Απόφαση

Αριθμός 691/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...” και διακριτικό τίτλο “....”, που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Χουσέα.
Της αναιρεσιβλήτου: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, που έκρινε εαυτόν καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, 4299/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 55/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (ΟλΑΠ 969/1973, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 727/2019). Περαιτέρω, από τις εφαρμοζόμενες στην κρινόμενη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του Ν. 3043/2002 και πριν την νέα τροποποίηση ορισμένων εξ αυτών με τον Ν.4967/9-9-2022, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά με τα ανωτέρω δικαιώματα, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού (ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 499/2017, ΑΠ 575/2013). Από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ η υπαναχώρηση, με την άσκηση της οποίας καταλύεται εξ ολοκλήρου η αρχική σύμβαση της πώλησης και στη θέση της εντάσσεται η αποκαλούμενη σχέση της εκκαθάρισης, συνιστά διαπλαστικό δικαίωμα, αφού με την άσκησή της διαπλάθεται μία νέα έννομη κατάσταση, κατά την οποία είναι υπόχρεοι να αποδώσουν, ο μεν αγοραστής το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, που αποκόμισε, ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πώλησης. Η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Όταν όμως συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που μαζί με τη συμβατική παράβαση συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό κατά το άρθρο 914 ΑΚ να επιφέρει την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε πρόκειται για σώρευση αξιώσεων, από παράβαση της σύμβασης και από αδικοπραξία, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν παράλληλα, όχι όμως να ικανοποιηθούν και οι δύο, γιατί η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη χωρίς αντικείμενο. Έτσι, σε περίπτωση πώλησης, εφόσον συντρέχουν, κατά τα ως άνω, πρόσθετα στοιχεία, μπορεί να ασκηθεί και μόνο η από την αδικοπρακτική ευθύνη αξίωση, δεδομένου ότι αυτή έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, έναντι της συμβατικής, χωρίς να έχει ως προϋπόθεση τη σύμβαση (ΑΠ 1420/2022), τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν ο πωλητής, κατά την παράδοση του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή, εν γνώσει του απέκρυψε ή αποσιώπησε αθέμιτα την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, εφόσον ο αγοραστής υπέστη ζημία από την απόκρυψη ή παρασιώπηση αυτή. Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική, ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων, και δικονομική, ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1385/2012). Όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια. Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015).
Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992,ΑΠ 689/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 59/2017). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 689/2021, ΑΠ 2/2020). Επίσης σύμφωνα με το άρθ. 932 ΑΚ επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αόριστη (ΑΠ 932/2019, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011).Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας στο Ειρηνοδικείο Πειραιά την από 20/9/2015 αγωγή, στην οποία εξέθεσε ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας ανταλλακτικών και λιπαντικών για δίτροχα οχήματα (μοτοποδήλατα, μοτοσυκλέτες κλπ), έχοντας κατοχυρώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας για τα λιπαντικά προϊόντα, που πωλεί, το διακριτικό σήμα ... και ότι, στις αρχές του έτους 2015, με συμφωνία που συνήψε με την αναιρεσείουσα, η οποία ασχολείται με την παραγωγή, συσκευασία και εμπορία λιπαντικών ειδών, ανέθεσε σε αυτήν, να την προμηθεύει με λιπαντικά σε συσκευασίες του ενός και τεσσάρων λίτρων, διαφόρων ποιοτήτων, εντός στεγανών δοχείων κατασκευής της αναιρεσείουσας, στα οποία η τελευταία θα προσάρμοζε τις ετικέτες της αναιρεσίβλητης με το αναγνωρισμένο σήμα της, τις οποίες θα της προμήθευε αυτή. Ότι η απασχόλησή της έχει σημαντικά χαρακτηριστικά εποχικότητας, τόσο γιατί η χρήση του δικύκλου είναι συνυφασμένη με τις καιρικές συνθήκες και ως εκ τούτου ο τζίρος της αυξάνεται σημαντικά το καλοκαίρι, όσο και γιατί σημαντικό μέρος των πελατών της είναι επιχειρήσεις ενοικίασης δικύκλων οχημάτων σε νησιά, οι οποίες μόνο το καλοκαίρι έχουν ανάγκη χρήσης λιπαντικών, αναφέρει δε με τα ονόματά τους και τις διευθύνσεις τους 10 τέτοιες επιχειρήσεις, που είναι πελάτες της σε νησιά. Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, η αναιρεσείουσα της πώλησε και παρέδωσε στις 25-5-2015 τις αναφερόμενες στην αγωγή, κατά είδος και τιμή, ποσότητες λιπαντικών, αντί συνολικού τιμήματος 5.904 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1.357,92 ευρώ και στις 16-7-2015 τις αναφερόμενες στην αγωγή, κατά είδος και τιμή, ποσότητες λιπαντικών αντί συνολικού τιμήματος 3.180 ευρώ πλέον ΦΠΑ 731,40 ευρώ, το δε τίμημα των πωλήσεων αυτών εξοφλήθηκε από την ίδια. Ότι ορισμένες εκ των ποσοτήτων αυτών εμφάνισαν πραγματικά ελαττώματα, λόγω της πολύ κακής στεγανότητας των δοχείων, αλλά και της αστοχίας ως προς την επικόλληση των ετικετών, τα οποία αναιρούν ή τουλάχιστον μειώνουν ουσιωδώς την αξία και την χρησιμότητά τους, με συνέπεια τόσο την επιστροφή ποσοτήτων από πελάτες της, που τα είχαν αγοράσει, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή κατά πελάτη και ποσότητες λιπαντικών, που επιστράφηκαν, όσο και την αδυναμία της ενάγουσας να διαθέσει περαιτέρω τα μη διατεθέντα λιπαντικά, που παρουσίαζαν τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα, προκειμένου να προστατεύσει την φήμη και του γόητρό της. Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε έγκαιρα στην αντικατάσταση των λιπαντικών, που εμφάνισαν τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα, με συνέπεια την παρέλευση της καλοκαιρινής περιόδο , κατά την οποία είχε δυνατότητα να διαθέσει αυτά. Ότι για τα λιπαντικά αυτά, τα οποία προσδιορίζει στην αγωγή κατά είδος, ποσότητα και τιμή αγοράς και η συνολική τους αξία ανέρχεται στο ποσό των 8.345,68 ευρώ, ασκεί το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως. Ότι περαιτέρω η εναγόμενη εταιρία, αν και κατά την παράδοση των λιπαντικών αυτών γνώριζε τα ελαττώματα αυτά, που καθιστούσαν αδύνατη την μεταπώλησή των λιπαντικών, αθέμιτα τα απέκρυψε και παρασιώπησε. Ότι από την συνιστώσα αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας α) υπέστη θετική ζημία ποσού 2.441,70 ευρώ, το οποίο απαρτίζεται από τον ποσό των 680 ευρώ, που κατέβαλε στον γραφίστα για την κατασκευή της μακέτας των ετικετών, που επικολλήθηκαν στα δοχεία των λιπαντικών, καθώς και από το ποσό των 1761,70 ευρώ για την κατασκευή των ετικετών αυτών, για το λόγο ότι οι ετικέτες αυτές δεν δύναται πλέον να χρησιμοποιηθούν σε δοχεία λιπαντικών άλλης εταιρίας, στην οποία ήδη απευθύνθηκε για να προμηθευτεί τις αναγκαίες γι' αυτήν ποσότητες λιπαντικών, β) υπέστη αποθετική ζημία ποσού 6.851,54 ευρώ, το οποίο μετά πιθανότητας κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την πώληση στους αναφερόμενους στην αγωγή πελάτες της, με του οποίους διατηρούσε μακροχρόνια συνεργασία, των ποσοτήτων με τα πραγματικά ελαττώματα, αν δεν εμφάνιζαν αυτά, αναφέροντας, προς θεμελίωση του αιτήματος αυτού, το είδος του κάθε λιπαντικού, την τιμή μονάδας αγοράς του, την τιμή μονάδας πώλησης στους πελάτες της, η οποία είναι η ίδια με την τιμή στην οποία τους είχε πωλήσει και τα λιπαντικά, που δεν είχαν πραγματικό ελάττωμα, και το συνολικό ποσό που θα ελάμβανε ως κέρδος από κάθε ποσότητα λιπαντικών και συνίσταται στην διαφορά της τιμής αγοράς του από την αναιρεσίβλητη και στην τιμή μεταπώλησης αυτού στους πελάτες της και γ) επλήγη το γόητρο και η φήμη της, γιατί αναγκάστηκε να δεχθεί επιστροφή ποσοτήτων με πραγματικά ελαττώματα, που είχε μεταπωλήσει στους πελάτες της και για το λόγο αυτό πρέπει να της επιδίκασθεί ως εύλογη Χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη το ποσό των 2.000 ευρώ. Τέλος ζήτησε, για τους ανωτέρω λόγους, να κηρυχθεί η πώληση ως προς τις ποσότητες λιπαντικών, που είχαν πραγματικά ελαττώματα, λυμένη λόγω της ασκηθείσας με την αγωγή υπαναχώρησης (όπως εκτιμάται προσηκόντως το αίτημα αυτό της αγωγής, αφού η αναιρεσίβλητη αναφέρει την φράση "αναστροφή" της πώλησης, αντί της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο "υπαναχώρησης”) και περαιτέρω, να αναγνωριστεί, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται για τις ανωτέρω αιτίες να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 19.638,92 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αρ. 161/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία αυτό αποφάνθηκε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, και στην συνέχεια η υπ' αρ. 4299/2018 απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν ως αόριστα και γι' αυτό απαράδεκτα τα αιτήματα της αγωγής για αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να καταβάλει τα ποσά των 6.851,54 - 2.441,70 και 2.000 ευρώ για αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη), θετική ζημία και εύλογη Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αντιστοίχως, και κατά τα λοιπά έγινε δεκτή η αγωγή και αφού κηρύχθηκαν λυμένες οι επίδικες συμβάσεις πώλησης, ως προς τα φέροντα το ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα της διαρροής λιπαντικού από τα δοχεία εμπορεύματα, λόγω της υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης από τις συμβάσεις αυτές, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το τίμημα των συμβάσεων αυτών, ποσού 8.345, 68 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή της, με την από 1/2/2019 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ότι τα απορριφθέντα πρωτοδίκως ως αόριστα και γι' αυτό απαράδεκτα αιτήματα της αγωγής είναι ορισμένα και συνεπώς παραδεκτά και στην συνέχεια, αφού εξαφάνισε καθ' ολοκληρίαν την εκκαλούμενη απόφαση για την ενότητα του τίτλου εκτέλεσης, δικάζοντας κατ' ουσίαν τα αιτήματα αυτά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα καταβολής θετικής ζημίας ποσού 2.241,70 ευρώ, έκανε δεκτό το αίτημα καταβολής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντων κερδών) ποσού 6.851,54 ευρώ, έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα καταβολής εύλογης Χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το ποσό των 300 ευρώ και αφού κήρυξε λυμένες τις επίδικες συμβάσεις πώλησης, ως προς τα φέροντα το ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα της διαρροής λιπαντικού από τα δοχεία εμπορεύματα, λόγω της υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης από τις συμβάσεις αυτές, αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των (8.345, 68 + 6.851,54 + 300=) 15.497, 22 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, τόσον κατά το αίτημά της για καταβολή αποζημίωσης στην αναιρεσίβλητη για τα διαφυγόντα κέρδη ποσού 6.851,54 ευρώ, τα οποία απώλεσε από τη συνιστώσα αδικοπραξία της αναιρεσείουσας εν γνώσει της αθέμιτη απόκρυψη των υφισταμένων πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων στην αναιρεσίβλητη λιπαντικών, όσο και κατά το αίτημα καταβολής στην αναιρεσίβλητη εύλογης Χρηματικής ικανοποίησης ποσού 2.000 ευρώ, λόγω της προσβολής της φήμης της από την αδικοπραξία αυτή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 932 Α.Κ. σε συνδυασμό με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αγωγή ότι κατά την πώληση και παράδοση από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη των αναφερομένων στην αγωγή ποσοτήτων λιπαντικών, η αναιρεσείουσα, ενώ γνώριζε ότι μέρος αυτών συνολικής αξίας 8.345,68 ευρώ, είχε τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά ελαττώματα της πολύ κακής στεγανότητας των δοχείων τους και της αστοχίας στην επικόλληση των ετικετών στα δοχεία αυτά, όμως αθέμιτα το απέκρυψε από την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα αυτή, της οποίας ο τζίρος αυξάνεται το καλοκαίρι, γιατί σημαντικό μέρος των πελατών της είναι επιχειρήσεις που εκμισθώνουν δίκυκλα οχήματα σε νησιά, οι οποίες λειτουργούν μόνο το καλοκαίρι, να μην μπορέσει να διαθέσει τα φέροντα τα πραγματικά ελαττώματα λιπαντικά λόγω της λήξεως της καλοκαιρινής περιόδου, κατά την οποία μόνο θα μπορούσαν να μεταπωληθούν και να απωλέσει έτσι το κέρδος, που θα αποκόμιζε από την πώληση αυτή, αρκούσαν για την πληρότητα της αγωγής ως προς το αίτημα επιδίκασης των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσείουσας και δεν απαιτούνταν και πρόσθετα στοιχεία, γιατί στην αγωγή αναφέρονται τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει η αναιρεσίβλητη με την εξεύρεση επιχειρήσεων - πελατών της με εποχική δραστηριότητα μόνο κατά τη θερινή περίοδο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στην αγωγή 10 επιχειρήσεις, με τις οποίες είχε μακροχρόνια συνεργασία, στις οποίες όχι μόνο επεδίωκε αλλά και είχε αρχίσει την πώληση των λιπαντικών, όσο και η έγκαιρη, πριν την έναρξη της θερινής περιόδου, αγορά από την αναιρεσείουσα των λιπαντικών, που έφεραν ετικέτα με το κατοχυρωμένο διακριτικό σήμα της, με σκοπό την μεταπώλησή τους, τα οποία μέτρα καθιστούσαν πιθανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το κέρδος που θα αποκόμιζε από την πώληση των φερόντων τα πραγματικά ελαττώματα λιπαντικών στις ανωτέρω επιχειρήσεις κατά τη θερινή περίοδο του έτους 2015, συνιστάμενο στην αναφερόμενη στην αγωγή διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής μεταπώλησης αυτών, το οποίο απώλεσε, γιατί έληξε η θερινή περίοδος, πριν προλάβει να αγοράσει και πωλήσει στις επιχειρήσεις αυτές άλλα λιπαντικά φέροντα το διακριτικό σήμα της, δεν ήταν αναγκαίο δε, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, να αναφέρεται στην αγωγή "τι απέγιναν τα λιπαντικά, που δεν πωλήθηκαν”, για τα οποία άλλωστε μετά την υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης και τη λύση των συμβάσεων πωλήσεως, η αναιρεσείουσα έχει απαίτηση επιστροφής τους. Επίσης τα αναφερόμενα στην αγωγή ότι από την ανωτέρω αδικοπραξία της αναιρεσείουσας επλήγη η φήμη και το γόητρό της στις επιχειρήσεις - πελάτες της, αφού δεν κατάφερε να τους προμηθεύσει έγκαιρα με λιπαντικά, ενώ και τέσσερις από αυτές, που αναφέρονται στην αγωγή, της επέστρεψαν πωληθέντα λιπαντικά, που έφεραν τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα, αρκούσαν, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της αγωγής για το αίτημα καταβολής εύλογης Χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δεν απαιτούνταν περισσότερα στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας ως προς τα αιτήματα καταβολής αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη και εύλογης Χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση των εν λόγω αιτημάτων και, ως εκ τούτου, οι πρώτος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Επίσης, αβάσιμος είναι ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην απόφαση η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη της ένστασης αοριστίας της αγωγής ως προς τα ανωτέρω αιτήματα, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, γιατί το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι είναι ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή η αγωγή ως προς τα ανωτέρω αιτήματα καταβολής αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη και εύλογης Χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί το Εφετείο για να κρίνει ότι η αγωγή είναι ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή κατά τα ανωτέρω αιτήματα δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο εκτίμησε το περιεχόμενο της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “...”, για αναίρεση της υπ' αριθ. 55/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ