ΑΡΙΘΜΟΣ 30/2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παναγιώτα Γκόγκου, Eφέτη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Εφετών, και το γραμματέα Βασίλειο Θάνο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ... του …, κατοίκου Παρακαλάμου Πωγωνίου Ιωαννίνων, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γοργόλη του ΔΣ Ιωαννίνων.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο «Ο.Π.Α.Π. ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Λεωφόρος Αθηνών, αρ. 112) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καζαντζή του ΔΣ Ιωαννίνων.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 9-8-2018 (αρ. εκθ. κατάθ. …/10-8-2018) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Το δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 64/2021 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από 30-6-2021 (αρ. εκθ. κατάθ. …/1-7-2021) έφεσή της, για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, οπότε και συζητήθηκε.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του οικείου πινακίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω, και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας κατά της 64/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις 9-6-2021 (βλ. την από 19-6-2021 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ... σε αντίγραφο της εκκαλουμένης) και το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στις 1-7-2021, δηλαδή εντός της προθεσμίας των 30 ημερών (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αρμόδια δε φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επίσης, για το παραδεκτό της άσκησής της και σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠολΔ, κατατέθηκε από την εκκαλούσα το με αριθμό ... e παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 1-7-2021 βεβαίωση της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων επί του αντιγράφου της έφεσης Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων από 9-8-2018 (αρ. εκθ. κατάθ. …/10-8-2018) αγωγή της εξέθετε ότι διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα οργάνωσης, λειτουργίας, διαχείρισης και διεξαγωγής τυχερών παιγνίων και στοιχημάτων στην Ελλάδα για λογαριασμό του Δημοσίου έως το έτος 2030, δυνάμει νόμου, της από 15-12-2000 σύμβασης μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου και της από 12- 12-2011 πρόσθετης πράξης στην ως άνω σύμβαση. Ότι η εναγομένη, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, είναι κάτοχος αδείας λειτουργίας πρακτορείου, το οποίο έλαβε κωδικό 123195. Ότι με την ιδιότητά της αυτή, ήτοι ως πράκτοράς της (ενάγουσας), παρείχε στο κοινό, επ’ αμοιβή τις εμπορικές της υπηρεσίες, ήτοι τη διαχείριση των ανατεθειμένων σ’ αυτήν διαφόρων υπηρεσιών, οι οποίες συνίσταντο στην παραλαβή από τους παίκτες δελτίων ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ και άλλων παιχνιδιών, που αυτή (ενάγουσα) διεξάγει και διαχειρίζεται, την επισήμανση των δελτίων τούτων, την είσπραξη του αντιτίμου τους από τους παίκτες και την κατά νόμο απόδοσή τους σ’ αυτήν εντός προθεσμίας τριών ημερών από την είσπραξή του, αφαιρούμενης της αποζημίωσης (αμοιβής/προμήθειας) της για τις από αυτήν πραγματοποιούμενες εργασίες. Ότι η εναγομένη παρά την κατά νόμο υποχρέωσή της, δεν απέδωσε, ως όφειλε, στην ίδια τα εισπραχθέντα για λογαριασμό της από τους παίκτες χρηματικά ποσά, τα οποία αντιστοιχούσαν στην αξία των επισημανθέντων διά του πρακτορείου της παιχθέντων δελτίων, μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης αμοιβής της (προμήθειας). Ότι το χρονικό διάστημα από 2003 έως και 2007 και σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή εκκαθαριστικά, η εναγομένη όφειλε να της αποδώσει, βάσει της μεταξύ τους σύμβασης, το συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ, όπως το ποσό αυτό προκύπτει αναλυτικά από το αντίγραφο καρτέλας, που ενσωματώνεται σ’ αυτή (αγωγή), πλην όμως δεν το έπραξε παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της και τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν, με επακόλουθο να της αφαιρεθεί οριστικά η σχετική άδεια λειτουργίας του ως άνω πρακτορείου το έτος 2007. Ότι επικουρικά η εναγομένη με την ως άνω ιδιότητά της (εντολοδόχος) ιδιοποιήθηκε το ως άνω συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ παράνομα και υπαίτια, διαπράττοντας το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ως άνω ποσό με βάση τη σύμβαση πρακτορείας, επικουρικά ως αποζημίωση για τη θετική ζημιά που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της (αδικοπραξία) και όλως επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι έγινε πλουσιότερη κατά το ανωτέρω ποσό σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε επιμέρους ποσό της συνολικής οφειλής ήταν απαιτητό, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να απαγγελθεί σε βάρος της εναγόμενης, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς την κύρια βάση της (σύμβαση πρακτορείας) και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 84.228,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της και ζητεί, με τους λόγους αυτής, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστεί η ενάγουσα στη δικαστική της δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
I. Η σύμβαση πρακτορείας αποτελεί μορφή παροχής διαμεσολαβητικών υπηρεσιών με αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (βλ ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014 δημ. Νόμος). Αντικείμενο της σύμβασης μπορεί να είναι η διενέργεια υλικών πράξεων από τον πράκτορα ή και η σύναψη συμβάσεων από αυτόν, κατά κανόνα, στο όνομα του προσώπου που του έχει αναθέσει την υπόθεση (αντίθετα με τον παραγγελιοδόχο που ενεργεί στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 90 ΕμπΝ), το δε ζήτημα εάν ο πράκτορας συμβάλλεται στο όνομα του αναθέτοντος ή το δικό του, ήτοι ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος, κρίνεται κατά περίπτωση (βλ. Ολ ΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014, ΑΠ 697/2012 δημ. Νόμος). Η ρύθμιση του εν λόγω συμβατικού τύπου στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής και ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος «περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων”, η οποία ανάγεται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας. Ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, του ασφαλιστικού πράκτορα που προβλέπεται στο άρθρο 2 ν. 1569/1985 και του πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων που προβλέπεται στο ν. 1905/1990. Σε κάθε περίπτωση η σύμβαση πρακτορείας, ενόψει του ως άνω αντικειμένου της, εμπεριέχει τα στοιχεία της εντολής και προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου (κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου) είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ αντίθετα κατά το άρθρο 90 ΕμπΝ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου. Η νομοθετική ρύθμιση της σύμβασης πρακτορείας, μολονότι αναγκαία, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ελλιπής, με συνέπεια να διαπιστώνεται η ύπαρξη ακούσιου (γνήσιου) νομοθετικού κενού και να εφαρμόζονται αναλογικά σε αυτήν οι διατάξεις, αφενός μεν του Αστικού Κώδικα για την εντολή και δη τα άρθρα 713-719 ΑΚ (στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 ΕισΝΑΚ- ΑΠ 159/2018 δημ. Νόμος), αφετέρου δε και οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή και ταυτίζεται μ’ αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007, που προβλέπει ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 (βλ. ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014 ό.π. ΕφΑθ 530/2021, ΕφΑθ 2367/2021 δημ. Νόμος). Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Για την ταυτότητα πάντως του νομικού λόγου, σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρο 4 παρ 1 Σ και 288 ΑΚ), γίνεται δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ 4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν αυτό το χαρακτήρα (βλ. ΑΠ 2219/2014 Δημ. Νόμος, ΕφΑθ 530/2021, ΕφΑθ 2367/2021 ο.π.). Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει σ` αυτόν καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί αγωγής του εντολέα κατά του εντολοδόχου για την απόδοση αυτών που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής είναι να προσδιορίζεται σ’ αυτή ευσύνοπτα και με σαφήνεια, η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενο της, δηλαδή το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο να εκτελέσει και τι απέκτησε από την περάτωση της. Άλλα στοιχεία, όπως ο χρόνος και ο τόπος κατάρτισης της σύμβασης, οι δαπάνες κτήσης, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών από τον εντολέα, εφόσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής (βλ. ΑΠ 185/2015, ΑΠ 1122/2010, ΑΠ 766/1988, ΕφΔωδ 257/2018, ΕφΑθ 5448/2010, ΕφΘεσ 2516/1995 δημ. Νόμος).
ΙΙ. Με το Β.Δ. 20/29.12.1958 συστάθηκε το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου» (Ο.Π.Α.Π.), το οποίο με το Π.Δ. 228/21.09.1999 {ΦΕΚ Α’ 193/21.09.1999} μετατράπηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.». Η ως άνω ανώνυμη εταιρεία έχει ως σκοπό την οργάνωση, λειτουργία και διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΚΙΝΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, ΑΡΙΘΜΟ ΛΑΧΕΙΩΝ, ΛΑΧΕΙΩΝ - ΠΑΙΓΝΙΩΝ καθώς και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου [άρθρο 2 του Π.Δ, 228/1999, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 24 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ Α’ 81/05.04.2013)]. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε,”, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης [άρθρο 27 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ Α’ 219/12.10.2000)], υπέγραφε με το Ελληνικό Δημόσιο τη με ημερομηνία 15.12.2000 σύμβαση, δυνάμει της οποίας αυτή κατέχει για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών το δικαίωμα αποκλειστικής διεξαγωγής, διαχείρισης οργάνωσης και λειτουργίας των παιγνιδιών που διεξάγονται από αυτόν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στη σχετική σύμβαση, ενώ την 12η.12.2011 υπεγράφη παράταση της διάρκειας της ως άνω σύμβασης για δέκα (10) επιπλέον έτη. Για την επίτευξη του σκοπού της η ως άνω ανώνυμη εταιρεία έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να συνιστά σε όλη τη χώρα πρακτορεία, στα οποία πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της κατ' αποκλειστικότητα, με τη χορήγηση αδειών λειτουργίας των πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που κάθε φορά θέτει το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση και ανάκληση της άδειας πρακτόρευσης παιχνιδιών της «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.» περιλαμβάνονται στη με αριθμό 25148/27.10.1999 υπουργική απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού με τον τίτλο «Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων - Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων Ο.Π.Α.Π.» [(ΦΕΚ Β’ 2004/11.11.1999 - ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 24 §§ 60 και 63 του ν. 4141/2013(ΦΕΚ Α’ 81/05.04.2013)], η οποία εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 7 § 24 εδ. γ' του ν. 2557/1997), όπου, σύμφωνα με το άρθρο 1 προβλέπονται τα σχετικά με τη χορήγηση της σχετικής άδειας λειτουργίας πρακτορείου. Περαιτέρω, το άρθρο 3 § 3 εδ. α' της ως άνω υπουργικής Απόφασης προέβλεπε ότι: «Οι πράκτοράς είναι υποχρεωμένος να καταθέτει χωρίς καμιά καθυστέρηση της εισπράξεις των παιγνιδιών στην τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο Οργανισμός και σύμφωνα με τον τρόπο και τον χρόνο που θα το υποδειχθεί από τον ΟΠΑΠ”, ενώ στο άρθρο 3 παρ. 33 της ίδιας υπουργικής Απόφασης όριζε ότι «Δεν επιτρέπεται: α) η με οποιοδήποτε τρόπο μίσθωση-υπενοίκιαση της άδειας, β) η μεταβίβαση της άδειας από πράκτορα σε τρίτο, χωρίς έγκριση του ΟΠΑΠ και γ) η υποπρακτόρευση». Συνεπώς, συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των ανωτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, είναι άκυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (βλ. ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018 δημ. Νόμος). Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (βλ. ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 755/2021 δημ. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αγωγή, όπως το ιστορικό της εκτέθηκε ανωτέρω και αναφορικά με την κύρια βάση της, που στηρίζεται στη σύμβαση πρακτορείας, επί της οποίας εφαρμόζονται κυρίως οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στη με αριθμό Ι νομική σκέψη της παρούσης, είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα από το νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις που εκτίθενται στην ίδια νομική σκέψη και συγκεκριμένα η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής, το περιεχόμενο της, δηλαδή το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στην εναγομένη ως εντολοδόχο να εκτελέσει και το ποσό το οποίο απέκτησε από την περάτωση της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που εκτίθενται στη με αριθμό Ι νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών, την υπ’ αριθ. .../09-11-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. .../1-11-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ...), την υπ’ αριθ.../5-12-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων ..., που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθ. .../29-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), τις από 1-10-2013, 2-10-2013, 3-10-2013 και 4-10-2013, 5-10-2013 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, που προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον κρίνεται ότι δεν δόθηκαν αποκλειστικά για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα υπόθεση (βλ. ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 528/2018 δημ. Νόμος) σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 της με αριθμό 25148/27.10.1999 υπουργικής απόφασης της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού με τον τίτλο «Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων - Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων Ο.Π.Α.Π.» (ΦΕΚ Β’ 2004/11.11.1999) η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.» χορηγεί ενιαία άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ή οποιουδήποτε άλλου παιχνιδιού θα διοργανώνει ή εποπτεύει ή διαχειρίζεται στο μέλλον κατά την κρίση της σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τη μορφή εταιρείας, εφόσον πληρούνται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει ο Οργανισμός για το κάθε παιχνίδι χωριστά. Περαιτέρω, το άρθρο 3 παρ. 3 της ίδιας Υπουργικής Απόφασης προβλέπει ότι ο πράκτορας είναι υποχρεωμένος, μεταξύ άλλων, να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις των παιχνιδιών στην τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο Οργανισμός και σύμφωνα με τον τρόπο και τον χρόνο που θα του υποδειχθεί από την «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.», καθώς και να είναι συνεπής προς όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον Οργανισμό. Σημειώνεται ότι τα συνολικά χρηματικά ποσά που πράκτορας εισπράττει από τους πελάτες του ανά παιχνίδι, η προμήθεια που του αναλογεί, τα κέρδη που τυχόν αποδίδει σε πελάτες για δελτία που έχουν κερδίσει, οι πάσης φύσης χρεοπιστώσεις και το εναπομείναν ποσό που ο πράκτορας οφείλει να αποδώσει στον Οργανισμό προκύπτουν αναλυτικά και με ακρίβεια από τα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα που εκδίδονται κάθε φορά από τη διασυνδεδεμένη (on line) με το κεντρικό σύστημα της «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.» τερματική μηχανή του πρακτορείου του και εκδίδονται σε δύο λογιστικές περιόδους ανά εβδομάδα. Ειδικότερα: α) η πρώτη λογιστική περίοδος αρχίζει το πρωί της Παρασκευής και λήγει το βράδυ της Δευτέρας, ενώ το μηχανογραφημένο εκκαθαριστικό που απεικονίζει το σύνολο των συναλλαγών του πρακτορείου αυτής της περιόδου και το ποσό το οποίο πρέπει ο πράκτορας να αποδώσει, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του, εκδίδεται από τον τελευταίο το πρωί της Τρίτης και πρέπει να εξοφληθεί έως την Πέμπτη και ώρα 14:30, και β) η δεύτερη λογιστική περίοδος αρχίζει το πρωί της Τρίτης και λήγει το βράδυ της Πέμπτης, ενώ το εκκαθαριστικό που την αφορά εκδίδεται από τον πράκτορα το πρωί της Παρασκευής και πρέπει να εξοφληθεί έως την Δευτέρα και ώρα 14:30 (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη μετ' επίκλησης από την ενάγουσα ένορκη βεβαίωση). Ακόμα, το άρθρο 3 παρ. 33 της ως άνω υπουργικής Απόφασης όριζε «Δεν επιτρέπεται: α) η με οποιοδήποτε τρόπο μίσθωση-υπενοίκιαση της άδειας, β) η μεταβίβαση της άδειας από πράκτορα σε τρίτο, χωρίς έγκριση του ΟΠΑΠ και γ) η υποπρακτόρευση». Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας χορηγήθηκε στην εναγόμενη άδεια λειτουργίας πρακτορείου Ο.Π.Α.Π., το οποίο έλαβε τον κωδικό αριθμό 123195. Με βάση την ως άνω άδεια η εναγόμενη ξεκίνησε να λειτουργεί το ως άνω πρακτορείο σε μισθωμένο κατάστημα στο Δημοτικό Διαμέρισμα Παρακαλάμου του Δήμου Πωγωνίου από τις 15-4-2002, ως πράκτορας του Ο.Π.Α.Π., παρέχοντας στο κοινό επ' αμοιβή τις εμπορικές της υπηρεσίες, οι οποίες συνίσταντο στην παραλαβή από τους παίκτες δελτίων ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ και άλλων παιχνιδιών που διεξάγει και διαχειρίζεται η ενάγουσα, στην επισήμανση των δελτίων τούτων, στην είσπραξη του αντιτίμου τους από τους παίκτες και στην κατά νόμο απόδοσή του στην ενάγουσα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την είσπραξή του, ήτοι εντός τριών (3) ημερών, αφαιρουμένης της αποζημίωσης (αμοιβής/προμήθειας) της για τις πραγματοποιούμενες από αυτήν εργασίες. Σημειώνεται ότι η τιμή στήλης για κάθε ένα από τα παιχνίδια που οργανώνει, λειτουργεί και διεξάγει η «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.» καθορίζεται στους οικείους Κανονισμούς Διεξαγωγής των ανωτέρω παιχνιδιών, όπως αυτοί δημοσιεύονται στο τεύχος Β’ του ΦΕΚ. Ειδικότερα, η τιμής στήλης: 1) για το παιχνίδι ΚΙΝΟ ανέρχεται από τις 23-12-2003 στο ποσό των λεπτών πενήντα (0,50 ευρώ), 2) για το παιχνίδι ΕΞΤΡΑ 5 ανέρχεται από τις 22-11-2002 στο ποσό των λεπτών πενήντα (0,50 ευρώ), 3) για το παιχνίδι ΣΟΥΠΕΡ 3 ανέρχεται από τις 22-11-2002 στο ποσό των λεπτών πενήντα (0,50 ευρώ), 4) για το παιχνίδι ΛΟΤΤΟ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών δεκαπέντε (0,15 ευρώ), 5) για το παιχνίδι ΠΡΟΤΟ ανέρχεται από την 1-1-.2002 στο ποσό των λεπτών τριάντα (0,30 ευρώ), 6) για το παιχνίδι ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών δέκα (0,10 ευρώ), 7) για το παιχνίδι ΠΡΟΠΟ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών δέκα (0,10 ευρώ), ενώ από τις 9-6-2006 στο ποσό των λεπτών δεκαπέντε (0,15 ευρώ), 8) για το παιχνίδι ΤΖΟΚΕΡ ανέρχεται από την1-1-2002 στο ποσό των λεπτών τριάντα (0,30 ευρώ) και 9) για το παιχνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών τριάντα (0,30 ευρώ - βλ. σχετικά τα ΦΕΚ με αριθμούς 1.913/23.12.2003, 1.474/22.11.2002, 1.426/27.11.2000, 1.425/27.11.2000, 284/09.06.2006, 1417/22.11.2000 και 1427/27.11.2000). Ομοίως, η προμήθεια που λαμβάνουν οι πράκτορες, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, ως αποζημίωση για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, όπως προκύπτει από τους ως άνω Κανονισμούς Διεξαγωγής παιχνιδιών ανέρχεται για τα παιχνίδια ΕΞΤΡΑ 5, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΠΡΟΠΟ και ΤΖΟΚΕΡ σε 12 %, ενώ για το παιχνίδι ΚΙΝΟ σε 7% έως την τις 5-10-2006 και από τις 6-10-2006 σε 7,5%, για το παιχνίδι ΣΟΥΠΕΡ 3 σε 8% από τις 22-11-2002 και για το παιχνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ σε 8% από τις 30-5-2000 έως τις 10-8-2008 (βλ. σχετικώς τα ΦΕΚ με ΑΡΙΘΜΟύς 1.427/27.11.2000, 1.474/22.11.2002, 1.426/27.11.2000, 1.425/27.11.2000, 1.417/22.11.2000 και 671/30.05.2000). Η εναγόμενη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είχε την υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα το σύνολο των εισπραχθέντων κάθε λογιστικής περιόδου, μετά την αφαίρεση της αμοιβής της και των κερδών που είχε στο μεταξύ καταβάλει στους πελάτες, μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, από την έκδοση κάθε εκκαθαριστικού. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από την 19-5-2003 έως την 17-12-2007, παρά την κατά τον νόμο και τη σύμβαση πρακτορείας υποχρέωσή της, δεν απέδωσε, ως όφειλε, στην ενάγουσα τα εισπραχθέντα από τους παίκτες χρηματικά ποσά που έλαβε στην κατοχή της και που αντιστοιχούσαν στην αξία των επισημανθέντων διά του πρακτορείου της δελτίων για το προκαθορισμένο ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ και ΚΙΝΟ, ανερχομένης της μη αποδοθείσας στην ενάγουσα αξίας των δελτίων στο συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ, όπως αυτή προκύπτει από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 30-11-2018 λογιστική καρτέλα πράκτορα σε συνδυασμό με τα εκδοθέντα σχετικά εκκαθαριστικά, ήτοι: 1) το με αριθμό …/19-5-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 3.366,15 ευρώ, 2) το με αριθμό ../22-5-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 442,17 ευρώ, 3) το με αριθμό …/26-5-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 460,33 ευρώ, 4) το με αριθμό ../8-9-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 938,65 ευρώ, 5) από το με αριθμό …/10-11-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 1.422,93 ευρώ, 6) το με αριθμό …/12-1-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.626,76 ευρώ, 7) το με αριθμό …/15-1-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 3.209,78 ευρώ, 8) το με αριθμό …/8-4-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 834,56 ευρώ, 9) το με αριθμό …/12-4-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.651,50 ευρώ, 10) το με αριθμό …/19-4-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.032,90 ευρώ, 11) το με αριθμό …/30-8-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.748,59 ευρώ, 12) το με αριθμό …/2-9-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.742,98 ευρώ, 13) το με αριθμό .../9-9-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 256,38 ευρώ, 14) το με αριθμό …/5-11-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 9.174,47 ευρώ, 15) το με αριθμό …/11-11-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 4,469,52 ευρώ, 16) το με … /29-11-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 9.379,89, 17) το με αριθμό …/2-12-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 12.127,81 ευρώ, 18) το με αριθμό …/6-12-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 9.401,23 ευρώ, 19) το με αριθμό …/30-12-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.053,29 ευρω, 20) το με αριθμό …/31-1-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.058,49 ευρώ, 21) το με αριθμό …/3-2-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 4.887,14 ευρώ, 22) το με αριθμό …/10-3-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.234,02 ευρώ, 23) το με αριθμό …/14-3-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.122,35 ευρώ, 24) το με αριθμό …/17-3-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 2.670,68 ευρώ, 25) το με αριθμό …/7-4-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 5.311,23 ευρώ, 26) το με αριθμό …/11-4-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.146,59 ευρώ, 27) το με αριθμό …/25-4-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 1.994,13 ευρώ, 28) το με αριθμό …/30-5-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 1.994,13 ευρώ, 29) το με αριθμό …/29-12-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 1.994,13 ευρώ, 30) το με αριθμό ../6-3-2006 εκκαθαριστικό, αξίας ευρώ 6.221,62 ευρώ, 31) το με αριθμό .../9-3-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 8.564,85 ευρώ, 32) το με αριθμό …/13-3-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 7.293,53 ευρώ, 33) το με αριθμό …/16-3-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 12.527,24 ευρώ, 34) το με αριθμό …/20-3-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 10.599,06 ευρώ, 35) το με αριθμό …/30-3-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 1.529,86 ευρώ, 36) το με αριθμό …/27-4-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 1.534,51 ευρώ, 37) το με αριθμό …/18-9-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 112,37 ευρώ, 38) το με αριθμό …/4-1-2007 εκκαθαριστικό, αξίας 1.667,50 ευρώ, 39) το με αριθμό …/19-7-2007 εκκαθαριστικό, αξίας 123,89 ευρώ και 40) το με αριθμό ../17-12-2007 εκκαθαριστικό, αξίας 138,89 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τον Νοέμβριο του έτους 2004, αφού αιτήθηκε τη ρύθμιση της υφιστάμενης οφειλής της, η οποία εκείνη τη χρονική στιγμή ανερχόταν στο ποσό των 14.890,78 ευρώ, κατέβαλε, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 30.11.2018 λογιστική καρτέλα πράκτορα, στις 30-11-2004 τα ποσά των 7.000 και 6.000 ευρώ, με συνέπεια το υπόλοιπο της οφειλής της να ανέλθει στο ποσό των 1.190,78 ευρώ. Ακολούθως, στις 31-12-2004, επειδή το υπόλοιπο της οφειλής της ανήλθε στο ποσό των 29.003,23 ευρώ, η ενάγουσα το μετέφερε στις επισφαλείς απαιτήσεις της. Στη συνέχεια, η εναγομένη αιτήθηκε εκ νέου τη ρύθμιση της οφειλής της και κατέβαλε: α) στις 25-1-2005 το ποσό 5.000 ευρώ, β) στις 22-2-2005 το ποσό των 7.500 ευρώ, γ) στις 11-3-2005 το ποσό 3.000 ευρώ και δ) στις 5-4-2005 το ποσό των 5.500,00 ευρώ, ενώ συγχρόνως κατέβαλε και τις προβλεπόμενες δόσεις της σχετικής ρύθμισης της οφειλής της, ήτοι: α) στις 27-1-2005 το ποσό των 1.053,29 ευρώ για τη δόση μηνός Ιανουαρίου 2005, β) στις 28-2-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Φεβρουάριου 2005, γ) στις 31-3-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Μαρτίου 2005, δ) στις 25-4-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Απριλίου 2005, ε) στις 30-5-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Μαΐου 2005 και στ) στις 29-12-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Δεκεμβρίου 2005. Κατόπιν στις 31-12-2005, επειδή το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής της ανήλθε στο ποσό 43.864,65 ευρώ, η ενάγουσα το μετέφερε στις επισφαλείς απαιτήσεις της, ενώ η εναγόμενη αιτήθηκε εκ νέου τη ρύθμιση της οφειλής της και κατέβαλε στις 31-1-2006 το ποσό των 5.700 ευρώ, με επακόλουθο το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής της να ανέλθει στο ποσό των 38.164,65 ευρώ. Έπειτα, κατέβαλε δύο δόσεις (Μαρτίου και Απριλίου) της σχετικής ρύθμισης της συνολικής οφειλής της, ήτοι κατέβαλε αντίστοιχα στις 30-3-2006 και στις 27-4-2006 το ποσό των 1.534,51 ευρώ. Ακολούθως, στις 31-12-2006, επειδή το συνολικό υπόλοιπο της οφειλής της ανήλθε στο ποσό 83.823,75 ευρώ, η ενάγουσα το μετέφερε στις επισφαλείς απαιτήσεις της, ενώ στις 4-1-2007 η ενάγουσα κατέβαλε τη δόση μηνός Δεκεμβρίου 2006, ποσού 1.534,51 ευρώ. Η εναγομένη, δηλαδή, παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και τις διαδοχικές ρυθμίσεις των εκάστοτε οφειλών της εξακολουθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, να οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό 84.228,62 ευρώ, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 30.11.2018 λογιστική καρτέλα πράκτορα σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά. Ακολούθως, η εναγομένη υπέβαλε στην ενάγουσα την από 24-8-2007 αίτησή της, με την οποία, αφού συνομολόγησε την υφιστάμενη ως άνω οφειλή της, ζήτησε τη μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου της. Ειδικότερα, αυτή αναφέρει χαρακτηριστικά στην προρρηθείσα αίτησή της ότι: «Στη συνέχεια για οικογενειακούς λόγους και σοβαρούς προσωπικούς που αφορούν στην υγεία μου αδυνατώ να το λειτουργήσω και έτσι το πρακτορείο παραμένει ανενεργές. Επειδή αδυνατώ να λειτουργήσω το πρακτορείο καθώς επίσης και να ανταποκριθώ στην εξόφληση των οικονομικών μου υποχρεώσεων έναντι του Ο.Π.Α.Π., οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 82.000 ευρώ περίπου, ζητώ με την παρούσα να μεταβιβαστεί η άδεια λειτουργίας του πρακτορείου στον ... του …, κατοίκου Ιωαννίνων, ο οποίος και θα αναλάβει την σχετική υποχρέωση εξόφλησης των οικονομικών μου υποχρεώσεων έναντι του Ο.Π.Α.Π.». Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου Α/…/16-10-2007 έγγραφο σε συνδυασμό με τη με αριθμό 32/3-10-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, η τελευταία απέρριψε την ως άνω αίτηση της εναγομένης για αλλαγή επωνυμίας σε τρίτο πρόσωπο και αποφάσισε την οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου της λόγω παράβασης του άρθρου 3 παρ. 3 του Κανονισμού Λειτουργίας Πρακτορείων. Ακόμη η εναγομένη υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας την από 1-11-2010 έγκλησή της με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου ξένης περιουσίας, για την οποία αθωώθηκε με την υπ’ αριθ. 28/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εναγόμενη, ως πράκτορας, όφειλε με βάση τη σύμβαση πρακτορείας που τη συνέδεε με την ενάγουσα και σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, οι οποίες εφαρμόζονται λόγω του κανονιστικού πλαισίου που διέπει τις σχέσεις Ο.Π.Α.Π. – πράκτορα, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στις με αριθμούς Ι και ΙΙ νομικές σκέψεις της παρούσης να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το συνολικό ποσό 84.228,62 ευρώ το οποίο απέκτησε από την εκτέλεση της ως άνω εντολής, το οποίο δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα. Εξάλλου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 33 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο μίσθωση - υπενοικίαση της άδειας ή η μεταβίβαση της άδειας από πράκτορα σε τρίτο, χωρίς έγκριση της «Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.», ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης περί «άτυπης» μεταβίβασης της άδειας του πρακτορείου στον ... στις αρχές του έτους 2004 και λειτουργίας έκτοτε του επίδικου πρακτορείου από τον ίδιο ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ύπαρξη της επίδικης οφειλής της, καθώς δεν προσκομίστηκε σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας περί έγκρισης της επικαλούμενης μεταβίβασης, με συνέπεια η εναγομένη να εξακολουθεί να είναι η μοναδική αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του πρακτορείου μέχρι την οριστική αφαίρεση της σχετικής άδειας. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι όντως έγιναν κάποιες συναντήσεις, προκειμένου να μεταβιβαστεί η άδεια λειτουργίας του επίδικου πρακτορείου, αυτές δεν ασκούν έννομη επιρροή στη συμβατική ευθύνη της εναγομένης. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό της εναγομένης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει συνεπώς ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης περί οικείου πταίσματος της ενάγουσας, τον οποίο παραδεκτά πρότεινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, διότι αυτή (ενάγουσα) δεν έκλεισε οριστικά νωρίτερα τη μηχανή του πρακτορείου και δεν ενέκρινε τη μεταβίβαση αυτού στον ..., έτσι ώστε να περιορίσει το οφειλόμενο ποσό, είναι, κατά το μέρος που αφορά την κύρια βάση της αγωγής (σύμβαση πρακτορείας), απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 300 εφαρμόζεται μόνο στις ενοχές προς αποζημίωση (ανεξάρτητα από τον λόγο γένεσής τους) και όχι σε αξιώσεις που δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, όπως η πρωτογενής συμβατική αξίωση για εκπλήρωση παροχής, που συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, ή η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. ΑΠ 755/2021, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 1058/2012, ΑΠ 1204/2007, ΑΠ 56/1994, ΕφΛαρ 89/2020 δημ. Νόμος). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο ορθά εφάρμοσε ο νόμο και συνεπώς πρέπει ο σχετικό λόγος της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ισχύει δε από 1- 1-2016 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της αξίωσης της αξιώσεως, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. ΑΠ 241/2022 δημ. Νόμος). Επιπρόσθετα, ο διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής του ισχυρισμού και να δέχεται ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του (βλ. ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 234/2014, ΕφΠειρ 172/2020, ΕφΔωδ 65/2020 δημ. Νόμος). Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει σ` αυτόν οτιδήποτε απέκτησε από την εκτέλεση της, η σχετική δε αξίωση του τελευταίου υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 249 ΑΚ), ακόμη και αν οι συμβαλλόμενοι είναι έμποροι (βλ. ΑΠ 185/2015, ΑΠ 738/1993, ΕφΔωδ 257/2018 δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενη ότι η αξίωση της ενάγουσας, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην πρώτη επικουρική βάση της αδικοπραξίας, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, διότι από το χρόνο τέλεσης κάθε επιμέρους πράξης, όπως αναλυτικά εκτίθεται σ’ αυτή, και μέχρι την άσκηση της αγωγής (10-8-2018) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Η ένσταση αυτή παραγραφής κρίθηκε νόμιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 277, 937 παρ. 1 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ το ίδιο Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της ουσίας της, διότι με την εκκαλούμενη έγινε δεκτή η αγωγή κατά την κύρια συμβατική της βάση. Η εναγομένη ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της περί πενταετούς παραγραφής και κατά ο μέρος που η αξίωση θεμελιώνεται στην κύρια βάση της σύμβασης πρακτορείας κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 παρ. 17 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός της έφεσης κατά το μέρος με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την ως άνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορριπτέος κρίνεται γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια ότι με αυτές πρότεινε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής, στηριζόμενη στην επικουρική βάση της αδικοπραξίας και όχι της σύμβασης εντολής. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο της έφεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι η αξίωση της ενάγουσας κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην κύρια συμβατική βάση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ. Η ένσταση αυτή απαράδεκτα προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς η εκκαλούσα να επικαλείται ότι συντρέχει μια από τις παραπάνω προϋποθέσεις για την καθυστερημένη προβολή της. Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη, η ένδικη αξίωση που πηγάζει από σύμβαση εντολής εμπίπτει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία και δεν έχει παρέλθει μέχρι την άσκηση της αγωγής. Συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, τον οποίο πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης, απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ούτε μακρόχρονη αδράνεια ούτε αντιφατική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία να δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δε θα ασκήσει τα δικαιώματά της από την ένδικη σύμβαση. Ειδικότερα, από τις διαδοχικές ρυθμίσεις της εκάστοτε συνολικής οφειλής της (εναγομένης) μέχρι την οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του επίδικου πρακτορείου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τον Αύγουστο του έτους 2007 η ίδια η εναγομένη αναγνώρισε την ύπαρξη της οφειλής της στη σχετική αίτηση που κατέθεσε στην ενάγουσα περί μεταβίβασης της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου, την κοινοποίηση σε αυτή της με αριθμό 32/3-10-2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, στην οποία χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το θέμα θα παραπεμφθεί στη νομική υπηρεσία για την είσπραξη της οφειλής της, την άσκηση από την ενάγουσα της ως άνω έγκλησης σε συνδυασμό με το ότι η εναγομένη είχε ασκήσει αρχικά την από 20-12-2011 (αρ. εκθ. …/28-12-2011) αγωγή της κατά της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 117/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της ως προς τη κύρια βάση και την πρώτη επικουρική και ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση) δεν αποδείχθηκε προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας από την οποία να δημιουργήθηκε σ’ αυτή, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι αυτή (ενάγουσα) δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωσή της, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη με αριθμό ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσης. Ακόμη, το γεγονός ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει δυσμενείς οικονομικές συνέπειες στην εναγομένη δεν μπορεί να καταστήσει την άσκησή της καταχρηστική, καθώς η ενάγουσα είχε συμβατικό δικαίωμα να αποφασίσει αν θα εισπράξει την απαίτησή της, πότε και με ποιο τρόπο. Σημειώνεται, τέλος, ότι το «κλείσιμο ή μη» του ταμείου του επίδικου πρακτορείου αποτελεί απόφαση επιχειρηματική της ενάγουσας, η οποία ανήκει στην αποφασιστική της αρμοδιότητα, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ίδια ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος και δεδομένου ότι η κρινόμενη έφεση απορρίπτεται, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε΄ ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση κατά της 64/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στα Ιωάννινα, στις 31 Ιανουαρίου 2023, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ