Αριθμός 152/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Διονύσιο Πρωτοπαππά και Κυριάκο Τεύτα, για αναίρεση της υπ’αριθ. ΗΤ594/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Ν. Π. του Κ., κάτοικο ... και 2. Μ. Γ. του Γ., κάτοικο ομοίως, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά ο 1ος και δια η 2η της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μαρίας Φυντανή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17.05.2022, έλαβε αριθμό .../2022 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/22.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-5-2022 αίτηση του Σ. Φ. του Α., η οποία ασκήθηκε στις 17-5-2022 με σχετική προς τούτο δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθμός πρωτοκόλλου: ... ΠΝΚ), για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 594/2022 απόφασης του Η’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και αναγνωρίσθηκε σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ, ακολούθως του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια, ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, ενώ στρέφεται κατά υποκείμενης σε άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 περ. α' ΚΠ και περιλαμβάνει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Δ’ και Ε’ ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η αναίρεση και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ 95/11-6-2019, τεύχος Α’) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του άνω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι εκείνος που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχάς υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Πολύ περισσότερο επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος, όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξεως από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής ή αξιώνονται περισσότερα στοιχεία για την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόστασή της (ΑΠ 640/2020, ΑΠ 130/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 222 με τον τίτλο "υπεξαγωγή εγγράφων" του ισχύσαντος μέχρι τις 30-6-2019 ΠΚ, "Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει Έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών”, ενώ στο αντίστοιχο άρθρο 222 του νέου ΠΚ που ισχύει από 1-7-2019, ορίζεται ότι "Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει Έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή”. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων είναι προφανές, ότι οι νομοτυπικές υποστάσεις των ανωτέρω εγκλημάτων έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και ηπιότερες (ευμενέστερες) διατάξεις κατά την περιγραφή τους στον νΠΚ και συγκεκριμένα, για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, για την οποία προβλεπόταν φυλάκιση έως δύο ετών, προβλέπεται ήδη φυλάκιση έως δύο ετών ή χρηματική ποινή, οπότε η προβλεπόμενη διαζευκτική δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής καθιστά την σχετική κυρωτική διάταξη του νΠΚ ευμενέστερη. Για την κατά το άρθρο του 222 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, με προστατευόμενο έννομο αγαθό - αντικείμενο το Έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, απαιτούνται: α) Έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς το σκοπό της βλάβης του τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα είναι διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στο σκοπό του δράστη που γνωρίζει και θέλει την επέλευση της βλάβης τρίτου, ως άμεσης και απευθείας συνέπειας της πράξης της υπεξαγωγής και όχι άλλης ενέργειάς του, η δε βλάβη δεν απαιτείται να επήλθε, αρκεί και μόνο να απειλήθηκε (ΑΠ 466/2021, ΑΠ 1853/2019, ΑΠ 1138/2019).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 501/2020). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 457/2022, ΑΠ 528/2020). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε, αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), για την στοιχειοθέτηση του οποίου, ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 99/2022, ΑΠ 244/2020).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Η’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, από τις ανωμοτί καταθέσεις των δύο παρασταθέντων για την υποστήριξη της κατηγορίας, από τις καταθέσεις των επ' ακροατηρίω εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά και από την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Στις 30-04-2014 και περί ώρα 00:40, η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Μ. Γ., που διένυε τον ένατο μήνα και δη την 38η εβδομάδα της κύησής της, εισήχθη στην αίθουσα τοκετών στη ... κλινική Ρ., στην Αθήνα, κατόπιν της υπόδειξης του θεράποντος ιατρού της Κ. Γ., προκειμένου να υποβληθεί σε διαδικασία φυσιολογικού τοκετού. Κατά το χρόνο αυτό, η Μ. Γ. βρισκόταν σε κατάσταση επικείμενης γέννας, με αρχόμενη διαστολή τράχηλου της μήτρας 2 εκ., ωδίνες τοκετού και άρρηκτο θυλάκιο, οι δε παλμοί του εμβρύου ήταν άριστοι, ενώ τέθηκε υπό την παρακολούθηση καρδιοτοκογράφου. Περί ώρα 01:55 π.μ. της αυτής ημέρας, τοποθετήθηκε στην επίτοκο επισκληρήδιος καθετήρας και παρέμεινε αυτή υπό πολύωρη παρακολούθηση και παραμονή στην αίθουσα τοκετού, ενώ, περί ώρα 11:35 π.μ. της ίδιας ημέρας, κατά την επίσκεψη του ως θεράποντος ιατρού της, διαπιστώθηκε αλλοίωση των παλμών του εμβρύου και γι' αυτό, η επίτοκος Μ. Γ. μεταφέρθηκε στο χειρουργείο για διενέργεια καισαρικής τομής. Εντέλει, περί ώρα 11:40 της 30ης-04-2014, γεννήθηκε άρρεν νεογνό με όνομα Π., άρτιας σωματικής διάπλασης, με μήκος σώματος 47 εκ. και βάρος 2.600 γρ., με ωχρότητα δέρματος, περιφερικές σφύξεις μη ψηλαφητές, ανάγκη άμεσης διασωλήνωσης και υποστήριξης της αναπνοής, χαρακτηριστικά που υποδήλωναν κρισιμότητα στην κατάσταση της υγείας του, πλην όμως, εξαιτίας της εξαιρετικά κρίσιμης κατάστασης της υγείας του και παρά τη φαρμακευτική και μηχανική υποστήριξη της ζωής του και τις προσπάθειες ανάνηψης που έγιναν από το ιατρικό προσωπικό της ως άνω Κλινικής, το νεογνό κατέληξε περί ώρα 16:00 της ίδιας ημέρας. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. ... προανακριτικής Παραγγελίας που έλαβε χώρα στο πλαίσιο διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του βρέφους Π., ο καθηγητής Π.Α της Ιατρικής Σχολής του Ε. Ε. Α. ανέλαβε τη διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης και συνέταξε την υπ' αριθμ. πρωτ. ... έκθεση περιγεννητικής νεκροτομής, σύμφωνα με την οποία ο νεογνικός θάνατος του ως άνω άρρενος τελειόμηνου νεογνού οφείλεται σε μαζική εισρόφηση αμνιακού υγρού με στοιχεία πρόσφατου ενεργού οπισθοπλακουντικού αιματώματος σε έδαφος μικροαποκολλήσεων του πλακούντα. Σύμφωνα με τα πορίσματα της από ... ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας - νεκροτομής των ιατροδικαστών Σ. Τ. και Ε. Κ., από τη λεπτομερή νεκροτομική διερεύνηση και τις ιστολογικές εξετάσεις που ακολούθησαν, δεν διαπιστώθηκε καμία ανωμαλία περί τη διάπλαση ή παθολογοανατομική αλλοίωση και το νεογνό ήταν απολύτως υγιές και βιώσιμο, κατά δε την εξέταση του πλακούντα διαπιστώθηκαν στοιχεία πρόσφατου ενεργού οπισθοπλακουντικού αιματώματος, επί εδάφους μικροαποκολλήσεων, ενώ το νεογνό διαπιστώθηκε ότι ανέπνευσε, αλλά λόγω της βαρύτητας της βλάβης που είχε εγκατασταθεί, δεν ανταπεξήλθε και απεβίωσε εν μέσω αναπνευστικής ανεπάρκειας.
Συνεπώς, ο θάνατος του άρρενος τελειόμηνου νεογνού επήλθε συνεπεία διάχυτης κυψελιδικής βλάβης λόγω μαζικής ενδομήτριας εισρόφησης, εξαιτίας εμβρυϊκής δυσφορίας, με βάση δε την ιατρική κρίση των ιδίων ως άνω ιατροδικαστών, εάν είχε λάβει έγκαιρη εκμαίευση του εμβρύου κατά το χρόνο του τοκετού, τότε θα υπήρχε ένα άριστο περιγεννητικό αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι για το θάνατο του βρέφους σχηματίσθηκε η με στοιχεία ABM … δικογραφία, καθόσον ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του θεράποντος ιατρού - γυναικολόγου Κ. Γ. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. ΒΤ1606/14.05.2018, ΒΤ1855/31.05.2018, ΒΤ2200/26.06.2018, ΒΤ2354/06.07.2018 και ΒΤ2520/23.07.2018 καταδικαστική απόφασή του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για την ως άνω πράξη και ήδη σε δεύτερο βαθμό, εκδόθηκε η υπ' αρ. Γ ΤΕΠ4343/2021 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποία ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που έλαβε χώρα στις 30-04-2014. Επισημαίνεται ότι έχει πλέον εκδοθεί και η υπ' αρ. 1326/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία - τμήμα ενοχικό), με την οποία αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων η υποχρέωση του ως άνω θεράποντος ιατρού περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους εδώ παριστάμενους προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. και Μ.. Γ... Μετά το θάνατο του νεογνού και ενώ η επίτοκος μητέρα Μ. Γ. νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ο πατέρας του αποθανόντος νεογνού και ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. άρχισε να ερευνά την αιτία θανάτου του βρέφους του και για το λόγο αυτό, ζήτησε από την Κλινική Ρ. τα ιατρικά έγγραφα της συζύγου και του βρέφους, ευρισκόμενος σε κατάσταση βαρύτατης θλίψης, που του είχε προκαλέσει ο θάνατος του βρέφους αλλά και η κρισιμότητα της κατάστασης της υγείας της συζύγου του, δεδομένου ότι η κύησή της είχε εξελιχθεί ομαλά, χωρίς ανάδειξη παθολογικού ευρήματος στην ίδια ή στο έμβρυο, με αποτέλεσμα να αναμένουν εύλογα και μία ευτυχή εξέλιξη του τοκετού. Εντούτοις, σε σχετικό αίτημά του προς την Κλινική, έλαβε αρνητική απάντηση και έτσι αναγκάστηκε να προσφύγει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τελικά να λάβει την υπ' αριθμ. πρωτ. ... εισαγγελική παραγγελία απευθυνόμενη προς την Κλινική Ρ., με βάση την οποία τα αρμόδια όργανα αυτής όφειλαν να συμμορφωθούν και να ικανοποιήσουν το αίτημά του. Σε εκτέλεση της ανωτέρω Παραγγελίας, στις 03.05.2014 και περί ώρα 00:59, ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. παρέλαβε από την Κλινική μία σειρά αντιγράφων του ιατρικού φακέλου της συζύγου του Μ. Γ., υπογράφοντας τη σχετική από … απόδειξη παραλαβής τους, στην οποία αναγράφονται το δελτίο εισαγωγής, έντυπο ποιοτικού ελέγχου, δήλωση βελτιωμένης θερ. μαιευτικό ιστορικό, διάγραμμα παρακολούθησης - χορήγηση φαρμάκων, εντολής ιατρού, γνωματεύσεις συμβούλων, κάρτα αγωγής τοκετού, κάρτα ζωτικών σημείων, 24ωρη λογοδοσία, πρακτικό χειρουργού, διάγραμμα αναισθησίας, διάγραμμα ανάνηψης, κάρτα προεγχειρητικού ελέγχου, μετεγχειρητικής εκτίμησης, κάρτα μετάγγισης, συναινέσεις, εργαστηριακές εξετάσεις, φύλλα νοσηλείας ΜΕΘ, έντυπα NST (παραλαβής - αίθουσας) [σημειωτέον ότι με τον όρο αυτό εννοείται το επίδικο καρδιοτοκογράφημα] με τη σημείωση παραπλεύρως εντός παρενθέσεως "1 ΣΕΛ, 16 ΣΕΛ) και το πλήρες νεογνικό ιστορικό. Ακολούθως, το Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας, στο πλαίσιο διενέργειας προκαταρτικής εξέτασης που λάμβανε χώρα κατόπιν της υπ' αριθμ. ... εισαγγελικής Παραγγελίας, με το υπ' αριθμ. ... Έγγραφο προς τη Μ. Κ. . ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε. ζήτησε την άμεση αποστολή πλήρους ιατρικού φακέλου του νεογνού. Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του Επιστημονικού Διευθυντή της Κλινικής ., συνέταξε και υπέγραψε το σχετικό με αριθμ. πρωτ. … διαβιβαστικό Έγγραφο προς το AT Καλλιθέας, στο οποίο αναφέρεται ότι επισυνάπτονται τα ακριβή αντίγραφα του ιατρικού φακέλου του άρρενος νεογνού Π. του Ν., το οποίο γεννήθηκε και απεβίωσε στις 30-04-2014 αυθημερόν στην ως άνω Κλινική, χωρίς όμως να διαλαμβάνεται στο προαναφερόμενο διαβιβαστικό Έγγραφο πλήρης και λεπτομερής απαρίθμηση των εν λόγω αντιγράφων από τον οικείο ιατρικό φάκελο. Στο ανωτέρω υπ' αρ. πρωτ. … διαβιβαστικό Έγγραφο αναφέρεται μόνο ότι τα άτομα, τα οποία παρίσταντο κατά τη διαδικασία τοκετού και της νοσηλείας, είναι τα παρακάτω: Α) Στο Χειρουργείο: α) ο θεράπων ιατρός - μαιευτήρας γυναικολόγος Κ. Γ., β) η ιατρός - μαιευτήρας γυναικολόγος Μ. Ν., γ) ο ιατρός - μαιευτήρας γυναικολόγος Χ. Κ. και δ) ο ιατρός - νεογνολόγος Β. Μ. και στη συνέχεια προσήλθε ο Επιστημονικός Διευθυντής της Κλινικής Σ. Φ., ιατρός - μαιευτήρας γυναικολόγος. Β) Κατά την ανάνηψη: το νεογνό διακομίστηκε διασωληνωμένο από τον ιατρό - νεογνολόγο Β. Μ. στη Μονάδα Ε. Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ). Ακολούθως, οι ιατροδικαστές Σ. Τ. και Ε. Κ., που ορίσθηκαν από την οικογένεια του νεογνού, για να γνωμοδοτήσουν σχετικά με τα αίτια και τις συνθήκες θανάτου του, επισημαίνουν για πρώτη φορά κατά την εξέταση του ιατρικού φακέλου στις ... ότι το καρδιοτοκογράφημα, που είχε τοποθετηθεί στην έγκυο Μ. Γ., κατά την ημέρα του τοκετού, ώστε να καταγράφει αδιαλείπτως από την αρχή έως το τέλος του τοκετού τους παλμούς του εμβρύου και τις συστολές της μήτρας της μητέρας, μολονότι είχε συνεχή καταγραφή των παλμών του εμβρύου από ώρα 00:25 έως ώρα 9:48, χωρίς να γίνονται ορατές αξιόλογες αλλοιώσεις των παλμών του εμβρύου, εντούτοις, παρουσίαζε ελλείψεις από την ώρα 09:48 έως τις 11:30 (ώρα που η μητέρα οδηγήθηκε πλέον στο χειρουργείο για καισαρική τομή και αφαιρέθηκε ο καρδιοτοκογράφος), καθόσον δεν υπήρχαν οι σελίδες 17, 18, 19 και 20 και σταματούσε στη σελίδα 16, στην οποία είχαν καταγραφεί οι παλμοί του εμβρύου και οι συσπάσεις της μήτρας της μητέρας έως τις 09:48:03 (βλ. την από 25-06-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής των ως άνω ιατροδικαστών). Εντούτοις, προέκυψε ότι οι σελίδες του καρδιοτοκογραφήματος που έλειπαν ήταν αναγκαίες για την πλήρη αξιολόγηση της υγείας του μωρού στο ενδομήτριο περιβάλλον κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από τον τοκετό, καθόσον απεικόνιζαν μία κατάσταση εμβρυϊκής δυσχέρειας, που οδήγησε τελικά στην ενδομήτρια μαζική εισρόφηση και στο θάνατο του νεογνού εξαιτίας αυτής. Σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ. Α. - ιατροδικαστή στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία διαλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ο οποίος μελέτησε το πλήρες καρδιοτοκογράφημα που προσκομίσθηκε εντέλει, δυνάμει της υπ' αρ. ΒΤ 2200/26.06.2018 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη συνεδρίαση της 26-06-2018 στο πλαίσιο εκδίκασης σε πρώτο βαθμό της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του νεογνού, από την 17η σελίδα του καρδιοτοκογραφήματος καθίσταται ευκρινές ότι η κατάσταση των παλμών του εμβρύου μεταβάλλεται αισθητά σε σχέση με αυτή που απεικονίζονταν μέχρι τότε, ότι έχουν αρχίσει οι εξωθήσεις της μητέρας και η συστολή της μήτρας, στην 18η σελίδα, ώρα 10:30, καταγράφονται οι παλμοί του εμβρύου κάτω από το όριο ευρισκόμενο πλέον σε κατάσταση δυσφορίας, η οποία έχρηζε άμεσης ιατρικής αντιμετώπισης. Σημειώνεται ότι ο μεγάλος κίνδυνος, που διέτρεχε το έμβρυο λόγω της επιβράδυνσης των παλμών του, δηλώνεται από την παρατεταμένη εμφάνιση ενδείξεων σε σχήμα - κουδουνιού (alarm), το οποίο σε πραγματικό χρόνο απεικονίζει την ηχητική ειδοποίηση του διαρκούς κινδύνου, που βρίσκεται το έμβρυο καθώς και από την 18η σελίδα και μέχρι το τέλος εμφανίζονται συνεχόμενα alarm. Επομένως, από τις επίμαχες αυτές σελίδες του καρδιοτοκογραφήματος με αριθμούς 17 έως 20, ο έχων ιατρικές γνώσεις μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το έμβρυο, περίπου από τις 10:00, παρουσιάζει επιβράδυνση καρδιακού ρυθμού, η οποία επιδεινώνεται με την εμφάνιση αυξανόμενης συστολής της μήτρας της μητέρας, οι καρδιακοί ρυθμοί του εμβρύου επιβραδύνονται τόσο σημαντικά που δεν μπορεί το όριό τους να καταγραφεί από το μηχάνημα, σύμφωνα με την κατάθεση του Κ. Α. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, η δυσχερής για το έμβρυο κατάσταση, που απεικονίζεται στο επίμαχο καρδιοτοκογράφημα, από τις 09:50 και μετά, με κορύφωση στις 10:30 και συγκεκριμένα, στις ελλείπουσες σελίδες του αντιγράφου που χορηγήθηκε από την Κλινική Ρ., προϊούσης της προκαταρκτικής εξέτασης και επιβεβαιώνεται από την παρατεταμένη εμφάνιση των alarm στο πάνω μέρος αυτού, επέβαλε την άμεση εκμαίευση του εμβρύου, σε χρόνο πολύ προγενέστερο αυτού που τελικά πραγματοποιήθηκε (11:40). Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από την από ... ιατρική γνωμοδότηση του γυναικολόγου Χ. Τ., ο οποίος, κατά την ανάλυση του επίμαχου καρδιοτοκογραφήματος, παρατήρησε στις 08:30:03 την εμφάνιση μιας παθολογικής, μεταβαλλόμενης επιβράδυνσης με τα εξής χαρακτηριστικά: i) διάρκεια μεγαλύτερη των τριών λεπτών, την οποία χαρακτηρίζει ως μεγάλη, ii) βάθος μεγαλύτερο από εξήντα παλμούς, το οποίο χαρακτηρίζει μεγάλο, iii) παρουσία διφασικής επιβράδυνσης, iv) συνέχιση του βασικού εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού σε επίπεδο χαμηλότερο από πριν την επιβράδυνση και ν) απουσία μεταβλητότητας στο ναδίρ της επιβράδυνσης, επισημαίνοντας ότι όσο περισσότερο διαρκεί η επιβράδυνση και όσο μεγαλύτερο εύρος έχει, τόσο περισσότερο πιθανό είναι ότι έχει αρνητική επίδραση στο έμβρυο. Επίσης, στην από ... ιατρική γνωμοδότηση, ο ως άνω γυναικολόγος Χ. Τ. παρατηρεί στις 09:26:03 επαναλαμβανόμενες όψιμες επιβραδύνσεις που συνεχίζονται μέχρι και τις 10:00:03, συνοδευόμενες και με πρώιμες επιβραδύνσεις και στις 09:50:03 έναρξη ταχυσυστολίας (περίπου έξι συστολές της μήτρας στα δέκα λεπτά). Σύμφωνα με την ως άνω ιατρική γνωμοδότηση του Χ. Τ., η συχνή επέλευση έντονων ωδινών οδηγεί στην αδυναμία διατήρησης της απαιτούμενης μερικής πίεσης οξυγόνου στο μεσοσπλάχνιο χώρο του πλακούντα, με αποτέλεσμα την αναπνευστική και σε σύντομο χρονικό διάστημα τη μεταβολική οξέωση του εμβρύου, η δε ταχυσυστολία στη συγκεκριμένη ασθενή (Μ. Π.) οδήγησε μετά από το χρονικό αυτό σημείο σε επαναλαμβανόμενες παθολογικές επιβραδύνσεις και σε εμβρυϊκή ταχυκαρδία (πάνω από 160 παλμούς το λεπτό), η οποία και συνεχίστηκε, μέχρι να μεταπέσει στο τέλος σε εμβρυϊκή βραδυκαρδία (κάτω από 110 σφύξεις το λεπτό) στις 11:00. Επιπρόσθετα, ο προαναφερόμενος γυναικολόγος παρατήρησε ότι στις 10:08:03 συνεχίζεται η ταχυσυστολία με τουλάχιστον επτά ωδίνες στα δέκα λεπτό, με την επισήμανση ότι, αν είχε λάβει ωκυτοκίνη η ασθενής, έπρεπε να διακοπεί και ενδεχομένως να χορηγηθεί αντιτοκολυτική αγωγή. Επιπρόσθετα, αναφέρει ως χαρακτηριστικό του καρδιοτοκογραφήματος ότι η παραμονή της ταχυσυστολίας οδηγεί σε ακόμη πιο επιπλεκόμενη επιβράνδυνση, όπως αυτή που παρατηρείται στις 10:12.03, διάρκειας μεγαλύτερης των εξήντα δευτερολέπτων και με μείωση του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού περίπου 80 παλμούς, διαφαίνεται δε ότι συνεχίζονται οι παθολογικές επιβραδύνσεις του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου μεγάλης διάρκειας και εύρους ώρα 10:24:03 ώρα 10:30:03). Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι από τις 10:32:03 είναι εμφανής η παθολογικότητα του καρδιοτοκογραφήματος με παρατεταμένη επιβράδυνση διάρκειας έξι λεπτών μέχρι τις 10:34:03, κάτι που αποτελεί ένδειξη αποπεράτωσής τοκετού. Αμέσως μετά από αυτή τη μεγάλης διάρκειας επιβράδυνση ακολουθεί εμβρυϊκή ταχυκαρδία και εκ νέου επιβράδυνση στις 10:40:03 και στις 10:44:03, η οποία διαρκεί τουλάχιστον τρία λεπτά και μετά την οποία συνεχίζεται η εμβρυϊκή ταχυκαρδία, από δε τις 10:50:03 παρατηρείται μία μεταβολή του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού σε βραδυκαρδία, με κάτω από 110 παλμούς το λεπτό και από τις 11:00:03 παρατηρείται εμβρυϊκή ταχυκαρδία με κάτω από 110 παλμούς το λεπτό που συνεχίζεται μέχρι και το τέλος της καταγραφής στις 11:32:03. Σύμφωνα δε με το συμπέρασμα που αποτυπώνεται στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση του Χ. Τ., στο συγκεκριμένο περιστατικό έπρεπε να είχε διενεργηθεί έγκαιρα καισαρική τομή, καθόσον οι τελευταίες δύο ώρες του καρδιοτοκογραφήματος είναι παθολογικές και ικανές να προκαλέσουν εμβρυϊκή δυσχέρεια και εμβρυϊκό θάνατο λόγω υποξίας, απορρίπτεται δε ο ισχυρισμός περί μη αξιοπιστίας του καρδιοτοκογραφήματος κατά το δεύτερο στάδιο του τοκετού, με βάση το γεγονός ότι οι αποτυπωθείσες ενδείξεις της καρδιακής συχνότητας του εμβρύου και μάλιστα για χρονικό διάστημα δύο περίπου ωρών συνάδουν με την αιτία θανάτου αυτού, ο οποίος επήλθε, ως ήδη προεκτέθηκε, συνεπεία διάχυτης κυψελιδικής βλάβης λόγω μαζικής ενδομήτριας εισρόφησης εξαιτίας εμβρυϊκής δυσφορίας. Επίσης, σύμφωνα με την ανωτέρω γνωμάτευση, στην προκειμένη περίπτωση, η αλλοίωση των παλμών του εμβρύου δεν δύναται να χαρακτηριστεί όψιμη, καθώς ήδη από τις 10:32:03, ήταν εμφανής η παθολογικότητα του καρδιοτοκογραφήματος. Με βάση τα παραπάνω, κρίθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στο πλαίσιο της ασκηθείσας αγωγής εκ μέρους των εδώ παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας, ότι ο θεράπων ιατρός Κ. Γ., παρόλο που ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της επαγγελματικής ιδιότητος του, να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, όντας υποχρεωμένος να παρακολουθεί στενά και επισταμένως την επίτοκο και ήδη παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Μ. Γ., η οποία βρισκόταν στην αίθουσα τοκετού της ως άνω Κλινικής ήδη από τη 01:00, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και την επισκέφθηκε για πρώτη φορά περί ώρα 09:00 π.μ., προέβη σε ρήξη θυλακίου στις 09:30 πμ. και από τις 09:45 μέχρι και τις 11:30 πμ., δεν εμφανίστηκε ξανά στην αίθουσα όπου βρισκόταν η επίτοκος, προκειμένου να παρακολουθεί την πορεία του τοκετού. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε ότι η κατά παράβαση των κανόνων της δέουσας επιμέλειας απουσία του θεράποντος ιατρού από το πλευρό της επιτόκου παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που ακολούθησε της ρήξης του θυλακίου της μέχρι και τις 11:30 π.μ. που επισκέφθηκε εκ νέου το θάλαμο που βρισκόταν, υπήρξε η αιτία για την εκ μέρους του αδυναμία διάγνωσης των παραγόντων που αιτιωδώς συνετέλεσαν στο θάνατο του ανήλικου τέκνου των παριστάμενων προς υποστήριξη της κατηγορίας. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι λόγω της απουσίας του ο ως άνω θεράπων ιατρός της επιτόκου Μ. Γ. δεν παρακολούθησε συχνά και τακτικά, ως όφειλε και μπορούσε, τις ενδείξεις του καρδιοτοκογράφου που ήταν συνδεδεμένος στην επίτοκο και στον οποίο υπήρχαν ενδείξεις βαρείας αλλοίωσης των παλμών του εμβρύου, ενώ η τακτική και συχνή παρουσία του στο θάλαμο όπου αυτή βρισκόταν και η οφειλόμενη από αυτόν τακτική παρακολούθηση των ενδείξεων του καρδιοτοκογράφου θα καταδείκνυαν διαταραχές στους παλμούς του εμβρύου, οι οποίες έπρεπε να οδηγήσουν τον ως άνω θεράποντα ιατρό σε περαιτέρω έρευνα της κατάστασης και δη στην κλινική υπερηχογραφική εξέταση της επιτόκου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει αποκόλληση πλακούντα και στην έγκαιρη εκμαίευση του εμβρύου με διενέργεια καισαρικής τομής, προκειμένου να αποφευχθεί η υπ' αυτού μαζική εισρόφηση αμνιακού υγρού. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σκοπίμως δεν χορηγήθηκε τόσο στον πατέρα του νεογνού, στις 03-05-2014, όσο και αργότερα και δη στις 05.06.2014, στο Α.Τ. Κ., το πλήρες σώμα του καρδιοτοκογραφήματος, δηλαδή και οι είκοσι σελίδες, προκειμένου να αποκρυβούν οι παραλείψεις του θεράποντος ιατρού και των υπευθύνων της κλινικής, κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Μ. Γ. ήταν στην αίθουσα τοκετού και ειδικότερα στο κρίσιμο στάδιο που το έμβρυο μετέβαλε την παλμική του δραστηριότητα και υφίστατο δυσφορία εντός της μήτρας, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, τούτη η κατάσταση αποτυπώνεται στο καρδιοτοκογράφημα σε διάρκεια περίπου μίας ώρας και σαράντα λεπτών, από τις 09:50 έως τις 11:30, που αντιστοιχεί στις επίμαχες τέσσερις τελευταίες σελίδες του (με αριθμούς 16 έως 20). Επισημαίνεται ότι και στην από 16-05-2014 έκθεση εγχειρίσεως, που συντάχθηκε από τον Α. Β. Ν. και τον Α. Ά. Π. του Α..Τ.. Κ., προκύπτει ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. είχε στην κατοχή του και εγχείρισε στους ως άνω προανακριτικούς υπαλλήλους τριάντα εννέα (39) ιατρικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο ελλιπές δεκαεξασέλιδο καρδιοτοκογράφημα, αρχόμενο από την από 01:23:04 της 30-04-2014 έως και την 09:48:03 της ίδιας ημέρας. Αξίζει να σημειωθεί ότι επί τέσσερα ολόκληρα έτη, το ως άνω καρδιοτοκογράφημα δεν συμπληρώθηκε με μέριμνα της ως άνω Κλινικής, παρά μόνο μετά από την έκδοση της υπ' αρ. ΒΤ 2200/26.06.2018 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εκδίκασε την υπόθεση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του νεογνού, με την οποία διατάχθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ως άνω Κλινικής, κατά το άρθρο 352 ΚΠΔ, να προσκομίσουν τις απολειπόμενες σελίδες του (καρδιοτοκογραφήματος), στις οποίες αποτυπώνεται η πλήρης καταγραφή των παλμών του εμβρύου και τελικά επιτεύχθηκε η συμπλήρωσή του, διότι η πληρότητα του καρδιοτοκογραφήματος κρίθηκε αναγκαία για την αναζήτηση των αιτίων και των συνθηκών θανάτου του βρέφους, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, μέχρι τη συνεδρίαση του ως άνω Δικαστηρίου την 26η-06-2018, οπότε προσκομίστηκε από τον Β. Τ., Δ. Σ. της Κ. Ρ. δεν είχε παραδοθεί από την πλευρά της ως άνω Κλινικής τόσο στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. όσο και στην εισαγγελική αρχή το σύνολο των σελίδων του επίμαχου καρδιοτοκογραφήματος, καίτοι είχαν υποβληθεί τα προαναφερόμενα αιτήματα, αλλά είχαν παραδοθεί μόνον οι πρώτες δεκαέξι (16) σελίδες από το σύνολο των είκοσι (20) σελίδων αυτού, στις οποίες αποτυπωνόταν η καταγραφή των παλμών του εμβρύου κατά το χρονικό διάστημα από τις 01:23:04 έως τις 09:48:03 π.μ. Επισημαίνεται ότι η εξήγηση, που δόθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου από το νόμιμο εκπρόσωπο της Κλινικής Β. Τ., αναφορικά με το λόγο, για τον οποίο δόθηκαν μόνον οι δεκαέξι (16) σελίδες και όχι το σύνολο των σελίδων του, ήταν επί λέξει "Δόθηκαν μόνον οι 16 σελίδες από τις 20, γιατί είναι το καρδιοτοκογράφημα που αντιστοιχεί στο ιστορικό μέχρι την ώρα της εξώθησης. Δεν γνωρίζω τίποτε άλλο.”. Σημειωτέον ότι στις συγκεκριμένες σελίδες αποτυπώνεται η παθολογικότητα του καρδιοτοκογραφήματος, η οποία, όπως ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκε, κατέστη προδήλως εμφανής στις 10:32:03 π.μ., γεγονός που καταδεικνύει την προσπάθεια από την πλευρά της Κλινικής Ρ. να αποκρύψει τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά το προαναφερόμενο συμβάν και οδήγησαν στο θάνατο του νεογνού. Περαιτέρω, προέκυψε ότι την 27.03.2014 καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ) με κωδικό αριθμό καταχώρισης ..., το από 25.02.2014 πρακτικό του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας "Ρ. Γ. - Μ. - Χ. - Θ. - Δ. Κ. Α. Ε.”, δυνάμει του οποίου το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ανασυγκροτήθηκε σε σώμα, στο οποίο ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Αντιπροέδρου με εξουσία εκπροσώπησης. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό των ιδιωτικών κλινικών (άρθρο 26 του ν. 4600/2019), ο επιστημονικός διευθυντής της Κλινικής έχει την ευθύνη για την πληρότητα των ιατρικών φακέλων των ασθενών, πλην όμως, παρόλο που το υπό κρίση συμβάν έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του ανωτέρω νόμου, από τη συνολική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι στην προκειμένη περίπτωση, υπεύθυνοι για την πληρότητα του ιατρικού φακέλου του ασθενούς, (ήσαν) ο επιστημονικός διευθυντής της Κλινικής Ρ., μαζί με τον θεράποντα ιατρό του εκάστοτε ασθενούς. Συγκεκριμένα, προέκυψε ότι χωρίς την τελική έγκριση του επιστημονικού διευθυντή, δεν εξάγονται αντίγραφα από τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, είτε τούτος (φάκελος) τηρείται ακόμη στην ως άνω Κλινική, όπου ο ασθενής νοσηλεύεται, είτε τηρείται στο αρχείο, όπου φυλάσσεται πλέον μετά το εξιτήριο του ασθενούς από την Κλινική. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση και προέβη σε έλεγχο του περιεχομένου του ιατρικού φακέλου της μητέρας και του νεογνού, πριν από τη χορήγηση αντιγράφων τόσο στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας πατέρα του νεογνού Ν. Π. όσο και στις αστυνομικές αρχές που ενεργούσαν προκαταρκτική εξέταση που έλαβε χώρα κατόπιν εισαγγελικής Παραγγελίας, μέσω της οποίας μπορούσε και πράγματι έλαβε αντίγραφα ο ως άνω παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας, όπως κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Εξάλλου, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δίκης, ο Ν. Γ., που ήταν διοικητικός υπάλληλος της Κλινικής Ρ., υπεύθυνος για την τήρηση του αρχείου της, κατέθεσε ότι σε όλες τις περιπτώσεις που κλήθηκε να βγάλει αντίγραφα από τον ιατρικό φάκελο της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας Μ. Γ. και του νεογνού, πριν τα παραδώσει στον αιτούντα, κατόπιν της ως άνω εισαγγελικής Παραγγελίας, ζήτησε την έγκριση του κατηγορουμένου ως επιστημονικώς υπεύθυνου και εντεύθεν αρμόδιου για την επιτήρηση και διαπίστωση της πληρότητας του σχετικού αρχείου, στον οποίο και παρέδωσε τον ιατρικό φάκελο προς έγκριση και υπογραφή, σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Κλινικής. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν είχε λόγο να αφαιρέσει τις επίμαχες σελίδες από το καρδιοτοκογράφημα και ότι ο ρόλος του είναι καθαρά τυπικός και διεκπεραιωτικός, καθώς εγκρίνει τη χορήγηση αντιγράφων των ιατρικών εγγράφων των ασθενών, χωρίς να προβαίνει σε ουσιαστικότερο έλεγχο, δεν κρίνεται πειστικός, διότι, όπως προέκυψε από τη συνολική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αυτός ήταν το πρόσωπο που έλεγξε τον ιατρικό φάκελο και ενέκρινε την παράδοσή του στον ενδιαφερόμενο πατέρα και ακολούθως στις αστυνομικές αρχές, υπογράφοντας το υπ' αριθμ. πρωτ. ... Έγγραφο, με την ιδιότητα του επιστημονικού διευθυντή της Κλινικής Ρ. και για λογαριασμό της. Επισημαίνεται ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι στην ως άνω Κλινική τηρούνται δύο ξεχωριστοί ιατρικοί φάκελοι σε διαφορετικά αρχεία, ήτοι ένας για την επίτοκο Μ. Γ. και ένας για το νεογνό Π. άρρεν, καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα σχετικό Έγγραφο κάποιου σχετικού εσωτερικού κανονισμού της Κλινικής που να προβλέπει την υποχρέωση ξεχωριστής τήρησης φακέλων σε διαφορετικά αρχεία ούτε κάποια σχετική έγγραφη βεβαίωση από τον αρμόδιο υπάλληλο της Κλινικής. Εξάλλου, η Ε. Κ. του Κ., που είχε την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Κλινικής Ρ., κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 18-10-2021 ότι πριν γεννηθεί το παιδί, υπάρχει το καρδιοτοκογράφημα στο φάκελο της μητέρας, ενώ υπάρχει και το βρεφικό ιστορικό, το οποίο είναι μεν ξεχωριστό, αλλά όταν κλείνει ο φάκελος, μπαίνει στο φάκελο της μητέρας. Από την κατάθεση αυτή συνάγεται ευχερώς ότι πρόκειται περί ενιαίου ιατρικού φακέλου και όχι περί δύο ξεχωριστών τηρούμενων φακέλων και μάλιστα σε διαφορετικά αρχεία, έτσι ώστε να χρειάζεται να διευκρινίζεται από τον εκάστοτε αιτούντα τη χορήγηση του σχετικού ιατρικού φακέλου ποια έγγραφα ζητάει αυτός και από ποιο αρχείο (επιτόκου/μητέρας ή νεογνού). Οι περί του αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης επί του ζητήματος αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον είναι αόριστες και δεν επιρρωνύονται από σχετικό Έγγραφο, σημειωτέον δε ότι δεν συμπορεύονται με όσα διαλαμβάνονται στις από 11-10-2019 έγγραφες προτάσεις του κατηγορουμένου προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου αναφέρεται ότι αυτός (κατηγορούμενος), κατόπιν του υπ' αρ. πρωτ. ... εγγράφου του Α.Τ. Κ., σε εκτέλεση της με αριθμό ... από 05-5-2014 Παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, έδωσε την έγκρισή του στον Υπεύθυνο τήρησης ιατρικού αρχείου Ν. Γ. για τη λήψη αντιγράφων ιατρικού φακέλου του αρχείου της επιτόκου Μ. Γ. και του άρρενος νεογνού τέκνου της, οπότε αυτός (υπάλληλος) φωτοτύπησε τα έγγραφα που υπήρχαν στον ιατρικό φάκελο, έθεσε τις προβλεπόμενες σφραγίδες σε όλα τα αντίγραφα και αυτός (κατηγορούμενος) υπέγραψε με την ιδιότητά του ως επιστημονικού διευθυντή, την από 05-06-2014 επιστολή με αριθμό πρωτοκόλλου…, παρέχοντας τις πληροφορίες που είχαν ζητηθεί δια της Εισαγγελικής Παραγγελίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ανωτέρω περικοπή των προτάσεων του κατηγορουμένου δεν γίνεται καμία μνεία στην ύπαρξη δύο ξεχωριστών φακέλων, αλλά αναφορά μόνο σε έναν ιατρικό φακελο, ήτοι αυτόν της επιτόκου Μ. Γ. και του άρρενος νεογνού τέκνου της. Με βάση τα παραπάνω, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι στις 05-06-2014, διά του ως άνω υπ' αρ. … εγγράφου του, διαβιβάσθηκε Αστυνομικό Τμήμα Κ. ο πλήρης φάκελος του νεογνού, στον οποίο δεν περιλαμβάνεται καρδιοτοκογράφημα, διότι αυτό δεν αποτελεί μέρος του ζητηθέντος φακέλου του νεογνού, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ο ισχυρισμός αυτός (περί ύπαρξης δυο χωριστών φακέλων) δεν συνάδει με την προαναφερόμενη περικοπή των από 11-10-2019 έγγραφων προτάσεων του (κατηγορουμένου) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου, δεν είναι νοητό να τηρούνται στο αρχείο της Κλινικής Ρ. δύο χωριστοί φάκελοι, από τη στιγμή που τα σχετικά ιατρικά έγγραφα αφορούν ένα ενιαίο συμβάν και δη τον τοκετό της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας Μ. Γ., κατά τον οποίο γεννήθηκε το άρρεν νεογνό τέκνο που λίγο αργότερα αποβίωσε. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι νοητό να εκληφθεί το περιεχόμενο της υπ' αρ. .../07-05-2014 Παραγγελίας του Α.Τ. Κ. προς την Κλινική Ρ. περί άμεσης αποστολής του πλήρους φακέλου νεογνού, το οποίο είχε αποβιώσει, ότι έχει την έννοια της αποστολής μόνο των εγγράφων που αφορούσαν το βρεφικό ιστορικό του νεογνού και όχι του ιστορικού του τοκετού της μητέρας, στο οποίο περιλαμβάνεται το καρδιοτοκογράφημα. Τούτο, διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η εισαγγελική έρευνα επί των αιτίων θανάτου του νεογνού εκτείνεται από την εισαγωγή της επιτόκου στην Κλινική και μέχρι την επέλευση του θανάτου του νεογνού, προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν αιτιώδης σχέση μεταξύ του θανάτου και κάποιου γεγονότος που τυχόν έλαβε χώρα εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος εντός της Κλινικής από τη μεριά των προσώπων που ενεπλάκησαν στον τοκετό (ιατρών, μαιών, νοσηλευτών κλπ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναγκαιότητα συμπλήρωσης του φακέλου της σχηματισθείσας δικογραφίας με στοιχεία .../05-05- 2014 επισημαίνεται και στο υπ' αρ. πρωτ. … Έγγραφο του Α.Τ. Κ. προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, όπου αναγράφεται ότι με το υπ' αρ. .../07-05-2014 Έγγραφο του Α.Τ. Κ. προς την Κλινική Ρ. ζητήθηκε η άμεση αποστολή πλήρους ιατρικού φακέλου του νεογνού, ο οποίος όμως παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις εν συγκρίσει με τον εγχειρισθέντα από τον πατέρα του νεογνού Ν. Π. ιατρικό φάκελο. Τούτο άλλωστε συνάδει και με την κατάθεση του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π., ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι ο φάκελος, που έλαβε στις … από την Κλινική και ακολούθως μετά την ολοκλήρωση των καταθέσεων από το Α.Τ. Κ. τον Ιούνιο του 2014, περιείχε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τη σύζυγο και το νεογνό, στα οποία περιλαμβανόταν το ελλιπές καρδιοτοκογράφημα, ενώ το πλήρες καρδιοτοκογράφημα το έλαβε για πρώτη φορά μόλις το έτος 2018, κατά την εκδίκαση της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά την προαναφερόμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου. Αυτό συμπορεύεται και με τα αναφερόμενα στην υπ' αρ. ΒΤ2520/... απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου εκδικάστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ότι από την κατάθεση του πατέρα του εκεί πολιτικώς ενάγοντος Κ. Π. και από το από 24-06-2016 Έγγραφο του Α.Τ. Κ., που υπογράφει ο Αστυνομικός Υποδιευθυντής Ν. Γ., αποδεικνύεται ότι η Κλινική Ρ. δεν διαβίβασε τον πλήρη ιατρικό φάκελο του θανόντος νεογνού, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η διερεύνηση της αλήθειας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ ο πλήρης ιατρικός φάκελος ζητήθηκε και από το ανωτέρω Έγγραφο της αστυνομίας, αλλά και από τις από 5-5-2014 και 17-7-2014 εισαγγελικές παραγγελίες, πλην όμως, στο υπ' αρ. πρωτ. ... Έγγραφο που υπογράφει ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του ως επιστημονικού διευθυντή της κλινικής, αναγράφεται ότι ο τελευταίος απέστειλε ακριβή αντίγραφα του ιατρικού φακέλου του νεογνού, παρά ταύτα δεν αποδείχθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ενν. ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου) ότι ο κατηγορούμενος δεν απέστειλε όλο το καρδιοτοκογράφημα, αλλά μόνο τις πρώτες 16 σελίδες, ενώ δεν απέστειλε τις σελίδες 17 έως 20, οι οποίες καταγράφουν και αναδεικνύουν τη βαρύτατη επιβάρυνση της καταστάσεως του κυοφορούμενου, τη σοβαρή επιβράδυνση της καρδιακής λειτουργίας του και εντεύθεν την αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, ενέργησε δε εν γνώσει του ότι οι σελίδες που λείπουν είναι κρίσιμες για τη διάγνωση της αλήθειας και ως εκ τούτου, συντρέχει λόγος διαβιβάσεως αντιγράφου της δικογραφίας, προκειμένου να διερευνηθούν οι ποινικές ευθύνες του (βλ. σχετική περικοπή στις σελίδες 82-83 της ως άνω αναγνωσθείσας απόφασης). Με βάση τις προπαρατιθέμενες σκέψεις, το ανωτέρω Δικαστήριο διαβίβασε τελικά το φάκελο της υπόθεσης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου να διερευνηθεί η ενδεχόμενη τέλεση αδικήματος από τη μη διαβίβαση ολόκληρου του ιατρικού φακέλου και ειδικότερα ολόκληρου του καρδιοτοκογραφήματος. Σε κάθε περίπτωση, η ενότητα του ιατρικού φακέλου του επίδικου ιατρικού συμβάντος απορρέει και από το γεγονός, ότι κατόπιν της υπ' αρ. πρωτ. ... αιτήσεως του παριστάμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. προς την Κλινική Ρ. για τη χορήγηση του φακέλου της συζύγου του Μ. Γ., χορηγήθηκε σε αυτόν, μεταξύ των λοιπών εγγράφων που αφορούν την επίτοκο, και πλήρες νεογνικό ιστορικό 22 φύλλων (βλ. σχ. την από 03-05-2014 απόδειξη παραλαβής αντιγράφων από τους ιατρικούς φακέλους του Ρ.). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του, που του επέτρεπε να έχει πρόσβαση στον ιατρικό φάκελο της ασθενούς, τόσο κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της όσο και μετά την έξοδό της από την Κλινική, είχε ίδιο συμφέρον να αποκρύψει τις κρίσιμες σελίδες, προκειμένου να προστατεύσει τη φήμη της Κλινικής, στην οποία έχει την ιδιότητα του επιστημονικού διευθυντή και να αποσοβήσει τον κίνδυνο επίρριψης ευθυνών ιατρικής αμέλειας λόγω της ατυχούς κατάληξης του τοκετού της Μ. Γ., κατά το χρόνο που αυτός κλήθηκε να χορηγήσει τον ιατρικό φάκελο στις αστυνομικές αρχές της Κ. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 05.06.2014, ο κατηγορούμενος, με την ανωτέρω ιδιότητά του, απέκρυψε τις τέσσερις τελευταίες σελίδες του ως άνω καρδιοτοκογραφήματος, με σκοπό να στερήσει την αναγκαία πληροφόρηση για την κατάσταση του εμβρύου κατά το χρόνο που αντιστοιχούσε σ' αυτές και αφορούσε στο κρισιμότερο στάδιο, πριν υποβληθεί η επίτοκος Μ. Γ. εσπευσμένα σε καισαρική τομή, παρόλο που αυτή η πληροφόρηση μέσω της παροχής όλων των σχετικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων και το πλήρες καρδιοτοκογράφημα, του ζητήθηκε μεν από την εισαγγελική αρχή, πλην όμως, μέσω αυτής λάμβανε γνώση κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας και ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π. (πατέρας του νεογνού), ο οποίος είχε δικαίωμα να ασκήσει δικαστικά αστικές αξιώσεις για το θάνατο του ως άνω νεογνού, η ανωτέρω δε πράξη ήταν πρόσφορη να στερήσει από τον ανωτέρω τη σχετική κρίσιμη για την άσκηση των αστικών αξιώσεων του γνώση. Κατόπιν τούτων, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί παραγραφής της ως άνω πράξης, τελεσθείσας στις 05-06-2014, καθόσον το κλητήριο θέσπισμα δόθηκε σε αυτόν στις 30-05-2019, ήτοι εντός της πενταετίας, σύμφωνα με τα άρθρα 17, 111 αρ. 3, 112, 113 παρ. 2 ΠΚ, σύμφωνα με τα αναλυτικά ανωτέρω εκτιθέμενα. Εξάλλου, το γεγονός ότι σε προγενέστερο χρόνο (03-05-2014) είχε πραγματωθεί πράξη ομοίου εγκληματικού χαρακτήρα, με αντικείμενο το σώμα του ίδιου εγγράφου (καρδιοτοκογραφήματος), δεν αποκλείει την τέλεσή του κατά τον ύστερο χρόνο της 05-06-2014, κατά τον οποίο τελέστηκε η νέα αυτοτελής προπεριγραφόμενη πράξη της απόκρυψης του, κατά την κατάθεση στο Α.Τ. Κ. του φακέλου του επίμαχου ιατρικού ενιαίου συμβάντος (τοκετός και θάνατος του νεογνού), συμπεριλαμβανομένου και του επίμαχου ελλιπούς καρδιοτοκογραφήματος, κατόπιν εισαγγελικής Παραγγελίας, μέσω της οποίας είχε πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας ο ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π., δικαιούμενος προς άσκηση αστικών αξιώσεων ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων εξαιτίας του θανάτου του ως άνω νεογνού. Επίσης, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναξιοπιστίας του καρδιοτοκογραφήματος κατά το χρόνο που η επίτοκος βρισκόταν στο στάδιο των εξωθήσεων, προκειμένου να δικαιολογήσει την απουσία των τεσσάρων σελίδων και να αποσείσει την οποιαδήποτε ευθύνη για την έλλειψη αυτών. Αντιθέτως, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, η βραδύτητα της κατάστασης των παλμών του τέκνου και οι συστολές της μήτρας της μητέρας κατά το κρίσιμο στάδιο δεν θα μπορούσαν να προκύψουν με κανέναν άλλον τρόπο, καθώς ο καρδιοτοκογράφος είναι το ιατρικό μέσο που πληροφορεί άμεσα το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και καθορίζει ταυτόχρονα τις επόμενες κινήσεις του. Τούτο, διότι, εάν δεν ήταν κρίσιμη και απαραίτητη η χρήση του και δεν ήταν αξιόπιστη η καταγραφή του, δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί η παραμονή του στο σώμα της επιτόκου καθ' όλη τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού. Εξάλλου, το γεγονός ότι, σύμφωνα με μία ιατρική άποψη, οι εξωθήσεις αλλοιώνουν την εικόνα του καρδιοτοκογραφήματος και ενίοτε ο καρδιοτοκογράφος, κατά το χρόνο των εξωθήσεων, αποσυντονίζει το χειρουργό γυναικολόγο κατά το έργο του λόγω των ηχητικών ειδοποιήσεων, αφενός δεν εξαλείφει τη χρησιμότητά του αφετέρου η καταγραφή και σ' αυτή την περίπτωση σε συνδυασμό με λοιπά στοιχεία κρίνεται αναγκαία για την εξαγωγή ασφαλέστερων ιατρικών συμπερασμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τους λοιπούς παράγοντες (εξωθήσεις, συστολές μήτρας κλπ). Τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που βασίζεται σε εικασίες, ότι ενδεχομένως το πρόσωπο που χορήγησε το επίμαχο αντίγραφο, να το πήρε από το ηλεκτρονικό αρχείο της κλινικής (server) και όχι από το φυσικό αρχείο και να το έδωσε ελλιπές, προκειμένου τούτο να ταυτίζεται με το καρδιοτοκογράφημα που τηρείται στο φυσικό αρχείο και δεν είναι ηλεκτρονικό (δηλ. από τον κεντρικό server της κλινικής) αλλά το θερμικό, το οποίο εκδίδεται σε διπλότυπη διάτρητη έγχαρτη μορφή από το σχετικό μηχάνημα και τηρούνταν επίσης ελλιπές, κρίνεται απολύτως αβάσιμος, διότι αφενός δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο η βασιμότητά του αφετέρου και αληθής υποτιθέμενος, ότι δηλαδή στο φυσικό αρχείο καταχωρήθηκε μόνο το θερμικό, δεν δικαιολογεί την αυθαίρετη αφαίρεση των επίμαχων σελίδων που αποτύπωναν μάλιστα την πιο κρίσιμη περίοδο του τοκετού. Κατόπιν τούτων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται, όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί παραγραφής της πράξης, για τους ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους”. Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Αθήνα, στις 5-6-2014, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα, που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξη τους. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο ως άνω κατηγορούμενος, ως επιστημονικός διευθυντής, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ρ. Γ. - Μ. - Χ. - Θ. - Δ. Κ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ρ. Μ. Χ. Α..Ε..”, με σκοπό να στερήσει από τον μηνυτή Ν. Π. την πληροφόρησή του σχετικά με την πορεία του τοκετού της εγκύου συζύγου του και με τις συνθήκες θανάτου του νεογέννητου (άρρενος) τέκνου, δεν χορήγησε τον πλήρη ιατρικό φάκελο της νοσηλείας της εγκύου Μ. Γ. και του νεογέννητου (άρρενος) τέκνου και ειδικότερα δεν χορήγησε ολόκληρο το καρδιοτοκογράφημα, που αποτελούνταν από είκοσι (20) σελίδες αλλά μονάχα τις πρώτες δεκαέξι (16) σελίδες, αποκρύπτοντας τις σελίδες δεκαεπτά (17) έως είκοσι (20). Συγκεκριμένα, καίτοι ο μηνυτής Ν. Π., με την από 2-5-2014 αίτησή του, λαβών σχετική παραγγελία από τον κ. Εισαγγελέα Ακροάσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία (αίτηση) διαβιβάστηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ρ. Γ. - Μ. - Χ. - Θ. - Δ. Κ. Α. Ε.”, μέσω του Αστυνομικού Τμήματος Κ., ζήτησε, να του χορηγηθούν πλήρη αντίγραφα του ιατρικού φακέλου της νοσηλείας της εγκύου Μ. Γ. και του νεογέννητου (άρρενος) τέκνου (που απεβίωσε την 30-4-2014), εντούτοις, ο ως άνω κατηγορούμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, την 5-6-2014, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... Έγγραφο, που υπογράφει ο ίδιος, δεν χορήγησε ολόκληρο το καρδιοτοκογράφημα, που αποτελούνταν από είκοσι (20) σελίδες, αλλά μονάχα τις πρώτες δεκαέξι (16) σελίδες, αποκρύπτοντας τις σελίδες δεκαεπτά (17) έως είκοσι (20). Ο μηνυτής Ν. Π. είχε δικαίωμα να ζητήσει τη χορήγηση των αντιγράφων του ιατρικού φακέλου της νοσηλείας της εγκύου Μ. Γ. και του νεογέννητου (άρρενος) τέκνου, προκειμένου να λάβει γνώση αυτών και να διεκδικήσει τις όποιες αξιώσεις του ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων. Το πλήρες καρδιοτοκογράφημα, αποτελούμενο από είκοσι (20) σελίδες, προσκομίσθηκε την 26-6-2018 ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης σχετικά, μεταξύ άλλων, με τις συνθήκες θανάτου του νεογέννητου (άρρενος) τέκνου του μηνυτή Ν. «Π..
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο κατά τα δύο σκέλη του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το θέμα της ενοχής του για την προαναφερθείσα πράξη, για την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε και προσάπτει σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, πλημμέλεια, ενώ ισχυρίζεται ακόμη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 222 ΠΚ και - κατά την εκτίμηση του ως άνω ισχυρισμού - προσάπτει στην απόφαση την απορρέουσα από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, πλημμέλεια. Με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σ' αυτήν, αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του αλλά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 222 ΠΚ, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 51 και 53 ΠΚ, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και συγκεκριμένα, της υπεξαγωγής εγγράφου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, ήτοι οι ανωμοτί καταθέσεις των δύο παρασταθέντων για την υποστήριξη της εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορίας, οι καταθέσεις των επ' ακροατηρίω εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά και η απολογία του κατηγορουμένου, ενώ αναφέρεται ακόμη σ' αυτήν ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ενεργώντας ως αντιπρόεδρος του συμβουλίου διοίκησης της προαναφερθείσης κλινικής, με εξουσία εκπροσώπησής της αλλά και ως επιστημονικός διευθυντής της, έχοντας την αποκλειστική ευθύνη για την πληρότητα του ιατρικού φακέλου της ως άνω Μ. Γ. του Γ. και του νεογέννητου (άρρενος) τέκνου της, αλλά και για την χορήγηση αντιγράφων από τον σχετικό ιατρικό φάκελο, καθόσον δίχως την έγκρισή του δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν αντίγραφα από τον ιατρικό φάκελο του ασθενούς, είτε αυτός (φάκελος) τηρείται ακόμη στην ως άνω κλινική, όπου ο ασθενής νοσηλεύεται, είτε τηρείται στο αρχείο, όπου φυλάσσεται πλέον μετά το εξιτήριο του ασθενούς από την κλινική, με σκοπό να στερήσει από τον Ν. Π. την ενημέρωσή του σχετικά με την πορεία του τοκετού της ως άνω εγκύου συζύγου του αλλά και τις συνθήκες θανάτου του ως άνω νεογέννητου άρρενος τέκνου τους, στις 5-6-2014, ενεργώντας με δόλο, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... Έγγραφο, που υπογράφει ο ίδιος (ο αναιρεσείων), δεν χορήγησε ολόκληρο το σώμα του σχετικού καρδιοτοκογραφήματος, που αποτελούνταν από είκοσι (20) σελίδες, αλλά παρέδωσε μόνον τις πρώτες δέκα έξι (16) σελίδες, αποκρύπτοντας τις σελίδες δέκα επτά (17) έως είκοσι (20), ώστε να μην είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η ακριβής αιτία θανάτου του ως άνω θανόντος νεογέννητου άρρενος τέκνου και ως εκ τούτου να μην αποδοθούν οι σχετικές ευθύνες στους υπεύθυνους για την πρόκληση του παραπάνω θανάτου αλλά και να αποφευχθούν οι συνέπειες που βάρυναν αυτούς. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ακόμη ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχονται αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης, για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός εκτός του ότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται ποιες ακριβώς είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το παραπάνω θέμα, είναι ακόμη και αβάσιμος, αφού το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το συγκεκριμένο αυτό θέμα διέλαβε πλήρη, σαφή, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχόμενο, όπως ήδη αναφέρθηκε, επί λέξει τα εξής: “...το γεγονός ότι σε προγενέστερο χρόνο (03-05-2014) είχε πραγματωθεί πράξη ομοίου εγκληματικού χαρακτήρα, με αντικείμενο το σώμα του ίδιου εγγράφου (καρδιοτοκογραφήματος), δεν αποκλείει την τέλεσή του κατά τον ύστερο χρόνο της 05-06-2014, κατά τον οποίο τελέστηκε η νέα αυτοτελής προπεριγραφόμενη πράξη της απόκρυψης του, κατά την κατάθεση στο Α.Τ. Κ. του φακέλου του επίμαχου ιατρικού ενιαίου συμβάντος (τοκετός και θάνατος του νεογνού), συμπεριλαμβανομένου και του επίμαχου ελλιπούς καρδιοτοκογραφήματος, κατόπιν εισαγγελικής Παραγγελίας, μέσω της οποίας είχε πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα κατά την πορεία της ποινικής διαδικασίας ο ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας Ν. Π., δικαιούμενος προς άσκηση αστικών αξιώσεων ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων εξαιτίας του θανάτου του ως άνω νεογνού..”. Οι υπόλοιπες εξάλλου αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και αναφέρονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και συνεπώς, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι προαναφερθέντες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 211 του ισχύοντος ΚΠΔ, ανάλογου περιεχομένου με το άρθρο 211 Α του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, "Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατανομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο”. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1, στοιχ. Α’ ΚΠΔ), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της παροχής εξηγήσεων ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 (πρώην 211 Α) ΚΠΔ, δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολογήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της απολογίας ή της μαρτυρικής καταθέσεως του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αληθείας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλλίτερα τη δικανική του πεποίθηση. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο σ' αυτή, όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ως συγκατηγορούμενος για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται ο κατά τις διατάξεις των άρθρων 45 έως 49 ΠΚ, συναυτουργός, ηθικός αυτουργός και συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη που ακολούθησε, αν και αυτοτελής και διακεκριμένη, συνέχεται αμέσως με την προηγηθείσα αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε από άλλο πρόσωπο, επί της οποίας στηρίζεται αποκλειστικώς η μεταγενέστερη αξιόποινη συμπεριφορά του εν συνεχεία αυτουργού (ΑΠ 718/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική εις βάρος του κρίση, αποκλειστικά και μόνον στις καταθέσεις των συγκατηγορουμένων του (στην πρωτοβάθμια δίκη) Ν. Γ. του Κ. και της Ε. Κ. του Κ. και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 509 παρ. 1, στοιχ. Α’ ΚΠΔ πλημμέλεια, λόγω της προκληθείσης εκ του ως άνω λόγου απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης όμως και τις σχετικές παραδοχές της, προκύπτει ότι το προαναφερθέν δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, που αξιολόγησε συνδυαστικά και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του, όπως άλλωστε ήδη αναφέρθηκε, τις ανωμοτί καταθέσεις των δύο παρασταθέντων για την υποστήριξη της κατηγορίας (Ν. Π. του Κ. και Μ.. Γ.. του Γ.), τις καταθέσεις των επ' ακροατηρίω εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά και την απολογία του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, το προαναφερθέν δικαστήριο της ουσίας δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στις καταθέσεις των ως άνω συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος, που σημειωτέον περιλαμβάνονται στην (πρωτοβάθμια) υπ' αριθμ. ΓΜ 1203/2021 απόφαση του Γ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αλλά συνδυαστικά, τόσο στην τελευταία αυτή απόφαση που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όσο και στα υπόλοιπα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου, δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ και δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνακόλουθα δε, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ προαναφερθείς αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 594/2022 απόφασης του Η’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), αλλά και στην δικαστική δαπάνη των προαναφερθέντων δύο υποστηριζόντων την εις βάρος του κατηγορία, δηλαδή του Ν. Π. του Κ. και της Μ.. Γ.. του Γ., που παραστάθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-5-2022 αίτηση του Σ. Φ. του Α., για την αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 594/2022 απόφασης του Η’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη των υποστηριζόντων την κατηγορία (Ν. Π. του Κ. και της Μ.. Γ.. του Γ.), που καθορίζει στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ