Αριθμός 295/2024
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2023, με την εξής σύνθεση: Μαργαρίτα Γκορτζολίδου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Αγγελική Μίντζια, Ρωξάνη Γιαννουλάτου, Δημήτριος Βασιλειάδης, Χριστιάνα Μπολόφη, Σύμβουλοι, Θεοδώρα Ζιάμου, Δημήτριος Πυργάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Γεωργία Σιμάτη.
Για να δικάσει την από 29 Ιουλίου 2020 έφεση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού» (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (Χαλκοκονδύλη 30), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Γώγο (Α.Μ. 4544 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά των: 1. Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με τη Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 2. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Ζαμπίτη (Α.Μ. 6607 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με απόφαση του Περιφερειάρχη και 3. Δήμου Κατερίνης Πιερίας, ο οποίος δεν παρέστη,
και κατά της υπ’ αριθμ. 148/2020 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Θεοδώρας Ζιάμου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής: …/25.9.2020).
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 148/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσας ΔΕΗ κατά της 383705/12799/10.6.2014 απόφασης του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας. Με την τελευταία αυτή απόφαση κυρώθηκε αναδρομικά, από 22.12.2005, η 1/2005 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης στην ενότητα “Καπνικός Σταθμός” του Δήμου Κατερίνης και βεβαιώθηκε εισφορά σε γη και χρήμα για την ιδιοκτησία της εκκαλούσας ΔΕΗ στο Γ 650 οικοδομικό τετράγωνο. Με την εκκαλούμενη απόφαση θεωρήθηκε ως συμπροσβαλλόμενη, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, η 27090 & 18154/7.4.2015 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9.2.2015 προσφυγή νομιμότητας της εκκαλούσας ΔΕΗ κατά της ευθέως προσβαλλόμενης απόφασης του Περιφερειάρχη.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς οριστική εκδίκαση ενώπιον του Ε΄ Τμήματος υπό επταμελή σύνθεση, κατόπιν της 146/2023 παραπεμπτικής απόφασης του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση.
4. Επειδή, με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου, άρχισε να ισχύει από 1.1.2011, προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 58 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), δεύτερο εδάφιο, το οποίο ορίζει τα εξής: “Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου”. Η ανωτέρω διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ/τος 18/1989, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016), η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως εξής: “Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση”. Kατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, η οποία επαναλήφθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της εφέσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ, Ελ Σ) ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών. Εξάλλου, ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο ή ως έλλειψη νομολογίας, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά μόνον εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως αν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (ΣτΕ 2393/2021, 1918/2018, 1717/2018, 2706/2016 κ.ά.).
5. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, με το π.δ. της 15.12.1986 (Δ΄ 35/28.1.1987) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη στην περιοχή “Καπνικού Σταθμού” του Δήμου Κατερίνης, εντός της οποίας η εκκαλούσα ΔΕΗ φέρεται ως ιδιοκτήτρια έκτασης 5.939,74 τ.μ., στα Ο.Τ. 20α και 20β. Στο άρθρο 6 του εν λόγω π.δ. ορίστηκαν οι όροι και περιορισμοί δόμησης των κοινωφελών χώρων της περιοχής της οποίας εγκρίθηκε το σχέδιο, στους οποίους δεν περιλήφθηκαν χώροι της ΔΕΗ, παρά μόνον βρεφονηπιακοί σταθμοί, χώρος σταθμού υπεραστικών λεωφορείων και χώροι πολιτιστικού κέντρου, υπηρεσιών νομαρχίας και δικαστηρίου. Εξάλλου, στο συνδημοσιευθέν διάγραμμα και στα επίμαχα Ο.Τ. 20α και 20β (βλ. σελ. 361 του ΦΕΚ 35Δ΄/1987) δεν αποτυπώθηκε η ιδιοκτησία της ΔΕΗ ούτε άλλος χώρος κοινωφελών εγκαταστάσεων. Τούτο έγινε το πρώτον με την υπ’ αρ. 5133/24.7.1989 απόφαση του Νομαρχιακού Διευθυντή του Νομού Πιερίας (Δ΄ 488/7.8.1989), με την οποία εγκρίθηκε, κατόπιν αιτήματος της εκκαλούσας ΔΕΗ, η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου στα οικοδομικά τετράγωνα (Ο.Τ.) 20α και 20β και συγκεκριμένα: (α) ενοποιήθηκαν αυτά σε ενιαίο Ο.Τ. 20 και καταργήθηκε ο μεταξύ αυτών πεζόδρομος, (β) για το Ο.Τ. 20 επιτράπηκε η ανέγερση κτιρίων γενικής κατοικίας σύμφωνα με τους όρους δόμησης του ρυμοτομικού διατάγματος της 23.2.1987 (Δ΄ 166), και (γ) το οικόπεδο της ΔΕΗ χαρακτηρίστηκε “χώρος εγκαταστάσεων της ΔΕΗ με τη χρήση της γενικής κατοικίας”. Στη σχετική, θετική για την τροποποίηση της Πολεοδομικής μελέτης, υπ’ αριθμ. 338/1988 γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου Κατερίνης, το εγκριθέν αίτημα της ΔΕΗ περιγράφεται ως εξής: “… το ΗΜ:ΔΥΣ/ Φ.200.4/1992/19.5.1988 έγγραφο της ΔΕΗ-Δ/νση Υπηρεσιών Στέγασης, με το οποίο ζητούν την τροποποίηση του σχεδίου της περιοχής Καπνικού Σταθμού στο Ο.Τ. 20α και 20β (=Γ 650), που είναι η ιδιοκτησία τους, όπου προβλέπονται από το πολεοδομικό σχέδιο χώροι οικοδομήσιμοι, οδοί, πεζόδρομοι και Κ.Χ. που την κατατεμαχίζουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να κατασκευαστεί το κτίριο Γραφείων, Συνεργείων και Αποθηκών της ΔΕΗ που θα καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες της επιχείρησης στην περιοχή Κατερίνης. Γι’ αυτούς τους λόγους προτείνουν να χαρακτηριστεί η ιδιοκτησία τους σαν χώρος για ανέγερση κτιρίου ΔΕΗ με τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης που ισχύουν στην περιοχή. (...)” Ακολούθως, με την 8643/22.12.2005 απόφαση του Δημάρχου Κατερίνης κυρώθηκε διορθωμένη η 1/2005 πράξη εφαρμογής σε όλο το τμήμα της επέκτασης του εγκεκριμένου σχεδίου στην ενότητα “Καπνικού Σταθμού”, όπως είχε διορθωθεί με τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή Πράξεις του Νομάρχη Πιερίας (21/4407/96/16.6.1997 και 21/8260/30.11.2000) και του Δημάρχου Κατερίνης (υπ’ αρ. Δ.Υ. 21.7.2005 και 7220οικ./4.11.2005) μετά την αποδοχή ή μη των ενστάσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία αναρτήσεων της μελέτης, ενώ κυρώθηκαν και τα κτηματολογικά διαγράμματα και οι πίνακες εφαρμογής, που συνοδεύουν την εν λόγω πράξη, όπως αυτά συμπληρώθηκαν μετά την επεξεργασία των δηλώσεων ιδιοκτησίας και τις σχετικές εντολές της υπηρεσίας. Με την ως άνω δημαρχιακή απόφαση ορίστηκε περαιτέρω ότι παραμένουν σε ισχύ η υπ’ αρ. 21/3111/22.5.1996 απόφαση Νομάρχη, με την οποία κυρώθηκε η 1/1996 πράξη εφαρμογής στο Ο.Τ. Γ 656 και η υπ’ αρ. 21/235/19.1.2001 απόφαση Νομάρχη, με την οποία κυρώθηκε η 1/2001 τμηματική πράξη εφαρμογής στο Ο.Τ. Γ 756. Σύμφωνα με τους κτηματολογικούς πίνακες της πράξης αυτής, η ιδιοκτησία της εκκαλούσας με αριθμό κτηματογράφησης ... στο οικοδομικό τετράγωνο Γ650, αρχικής επιφάνειας 5.940 τ.μ., βαρύνεται με εισφορά σε γη 2.595 τ.μ. [από την οποία 833,50 τ.μ. διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και τα υπόλοιπα 1.761,50 τ.μ. διατέθηκαν για τη δημιουργία νέου οικοπέδου (08-Ν) στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο] και εισφορά σε χρήμα για 591 τ.μ., στο συνοδεύον δε την πράξη αυτή κτηματογραφικό διάγραμμα το οικόπεδο με αριθμό 06 της εκκαλούσας, εμβαδού 3.345 τ.μ. μετά την αφαίρεση της εισφοράς γης, χαρακτηρίζεται ως “χώρος εγκαταστάσεων ΔΕΗ”. Είχε προηγηθεί η ανάρτηση της μελέτης πράξης εφαρμογής (Γ΄ κεφάλαιο) της Πολεοδομικής ενότητας Επέκταση Καπνικού Σταθμού στο Δημοτικό Κατάστημα Κατερίνης (10.4.1995, 9.2.1998) και η δημοσιοποίησή της στον τοπικό τύπο (10.4.1995, 5.2.1998 και 6.2.1998). Με το από 27.7.1995 έγγραφό του ο Διευθυντής Υπηρεσιών Στέγασης της ΔΕΗ είχε ζητήσει την εξαίρεση της ιδιοκτησίας της ΔΕΗ από την επιβολή εισφορών κατά το στάδιο σύνταξης των πράξεων εφαρμογής της περιοχής Καπνικού Σταθμού (Ο.Τ. Γ 650). Κατά της 1/2005 πράξης εφαρμογής η ΔΕΗ υπέβαλε σειρά ενστάσεων και τεχνικών εκθέσεων προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Κατερίνης, όπως τις από 18.6.2006 και από 11.7.2006 ενστάσεις, την από 7.6.2007 τεχνική έκθεση, την από 15.6.2007 ένσταση και την από 20.3.2008 ένσταση, καθώς και την από 27.5.2008 προσφυγή προς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και την από 24.9.2008 προσφυγή προς την Τριμελή Επιτροπή του άρθρου 151 του ν. 3463/2006 της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με τις οποίες, εμμένοντας στις πάγιες θέσεις της ότι έπρεπε να εξαιρεθεί από την υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα, ως κοινωφελής επιχείρηση που εκτελεί βασικά κοινόχρηστα πολεοδομικά έργα, αιτείτο την έκδοση διορθωτικής πράξης εφαρμογής. Όλες οι ανωτέρω ενστάσεις απορρίφθηκαν από τη Διοίκηση με διάφορες αιτιολογίες. Τελικώς, κατά της ως άνω 8643/22.12.2005 απόφασης του Δημάρχου και της 1/2005 πράξης εφαρμογής, καθ’ ο μέρος αφορούσε στην ιδιοκτησία της, η εκκαλούσα άσκησε αίτηση ακυρώσεως στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή με την 1206/2009 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία κρίθηκε ότι η 1/2005 πράξη εφαρμογής κυρώθηκε από αναρμόδιο όργανο, τον Δήμαρχο Κατερίνης, ενώ αρμόδιο για την κύρωση ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 4 του ν. 2508/1997, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου, προς το οποίο είχε μεταβιβαστεί, με την υπ’ αρ. 55/2005 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Πιερίας (Β΄ 1250), η αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, κύρωσης των πράξεων εφαρμογής των πολεοδομικών μελετών και των διορθωτικών αυτών πράξεων. Ακολούθως, τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014 (Α΄ 94), το οποίο ορίζει τα εξής: “Πράξεις εφαρμογής που κυρώθηκαν από αναρμόδια όργανα μπορούν να κυρωθούν με αποφάσεις των αρμοδίων Περιφερειαρχών υπό την προϋπόθεση ότι κυρώνονται ως είχαν κατά το χρόνο κυρώσεως τους από τα αναρμόδια όργανα. Η ισχύς των αποφάσεων αυτών ανατρέχει στην ημερομηνία έκδοσης των αρχικών διοικητικών πράξεων οι οποίες μετά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων των περιφερειαρχών καταργούνται αυτοδικαίως.” Κατ’ εφαρμογή του άρθρου αυτού, ο φάκελος της πράξης εφαρμογής της ενότητας “Καπνικού Σταθμού” διαβιβάστηκε από την αρμόδια Διεύθυνση του Δήμου Κατερίνης στον Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας (σχετ. τα .../24.9.2013 και .../17.4.2014 έγγραφα), με σκοπό την κύρωση της πράξης από το όργανο αυτό, κατ’ εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. Κατόπιν αυτών, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Περιφερειάρχη, η οποία μεταγράφηκε στις 26.6.2014. Με την απόφαση αυτή, αφού ελήφθη υπόψη η προαναφερόμενη 1206/2009 ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι διατάξεις του ν. 4258/2014, (α) ανακλήθηκε η 8643/22.12.2005 απόφαση του Δημάρχου Κατερίνης, (β) ακυρώθηκε η 1/2005 πράξη εφαρμογής και (γ) κυρώθηκε η 1/2005 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης επέκτασης “Καπνικού Σταθμού” με αναδρομική ισχύ από τις 22.12.2005, κατ’ επίκληση του άρθρου 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Περιφερειάρχη κυρώθηκαν: (α) τα κτηματογραφικά διαγράμματα της πράξης εφαρμογής, (β) οι κτηματολογικοί πίνακες της πράξης εφαρμογής και (γ) οι πίνακες επικειμένων και τα λοιπά στοιχεία που συνοδεύουν την εν λόγω πράξη, ως αυτά είχαν κατά το χρόνο κύρωσής τους με την 8643/22.12.2005 απόφαση του Δημάρχου. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Περιφερειάρχη η εκκαλούσα άσκησε την από 9.2.2015 προσφυγή νομιμότητας ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 227 και 238 του ν. 3528/2010 (Α΄ 87). Η διοικητική προσφυγή της ΔΕΗ απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με τη θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη απόφαση του ανωτέρω Γενικού Γραμματέα, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή του ακινήτου της εκκαλούσας ΔΕΗ από τις επίμαχες εισφορές, εφόσον το υπό ανέγερση κτίριο γραφείων, συνεργείων και αποθηκών δεν αποτελεί κοινωφελή χώρο, ενώ δεν προκύπτει η εκτέλεση, με δαπάνες της ΔΕΗ, βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων στην περιοχή επέκτασης. Με την αίτηση ακυρώσεως που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η εκκαλούσα ΔΕΗ προέβαλε καταρχάς ότι με την αναδρομική κύρωση της 1/2005 πράξης εφαρμογής - η αρχική κυρωτική απόφαση της οποίας είχε ακυρωθεί με την 1206/2009 τελεσίδικη (λόγω μη άσκησης έφεσης) απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης - παραβιάζεται το δεδικασμένο της εν λόγω ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Στο μέτρο δε που η προσβαλλόμενη απόφαση του Περιφερειάρχη στηρίζεται στο άρθρο 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014, είναι ακυρωτέα, διότι με τη διάταξη αυτή επιχειρείται ανεπίτρεπτη, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, παρέμβαση του νομοθέτη σε υπόθεση που κρίθηκε δικαστικά, προκειμένου να ανατραπεί το αναδρομικό ακυρωτικό αποτέλεσμα της δικαστικής αυτής απόφασης. Περαιτέρω, η εκκαλούσα ΔΕΗ προέβαλε ότι η Διοίκηση, σε πλήρη συμμόρφωση προς την 1206/2009 ακυρωτική δικαστική απόφαση, θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκ νέου κίνηση της διαδικασίας κύρωσης της πράξης εφαρμογής, εκδίδοντας απόφαση του αρμόδιου οργάνου με ισχύ για το μέλλον. Το δικάσαν εφετείο, αφού δέχθηκε ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, όταν ακυρώνεται διοικητική πράξη για τυπικό λόγο, μπορεί το αρμόδιο όργανο να επανέλθει και, αφού τηρήσει τη νόμιμη διαδικασία, να εκδώσει πράξη του ίδιου περιεχομένου με την αρχική και μάλιστα να ορίσει ότι η πράξη αυτή ισχύει αναδρομικά από το χρόνο έκδοσης της αρχικής, την οποία μπορεί και να ανακαλέσει, έκρινε ότι, εφόσον η πράξη κύρωσης της 1/2005 πράξης εφαρμογής ακυρώθηκε με την 1206/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου για τον προαναφερθέντα τυπικό λόγο (αναρμοδιότητα του Δημάρχου) και όχι για λόγο αναγόμενο στην ουσιαστική νομιμότητα της εν λόγω πράξης, ο αρμόδιος ήδη προς κύρωση της πράξης εφαρμογής Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας δεν κωλυόταν από το απορρέον από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο να ανακαλέσει την αρχική απόφαση κύρωσης της πράξης εφαρμογής και να κυρώσει εκ νέου την ανωτέρω πράξη ως ίσχυε κατά το χρόνο που είχε κυρωθεί από το αναρμόδιο όργανο. Εν προκειμένω, ο Περιφερειάρχης, συμμορφούμενος και προς την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη πράξη του, νομίμως κατά την εκκαλουμένη εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 15α του ν. 4258/ 2014, η οποία, σύμφωνα με τη ρητή της διατύπωση, αφορά αποκλειστικώς στον τύπο της κυρωτικής (τελικής) πράξης και δεν παρέχει στη Διοίκηση τη δυνατότητα να κινήσει εκ νέου και εξ υπαρχής τη σχετική διαδικασία. Εξάλλου, κατά την κρίση του δικάσαντος εφετείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη διάταξη αυτή επιχειρήθηκε επέμβαση του νομοθέτη σε υποθέσεις που είχαν ήδη κριθεί δικαστικά κατά τον χρόνο ψήφισης του εν λόγω νόμου, εφόσον η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι γενική και καταλαμβάνει όλες τις υποθέσεις κύρωσης πράξεων εφαρμογής από αναρμόδια όργανα, υπαγορεύθηκε δε από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, που συνίστανται στην ανάγκη εφαρμογής της εγκεκριμένης κάθε φορά Πολεοδομικής μελέτης (ή εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου) προκειμένου να δημιουργηθούν οι προβλεπόμενοι κοινόχρηστοι χώροι και, γενικότερα, να διαμορφωθεί η πόλη σύμφωνα με τους ορισμούς της μελέτης ώστε να εκπληρωθεί ο σκοπός της. Στη συνέχεια, το δικάσαν εφετείο έκρινε, απαντώντας σε σχετικώς προβληθέντα λόγο ακυρώσεως, ότι, εφόσον η 1/2005 πράξη εφαρμογής δεν αφορά σε μεμονωμένη ιδιοκτησία της αιτούσας στο 650 Ο.Τ. αλλά σε ολόκληρη την “Ενότητα Καπνικού Σταθμού”, με εξαίρεση τα Ο.Τ. Γ 656 και Γ 756, όπως τούτο προκύπτει από το κείμενο της κυρωτικής πράξης καθώς και από το προσκομιζόμενο κτηματογραφικό διάγραμμα της πράξης εφαρμογής, δεν ήταν απαραίτητη η κοινοποίηση ατομικής πρόσκλησης στην εκκαλούσα ΔΕΗ προκειμένου να ασκήσει ένσταση πριν από την εκ νέου κύρωσή της, αφού μάλιστα τηρήθηκαν και οι σχετικοί διαδικαστικοί τύποι πριν από την έκδοση της 1/2005 πράξης εφαρμογής. Περαιτέρω η εκκαλούσα ΔΕΗ προέβαλε ότι παρανόμως επιβαρύνθηκε η ιδιοκτησία της με εισφορά σε γη και σε χρήμα, εφόσον η ΔΕΗ αποτελεί κρατικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδρυτικού της νόμου 1468/1950 (Α΄ 169) και το άρθρο 1 του ν. 2773/1999 (Α΄ 286), το κτίριο δε που προορίζεται για τη στέγαση των υπηρεσιών της στην Κατερίνη (γραφεία, συνεργεία, αποθήκες) αποτελεί κοινωφελή χώρο σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, προβλεπόμενος μάλιστα στην οικεία πολεοδομική μελέτη, στην οποία η ιδιοκτησία της χαρακτηρίζεται ως “χώρος εγκαταστάσεων ΔΕΗ”, δηλαδή καθορίζεται ως χώρος κοινής ωφέλειας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 παρ. 9 του ν. 1337/ 1983, οι ιδιοκτησίες που προορίζονται για τη δημιουργία κοινωφελών χώρων της αρμοδιότητας του δημόσιου φορέα στον οποίο ανήκουν, δεν υπόκεινται σε άλλη εισφορά γης. Σχετικώς η εκκαλούσα ΔΕΗ επικαλέστηκε την 155/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία έγινε δεκτή έφεσή της κατά της 861/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και κρίθηκε ότι δεν ήταν νόμιμη η επιβολή εισφοράς γης σε ιδιοκτησίες της στην περιοχή επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Ευόσμου Θεσσαλονίκης, οι οποίες στο παρελθόν είχαν απαλλοτριωθεί με δαπάνες της ΔΕΗ για την εγκατάσταση υποσταθμού και συναφών εγκαταστάσεων (χαλύβδινων πύργων στήριξης των γραμμών μεταφοράς και συναφών δομικών έργων εξυπηρετούντων τη λειτουργία του υποσταθμού) και οι οποίες χαρακτηρίστηκαν, κατά την αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ως “χώρος εγκαταστάσεων ΔΕΗ” προοριζόμενος για την εγκατάσταση και λειτουργία υποσταθμού μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Υποστήριξε δε η εκκαλούσα ΔΕΗ ότι το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το κτίριο που πρόκειται να ανεγερθεί στο οικόπεδό της προορίζεται για τη στέγαση υπηρεσιών που θα λειτουργήσουν αποκλειστικά για την επίτευξη σκοπών κοινής ωφέλειας της αρμοδιότητάς της, ήτοι τη διοίκηση και οργάνωση των δραστηριοτήτων που διασφαλίζουν την ηλεκτροδότηση της ευρύτερης περιοχής της Κατερίνης, καθώς δεν θα κατασκευαστούν μόνον γραφεία, αλλά προπάντων αποθήκες και χώροι στέγασης των συνεργείων της εταιρείας. Επί του λόγου αυτού ακυρώσεως, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 9 του ν. 1337/1983, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή του μέτρου της εισφοράς σε γη, για τον χαρακτηρισμό ορισμένης ιδιοκτησίας που ανήκει στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ, ή σε κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ως κοινωφελούς χώρου εντός σχεδίου πόλης, κρίσιμος είναι ο προορισμός της ιδιοκτησίας από πολεοδομική άποψη, όπως αυτός καθορίζεται από την προβλεπόμενη στην πολεοδομική μελέτη χρήση της ιδιοκτησίας για την κάλυψη της αναγκαίας για τη λειτουργία του οικισμού υποδομής, η ιδιοκτησία δε υπάγεται στην έννοια του κοινωφελούς χώρου, εφόσον η χρήση αυτή αποβλέπει στη θεραπεία κοινού συμφέροντος ή ευρείας κατηγορίας ωφελούμενων προσώπων και εξυπηρετεί άμεσα βασικές λειτουργικές ανάγκες του οικισμού, η ικανοποίηση των οποίων έχει ανατεθεί από τον νόμο στους ανωτέρω φορείς και εμπίπτει στις αρμοδιότητες ή τον σκοπό τους. Ο κοινωφελής αυτός σκοπός μπορεί να προκύπτει είτε από την αποτύπωση της ιδιοκτησίας ως “κοινής ωφέλειας” στο διάγραμμα της Πολεοδομικής μελέτης είτε από τη φύση των εγκαταστάσεων οι οποίες επιτρέπεται να ανεγερθούν, ή και να παραμείνουν στην έκταση αυτή, εφόσον αυτές ήδη υφίστανται. Με βάση τα προαναφερόμενα, το δικάσαν εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο ακυρώσεως ως αβάσιμο με τη σκέψη ότι ως “εγκαταστάσεις ΔΕΗ”, απαλλασσόμενες από την εισφορά σε γη και σε χρήμα λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα τους, προδήλως νοούνται οι υποσταθμοί και οι συναφείς με τη λειτουργία τους εγκαταστάσεις, περίπτωση για την οποία αποφάνθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας με την 155/2019 απόφασή του, όχι δε και οι χώροι γραφείων και αποθηκών, οι οποίοι δεν σχετίζονται με το δίκτυο μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Το δικάσαν εφετείο μνημόνευσε και την 2407/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε, κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 4 του ν. 3044/2002 [που απαγορεύει τη μείωση της συνολικής επιφάνειας των κοινωφελών χώρων σε περίπτωση τροποποίησης πολεοδομικών σχεδίων], ότι οι χώροι που προορίζονται για την ανέγερση γραφείων και κτιρίων της ΔΕΗ δεν αποτελούν κοινωφελείς χώρους. Το δικάσαν εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο και τον ειδικότερο ισχυρισμό της εκκαλούσας ΔΕΗ ότι μπορεί να συναχθεί ο κοινωφελής χαρακτήρας του υπό ανέγερση κτιρίου από το γεγονός ότι στην τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου με την ανωτέρω υπ’ αρ. 5133/24.7.1989 απόφαση του Νομαρχιακού Διευθυντή Ν. Πιερίας, το οικόπεδο της εκκαλούσας χαρακτηρίζεται ως “χώρος εγκαταστάσεων ΔΕΗ με τη χρήση της γενικής κατοικίας”, σύμφωνα με τις επιτρεπτές χρήσεις γης που καθορίζονται για τη γενική κατοικία με το άρθρο 3 του π.δ. της 23.2/6.3.1987 (Δ΄ 166), - στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, τα γραφεία, τράπεζες, ασφάλειες, κοινωφελείς οργανισμοί (περ. 4), τα κτίρια εκπαίδευσης (περ. 5), οι θρησκευτικοί χώροι (περ. 8) τα κτίρια κοινωνικής πρόνοιας (περ. 9) και τα επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης (περ. 10) - καθόσον η ανέγερση γραφείων, αποθηκών και συνεργείων της ΔΕΗ αποβλέπει πρωτίστως στην εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης και δεν εξυπηρετεί άμεσα το κοινό συμφέρον ή βασικές λειτουργικές ανάγκες του οικισμού Κατερίνης στην περιοχή επέκτασης. Εξάλλου, απορριπτέος κρίθηκε και ο προβληθείς ισχυρισμός της εκκαλούσας ΔΕΗ ότι κατά παράβαση της τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου έτους 1989 διασπάστηκε εκ νέου η ιδιοκτησία της με την αφαίρεση 2.595 τ.μ. για τη δημιουργία νέου οικοπέδου στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο, με τη σκέψη ότι η κατάργηση, με την ανωτέρω 5133/1989 νομαρχιακή απόφαση, του προβλεπόμενου πεζοδρόμου εντός της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, δεν απέκλειε, στο στάδιο εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης, την επιβολή εισφοράς γης στο ενιαίο οικόπεδο της ΔΕΗ, το οποίο, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά, ορθώς αντιμετωπίστηκε ως κοινός οικοδομήσιμος χώρος για την ανέγερση κτιρίου με χρήση γενικής κατοικίας. Υπό την παραπάνω δοθείσα έννοια του κοινωφελούς χώρου, το υπό ανέγερση κτίριο προς στέγαση των υπηρεσιών της ΔΕΗ δεν συνιστά, κατά την κρίση του δικάσαντος εφετείου, ούτε “βασικό κοινόχρηστο πολεοδομικό έργο” στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή της Κατερίνης, ώστε να συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της από τη χρηματική εισφορά με βάση το άρθρο 9 παρ. 1 εδάφιο β΄ του ν. 1337/1983, όπως προβλήθηκε με την αίτηση ακυρώσεως. Κατόπιν των ανωτέρω, το δικάσαν εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα αίτηση ακυρώσεως στο σύνολό της ως αβάσιμη.
6. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, η εκκαλούσα ΔΕΗ επαναφέρει τους λόγους ακυρώσεως και προβάλλει ότι είναι μη νόμιμες οι επ' αυτών κρίσεις της εκκαλούμενης απόφασης. Ειδικότερα προβάλλει τα εξής: α) Η κρίση ότι είναι νόμιμη η αναδρομική κύρωση της πράξης εφαρμογής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014, στην ειδική περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω πράξη εφαρμογής έχει ακυρωθεί δικαστικά, έστω για τυπικό λόγο, αίρει το ακυρωτικό αποτέλεσμα της δικαστικής απόφασης και νομιμοποιεί την επέμβαση του νομοθέτη στη δικαστική λειτουργία, όχι για το μέλλον, αλλά με σκοπό την επαναφορά στο νομικό κόσμο πράξεων εφαρμογής που ακυρώθηκαν δικαστικά, χωρίς μάλιστα να συντρέχουν προς τούτο ιδιαίτεροι λόγοι δημόσιου συμφέροντος και χωρίς να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4258/2014 και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες δεν προκύπτει η δικαιολογητική βάση εισαγωγής της ένδικης ρύθμισης, που επιτρέπει την κύρωση πράξεων εφαρμογής με αναδρομική ισχύ. Αντιθέτως, από το ίδιο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης - βλ. αιτιολογική σκέψη 19 της απόφασης του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, στην οποία γίνεται αναφορά στην από 22.10.2013 σύσκεψη μεταξύ οργάνων του Δήμου Κατερίνης και της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, παρουσία και του Δημάρχου Κατερίνης, κατά την οποία διατυπώθηκε δέσμευση για άμεση νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος της ακύρωσης της 1/2005 πράξης εφαρμογής - προκύπτει ότι η οικεία ρύθμιση είναι φωτογραφική και εισήχθη με μοναδικό σκοπό την “άμεση νομοθετική ρύθμιση της 1/2005 της πράξης εφαρμογής», το στοιχείο δε αυτό δεν ελήφθη υπόψη από το δικάσαν εφετείο, αν και προβλήθηκε με την αίτηση ακυρώσεως. Το ότι η επίμαχη νομοθετική διάταξη δεν είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος αλλά μόνο των προαναφερόμενων εμπλεκόμενων συμφερόντων του Δήμου Κατερίνης και της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για την αναδρομική κύρωση της 1/2005 πράξης εφαρμογής με το ίδιο περιεχόμενο, προκύπτει, κατά τα προβαλλόμενα με το από 8.12.2021 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημα, και από το γεγονός ότι ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας είχε καταστεί αρμόδιο όργανο για την εκ νέου κύρωση πράξης εφαρμογής, μετά τη δικαστική ακύρωση της αρχικής, ήδη πριν από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης, με το άρθρο 186 παρ. ΙΙ, Κεφάλαιο Στ΄, περ. 41 του ν. 3852/2010. Τα παραπάνω συνιστούν, κατά τα προβαλλόμενα, παραβίαση των άρθρου 95 παρ. 5, 26 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, η ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης οδηγεί στην αναδρομική ανατροπή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της ΔΕΗ όπως αυτό διαμορφώθηκε νομίμως μετά τη δικαστική ακύρωση της πράξης εφαρμογής και τη μεταγραφή των σχετικών εμπράγματων δικαιωμάτων, τούτο δε κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, η τήρηση της οποίας επιβάλλεται, στο δίκαιο της πράξης εφαρμογής, από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, η εν λόγω κρίση τελεί σε αντίθεση, αφενός μεν προς τον κανόνα του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 1337/1983, το οποίο ορίζει ως χρόνο επέλευσης των αναφερόμενων στην πράξη εφαρμογής μεταβολών της ιδιοκτησίας, τον χρόνο μεταγραφής της κυρωτικής πράξης, αφετέρου δε προς τον κανόνα του άρθρου 12 παρ. 7 περ. ε΄ του ν. 1337/1983, το οποίο επιτάσσει τη μη αναδρομικότητα των τυχόν τροποποιήσεων της πράξης εφαρμογής, για λόγους ασφάλειας δικαίου. Σε σχέση με το παραδεκτό του λόγου έφεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, η εκκαλούσα ΔΕΗ προβάλλει τον ισχυρισμό ότι για το νομικό ζήτημα της δυνατότητας αναδρομικής κύρωσης, βάσει του άρθρου 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014, πράξης εφαρμογής που έχει ανεκκλήτως ακυρωθεί δικαστικά, έστω για τυπικό λόγο, δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και η εκκαλούμενη απόφαση αναφέρεται μεν στον νομολογιακό κανόνα περί του επιτρεπτού της αναδρομικής κύρωσης πράξης η οποία ακυρώθηκε δικαστικά για τυπικό λόγο, όμως ο κανόνας αυτός δεν είναι ανεπίδεκτος εξαιρέσεων, όπως γίνεται δεκτό στην περίπτωση της μη αναγνώρισης αναδρομικότητας στην πράξη απόλυσης που εκδίδεται μετά από τη δικαστική ακύρωση προηγούμενης όμοιας, έστω και αν η ακύρωση εχώρησε για τυπικό λόγο (ΣτΕ 1538/2012), τούτο δε πρέπει να γίνει δεκτό και στην παρούσα περίπτωση για τους ως άνω εκτιθέμενους λόγους. β) Η κρίση περί του μη κοινωφελούς χαρακτήρα της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, ως δικαιολογητικής βάσης της απαλλαγής της ΔΕΗ από την εισφορά σε γη, δέον να ερείδεται στον προορισμό της επίμαχης εδαφικής έκτασης σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη, και όχι στη λειτουργία των υπό ανέγερση κτιρίων επί της εδαφικής αυτής έκτασης, όπως έγινε εσφαλμένως δεκτό - και δη πρωτογενώς - από το δικάσαν δικαστήριο. Η ειδική αυτή επιστημονική κρίση εκφέρεται κατ' αντίθεση προς την εφαρμοζόμενη πολεοδομική μελέτη, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινωφελής προορισμός της ιδιοκτησίας της ΔΕΗ, ως χώρος εγκαταστάσεων της ΔΕΗ, εξετάστηκε και καθορίστηκε αρμοδίως από τη Διοίκηση, κατ’ εφαρμογή επιστημονικών κριτηρίων Πολεοδομικού σχεδιασμού. Κατά τα προβαλλόμενα, η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης περί του μη κοινωφελούς χαρακτήρα των εγκαταστάσεων της ΔΕΗ τελεί σε αντίθεση και προς τις νομοθετικές διατάξεις, με τις οποίες ορίζεται ότι η εξυπηρέτηση κοινωφελούς σκοπού διέπει όλες τις δραστηριότητες της ΔΕΗ. Σχετικώς αναφέρονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2773/1999, του άρθρου 1 εδ. β΄ του ν. 4001/2011, των άρθρων 1 παρ. 2 και 4 παρ. 2 του ιδρυτικού της ΔΕΗ νόμου 1468/1950 και του άρθρου 9 παρ. 8 του ν. 2941/2001, από τις οποίες συνάγεται, κατά τα προβαλλόμενα, ότι η παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στους πολίτες από την ΔΕΗ αποτελεί νομοθετικώς χαρακτηρισμένη δραστηριότητα κοινής ωφέλειας, ο χαρακτηρισμός δε αυτός καλύπτει όλες τις συνιστώσες της εν λόγω δραστηριότητας, κύριες και υποστηρικτικές. Για το παραδεκτό του λόγου έφεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 προβάλλεται ότι, ως προς το νομικό ζήτημα της, κατά το άρθρο 8 παρ. 9 του ν. 1337/ 1983, συναγωγής του κοινωφελούς προορισμού ενός ακινήτου από τον ειδικό χαρακτηρισμό του ακινήτου στην οικεία πολεοδομική μελέτη, με την οποία εξειδικεύονται οι ρυθμίσεις του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΓΠΣ) και οριοθετούνται, κατά τρόπο δεσμευτικό, οι κοινόχρηστοι, κοινωφελείς και οικοδομήσιμοι χώροι (άρθρο 6 παρ. 2 και 4 του ν. 1337/ 1983), όχι όμως και από τη λειτουργία που προορίζονται να εξυπηρετήσουν τα υπό ανέγερση κτίρια, υπάρχει αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, άλλως δεν υπάρχει ειδική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Καθ’ όσον αφορά στο ειδικότερο νομικό ζήτημα ότι η λειτουργία των υπό ανέγερση κτιρίων δεν κρίνεται πρωτογενώς από τον δικαστή, και δη κατ' αντίθεση προς τα προβλεπόμενα στην πολεοδομική μελέτη, διότι τούτο συνιστά οιονεί σφετερισμό, από τη δικαστική λειτουργία, του Πολεοδομικού σχεδιασμού, ο οποίος ανατίθεται στην εκτελεστική λειτουργία και δέον να διενεργείται βάσει επιστημονικών - πολεοδομικών κριτηρίων (άρθρα 26 παρ. 1 και 24 παρ. 2 του Συντάγματος), η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης είναι αντίθετη στις αποφάσεις 155/2019 και 3978/1999 (και 3475/2002) του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συναφώς αναφέρεται και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν στο παρελθόν αντισυνταγματικές νομοθετικές διατάξεις που επέτρεπαν την ανέγερση κτιρίων κοινής ωφέλειας σε οικόπεδα χωρίς προηγούμενο πολεοδομικό χαρακτηρισμό (ΣτΕ Ολομ. 813-4/2004, 1759/2008 κ.ά.), καθώς και η νομολογία με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 152 παρ. 10 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ) περί εξαιρέσεως των εγκαταστάσεων της ΔΕΗ και άλλων κρατικών επιχειρήσεων (της ΕΥΔΑΠ στην κριθείσα περίπτωση) από την απαγόρευση ανέγερσης κοινωφελών κτιρίων σε οικόπεδα τα οποία ήταν μεν κατά το εγκεκριμένο σχέδιο οικοδομήσιμα, αλλά δεν είχαν χαρακτηρισθεί ως κοινής ωφέλειας (ΣτΕ Ολομ. 1712/2009, 149/2014). Προβάλλεται περαιτέρω ότι οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η εκκαλούμενη απόφαση (ΣτΕ 155/2019, 2407/2009), δεν έχουν κρίνει ειδικά επί του ανωτέρω ζητήματος. Εξάλλου, το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την εκκαλούμενη, ότι μόνον οι εγκαταστάσεις της ΔΕΗ που σχετίζονται άμεσα με τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας νοούνται ως εγκαταστάσεις κοινωφελούς χαρακτήρα, κατ' αποκλεισμό μάλιστα άλλων εγκαταστάσεων που υποστηρίζουν εμμέσως τη διανομή και μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας (όπως τα κτίρια που στεγάζουν συνεργεία επισκευής, οι αποθήκες για το απαραίτητο υλικό κ.ο.κ.), δεν έχει προηγουμένως κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, και πάντως δεν κρίθηκε με την απόφαση 155/2019 του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως προβάλλεται. γ) Η κρίση ότι η ένδικη έκταση της ΔΕΗ δεν εξυπηρετεί κοινωφελή σκοπό ενόψει της λειτουργίας των κτιρίων που πρόκειται να ανεγερθούν επ’ αυτής, είναι εσφαλμένη, καθ’ ο μέρος τελεί σε αντίθεση προς τις σχετικές προβλέψεις της Πολεοδομικής μελέτης, με τις οποίες επιδιώκεται, κατ' εφαρμογή των αρχών του Πολεοδομικού σχεδιασμού, η διατήρηση της ιδιοκτησίας της ΔΕΗ ως ενιαίας και ακέραιας έκτασης χάριν ακριβώς της εξυπηρέτησης κοινωφελούς σκοπού, οι οποίες (προβλέψεις) περιέχουν δεσμευτική νομική ρύθμιση, σύμφωνα με τη νομολογία (ΣτΕ 3208, 632/2012, 3201/2004, 2398/2001, Ολομ. 488/1991 κ.ά.). Για το παραδεκτό του λόγου έφεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 προβάλλεται ότι, ως προς το νομικό ζήτημα του εάν, κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 1337/1983, ο ειδικός χαρακτηρισμός και η διαμόρφωση ενός χώρου ως ενιαίου από την πολεοδομική μελέτη με σκοπό την εξυπηρέτηση της κοινής ωφέλειας, αποκλείει ή όχι τη μεταγενέστερη διχοτόμησή του μέσω της επιβολής εισφοράς σε γη και χρήμα, ωσάν επρόκειτο για κοινό οικοδομήσιμο χώρο, δεν υπάρχει εισέτι νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. δ) Η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι εχώρησε στην προκειμένη περίπτωση τμηματική εφαρμογή της Πολεοδομικής μελέτης, επί δύο μόνο Ο.Τ. 650 και 678, χωρίς όμως να ερευνάται αν πληρούνται οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις (συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος που καθιστούν αναγκαία τη σύνταξη τμηματικής πράξης εφαρμογής), εκφέρεται κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 1337/1983. Η κρίση αυτή είναι και κατ’ ουσίαν εσφαλμένη, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τους πίνακες της πράξης εφαρμογής, η ένδικη 1/2005 πράξη εφαρμογής δεν αφορά στο σύνολο της ενότητας του Καπνικού Σταθμού Κατερίνης, όπως δέχεται η εκκαλούμενη, αλλά μόνον σε δύο οικοδομικά τετράγωνα (Ο.Τ. 650 και 678). Για το παραδεκτό του λόγου έφεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 προβάλλεται ότι, ως προς το νομικό ζήτημα των προϋποθέσεων έκδοσης τμηματικής πράξης εφαρμογής, ήτοι πράξης που δεν αφορά στο σύνολο της περιοχής της Πολεοδομικής μελέτης αλλά σε δύο μόνο οικοδομικά τετράγωνα και, ειδικότερα, ως προς το νομικό ζήτημα της ανάγκης συνδρομής, στην περίπτωση αυτή, αποχρώντων λόγων δημοσίου συμφέροντος, δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά τα προβαλλόμενα, δεν έχει επιλύσει το κρίσιμο εν προκειμένω νομικό ζήτημα η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την οποία η κύρωση μεμονωμένης πράξης εφαρμογής πρέπει να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 2311/2001, 353/2017, 4004/2008, 3987/2008), ούτε και η νομολογία σχετικά με την τμηματική έγκριση Πολεοδομικής μελέτης (ΣτΕ 642/2019). Όμως, κατά τα προβαλλόμενα, η προαναφερόμενη νομολογία για τη μεμονωμένη πράξη εφαρμογής πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά και στην περίπτωση της τμηματικής (αποσπασματικής) εφαρμογής της Πολεοδομικής μελέτης. ε) Η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι το άρθρο 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014 επιτρέπει την αναδρομική κύρωση πράξης εφαρμογής που ακυρώθηκε δικαστικά, και δη χωρίς την εκ νέου τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας που προβλέπονται στην υπουργική απόφαση ΠΕΧΩΔΕ 79881/3445 της 6/11.12.1984, συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία των οικείων διατάξεων. Η επιτασσόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, πρόσκληση των θιγόμενων ιδιοκτητών μέσω δημοσιεύσεων στις τοπικές εφημερίδες, πρέπει να ενεργείται σε κάθε περίπτωση κύρωσης πράξης εφαρμογής Πολεοδομικής μελέτης, είτε αποτελεί αρχική κύρωση είτε επανακύρωση, διότι συνδέεται στενά με την άσκηση του δικαιώματος ακρόασης εκ μέρους των θιγόμενων ιδιοκτητών. Η παράλειψη τήρησης της διαδικασίας δημοσιεύσεων και υποβολής ενστάσεων στέρησε την εκκαλούσα ΔΕΗ από τη δυνατότητα να προβάλει τις ουσιώδεις αντιρρήσεις της ενώπιον του αρμόδιου οργάνου, πολύ περισσότερο καθόσον η ΔΕΗ δεν είχε προσκληθεί ούτε στο πλαίσιο κύρωσης το πρώτον της 1/2005 πράξης εφαρμογής. Για το παραδεκτό του λόγου έφεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 προβάλλεται ότι, ως προς το νομικό ζήτημα του εάν, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 15 α του ν. 4258/2014, επιτρέπεται η νέα κύρωση ακυρωθείσας (λόγω αναρμοδιότητας) πράξης εφαρμογής χωρίς την τήρηση της διαδικασίας δημοσιεύσεων και υποβολής ενστάσεων κατά το άρθρου 5 παρ. 1 της ΥΑ ΠΕΧΩΔΕ 79881/3445, δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. στ) Η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης ότι οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις της ΔΕΗ δεν συνιστούν βασικό κοινόχρηστο πολεοδομικό έργο, το οποίο απαλλάσσει την εκκαλούσα ΔΕΗ από την υποχρέωση επιβολής εισφοράς σε χρήμα, εκφέρεται κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ν. 1337/1983. Για το παραδεκτό του λόγου έφεσης κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/ 2010 προβάλλεται ότι, ως προς το νομικό ζήτημα του εάν, ως βασικό κοινόχρηστο πολεοδομικό έργο που απαλλάσσει τον φορέα του από την εισφορά σε χρήμα κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 1337/1983, νοείται μόνον εκείνο που έχει κοινωφελή χαρακτήρα, όπως δέχεται η εκκαλούμενη, ή, όπως προβάλλεται από την εκκαλούσα, σε κάθε περίπτωση το έργο που εκτελείται από κρατικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, όπως είναι το πρόγραμμα στέγασης των υπηρεσιών της ΔΕΗ επί του ένδικου ακινήτου (κατασκευή κτιρίων γραφείων, συνεργείων και αποθηκών), δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
7. Επειδή, η κρινόμενη έφεση ασκείται παραδεκτώς κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 4, διότι, πράγματι, δεν υφίστατο μέχρι τώρα νομολογία για το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα της (αντι)συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014, κατ’ επίκληση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη. Επιλαμβανόμενο του ζητήματος υπό επταμελή σύνθεση, το Τμήμα κρίνει ότι, κατά την αληθή βούληση του νομοθέτη και με σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία της ως άνω διάταξης, η επανακύρωση πράξης εφαρμογής που κυρώθηκε αρχικά από αναρμόδιο όργανο, δεν γίνεται απευθείας από τον νόμο με ατομική ρύθμιση, όπως προβάλλει κατ’ ουσίαν η εκκαλούσα ΔΕΗ, αλλά “δύναται” να διενεργείται από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη, ήτοι κατόπιν τηρήσεως της οικείας διαδικασίας, με την έκδοση νέας πράξης, υποκείμενης αυτοτελώς στον δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η πρόβλεψη της ανωτέρω διάταξης ότι η επανακύρωση διενεργείται υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη εφαρμογής κυρώνεται ως είχε κατά τον χρόνο της κύρωσης από το αναρμόδιο όργανο, έχει την έννοια ότι η επανακύρωση θεραπεύει μεν μόνο την πλημμέλεια της αναρμοδιότητας, αλλά δεν προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, την επανάληψη της διαδικασίας σύνταξης και κύρωσης πράξης εφαρμογής, παρά μόνον εφόσον ο αρμόδιος Περιφερειάρχης: α) διαπιστώνει ότι η διαδικασία τηρήθηκε κατά την αρχική κύρωση της πράξης εφαρμογής και δεν διαγνώσθηκε δικαστικώς οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με τη διαδικασία αυτή, β) εκτιμά αιτιολογημένα ή προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, ότι δεν υφίστανται νέα νομικά ή πραγματικά δεδομένα που επιβάλλουν την εκ νέου εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της σύνταξης και κύρωσης πράξης εφαρμογής και ότι, συνακόλουθα, η κίνηση εκ νέου της διαδικασίας, με τη διενέργεια αναρτήσεων και την υποβολή ενστάσεων, δεν δύναται να οδηγήσει σε ουσιώδη μεταβολή του περιεχομένου της πράξης στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι δεν συναρτάται με τη διαφύλαξη της νομιμότητας ή τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας [πρβλ. άρθρο 50 παρ. 3α εδάφιο α’ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8)]. Υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις και εφόσον πληρούνται κατ’ ουσίαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3212/2003 που ισχύουν γενικά, για την ανάκληση / διόρθωση όλων των πράξεων εφαρμογής, δεν προσκρούει στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η πρόσδοση αναδρομικής ισχύος στην επανακύρωση της πράξης εφαρμογής, με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 15α του ν. 4258/2014 (βλ. ΣτΕ 2212/2015, 3364, 3368/2014 κ.ά.). Τούτο ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην περίπτωση που η αρχική πράξη εφαρμογής είχε ακυρωθεί δικαστικώς για τον λόγο της αναρμοδιότητας (πρβλ. ΣτΕ 4689/2015, 42/2020 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης, ΠΕ 191/2019, 72/2019, 5/2017, 156/2016, 142/2011), εφόσον η πλημμέλεια της αναρμοδιότητας, η οποία δύναται να αποδεικνύεται από τα πράγματα μη κρίσιμη για τη διαφύλαξη των εννόμων συμφερόντων των εμπλεκομένων, θεραπεύεται στο μεταξύ με την επανακύρωση της πράξης εφαρμογής από το αρμόδιο όργανο, σε συμφωνία με το ισχύον δίκαιο για την αρμοδιότητα των Περιφερειαρχών επί κυρώσεως πράξεων εφαρμογής (άρθρο 186 παρ. ΙΙ, Κεφάλαιο Στ΄, περ. 41 του ν. 3852/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνει ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, δεν προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ότι υφίσταντο νεότερα δεδομένα υπό την προεκτεθείσα έννοια, τα οποία θα καθιστούσαν αναγκαία την τήρηση εκ νέου της διαδικασίας κύρωσης πράξης εφαρμογής, ούτε ότι υφίσταντο λόγοι ακυρότητας, πέραν των προβαλλόμενων με την αίτηση ακυρώσεως και την έφεση, που θα επέβαλαν την επανεξέταση των σχετικών ζητημάτων στο πλαίσιο μιας νέας διοικητικής διαδικασίας. Αντιθέτως, από τα στοιχεία που προαναφέρονται στη σκέψη 5 σχετικά με τις διενεργηθείσες δημοσιοποιήσεις εκ μέρους της Διοίκησης και τις ασκηθείσες ενστάσεις εκ μέρους της ΔΕΗ, προκύπτει, όσον αφορά μεν τη Διοίκηση, ότι ο επίμαχος χώρος δεν είχε αφορισθεί με την αρχική πολεοδομική μελέτη ως χώρος κοινωφελής και εξαιρούμενος από την υποχρέωση εισφοράς σε γη, τουναντίον, με την τροποποίηση της Πολεοδομικής μελέτης καθορίστηκε ως χώρος ιδιωτικών εγκαταστάσεων της ΔΕΗ, υποκείμενος σε εισφορά σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις. Όσον αφορά δε τη ΔΕΗ, προκύπτει ότι η επιχείρηση ανέκαθεν επιδίωκε να απαλλαγεί από την υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα επικαλούμενη προεχόντως τον κοινωφελή χαρακτήρα που έχει το επίμαχο ακίνητο ως ανήκον στην ιδιοκτησία μιας κοινωφελούς επιχείρησης, αλλά και όλους τους λόγους που προβλήθηκαν με την αίτηση ακυρώσεως και επαναφέρονται με την κρινόμενη έφεση. Όμως, μόνον ο πολεοδομικός αφορισμός του συγκεκριμένου χώρου ως κοινωφελούς είναι κρίσιμος, κατά την έννοια των ειδικών διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 9 και 6 παρ. 2 και 4 του ν. 1337/1983, για την απαλλαγή του ιδιοκτήτη του από την εισφορά σε γη και χρήμα, αλλά όχι και η ιδιότητα της εκκαλούσας ΔΕΗ ως επιχείρησης κοινωφελούς σκοπού, έστω και αν η γραφειοκρατική της λειτουργία εξυπηρετεί κατ’ επέκταση και το κοινωνικό σύνολο (πρβλ. ΣτΕ 1531/2022). Η κρίση αυτή είναι σύμφωνη προς τη νομολογία που διαμορφώθηκε με τις 155/2019 και 2407/2009 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι για τον χαρακτηρισμό ορισμένης ιδιοκτησίας, που ανήκει στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ, ή σε κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ως κοινωφελούς χώρου εντός σχεδίου πόλεως, κρίσιμος είναι ο προορισμός της ιδιοκτησίας από πολεοδομική άποψη, όπως αυτός καθορίζεται από την προβλεπόμενη στην πολεοδομική μελέτη χρήση της ιδιοκτησίας για την κάλυψη της αναγκαίας για τη λειτουργία του οικισμού υποδομής και ότι ο κοινωφελής σκοπός, για την εξυπηρέτηση του οποίου προορίζεται η ιδιοκτησία, μπορεί να προκύπτει είτε από την αποτύπωση της ιδιοκτησίας ως “κοινής ωφέλειας” στο διάγραμμα της Πολεοδομικής μελέτης είτε από τη φύση των εγκαταστάσεων οι οποίες επιτρέπεται να ανεγερθούν (ΣτΕ 155/2019), καθώς και ότι οι χώροι που προορίζονται για την ανέγερση κτιρίων γραφείων των Κεντρικών Υπηρεσιών της ΔΕΗ δεν αποτελούν κοινωφελείς χώρους, η διαφύλαξη των οποίων σε ορισμένο ποσοστό οφείλει να διασφαλίζεται σε κάθε τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 4 του ν. 3044/2002, Α΄ 197 (ΣτΕ 2407/2009). Περαιτέρω, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η εκκαλούσα ΔΕΗ, το δικάσαν εφετείο εφάρμοσε αυτούσιες τις σχετικές προβλέψεις της Πολεοδομικής μελέτης και δεν υποκατέστησε τη Διοίκηση στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Και προβάλλει μεν η εκκαλούσα ΔΕΗ ότι η διατήρηση της ιδιοκτησίας της ως ενιαίας και ακέραιας έκτασης συνιστά αυτοτελή πολεοδομικό σκοπό, συνδεόμενο με την εξυπηρέτηση κοινωφελούς σκοπού εκ μέρους της και άμεσα δεσμευτικό για την πράξη εφαρμογής, όμως, δεν αποδεικνύει ότι ο σκοπός της ανέγερσης γραφείων, αποθηκών κλπ, ο οποίος και μόνο καθορίστηκε για τον επίμαχο χώρο με την πολεοδομική μελέτη, έστω και αν δεν είναι κοινωφελής, δεν εξυπηρετείται, πάντως, επαρκώς από το εναπομείναν μετά την εισφορά τμήμα της ιδιοκτησίας της. Ούτε και ο κανόνας του ενιαίου και καθολικού χαρακτήρα της Πολεοδομικής μελέτης, ο οποίος δεν πρέπει να διασπάται από την πράξη εφαρμογής σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 642/2019, 353/2017, 4004/2008, 3987/2008, 2311/2001), παραβιάζεται στην κρινόμενη περίπτωση, ως εκ του ότι η επίμαχη πράξη εφαρμογής αφορά έστω σε δύο οικοδομικά τετράγωνα, όπως καθ’ ερμηνείαν προβάλλει η εκκαλούσα ΔΕΗ με τους ισχυρισμούς της περί μη δικαιολογημένης μεμονωμένης ή τμηματικής πράξης εφαρμογής. Τούτο διότι η επίμαχη τροποποίηση της Πολεοδομικής μελέτης είχε ως μοναδικό σκοπό τον καθορισμό χώρου κατάλληλου για την ανέγερση εγκαταστάσεων της ΔΕΗ με τη χρήση της γενικής κατοικίας και ευλόγως το κύριο αντικείμενο της επίμαχης πράξης εφαρμογής είναι μεν η ιδιοκτησία της ΔΕΗ στο Ο.Τ. 650, η οποία έχει άλλωστε το μεγαλύτερο εμβαδόν σύμφωνα με τους συνημμένους στην πράξη πίνακες, αλλά είναι και οι λοιπές ιδιοκτησίες στα Ο.Τ. 650 και 678. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός του επίμαχου έργου ως “βασικού κοινόχρηστου Πολεοδομικού έργου” στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή της Κατερίνης, τον οποίο επικαλείται η εκκαλούσα ΔΕΗ με σκοπό την απαλλαγή της από την υποχρέωση χρηματικής εισφοράς κατ’ επίκληση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 εδαφ. β΄ του ν. 1337/1983, δεν μπορεί να γίνει δεκτός, προεχόντως διότι δεν προκύπτει ότι η εκκαλούσα ΔΕΗ είχε σχεδιάσει την εκτέλεση, με δικές της δαπάνες, ενός κοινόχρηστου έργου που να εξυπηρετεί την πόλη της Κατερίνης, και δη σε περιοχή εφαρμογής ενός στεγαστικού προγράμματος κατοικίας, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, αντιθέτως προκύπτει ότι η ΔΕΗ επιδίωκε ανέκαθεν την εκτέλεση ενός έργου ανέγερσης γραφείων, συνεργείων και αποθηκών, με σκοπό την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της ίδιας της επιχείρησης στην περιοχή (βλ. α.ά. την αναφερόμενη στη σκέψη 5, 338/1988 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κατερίνης). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με την εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 15α του ν. 4258/2014 στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι με την επανακύρωση, αναδρομικά, της 1/2005 πράξης εφαρμογής από τον αρμόδιο Περιφερειάρχη, κατόπιν ακυρώσεως της αρχικής πράξης εφαρμογής με δικαστική απόφαση, ως αναρμοδίως εκδοθείσας και χωρίς προηγούμενη επανάληψη της οικείας διαδικασίας, δεν συντελέστηκε παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, οι οποίες κατοχυρώνουν την ισότητα έναντι του νόμου, τη διάκριση των εξουσιών, τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ούτε δε και των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 3 και παρ. 7 περ. ε΄ του ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, οι οποίες διέπουν τη σύνταξη, κύρωση, καθώς και την ανάκληση / διόρθωση των πράξεων εφαρμογής μόνο για λόγους αποκατάστασης της νομιμότητας ή τυχόν πλάνης περί τα πράγματα, σε συμφωνία με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συνεπώς, όλοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι και ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
8. Επειδή, απορριπτομένων όλων των λόγων έφεσης, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω στη σκέψη 7, η κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας ΔΕΗ τη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, η οποία ανέρχεται για τις δύο δίκες, υπό πενταμελή και υπό επταμελή σύνθεση, σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ για το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ για τον Δήμο Κατερίνης.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2023
Η Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας
Μαργαρίτα Γκορτζολίδου Γεωργία Σιμάτη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 2024.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Ε´ Τμήματος
Χρήστος Ντουχάνης Δημητρία Τετράδη