Απόφαση

Αριθμός 476/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφημία Ζαννή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... ..., 3) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσελεμπή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης όπως αυτή διορθώθηκε με την 320/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 213/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 320/2020 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία συνεκδικάζοντας τις δύο αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, ΑΠ 1027/2022,).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1340/2022). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1340/2022, ΑΠ 1445/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατική αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ενώ από τα στοιχεία της ελάσσονος προτάσεως δεν προκύπτει ότι προέβη σε οποιοδήποτε προσβλητικό χαρακτηρισμό αυτών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, πού εντοπίζεται η αντίφαση, ποιος ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, ως εν προκειμένω, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' αποτέλεσμα, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ.1ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα ποινικά κολάσιμων πράξεων, αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον(περ. γ') ή σε ανάλογες περιπτώσεις(περ.δ'). Η προβολή περίπτωσης του πιο πάνω άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας, μέσω εξυβριστικών ή δυσφημιστικών εκφράσεων, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ, και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες εκφράσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Έτσι η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της πιο πάνω ένστασης από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1723/2022, ΑΠ 285/2012). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ με την μη εφαρμογή της, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2β'του ΠΚ με την εφαρμογή της, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η προσβολή του προσώπου των αναιρεσιβλήτων έγινε από τον αναιρεσείοντα με ειδικό σκοπό εξυβρίσεως τους που εκφεύγει του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας την σχετική ένσταση αυτού. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με σχετικό λόγο εφέσεως την ένσταση, ότι αίρεται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεώς τους, διότι οι ίδιοι ενήργησαν, κατά τον τρόπο αυτό, από νόμιμο καθήκον και δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, συνιστά ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 γ' ΠΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η άποψή τους για την διαχείριση των χρηματικών ποσών, ειδικότερα, οι χαρακτηρισμοί που συμπεριέλαβαν στα ανωτέρω δικόγραφα περί υπεξαίρεσης των παραπάνω χρηματικών ποσών, η εμμονή με την οποία εμφάνιζαν τους εδώ ενάγοντες ως καταχραστές, παρά το απαλλακτικό βούλευμα και τα όσα σχετικά ήδη αναφέρθηκαν, υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο, αφού θα ήταν δυνατό να εντοπίσουν το γεγονός της ύπαρξης οικονομικής διαφοράς, να διενεργήσουν οικονομικούς ελέγχους κλπ, χωρίς ευθεία, εμμένουσα, έντονη επίθεση σε βάρος της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων, αφού τα όσα σχετικά διέδιδαν, ιδίως σε μέλη του ΚΤΕΛ ..., πρόσβαλλαν το πρόσωπο αυτών, χωρίς αυτή τους η ενέργεια να αποτελεί το αναγκαίο μέτρο για την στήριξη των θέσεών τους, αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης που εκφεύγει των ορίων του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ιδίως λόγω της οξύτητας των εκφράσεων που επαναλήφθηκαν πλείστες φορές, εις επήκοον τόσων "τρίτων”, με συνέπεια, η ανωτέρω ένσταση να καθίσταται απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την πρώτη εξ αυτών που δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ εφάρμοσε την δεύτερη εξ αυτών που ήταν εφαρμοστέα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η εμμονή του αναιρεσείοντος να χαρακτηρίζει τους αναιρεσίβλητους ως καταχραστές, παρά τη δυνατότητα που είχε να ζητήσει τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου και παρά την έκδοση απαλλακτικού γι' αυτούς βουλεύματος, δεν έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον αυτού, αλλά υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για τη στήριξη της θέσεώς του περί υπεξαιρέσεως των χρημάτων του ΚΤΕΛ ... και έγινε με ειδικό σκοπό εξυβρίσεως των αναιρεσιβλήτων, λόγω της οξύτητας των εκφράσεων που χρησιμοποίησε και επανέλαβε πολλές φορές ενώπιον τρίτων. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως για να είναι παραδεκτή πρέπει να θεμελιώνεται σε ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, έστω και αν είναι απαράδεκτος ή αόριστος ο προτεινόμενος λόγος (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1486/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Αν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 233/2023, ΑΠ 56/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, η απλή αναφορά στο αναιρετήριο των αριθμών 11 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αρκεί για να ιδρύσει τους θεμελιούμενους στις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως, αφού ουδόλως προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι αναιρέσεως. Συγκεκριμένα α) για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθμ. 11 αναφέρεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων χωρίς να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, αλλά δεν τα έλαβε υπόψη, με προσδιορισμό και του περιεχομένου αυτών, καθώς και ότι έγινε επίκληση αυτών και προσαγωγή τους, ούτε καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και β) για τη θεμελίωση του σφάλματος από τον αριθμ. 17, πλην της απλής αναγραφής του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, καμμιά περαιτέρω αναφορά γίνεται στο αναιρετήριο σε αντιφατικές διατάξεις που περιέχονται στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο παραπάνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται, αντίστοιχα, οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 213/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμό 320/2020 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ