα σ' αυτό το διάστημα, αντιβαίνει στην κοινή περί των πραγμάτων αντίληψη. 6) Με τις υπό στοιχεία 6α', 6β', 6γ' και 6δ' επί μέρους κατηγορίες του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την προπεριγραφείσα υπεξαίρεση που τέλεσε ο πατέρας του, Χ. Ψ., σε βάρος της .... με σκοπό τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της και συγκεκριμένα, ότι προέβη στις ακόλουθες αγορές ακινήτων με χρήματα, που προέρχονται από το εν λόγω αδίκημα της υπεξαίρεσης και δη: α) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., αγροτεμάχιο μετά των επ' αυτού κτισμάτων (ιπποφορβείου και γεωργικής αποθήκης) στην περιοχή ... έναντι τιμήματος 42.189,85 ευρώ, β) Αγόρασε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2003 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., αίθουσα βιοτεχνίας που χρησιμοποιείτο ως γραφείο στην θέση του ..., με εκπλειστηρίασμα ύψους 26.000 ευρώ, γ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έξι (6) αγροτεμαχίων και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου στο ... περιφέρειας ..., έναντι τιμήματος 102.820,64 ευρώ και το επόμενο έτος, την ...2005, προέβη στην πώληση τριών αγρών στο ... περιφέρειας ... στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “...”, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../2005, .../2005 και .../2005 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., έναντι τιμήματος 213.500 ευρώ, ενώ την ίδια ημερομηνία της πωλήσεως (...2005) στον λογαριασμό με αριθμό ... με δικαιούχο τον ίδιο και την αδελφή του, Μ. - Χ. Ψ. έγινε κατάθεση ποσού 255.000 ευρώ, μέρος του οποίου (213.000 ευρώ που αποτελεί το τίμημα των πωληθέντων αγρών) κατετέθη με τρεις επιταγές αξίας 47.000 ευρώ, 46.500 ευρώ και 120.000 ευρώ σε διαταγή “...” και τελικά πληρωτέες σε αυτόν (Σ. Ψ.). δ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εννέα αγροτεμαχίων στο ... περιφέρειας ... έναντι τιμήματος 54.362,86 ευρώ, το οποίο απέκτησε με αξία συμβολαίου 100.000 ευρώ και αντικειμενική αξία 33.243,22 ευρώ εξ αδιαιρέτου με τον Θ. Ν., κατά ποσοστό 50% έκαστος και την ...2005 έγινε μεταβίβαση του 50% του ανωτέρω ακινήτου (αγρού), δυνάμει του υπ' αριθμ. .../...2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... με αξία συμβολαίου για το 50% ύψους 16.500,00 ευρώ και αντικειμενική αξία 46.622,00 ευρώ. Επί των παραπάνω κατηγοριών, εκτίθενται τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος ακόμα και πριν την ενηλικίωσή του, είχε ακίνητη περιουσία στο όνομά του, η οποία του απέφερε και εισοδήματα. Επίσης, από το έτος 2003, δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά με την εκμετάλλευση δρομώνων ίππων, η οποία του απέφερε σημαντικά έσοδα. Ειδικότερα, τα εισοδήματά του από τα έπαθλα δρομώνων ίππων, τα οποία μάλιστα έχουν δηλωθεί στις αντίστοιχες φορολογικές του δηλώσεις, ανήλθαν το έτος 2003, στο ποσό των 269.067,02 ευρώ, το έτος 2004, στο ποσό των 221.198,04 ευρώ και το έτος 2005, στο ποσό των 55.202 ευρώ.
Συνεπώς, τα εισοδήματά του για τα έτη 2003, 2004 και 2005 υπερκαλύπτουν το σύνολο του τιμήματος που κατέβαλε αυτός, εντός των ίδιων ετών, για την αγορά των παραπάνω ακινήτων. Το τίμημα αυτό άλλωστε, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι προερχόταν από τα χρήματα που υπεξαίρεσε ο Χ. Ψ. από την ..... Δεν προέκυψε επίσης, καμία χρηματική ανάληψη εκ μέρους του από τους λογαριασμούς του Χ. Ψ. ή από λογαριασμούς τους οποίους χρησιμοποίησε αυτός για να εξυπηρετήσει την εγκληματική του δραστηριότητα. Με τις υπόλοιπες υπό τα στοιχεία 6ε', 6στ', 6ζ' και 6η' επί μέρους κατηγορίες του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από το προαναφερθέν έγκλημα της φοροδιαφυγής που τέλεσε με την απόκρυψη εισοδημάτων του ανερχόμενων για το οικονομικό έτος 2007 (διαχείριση 1/1-31/12/2006), στο ποσό των 2.145.225,29 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2008 (διαχείριση 1/1-31/12/2007), στο ποσό των 507.759,60 ευρώ, ο φόρος δε που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί ανέρχεται για το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 854.206,63 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό 197.862,14 ευρώ. Συγκεκριμένα, αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο ως πράξεις νομιμοποίησης οι ακόλουθες αγορές ακινήτων με χρήματα που προέρχονται από το παραπάνω αδίκημα της φοροδιαφυγής και δη: α) Αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... ..., ενός διαμερίσματος με αποθήκη και γκαράζ εντός οικισμού του Δήμου ..., έναντι τιμήματος 459.807,77 ευρώ, β) Αγορά, δυνάμει της υπ' αρ. ...2006 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ενός γραφείου στον πρώτο όροφο της οδού ..., αντικειμενικής αξίας 656.221,01 ευρώ, με εκπλειστηρίασμα 19,570 ευρώ, γ) Αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ενός ισογείου διαμερίσματος στη θέση “... στον συνεταιρισμό .... έναντι του ποσού των 104.274,35 ευρώ. δ) Αγορά, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2008 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ενός διαμερίσματος τρίτου ορόφου στην θέση “... στον συνεταιρισμό .... έναντι του ποσού των 214.630,79 ευρώ. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη ως άνω υπό το στοιχείο I μείζονα σκέψη, τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατά το νόμο την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, διότι το φερόμενο ως βασικό αδίκημα της φοροδιαφυγής (εγκληματική δραστηριότητα) δεν αύξησε το ενεργητικό της περιουσίας του κατηγορουμένου το δε ποσό του φόρου που απέφυγε να καταβάλει αυτός δια της αποκρύψεως των εισοδημάτων του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο "ξεπλύματος”. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αποδιδόμενη κατηγορία, ο χρόνος τέλεσης του βασικού αδικήματος της φοροδιαφυγής είναι εν προκειμένω, για μεν τα αποκρυβέντα εισοδήματα του έτους 2006, το έτος 2007 για δε τα αποκρυβέντα εισοδήματα του έτους 2007, το έτος 2008, είναι δηλαδή για κάθε περίοδο χρήσης το έτος που την ακολουθεί, κατά το οποίο ενεργοποιείται η υποχρέωση του φορολογούμενου για υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Εν προκειμένω όμως, οι υπό στοιχεία 6ε', και 6στ', αγορές ακινήτων, φερόμενες ως πράξεις νομιμοποίησης, οι οποίες έγιναν στις ...2006 και στις ...2006 αντίστοιχα, προηγούνται του χρόνου τέλεσης του βασικού αδικήματος της φοροδιαφυγής και επομένως, στις δύο αυτές περιπτώσεις, δεν μπορεί και εξ αυτού του λόγου να στοιχειοθετηθεί κατά το νόμο το αποδιδόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού αυτό προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση του βασικού αδικήματος. 7) Με την υπό στοιχεία 7a' επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι μετέτρεψε και κατείχε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την προπεριγραφείσα υπεξαίρεση που τέλεσε ο πατέρας του, Χ. Ψ., σε βάρος της .... αλλά και από την φοροδιαφυγή στο εισόδημα που τέλεσε ο ίδιος, με σκοπό τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της και συγκεκριμένα, το έτος 2005, προέβη στην πώληση αγρών και ιπποφορβείου που είχε αποκτήσει με χρήματα προερχόμενα από την πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ...., και ειδικότερα: ι) προέβη στην πώληση τριών αγρών στο ... περιφέρειας ..., δυνάμει των υπ' αριθμ. .../2005, .../2005 και .../2005 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένεκα της οποίας έλαβε χώρα την ...2005 κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Τράπεζας "... δικαιούχος του οποίου είναι αυτός με συνδικαιούχο την αδερφή του Μ. - Χ. Ψ., ποσού 255.000 ευρώ με τρεις επιταγές συνολικής αξίας 213.500 ευρώ (ποσού 47.000, 46.500 και 120.000 ευρώ αντιστοίχως) σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία “....”, οπισθογραφημένες από την εταιρεία και τελικά πληρωτέες σ' αυτόν τον ίδιο, έτσι ώστε τα αναφερόμενα κεφάλαια να επιστρέφουν στο χρηματοοικονομικό σύστημα ως καθ' όλα νόμιμα και ιι) προέβη στην πώληση ιπποφορβείου (δρομώνων ίππων) και αποδέχθηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ίδιο ως άνω λογαριασμό επιταγής αξίας 299.394,32 ευρώ με χρέωση του λογαριασμού της εταιρείας με την επωνυμία “....” και σε διαταγή αυτού (Σ. Ψ.), ο οποίος άσκησε εμπορική δραστηριότητα εκμεταλλεύσεως δρομώνων ίππων, χωρίς να έχει ουδέποτε κάνει έναρξη επιτηδεύματος και κατείχε το ποσό της συναλλαγής αυτής στο λογαριασμό του και μετά την ...2005 (έναρξη ισχύος του ν. 3424/2005), χωρίς να το δηλώσει στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2006, εν γνώσει του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται και από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. Όμως, όπως αναφέρεται παραπάνω (υπό τον αριθμό 6), τους αγρούς στο ... και το ιπποφορβείο δεν αποδείχθηκε ότι τα είχε αγοράσει ο πρώτος κατηγορούμενος με χρήματα προερχόμενα από την υπεξαίρεση που τέλεσε ο πατέρας του σε βάρος της .... ενώ τα προσωπικά του εισοδήματα από την επαγγελματική του δραστηριότητα (η οποία μάλιστα ήταν σχετική με την εκτροφή και εκμετάλλευση δρομώνων ίππων) δικαιολογούν απόλυτα τις παραπάνω αγορές και συνεπώς, η εν συνεχεία πώληση των συγκεκριμένων αυτών περιουσιακών στοιχείων του δεν στοιχειοθετεί το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Επίσης, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται παραπάνω, η προπεριγραφείσα φοροδιαφυγή, ως βασικό αδίκημα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το ερευνώμενο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και έτι περαιτέρω, η πώληση του ιπποφορβείου, η οποία έγινε το έτος 2005 και φέρεται ως πράξη νομιμοποίησης, προηγείται του χρόνου τέλεσης του προαναφερομένου βασικού εγκλήματος της φοροδιαφυγής και επομένως, δεν μπορεί και εξ αυτού του λόγου να στοιχειοθετηθεί κατά το νόμο το αποδιδόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού αυτό προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση του βασικού αδικήματος. Με τις υπό στοιχεία 7β', 7γ', 7δ' και 7ε' επί μέρους κατηγορίες του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι μετέτρεψε και κατείχε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την προπεριγραφείσα φοροδιαφυγή στο εισόδημα που τέλεσε ο ίδιος, με σκοπό τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της και συγκεκριμένα: β) Την ...2006, αποδέχθηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω υπ' αριθμ.... λογαριασμό της Τράπεζας "..." εμβάσματος ποσού 676.700 ευρώ από την “...” της Τράπεζας ... με σημείωση ... I. M., χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στην φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. γ) Την ...2006 αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του επιταγής της Τράπεζας … ποσού 75.000 ευρώ σε διαταγή Λ. Ε. με ημερομηνία ...2006, οπισθογραφημένη από την Λ. Ε. και τελικά πληρωτέα σε αυτόν τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στην φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007 εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. δ) Την ...2007 αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ποσού 305.000 ευρώ από τον γραμματέα της … πρεσβείας L. K., χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. ε) Την ...2009, αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ..., δικαιούχος του οποίου είναι αποκλειστικά αυτός ο ίδιος, ποσού 515.000 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορά πώληση μετοχών της εταιρείας “....”, χωρίς όμως η πώληση αυτή να αποδεικνύεται ότι πράγματι έλαβε χώρα, αφού για αυτήν δεν υπάρχουν τα σχετικά δικαιολογητικά (ιδιωτικά συμφωνητικά, δήλωση φόρου μεταβιβάσεως μετοχών, διπλότυπο καταβολής φόρου κ.λπ.) στην φορολογική του δήλωση, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω (υπό τον αριθμό 6), η φοροδιαφυγή στο εισόδημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως βασικό αδίκημα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Εξάλλου, οι καταθέσεις που αναφέρονται στις ως άνω υπό τα στοιχεία β, γ και δ πράξεις, οι οποίες έγιναν τα έτη 2006 και 2007 και φέρονται ως πράξεις νομιμοποίησης, προηγούνται του χρόνου τέλεσης του βασικού εγκλήματος της φοροδιαφυγής, που τελέσθηκε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τα έτη 2007 και 2008 αντίστοιχα και επομένως, δεν μπορούν και εξ αυτού του λόγου να στοιχειοθετήσουν κατά το νόμο το αποδιδόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού αυτό προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση του βασικού αδικήματος. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι, όσον αφορά την ως άνω υπό το στοιχείο δ πράξη, (7δ του παραπεμπτικού βουλεύματος), το οικονομικό έτος κατά το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος υπεχρεούτο σύμφωνα με το νόμο, να δηλώσει στη φορολογική του δήλωση την κατάθεση του ποσού των 305.000 ευρώ που έλαβε χώρα στις ...2007 από τον γραμματέα της ... πρεσβείας L. K., ήταν το έτος 2008 (αμέσως επόμενο της κατάθεσης) και όχι το έτος 2007, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα. 8) Με την υπό τον αριθμό 8 επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι κατά το διάστημα από ...2003 έως και το 2012, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της .... και της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, σε βαθμό κακουργήματος, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον την ...2003 και την ...2008 εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με φερόμενη δραστηριοποίηση στον τομέα τουρισμού και της εκμεταλλεύσεως ακινήτων, την οποία χρησιμοποίησε ως "εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, δια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2007 κατά το ποσό του 1.525.680 ευρώ με καταβολή μετρητών και την ...2011 κατά το ποσό των 765.774 ευρώ με καταβολή μετρητών, αλλά και δια της αποκτήσεως μέσω αυτής το έτος 2009 κινητής και ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα, αυτοκινήτων Ι.Χ.Ε. και ειδικότερα μιας ALPHA ROMEO GT με αριθμό κυκλοφορίας ..., δύο SMART με αριθμό κυκλοφορίας ... και ... αντιστοίχως, δύο AUDI 80 με αριθμό κυκλοφορίας ... και ... αντιστοίχως, μιας ALPHA ROMEO 33 με αριθμό κυκλοφορίας ..., μιας ALPHA ROMEO 75 με αριθμό κυκλοφορίας ..., μιας CADILLAC ESCALADE με αριθμό κυκλοφορίας ..., μιας PORSCHE CARRERA με αριθμό κυκλοφορίας ..., ενός AUDI QUATRO Α8 με αριθμό κυκλοφορίας ... και μιας MERCEDES S500 με αριθμό κυκλοφορίας ..., καθώς και των παρακάτω ακινήτων και συγκεκριμένα: α) ενός κτηρίου επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας 285.376,78 ευρώ, β) ενός κτηρίου στην ..., αντικειμενικής αξίας 360.018,05 ευρώ, γ) ενός ακινήτου στην περιοχή ..., αντικειμενικής αξίας 367.296,06 ευρώ και δ) δύο γραφείων στην περιοχή του ..., αντικειμενικής αξίας 170.100 ευρώ και 410.621,40 ευρώ, αντιστοίχως, έσοδα προερχόμενα από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ...., που διέπραξε ο Χ. Ψ. του Σ. και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα που διέπραξε ο ίδιος, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. Σχετικά με την παραπάνω κατηγορία, από την ως άνω αναφερόμενη αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “....” συστάθηκε στις ...1988, πολύ πριν την εμπλοκή του Χ. Ψ. με την .... και έχει ως αντικείμενο την άσκηση κτηματικών, εμπορικών, βιομηχανικών και τουριστικών επιχειρήσεων. Μέσω αυτής της εταιρείας, όπως και μέσω της “....” που αναφέρεται παρακάτω, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέπτυξε επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα της εκμετάλλευσης και μεσιτείας ακινήτων, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ήταν από τις ...2003 μέχρι τις ...2008, ο πρώτος κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο παππούς του από τη μητρική γραμμή, Χ. Σ. και η αδελφή της μητέρας του, Μ. Σ. (έκτη κατηγορουμένη) και από τις ...2008, ο πρώτος κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, η αδελφή του, Μ. - Χ. Ψ. (δεύτερη κατηγορουμένη) και η μητέρα του, Ε. Σ. (τρίτη κατηγορουμένη). Οι πράξεις νομιμοποίησης που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο αρχίζουν από τις ...2007 με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, συνεχίζουν το έτος 2009, με την απόκτηση σ... της των παραπάνω αυτοκινήτων και ακινήτων και καταλήγουν στις ...2011 με νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της. Όμως, τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας και για την απόκτηση απ' αυτήν των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν προϊόν της προαναφερόμενης υπεξαίρεσης που τέλεσε ο πατέρας του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος της ..... Εξάλλου, από την τελευταία πράξη υπεξαίρεσης, που έλαβε χώρα στις ...2003, μέχρι τους παραπάνω χρόνους κατά τους οποίους φέρονται τελεσθείσες οι πράξεις της νομιμοποίησης του εγκληματικού προϊόντος παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (4, 6 και 8 έτη αντίστοιχα), εντός του οποίου είναι λογικώς αναμενόμενο να είχε πλέον ολοκληρωθεί οποιαδήποτε επιχείρηση νομιμοποίησης των υπεξαιρεθέντων χρημάτων. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν στις παραπάνω περιπτώσεις χορηγήθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο από το Χ. Ψ. ή ότι αναλήφθηκαν από λογαριασμούς στους οποίους είχαν κατατεθεί τα υπεξαιρεθέντα χρήματα της ..... Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο υπό κρίση αδίκημα της νομιμοποίησης δεν αρκεί η ανεπάρκεια ή η μη παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του ως προς την προέλευση της περιουσίας του, διότι αυτή δεν οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που συνιστά το βασικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο αλλά πρέπει τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης να οδηγούν κατά τρόπο αναμφίβολο στο συμπέρασμα περί του ότι η αληθής πηγή προέλευσης της "ύποπτης" περιουσίας είναι το αποκομισθέν προϊόν του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρεται, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναπτύξει δική του επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία του απέφερε κέρδη από την εκμετάλλευση των δρομώνων ίππων, από την εκμετάλλευση και τη μεσιτεία ακινήτων, από την πώληση μετοχών, από μερίσματα και από άλλες δραστηριότητές του ενώ οι αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας και η απόκτηση απ' αυτήν ακινήτων δεν ήταν ασύμβατες με το σκοπό και τη λειτουργία της τα δε αυτοκίνητα αποκτήθηκαν στο όνομά της για φορολογικούς λόγους. Επαναλαμβάνεται τέλος και σ' αυτή την περίπτωση, ότι η προπεριγραφείσα φοροδιαφυγή στο εισόδημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως δεύτερο βασικό αδίκημα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αποδιδόμενο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, το οποίο φέρεται ότι τέλεσε με τις παραπάνω πράξεις. 9) Με την υπό τον αριθμό 9 επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι κατά το χρονικό διάστημα από ...2007 έως και το έτος 2012, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης σε βάρος της .... και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, καθόσον κατά τον ως άνω χρόνο εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με φερόμενη δραστηριοποίηση στον τομέα του τουρισμού και τις εκμεταλλεύσεις ακινήτων, όπως και η ανωτέρω υπό στοιχείο 8 αναφερόμενη εταιρεία “....”, την οποία χρησιμοποίησε ομοίως "ως εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, δια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2011 κατά το ποσό των 584.250 ευρώ με καταβολή μετρητών και την ...2011 κατά το ποσό 212.619 ευρώ με καταβολή μετρητών ύψους 159.000 ευρώ, έσοδα προερχόμενα από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης σε βάρος της ...., που διέπραξε ο Χ. Ψ. του Σ. και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα που διέπραξε ο ίδιος, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. Σχετικά με την παραπάνω κατηγορία, από την ως άνω αναφερόμενη αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “....” συστάθηκε στις ...2007 από τον πρώτο κατηγορούμενο και έχει ως αντικείμενο την άσκηση κτηματικών, εμπορικών, βιομηχανικών και τουριστικών επιχειρήσεων. Η εταιρεία αυτή, όπως και η “....” που αναφέρεται παραπάνω, εξυπηρετούσε την επαγγελματική δραστηριότητα του πρώτου κατηγορουμένου στον τομέα της εκμετάλλευσης και της μεσιτείας ακινήτων, η οποία, όπως προαναφέρεται, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ήταν από την ίδρυσή της ο πρώτος κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, η αδελφή του Μ. Χ. Ψ. (δεύτερη κατηγορουμένη) και η αδελφή της μητέρας του, Μ. Σ. (έκτη κατηγορουμένη). Οι πράξεις νομιμοποίησης που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο φέρουν χρόνους τέλεσης ...2011 και ...2011 και αφορούν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Όμως, τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για τις αυξήσεις αυτές ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν προϊόν της προαναφερόμενης υπεξαίρεσης που τέλεσε ο πατέρας του, Χ. Ψ., σε βάρος της .... Εξάλλου, από την τελευταία πράξη υπεξαίρεσης, που έλαβε χώρα στις ...2003, μέχρι τους παραπάνω χρόνους κατά τους οποίους φέρονται τελεσθείσες οι πράξεις της νομιμοποίησης του εγκληματικού προϊόντος παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (8 έτη), εντός του οποίου είναι λογικώς αναμενόμενο να είχε πλέον ολοκληρωθεί οποιαδήποτε επιχείρηση νομιμοποίησης των υπεξαιρεθέντων χρημάτων. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν στις παραπάνω περιπτώσεις χορηγήθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο από τον πατέρα του Χ. Ψ. ή ότι αναλήφθηκαν από λογαριασμούς στους οποίους είχαν κατατεθεί τα υπεξαιρεθέντα χρήματα της .... Και γι' αυτό το μέρος της κατηγορίας επισημαίνονται τα ίδια που αναφέρονται παραπάνω δηλαδή, ότι για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο υπό κρίση αδίκημα της νομιμοποίησης δεν αρκεί η ανεπάρκεια ή η μη παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του ως προς την προέλευση της περιουσίας του, διότι αυτή δεν οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που συνιστά το βασικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο αλλά πρέπει τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης να οδηγούν κατά τρόπο αναμφίβολο στο συμπέρασμα περί του ότι η αληθής πηγή προέλευσης της "ύποπτης" περιουσίας είναι το αποκομισθέν προϊόν του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρεται, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναπτύξει δική του επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία του απέφερε κέρδη από την εκμετάλλευση των δρομώνων ίππων, από την εκμετάλλευση και τη μεσιτεία ακινήτων, από την πώληση μετοχών και από άλλες δραστηριότητές του. Επαναλαμβάνεται τέλος και σ' αυτή την περίπτωση, ότι η προπεριγραφείσα φοροδιαφυγή στο εισόδημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως δεύτερο βασικό αδίκημα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αποδιδόμενο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, το οποίο φέρεται ότι τέλεσε με τις παραπάνω πράξεις. 10) Με την υπό τον αριθμό 10 επί μέρους κατηγορία του παραπεμπτικού βουλεύματος, αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο ότι κατά το χρονικό διάστημα από ...2002 έως και ...2003, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με τους Χ. Ψ. του Γ. και Χ. Ψ. του Π. μετέτρεψε περιουσία με σκοπό την παροχή συνδρομής στον αυτουργό του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης των χρημάτων της ...., Χ. Ψ., προκειμένου ο τελευταίος να συγκαλύψει την αληθή προέλευσή της, καθόσον κατά τον ως άνω χρόνο εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με αντικείμενο την εκμετάλλευση δρομώνων ίππων και την δημιουργία ιπποφορβείου, την αγορά μίσθωση και εκμετάλλευση φοράδων και επιβητόρων, την αγορά και μίσθωση ίππων και την ανάπτυξη σχετικής επενδυτικής δραστηριότητας στον χώρο του αθλητισμού, την οποία χρησιμοποίησε ομοίως ως "εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, δια της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2002 κατά το ποσό των 3.521.760 ευρώ με καταβολή μετρητών, έσοδα προερχόμενα από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της .... που διέπραξε ο Χ. Ψ., με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. Η προαναφερόμενη πράξη συμπίπτει με την επί μέρους, πράξη νομιμοποίησης που αναφέρεται στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος υπό τον αριθμό 1ε' και όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω (υπό τα στοιχεία VII 1β), το ποσό της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας “....” αποδείχθηκε ότι το κατέβαλε ο Χ. Ψ. και όχι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος (αναφέρεται και πάλι) δεν είχε καμία ουσιαστική ανάμειξη με την εν λόγω εταιρεία, όπου τον τοποθέτησε ο Χ. Ψ. στις ...2002, στη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, ακολουθώντας την προσφιλή τακτική του που ήταν να μη συμμετέχει ο ίδιος στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών του αλλά να τοποθετεί σ' αυτά τα μέλη της οικογένειάς του και στενούς συνεργάτες της εμπιστοσύνης του. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν τότε ηλικίας μόλις 18 ετών, στην πραγματικότητα δεν είχε καμία ουσιαστική συμμετοχή ούτε στη λήψη της απόφασης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας “....” ούτε στη σχετική διαδικασία που επακολούθησε και δεν είχε καμία γνώση της προέλευσης των χρημάτων που κατατέθηκαν για το σκοπό αυτό. (...) Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων, οι υπό κρίση κατηγορίες, όπως αυτές περιγράφονται παραπάνω καθώς και στο διατακτικό της παρούσας, δεν στοιχειοθετούνται για καθένα εκ των κατηγορουμένων, οι οποίοι επομένως, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο και τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., για την ανωτέρω αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από κοινού και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, ειδικότερα δε, κατά πιστή μεταφορά, τον κήρυξε αθώο του ότι: "Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, εκ προθέσεως, από κοινού με άλλους και μόνος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσε τις πιο κάτω πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' επάγγελμα, ενεργώντας προσέτι και μέσα στα πλαίσια εγκληματικής ομάδας, για λογαριασμό και προς όφελος αυτής. Ειδικότερα, έχει προκύψει η τέλεση των κάτωθι βασικών εγκλημάτων κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και κακουργηματικής φοροδιαφυγής και δη: Α) Ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των: 1) Χ. Ψ. του Σ., για την πράξη α) της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, και β) της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση, 2) κατά του Χ. Ψ. του Π., για άμεση συνέργεια στην υπό στοιχ. (α) πράξη, κατ' εξακολούθηση και 3) κατά του Χ. Ψ. του Γ., για άμεση συνέργεια στην υπό στοιχείο (α) πράξη, τελεσθείσα άπαξ και παραπέμφθηκαν οι ανωτέρω, δυνάμει του 662/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο ακροατήρια του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι των άνω εγκλημάτων. Σύμφωνα με το παραπάνω βούλευμα ό πρώτος των άνω κατηγορουμένων (Χ. Ψ.), με την άμεση συνέργεια των λοιπών, φέρεται ότι έχει τελέσει το έγκλημα της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ... αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 7.336.757,5 ευρώ (βασικό έγκλημα) και ότι αυτός (μόνος) έχει προβεί σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες για το συνολικό ποσό των 6.946.588,41 ευρώ. Β) Ασκήθηκε επίσης ποινική δίωξη κατά των: 1) Χ. Ψ. του Σ., 2) Χ. Ψ. του Π. και 3) Χ. Ψ. του Γ. για α) υπεξαίρεση από κοινού και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση και γ) παράβαση του άρθρου 55 ν. 2190/1920, και κατά των 4) Τ. Γ. του Α. και 5) Α. Κ. του Π., για άμεση συνέργεια στις υπό στοιχ. (α) και (β) πράξεις και παραπέμφθηκαν δυνάμει του 3146/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των άνω εγκλημάτων. Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό ο Χ. Ψ. του Γ. ως Διευθύνων Σύμβουλος της ..., ο Χ. Ψ. του Γ. ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της ίδιας … και ο Χ. Ψ. του Σ., ο οποίος είχε την ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση της ομάδας, την ...2003 και την ...2002, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, ενώ είχαν στα χέρια τους: α) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας "...”, ποσού 669.000 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας με-την επωνυμία “...”, με ημερομηνία εκδόσεως την ...2003, σε διαταγή της ..., β) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας "...”, ποσού 882.000 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία “...” με ημερομηνία εκδόσεως την ...2003, σε διαταγή της ... και γ) την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας "...”, ποσού 300.000 ευρώ, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία “...”, με ημερομηνία εκδόσεως την ...2003, σε διαταγή της ...; δ) την με αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας ... εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία “....”, σε διαταγή της ..., ποσού 2.934.702,86 ευρώ, εισέπραξαν τις επιταγές αυτές και ιδιοποιήθηκαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά παρανόμως. Ειδικότερα, για το σκοπό αυτό, ενέκριναν την οπισθογράφηση των επιταγών προς τον Χ. Ψ. του Γ., ο οποίος εμφάνισε προς πληρωμή τις υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) επιταγές την ...2003 και εισέπραξε το ποσό που αναγραφόταν στις δύο πρώτες και το ποσό των 15.000 ευρώ από την τρίτη επιταγή, ενώ για το υπόλοιπο ποσό εκδόθηκε από την Τράπεζα η υπ' αρ. ... τραπεζική επιταγή σε διαταγή της ..., και την υπό στοιχείο (δ) επιταγή (εμφάνισε) την ...2002, εισπράττοντας το ποσό των 100.000 ευρώ τοις μετρητοίς, καταθέτοντας το ποσό των 2.641.702,86 ευρώ στον υπ' αρ. ... προσωπικό του λογαριασμό και εκδίδοντας για το υπόλοιπο ποσό των 193.000 ευρώ τραπεζική επιταγή στο όνομά του. Επίσης, οι ίδιοι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενεργώντας ομοίως από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από ...2001 μέχρι ...2002, ιδιοποιήθηκαν παράνομα και τα ποσά του 1.668.037,79 και 1.020.780 ευρώ της ..., καθώς κατά το ως άνω χρονικό διάστημα εμφανίζονται να έχουν γίνει εργασίες από την εταιρεία “....” και “....” στο στάδιο της ..., χωρίς όμως να υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά εξοφλήσεως, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από ...2002 μέχρι ...2003, ιδιοποιήθηκαν παράνομα και το συνολικό ποσό των ευρώ της ανωτέρω …, με τον ακόλουθο τρόπο: Χρησιμοποίησαν τον Α. Κ., πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους, ο οποίος προέβη στην έκδοση τριών εικονικών τιμολογίων συνολικής αξίας 415.554, 7.944.527 και 5.359.973 ευρώ, αντιστοίχως, για παρασχεθείσες δήθεν κατασκευαστικές εργασίες που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, ενώ για την πληρωμή των τιμολογίων αυτών εξέδωσαν στις ...2002, ...2002, ...2002, ...2002, ...2002, ...2002 και ...2002, τις με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ... επιταγές της Τράπεζας ... 415.554, 1.500.000, 1.804.500, 2.500.000, 2.500.000, 2.500.000 ευρώ, αντιστοίχως, ποσά τα οποία παρέλαβαν από την ... και τα κατέβαλαν δήθεν σε διαταγή του δήθεν δικαιούχου Α. Κ. στις ...2002, ...2002, ...2002, ...2002, ...2002, ...2002 και ...2003, αντιστοίχως. Στην πραγματικότητα όμως τα ποσά αυτά παρακρατήθηκαν από αυτούς. Για να πετύχουν μάλιστα το σκοπό τους, μετέβαιναν και οι τρεις (ο Χ. Ψ. του Γ., ο Χ. Ψ. του Σ. και ο δήθεν δικαιούχος των επιταγών Α. Κ.) στο κατάστημα της ... επί της οδού ..., στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός της ... και παρουσία του διευθυντή του καταστήματος, ο Χ. Ψ. του Γ. υπέγραφε στο βιβλίο καταθέσεως με ποσό αντίστοιχο της επιταγής και ο κομιστής Α. Κ. υπέγραφε ως τελευταίος οπισθογράφος και δικαιούχος της επιταγής, παραλαμβάνοντας δήθεν σε συσκευασμένα δέματα το αντίστοιχο ποσό, χωρίς να γίνεται καμία καταμέτρηση των χρημάτων. Επιπροσθέτως, στις αρχές … του έτους 2003, ο Χ. Ψ. του Γ., ως Διευθύνων Σύμβουλος της ... και ο Χ. Ψ. του Π., ως Πρόεδρος του Δ.Σ. αυτής, δήλωσαν ψευδώς ότι στον ισολογισμό της χρήσεως 1-1-2001 μέχρι ...2002 περιλαμβάνονται δήθεν στα έξοδα της εταιρείας και τα προαναφερόμενα υπεξαιρεθέντα ποσά. Προσέτι, οι εκ των ως άνω αναφερόμενων Χ. Ψ. του Γ., Χ. Ψ. του Π. και Χ. Ψ. του Σ., κατά το διάστημα από ...2002 μέχρι ...2003, εμφάνισαν το υπεξαιρεθέν ποσό των 13.720.054 ευρώ ως έξοδα της ..., διά της εκδόσεως επιταγών και αποδοχής εικονικών τιμολογίων που εξαργυρώθηκαν δήθεν από τον Α. Κ. για δήθεν εργασίες που εκτέλεσε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών. Στην διάπραξη των ως άνω εγκλημάτων παρείχε στα προαναφερόμενα πρόσωπα άμεση συνδρομή η Τ. (Φ.) Γ. του Α., η οποία τυγχάνοντας οικονομική διευθύντρια της ... και έχοντας ως εκ του λόγου τούτου την αποκλειστική διαχείριση των οικονομικών της, δέχτηκε να καταχωρηθούν στα βιβλία της εταιρείας τα επίμαχα εικονικά τιμολόγια και οι ως άνω επιταγές δήθεν προς εξόφληση των τελευταίων, προκειμένου να εμφανιστούν ως νόμιμα έξοδα της …, αλλά και ο Α. Κ., ο οποίος εξέδωσε τα επίμαχα εικονικά τιμολόγια για δήθεν παρασχεθείσες κατασκευαστικές εργασίες που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, δεχόμενος τις ως άνω επιταγές στο όνομά του και παρουσιάζοντας με τα ως άνω εικονικά τιμολόγια και την παραλαβή δήθεν των χρημάτων, ότι τα ποσά αυτά αποτελούν δήθεν νόμιμα έξοδα της ..., με αποτέλεσμα να εμφανιστούν στον ισολογισμό της. Τέλος, σύμφωνα με το ίδιο βούλευμα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι φέρονται ότι έχουν υπεξαιρέσει συνολικά το ποσό των 21.194.574,65 ευρώ (669.000 + 882.000 + 300.000 + 2.934.702,86 + 1.668.037,79 + 1.020.780 + 13.720.054) και ότι έχουν προβεί σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες για το συνολικό ποσό των 13.720.054 ευρώ. Επομένως, το ποσό των 7.474.520,65 ευρώ (21.194.574,65 - 13.720.054), προερχόμενο από την ως άνω περιγραφόμενη εγκληματική δραστηριότητα, εξακολουθεί να αποτελεί προϊόν εγκλήματος και αντικείμενο κατοχής άνευ νομίμου δικαιώματος. Γ) Περαιτέρω, έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις ότι τελέστηκε και το έγκλημα της κατ' εξακολούθηση, φοροδιαφυγής στο εισόδημα σε βαθμό κακουργήματος από τον κατηγορούμενο Σ. Ψ. του Χ.. Ειδικότερα, από την έκθεση τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος των Ελεγκτών Μ. Ψ. και Σ. Μ. με ημερομηνία ...2012, που διενεργήθηκε στο ανωτέρω φορολογούμενο, για τα οικονομικά έτη 2001 έως 2010, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί του ότι αυτός, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά τα οικονομικά έτη 2007, 2008, 2009 και 2010 διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 17 παρ. 1 περ. β' ν. 2523/1997) καθόσον, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, απέκρυψε καθαρά εισοδήματα από τις στην ως άνω έκθεση ελέγχου αναλυτικά αναφερόμενες πηγές, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 3.467.251 ευρώ, ήτοι 2.145.225,29 ευρώ το οικονομικό έτος 2007 (διαχείριση 1/1-31/12/2006), 507.759,6 ευρώ για το οικονομικό έτος 2008 (διαχείριση 1/1-31/12/2007), 239.328,01 ευρώ για το οικονομικό έτος 2009 (διαχείριση 1/1-31/12/08) και των 574.93,91 ευρώ για το οικονομικό έτος 2010 (διαχείριση 1/1-...2009), υποβάλλοντας ανακριβείς φορολογικές δηλώσεις, ο φόρος δε που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των 150.000 ευρώ, και συγκεκριμένα ανέρχεται: α) για το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 854.206,63 ευρώ, γ) για το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό 197.862,14 ευρώ, δ) για το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό 175.679,38 ευρώ και ε) για το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό 223,945.92 ευρώ. Ο εδώ κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., ενώ γνώριζε την τέλεση των παραπάνω υπό στοιχεία A, Β και Γ λεπτομερώς περιγραφόμενων βασικών εγκλημάτων: α) κακουργηματικής υπεξαιρέσεως σε βάρος της περιουσίας της ..., και β) της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στους πιο κάτω ειδικότερους χρόνους, τέλεσε τις κάτωθι αναφερόμενες πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και ειδικότερα των παράνομων εσόδων που προήλθαν από την τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων, έχοντας διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση τέτοιων πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, ενεργώντας προσέτι από ...2005 μέχρι και το έτος 2012 μέσα στα πλαίσια εγκληματικής ομάδας, για λογαριασμό και προς όφελος αυτής (επιβαρυντική περίσταση που προσετέθη το πρώτον με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3424/2005) με το οποίο αντικ. η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2331/1995 - ΦΕΚ Α - 305/...2005, και διατηρήθηκε με το άρθρο.45 παρ. 1γ του ν. 3691/2008) και ειδικότερα: 1) Στην …, στις ...2002, ...2002, ...2002 και ...2002, παρείχε συνδρομή στον αυτουργό, του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της .... και πατέρα του Χ. Ψ. του Σ., αποδεχόμενος στην κατοχή του και μετατρέποντας περιουσία με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της και συγκεκριμένα προκειμένου ο πατέρας του Χ. Ψ. να αποκρύψει την προέλευση των σχετικών ποσών ως εσόδων του εν λόγω βασικού αδικήματος και να την συγκαλύψει μέσω του τραπεζικού συστήματος μεταμφιέζοντας το εγκληματικό προϊόν σε άυλο λογιστικό μέγεθος και σε νομιμοφανή τραπεζική συναλλαγή, με δυνατότητα περαιτέρω νομιμοφανούς αξιοποιήσεώς του, καθόσον τυγχάνοντας αυτός ο κύριος δικαιούχος του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της Τράπεζας ... (πρώην ...), συνδικαιούχος του οποίου ήταν ο πατέρας του Χ. Ψ., αποδέχτηκε στην κατοχή του: δ) Στις ...2002 έγινε ανάληψη ποσού 2.500.000 ευρώ. ε) Στις ...2002 το παραπάνω ποσό των 2.500.000 ευρώ κατετέθη στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της εταιρείας ... στην Τράπεζα ..., με αιτιολογία "για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας" και την ...2002 πιστοποιήθηκε από την Νομαρχία η καταβολή για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ύψους 3.521.760,00 ευρώ (ΦΕΚ .../...2002). στ) Την ...2002 έγινε ανάληψη ποσού 3.520.000 ευρώ, από τον λογαριασμό ... της εταιρείας ... στην Τράπεζα ..., με την έκδοση μιας επιταγής της Τράπεζας ..., ποσού 3.000.000 ευρώ σε διαταγή αυτού του ιδίου (Σ. Ψ.), η οποία κατετέθη ξανά στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ... και μιας επιταγής της Τράπεζας ..., ποσού 520.000 ευρώ, σε διαταγή επίσης του ίδιου (Σ. Ψ.), που κατετέθη στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ..., με κύριο δικαιούχο τον Χ. Ψ. και πρώτο συνδικαιούχο τον ίδιο. ζ) Την ...2002, μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό της Τράπεζας ... το ποσό του 1.600.000 ευρώ στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της εταιρείας ... στην Τράπεζα ..., για να εκδοθεί εξερχόμενο έμβασμα ποσού 1.598.721,02 ευρώ υπέρ της εταιρείας .... Δια της σειράς αυτής κινήσεων, και συναλλαγών επεχείρησε να απομακρύνει τα ίχνη των κεφαλαίων από την αρχική τους προέλευση και έτσι να μεταμφιέσει τις αληθείς πηγές τους, εμποδίζοντας τον εντοπισμό τους από τα εκάστοτε ελεγκτικά όργανα και παρέχοντας με τον τρόπο αυτό συνδρομή στον πατέρα του Χ. Ψ. προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεών του. 2) Στην … στις ...2002 και ...2002, παρείχε συνδρομή στον αυτουργό του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ...., Χ. Ψ. του Σ., αποδεχόμενος στην κατοχή του και μετατρέποντας περιουσία με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της και συγκεκριμένα προκειμένου ο πατέρας του να αποκρύψει την προέλευση των σχετικών ποσών ως εσόδων του εν λόγω βασικού αδικήματος και να την συγκαλύψει μέσω του τραπεζικού συστήματος μεταμφιέζοντας το εγκληματικό προϊόν σε άυλο λογιστικό μέγεθος και νομιμοφανή τραπεζική συναλλαγή, με δυνατότητα περαιτέρω νομιμοφανούς αξιοποιήσεώς του, καθόσον τυγχάνοντας συνδικαιούχος του με αρ. ... λογαριασμού της Τράπεζας ..., αποδέχτηκε την εισροή στο λογαριασμό του αυτό των ποσών του 1.400.000 ευρώ και 270.000 ευρώ αντιστοίχως, τελώντας, κατά το χρόνο της κτήσεως, εν γνώσει ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, με τον ακόλουθο τρόπο: Την ...2002 προσκομίσθηκε στο κατάστημα της … επιταγή της Τράπεζας ... με αριθμό ... ποσού 1.467.351,43 ευρώ, ημερομηνίας ...2002, σε χρέωση του λογαριασμού της εταιρείας “...” και σε διαταγή της .... Η επιταγή στην πίσω όψη της, στην θέση της οπισθογραφήσεως, είχε σφραγιστεί από την ... Α.Ε. και είχε υπογραφεί από τον Χ. Ψ.. Από το ποσό των 1.467.351,43 ευρώ εισπράχθηκε σε μετρητά το ποσό των 67.351,43 ευρώ από τον Χ. Ψ. και για το υπόλοιπο ποσό 1.400.000 ευρώ εκδόθηκε η με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, με ημερομηνία ...2002, σε διαταγή Χ. Ψ.. Ταυτόχρονα η παραπάνω επιταγή εξοφλήθηκε και τα χρήματα κατατέθηκαν στον υπ' αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό, δικαιούχος του οποίου είναι ο Χ. Ψ. και συνδικαιούχος είναι αυτός [Σ. Ψ.], ενώ την ...2002 κατετέθη τραπεζική επιταγή της ... με αριθμό ... και με ημερομηνία ...2002, ποσού 270.000 ευρώ, σε διαταγή Χ. Ψ., η οποία εξοφλήθηκε και τα χρήματα κατατέθηκαν στον ως άνω υπ' αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό δικαιούχος του οποίου είναι ο Χ. Ψ. και συνδικαιούχος ο ίδιος [Σ. Ψ.], τελώντας, κατά το χρόνο της κτήσεως, εν γνώσει του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως σε βάρος της .... 3) Στην … την ...2002 ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ. του Χ., παρείχε συνδρομή στον αυτουργό του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της .... Χ. Ψ. του Σ., προκειμένου ο τελευταίος να αποκρύψει την προέλευση των σχετικών ποσών ως εσόδων του εν λόγω βασικού αδικήματος και να την συγκαλύψει μέσω του τραπεζικού συστήματος μεταμφιέζοντας το εγκληματικό προϊόν σε άυλο λογιστικό μέγεθος και σε νομιμοφανή τραπεζική συναλλαγή με δυνατότητα περαιτέρω νομιμοφανούς αξιοποιήσεώς του, καθόσον τυγχάνοντας συνδικαιούχος με την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ., του υπ' αρ. ... λογαριασμού της Τράπεζας ... δικαιούχος του οποίου είναι ο πατέρας του Χ. Ψ. του Σ., αποδέχτηκε στην κατοχή του περιουσία τελώντας, κατά το χρόνο της κτήσεως, εν γνώσει του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως που διέπραξε ο Χ. Ψ., και συγκεκριμένα την ...2002 κατετέθη περαιτέρω σε αυτόν η υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας ... ποσού 520.000 ευρώ, σε διαταγή αυτού (Σ. Ψ.). 4) Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2002-2007, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ. του Χ. και την μητέρα του Ε. Σ. του Χ., παρείχε συνδρομή στον αυτουργό του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ..., Χ. Ψ. του Σ., προκειμένου ο τελευταίος να αποκρύψει την προέλευση των σχετικών ποσών ως εσόδων του εν λόγω βασικού αδικήματος και να την συγκαλύψει μέσω του τραπεζικού συστήματος μεταμφιέζοντας το εγκληματικό προϊόν σε άυλο λογιστικό μέγεθος και σε νομιμοφανή με δυνατότητα περαιτέρω νομιμοφανούς τραπεζική συναλλαγή αξιοποιήσεώς του, καθόσον τυγχάνοντας συνδικαιούχος με την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ. και την μητέρα του Ε. Σ. του υπ' αρ. ... λογαριασμού του αποβιώσαντος την ...2008 παππού του Χ. Σ. του Β. στην Τράπεζα ..., αποδέχτηκε στην κατοχή του περιουσία, τελώντας κατά το χρόνο της κτήσεως εν γνώσει του ότι αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και συγκεκριμένα, αποδέχτηκε την εισροή στον ως άνω λογαριασμό το έτος 2002 του ποσού των 828.075,84 ευρώ και το έτος 2006 του ποσού του 1.814.946,37 ευρώ, ενώ την ...2006, αποδέχτηκε περαιτέρω την κατάθεση στον λογαριασμό αυτό με δύο επιταγές της Τράπεζας ... των ποσών των 973.922,18 και 841.024,19 ευρώ αντιστοίχως. 5) Στην …, την ...2008, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ., παρείχε συνδρομή στον σύνεργό του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ... Χ. Ψ. του Γ., προκειμένου ο τελευταίος να αποκρύψει την προέλευση των σχετικών ποσών, ως εσόδων του εν λόγω βασικού αδικήματος και να την συγκαλύψει μέσω του τραπεζικού συστήματος μεταμφιέζοντας το εγκληματικό προϊόν σε άυλο λογιστικό μέγεθος και σε νομιμοφανή τραπεζική συναλλαγή με δυνατότητα περαιτέρω νομιμοφανούς αξιοποιήσεώς του, καθόσον τυγχάνοντας αυτός δικαιούχος του υπ' αρ. ... λογαριασμού της Τράπεζας ... με συνδικαιούχο την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ., αποδέχτηκε στην κατοχή του περιουσία, τελώντας, κατά το χρόνο της κτήσεως, εν γνώσει του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ..., και συγκεκριμένα αποδέχτηκε την κατάθεση στον ως άνω λογαριασμό του ποσού 50.000 ευρώ σε μετρητά από τον υπόδικο για την πράξη αυτή της υπεξαιρέσεως Χ. Ψ. του Γ.. 6) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003-2005, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος που είχε τελέσει ο Χ. Ψ. του Σ., όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, δια της αγοράς ακινήτων, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, ενώ κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2008 έχοντας και ο ίδιος αποκρύψει εισοδήματα που ανέρχονται στο ποσό των 2.145.225,29 ευρώ (2.152.578,29 - 7.353) για το οικονομικό έτος 2007 (διαχείριση 1/1-31/12/2006) και των 507.759,60 ευρώ για το οικονομικό έτος 2008 (διαχείριση 1/1-31/12/2007), εν συνεχεία προέβη στη μετατροπή της περιουσίας αυτής διά της αγοράς επίσης ακινήτων και ειδικότερα: α) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., αγροτεμάχιο μετά των επ' αυτού κτισμάτων (ιπποφορβείου και γεωργικής αποθήκης) στην περιοχή ... έναντι τιμήματος 42.189,85 ευρώ (ίσο με την αντικειμενική αξία αυτού 42.189,85 ευρώ), τίμημα το οποίο κατέβαλε στον πωλητή σε μετρητά εκτός της παρουσίας του συμβολαιογράφου και το οποίο προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της .... β) Αγόρασε δυνάμει της υπ' αρ. ...2003 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., αίθουσα βιοτεχνίας που χρησιμοποιείτο ως γραφείο στην θέση ..., με εκπλειστηρίασμα ύψους 26.000 ευρώ και εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Α’ Θεσσαλονίκης στο ποσό των 29.298,78 ευρώ, το οποίο προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της .... γ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έξι (6) αγροτεμαχίων και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου στο ... περιφέρειας ..., έναντι τιμήματος 102.820,64 ευρώ, το οποίο προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της .... Το επόμενο έτος την ...2005 προέβη στην πώληση τριών αγρών στο ... περιφέρειας ... δυνάμει των υπ' αρ. .../2005, .../2005 και .../2005 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών ... έναντι τιμήματος 213.500 ευρώ. Τα ανωτέρω ακίνητα επωλήθησαν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “...”, ενώ την ίδια ημερομηνία της πωλήσεως (...2005) στον λογαριασμό με αριθμό ... με δικαιούχο τον ίδιο και την αδελφή του Μ. - Χ. Ψ. έγινε κατάθεση ποσού 255.000 ευρώ, μέρος του οποίου (213.000 ευρώ που αποτελεί το τίμημα των πωληθέντων αγρών), κατετέθη με τρεις επιταγές αξίας 47.000 ευρώ, 46.500 ευρώ και 120.000 ευρώ σε διαταγή “...” και τελικά πληρωτέες σε αυτόν (Σ. Ψ.). δ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εννέα αγροτεμαχίων στο ... περιφέρειας ... έναντι τιμήματος 54.362,86 ευρώ, το οποίο προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της .... Το ακίνητο αυτό απέκτησε με αξία συμβολαίου 100.000 ευρώ και αντικειμενική αξία 33.243,22 ευρώ εξ αδιαιρέτου αυτός με τον Θ. Ν., κατά ποσοστό 50% έκαστος. Την ...2005 έγινε μεταβίβαση του 50% του ανωτέρω ακινήτου (αγρού), δυνάμει του υπ' αρ. .../...2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ... με αξία συμβολαίου για το 50% ύψους 16.500,00 ευρώ και αντικειμενική αξία 46.622,00 ευρώ. ε) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... ..., διαμέρισμα με αποθήκη και γκαράζ εντός οικισμού του Δήμου ..., έναντι τιμήματος 459.807,77 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί μετά από τρεις μήνες από την υπογραφή του συμβολαίου, κατόπιν λήψεως στεγαστικού δανείου που έλαβε από την Τράπεζα ..., αλλιώς συμφωνήθηκε να καταβληθεί από δικά του χρήματα εντός μηνάς από την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας. Από την Τράπεζα ... έλαβε δάνειο ύψους 890.000 ευρώ με ημερομηνία εκταμιεύσεως ...2006, για την εξασφάλιση του οποίου έχει εγγράφει στα βιβλία υποθηκών (...) μεταγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της Τράπεζας ... για ποσό 1.157.000 ευρώ. Η εξόφληση του τιμήματος για την αγορά του ακινήτου έγινε την ...2006, δηλαδή μετά την εκταμίευση του δανείου, αλλά με χρήματα προερχόμενα από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε αφού η εκταμίευση του δανείου έγινε με πίστωση ολόκληρου, του ποσού στον υπ' αρ. ... προσωπικό λογαριασμό του την ...2006 και την ίδια μέρα το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε σε άλλο εσωτερικό λογαριασμό της Τράπεζας ... και ο τελικός του προορισμός δεν έχει ακόμη διευκρινισθεί. στ) Αγόρασε δυνάμει της υπ' αρ. ...2006 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα γραφείο στον πρώτο όροφο της οδού … στην … αντικειμενικής αξίας 656.221,01, εκπλειστηρίασμα 19.570 ευρώ, προερχόμενο από την πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. ζ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα ισόγειο διαμέρισμα στη θέση “... στον συνεταιρισμό .... έναντι του ποσού των 104.274,35 ευρώ, που προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. η) Αγόρασε δυνάμει της υπ' αρ. ...2008 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα διαμέρισμα γ' ορόφου στην θέση “... στον συνεταιρισμό ... έναντι του ποσού των 214.630,79 ευρώ, που προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. 7) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005, 2007 και 2009, μετέτρεψε και κατείχε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ... και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον: α) Το έτος 2005 προέβη στην πώληση αγρών και ιπποφορβείου που είχε αποκτήσει με χρήματα προερχόμενα από την πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ..., και συγκεκριμένα ι) προέβη στην πώληση τριών αγρών στο ... περιφέρειας ..., δυνάμει των υπ' αρ. .../2005, .../2005 και .../2005 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένεκα της οποίας έλαβε χώρα την ...2005 κατάθεση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ..., δικαιούχος του οποίου είναι αυτός με συνδικαιούχο την αδερφή του Μ. - Χ. Ψ., ποσού 255.000 ευρώ με τρεις επιταγές συνολικής αξίας 213.500 ευρώ (ποσού 47.000, 46.500 και 120.000 ευρώ αντιστοίχως) σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία “....”, οπισθογραφημένες από την εταιρεία και τελικά πληρωτέες σ' αυτόν τον ίδιο, έτσι ώστε τα αναφερόμενα κεφάλαια να επιστρέφουν στο χρηματοοικονομικό σύστημα ως καθ' όλα νόμιμα και ιι] προέβη στην πώληση ιπποφορβείου (δρομώνων ίππων) και αποδέχθηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ίδιο ως άνω λογαριασμό επιταγή αξίας 299.394,32 ευρώ με χρέωση του λογαριασμού της εταιρείας με την επωνυμία “...” και σε διαταγή αυτού (Σ. Ψ.), ο οποίος άσκησε εμπορική δραστηριότητα εκμεταλλεύσεως δρομώνων ίππων, χωρίς να έχει ουδέποτε κάνει έναρξη επιτηδεύματος και κατείχε το ποσό της συναλλαγής αυτής στο λογαριασμό του και μετά την ...2005 (έναρξη ισχύος του ν. 3424/2005), χωρίς να το δηλώσει στη φορολογική δήλωση την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που τέλεσε. β) Την ...2006, αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω λογαριασμό εμβάσματος ποσού 676.700 ευρώ από την “...” της Τράπεζας ... με σημείωση ... I. M., χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στην φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. γ) Την ...2006 αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του επιταγής της Τράπεζας … ποσού 75.000 ευρώ σε διαταγή Λ. Ε. με ημερομηνία ...2006, οπισθογραφημένη από την Λ. Ε. και τελικά πληρωτέα σε αυτόν τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στην φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007 εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. δ) Την ...2007 αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ποσού 305.000 ευρώ από τον γραμματέα της ... πρεσβείας L. K., χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. ε) Την ...2009, αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ..., δικαιούχος του οποίου είναι αποκλειστικά αυτός ο ίδιος, ποσού 515.000 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορά πώληση μετοχών της εταιρείας ..., χωρίς όμως η πώληση αυτή να αποδεικνύεται ότι πράγματι έλαβε χώρα, αφού για αυτήν δεν υπάρχουν τα σχετικά δικαιολογητικά (ιδιωτικά συμφωνητικά, δήλωση φόρου μεταβιβάσεως μετοχών, διπλότυπο καταβολής φόρου κλπ) στην φορολογική του δήλωση, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. 8) Στην …, κατά το διάστημα από ...2003 έως και το 2012, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ... και της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, σε βαθμό κακουργήματος, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον την ...2003 και την ...2008 εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με φερόμενη δραστηριοποίηση στον τομέα τουρισμού και της εκμεταλλεύσεως ακινήτων, την οποία χρησιμοποίησε ως "εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2007 κατά το ποσό του 1.525.680 ευρώ με καταβολή μετρητών και την ...2011 κατά το ποσό των 765.774 ευρώ με καταβολή μετρητών, αλλά και διά της αποκτήσεως μέσω αυτής το έτος 2009 κινητής και ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα αυτοκινήτων Ι.Χ.Ε. και ειδικότερα μιας ALPHA ROMEO GT με αρ. κυκλοφορίας ..., δύο SMART με αρ. κυκλοφορίας ... και ... αντιστοίχως, δύο AUDI 80 με αρ. κυκλοφορίας ... και ... αντιστοίχως, μιας ALPHA ROMEO 33 με αρ. κυκλοφορίας ..., μιας ALPHA ROMEO 75 με αρ. κυκλοφορίας ..., μιας CADILLAC ESCALADE με αρ. κυκλοφορίας ..., μιας PORSCHE CARRERA με αρ. κυκλοφορίας ..., ενός AUDI QUATRO Α8 με αρ. κυκλοφορίας ... και μιας. MERCEDES S500 με αρ. κυκλοφορίας ..., καθώς και των παρακάτω ακινήτων και συγκεκριμένα: α) ενός κτηρίου επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας 285.376,78 ευρώ, β) ενός κτηρίου στην ..., αντικειμενικής αξίας 360.018,05 ευρώ, γ) ενός ακινήτου στην περιοχή ..., αντικειμενικής αξίας 367.296,06 ευρώ και δ) δύο γραφείων στην περιοχή του ..., αντικειμενικής αξίας 170.100 ευρώ και 410.621,40 ευρώ, αντιστοίχως, έσοδα προερχόμενα από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ..., που διέπραξε ο Χ. Ψ. του Σ. και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα που διέπραξε ο ίδιος, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. 9) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από ...2007 έως και το 2012, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ... και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον κατά τον ως άνω χρόνο εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με φερόμενη δραστηριοποίηση στον τομέα του τουρισμού και της εκμεταλλεύσεις ακινήτων, όπως και η ανωτέρω υπό στοιχείο 8 αναφερόμενη εταιρεία “....”, την οποία χρησιμοποίησε ομοίως "ως εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2011 κατά το ποσό των 584.250 ευρώ με καταβολή μετρητών και την ...2011 κατά το ποσό 212.619 ευρώ με καταβολή μετρητών ύψους 159.000 ευρώ, έσοδα προερχόμενα από τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως σε βάρος της ..., που διέπραξε ο Χ. Ψ. του Σ. και της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα που διέπραξε ο ίδιος, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. 10) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από ...2002 έως και ...2003, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο, με τους Χ. Ψ. του Γ. και Χ. Ψ. του Π. μετέτρεψε περιουσία με σκοπό την παροχή συνδρομής στον αυτουργό του βασικού αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ..., Χ. Ψ., προκειμένου ο τελευταίος να συγκαλύψει την αληθή προέλευσή της, καθόσον κατά τον ως άνω χρόνο εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με αντικείμενο την εκμετάλλευση δρομώνων ίππων και την δημιουργία ιπποφορβείου, την αγορά μίσθωση και εκμετάλλευση φοράδων και επιβητόρων, την αγορά και μίσθωση ίππων και την ανάπτυξη σχετικής επενδυτικής δραστηριότητας στον χώρο του αθλητισμού, την οποία χρησιμοποίησε ομοίως ως "εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2002 κατά το ποσό των 3.521.760 ευρώ με καταβολή μετρητών, έσοδα προερχόμενα από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ... που διέπραξε ο Χ. Ψ., με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. Από την επανειλημμένη τέλεση των ανωτέρω πράξεών του, καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, ειδικότερα με την χρήση διαφόρων τραπεζικών λογαριασμών και την ίδρυση ανωνύμων εταιρειών μέσω των οποίων, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, διοχέτευε τα χρηματικά ποσά που προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες, προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από τη δραστηριότητά του αυτή. Προσέτι, από ...2005 μέχρι και το έτος 2012, τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις και μέσα στα πλαίσια εγκληματικής ομάδας, αποτελούμενης από αυτόν (Σ. Ψ. του Χ.) και τους Χ. Ψ. του Σ., Μ. - Χ. Ψ. του Χ., Ε. Σ. του Χ., σύζυγο του Χ.. Ψ. και Μ. Σ. του Χ., η οποία (ομάδα) είχε ως σκοπό την νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων που προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες, ενεργώντας για λογαριασμό και προς όφελος της ομάδας αυτής.”. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αιτιάται ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη υπ' αρ. 3182/16-12-2020, 103/2...2021, 690/...2021 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που αφορούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, συγκεκριμένα δε των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 1 στοιχ. α' περ. ιι' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, 3 εδ. ιη' του Ν. 3691/2008, 77 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, 8 παρ. 2 του Ν. 4042/2012, 3 περ. ιη' του Ν. 3691/2008, 17 και 18 του Ν. 2523/1997, με την παραδοχή ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, δεν περιλαμβάνεται στα βασικά εγκλήματα για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ειδικότερα δε το ποσό του φόρου που δεν κατέβαλε με την απόκρυψη των εισοδημάτων του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, μολονότι ρητά αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής, με εξαίρεση την μη απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας που δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €), για την οποία η απειλούμενη ποινή ήταν φυλάκιση (άρθρο 18 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 2δ του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011 (Φ.Ε.Κ. 66/31-3-2011, τεύχος πρώτο), καθώς και την έκδοση ή αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή τη νόθευση αυτών, για την οποία η απειλούμενη ποινή ήταν φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997) και εξακολουθεί να παραμένει η ίδια (άρθρο 66 παρ. 5 περ. α' του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015), κήρυξε αθώο τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., και για τις ανωτέρω αναφερόμενες στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ', 6ζ', 6η', 7β', 7δ', 7ε', 8, 9 και 10 μερικότερες πράξεις, για τις οποίες έπρεπε ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ.) να κηρυχθεί ένοχος. ΙΧ. Με τις εκτιθέμενες στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VIII σκέψη παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας (Ε’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καθόσον αφορά τις υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ', 7β' και 10 μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που κατηγορούνταν ότι τέλεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου της ουσίας, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, καθώς και για τις μερικότερες υπό στοιχεία 8 και 9 πράξεις, που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την υπεξαίρεση που τέλεσε ο Χ. Ψ. του Σ. σε βάρος της ...., αφού εκθέτει σ' αυτήν (πληττόμενη απόφαση) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, προσδιορίζει αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του, αιτιολογεί δε με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν στοιχειοθετείται η υπόσταση των ανωτέρω μερικότερων υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ', 7β' και 10 αξιόποινων πράξεων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, και για τις οποίες κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., καθώς και των ως άνω μερικότερων υπό στοιχεία 8 και 9 πράξεων, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζεται στη νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την υπεξαίρεση, ως βασικό έγκλημα, που τέλεσε σε βάρος της .... ο Χ. Ψ. του Σ.. Ειδικότερα, στις περιεχόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογίες, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της και αποτελούν ενιαίο σύνολο, εκτίθεται με επάρκεια γιατί το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ', 7β' και 10 μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και για τις μερικότερες υπό στοιχεία 8 και 9 πράξεις, που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την υπεξαίρεση που τέλεσε σε βάρος της .... ο Χ. Ψ. του Σ.. Τούτο δε διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ' και 10 μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και για τις μερικότερες υπό στοιχεία 8 και 9 πράξεις, που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την υπεξαίρεση που τέλεσε σε βάρος της .... ο Χ. Ψ. του Σ., τις οποίες κατηγορούνταν ότι τέλεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., παρέχοντας συνδρομή στον αυτουργό του βασικού εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης των χρημάτων της .... Χ. Ψ. του Σ. (πατέρα του), αποδεχόμενος στην κατοχή του και μετατρέποντας περιουσία με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, συγκεκριμένα δε προκειμένου ο τελευταίος, δηλαδή ο Χ. Ψ. του Σ., να αποκρύψει την προέλευση των σχετικών ποσών ως εσόδων του ανωτέρω βασικού αδικήματος και να την συγκαλύψει, μέσω του τραπεζικού συστήματος, μεταμφιέζοντας το εγκληματικό προϊόν σε άυλο λογιστικό μέγεθος και σε νομιμοφανή τραπεζική συναλλαγή, με δυνατότητα περαιτέρω νομιμοφανούς αξιοποίησής του, ειδικότερα δε καθόσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ' και 1ζ' μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με την αιτιολογία, κατά πιστή μεταφορά: “(...) δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν από τον πρώτο κατηγορούμενο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν από τον Χ. Ψ., ο οποίος για την εξυπηρέτηση της εν γένει επιχειρηματικής του δραστηριότητας, χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν τα χρήματα της ...., χωρίς να δίνει λογαριασμό στα πρόσωπα της διοίκησής της και πολύ περισσότερο στα μέλη της οικογένειάς του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι παραπάνω συναλλαγές, οι οποίες μάλιστα, αποτελούσαν περίπτωση χρησιμοποίησης της περιουσίας που απέκτησε αυτός από την υπεξαίρεση που είχε τελέσει μέχρι τότε σε βάρος της ...., η δε χρήση εκ μέρους του του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν προέκυψε καν ότι έγινε προκειμένου να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα έσοδα που απεκόμισε από την υπεξαίρεση, δεδομένου άλλωστε ότι δεν ήταν ούτε πρόσφορη να εμφανίσει ως νόμιμα τα εν λόγω έσοδα, με συνέπεια να δυσκολεύονται οι αρχές να τα συσχετίσουν με το βασικό αδίκημα από το οποίο προήλθαν. Δεν αποδείχθηκε επίσης, ότι κατά τους ως άνω αναφερόμενους χρόνους, κατά τους οποίους μάλιστα δεν είχαν αποκαλυφθεί ακόμη οι προαναφερόμενες οικονομικές ατασθαλίες του Χ. Ψ., ο πρώτος κατηγορούμενος, ηλικίας τότε μόλις 18 ετών, τελούσε σε γνώση των παραπάνω ενεργειών του πατέρα του, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι αυτός είχε υπεξαιρέσει χρήματα της .... και μάλιστα, ότι τα διακινούσε εμπλέκοντας και τον ίδιο, με το να χρησιμοποιεί δηλαδή λογαριασμούς στους οποίους ήταν και αυτός (ο πρώτος κατηγορούμενος) συνδικαιούχος.”, καθόσον αφορά την υπό στοιχείο 8 μερικότερη πράξη, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση των χρημάτων που προέρχονταν από την υπεξαίρεση των χρημάτων της .... από τον Χ. Ψ. του Σ., με την αιτιολογία, αυτολεξεί: “(...) Οι πράξεις νομιμοποίησης που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο αρχίζουν από τις ...2007 με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, συνεχίζουν το έτος 2009, με την απόκτηση στο όνομά της των παραπάνω αυτοκινήτων και ακινήτων και καταλήγουν στις ...2011 με νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της. Όμως, τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας και για την απόκτηση απ' αυτήν των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν προϊόν της προαναφερόμενης υπεξαίρεσης που τέλεσε ο πατέρας του πρώτου κατηγορουμένου σε βάρος της ..... Εξάλλου, από την τελευταία πράξη υπεξαίρεσης, που έλαβε χώρα στις ...2003, μέχρι τους παραπάνω χρόνους κατά τους οποίους φέρονται τελεσθείσες οι πράξεις της νομιμοποίησης του εγκληματικού προϊόντος παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (4, 6 και 8 έτη αντίστοιχα), εντός του οποίου είναι λογικώς αναμενόμενο να είχε πλέον ολοκληρωθεί οποιαδήποτε επιχείρηση νομιμοποίησης των υπεξαιρεθέντων χρημάτων. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα. κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν στις παραπάνω περιπτώσεις χορηγήθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο από το Χ. Ψ. ή ότι αναλήφθηκαν από λογαριασμούς στους οποίους είχαν κατατεθεί τα υπεξαιρεθέντα χρήματα της ..... Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο υπό κρίση αδίκημα της νομιμοποίησης δεν αρκεί η ανεπάρκεια ή η μη παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του ως προς την προέλευση της περιουσίας του, διότι αυτή δεν οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που συνιστά το βασικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο αλλά πρέπει τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης να οδηγούν κατά τρόπο αναμφίβολο στο συμπέρασμα περί του ότι η αληθής πηγή προέλευσης της "ύποπτης" περιουσίας είναι το αποκομισθέν προϊόν του βασικού αδικήματος.”, καθόσον αφορά την υπό στοιχείο 9 μερικότερη πράξη, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση των χρημάτων που προέρχονταν από την υπεξαίρεση των χρημάτων της .... από τον Χ. Ψ. του Σ., με την αιτιολογία, κατά πιστή μεταφορά: “(...) Οι πράξεις νομιμοποίησης που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο φέρουν χρόνους τέλεσης ...2011 και ...2011 και αφορούν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Όμως, τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για τις αυξήσεις αυτές ουδόλως αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν προϊόν της προαναφερόμενης υπεξαίρεσης που τέλεσε ο πατέρας του, Χ. Ψ., σε βάρος της .... Εξάλλου, από την τελευταία πράξη υπεξαίρεσης, που έλαβε χώρα στις ...2003, μέχρι τους παραπάνω χρόνους κατά τους οποίους φέρονται τελεσθείσες οι πράξεις της νομιμοποίησης του εγκληματικού προϊόντος παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (8 έτη), εντός του οποίου είναι λογικώς αναμενόμενο να είχε πλέον ολοκληρωθεί οποιαδήποτε επιχείρηση νομιμοποίησης των υπεξαιρεθέντων χρημάτων. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν στις παραπάνω περιπτώσεις χορηγήθηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο από τον πατέρα του Χ. Ψ. ή ότι αναλήφθηκαν από λογαριασμούς στους οποίους είχαν κατατεθεί τα υπεξαιρεθέντα χρήματα της .... Και γι' αυτό το μέρος της κατηγορίας επισημαίνονται τα ίδια που αναφέρονται παραπάνω δηλαδή, ότι για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο υπό κρίση αδίκημα της νομιμοποίησης δεν αρκεί η ανεπάρκεια ή η μη παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του ως προς την προέλευση της περιουσίας του, διότι αυτή δεν οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που συνιστά το βασικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο αλλά πρέπει τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης να οδηγούν κατά τρόπο αναμφίβολο στο συμπέρασμα περί του ότι η αληθής πηγή προέλευσης της "ύποπτης" περιουσίας είναι το αποκομισθέν προϊόν του βασικού αδικήματος.”, και καθόσον αφορά την παραπάνω υπό στοιχείο 10 μερικότερη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με την αιτιολογία, αυτολεξεί: “(...) το ποσό της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας “....” αποδείχθηκε ότι το κατέβαλε ο Χ. Ψ. και όχι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος (αναφέρεται και πάλι) δεν είχε καμία ουσιαστική ανάμειξη με την εν λόγω εταιρεία, όπου τον τοποθέτησε ο Χ. Ψ. στις ...2002, στη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, ακολουθώντας την προσφιλή τακτική του που ήταν να μη συμμετέχει ο ίδιος στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών του αλλά να τοποθετεί σ' αυτά τα μέλη της οικογένειάς του και στενούς συνεργάτες της εμπιστοσύνης του. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν τότε ηλικίας μόλις 18 ετών, στην πραγματικότητα δεν είχε καμία ουσιαστική συμμετοχή ούτε στη λήψη της απόφασης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας “....” ούτε στη σχετική διαδικασία που επακολούθησε και δεν είχε καμία γνώση της προέλευσης των χρημάτων που κατατέθηκαν για το σκοπό αυτό.”, αιτιολογείται επαρκώς η απαλλακτική για τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., κρίση για τις προαναφερθείσες υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ' και 10 μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και των υπό στοιχείο 8 και 9 μερικότερων πράξεων, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζεται στη νομιμοποίηση των χρημάτων που υπεξαίρεσε από την .... ο Χ. Ψ. του Σ., για τη στοιχειοθέτηση των οποίων άλλωστε απαιτείται άμεσος δόλος του υπαιτίου, σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη. Τούτο δε, διότι, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές αυτός, δηλαδή ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., αγνοούσε ότι τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στις ανωτέρω υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ' και 10 μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και τις ως άνω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση των χρημάτων που υπεξαίρεσε από την .... ο Χ. Ψ. του Σ., προέρχονταν από την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης που τέλεσε ο τελευταίος. Περαιτέρω, καθόσον αφορά την ανωτέρω υπό στοιχεία 7β' μερικότερη αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, την οποία κατηγορούνταν ότι τέλεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., με την αποδοχή στην κατοχή του την ...2006 του αναφερόμενου χρηματικού ποσού, ειδικότερα με την κατάθεσή του σε τραπεζικό του λογαριασμό, χωρίς να το δηλώσει στην φορολογική του δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του ότι κατά τον χρόνο κτήσης του προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, η κύρια αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης για την απαλλαγή του πρώτου αναιρεσίβλητου - κατηγορουμένου, Σ. Ψ. του Χ., συγκεκριμένα δε η αιτιολογία ότι η ανωτέρω αξιόποινη πράξη (φοροδιαφυγή, με τη μορφή της μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος) δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει, ως βασικό αδίκημα, το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ανωτέρω απαλλακτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών, όπως εκτενώς θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, η επάλληλη αιτιολογία όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πράξη νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, στην παραπάνω περίπτωση, έλαβε χώρα την ...2006, πριν την τέλεση του βασικού αδικήματος που τελέστηκε το έτος 2007, είναι επαρκής και θεμελιώνει αυτοτελώς την αθωωτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ανωτέρω υπό στοιχείο 7β' μερικότερη πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες για τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ.. Επομένως, εφόσον η ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία, η οποία ουδόλως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, είναι επαρκής, μπορεί δε να θεμελιώσει αυτοτελώς την παραπάνω αθωωτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλυσιτελώς προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης για την προαναφερθείσα υπό στοιχείο 7β' μερικότερη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες μόνον η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο της ουσίας, συγκεκριμένα δε για το αν η φοροδιαφυγή, με τη μορφή της μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, μπορεί να στοιχειοθετήσει, ως βασικό αδίκημα, το παραπάνω έγκλημα, δηλαδή την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ο οποίος (λόγος αναίρεσης) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη. Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ' και 10 μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και τις ως άνω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζονταν στη νομιμοποίηση των χρημάτων που υπεξαίρεσε ο Χ. Ψ. του Σ. από την ...., για τις οποίες κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αθωωτικής για τον τελευταίο (πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ.) απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, αφού αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, δοθέντος ότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι η αιτίαση που προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης το δικαστήριο δέχθηκε ότι από το συνολικό ποσό των 7.336.757,15 ευρώ, που υπεξαίρεσε από τον .... ο Χ. Ψ. του Σ., ο τελευταίος, προκειμένου να συγκαλύψει την αληθή προέλευση του ανωτέρω χρηματικού ποσού που απεκόμισε από την πράξη αυτή, κατέθεσε 1.890.000.000 δραχμές (ή 5.546,588,40 ευρώ) στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα "..." και 1.400.000,00 ευρώ στον με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα "... διαπράττοντας έτσι ο ίδιος το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, καθόσον τα χρήματα αυτά αναμείχθηκαν με τα χρήματα της Τράπεζας, έτσι δε απώλεσαν την αυτοτέλειά τους, αξιόποινη πράξη για την οποία του είχε αποδοθεί κατηγορία με το υπ' αρ. 662/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ακολούθως όμως με την υπ' αρ. 2709/6-6-2017 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω του θανάτου του, με συνέπεια από το ανωτέρω ποσό των 7.336.757,15 ευρώ που αποτελούσε το προϊόν της εν λόγω υπεξαίρεσης, απέμεινε προς νομιμοποίηση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., στην κρινόμενη υπόθεση, μόνον το ποσό των 390.168,75 ευρώ [7.336.757,15 - (5.546.588,40 + 1.400.000,00) = 390.168,75], είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τη διαμόρφωση της ανωτέρω αθωωτικής κρίσης για τον τελευταίο (πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ.), θα ασκούσε δε ουσιώδη έννομη επιρροή μόνον σε περίπτωση καταδίκης του, ως προς την επιβληθησόμενη σε βάρος του ποινή, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους επιχειρείται η θεμελίωση των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικών λόγων αντιστοίχως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 1δ', 1ε', 1στ', 1ζ', 7β' και 10 μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που κατηγορούνταν ότι τέλεσε στην Αθήνα, αντιστοίχως την ...2002, ...2002, ...2002, ...2002, ...2006 και ...2002, καθώς και για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις, κατά το μέρος που η κατηγορία στηρίζονταν στην νομιμοποίηση των χρημάτων που υπεξαίρεσε ο Χ. Ψ. του Σ. από την ...., είναι απορριπτέοι. Αντίθετα, με τις προαναφερθείσες στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VIII σκέψη παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας (Ε’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), καθόσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία 6ζ', 6η', 7δ', 7ε' μερικότερες αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που κατηγορούνταν ότι τέλεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., καθώς τις ως άνω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις, κατά το μέρος που κατηγορία για την τέλεσή τους στηρίζεται στη νομιμοποίηση των εσόδων που απέκτησε ο τελευταίος από την τέλεση, ως βασικού εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και για τις οποίες ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος, αφενός μεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VΙ νομική σκέψη, αφετέρου δε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 στοιχ. α' περ. ιι' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, και 3 περ. ιη' του Ν. 3691/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 74 δυνάμει του άρθρου 8 του Ν.4337/2015, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, με την παράθεση ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., τέλεσε την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας, κατ' εξακολούθηση, από την οποία ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματά του υπερβαίνει, για κάθε φορολογικό έτος, το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), συγκεκριμένα δε με την απόκρυψη των εισοδημάτων που απέκτησε κατά τις χρήσεις των ετών 2006, 2007, 2008 και 2009, υποβάλλοντας ανακριβείς φορολογικές δηλώσεις, δεν κατέβαλε τον φόρο που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί, ο οποίος (φόρος) ανέρχεται για το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006, από 1-1-2006 έως ...2006) στο ποσό των 854.206,63 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007, από 1-1-2007 έως ...2007) στο ποσό 197.862,14 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008, από 1-1-2008 έως ...2008) στο ποσό 175.679,38 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009, από 1-1-2009 έως ...2009) στο ποσό 223.945,92 ευρώ, ακολούθως έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της προβλεπόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, στην περίπτωση που βασικό αδίκημα για την τέλεσή της είναι εκείνο της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας, ακόμη και όταν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, για κάθε φορολογικό έτος, το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 2331/1995 και 3691/2008, όπως ίσχυαν, μετά την τροποποίηση και αντικατάστασή τους, κατά τα προαναφερόμενα. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν αναπτυχθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη, από ...2005, κατά ρητή ρύθμιση του νόμου όλα τα αδικήματα φοροδιαφυγής, εφόσον τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, το περιουσιακό δε όφελος του υπαιτίου υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €), μπορούν, ως βασικά εγκλήματα, να στοιχειοθετήσουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Αυτό συνάγεται κατά την ορθή ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων, κατ' αρχάς από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 1 στοιχ. α' περ. ιι' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 και ίσχυε από ...2005, που προβλέπει ότι βασικό έγκλημα, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μπορεί να είναι κάθε αδίκημα, για το οποίο απειλείται στο νόμο ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και το περιουσιακό όφελος του υπαιτίου υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €), ρητά δε πλέον προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 περ. ιη' του Ν. 3691/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 74 δυνάμει του άρθρου 8 του Ν.4337/2015, η οποία ορίζει ότι όλα τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, χωρίς διάκριση, συγκαταλέγονται στα βασικά εγκλήματα για την συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, δηλαδή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με μόνες εξαιρέσεις: 1) κατ' άρθρο 3 περ. ιη' του Ν. 3691/2008, που προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 77 του Ν.3842/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 74 δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015: α) την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1993 [αποφυγή πληρωμής του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, μη απόδοση ή απόδοση ανακριβώς ή συμψηφισμό αυτών, καθώς και παραπλάνηση της φορολογικής αρχής με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων λαμβάνοντας επιστροφή, καθώς και διακράτηση τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €)], για την οποία η απειλούμενη ποινή ήταν φυλάκιση, πράξη που κατέστη ήδη ανέγκλητη, και β) την περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 [έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση τέτοιων στοιχείων, ανεξαρτήτως διαφυγής ή μη της πληρωμής φόρου, εφόσον η συνολική αξία αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €)], για την οποία η απειλούμενη ποινή ήταν φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, πρόβλεψη που διατηρήθηκε σε ισχύ και με το άρθρο 4 στοιχ. ιστ' περ. ιστα' του ήδη ισχύοντος Ν. 4557/2018, για όλα τα φορολογικά αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά την αναρίθμησή του δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015, ότι δηλαδή για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μπορεί να είναι κάθε αδίκημα φοροδοαφυγής, στα οποία περιλαμβάνεται και η μη υποβολή ή η ανακριβής υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (άρθρο 66 παρ. 1 περ. α'), εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ευρώ, με μόνη εξαίρεση εκείνην του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά την αναρίθμησή του δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015 [έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση τέτοιων στοιχείων, ανεξάρτητα από τη διαφυγή ή μη την πληρωμή φόρου, εφόσον η συνολική αξία αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000,00 €)], για την οποία η απειλούμενη στο νόμο ποινή είναι φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, δηλαδή τα μόνα φορολογικά αδικήματα που δεν μπορούν να θεμελιώσουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, είναι εκείνα για τα οποία η απειλούμενη στον νόμο ποινή υπολείπεται της φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών, καθώς και η διασυνοριακή απάτη σχετικά με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) του άρθρου 23 του Ν. 4689/2020, περίπτωση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση. Αντίθετη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον η βούληση του νομοθέτη εκφράστηκε με σαφήνεια, καθιερώνοντας ρητά τις εξαιρέσεις των αδικημάτων φοροδιαφυγής που δεν μπορούν να αποτελέσουν βασικό έγκλημα για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές, λαμβανομένου υπόψη ότι, καθόσον αφορά το αδίκημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη υποβολής ή η ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ευρώ, αντικείμενο της νομιμοποίησης δεν είναι το εισόδημα που αποκτήθηκε νόμιμα και δεν δηλώθηκε ή δηλώθηκε ανακριβώς, χωρίς να φορολογηθεί, αλλά ο φόρος που αναλογεί σ' αυτό, από την παράλειψη καταβολής του οποίου ωφελείται περιουσιακά ο δράστης κατά το αντίστοιχο ποσό σε βάρος του Δημοσίου, χρόνος δε τέλεσης της αντίστοιχης αξιόποινης πράξης (φοροδιαφυγής) είναι εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εξωτερίκευσε τη βούλησή του με την παράλειψη δήλωσης ή την ανακριβή δήλωση των εισοδημάτων του που υπόκεινται σε φορολογία. Περαιτέρω, από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ.: α) για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 6ζ' και 6η' μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, συγκεκριμένα δε του ότι: “(...) ζ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα ισόγειο διαμέρισμα στη θέση “... στον συνεταιρισμό .... έναντι του ποσού των 104.274,35 ευρώ, που προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. η) Αγόρασε δυνάμει της υπ' αρ. ...2008 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα διαμέρισμα γ' ορόφου στην θέση “... στον συνεταιρισμό ... έναντι του ποσού των 214.630,79 ευρώ, που προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε”, με μόνη αιτιολογία, αυτολεξεί: “(..) τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατά το νόμο την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, διότι το φερόμενο ως βασικό αδίκημα της φοροδιαφυγής (εγκληματική δραστηριότητα) δεν αύξησε το ενεργητικό της περιουσίας του κατηγορουμένου το δε ποσό του φόρου που απέφυγε να καταβάλει αυτός δια της αποκρύψεως των εισοδημάτων του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο "ξεπλύματος”“, η οποία (αιτιολογία) όμως δεν μπορεί να στηρίξει την ανωτέρω αθωωτική, για τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., απόφασή του, καθόσον ερμήνευσε εσφαλμένα τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, και β) για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 7δ' και 7ε' μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, συγκεκριμένα δε του ότι: “(...) δ) Την ...2007 αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ποσού 305.000 ευρώ από τον γραμματέα της ... πρεσβείας L. K., χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. ε) Την ...2009, αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ..., δικαιούχος του οποίου είναι αποκλειστικά αυτός ο ίδιος, ποσού 515.000 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορά πώληση μετοχών της εταιρείας ..., χωρίς όμως η πώληση αυτή να αποδεικνύεται ότι πράγματι έλαβε χώρα, αφού για αυτήν δεν υπάρχουν τα σχετικά δικαιολογητικά (ιδιωτικά συμφωνητικά, δήλωση φόρου μεταβιβάσεως μετοχών, διπλότυπο καταβολής φόρου κλπ) στην φορολογική του δήλωση, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε.”, με κύρια αιτιολογία, για αμφότερες τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις, κατά πιστή αντιγραφή: “(...) η φοροδιαφυγή στο εισόδημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως βασικό αδίκημα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα”, αιτιολογία όμως η οποία, κατά προαναφερόμενα, δεν μπορεί να στηρίξει την ανωτέρω αθωωτική, για τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., απόφασή του, με επάλληλη δε αιτιολογία, καθόσον αφορά μόνον την ανωτέρω υπό στοιχείο 7δ' μερικότερη πράξη, κατά πιστή μεταφορά: “(...) οι καταθέσεις που αναφέρονται στις ως άνω υπό τα στοιχεία (...) και δ πράξεις, οι οποίες έγιναν τα έτη 2006 και 2007 και φέρονται ως πράξεις νομιμοποίησης, προηγούνται του χρόνου τέλεσης του βασικού εγκλήματος της φοροδιαφυγής, που τελέσθηκε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τα έτη 2007 και 2008 αντίστοιχα και επομένως, δεν μπορούν και εξ αυτού του λόγου να στοιχειοθετήσουν κατά το νόμο το αποδιδόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού αυτό προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση του βασικού αδικήματος. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι, όσον αφορά την ως άνω υπό το στοιχείο δ πράξη, (7δ του παραπεμπτικού βουλεύματος), το οικονομικό έτος κατά το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος υπεχρεούτο σύμφωνα με το νόμο, να δηλώσει στη φορολογική του δήλωση την κατάθεση του ποσού των 305.000 ευρώ που έλαβε χώρα στις ...2007 από τον γραμματέα της ... πρεσβείας L. K., ήταν το έτος 2008 (αμέσως επόμενο της κατάθεσης) και όχι το έτος 2007, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα. 8), αιτιολογία όμως που είναι ελλιπής, καθόσον δεν καθίσταται σαφές αν το αναφερόμενο στην ανωτέρω μερικότερη πράξη χρηματικό ποσό των τριακοσίων πέντε χιλιάδων ευρώ (305.000,00 €) αποτελεί εισόδημα που αποκτήθηκε το έτος 2007 και δεν δηλώθηκε το οικονομικό έτος 2008, οπότε δεν τίθεται ζήτημα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, παρά μόνον φοροδιαφυγής, με τη μορφή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον φυσικά ο φόρος που αναλογεί στο εν λόγω ποσό υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ή αν το παραπάνω ποσό είναι εκείνο που αναλογεί σε φόρο στα εισοδήματα που απέκτησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., το έτος 2006 και παρέλειψε να τα δηλώσει το οικονομικό έτος 2007, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο τελευταίος, δηλαδή ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., από την τέλεση της πράξης της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για το έτος 2006 δεν κατέβαλε φόρο, που αναλογεί στα εισοδήματα αυτά, που ανέρχεται στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων έξι ευρώ και εξήντα τριών λεπτών του ευρώ (854.206,63 €), ασάφεια που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που αφορούν την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες με την εκ πλαγίου παραβίαση αυτών, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ανωτέρω υπό στοιχείο 7δ' μερικότερη πράξη, νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., και για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά το μέρος που η κατηγορία γι' αυτές στηρίζονταν στη νομιμοποίηση εσόδων από την τέλεση, ως βασικού εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία ο φόρος που αναλογεί στα εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει, ανά φορολογικό έτος, το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), με κύρια αιτιολογία, καθόσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο 8 μερικότερη πράξη, κατά πιστή μεταφορά: “(...) Οι πράξεις νομιμοποίησης που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο αρχίζουν από τις ...2007 με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, συνεχίζουν το έτος 2009, με την απόκτηση στο όνομά της των παραπάνω αυτοκινήτων και ακινήτων και καταλήγουν στις ...2011 με νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της. (...) Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο υπό κρίση αδίκημα της νομιμοποίησης δεν αρκεί η ανεπάρκεια ή η μη παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του ως προς την προέλευση της περιουσίας του, διότι αυτή δεν οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που συνιστά το βασικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο αλλά πρέπει τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης να οδηγούν κατά τρόπο αναμφίβολο στο συμπέρασμα περί του ότι η αληθής πηγή προέλευσης της "ύποπτης" περιουσίας είναι το αποκομισθέν προϊόν του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρεται, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναπτύξει δική του επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία του απέφερε κέρδη από την εκμετάλλευση των δρομώνων ίππων, από την εκμετάλλευση και τη μεσιτεία ακινήτων, από την πώληση μετοχών, από μερίσματα και από άλλες δραστηριότητές του ενώ οι αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της παραπάνω εταιρείας και η απόκτηση απ' αυτήν ακινήτων δεν ήταν ασύμβατες με το σκοπό και τη λειτουργία της τα δε αυτοκίνητα αποκτήθηκαν στο όνομά της για φορολογικούς λόγους.”, καθόσον δε αφορά την ανωτέρω υπό στοιχείο 9 μερικότερη πράξη, αυτολεξεί: “(...) Οι πράξεις νομιμοποίησης που αποδίδονται στον πρώτο κατηγορούμενο φέρουν χρόνους τέλεσης ...2011 και ...2011 και αφορούν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. (...) επισημαίνονται τα ίδια που αναφέρονται παραπάνω δηλαδή, ότι για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου στο υπό κρίση αδίκημα της νομιμοποίησης δεν αρκεί η ανεπάρκεια ή η μη παροχή εξηγήσεων εκ μέρους του ως προς την προέλευση της περιουσίας του, διότι αυτή δεν οδηγεί μονοσήμαντα στο συμπέρασμα ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που συνιστά το βασικό αδίκημα σύμφωνα με το νόμο αλλά πρέπει τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης να οδηγούν κατά τρόπο αναμφίβολο στο συμπέρασμα περί του ότι η αληθής πηγή προέλευσης της "ύποπτης" περιουσίας είναι το αποκομισθέν προϊόν του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρεται, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναπτύξει δική του επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία του απέφερε κέρδη από την εκμετάλλευση των δρομώνων ίππων, από την εκμετάλλευση και τη μεσιτεία ακινήτων, από την πώληση μετοχών και από άλλες δραστηριότητές του”, αιτιολογία όμως που είναι ελλιπής και ασαφής, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται το ύψος των εισοδημάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου - κατηγορουμένου, Σ. Ψ. του Χ., από τις ανωτέρω δραστηριότητές του, τα παραπάνω κρίσιμα χρονικά διαστήματα, για να διαπιστωθεί αν τα καθαρά εισοδήματά του ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των αναφερόμενων στις ως άνω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις ανώνυμων εταιρειών με τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, καθώς και την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται στην παραπάνω υπό στοιχείο 8 μερικότερη πράξη, περαιτέρω δε, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., τέλεσε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, για τα οικονομικά που απέκτησε έτη 2007, 2008, 2009 και 2010, δηλαδή τις αντίστοιχες χρήσεις των ετών 2006, 2007, 2008 και 2009, ο φόρος δε που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που είχαν αποκρυβεί ανέρχεται για το οικονομικό έτος 2007 στο ποσό των 854.206,63 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό 197.862,14 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό 175.679,38 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό 223.945,92 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό του 1.451.694,07 ευρώ, ουδόλως διευκρινίζεται αν και τα ανωτέρω ποσά του φόρου, που δεν κατέβαλε, τελώντας το αδίκημα της φοροδιαφυγής, χρησιμοποιήθηκαν ή όχι για τους παραπάνω λόγους (συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των ανώνυμων εταιρειών που αναφέρονται στις ανωτέρω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις και απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο 8 μερικότερη πράξη) ή αυτά αποκτήθηκαν αποκλειστικά και μόνον από καθαρά εισοδήματά του που δηλώθηκαν και φορολογήθηκαν. Τέλος, από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., και για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά το μέρος που η κατηγορία γι' αυτές στηρίζονταν στη νομιμοποίηση εσόδων από την τέλεση, ως βασικού εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία ο φόρος που αναλογεί στα εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει, ανά φορολογικό έτος, το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), με την επάλληλη αιτιολογία, για αμφότερες τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις, αυτολεξεί: "Επαναλαμβάνεται τέλος και σ' αυτή την περίπτωση, ότι η προπεριγραφείσα φοροδιαφυγή στο εισόδημα που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ως δεύτερο βασικό αδίκημα, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αποδιδόμενο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, το οποίο φέρεται ότι τέλεσε με τις παραπάνω πράξεις.”, αιτιολογία όμως η οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να στηρίξει την ανωτέρω αθωωτική, για τον πρώτο αναιρεσίβλητο - κατηγορούμενο, Σ. Ψ. του Χ., απόφαση. Με βάση τα προαναφερόμενα, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 1 στοιχ. α' περ. ιι' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, και 3 περ. ιη' του Ν. 3691/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 74 δυνάμει του άρθρου 8 του Ν.4337/2015, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, εξαιτίας ελλιπών και ασαφών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ.) από το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά τις διατάξεις της προσβαλλομένης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 6ζ', 6η', 7δ', 7ε', 8 και 9 μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που κατηγορούνταν ότι τέλεσε στην …, τις προαναφερθείσες ημερομηνίες, είναι βάσιμος, όπως βάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον αφορά τις διατάξεις της, σύμφωνα με τις οποίες ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., κηρύχθηκε αθώος για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 7δ', 8 και 9 μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά το μέρος που η κατηγορία για τις μερικότερες υπό στοιχεία 8 και 9 πράξεις στηρίζονταν στην νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την τέλεση, ως βασικού αδικήματος, της αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €). Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι για τις λοιπές μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για τις οποίες δεν γίνεται μνεία παραπάνω, για τις οποίες επίσης κρίθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσίβλητος - κατηγορούμενος, Σ. Ψ. του Χ., με την προσβαλλόμενη απόφαση, ουδεμία ρητή αιτίαση διατυπώνεται στην κρινόμενη αίτηση, όπως επίσης καμιά αιτίαση δεν προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση για την απαλλαγή με την προσβαλλόμενη απόφαση των λοιπών αναιρεσίβλητων - κατηγορουμένων, για το σύνολο των πράξεων που κατηγορούνταν και κηρύχθηκαν αθώοι. Χ. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, κατά παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με την εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διάταξης, ως προς την κήρυξη αθώου του πρώτου αναιρεσίβλητου - κατηγορουμένου, Σ. Ψ. του Χ., για τις ανωτέρω υπό στοιχεία 6ζ', 6η', 7δ', 7ε', 8 και 9 μερικότερες πράξεις, κατά το μέρος που η κατηγορία για τις μερικότερες υπό στοιχεία 8 και 9 πράξεις στηρίζονταν στην νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την τέλεση, ως βασικού αδικήματος, της αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη αθώου του πρώτου αναιρεσίβλητου - κατηγορουμένου, Σ. Ψ. του Χ. για τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης, να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. υπ' αρ. 3182/16-12-2020, 103/...2021, 690/...2021 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη αθώου του πρώτου αναιρεσίβλητου - κατηγορουμένου, Σ. Ψ. του Χ., για τις αναφερόμενες στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό στοιχεία 6ζ', 6η', 7δ', 7ε', 8 και 9 μερικότερες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά το μέρος που η κατηγορία για τις υπό στοιχεία 8 και 9 μερικότερες πράξεις στηρίζεται στην νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από την τέλεση, ως βασικού αδικήματος, της αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής, με τη μορφή της παράλειψης υποβολής ή της ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα καθαρά εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), συγκεκριμένα δε για τις ακολούθως περιγραφόμενες πράξεις: "6) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 - 2008 έχοντας ο ίδιος αποκρύψει εισοδήματα που ανέρχονται στο ποσό των 2.145.225,29 ευρώ (2.152.578,29 - 7.353) για το οικονομικό έτος 2007 (διαχείριση 1/1-31/12/2006) και των 507.759,60 ευρώ για το οικονομικό έτος 2008 (διαχείριση 1/1-31/12/2007), εν συνεχεία προέβη στη μετατροπή της περιουσίας αυτής διά της αγοράς (...) ακινήτων και ειδικότερα: (...) ζ) Αγόρασε δυνάμει του υπ' αρ. ...2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα ισόγειο διαμέρισμα στη θέση “... στον συνεταιρισμό .... έναντι του ποσού των 104.274,35 ευρώ, που προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. η) Αγόρασε δυνάμει της υπ' αρ. ...2008 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ένα διαμέρισμα γ' ορόφου στην θέση “... στον συνεταιρισμό ... έναντι του ποσού των 214.630,79 ευρώ, που προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. 7) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα των ετών (...) 2007 και 2009, μετέτρεψε και κατείχε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον: (...) δ) Την ...2007 αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση, στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας "... ποσού 305.000 ευρώ από τον γραμματέα της ... πρεσβείας L. K., χωρίς ωστόσο να δηλώσει το ποσό αυτό στη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2007, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. ε) Την ...2009, αποδέχτηκε στην κατοχή του την κατάθεση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό της Τράπεζας ..., δικαιούχος του οποίου είναι αποκλειστικά αυτός ο ίδιος, ποσού 515.000 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορά πώληση μετοχών της εταιρείας ..., χωρίς όμως η πώληση αυτή να αποδεικνύεται ότι πράγματι έλαβε χώρα, αφού για αυτήν δεν υπάρχουν τα σχετικά δικαιολογητικά (ιδιωτικά συμφωνητικά, δήλωση φόρου μεταβιβάσεως μετοχών, διπλότυπο καταβολής φόρου κλπ) στην φορολογική του δήλωση, εν γνώσει του, κατά το χρόνο της κτήσεως, ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, που ο ίδιος τέλεσε. 8) Στην …, κατά το διάστημα από ...2008 έως και το 2012, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της (...) φοροδιαφυγής στο εισόδημα, σε βαθμό κακουργήματος, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον την ...2008 εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με φερόμενη δραστηριοποίηση στον τομέα τουρισμού και της εκμεταλλεύσεως ακινήτων, την οποία χρησιμοποίησε ως "εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2007 κατά το ποσό του 1.525.680 ευρώ με καταβολή μετρητών και την ...2011 κατά το ποσό των 765.774 ευρώ με καταβολή μετρητών, αλλά και διά της αποκτήσεως μέσω αυτής το έτος 2009 κινητής και ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα αυτοκινήτων Ι.Χ.Ε. και ειδικότερα μιας ALPHA ROMEO GT με αρ. κυκλοφορίας ..., δύο SMART με αρ. κυκλοφορίας ... και ... αντιστοίχως, δύο AUDI 80 με αρ. κυκλοφορίας ... και ... αντιστοίχως, μιας ALPHA ROMEO 33 με αρ. κυκλοφορίας ..., μιας ALPHA ROMEO 75 με αρ. κυκλοφορίας ..., μιας CADILLAC ESCALADE με αρ. κυκλοφορίας ..., μιας PORSCHE CARRERA με αρ. κυκλοφορίας ..., ενός AUDI QUATRO Α8 με αρ. κυκλοφορίας ... και μιας. MERCEDES S500 με αρ. κυκλοφορίας ..., καθώς και των παρακάτω ακινήτων και συγκεκριμένα: α) ενός κτηρίου επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας 285.376,78 ευρώ, β) ενός κτηρίου στην ..., αντικειμενικής αξίας 360.018,05 ευρώ, γ) ενός ακινήτου στην περιοχή ..., αντικειμενικής αξίας 367.296,06 ευρώ και δ) δύο γραφείων στην περιοχή του ..., αντικειμενικής αξίας 170.100 ευρώ και 410.621,40 ευρώ, αντιστοίχως, έσοδα προερχόμενα από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα που διέπραξε ο ίδιος, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά. 9) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από ...2007 έως και το 2012, μετέτρεψε περιουσία εν γνώσει του ότι προέρχεται από την αξιόποινη πράξη της (...) κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα, με σκοπό την συγκάλυψη της παράνομης προελεύσεώς της, καθόσον κατά τον ως άνω χρόνο εξελέγη Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, με φερόμενη δραστηριοποίηση στον τομέα του τουρισμού και της εκμεταλλεύσεις ακινήτων, όπως και η ανωτέρω υπό στοιχείο 8 αναφερόμενη εταιρεία “....”, την οποία χρησιμοποίησε ομοίως "ως εταιρεία πλυντήριο" προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν, διά της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της την ...2011 κατά το ποσό των 584.250 ευρώ με καταβολή μετρητών και την ...2011 κατά το ποσό 212.619 ευρώ με καταβολή μετρητών ύψους 159.000 ευρώ, έσοδα προερχόμενα από την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής φοροδιαφυγής στο εισόδημα που διέπραξε ο ίδιος, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα αυτά.”.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενος μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από ...2022 υπ' αρ. …/2022 δήλωση άσκησης αναίρεσης της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 3182/16-12-2020, 103/...2021, 690/...2021 απόφασης του Ε’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Σεπτεμβρίου 2022. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Οκτωβρίου 2022
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ