Αριθμός απόφασης 2477/2023
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Συγκροτούμενο από τους Δικαστές Μαρία Μαλτέζου, Πρόεδρο Εφετών, Αικατερίνη Σπηλιωτοπούλου, Εφέτη και Δημήτριο Κοντόπουλο, Εφέτη-Εισηγητή, οι οποίοι ορίστηκαν από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας-ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ... ΑΕ» και το διακριτικό τίτλο «... ΑΕ», που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής (οδός .. και … αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ..., την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Αθανασία Παπαντωνίου της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «ΚΕΛΕΜΕΝΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”, με έδρα την Αθήνα (Τσακάλωφ 5).
Της εφεσίβλητης-εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία «... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ» και το διακριτικό τίτλο «... MAE», που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής (… αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ .., την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ευγενία Γεωργούντζου.
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-8-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2016 αγωγή. Το πρωτοβάθμιο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1921/2018 οριστική απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 135/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την παραπάνω απόφαση προσβάλλει η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 2-8-2019 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου .../2019 και στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2019 και η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 21-5-2020, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19.
Με την υπ’ αριθ. …/10-9-2020 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε οίκοθεν δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 1-4-2021, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε εκ νέου και πάλι λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19.
Τέλος, με την υπ’ αριθ. …/11-5-2021 Πράξη της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών ορίστηκε εκ νέου οίκοθεν δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και ενεγράφη η υπόθεση στο οικείο πινάκιο.
Κατά συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, όπως αναφέρεται παραπάνω, και κατέθεσαν εμπρόθεσμα προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθ. …/11-5-2021 Πράξη οίκοθεν προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 § 2 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α’, 48/31-3-2021), η από 2-8-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου .../2019 έφεση, κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 1-4-2021 (που είχε οριστεί με την υπ’ αριθ. …/10-9-2020 Πράξη οίκοθεν προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών), λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων, κατά το χρονικό διάστημα από 29-3-2021 έως 5-4-2021, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 (Κ.Υ.Α. Δ1α/ΓΠ.οικ. 18877/2021, ΦΕΚ Β’, 1194/27-3-2021). Η παραπάνω έφεση αρμοδίως φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495, 511, 513 § 1 περ. β, 516 § 1, 517 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο των € 150 (βλ. τη σημείωση του Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης με μνεία του υπ’ αριθ. .. ηλεκτρονικού παράβολου, καθώς και το από 5-8- 2019 παραστατικό ηλεκτρονικής εξόφλησης της Τράπεζας ..), πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-8-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2016 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι διατηρεί στην περιφέρεια Αττικής επιχείρηση πώλησης καινούργιων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών των εργοστασίων κατασκευής του Ομίλου FIAT και ότι στα πλαίσια της εν λόγω εμπορικής της δραστηριότητας, το έτος 1999, εντάχθηκε στο δίκτυο διανομής της εναγομένης εταιρίας, η οποία είναι επίσημη εισαγωγέας στην Ελλάδα των αυτοκινήτων του Ομίλου FIAT, καταρτίζοντας με αυτήν συμβάσεις προμήθειας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από νεότερες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν στις 24-10-2003 και οι οποίες έληξαν, κατόπιν καταγγελίας από την εναγομένη, με διετή προμήνυση, στις 31-1-2014, προς το σκοπό κατάρτισης νέων συμβάσεων, με εφαρμογή των προϋποθέσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 330/201 για τις απαγορευμένες συμπράξεις στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης που εμφανίστηκε στην εγχώρια αγορά αυτοκινήτου από το έτος 2010, επλήγη σοβαρά η οικονομική της κατάσταση, την οποία αντιμετώπισε με δύο διαδοχικές αυξήσεις κεφαλαίου του € 1.000.001,31 η καθεμία (συνολικά € 2.000.002,62) και με τη σύνταξη επιχειρηματικού πλάνου αναδιάρθρωσης της δραστηριότητας και των οικονομικών της υποχρεώσεων, που γνωστοποίησε στην εναγομένη και ενέκρινε τόσο η τελευταία, όσο και η δανείστρια τράπεζα «...», με την οποία καταρτίστηκε σχετική σύμβαση το έτος 2015. Ότι, προκειμένου η εναγομένη να την εκδιώξει αζημίως από το δίκτυό της (χωρίς την καταβολή π.χ. αποζημίωσης πελατείας), επικαλούμενη ότι δεν πληροί τις οικονομικές προδιαγραφές που είχε θέσει για τους διανομείς της, απαίτησε να υπογράψει ταυτόχρονα με την υπογραφή των δύο νέων συμβάσεων επίσημου διανομέα οχημάτων και ανταλλακτικών, που εν τέλει καταρτίστηκαν στις 29-5-2014, μία επιστολή με έξι διαζευκτικά αναφερόμενες διαλυτικές αιρέσεις για τις κύριες συμβάσεις, μία εκ των οποίων - για την οποία και μόνο γίνεται σχετική αναφορά στην αγωγή - αφορούσε σε διαδοχική ενίσχυση της ρευστότητάς της (της ενάγουσας) κατά τις εκεί προβλεπόμενες ημερομηνίες και με τους εκεί παρατιθέμενους τρόπους με το συνολικό ποσό των € 5.452.616, το οποίο ήταν εξωπραγματικό υπό τις τότε επικρατούσες οικονομικές συνθήκες. Ότι, υπό την απειλή της μη κατάρτισης νέων συμβάσεων και συνέχισης της συνεργασίας της με την εναγομένη, αναγκάστηκε να υπογράψει την ανωτέρω επιστολή με τις διαλυτικές αιρέσεις, αποδεχόμενη αυτές. Ότι στις 24-11-2014 η εναγομένη την ενημέρωσε εγγράφως για τη λύση των συμβάσεων επίσημου διανομέα από τις 30-9-2014, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά το ποσό των € 930.000, καθώς και για την παύση ισχύος του εξαρτώμενου από αυτές από 29-5-2014 «ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών», με το οποίο είχαν ρυθμιστεί χρέη της προς την εναγομένη, ποσού € 769.503,20. Ότι την ίδια ημερομηνία (24-11- 2014) η εναγομένη κατήγγειλε και το προ διετίας συναφθέν από 31-7-2012 συμφωνητικό διακανονισμού χρέους για το ποσό των 1.440.000, λόγω μη είσπραξης, στις 30-10-2014, της 26ης δόσης, ποσού € 40.000, αν και μέχρι τότε είχαν καταβληθεί οι προηγούμενες δόσεις, συνολικού ποσού € 1.000.000, και απέμενε προς εξόφληση ποσό € 440.000. Ότι μετά ταύτα η εναγομένη ζήτησε την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών που της είχε χορηγήσει, ποσού € 1.430.410, το οποίο και εισέπραξε προς εξόφληση των απαιτήσεών της. Με βάση το παραπάνω ιστορικό και επικαλούμενη: α) ακυρωσία της δικαιοπραξίας με τις διαλυτικές αιρέσεις, λόγω άσκησης της απειλής για παύση της συνεργασίας της με την εναγομένη κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ελλείψει συνδέσμου ή συνάφειας μεταξύ του απειλούμενου κακού και της επιδιωκόμενης δήλωσης βούλησης και β) καταχρηστικότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού χρέους, αφενός μεν επειδή αυτή αποσκοπούσε στην αζήμια εκδίωξή της από το δίκτυο διανομής, όπως τούτο συνάγεται από την καθυστερημένη άσκηση της καταγγελίας (έλαβε χώρα 3 εβδομάδες μετά τη σφράγιση της μη πληρωθείσας επιταγής) και τη μη αποδοχή πρότασής της για κατάπτωση μίας εκ των εγγυητικών επιστολών, που υπερκάλυπτε τη μη καταβληθείσα δόση των € 40.000, αφετέρου δε επειδή μέχρι την καταγγελία είχε εξοφλήσει το μεγαλύτερο μέρος της ρυθμισμένης οφειλής, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 71% περίπου, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κυρίως μεν: 1) να κηρυχθεί άκυρη, λόγω απειλής, η «διαλυτική αίρεση”, ώστε να μην επηρεάζει την ισχύ των συμβάσεων του 2014, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 «ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρέους» και 3) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, που εκδηλώθηκε με την, κατά τα ανωτέρω, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απειλή και την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας, έχει υποχρέωση να της καταβάλει: α) για αποζημίωση (θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος) το συνολικό ποσό των € 318.242,36, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται ως προς τα επιμέρους ποσά που την αποτελούν και την αιτία οφειλής καθενός από αυτά και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της βλάβης που υπέστη η εμπορική της φήμη και αξιοπιστία από την κατάπτωση και είσπραξη των εγγυητικών επιστολών, το ποσό των € 700.000, νομιμοτόκως όλα τα ποσά από τις 26-5-2016, που επιδόθηκε στην εναγομένη η από 29-2-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2016) προγενέστερη αγωγή της κατά της εναγόμενης, με την οποία αιτήθηκε το πρώτον την καταβολή των παραπάνω χρηματικών ποσών και από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, επικουρικώς δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η συνεργασία της με την εναγόμενη έχει παύσει εγκύρως και ενόψει του ότι με την από 28-9-2015 επιστολή της, που επιδόθηκε στην εναγόμενη την 28-9-2015, έχει ήδη γνωστοποιήσει στην τελευταία την πρόθεσή της να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή: 1) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη έχει υποχρέωση να της καταβάλει: α) το ποσό του € 1.036.826,97 για αποζημίωση πελατείας με βάση το μέσο όρο των μικτών κερδών της κατά τα τελευταία πέντε πλήρη έτη συνεργασίας της με την εναγομένη, δηλαδή κατά τα ημερολογιακά έτη 2009 έως και 2013, 2) το ποσό των € 573.986,12 ως αποζημίωση, που αντιστοιχεί στην αγοραία αξία του αδιάθετου στοκ ανταλλακτικών της κατά την 24-11 -2014, άλλως το ποσό των € 560.142,53, που αντιστοιχεί στην αξία κτήσης του ίδιου στοκ ανταλλακτικών κατά την 30-9-2014, νομιμοτόκως από την ημερομηνία παύσης ισχύος των επίδικων συμβάσεων και επικουρικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως και όλως επικουρικώς το ποσό των € 135.045,88, που αντιστοιχεί στην αξία του στοκ ανταλλακτικών που παραμένει στην αποθήκη της ενάγουσας, λόγω της κακόπιστης και δόλιας άρνησης της εναγόμενης να το επαναγοράσει, νομιμοτόκως από τις 29-5-2014, που η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να αναλάβει το αδιάθετο στοκ ανταλλακτικών της, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, 3) το ποσό των € 27.321,98, που αντιστοιχεί στις περιγραφόμενες στην αγωγή ανεξόφλητες οφειλές της εναγόμενης προς αυτήν, για τις οποίες εξέδωσε η ίδια μεν το υπ’ αριθ. …/20-4-2015 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, η δε εναγόμενη τα υπ’ αριθ. …/2.2.2015, …/2.2.2015 και …/2.2.2015 πιστωτικά τιμολόγια, νομιμοτόκως από την ημέρα που έκαστο εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την 26-5-2016, που επιδόθηκε στην εναγομένη η προαναφερθείσα από 29-2-2016 αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και 4) το ποσό των € 50.000για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, νομιμοτόκως από την 26-5-2016, που επιδόθηκε στην εναγομένη η προαναφερθείσα από 29-2-2016 αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1921/2018 οριστική απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 135/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και ειδικότερα: Α) σε σχέση με τις κύριες βάσεις της αγωγής α) ως προς το αίτημα ακύρωσης της διαλυτικής αίρεσης, με επάλληλες κύριες αιτιολογίες, αφενός μεν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και αφετέρου ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας παράλληλα, σιωπηρώς, και τα συναφή αιτήματα επιδίκασης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, β) ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού χρέους, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και Β) σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της παραπάνω απόφασης παραπονείται η ηττηθείσα ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα για όσους λόγους εκθέτει στην ένδικη έφεσή της, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στην έκταση που προσβάλλεται με την έφεση και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έτσι ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της.
I. Από τη διάταξη του άρθρου 520 § 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 120 του ίδιου κώδικα, για κάθε δικόγραφο, και τους λόγους, για τους οποίους ασκείται, συνάγεται ότι οι λόγοι της έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, με τη έννοια ότι σε περίπτωση που κριθούν βάσιμοι επέρχεται, ως αποτέλεσμα της βασιμότητάς τους, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Αν ένας λόγος έφεσης είναι ή όχι λυσιτελής, θα κριθεί κατά περίπτωση, με γνώμονα τις διατάξεις του ουσιαστικού νόμου και τη λογική ακολουθία της διαδικασίας (ΕφΛαρ 46/2016 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ - ΕφΑΘ 2198/2013 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ - ΕφΑΘ 9838/2000 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ - Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2003, παρ. 542, σελ. 221 - Β. Βαθρακοκοίλης, Η έφεση, παρ. 1077 και 1141, σελ. 286 και 300, αντίστοιχα). Εν προκειμένω η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον 1° λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους πρωτοδίκως προβληθέντες από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ισχυρισμούς περί αοριστίας και νομικής αβασιμότητας της αγωγής, που περιλαμβάνονταν στις έγγραφες προτάσεις της και απέρριψε, βάσει αυτών την αγωγή, αν και θα έπρεπε να μην τους λάβει υπόψη και να θεωρήσει ότι η εναγομένη δε συμμετείχε προσηκόντως στην πρωτοβάθμια δίκη και ότι, συνεπώς, ήταν δικονομικά απούσα, έτσι ώστε να εφαρμοστεί το τεκμήριο του άρθρου 271 ΚΠολΔ και να γίνει δεκτή η αγωγή στην ουσία της, επειδή η εναγομένη παρέλειψε, αν και είχε σχετική εκ του άρθρου 237 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ υποχρέωση, να καταθέσει μαζί με τις προτάσεις της και το πληρεξούσιο προς τον υπογράψαντα αυτές δικηγόρο της, το οποίο κατέθεσε καθυστερημένα μαζί με την προσθήκη- αντίκρουσή της. Όμως, και αληθή υποτιθέμενα όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δεδομένου ότι κι αν ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει δικονομικά απούσα την εναγομένη λόγω μη εμπρόθεσμης κατάθεσης του πληρεξουσίου - αν και η καθυστερημένη προσκόμιση του κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσίου με την κατατεθείσα πριν τη συζήτηση της αγωγής (άρθρο 237 § 2 ΚΠολΔ) προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης δεν επέφερε ακυρότητα, αφού πρόκειται για έλλειψη που δύναται να συμπληρωθεί είτε αυτόκλητα από τον διάδικο που διαπίστωσε την έλλειψη πριν από τον Δικαστή (ΕφΑΘ 14698/1987 ΕλλΔνη 1988, 701), είτε κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, μάλιστα δε, η συμπλήρωση μπορεί να γίνει και μετά τη συζήτηση της αγωγής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 ΚΠολΔ (ήδη, με το άρθρο 237 § 1 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν. 4842/20121 και ισχύει για τα ένδικα βοηθήματα που κατατίθενται από 1-1-2022, η συμπλήρωση διατάσσεται από το Δικαστήριο με εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ) - και πάλι, πριν εφαρμόσει το τεκμήριο ερημοδικίας του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ, θα είχε εξετάσει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι ανάγκη να προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από την εναγομέη, το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο της αγωγής και θα την είχε απορρίψει για τους ίδιους λόγους, που περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Κατά συνέπεια, ο ερευνώμενος λόγος έφεσης τυγχάνει αλυσιτελής και για το λόγο τούτο απορριπτέος ως απαράδεκτος.
II. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 του ΑΚ, απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί, ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού. Για την εφαρμογή δε των ως άνω διατάξεων απαιτείται: α) απειλή επικείμενου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, γ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση, να οδήγησε πράγματι στη δήλωση βουλήσεως και μάλιστα παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών. Παράνομη είναι η απειλή όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (ΑΠ 745/2020 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, απειλή εναντίον των χρηστών ηθών υπάρχει όταν η απειλούμενη Πράξη επιτρέπεται, μεν, από το νόμο, δηλαδή πρόκειται για απειλή αγωγής, μηνύσεως ή χρησιμοποιήσεως άλλου έννομου μέσου (Καρακατσάνης σε Αστικό Κώδικα Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, άρθρο 150 αριθ. 17-22), ελλείπει, όμως, κάθε σύνδεσμος ή συνάφεια μεταξύ του κακού που απειλείται και της δηλώσεως βουλήσεως που σκοπείται με την απειλή, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο απειλών χρησιμοποιεί την επιτρεπτή από το νόμο απειλή για να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση βουλήσεως, που δεν έχει καμία σχέση με την απειλή, όπως η απειλή καταγγελίας μίας συμβάσεως ή αναγκαστικής εκτελέσεως, αν με αυτή σκοπείται η δια δηλώσεως βουλήσεως του απειλούμενου κατάρτιση συμβάσεως επωφελούς για τον απειλούντα, πέραν, του οφέλους ή της προστασίας από την καταγγελία ή την αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 493/1970 ΕλλΔνη 1971, 446 - ΕφΑΘ 409/2022 ΝΟΜΟΣ - ΕφΘεσ 611/2006 Αρμ 2007, 696 - ΕφΠειρ 21/1999 ΕλλΔνη 1999, 1760, ΕφΠειρ 505/1987 ΕλλΔνη, 1988. 736). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό προς το άρθρο 216 ΚΠολΔ, στην αγωγή ή την ένσταση για την ακύρωση της δικαιοπραξίας για ένα τέτοιο λόγο πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να εκτίθενται τα προαναφερθέντα στοιχεία, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΕφΑΘ 409/2022 ο.π. - ΕφΘεσ 611/2006 ο.π. - ΕφΠειρ 21/1999 ο.π. - ΕφΛαρ 386/2010 ο.π.)
Με τους συναφείς 2° και 3° λόγους της έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε με επάλληλες αιτιολογίες την κύρια βάση της αγωγής για κήρυξη άκυρης της «διαλυτικής αίρεσης”, λόγω απειλής που ασκήθηκε αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και συγκεκριμένα αφενός μεν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και αφετέρου ως μη νόμιμη. Από το περιεχόμενο της αγωγής, όπως αυτό αναφέρθηκε σε προηγούμενο σημείο της παρούσας ως προς το ουσιώδες μέρος του, προκύπτει η εξιστόρηση σ’ αυτό όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με το απειλούμενο κακό (άρνηση υπογραφής από την εναγομένη των νέων συμβάσεων και επομένως μη συνέχιση της πολυετούς συνεργασίας των διαδίκων), το οποίο αφορούσε την περιουσία της ενάγουσας (υπό την έννοια της αποστέρησής της από τη βασικότερη πηγή εσόδων της, που ήταν η πώληση καινούργιων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών του Ομίλου Fiat), τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η απειλή (με την αποστολή, την άνοιξη του 2014, επιστολής που ανέφερε «είτε υπογράφετε και μας επιστρέφετε υπογεγραμμένα ταυτόχρονα όλα τα έγγραφα είτε παύει αμέσως η συνεργασία μας»), την αμεσότητα επέλευσης του απειλούμενου κακού, το οποίο ήταν σπουδαίο για τη βιωσιμότητα της ενάγουσας εταιρίας και τον ψυχικό εξαναγκασμό της τελευταίας να προβεί σε δήλωση βούλησης για αποδοχή των διαλυτικών αιρέσεων που περιλαμβάνονταν στην προς αυτήν αποσταλείσα επιστολή της εναγομένης, στην οποία (δήλωση βούλησης) πράγματι προέβη, χωρίς να απαιτείται, επιπροσθέτως, για το ορισμένο της αγωγής, να προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ενήργησαν για λογαριασμό των διαδίκων νομικών οντοτήτων, δηλαδή τόσο του φυσικού προσώπου που προέβη στην απειλή ως νόμιμος αντιπρόσωπος ή προστηθείς της εναγομένης, όσο και του φυσικού προσώπου στο οποίο, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου αντιπροσώπου ή προστηθέντος της ενάγουσας, ασκήθηκε η απειλή για λογαριασμό της τελευταίας (ΕφΘεσ 921/2016 Αρμ 2017, 586), όπως εσφαλμένος κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα εν λόγω δε στοιχεία μπορούν ευχερώς να προκόψουν από τις αποδείξεις. Πλην όμως, ενόψει του ότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή ακύρωση αφορά σε ολόκληρη τη συμφωνία με τις έξι (6) διαλυτικές αιρέσεις, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην επίμαχη επιστολή της εναγομένης, για να εκτιμηθεί αν η απειλή είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και επομένως να κριθεί το νόμω βάσιμο αυτής σε σχέση με το συγκεκριμένο αίτημά της, έπρεπε να παρατίθεται στο αγωγικό δικόγραφο το ουσιώδες περιεχόμενο όλων των διαζευκτικώς συμφωνηθεισών διαλυτικών αιρέσεων, προκειμένου αυτό να αξιολογηθεί συνδυαστικά με τα υπόλοιπα γεγονότα που στηρίζουν την αγωγική αξίωση για την ακύρωση της ένδικης δικαιοπραξίας, μη αρκούσας της μνείας του περιεχομένου μόνο μίας εκ των διαλυτικών αιρέσεων, εκείνης που πληρώθηκε (για τις υπόλοιπες δε γίνεται λόγος περί πλήρωσης ή μη αυτών), δεδομένου ότι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη της επικαλούμενης από την ενάγουσα απειλής κρίνεται ενιαία για όλες τις διαλυτικές αιρέσεις και εκτείνεται αναπόφευκτα σε ολόκληρη τη συμφωνία, που περιλαμβάνεται στην επιστολή, η οποία συνιστά τη «διαλυτική αίρεση», της οποίας ζητείται η ακύρωση. Επισημαίνεται ότι ό όρος «διαλυτική αίρεση», που αναφέρεται στο αιτητικό της αγωγής, χρησιμοποιείται εντός εισαγωγικών σε πλείστα όσα σημεία της αγωγής (βλ. ενδεικτικά σελ. 13 «οι εν λόγω συμβάσεις έπρεπε δήθεν να υπογράφουν “υπό διαλυτική αίρεση”... η εναγόμενη περιέλαβε στη “διαλυτική αίρεση” όχι έναν ή δύο, αλλά έξι (6) διαφορετικούς όρους, καθένας από τους οποίους συνιστούσε αυτοτελή ' ‘διαλυτική αίρεση’ ’”, β) σελ. 16 «η εν λόγω επιστολή κατέστη δεσμευτική (αν και ακυρώσιμη λόγω της απειλής της εναγομένης) σύμβαση”, γ) σελ. 31-32 «η εναγομένη μας απείλησε με οριστική παύση της συνεργασίας μας ...σε περίπτωση που δεν υπογράφαμε την επιστολή της που όριζε ότι οι Συμβάσεις του 2014 τελούν υπό «διαλυτική αίρεση... η εταιρία μας προέβη στην αποδοχή της επιστολής της εναγομένης με τη «διαλυτική αίρεση» υπό την οποία η εναγομένη εξήρτησε τις Συμβάσεις μας...») για τον προσδιορισμό της υπογραφείσας επιστολής με τις έξι (6) διαλυτικές αιρέσεις ως σύνολο, δηλαδή ως ενιαίας δικαιοπραξίας διαλυτικών αιρέσεων και όχι για τον προσδιορισμό μόνο της πληρωθείσας διαλυτικής αίρεσης, την οποία, σε κάθε περίπτωση, δε θα μπορούσε να ζητήσει μεμονωμένα η ενάγουσα, αφού η επικαλούμενη απειλή αφορά στην υπογραφή της επιστολής ως ενιαίου κειμένου συμφωνίας, δηλαδή και με τις έξι (6) διαλυτικές αιρέσεις. Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή τυγχάνει αόριστη ως προς την κύρια βάση της ακύρωσης της συμφωνίας «διαλυτικής αίρεσης» και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η μνεία του περιεχομένου όλων των διαλυτικών αιρέσεων, παρά μόνο της μνημονευόμενης στην αγωγή πληρωθείσας διαλυτικής αίρεσης ή, έστω, ότι με την αγωγή ζητείται η ακύρωση μόνο της τελευταίας αυτής διαλυτικής αίρεσης και πάλι η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως προς την ίδια κύρια βάση της, αυτή τη φορά ως νόμω αβάσιμη, επειδή, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η απειλή της μη συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων, με την έννοια της άρνησης της εναγομένης να συνάψει νέες συμβάσεις διανομής με την ενάγουσα, εντάσσεται στα πλαίσια της συναλλακτικής ελευθερίας της να δέχεται να καταρτίσει συμβάσεις με όρους και αιρέσεις της επιλογής της που αποβλέπουν στο οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της ή να αρνείται να καταρτίσει συμβάσεις που δεν περιέχουν τους όρους ή τις αιρέσεις που η ίδια έχει θέσει, τέτοια δε αίρεση, που απαίτησε να γίνει αποδεκτή από την ενάγουσα, προκειμένου να συνεχιστεί η συνεργασία τους, ήταν και η (μόνη) περιγραφόμενη στην αγωγή διαλυτική αίρεση της διαδοχικής αύξησης της ρευστότητας της ενάγουσας εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων, το όφελος δε της εναγομένης από την αποδοχή της εν λόγω διαλυτικής αίρεσης από την ενάγουσα συνδέεται άμεσα με την ασκηθείσα απειλή, αφού η εν λόγω απειλή αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της εναγομένης όχι μόνο για τις μέχρι τότε απαιτήσεις της κατά της ενάγουσας, που είχαν ήδη διακανονιστεί με συμφωνητικά και ήταν εξασφαλισμένες με εγγυητικές επιστολές Τράπεζας, αλλά και για όσες τυχόν θα προέκυπταν στο μέλλον από τη συνέχιση της συνεργασίας τους με τις νέες συμβάσεις διανομής. Εξάλλου, από τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν διαγιγνώσκεται ο επικαλούμενος από την ενάγουσα «άσχετος» προς την απειλή σκοπός της εναγομένης για αζήμια αποδέσμευσή της από τη μακρόχρονη συνεργασία τους (π.χ. χωρίς την καταβολή της επικαλούμενης από την ενάγουσα αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 π.δ. 219/1991), αφού, αν η εναγομένη επιδίωκε κάτι τέτοιο, θα είχε ασκήσει το δικαίωμά της να καταγγείλει αζημίως (άρθρο 9 § 3 περ. α' π.δ. 219/1991) τις αμέσως προηγούμενες συμβάσεις της με την ενάγουσα (του έτους 2003) λόγω υπαιτιότητάς της τελευταίας, συνιστάμενης στη μη εκπλήρωση των συμβατικών οικονομικών της υποχρεώσεων, οι οποίες κατά τα μέσα του έτους 2012 είχαν ανέλθει στο ποσό των € 1.440.000 και μέχρι τη σύναψη των συμβάσεων του έτους 2014 στο επιπλέον ποσό των € 769.503,20, αμφότερα δε τα εν λόγω χρέη της ενάγουσας, συνολικού ποσού € 2.209.503,20 δέχθηκε η εναγομένη να διακανονιστούν και αποπληρωθούν σε δόσεις, καταρτισθέντων σχετικώς των από 31-7-2012 και 29-5-2014 συμφωνητικών διακανονισμού, όπως εκτίθεται στην αγωγή. Επιπροσθέτως, ο επικαλούμενος στην αγωγή «άσχετος» σκοπός της εναγομένης για αζήμια λύση της συνεργασίας της με την ενάγουσα δεν συνδέεται ευθέως και αιτιωδώς με την απειλή, αλλά με την επιδειχθησομένη κατά τη διάρκεια των συμβάσεων του έτους 2014 συμπεριφορά της ίδιας της ενάγουσας, υπό την έννοια ότι η πλήρωση ή μη της διαλυτικής αίρεσης και η εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας λύση ή μη των κύριων συμβάσεων του έτους 2014 εξαρτιόντουσαν αποκλειστικά από την εκπλήρωση από την ενάγουσα των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με την επιστολή και αποτελούσαν το περιεχόμενο των διαλυτικών αιρέσεων. Μάλιστα, τούτο καθίσταται εναργέστερο αν ληφθεί υπόψη ότι, ήδη από την ημερομηνία υπογραφής της επιστολής (29-5-2014), η ενάγουσα - όπως εμμέσως, πλην σαφώς, συνομολογεί με την αγωγή της - γνώριζε τις οικονομικές της δυνατότητες και την αδυναμία της να ανταπεξέλθει οικονομικά στην εκπλήρωση της συμφωνηθείσας διαλυτικής αίρεσης περί αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου σε συγκεκριμένο ύψος και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και, επομένως, ότι η αποδοχή της εν λόγοι διαλυτικής αίρεσης θα είχε ως συνέπεια τη λειτουργία των νέων συμβάσεων διανομής (του έτους 2014) και την παράταση της συνεργασίας της με την εναγομένη μόνο για λίγους μήνες, μέχρι την 30-9-2014 που είχε συμφωνηθεί να γίνει η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, αφού έκτοτε, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, θα επερχόταν η αυτοδίκαιη λύση τους λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης. Ως εκ τούτου, το απειλούμενο κακό (μη συνέχιση της συνεργασίας) ήταν εξ αρχής γνωστό στην ενάγουσα και βέβαιο, ως προς αυτήν (όχι όμως και ως προς την εναγομένη), ότι θα επερχόταν, έστω και με καθυστέρηση λίγων μηνών, στην ελεύθερη δε βούληση της ενάγουσας εναπόκειτο να αρνηθεί να δεχθεί τη «διαλυτική αίρεση» και να μη συναφθούν οι συμβάσεις του 2014, τερματίζοντας τη συνεργασία της με την εναγομένη στις αρχές του 2014 (31-1-2014), με τη λήξη των συμβάσεων του 2003 ή να αποδεχθεί τη «διαλυτική αίρεση», να συναφθούν οι νέες συμβάσεις του 2014 και να συνεχιστεί η συνεργασία της με την εναγομένη μέχρι τις 30-9-2014, χάνοντας το ως άνω δικαίωμα αποζημίωσης λόγω λύσης των συμβάσεων από υπαιτιότητά της (άρθρο 9 § 3 περ. α' π.δ. 219/1991), η διαφαινόμενη δε από το αγωγικό δικόγραφο τυχόν προσδοκία της ότι η εναγομένη δε θα επικαλείτο την επελθούσα λύση των συμβάσεων λόγω πλήρωσης της «διαλυτικής αίρεσης» αφορά στα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και δεν επιδρά ακυρωτικά (στην ισχύ) στη δικαιοπραξία της «διαλυτικής αίρεσης». Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δε δύναται να γίνει λόγος περί έλλειψης συνάφειας μεταξύ της απειλής που ασκήθηκε από την εναγομένη και της δήλωσης βούλησης, στην οποία εξαναγκάστηκε η ενάγουσα, με συνέπεια να μην καταφάσκεται αντίθεση της απειλής (του εξαγγελλόμενου κακού της μη συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων) προς τα χρηστά ήθη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής για ακύρωση της «διαλυτικής αίρεσης» λόγω απειλής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμη, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, αν και με διαφορετική (εσφαλμένη) μεν αιτιολογία, σε σχέση με το ορισμένο της αγωγής, ελλιπή δε αιτιολογία, σε σχέση με το νόμω αβάσιμο της αγωγής, η οποία (αιτιολογία) αντικαθίσταται και συμπληρώνεται, αντίστοιχα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμων των ερευνώμενων λόγων έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προσκομίζοντας μάλιστα, για την υποστήριξη των θέσεών της, γνωμοδοτήσεις νομομαθών, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου.
III. Στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α και β του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων”, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (άρθρα 17, 18 και 19), ορίζονται τα εξής: " 1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου...". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται: α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα/ διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού. Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΟλΑΠ 15/2013 ΧρΙΔ 2013, 601 - ΟλΑΠ 16/2013 ΧρΙΔ 2013, 596 - ΑΠ 610/2022 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 885/2020 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1369/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1265/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/ 1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων που συγκεντρώνουν τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ’ αυτές των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΟλΑΠ 16/2013 ο.π.).
Εν προκειμένω, με τον 5° λόγο της έφεσης η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η επικουρική βάση της αγωγής αναφορικά με την αιτηθείσα αποζημίωση πελατείας, ελλείψει παράθεσης στοιχείων που αφορούσαν τη δραστηριότητα της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα λειτουργίας των από 29-5-2014 συμβάσεων, οι οποίες διήρκησαν μέχρι τις 30-9-2014. Από τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα στηρίζει την επικουρική βάση της αγωγής της, αναφορικά με την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας λόγω λήξης, στις 30-9-2014, της πολυετούς συνεργασίας της με την εναγομένη, στην επιχειρηματική δραστηριότητα που ανέπτυξε στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης της με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη κατά τα ημερολογιακά έτη 2009 έως και 2013, παραθέτοντας επαρκή οικονομικά στοιχεία για καθένα από αυτά τόσο από την πώληση αυτοκινήτων, όσο και από την πώληση ανταλλακτικών, προβαίνοντας, ακολούθως, σε υπολογισμό της κατ’ αυτήν δικαιούμενης αποζημίωσης, την οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό του € 1.036.826,97, που αντιστοιχεί στον μέσο ετήσιο όρο των μικτών κερδών της κατά τα παραπάνω ημερολογιακά έτη. Πλην, όμως, προκειμένου το Δικαστήριο να δύναται να εκτιμήσει το νόμω βάσιμο του ανωτέρω αιτήματος σε σχέση με το ανώτατο ύψος του, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 9 π.δ. 219/1991, η ενάγουσα έπρεπε, για το ορισμένο της αγωγής, να μνημονεύει σ’ αυτήν οικονομικά στοιχεία και για την επιχειρηματική δραστηριότητα που ανέπτυξε τόσο κατά τον πρώτο μήνα του έτους 2014, στα πλαίσια λειτουργίας των αμέσως προηγούμενων συμβάσεων, που έληξαν στις 31-1-2014, όσο και στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγομένη βάσει των από 29-5-2014 συμβάσεων, οι οποίες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, λειτούργησαν αφενός ως μέρος μίας ενιαίας έννομης σχέσης, εκτός των άλλων, και λόγω του πανομοιότυπου των βασικών όρων των διαδοχικώς καταρτιζόμενων μεταξύ τους συμβάσεων (βλ. σχετικά ΑΠ 885/2020 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1554/2008 Αρμ 2009, 680), αφετέρου δε αναδρομικά από την 1-2-2014, που αποτελεί την επομένη της επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας των αμέσως προηγούμενων συμβάσεων, μέχρι και τις 30-9-2014, οπότε λύθηκαν οι συμβάσεις αυτές λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης. Τούτο δε, επειδή ο μέσος ετήσιος όρος των μικτών κερδών που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να ζητήσει η ενάγουσα για αποζημίωση πελατείας δεν υπολογίζεται με βάση τα μικτά κέρδη των τελευταίων πέντε πλήρων ημερολογιακών ετών, κατά τα οποία διήρκεσε η συνεργασία της με την εναγομένη, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αγωγή, αλλά με βάση τα μικτά κέρδη της τελευταίας πενταετίας, υπολογιζόμενης της διάρκειάς της από την ημερομηνία λύσης των συμβάσεων (30-9-2014) αναδρομικά μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία συμπλήρωσης πέντε ετών (30-9-2009). Συνεπώς, η παράλειψη της ενάγουσας να παραθέσει στην αγωγή στοιχεία της οικονομικής της δραστηριότητας από τη συνεργασία της με την εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως και 30-9-2014, αν και αυτά ήταν αναγκαία για τον υπολογισμό του μέσου ετήσιου όρου αμοιβής της ενάγουσας, τον οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει η αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, καθιστά την αγωγή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας, απορριπτομένου ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του οικείου 5ου λόγου έφεσης. Ενόψει δε της απόρριψης του ως άνω λόγου έφεσης και επομένως μη εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη, λόγω αοριστίας, της επικουρικής βάσης της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, που στηρίζει βασίμως και αυτοτελώς, με επάλληλη αιτιολογία, το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα του 6ου λόγου της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την έτερη επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης της ίδιας ως άνω αγωγικής αξίωσης λόγω παρέλευσης της ενιαύσιας παραγραφής του άρθρου 9 § 2 π.δ. 219/1991.
IV. Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες και αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπόμενου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001, 832 - ΟλΑΠ 17/1995 ΕλλΔνη 1995, 1501 - ΟλΑΠ 62/1990 ΝοΒ 1991, 389). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 2/2019 ΧρΙΔ 2019, 504). Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη Πράξη. Επομένως: α) εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί δικαιοπραξία ή επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση, αυτή, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, εφόσον δεν συνάγεται τίποτε άλλο, είναι άκυρη, β) εάν η άσκηση γίνεται με υλική ενέργεια, δικαιούται ο εντεύθεν βλαπτόμενος να ζητήσει την παύση της άσκησης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον και γ) εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, σε αποζημίωση. Από τα παραπάνω εκτεθέντα συνάγονται και τα μέσα αμύνης κατά της καταχρήσεως δικαιώματος. Έτσι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται: 1) να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία ή η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη ως καταχρηστική, 2) να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και 3) να προβάλει ένσταση, αντένσταση κ.λ.π., εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ - ΟλΑΠ 17/1995 ο.π. – ΑΠ 1112/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 881/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 172/2019 ΝΟΜΟΣ ΕλλΔνη 36 1531 - ΑΠ 151/2016 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1432/2010 ΕλλΔνη 52, 492). Καθ’ όσον αφορά στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, τα οποία τίθενται διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι αρκεί η πλήρωση έστω ενός, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάχρηση, ως «καλή πίστη» νοείται η ευθύτητα, εμπιστοσύνη και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, δηλαδή η συμπεριφορά η επιβαλλομένη στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοουμένη αντικειμενικούς, ώστε να μην βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον, δυσαναλόγως προς την ωφέλεια, την οποία αποκομίζει από την άσκηση του δικαιώματος του, αλλά να προτιμά ηπιότερο τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος. Ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά τη γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου. Ο «κοινωνικός» και «οικονομικός» σκοπός του δικαιώματος συναρτάται προς την επιτελούμενη με το δικαίωμα λειτουργία, πέραν της εξυπηρετήσεως των ατομικών συμφερόντων του φορέα του, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως. Τέλος, «προφανής» είναι η υπέρβαση των ορίων ασκήσεως του δικαιώματος, όταν είναι έκδηλη, καταφανής. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει, όταν ο ασκών το δικαίωμα, δεν προσδοκά κάποιο συμφέρον ή, κατ’ άλλη έκφραση, όταν η υπέρβαση προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας. Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας συμβάσεως υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε έλεγχο καταχρηστικότητας βάσει των προαναφερομένων κριτηρίων (ΑΠ 1162/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 114/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 601/2013 ΝοΒ 61, 2194 - ΑΠ 578/2012 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 307/2010 ΝΟΜΟΣ), στο πλαίσιο δε αυτό έχει κριθεί ότι τυγχάνει καταχρηστική ηκαταγγελία συμβάσεως, η οποία πραγματοποιείται για λόγους εχθρότητας, εμπάθειας ή εκδικήσεως ή με προσχηματική επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων (ΑΠ 719/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 419/2017 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 809/2014 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 346/2014 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 1518/2013 ΝοΒ 61, 1576). Αντιθέτως, δεν πρέπει να κρίνεται καταχρηστική η καταγγελία, όταν η λύση της συμβάσεως, στην οποία αυτή οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικώς προβλέψιμες δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του, τυχόν δε επωφελής για τα συμφέροντά του ενέργεια του άλλου μέρους ομοίως δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, διότι η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλομένης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης εκπληρώσεως της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004 ΧρΙΔ 2004, 789 - ΑΠ 1370/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 533/2016 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 683/2010 ΧρΙΔ 2011, 283 - ΑΠ 1933/2009 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, καθ’ όσον αφορά στην κύρωση της διαγνώσεως της καταχρηστικότητας της καταγγελίαςη καταχρηστική καταγγελία τυγχάνει κατ’ αρχήν άκυρη, κατ’ άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 1368/2019 ΝΟΜΟΣ - ΑΠ 642/2019 ΝΟΜΟΣ), εκτός εάν πρόκειται περί διαρκούς συμβάσεως με προέχον το στοιχείο της εμπιστοσύνης, οπότε, παρά την καταχρηστικότητά της, παραμένει έγκυρη, επιφέρουσα τη λύση της συμβάσεως, και απλώς γεννάται αξίωση αποκαταστάσεως πάσης θετικής και αποθετικής ζημίας του θιγομένου από αυτήν αντισυμβαλλομένου του καταγγέλλοντος (ΑΠ 674/2021 ΝΟΜΟΣ).
Με τον 4° λόγο της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τη δεύτερη κύρια βάση της αγωγής της για ακυρότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού. Από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης βάσης της αγωγής και των συναφών με αυτήν αιτημάτων της ιστορούνται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατ’ άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, για την εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα περιγράφεται η καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία συνίσταται στην άσκηση του δικαιώματος της για καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού λόγω μη πληρωμής μίας δόσης, ποσού των € 40.000, κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος επειδή: α) η μη πληρωθείσα δόση, που ήταν η 26'1 επί συνόλου 36 δόσεων, συνολικού ποσού € 1.440.000, αποτελούσε μικρό μέρος του χρέους της ενάγουσας και μέχρι τότε αυτή είχε εξοφλήσει κανονικά όλες τις προηγούμενες 25 δόσεις, έχοντας καταβάλει γι’ αυτές το μεγαλύτερο ποσοστό της ρυθμισμένης οφειλής, που αντιστοιχεί στο 71% αυτής και ανέρχεται σε € 1.000.000 (πλέον συμβατικών τόκων € 105.000), απομένοντας προς εξόφληση ποσοστό οφειλής 29%, που αντιστοιχεί σε € 440.000 (πλέον συμβατικών τόκων € 11.550) και β) η καταγγελία του συμφωνητικού εξυπηρετούσε άσχετους σκοπούς και παράλληλα αποτελούσε το επαχθέστερο μέτρο, σε σχέση με το επανειλημμένως προταθέν από την ενάγουσα ηπιότερο μέτρο, που ήταν η κατάπτωση της μίας εκ των εκδοθεισών σε πρώτη ζήτηση υπέρ της εναγομένης τριών τραπεζικών εγγυητικών επιστολών και συγκεκριμένα εκείνης των € 230.410, που υπερκάλυπτε τη μη πληρωθείσα 26η δόση και επαρκούσε για την κάλυψη όλων των δόσεων του έτους 2014, αποτέλεσμα δε της επιλογής της εναγομένης να καταγγείλει το συμφωνητικό διακανονισμού ήταν να επέλθει η κατάπτωση όλων των εγγυητικών επιστολών, συνολικού ποσού € 1.500.000. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας σε σχέση με την ανωτέρω κύρια βάση της, θεωρώντας ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν επαρκούν για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες του άρθρου 281 ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς, κατ’ ουσιαστική παραδοχή του ερευνώμενου λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς την εν λόγω κύρια βάση της, να κρατηθεί και εκδικαστεί η αγωγή από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το αντίστοιχο μέρος, ακολούθως δε, αφού κριθεί ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της ακυρότητας της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 299, 914, 932 ΑΚ, πρέπει αυτή να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Από τις μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. ../8-12-2016, …/27-12-2016, …/27-12-2016 και …/27-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που λήφθηκαν νομότυπα με επιμέλεια της εκκαλούσας και κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου της (βλ. τις υπ’ αριθ. .../2016 και .../2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά ... με την επισυνημμένη στην πρώτη εξ αυτών από 5-12-2016 και στη δεύτερη εξ αυτών από 20-12-2016 «κλήση - γνωστοποίηση λήψης ένορκων βεβαιώσεων»), τις μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. …/8-12-2016, …/8-12-2016, …/8-12-2016, …/8-12-2016 και …/23-3-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που λήφθηκαν νομότυπα με επιμέλεια της εφεσίβλητης κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου της (βλ. τις υπ’ αριθ. …/2016 και …/2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ... με την επισυνημμένη στην πρώτη εξ αυτών από 5-12-2016 «κλήση» και στη δεύτερη εξ αυτών από 18-3-2015 «κλήση-γνωστοποίηση»), το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 336 § 3 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ληφθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης υπ’ αριθ. …/23- 3-2015 και …/23-3-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., με εξαίρεση την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα, με την προσθήκη των προτάσεων (σχετ. ΣΤ), άνευ ημερομηνίας «έγγραφη δήλωση» του ..., η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επειδή κρίνεται ότι λήφθηκε ενόψει της παρούσας δίκης για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο σ’ αυτήν και ως εκ τούτου αποτελεί μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988, 75), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1998 η ενάγουσα εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εγχώριας εμπορίας αυτοκινήτων από το έτος 1972, εντάχθηκε στο δίκτυο διανομής της εναγομένης εταιρίας, η οποία εισάγει και διανέμει στην Ελλάδα αυτοκίνητα και ανταλλακτικά του Ομίλου FIAT (μάρκες FIAT, ABARTH, LANCIA, ALFA ROMEO, CHRYSLER JEEP), που κατασκευάζει η μητρική της ιταλική εταιρία με τη νυν επωνυμία «…. S.p.A». Ειδικότερα, αρχικώς καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, τα έτη 1998 και 1999, συμβάσεις επίσημου διανομέα, με τις οποίες η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα τη διανομή αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων του Ομίλου FIAT στην ελληνική επικράτεια, οι συμβάσεις δε αυτές καταγγέλθηκαν από την εναγομένη προς το σκοπό σύνταξης και υπογραφής νέων συμβάσεων, το περιεχόμενο των οποίων θα ανταποκρινόταν στις προβλέψεις του νεοεκδοθέντος τότε Κανονισμού 1400/2002/ΕΚ της Επιτροπής. Ακολούθως, οι διάδικοι σύναψαν τις εξής συμβάσεις: α) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT», β) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων FIAT Επαγγελματικά», γ) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων ALFA ROMEO», δ) την από 1-9-2010 «σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων ...», ε) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών FIAT”, στ) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών FIAT Επαγγελματικά”, ζ) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών ALFA ROMEO», η) την από 1-9-2010 «σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών ...», θ) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα οχημάτων LANCIA» και ι) την από 24-10-2003 «σύμβαση επίσημου διανομέα εξυπηρέτησης και ανταλλακτικών LANCIA», εκ των οποίων οι δύο τελευταίες καταγγέλθηκαν από την εναγομένη με προμήνυση ενός έτους και έληξαν στις 31-5-2011 και στις 31-8-2011, αντίστοιχα (ο λόγος της καταγγελίας αφορούσε την απόκτηση του δικαιώματος εισαγωγής της εν λόγω μάρκας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών από άλλη εισαγωγέα εταιρία), ενώ όλες οι υπόλοιπες καταγγέλθηκαν από την εναγομένη με προμήνυση δύο ετών και έληξαν στις 31-11-2014, προς το σκοπό αξιοποίησης των δυνατοτήτων που παρείχαν οι εν τω μεταξύ εκδοθέντες πρόσφατοι Κανονισμοί 330/2010ΕΚ και 461/2010/ΕΚ της Επιτροπής στον τομέα των δικτύων διανομής αυτοκινήτων. Για την εξασφάλιση της εναγόμενης αναφορικά με τις απαιτήσεις της που θα προέκυπταν στα πλαίσια της πολλαπλής συμβατικής σχέσης της με την ενάγουσα η τελευταία έθεσε στη διάθεση της πρώτης τρεις (3) εγγυητικές επιστολές της Τράπεζας «...», συνολικού ποσού € 1.430.410 και συγκεκριμένα: α) την υπ’ αριθ. .../12-6-2007 εγγυητική επιστολή, ποσού € 200.0000, β) την υπ’ αριθ. .../12-6-2007 εγγυητική επιστολή, ποσού € 230.410 και γ) την υπ’ αριθ. .../12-6-2007 εγγυητική επιστολή, ποσού 6 1.000.000, σε όλες δε τις εγγυητικές επιστολές τέθηκε η ρήτρα πληρωμής «σε πρώτη ζήτηση». Από τη συναλλακτική σχέση των διαδίκων, κατά τη διάρκεια λειτουργίας όλων των προαναφερόμενων συμβάσεων επίσημου διανομέα οχημάτων και ανταλλακτικών, δημιουργήθηκαν ληξιπρόθεσμα χρέη της ενάγουσας έναντι της εναγομένης, των οποίων την καταβολή οι διάδικοι συμφώνησαν να διακανονίσουν προς το σκοπό της συνέχισης της συνεργασίας τους, συνταχθέντος προς τούτο του από 31-7-2012 «ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών». Με το εν λόγω συμφωνητικό η ενάγουσα αναγνώρισε αφηρημένα και ανεξάρτητα από την ως άνω αιτία οφειλής ότι το συνολικό προς ρύθμιση ληξιπρόθεσμο χρέος της προς την εναγομένη ανέρχεται κατά το έτος 2012 στο ποσό των € 1.440.000, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντόκως σε 36 διαδοχικές μηνιαίες δόσεις των € 40.000 η κάθε μία, καταβληθησομένης της πρώτης δόσης στις 30-9-2012 και της τελευταίας δόσης στις 31-8-2015, με ετήσιο επιτόκιο 5,25%. Για την προσήκουσα καταβολή της κάθε δόσης η ενάγουσα εξέδωσε εις διαταγήν της εναγομένης και παρέδωσε σ’ αυτήν 36 επιταγές των € 40.000 η κάθε μία, που σύρονταν επί του τηρούμενου στην τράπεζα «...» υπ’ αριθ. ... λογαριασμού της, σε κάθε δε επιταγή αναγραφόταν ως ημερομηνία έκδοσης η ημερομηνία καταβολής της αντίστοιχης δόσης. Παρά την ανωτέρω διευκόλυνση που παρείχε η εναγομένη στην ενάγουσα για τη συνέχιση της μακροχρόνιας και επωφελούς, και για τις δύο πλευρές, συνεργασίας τους, η ενάγουσα, λόγω των συνομολογούμενων με το δικόγραφο της αγωγής της - και σε κάθε περίπτωση πλήρως αποδεικνυόμενών από τα προσκομισθέντα έγγραφα - οικονομικών της προβλημάτων, ενίοτε αδυνατούσε να ανταποκριθεί στην εμπρόθεσμη πληρωμή των δόσεων του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού και για το λόγο τούτο ζητούσε από την εναγομένη να μην εμφανίσει προς πληρωμή τις αντίστοιχες επιταγές και να δεχθεί να αντικατασταθούν με άλλες, που έφεραν μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης ή ακόμη και να αντικατασταθούν με άλλες οι ήδη εμφανισθείσες και μη πληρωθείσες (σφραγισθείσες) επιταγές, τα αιτήματα δε αυτά γίνονταν δεκτά από την εναγομένη σε πνεύμα συνεργασίας και κατανόησης προς ευόδωση του ανωτέρω κοινού σκοπού τους και διευκόλυνση της ενάγουσας στα πλαίσια της εν ισχύ συνεργασίας τους, ενόψει και της μεσολαβήσασας οικονομικής κρίσης, που είχε επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην αγορά των καινούργιων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών. Έτσι, ενδεικτικώς, η εναγομένη δέχθηκε και αντικαταστάθηκε: α) η υπ’ αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-4-2013, με τις υπ’ αριθ. ... και ... επιταγές της … Τράπεζας, ποσού € 20.000 η κάθε μία, με αναγραφόμενες ημερομηνίες έκδοσης 15-5-2013 και 9- 5-2013, αντίστοιχα, β) η υπ’ αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-9-2013, με την υπ’ αριθ. ... ισόποση επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 8-10-2013, γ) η σφραγισθείσα υπ’ αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-1- 2014, με την υπ’ αριθ. ... ισόποση επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-3-2014 και δ) η σφραγισθείσα υπ’ αριθ. ... επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 28-2-2014, με την υπ’ αριθ. ... ισόποση επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-3- 2014. Αλλά και μετά την υπογραφή του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού δημιουργήθηκαν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη της ενάγουσας έναντι της εναγομένης από τη μετέπειτα λειτουργία των μεταξύ τους συμβάσεων διανομής οχημάτων και ανταλλακτικών, συνολικού ποσού € 1.150.243,17 (210.881,06 + 939.362,11), τα οποία διακανονίστηκαν εκ νέου, εν όλω ή εν μέρει, κατά περίπτωση, με τα από 1-10-2013 και 29-5-2014 «ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών”, δια των οποίων, εκτός άλλων, ρυθμίστηκε η καταβολή με μηνιαίες δόσεις των ποσών των € 210.881,06 και € 578.622,14, αντίστοιχα. Στις 29-5-2014 οι διάδικοι κατήρτισαν νέες συμβάσεις διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης- ανταλλακτικών FIAT, Alfa Romeo, ABARTH και FIAT επαγγελματικών, των οποίων η ημερομηνία έναρξης συμφωνήθηκε να ανατρέχει στην επομένη της λήξης των αμέσως προηγούμενων συμβάσεων, δηλαδή την 1-2-2014, η ισχύς δε αυτών εξαρτήθηκε από διαλυτική αίρεση με πλείονα του ενός σκέλη (άρθρο 202 ΑΚ), το ακριβές περιεχόμενο της οποίας προσδιορίστηκε και συμφωνήθηκε με ιδιαίτερο έγγραφο (επιστολή), που έφερε την παραπάνω ημερομηνία (29-5-2014). Μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβε με το ως άνω έγγραφο η ενάγουσα να εκπληρώσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και συμφωνήθηκαν ως διαλυτική αίρεση ήταν κι εκείνη της ενίσχυσης της ρευστότητάς της με το επιμέρους ποσό των € 930.000, το οποίο έπρεπε να διαθέσει «για την ισόποση αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ... μέχρι και όχι πέραν της 30.9.2014”, όπως επί λέξει αναφέρεται στην ως άνω επιστολή. Όμως, επειδή η ενάγουσα δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό των € 930.000 και να προβεί στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μέχρι τις 30-9-2014, πληρώθηκε η συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση ως προς το συγκεκριμένο σκέλος της και επήλθε η λύση των από 29-5-2014 συμβάσεων διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης-ανταλλακτικών FIAT, Alfa Romeo, ABARTH και FIAT επαγγελματικών, την οποία (λύση των συμβάσεων) επικαλέστηκε η εναγομένη με την αποσταλείσα στην ενάγουσα από 24-11-2014 επιστολή της. Επίσης, με έτερη επιστολή της, που φέρει την ίδια ημερομηνία (24-11-2014) και επιδόθηκε στην ενάγουσα αυθημερόν, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως και το από 31-7-2012 «ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών» λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου για την πληρωμή της υπ’ αριθ. ... επιταγής, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-10-2014, ποσού € 40.000, που αντιστοιχούσε στην 26η δόση του ρυθμισμένου με το ανωτέρω συμφωνητικό χρέους, ασκώντας το σχετικό συμβατικό δικαίωμα που της παρείχε το άρθρο 7.1 του συμφωνητικού. Πριν την καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού, η εναγόμενη, τηρώντας την ίδια χρηστή συναλλακτική συμπεριφορά που είχε επιδείξει καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την ενάγουσα, αμέσως μετά την εμφάνιση της επιταγής για πληρωμή και τη μη πληρωμή της, απέστειλε στην ενάγουσα την από 31-10-2014 επιστολή, με την οποία την καλούσε να προβεί στην πληρωμή της επιταγής μέχρι τις 3-11-2014, η δε ενάγουσα διαβεβαίωσε την εναγομένη ότι θα πράξει τούτο μέχρι τις 6-11-2014. Παρά ταύτα, η ενάγουσα ουδέν κατέβαλε στην εναγομένη, με αποτέλεσμα η τελευταία να επανέλθει με την από 7-11-2014 επιστολή της, με την οποία κάλεσε την ενάγουσα να εξοφλήσει αυθημερόν την ακάλυπτη επιταγή, άλλως θα προέβαινε στη σφράγισή της, όπως εν τέλει έπραξε στις 7-11-2014, καθόσον η ενάγουσα δεν εξόφλησε τη συγκεκριμένη επιταγή. Συναφώς σημειώνεται ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι για τη συγκεκριμένη ακάλυπτη επιταγή η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη, είτε πριν είτε μετά τη σφράγιση της επιταγής, την αντικατάστασή της με άλλη που έφερε μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης, όπως επανειλημμένως είχε πράξει κατά τα παρελθόντα έτη με θετική ανταπόκριση της εναγομένης, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, αλλά ούτε και ότι πρότεινε στην εναγομένη την εξασφάλισή της για την πληρωμή της συγκεκριμένης δόσης με άλλο τρόπο (πλην των εγγυητικών επιστολών που είχαν δοθεί το έτος 2007 και ασφάλιζαν τα πάσης φύσεως χρέη της ενάγουσας από την πολυετή συνεργασία της με την εναγομένη) και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικής συμπεριφοράς της εναγομένης στην ένδικη περίπτωση σε σχέση με τη μέχρι τότε επιδειχθείσα, ώστε να δύναται να δημιουργηθεί στην ενάγουσα η εύλογη πεποίθηση ότι η εναγομένη δεν πρόκειται να καταγγείλει το συμφωνητικό διακανονισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η παροχή διευκολύνσεων από την εναγομένη προς την ενάγουσα για την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της γινόταν πάντοτε υπό τον όρο της εξασφάλισης της εναγομένης είτε με την παράδοση άλλης επιταγής είτε με άλλο τρόπο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αδυναμία της ενάγουσας να καλύψει τη συγκεκριμένη επιταγή και κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξοφλήσει την αντίστοιχη συμφωνηθείσα δόση του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού ήταν απόρροια της έλλειψης ρευστότητας που εμφάνιζε την περίοδο εκείνη η ενάγουσα, καθόσον είχε δεσμευτεί το σύνολο των καταθέσεών της (περίπου € 280.000) στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, λόγω των οφειλών της προς την τράπεζα «...» από τη μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης, μέχρι να εγκριθεί από την τελευταία το εκπονηθέν επιχειρηματικό σχέδιο της ενάγουσας για αναδιάρθρωσή της (διακανονισμό του χρέους της από τη σύμβαση πίστωσης και εκ νέου χρηματοδότησή της), το οποίο, εν τέλει, εγκρίθηκε υπό όρους από την παραπάνω τράπεζα επτά (7) μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2015, με την αποστολή στην ενάγουσα της από 9-6-2015 επιστολής της Τράπεζας «...», η δε σχετική συμφωνία υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2015, όπως περί τούτου κατέθεσε ο ενόρκως βεβαιώσας οικονομικός σύμβουλος της ενάγουσας, .... Μετά την κατά τα ανωτέρω εξέλιξη των πραγμάτων και αφού προηγουμένως η εναγομένη άφησε να παρέλθει από τη σφράγιση χρονικό διάστημα 17 ημερών, εντός του οποίου οι εκπρόσωποι των διαδίκων συμμετείχαν σε άγονες διαπραγματεύσεις για τη διευθέτηση του προβλήματος της ρευστότητας της ενάγουσας, που είχε επηρεάσει αρνητικά τις σχέσεις τους και είχε ήδη οδηγήσει στη λύση τόσο των από 29-5-2014 συμβάσεων διανομής οχημάτων και εξυπηρέτησης-ανταλλακτικών, όσο και των εξαρτώμενων από αυτές από 1-10-2013 και 29-5-2014 συμφωνητικών διακανονισμού χρεών, η καταγγελία του από 31-7-2012 «ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών» αποτελούσε τη μόνη ενδεδειγμένη για τα καλώς νοούμενα οικονομικά συμφέροντα της εναγομένης και οπωσδήποτε προβλέψιμη από την ενάγουσα επιχειρηματική επιλογή της εναγομένης, χωρίς ωστόσο αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και να καθίσταται άκυρη ως καταχρηστική (άρθρα 174 και 281 ΑΚ), αφού η εναγομένη, πριν την άσκηση της καταγγελίας, συμπεριφερθείσα σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, είχε εξαντλήσει από την πλευρά της κάθε αναμενόμενη από καλόπιστο συναλλασσόμενο δυνατότητα για την εξόφληση της επιταγής από την ενάγουσα, προκειμένου να διατηρηθεί σε ισχύ το από 31-7-2012 συμφωνητικό διακανονισμού χρεών, ως αυτοτελής και ανεξάρτητη σύμβαση σε σχέση με τις ήδη λυθείσες συμβάσεις διανομής και διακανονισμού χρεών, έστω και με την παροχή χρονικών διευκολύνσεων για την πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, όπως συνέβαινε καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων. Λόγω δε του ότι η καταγγελία του ανωτέρω συμφωνητικού δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση στις ήδη λυθείσες από τις 30-9-2014 συμβάσεις διανομής και να επηρεάσει δυσμενώς την τυχόν οικονομική εξάρτηση της ενάγουσας από αυτές, τυγχάνει αλυσιτελής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η καταγγελία του επίμαχου συμφωνητικού δεν αποσκοπούσε στην προστασία των συμφερόντων της, αλλά στην αζήμια εκδίωξή της από το δίκτυο διανομής, για το λόγο δε τούτο η ίδια ως άνω καταγγελία δεν συνδέεται με την επικαλούμενη από την ενάγουσα οικονομική καταστροφή της από τη λύση της συνεργασίας της με την εναγομένη. Η ανωτέρω κρίση περί μη αντίθεσης της καταγγελίας του επίμαχου συμφωνητικού διακανονισμού στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως για μη ακυρότητά της δεν ανατρέπεται από τη σχετικά μικρή αξία της μη πληρωθείσας δόσης των € 40.000 σε σύγκριση με το συνολικό ποσό των μέχρι τότε εξοφληθεισών δόσεων (€ 1.000.000) και το εναπομείναν προς εξόφληση ποσό δόσεων (€ 440.000), καθόσον, υπό τις ένδικες περιστάσεις, το γεγονός και μόνο αυτό δεν αρκεί για να καταστήσει την καταγγελία καταχρηστική, ενόψει και του ότι την κρίσιμη εκείνη χρονική περίοδο η ενάγουσα εμφάνιζε εικόνα έλλειψης ρευστότητας (τέτοια νοείται και η δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων της), συνεπεία της οποίας είχε ήδη τερματιστεί η πολυετής συνεργασία των διαδίκων λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, ασχέτως του ότι η ενάγουσα πλήρωσε διαδοχικά, σε μεταγενέστερους χρόνους, άλλα μικρότερα χρέη της προς τρίτους. Αλλά ούτε και η σιωπηρή απόρριψη από την εναγομένη της προφορικής πρότασης της ενάγουσας για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410 προς το σκοπό της κάλυψης με αυτήν τόσο της επίμαχης ληξιπρόθεσμης 26ης δόσης των € 40.000, όσο - και κυρίως - όλων των εν γένει χρεών που θα δημιουργούνταν προς την εναγόμενη μέχρι το τέλος του έτους 2014 οδηγεί σε αντίθετη κρίση, καθόσον η εν λόγω πρόταση έγινε υπό την προϋπόθεση ότι η εναγομένη δε θα ενέμενε στη θέση της για την επελθούσα λύση της συνεργασίας τους λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης και έτσι δεν θα κατέπιπταν οι υπόλοιπες δύο εγγυητικές επιστολές των € 1.000.000 και € 200.000 για την κάλυψη των χρεών της, που θα την οδηγούσαν σε πλήρη οικονομική εξόντωση, όπως σχετικώς περί τούτου κατέθεσαν οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της ενάγουσας, Ελένη Δαμάσκου και Κων/νου Δικαιούλια. Πλην, όμως, επειδή η εναγομένη ενέμεινε τελικά στη λύση της συνεργασίας της με την ενάγουσα, με συνέπεια να καταστούν ληξιπρόθεσμες στο σύνολό τους οι απορρέουσες από τις εν λόγω λυθείσες συμβάσεις οφειλές της ενάγουσας, συνολικού ποσού € 1.238.876,75, για την ικανοποίηση των οποίων έπρεπε να καταπέσουν ολικά οι δύο εγγυητικές επιστολές και εν μέρει η τρίτη εξ αυτών, έστω κι αν απέμενε υπόλοιπο € 191.533,25 (1.430.410 - 1.238.876,75), δεν πληρούνταν οι όροι υπό τους οποίους είχε γίνει από την ενάγουσα η πρόταση για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410, αφού κύριο μέλημα και επιδίωξη της ενάγουσας ήταν να μη λυθεί η συνεργασία της με την εναγομένη και στα πλαίσια συνέχισης αυτής να διευθετηθεί το έλασσον ζήτημα της πληρωμής της επίδικης ληξιπρόθεσμης δόσης των € 40.000 από την ως άνω εγγυητική επιστολή. Πάντως, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τα αποτελέσματα της τυχόν αποδοχής της πρότασης της ενάγουσας για ολική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των € 230.410 δε θα διέφεραν στην πράξη από τα επελθόντα αποτελέσματα της καταγγελίας του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για δυσανάλογα επαχθές μέτρο ως προς την ενάγουσα, αφού στη μεν περίπτωση της αποδοχής της πρότασης της ενάγουσας η εναγομένη θα ικανοποιείτο για τη ληξιπρόθεσμη δόση του Οκτωβρίου 2014 και τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις των επόμενων πέντε περίπου μηνών από την εγγυητική επιστολή των € 230.410, ενώ στην περίπτωση της καταγγελίας του συμφωνητικού η εναγόμενη ικανοποιήθηκε από το αδιάθετο υπόλοιπο των καταπεσουσών τριών εγγυητικών επιστολών, ποσού € 191.533, το οποίο υπολείπεται του ποσού της εγγυητικής επιστολής των € 230.410. Επομένως, υπό τις ένδικες περιστάσεις, η καταγγελία του από 31-7-2012 συμφωνητικού διακανονισμού δεν αποτελούσε το επαχθέστερο μέσο σε σχέση με το επικαλούμενο από την ενάγουσα ηπιότερο μέσο της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής των € 230.410, ούτε επέφερε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στην ενάγουσα σε σχέση με το όφελος που αποκόμισε η εναγομένη, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Κατ’ ακολουθίαν όσων αναφέρθηκαν, η καταγγελία του από 31-7-2012 «ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών» δεν ήταν καταχρηστική και επομένως άκυρη, αλλά καθ’ όλα έγκυρη και ισχυρή, επιφέρουσα τα έννομα αποτελέσματά της, εφόσον δε η καταγγελία, δεν ήταν καταχρηστική, δεν ήταν ούτε παράνομη και για το λόγο τούτο δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, ώστε να θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Πρέπει, επομένως, ως προς την εξετασθείσα κύρια βάση της, η αγωγή ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την έκταση της δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν εν μέρει για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και εν τέλει πρέπει να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης-εφεσίβλητης σε βάρος της ηττηθείσας ενάγουσας-εκκαλούσας (άρθρα 179 εδ. τελ. και 183 ΚΠολΔ, όπως το εδ. τελευταίο του άρθρου 179 προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021), επιπλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του παράβολου που κατέθεσε για την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 1921/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 135/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που έκρινε επί της αγωγικής βάσης για την ακυρότητα της καταγγελίας του από 31-7-2012 «ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης και διακανονισμού χρεών».
Κρατεί και δικάζει κατ’ ουσίαν την από 31-8-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2016 αγωγή, ως προς το μέρος που εξαφανίστηκε.
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς το ίδιο μέρος.
Καταδικάζει την ενάγουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγομένης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Διατάζει την επιστροφή στην εκκαλούσα του παράβολου που κατέθεσε για την άσκηση της έφεσης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 6-4-2023
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 16/5/2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ