Απόφαση 508/2024
ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΣΕ Α΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια, στις 7 Απριλίου 2021, με την εξής σύνθεση: Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος, Σωτηρία Ντούνη, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου και Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Αντιπρόεδροι, Δημήτριος Πέππας, Αγγελική Μυλωνά, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Κωνσταντίνος Παραθύρας και Κωνσταντίνος Κρέπης, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένης της Γενικής Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, Χρυσούλας Καραμαδούκη.
Για να δικάσει την από 27.11.2018 (ΑΒΔ .../3.12.2018) αίτηση αναίρεσης του ... ... του ..., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης (οδός ... ...), ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Φινοκαλιώτη (ΑΜ/ΔΣΘ ...),
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη
Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναίρεση της 1584/2018 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.
Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 7.4.2021 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε τηλεδιάσκεψη, σύμφωνα με τα άρθρα 295 παρ. 2 και 336 παρ. 1 του ν. 4700/2020 (ΦΕΚ Α΄ 127), με τη συμμετοχή των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε στις 8 Φεβρουαρίου 2023 σε τηλεδιάσκεψη με τη χρήση της επίσημης κρατικής πλατφόρμας e:Presence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Γεωργία Μαραγκού που είχε κώλυμα (άρθρο 293 παρ. 3 του ν. 4700/2020).
Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Κωνσταντίνου Παραθύρα και
Αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο
Αποφάσισε τα εξής:
1. Για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το ... ... ... ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων) σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 73 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Α΄ 52) Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο.
2. Η αίτηση αυτή, όπως οι λόγοι αυτής συμπληρώθηκαν με το από 18.3.2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων και όπως αναπτύσσεται και εξειδικεύεται με το από 11.4.2021 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά νομοτύπως. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των δι' αυτής προβαλλομένων λόγων, κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
3. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1584/2018 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά μερική παραδοχή της από 14.7.2015 αίτησης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καταλογίστηκε ο αναιρεσείων με το ποσό των 469.521,46 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε περιουσιακό όφελος που αυτός φέρεται ότι απέκτησε αδικαιολόγητα κατά τα έτη 1999 έως 2001, 2003 και 2005 έως 2008, για τα οποία υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων, αφού έφερε διαδοχικά τις υπαγόμενες κατά τον κρίσιμο χρόνο στις ανωτέρω διατάξεις ιδιότητες του ελεγκτή Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ.) από 1.1.1999 έως 31.8.2005, του Προϊσταμένου Τμήματος της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων (Ε.Δ.Ε.Υ.) από 1.9.2005 έως 31.3.2007 και του Οικονομικού Επιθεωρητή από 1.4.2007 έως 30.6.2007 και από 1.7.2007 έως 31.8.2013.
4. Με τις διατάξεις των διαδοχικών περί «πόθεν έσχες» νόμων [ν. 1738/1987 (Α΄ 200), ν. 2429/1996 (Α΄ 155) και ν. 3213/2003 (Α΄ 309)], καθορίζονται κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων που υποχρεούνται στην υποβολή ετήσιας δήλωσης της περιουσιακής τους κατάστασης, οριζομένου, περαιτέρω, ότι αν, κατά τον έλεγχο των εν λόγω δηλώσεων, στον οποίον, εκτός από την επαλήθευση του περιεχομένου των δηλώσεων, περιλαμβάνεται και η διακρίβωση αν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση των υφισταμένων δικαιολογείται από το ύψος των κάθε είδους εσόδων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης, των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος απέκτησε περιουσιακό όφελος του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται, καταλογίζεται, σε βάρος αυτού και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, χρηματικό ποσό ίσης αξίας με το αδικαιολόγητο περιουσιακό απόκτημα, με απόφαση του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατόπιν σχετικής αίτησης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Δικαστήριο (άρθρα 11 παρ. 3 του ν. 1738/1987, 29 παρ. 3 του ν. 2429/1996 και 12 του νυν ισχύοντος ν. 3213/2003). Από τη θέση δε σε ισχύ του ν. 2343/1995 (Α΄ 211), ήτοι από 11.10.1995 και εφεξής, στο ως άνω καθεστώς υποχρέωσης υποβολής δήλωσης και ελέγχου της περιουσιακής τους κατάστασης έχουν υπαχθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 13 του άρθρου 3 του τελευταίου αυτού νόμου, και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών που, ακόμη και αν δεν κατέχουν αντίστοιχη θέση, ασκούν καθήκοντα ελεγκτή σε Δ.Ο.Υ. ή Ελεγκτικά Κέντρα (βλ. ΕλΣυν Ολ. 661/2023, 1082/2016, 3398/2014).
5. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, που σκοπό έχουν τον περιορισμό της διαφθοράς στον δημόσιο εν γένει βίο και την πάταξη των αθέμιτων επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών από κρατικούς λειτουργούς, θεσπίστηκε και οργανώθηκε διαδικασία ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης αυτών, οι οποίοι, κατέχοντες κρίσιμες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, δύνανται, επωφελούμενοι της ιδιότητάς τους, να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε τρίτους αθέμιτο περιουσιακό όφελος. Για το λόγο αυτό επιβλήθηκε στις εν λόγω κατηγορίες προσώπων η υποχρέωση για ετήσια υποβολή δήλωσης περί των κατεχομένων από τα πρόσωπα αυτά και από τα μέλη της οικογενείας τους (σύζυγο και ανήλικα τέκνα) κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, ενώ περαιτέρω θεσπίστηκαν όργανα ελέγχου και επαλήθευσης των δηλώσεων αυτών και ελέγχου της εν γένει περιουσιακής τους κατάστασης. Στην περίπτωση δε που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν δύναται να δικαιολογηθεί η προέλευση περιουσιακού οφέλους που αποκτήθηκε από τον ελεγχόμενο ή τα μέλη της οικογενείας του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στις εν λόγω κρίσιμες θέσεις, προβλέπεται εις βάρος του τελευταίου, ανεξαρτήτως ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων, και ο καταλογισμός του με χρηματικό ποσό ισάξιο του κατά τα ανωτέρω περιουσιακού οφέλους, το οποίο τεκμαίρεται μαχητώς ότι προέρχεται από τη διάπραξη αθέμιτων εις βάρος και επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών, αποσκοπούντος του καταλογισμού αυτού στην αποκατάσταση της ζημίας που ο ελεγχόμενος προκάλεσε με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του, κατά την εκτέλεση των ανατεθέντων σε αυτόν καθηκόντων. Θεσπίζεται, επομένως, με τις διατάξεις αυτές ένα τεκμήριο εις βάρος του ελεγχόμενου, πλην όμως το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, αφού παρέχεται στον ελεγχόμενο η δυνατότητα να το ανατρέψει, προσκομίζοντας ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει με σαφήνεια αφ' ενός μεν ο ακριβής τρόπος απόκτησης του αδικαιολόγητου, κατά τα πορίσματα του ελέγχου, περιουσιακού οφέλους και αφ' ετέρου το ότι δεν προέρχεται από αθέμιτες συναλλαγές συνδεόμενες με την ιδιότητα υπό την οποία ελέγχεται (ΕλΣυν Ολ. 663/2013, 705/2019, 430/2018 κ.ά.).
6. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα ήχθη, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, στη μερική παραδοχή της αίτησης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας για τον καταλογισμό του αναιρεσείοντος, δεχθέν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, όσα στις επόμενες σκέψεις αναφέρονται.
7. Ο αναιρεσείων διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών στις 23.3.1983 και υπηρέτησε ως υπάλληλος έως την 31.12.1998 στην Εφορία Κεφαλαίου Θεσσαλονίκης. Από την 1.1.1999 έως και την 31.8.2005 άσκησε καθήκοντα ελεγκτή στο Π.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης και από την 1.9.2005 έως και την 31.3.2007 διετέλεσε τμηματάρχης στην Ε.Δ.Ε.Υ. Θεσσαλονίκης. Από την 1.4.2007 έως την 30.6.2007 άσκησε τα καθήκοντα του Οικονομικού Επιθεωρητή στη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και από την 1.7.2007 έως και την 31.8.2013 στη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης. Από την 1.9.2013 έως και τη συνταξιοδότησή του στις 9.1.2014 διετέλεσε προϊστάμενος της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης. Με την .../30.9.2013 παραγγελία του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης παραγγέλθηκε η διενέργεια κατεπείγουσας προκαταρκτικής εξέτασης για την διακρίβωση τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και ζητήθηκε ο «εξονυχιστικός» έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης του καθ' ου, με την επισήμανση ότι η πράξη της ανακριβούς δήλωσης πόθεν έσχες, για την οποία αθωώθηκε με την 4337/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν ταυτίζεται με το υπό διερεύνηση έγκλημα. Σε εκτέλεση της παραγγελίας αυτής, ο Επίκουρος Εισαγγελέας Διαφθοράς ζήτησε με τη .../........../15.10.2013 παραγγελία του την διενέργεια σχετικής προκαταρκτικής εξέτασης από τον Διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Θεσσαλονίκης του Υπουργείου Οικονομικών. Ο εν λόγω Διευθυντής, με την ΥΠΔ.ΕΣ.ΥΠ. ... ... ... ... ... .../18.11.2013 εντολή του, διέταξε τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης του καθ' ου για τα έτη 1998 έως και 2012. Τον έλεγχο διενήργησαν οι Οικονομικοί Επιθεωρητές ... ... και ... ..., οι οποίοι με το ... .../2.12.2013 έγγραφό τους ζήτησαν από τον καθ' ου να δηλώσει την περιουσιακή του κατάσταση για την ως άνω περίοδο. Με το απαντητικό .../6.12.2013 έγγραφό του αυτός προέβαλε ότι ο έλεγχος της περιουσιακής του κατάστασης πραγματοποιείται κατά παράβαση της προαναφερθείσας αθωωτικής απόφασης. Ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης, με το .../10.12.2013 έγγραφό του προς τους Οικονομικούς Επιθεωρητές, επέμεινε στην εκτέλεση της παραγγελίας του, απορρίπτοντας τις “ενστάσεις” του. Κατόπιν των ανωτέρω και μετά από νέα πρόσκληση στον καθ' ου, αυτός υπέβαλε την από 17.12.2013 Υπεύθυνη Δήλωση περιουσιακής κατάστασης για τον ίδιο, την σύζυγό του και τον υιό του, επισημαίνοντας ότι οι δηλώσεις 2006, 2007 και 2008 έχουν ήδη ελεγχθεί από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Διαρκούντος του ελέγχου, και δη στις 9.1.2014, ο καθ' ου συνταξιοδοτήθηκε. Με το ... .../30.1.2015 έγγραφο ο καθ' ου κλήθηκε από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές για την “Παροχή Εξηγήσεων” σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3943/2011, τις οποίες υπέβαλε με το ... .../5.3.2015 “Έγγραφο Διευκρινίσεων”. Ο έλεγχος κατέληξε στην .../.../29.4.2015 Πορισματική Έκθεση Ελέγχου Περιουσιακής Κατάστασης ετών 1998-2012 των ανωτέρω Οικονομικών Επιθεωρητών της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε αδικαιολόγητη προσαύξηση της περιουσίας του καθ' ου (αρνητική διαφορά) κατά τα έτη 1999-2001, 2003, 2005-2008, συνολικού ποσού 508.541,11 ευρώ. Η έκθεση αυτή απεστάλη στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την άσκηση της σχετικής αίτησης, με την οποία ζητήθηκε ο καταλογισμός του αναιρεσείοντος με το ποσό των 508.541,11 ευρώ.
8. Σύμφωνα με την ανωτέρω πορισματική έκθεση ελέγχου και την συνημμένη σε αυτήν “κατάσταση (Νο 1) προσδιορισμού εισοδημάτων – δαπανών – τραπεζικών υπολοίπων για τα έτη 1998 έως και 2012”, για την εξεύρεση των άδηλης προέλευσης ποσών της περιουσίας του καθ' ου οι επιθεωρητές εκκίνησαν από την παραδοχή ότι τόσο οι πάσης φύσεως δαπάνες του, όσο και η τυχόν αύξηση των αποταμιεύσεων εκάστου ελεγχόμενου έτους, οφείλουν να υπερκαλύπτονται από τα πάσης φύσεως νομίμως εισπραχθέντα χρηματικά ποσά του έτους αυτού, καθώς και από την ανάλωση αποταμιεύσεων προηγουμένων ετών, ήτοι από εμφανείς πηγές εσόδων. Σε όποιο έτος δεν προέκυπτε αυτό, θεωρήθηκε ότι η (αρνητική) διαφορά προερχόταν από έσοδα άδηλης προέλευσης, που είτε αύξαναν τις καταθέσεις του ελεγχόμενου, είτε κάλυπταν τις δαπάνες του, είτε και τα δύο, και ζητήθηκε ο καταλογισμός του καθ' ου με αυτά. Σύμφωνα δε με την υπό κρίση αίτηση: α) για το έτος 1999 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 123.932,94 ευρώ, το οποίο ισούται με το άθροισμα της αύξησης των τραπεζικών του καταθέσεων την 31.12.1999 κατά 110.170,44 ευρώ, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.1998 (130.195,70 – 20.025,26), και του ποσού των 13.762,50 ευρώ κατά το οποίο τα έσοδα του έτους αυτού υπολείπονταν των αντιστοίχων εξόδων του (42.277,66 – 56.040,16), β) για το έτος 2000 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 120.856,01 ευρώ, το οποίο ισούται με το ποσό των 141.099,14 ευρώ, κατά το οποίο τα έσοδά του υπολείπονταν των εξόδων του για αυτό το έτος (57.166,02 – 198.265,16), αφαιρουμένης της διαπιστωθείσας μείωσης κατά 20.234,13 ευρώ των τραπεζικών του καταθέσεων την 31.12.2000, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.1999 (109.952,27 – 130.195,70), που θεωρήθηκε ότι κάλυψε ισόποσο μέρος των εξόδων αυτών, γ) για το έτος 2001 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 91.822,84 ευρώ, το οποίο ισούται με την αύξηση των τραπεζικών του καταθέσεων κατά 127.930,84 ευρώ την 31.12.2001, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.2000 (237.883,11 – 109.952,27), αφαιρουμένης της θετικής διαφοράς ποσού 36.108,00 ευρώ μεταξύ εσόδων – εξόδων του ίδιου έτους (54.740,58 – 18.267,58), που θεωρήθηκε ότι δικαιολογεί ισόποσο μέρος της αύξησης αυτής, δ) για το έτος 2003 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 23.177,33 ευρώ, το οποίο ισούται με την αύξηση των τραπεζικών του καταθέσεων κατά 54.740,58 ευρώ την 31.12.2003, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.2002 (227.569,63 – 172.829,05), αφαιρουμένης της θετικής διαφοράς ποσού 31.563,25 ευρώ μεταξύ εσόδων – εξόδων του ίδιου έτους (130.470,21 – 98.906,96), που θεωρήθηκε ότι δικαιολογεί ισόποσο μέρος της αύξησης αυτής, ε) για το έτος 2005 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 23.097,54 ευρώ, το οποίο ισούται με την αύξηση των τραπεζικών του καταθέσεων κατά 63.670,10 ευρώ την 31.12.2005, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.2004 (187.845,76 – 124.175,66), αφαιρουμένης της θετικής διαφοράς ποσού 40.572,56 ευρώ μεταξύ εσόδων – εξόδων του ίδιου έτους (90.303,82 – 49.731,26), που θεωρήθηκε ότι δικαιολογεί ισόποσο μέρος της αύξησης αυτής, στ) για το έτος 2006 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 51.942,45 ευρώ, το οποίο ισούται με το άθροισμα της αύξησης των τραπεζικών του καταθέσεων την 31.12.2006 κατά 38.768,82 ευρώ, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.2005 (226.614,58 – 187.845,76), και του ποσού των 13.173,63 ευρώ κατά το οποίο τα έσοδα του έτους αυτού υπολείπονταν των αντιστοίχων εξόδων του (321.752,83 – 334.926,46), ζ) για το έτος 2007 προέκυψε ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 30.797,29 ευρώ, το οποίο ισούται με την αύξηση των τραπεζικών του καταθέσεων κατά 76.210,68 ευρώ την 31.12.2007, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.2006 (302.825,26 – 226.614,58), αφαιρουμένης της θετικής διαφοράς ποσού 45.413,39 ευρώ μεταξύ εσόδων – εξόδων του ίδιου έτους (188.584,87 – 143.171,48), που θεωρήθηκε ότι δικαιολογεί ισόποσο μέρος της αύξησης αυτής, και η) για το έτος 2008 προέκυψε, σύμφωνα με την αίτηση, ποσό άδηλης προέλευσης ύψους 42.915,00 ευρώ, το οποίο ισούται με το ποσό των 54.576,44 ευρώ κατά το οποίο υπολείπονταν τα έσοδά του των εξόδων του για αυτό το έτος (236.448,29 – 291.024,73), αφαιρουμένης της διαπιστωθείσας μείωσης κατά 11.661,43 ευρώ των τραπεζικών του καταθέσεων την 31.12.2008, εν συγκρίσει με αυτές της 31.12.2007 (291.163,83 – 302.825,26), που θεωρήθηκε ότι κάλυψε ισόποσο μέρος των εξόδων αυτών.
9. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, δικάζον αναιρετικώς και με γνώμονα την απονομή πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας εντός των ορίων της αναιρετικής δίκης, δικαιούται να ερμηνεύει τα δικόγραφα των διαδίκων, εφόσον δεν παραποιεί το περιεχόμενο αυτών, προκειμένου να αναδειχθεί το προδήλως εμπεριεχόμενο σε αυτά νόημα, έστω και αν αυτό δεν αποτυπώθηκε γλωσσικά με τη δέουσα ευκρίνεια, ενώ δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, όπως αυτοί παρατίθενται στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο πρόσθετων λόγων, αλλά δύναται να προβεί στην εξέτασή τους με τη σειρά που κατά την κρίση του προσήκει, ώστε να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της λογικής αλληλουχίας, πρωτίστως, όμως, οι αρχές της δίκαιης δίκης.
10. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται παράβαση δεδικασμένου και εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελής εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 της κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), υπό την ειδικότερη αιτίαση της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι υφίστατο δέσμευση του Δικαστηρίου από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που έκρινε επί του αυτού ζητήματος. Προβάλλει, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ότι το δικάσαν Τμήμα δεν εκτίμησε προσηκόντως την 4337/2011 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος για την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2006 έως και 2009.
11. Κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο «κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του», απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται «τελικής», αμετάκλητης δηλαδή, αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει, θέτοντας εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω κι αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, στη υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, της 13ης Ιουλίου 2010, στην υπόθεση Tendam κατά Ισπανίας κ.ά.). Για την ενεργοποίηση, ωστόσο, του τεκμηρίου αθωότητας, που κατοχυρώνεται στην εν λόγω διάταξη της ΕΣΔΑ, και τον έλεγχο της παραβίασής του, απαιτείται οι επακολουθούσες της ποινικής δίκης δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες συγκαταλέγεται και η ενώπιον του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκη επί αίτησης καταλογισμού αδικαιολόγητου περιουσιακού οφέλους, να παρουσιάζουν συνάφεια με την ποινική δίκη που προηγήθηκε, υπό την έννοια της ταυτόσημης αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων για τα οποία διώκεται αυτός που την επικαλείται. Αν δε, ύστερα από τον ουσιαστικό έλεγχο των πραγματικών στοιχείων της διαφοράς, διαπιστωθεί τέτοια συνάφεια, το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να απόσχει από τη διατύπωση κρίσης ή ακόμη και απλού συλλογισμού, από το αντικειμενικό νόημα των οποίων θα μπορούσε να τεθεί εν αμφιβόλω το αμετάκλητο αθωωτικό αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 30ης Απριλίου 2015, στην Υπόθεση Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδας, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, στην υπόθεση Hrdalo κατά Κροατίας κ.ά.). Η δέσμευση του δικάσαντος Τμήματος, επομένως, από την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία διώχθηκε ποινικά ο καθ' ου η αίτηση καταλογισμού, αλλά αθωώθηκε, έστω λόγω αμφιβολιών, ταυτίζονται με εκείνα με βάση τα οποία ζητείται ο καταλογισμός του. Αυτό συμβαίνει όταν η επακολουθούσα δημοσιονομική δίκη προϋποθέτει την εξέταση του αποτελέσματος της προηγούμενης ποινικής διαδικασίας ή αν το Τμήμα προβεί στην επανεξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη του το ποινικό δικαστήριο (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, στη υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, της 12ης Ιουλίου 2013, στην υπόθεση Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 18ης Οκτωβρίου 2016, στην υπόθεση Alkaşi κατά Τουρκίας κ.ά.), μόνον τότε δε η κρίση του δημοσιονομικού δικαστή μπορεί να ελεγχθεί για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Άρα, το τεκμήριο αθωότητας δεν παραβιάζεται όταν η μεταγενέστερη της αθωωτικής απόφασης διαφορετική δικαστική κρίση στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση και αφορά σε άλλης μορφής ή άλλου χαρακτήρα ευθύνη του αθωωθέντος, με συνέπεια να παρουσιάζει αυτοτέλεια σε σχέση με την ποινική διαδικασία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί η συνεκτίμηση της αθωωτικής απόφασης από το Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επιλαμβάνεται μετά την έκδοσή της κατά τρόπον ειδικό, ούτως ώστε, αν το Τμήμα αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή που διαλαμβάνονται στην απόφαση, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του απορρέοντος από την τελική έκβαση της ποινικής διαδικασίας τεκμηρίου αθωότητας (ΕλΣυν Ολ. 661/2023, 788/2022, όπου περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία).
12. Ο ν. 3213/2003 όριζε αρχικά στο άρθρο 4 παρ. 3 αυτού ότι «Ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή.
(…)». Ακολούθως, στο άρθρο 6 αυτού, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3849/2010 σε αντικατάσταση του καταργηθέντος με το άρθρο 1 παρ. 5 του ίδιου νόμου αρχικού άρθρου 6 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, οριζόταν ότι «1. Υπόχρεος σε δήλωση που παραλείπει να υποβάλλει δήλωση ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
(…)», στο δε άρθρο 10 αυτού, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3849/2010, σε αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 10 που αναριθμήθηκε σε άρθρο 16 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ότι «1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 8, (…), η ποινική δίωξη ασκείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών και ενεργείται απευθείας ανάκριση στο εφετείο, ύστερα από παραγγελία του εισαγγελέα και ορισμό του εφέτη ανακριτή από την Ολομέλεια του οικείου Εφετείου.
(…). 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πράξεων αυτών είναι το τριμελές εφετείο σε πρώτο βαθμό και το πενταμελές εφετείο σε δεύτερο βαθμό. 3. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3213/2003 συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με ανακριβή στοιχεία απαιτείται αντικειμενικώς η απόκρυψη υφιστάμενων κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακών στοιχείων. Με τον ν. 3849/2010 απαλείφθηκε από το νόμο η διατύπωση «εν γνώσει» που προέβλεπε η, υπό την ισχύ του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 3213/2003, τιμώρηση της πράξεως για τους υπαιτίους που ενεργούσαν με δόλο, ώστε για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού να αρκεί πλέον απλός δόλος (πρόθεση), υπό την έννοια της θέλησης παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος (ΑΠ 882/2018).
13. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη ποινική απόφαση και όπως δέχθηκε το δικάσαν Τμήμα, αντικείμενο της εν λόγω δίκης υπήρξε αποκλειστικά η παράλειψη να συμπεριληφθούν στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του ήδη αναιρεσείοντος ετών 2006 έως και 2009 διάφοροι λογαριασμοί καταθέσεων, τους οποίους όφειλε να δηλώσει, ήτοι αντικείμενο διάφορο του ελέγχου της νόμιμης προέλευσης της περιουσίας του, το οποίο και αποτέλεσε το αντικείμενο της ενώπιον του Τμήματος δίκης. Το δικάσαν Τμήμα περαιτέρω δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση η κρίση του ποινικού δικαστηρίου περί ανυπαρξίας δόλου, ως προς το ζήτημα της μη δήλωσης των κρίσιμων λογαριασμών τραπέζης, δεν καθιστούν, άνευ άλλου τινός, νόμιμη την προέλευση των ποσών που ευρέθησαν σε αυτούς, ούτε άλλωστε η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης περιείχε οποιαδήποτε σχετική κρίση, απέρριψε δε τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος περί δέσμευσης του Δικαστηρίου από την άνω απόφαση ως ερειδόμενο επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
14. Ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της ανωτέρω ποινικής απόφασης ως αμετάκλητης, για την οποία, άλλωστε, ούτε το δικάσαν Τμήμα προέβη σε χαρακτηρισμό της ως τέτοιας ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ή προκύπτει από οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο ότι είχε επικαλεσθεί το αμετάκλητο αυτής, ούτε προσκομίζει, το πρώτον κατά την αναίρεση, βεβαίωση περί της μη άσκησης ένδικων μέσων, καθίσταται σαφές, σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης ότι οι ελλείψεις των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης του αναιρεσείοντος για τις οποίες εκδόθηκε η εν λόγω αθωωτική απόφαση αφορούσαν σε διάφορα περιουσιακά αποκτήματα από τις επίμαχες στην παρούσα δίκη τραπεζικές της καταθέσεις των ετών 2006 έως και 2009. Ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνεται εν προκειμένω ο εμφανής σύνδεσμος μεταξύ της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας και της μετέπειτα δημοσιονομικής δίκης που, όπως προαναφέρθηκε, προϋποτίθεται για την ενεργοποίηση και κατ' επέκταση τη διάγνωση παραβίασης του κατοχυρούμενου με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
15. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελής εφαρμογή των περί «πόθεν έσχες» διατάξεων αλλά και του άρθρου 19 του τότε ισχύοντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151), διότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπ' όψιν τη δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου παρελθόντων ετών. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι διέθετε μη αναλωθέν κεφάλαιο ύψους 27.396.463 δραχμών ή 109.747,51 ευρώ, το οποίο αποτελεί μη αναλωθέν κεφάλαιο προηγούμενων ετών κατά την 1.1.1998, ημερομηνία έναρξης του ελέγχου, το οποίο επέτρεπε την κάλυψη της διαφοράς δηλωθέντος και τεκμαρτώς προσδιοριζόμενου εισοδήματος, με την επίκληση ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων χρήσεων. Το Τμήμα απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, προεχόντως ως ερειδόμενο επί της εσφαλμένης πραγματικής προϋπόθεσης ότι με την αίτηση του Γ.Ε.Ε. ζητείται ο καταλογισμός του καθ' ου για άδηλης προέλευσης εισοδήματα που προέκυψαν κατά το έτος 1998, για την δικαιολόγηση των οποίων και μόνο είναι κρίσιμο, πέραν των εσόδων του έτους αυτού, το πραγματικό αποταμιευτικό υπόλοιπο της 31.12.1997, ενώ αντιθέτως ζητείται ο καταλογισμός του, μεταξύ άλλων, για άδηλης προέλευσης εισοδήματα που προέκυψαν κατά το έτος 1999, για την δικαιολόγηση των οποίων όμως είναι κρίσιμο μόνο το πραγματικό αποταμιευτικό υπόλοιπο της 31.12.1998, αφού για το έτος 1998 δεν προέκυψε κάποια αρνητική διαφορά. Περαιτέρω, το Τμήμα έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο καθ' ου είχε πράγματι αποταμιεύσει το επικαλούμενο ποσό, το οποίο άλλωστε αποτελεί ένα απλό λογιστικό μέγεθος, που αντιπροσωπεύει μόνο τη μέγιστη δυνατότητα αυτού για αποταμίευση, η οποία όμως είναι υποθετική και δεν ταυτίζεται με το πραγματικό αποταμιευτικό υπόλοιπο αυτού την προηγουμένη του χρονικού σημείου ενάρξεως του ελέγχου (31.12.1998), το οποίο είναι και το μόνο κρίσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις περί «πόθεν έσχες», για την δικαιολόγηση της προέλευσης των εισοδημάτων του, δε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι είχε διαμορφώσει συστηματικά, κατά τα προηγούμενα της υπαγωγής του από 1.1.1999 στις περί «πόθεν έσχες» διατάξεις έτη, ένα αποταμιευτικό υπόλοιπο σημαντικού ύψους εκτός τραπεζικού συστήματος, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται και παρά τα σοβαρά ζητήματα ασφαλείας που εγείρει, έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, αλλά και με την εν γένει επενδυτική συμπεριφορά του ιδίου.
16. Όπως στο άρθρο 19 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος η έννοιά του καθορίζεται, το κεφάλαιο προηγούμενων ετών, ήτοι εκείνο το οποίο, σχηματιζόμενο από τα εισοδήματα προηγούμενων, χωρίς χρονικό περιορισμό, συνεχόμενων χρήσεων, αρκεί να αποδεικνύεται ότι τα εισοδήματα αυτά έχουν φορολογηθεί ή νομίμως απαλλαγεί από τον φόρο, έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί, σε επόμενη χρήση, ο φορολογούμενος, προκειμένου να καλύψει το επιπλέον φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει από την εφαρμογή των τεκμηρίων δαπανών, δεν μπορεί εκ του νόμου να συμπίπτει με το κρίσιμο, για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης, διαθέσιμο υπόλοιπο του ελεγχομένου. Κατ' αρχάς, ως εκ του προδήλως διαφορετικού σκοπού της καθιέρωσης από τον φορολογικό νομοθέτη της ως άνω δυνατότητας κάλυψης της διαφοράς δηλωθέντος και τεκμαρτού εισοδήματος, της μη υποχρέωσης, δηλαδή, του φορολογουμένου στην καταβολή φόρου για εισόδημα που, επειδή προσδιορίζεται βάσει τεκμηρίων, ενδέχεται να μην υφίσταται, από τον σκοπό της ενίσχυσης της διαφάνειας στον δημόσιο βίο, διά του εντοπισμού αθέμιτων συναλλαγών των ελεγχομένων, που επιδιώκεται με τις «περί πόθεν έσχες» διατάξεις. Αλλά και διότι, καθ' όσον η δυνατότητα επίκλησης υπολοίπου από προηγούμενα έτη είναι, όπως αναφέρθηκε, χρονικώς απεριόριστη, μπορεί, επομένως, να εκτείνεται σε όσο χρονικό βάθος κάθε φορά χρειάζεται για να δικαιολογηθεί η απόκτηση του αμφισβητούμενου ως προς την προέλευσή του περιουσιακού στοιχείου, η εφαρμογή των εν λόγω φορολογικών διατάξεων θα αναιρούσε την πρακτική αποτελεσματικότητα του ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων σε υποβολή σχετικής δήλωσης προσώπων. Ζητούμενο, άλλωστε, του ελέγχου αυτού δεν μπορεί παρά να είναι η διαπίστωση, με κάθε πρόσφορο τρόπο, της πραγματικής οικονομικής κατάστασης του ελεγχομένου, συνεπώς, όχι των υποθετικών, αλλά των υπαρκτών κεφαλαίων του, τα οποία, εφ' όσον, με τη σειρά τους, δικαιολογούνται από τα εν γένει έσοδα, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης του ελεγχομένου, δύνανται να αποτελέσουν εμφανή και νόμιμη πηγή προέλευσης της προσαύξησης της περιουσίας του (ΕλΣυν Ολ. 544/2023, 2141/2017). Κατά συνέπεια, τα ίδια ως άνω εκτεθέντα δεχθέν το δικάσαν Τμήμα, δεν έσφαλε και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
17. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του διέποντος την επίδικη υπόθεση νόμου αναφορικά με τον προσδιορισμό των δικαιούχων των κοινών λογαριασμών το Τμήμα καταλόγισε τον αναιρεσείοντα με το ολόκληρο το ποσό των τραπεζικών λογαριασμών α) ... της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ......), με συνδικαιούχους τον πεθερό και τη σύζυγο του αναιρεσείοντος και β) ... της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ......), με συνδικαιούχους τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και την αδελφή του, ενώ πραγματικοί δικαιούχοι ήταν στον μεν πρώτο εξ αυτών ο πεθερός του, στον δε δεύτερο η μητέρα του.
18. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932 «Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν» (Α΄ 307), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 951/1971 (Α΄ 160), η χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση, ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε και όλοι οι κατ' ιδίαν δικαιούχοι του λογαριασμού. Ανεξαρτήτως, επομένως, του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε ορισμένους από αυτούς, από μία τέτοια κατάθεση παράγεται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 489 επομ. του Αστικού Κώδικα, με συνέπεια, σε περίπτωση ανάληψης ολόκληρου το ποσού της χρηματικής κατάθεσης από ένα μόνον των δικαιούχων του κοινού λογαριασμού, να επέρχεται απόσβεση της απαίτησης έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλο, ήτοι τον δικαιούχο που δεν προέβη σε ανάληψη, ο οποίος, ωστόσο, έχει εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος να του αποδοθεί το ποσό το οποίο τυχόν δικαιούται βάσει της εσωτερικής σχέσης που τους συνδέει. Αν δε η ιδιαίτερη εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού και, επομένως, και το μερίδιο που καθένας από αυτούς δικαιούται, δεν προκύπτει, εφαρμόζεται το τεκμήριο του άρθρου 493 του Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη επί του ενεργητικού του λογαριασμού (βλ. σχετ. ΑΠ 290/2020, 902/2019, 431/2019, 1/2018 κ.ά.). Περαιτέρω, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό ο ελεγχόμενος φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι τα χρήματα ανήκουν στον ίδιο ή σε όλους ή μερικούς από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού, άλλως δύναται να θεωρηθεί ότι το ποσό ανήκει ισομερώς σε καθένα από τους συνδικαιούχους (ΕλΣυν Ολ. 3649/2013), χωρίς όμως να αποκλείεται, αν τούτο προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, να αποδοθεί το σύνολο των χρημάτων του κοινού λογαριασμού σε έναν μόνον εξ αυτών. Και τούτο διότι αδικαιολόγητο και, επομένως, καταλογιστέο περιουσιακό όφελος αποτελούν τόσο το υπερβάλλον, μετά το συνυπολογισμό εσόδων – εξόδων του ελεγχομένου, πραγματικό αποταμιευτικό υπόλοιπο στο τέλος του έτους, όσο και οι άδηλης προέλευσης καταθέσεις χρηματικών ποσών σε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, οι οποίες επιφέρουν αύξηση της περιουσίας αυτών ή των μελών της οικογένειάς του, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν το σχετικό ποσό εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι ως πραγματικό αποταμιευτικό υπόλοιπο στο τέλος του ελεγχόμενου έτους. Διαφορετικά θα αναιρείτο η πρακτική αποτελεσματικότητα του ελέγχου αυτού, ζητούμενο του οποίου δεν μπορεί παρά να είναι η διαπίστωση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου στην υποβολή σχετικής δήλωσης προσώπου, στο οποίο, περαιτέρω, θα παρεχόταν η δυνατότητα, συγκεντρώνοντας όσα αποκόμισε, καταχρώμενος τη θέση του στον κρατικό μηχανισμό, σε κοινούς λογαριασμούς με πλείονες δικαιούχους, να παραμείνει υπό την εξουσία του, ακόμη και σε περίπτωση εντοπισμού τους, το μεγαλύτερο μέρος των αθέμιτων αποκτημάτων (ΕλΣυν Ολ. 661/2023).
19. Όσον αφορά δε τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, αναφορικά με το σκέλος του ... λογαριασμού της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ......), με συνδικαιούχους τον πεθερό και τη σύζυγο του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Ο [αναιρεσείων] ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι εσφαλμένα ο έλεγχος θεώρησε ότι ο ... καταθετικός λογαριασμός της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ......) με συνδικαιούχους τον πεθερό του ... ... και τη σύζυγό του ... ..., ανήκε πραγματικά μόνον στην τελευταία, με συνέπεια: α) να προστεθεί στις δαπάνες του για το έτος 2000 το συνολικό ποσό των 101.134,84 ευρώ (34.461.677,74 δρχ.), που αναλήφθηκε από τον ανωτέρω λογαριασμό για την αγορά από τον πεθερό του ενός ακινήτου (…), το οποίο μεταβιβάστηκε το αμέσως επόμενο έτος στη σύζυγο του καθ' ου, λόγω γονικής παροχής (…), β) να προστεθούν τα υπόλοιπα της 31ης Δεκεμβρίου των ετών 1999 έως και 2002 του λογαριασμού αυτού στις καταθέσεις του [αναιρεσείοντος], με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αυτές αντιστοίχως αυξημένες (…) και γ) να προστεθεί στις καταθέσεις του [αναιρεσείοντος] για το έτος 2003 το υπόλοιπο ύψους 40.069,44 ευρώ, του ανωτέρω λογαριασμού κατά την ημερομηνία θανάτου του πεθερού του στις 2.7.2003, το οποίο ανελήφθη στις 9.7.2003, αμέσως μετά τον θάνατό του από τη σύζυγο του καθ' ου (…) και ζητεί να μην ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω ποσά για τον υπολογισμό των άδηλης, κατά την αίτηση, προέλευσης εσόδων του. Ειδικότερα αυτός ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω ποσά δεν πρέπει να υπολογιστούν εις βάρος του, ούτε κατά το ήμισυ αυτών, αφού πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού ήταν αποκλειστικά ο πεθερός του, ο οποίος πραγματοποιούσε τις κινήσεις του ελεγχόμενου λογαριασμού, ενώ η σύζυγός του είχε αναγραφεί από τον πεθερό του ως συνδικαιούχος του λογαριασμού, ως είθισται, λόγω συγγενείας, χωρίς ουδέποτε να καταθέσει σε αυτόν χρηματικά ποσά.
(…) Συνεπώς, (…) δεν προκύπτει ότι ο πεθερός του [αναιρεσείοντος] είχε την οικονομική δυνατότητα να πραγματοποιεί καταθέσεις του ύψους και της συχνότητας των αμφισβητουμένων. Εξάλλου, ο λογαριασμός, στον οποίο κατετίθεντο οι μισθοί και οι συντάξεις του, δεν ήταν ο ελεγχόμενος, αλλά ο ... της ...... (…), ενώ (…) δεν προκύπτει ότι υπήρξε οποιαδήποτε μετακίνηση ποσών από τον τελευταίο αυτό λογαριασμό προς τον ελεγχόμενο, η οποία θα ηδύνατο να δικαιολογήσει μέρος των αδικαιολόγητων ποσών που προέκυψαν (…). Κατά τούτο, μάλιστα, ο συνδεόμενος με τον ανωτέρω υπολογισμό των διαθεσίμων κεφαλαίων του πεθερού του ισχυρισμός του [αναιρεσείοντος], περί οικονομικής δυνατότητας του πεθερού του να πραγματοποιεί τις αμφισβητούμενες καταθέσεις, πάσχει αοριστίας, αφού εκτίθεται στο δικόγραφο χωρίς επίκληση και απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, υπό τα οποία πραγματοποιήθηκε κάθε μία των αμφισβητούμενων καταθέσεων, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κρίνει εάν αυτές προήλθαν από την οικονομική δραστηριότητα του πεθερού του [αναιρεσείοντος], εν όψει και του ότι ούτε τα αναφερόμενα στην σκέψη 13.Α. παραστατικά τραπέζης, τα οποία επικαλείται, (…) αφορούν τις καταθέσεις αυτές. Περαιτέρω, (…) προκύπτει ότι το σημαντικότερο μέρος των συναλλαγών που αφορούσαν τα ανωτέρω παραστατικά τραπέζης συνδέονταν με τα περιουσιακά συμφέροντα της συζύγου του, όπως το ποσό των 32.000.000 δρχ., που κατεβλήθη κατά τους ισχυρισμούς του [αναιρεσείοντος] ως τίμημα αγοράς και ανακαίνισης του εν τέλει δωρηθέντος ακινήτου, και το ποσό των 2.461.700 δρχ., που φέρεται ότι κατεβλήθη, όπως ισχυρίζεται αναποδείκτως ο [αναιρεσείων], για τον αναλογούντα φόρο μεταβίβασης. Προκύπτει, δηλαδή, από τα ανωτέρω στοιχεία ότι τα χρήματα του κρινομένου λογαριασμού, στον οποίον ήταν συνδικαιούχος η σύζυγος του [αναιρεσείοντος], αναλώθηκαν για την κτήση περιουσιακού στοιχείου που περιήλθε στην κυριότητά της εντός ενός μόλις έτους από την απόκτηση αυτού από τον πατέρα της, καθώς και ότι είχε την κυριότητα των χρημάτων του λογαριασμού και μετά τον θάνατο του πατρός της. Σε συνδυασμό δε με το ότι (…) ο όγκος και η συχνότητα των καταθέσεων του υπό κρίση λογαριασμού δεν δικαιολογούνταν από την οικονομική δυνατότητα του πεθερού του καθ' ου, κρίνεται ότι ορθώς ο έλεγχος θεώρησε ότι τα χρήματα του υπό κρίση λογαριασμού ανήκαν εξ ολοκλήρου (…) στη σύζυγο του [αναιρεσείοντος] και συνυπολόγισε το σύνολο των κινήσεών του στις καταθέσεις αυτού. Περαιτέρω, τα προσκομιζόμενα από τον καθ' ου παραστατικά τραπέζης, εν όψει του ότι: α) δεν συνδέονται με τις αμφισβητούμενες καταθέσεις, β) του μικρού αναλογικά αριθμού αυτών εν συγκρίσει με τον όγκο των καταθέσεων αυτών, γ) και της διαφοροποίησης των υπογραφών των συναλλασσομένων προσώπων σε κάθε μία από αυτές, εξ αιτίας της οποίας δεν δημιουργείται βεβαιότητα για την ταυτότητά τους, δεν επαρκούν (…) να αποδείξουν έστω και εν μέρει τον ισχυρισμό του [αναιρεσείοντος] ότι πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού ήταν αποκλειστικά ο πεθερός του, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι όλες οι εικονιζόμενες συναλλαγές σε αυτά έγιναν πράγματι από αυτόν.»
20. Ο αναιρεσείων προβάλλει επ' αυτού τους εξής ειδικότερους ισχυρισμούς:
(α) Το δικάσαν Τμήμα, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με πλημμελή αιτιολογία έκρινε ότι ο αναιρεσείων είναι ο πραγματικός δικαιούχος του ... λογαριασμού της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ......), θεωρώντας ότι κρίσιμο για τον προσδιορισμό της διαφορετικής σχέσης είναι η δικαιολόγηση των ποσών από το τρίτο πρόσωπο και θεωρούμενο από την προσβαλλομένη ως δικαιούχο, ενώ κρίσιμο είναι η απόδειξη της διαφορετικής αναλογίας μεταξύ των δικαιούχων και όχι η δικαιολόγηση από αυτούς. Εφόσον, προκύψει η αναλογία μεταξύ τους, τότε θα κληθούν αυτοί να αποδείξουν την προέλευση των χρημάτων. Ως εκ τούτου θα πρέπει να επιστρέψει η υπόθεση στο Τμήμα και να κριθεί κατά πόσον αποδεικνύεται η διαφορετική αναλογία.
(β) Το δικάσαν Τμήμα, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με εσφαλμένη και πλημμελή αιτιολογία έκρινε ότι ο αναιρεσείων είναι ο πραγματικός δικαιούχος του ... λογαριασμού της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ......), καθώς ο πεθερός του αναιρεσείοντος διέθετε την οικονομική δυνατότητα που θα μπορούσε να αιτιολογήσει τις καταθέσεις στον επίμαχο λογαριασμό, επικαλείται δε το γεγονός ότι αυτός διατηρούσε και άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς (χωρίς να τους προσδιορίζει).
(γ) Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με πλημμελή αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έκανε δεκτό ότι η σύζυγος του αναιρεσείοντος ενεργούσε ως πληρεξουσία στο υπ' αριθ. .../23.11.2000 συμβόλαιο με το οποίο αγόρασε ένα ακίνητο ο πατέρας της και πεθερός του αναιρεσείοντος («… φερόταν μεν να ενεργεί ως πληρεξούσια του πεθερού του …»), επειδή στο επόμενο έτος της παραχωρήθηκε το ακίνητο με γονική παροχή, ανατρέποντας έτσι μια έννομη σχέση που ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα (174 ΑΚ), χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένη διάταξη.
(δ) Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με πλημμελή αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι για η αγορά του ως άνω ακινήτου πραγματοποιήθηκε σε όλα τα στάδια από την σύζυγο του αναιρεσείοντος, τη στιγμή που στο με αριθμό .../23.11.2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... ..., αναφέρεται ως αγοραστής ο πεθερός του αναιρεσείοντος, από τα ήδη δε προσκομισθέντα στοιχεία και ειδικά από το ένταλμα πληρωμής της ... Τραπέζης με αριθμό πράξης .../17.11.2000, προκύπτει πως αυτός ανέλαβε και το ποσό των 32.000.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στο τίμημα της πώλησης, έθεσε δε ιδιοχείρως και τα στοιχεία της αστυνομικής του ταυτότητας επί του εντάλματος πληρωμής.
(ε) Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με πλημμελή αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η καταχώρηση από τους οικονομικούς επιθεωρητές του ποσού της αγοράς του προαναφερθέντος ακινήτου, ύψους 101.134,84 ευρώ, στη στήλη «δωρεές ή γονικές παροχές – καταβληθέντες φόροι» του συνημμένου στην πορισματική έκθεση πίνακα δαπανών έτους 2000, λόγω της πραγματοποίησής της με χρήματα, που ο έλεγχος θεώρησε ότι ανήκουν στη σύζυγο του αναιρεσείοντος, αποτελεί «αμιγώς τεχνικό ζήτημα, από την ακρίβεια και την ορθότητα του οποίου ο ελεγχόμενος δεν βλάπτεται ούτε ωφελείται, παρά μόνον εάν κριθεί κατά την ουσία της διαφορετικά, ήτοι ότι δεν αποτελεί δαπάνη συνυπολογιστέα εις βάρος του». Και αυτό διότι το ποσό αυτό έπρεπε να καταχωρηθεί ταυτόχρονα και στα έσοδα, ώστε να χαρακτηρισθεί ουδέτερο, ή κατά τη λογιστική επιστήμη να «αντιλογισθεί», δεδομένου ότι με την προσθήκη της «δωρεάς» ως δαπάνης κατά το φορολογικό έτος 2000, οι οικονομικοί επιθεωρητές προσδιόρισαν το σύνολο των δαπανών του αναιρεσείοντος στις 198.265,16 ευρώ και δημιουργήθηκε έτσι αρνητικό διαθέσιμο υπόλοιπο προς μεταφορά το επόμενο έτος ύψους, ενώ αν δεν είχε συμπεριληφθεί η δωρεά ή είχε αντιλογισθεί, το αρνητικό ποσό θα μειωνόταν στα -24.656,57 ευρώ.
21. Ο υπό 20α΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τμήμα ουδόλως διέλαβε τέτοια κρίση και δη στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αλλά, βάσει αναλυτικώς εκτεθέντων κριτηρίων, αποφάνθηκε ότι ο επίμαχος λογαριασμός ανήκε στην πραγματικότητα στον αναιρεσείοντα.
22. Ο υπό 20β΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος το πρώτον κατ' αναίρεσιν, δοθέντος ότι από το από 12.12.2016 υπόμνημα, το οποίο επέχει θέση κυρίου δικογράφου και επισκοπείται παραδεκτώς ως διαδικαστικό έγγραφο από την Ολομέλεια (ΕλΣυν Ολ 430/2018), δεν προκύπτει – ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται – ότι είχε προβληθεί εκεί ο οικείος ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, ο οποίος, πάντως, και με τον τρόπο που εισφέρεται στην αναιρετική δίκη παρίσταται απορριπτέος ως υποθετικός και αναπόδεικτος. Αντιθέτως, ως προς το επίμαχο ζήτημα, ο ήδη αναιρεσείων είχε υποστηρίξει ότι τα δηλωμένα στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις του πεθερού του ποσά υπερκάλυπταν τις αμφισβητούμενες καταθέσεις. Πέραν αυτού, είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Τμήματος.
23. Ο υπό 20γ΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος καθώς στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τμήμα ουδόλως διέλαβε τέτοια κρίση περί ανατροπής της έννομης σχέσης της πληρεξουσιότητας.
24. Ο υπό 20δ΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν Τμήμα ουδόλως αμφισβήτησε την καταβολή του ποσού από τον πεθερό του αναιρεσείοντος, αλλά συνέδεσε το γεγονός με την εν συνεχεία γονική παροχή του συγκεκριμένου ακινήτου προς τη σύζυγο του αναιρεσείοντος. Κατά τα λοιπά, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικάσαν Τμήμα και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
25. Ο υπό 20ε΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, όπως προβάλλεται, διότι αντικείμενο της αναιρετικής δίκης είναι αποκλειστικά οι νομικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης και όχι οι τυχόν πλημμέλειες (νομικές ή ουσιαστικές) της επικαλούμενης πορισματικής έκθεσης των οικονομικών επιθεωρητών. Επιπροσθέτως, είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, διότι ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει για ποιον λόγο έπρεπε το ποσό αυτό να αντιλογισθεί, ενώ είναι και αβάσιμος, διότι τυχόν αντιλογισμός, όπως τουλάχιστον προκύπτει ότι τον εννοεί ο αναιρεσείων, θα καθιστούσε ανενεργή την ανάγκη αντιστάθμισης της δαπάνης με ισόποσα έσοδα και ως εκ τούτου αλυσιτελή τον έλεγχο της περιουσιακής του κατάστασης.
26. Αναφορικά με τον ... λογαριασμό της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ), με συνδικαιούχους τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και την αδελφή του, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Ο [αναιρεσείων] ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα ο έλεγχος θεώρησε ότι ο ... καταθετικός λογαριασμός της πρώην ... Τράπεζας (και ήδη ...), με συνδικαιούχους τον ίδιο και την αδελφή του, ... (…) ανήκε πραγματικά μόνον στον ίδιο με συνέπεια: α) να προστεθεί στις δαπάνες του για το έτος 2002 το συνολικό ποσό των 72.000 ευρώ, που αναλήφθηκε από τον ανωτέρω λογαριασμό για την αγορά από την μητέρα του, ..., ενός ακινήτου (…), το οποίο μεταβιβάστηκε το αμέσως επόμενο έτος στον υιό του [αναιρεσείοντος], λόγω δωρεάς (…), β) να προστεθούν τα υπόλοιπα της 31ης Δεκεμβρίου των ετών 2000 έως και 2008 του λογαριασμού αυτού στις καταθέσεις του [αναιρεσείοντος], με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αυτές αντιστοίχως αυξημένες (…) και γ) να προστεθεί στο υπόλοιπο της 31.12.2001 επιπλέον ποσό 73.368,00 ευρώ που τοποθετήθηκε σε repos στις 27.12.2001, λήξης 25.2.2002 με πίστωση του ανωτέρω λογαριασμού, και ζητεί να μην ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω ποσά για τον υπολογισμό των άδηλης, κατά την αίτηση, προέλευσης εσόδων του. Ειδικότερα, ο [αναιρεσείων] ισχυρίζεται ότι (…) αυτός και η αδελφή του (…) υπήρξαν απλώς παρένθετα πρόσωπα στον ανωτέρω λογαριασμό Ταμιευτηρίου, προς εξυπηρέτηση και μόνον της σχεδόν τυφλής μητέρας τους (…), η οποία αδυνατούσε να πραγματοποιεί τις σχετικές συναλλαγές και η οποία υπήρξε η μόνη αληθής δικαιούχος των χρημάτων αυτών.
(…) Οι ως άνω ισχυρισμοί του καθ' ου είναι ουσία αβάσιμοι, καθόσον (…) δεν προκύπτει ότι ο ελεγχόμενος λογαριασμός ανήκε αποκλειστικά στην μητέρα του, και όχι στους αναγραφομένους σε αυτόν συνδικαιούχους, ήτοι αυτόν και την αδελφή του, ή ότι αυτή ήταν συνδικαιούχος μόνον με την αδερφή του [αναιρεσείοντος]. Συγκεκριμένα, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ευθέως ή εμμέσως ότι πραγματικός δικαιούχος ήταν η μητέρα του [αναιρεσείοντος] ή ότι συνδέεται η τυχόν πώληση περιουσιακών στοιχείων αυτής κατά το απώτερο παρελθόν (έτος 1994) με τις ελεγχόμενες καταθέσεις, πέραν του γεγονότος ότι η αγορά από τη μητέρα του του ακινήτου, το οποίο το αμέσως επόμενο έτος δωρήθηκε στον υιό του [αναιρεσείοντος], έλαβε χώρα με χρήματα που αναλήφθηκαν από τον συγκεκριμένο λογαριασμό (…). Όμως, μόνη η αγορά ακινήτου με τα χρήματα του λογαριασμού αυτού, στο όνομα της μητέρας του [αναιρεσείοντος], δεν αποδεικνύει, άνευ άλλου τινός, ότι τα χρήματα της ανήκαν, ιδίως όταν το αμέσως επόμενο έτος, αυτό ακριβώς το ακίνητο δωρήθηκε στον υιό του [αναιρεσείοντος], επιστρεφομένης έτσι της αξίας της αναλήψεως και πάλι στην εν στενή εννοία περιουσία του.
(…) Ανεξαρτήτως τούτου όμως, όπως προκύπτει από τον πίνακα εσόδων – δαπανών και διαθεσίμου υπολοίπου που συνέταξαν οι οικονομικοί επιθεωρητές (…) η μητέρα του αναιρεσείοντος δεν διέθετε οικονομική δυνατότητα αντίστοιχη των ελεγχομένων καταθέσεων.
(…) Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του [αναιρεσείοντος] ότι τα χρήματα του ελεγχόμενου λογαριασμού προήλθαν από την πώληση ακινήτων της μητέρας του κατά τα έτη 2002 και 1994, (…) κρίνονται ομοίως απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Και τούτο διότι οι ισχυρισμοί του ότι η είσπραξη του τιμήματος της πώλησης ενός ακινήτου δύο (2) έτη πριν από τη σύνταξη κι αυτού ακόμη του προσυμφώνου χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε αποδεικτικού τύπου, πέραν μίας αόριστης αναφοράς στο προσύμφωνο πώλησης, καθώς και ότι το τίμημα της πώλησης ακινήτων αποταμιεύθηκε αυτούσιο από το έτος 1994 έως ότου χρησιμοποιηθεί το έτος 2002 για την αγορά ακινήτου, που επρόκειτο να δωρηθεί στον υιό του καθ' ου το αμέσως επόμενο έτος, αντιβαίνει σε οποιαδήποτε συναλλακτική πρακτική, ακόμη και μεταξύ συγγενικών προσώπων ή συνιδιοκτητών, καθώς και στα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και την κοινή λογική, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι το πράγματι καταβληθέν τίμημα ήταν αυτό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ύψους 48.040,52 ευρώ και όχι αυτό που αναγράφηκε σε δύο διαδοχικά συμβόλαια.
(…) Λαμβανόμενων δε έτι υπ' όψη αφ' ενός των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των ανωτέρω προσώπων συνδεομένων με στενό βαθμό συγγενείας, και αφ' ετέρου του ότι φαίνεται να αποτέλεσε επαναλαμβανόμενη πρακτική η αγορά ακινήτων από συγγενικά πρόσωπα του καθ' ου, με εκταμίευση χρημάτων από λογαριασμούς που είχαν συνδικαιούχο τον ίδιο ή τη σύζυγό του, τα οποία εν συνεχεία δωρίζονταν το αμέσως επόμενο έτος σε πρόσωπα της οικογενείας του (…), το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί του δεν δύναται να κλονίσουν την προκειμένη πραγματική βάση της αίτησης περί του αληθούς κυρίου του ελεγχομένου λογαριασμού (…) και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά την ουσία τους.
(…) Από το σύνολο, επομένως, των στοιχείων του φακέλου (…) προκύπτει ότι ο εν λόγω λογαριασμός ανήκε αποκλειστικά στον καθ' ου, με συνέπεια ορθώς να αποδίδεται σε αυτόν και να υπολογίζεται για τον προσδιορισμό των τυχόν άδηλης προέλευσης εσόδων του, κατά τα διαλαμβανόμενα στην από 29.4.2015 πορισματική έκθεση ελέγχου, το σύνολο των κινήσεων του ανωτέρω λογαριασμού (…)».
27. Επί του σκέλους αυτού ο αναιρεσείων προβάλλει τους ακόλουθους ειδικότερους ισχυρισμούς:
(α) Το δικάσαν Τμήμα, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αρνήθηκε να λάβει υπ' όψιν του εμπράγματη δικαιοπραξία (πώληση ακινήτου) χωρίς να τη χαρακτηρίσει άκυρη.
(β) Το δικάσαν Τμήμα, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου και ειδικότερα με πλημμελή και αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι η δήλωση τόσο του ιδίου του αναιρεσείοντος όσο και της αδερφής του δεν έχουν καμία αποδεικτική ισχύ («… και οι δύο αποποιούνται την ιδιότητα του δικαιούχου …, πλην όμως οι δηλώσεις αυτές, δεν ασκούν επιρροή στο εριζόμενο ζήτημα της κυριότητας των χρημάτων του λογαριασμού …»), στη συνέχεια όμως θεώρησε ότι («… από τις ανωτέρω δηλώσεις της αδερφής του [αναιρεσείοντος], με τις οποίες αρνείται την κυριότητα των ποσών του λογαριασμού, στον οποίον ήταν συνδικαιούχος μετά αυτού, προκύπτει ότι ο ανωτέρω λογαριασμός ανήκει αποκλειστικά στον [αναιρεσείοντα] …».
(γ) Κατά τα ανωτέρω υπό στοιχ. 20ε εκτιθέμενα, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και με πλημμελή αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η καταχώρηση από τους οικονομικούς επιθεωρητές του ποσού της αγοράς του προαναφερθέντος ακινήτου, ύψους 72.000 ευρώ, στη στήλη «δωρεές ή γονικές παροχές – καταβληθέντες φόροι» του συνημμένου στην πορισματική έκθεση πίνακα δαπανών έτους 2002, λόγω της πραγματοποίησής της με χρήματα που ο έλεγχος θεώρησε ότι ανήκουν στον αναιρεσείοντα, αποτελεί «αμιγώς τεχνικό ζήτημα, από την ακρίβεια και την ορθότητα του οποίου ο ελεγχόμενος δεν βλάπτεται ούτε ωφελείται, παρά μόνον εάν κριθεί κατά την ουσία της διαφορετικά, ήτοι ότι δεν αποτελεί δαπάνη συνυπολογιστέα εις βάρος του». Και τούτο διότι το ποσό αυτό έπρεπε να καταχωρηθεί ταυτόχρονα και στα έσοδα, ώστε να χαρακτηρισθεί ουδέτερο, ή, κατά την λογιστική επιστήμη, να «αντιλογισθεί», δεδομένου ότι σε περίπτωση που δεν υφίστατο η «δωρεά» των 72.000€, το διαθέσιμο υπόλοιπο αντί του προσδιορισμένου ως αρνητικού από τους οικονομικούς επιθεωρητές σε -130.690,76 ευρώ, θα ανερχόταν σε αρνητικό μεν αλλά αισθητά μειωμένο (σε -58.690,79 ευρώ), εάν δε αφαιρείτο και το άλλο «ουδέτερο» ποσό της επίσης φερόμενης ως δωρεάς δωρεάς της συζύγου του αναιρεσείοντος στον πεθερό του εξ 101.134,84 ευρώ, το μεταφερόμενο υπόλοιπο θα μετατρεπόταν άμεσα σε θετικό και θα ανερχόταν στο ποσό των 42.444,05 ευρώ και έτσι δεν θα ανέκυπτε ζήτημα μη δυναμένου να δικαιολογηθεί περιουσιακού οφέλους.
28. Ο υπό στοιχείο 27α΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς το Τμήμα ουδόλως διέλαβε τέτοια κρίση περί ακυρότητας της πωλήσεως.
29. Ο υπό στοιχείο 27β΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, στο μέτρο δε που πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικάσαντος Τμήματος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αναίρεση για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, επιτρέπεται, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου (115 του π.δ/τος 1225/1981 και ήδη 170 του ν. 4700/2020) αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν οι προβαλλόμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στο πόρισμα που εξάγεται απ' αυτές, αν βεβαίως δεν εμφανίζεται ως παντελώς αυθαίρετο, ή στην παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.». Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 95 έως 97 και 101 του π.δ. 1225/1981 (ήδη 243 επ. του ν. 4700/2020) συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται σαφές μετά βεβαιότητος, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι (ΕλΣυν Ολ. 2124/2021). Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα ουσιώδες γεγονός μπορεί να καταστεί αντικείμενο αποδείξεως. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συγκρότηση του αποδεικτικού του συλλογισμού, έλαβε υπόψη το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, χωρίς να στηρίξει το αποδεικτικό του συμπέρασμα αυτοτελώς και αποκλειστικώς στις ανωτέρω αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις του ήδη αναιρεσείοντος και της αδελφής του, ούτε αναγνώρισε υπέρ αυτών απόλυτη δεσμευτικότητα για την κρίση κατά παράνομο αποκλεισμό των άλλων αποδεικτικών μέσων. Ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
30. Ο υπό στοιχείο 27γ΄ ισχυρισμός είναι απορριπτέος, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, στη σκέψη υπό στοιχείο 25.
31. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελής εφαρμογή των περί «πόθεν έσχες» διατάξεων αναφορικά με το τεκμήριο ισομερούς κατανομής των κοινών λογαριασμών, ενώ, περαιτέρω, με αντιφατική και πάντως πλημμελή αιτιολογία απέρριψε το δικάσαν Τμήμα τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.
32. Κατά τα ήδη εκτεθέντα ανωτέρω, στη σκέψη 18, εάν δεν προκύπτει (αφ' ενός με βάση τους ισχυρισμούς του ελεγχόμενου και των λοιπών συνδικαιούχων του λογαριασμού, σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτοί επικαλούνται και αφ' ετέρου βάσει των μέτρων ελέγχου και διερεύνησης της υπόθεσης που λαμβάνει η οικονομική επιθεώρηση, προκειμένου να διαπιστώσει τον αληθή δικαιούχο των επίμαχων καταθέσεων) κάποια ιδιαίτερη εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων και το μερίδιο που αναλογεί βάσει αυτής στον καθένα, εφαρμόζεται το τεκμήριο που θέτει το άρθρο 493 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη στο ενεργητικό του (πρβλ. ΣτΕ 2260/2008, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1691/2014, ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 380/2006 κ.ά.). Αν αντιθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου, τις πραγματικές περιστάσεις και τις συνθήκες της υπόθεσης προκύπτει ο αληθής κύριος, αποδίδεται σε αυτόν το σύνολο των καταθέσεων του κοινού λογαριασμού (ΣτΕ 1892/2018).Εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η περί τα πράγματα κρίση της οποίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ο αναιρεσείων δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του ότι αποκλειστικοί πραγματικοί δικαιούχοι των επίμαχων καταθετικών λογαριασμών ήταν το μεν ο πεθερός του, το δε η μητέρα και ειδικώς, ως προς το λογαριασμό της Ιονικής, εκ των στοιχείων του φακέλου δεν προέκυψε ότι κυρία του λογαριασμού ήταν, έστω και κατά το ήμισυ, η συνδικαιούχος αδερφή του. Βάσει των παραδοχών αυτών, το δικάσαν Τμήμα κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι οι εν λόγω λογαριασμοί ανήκαν αποκλειστικά στη σύζυγό του (ο πρώτος) και στον ίδιο (ο δεύτερος) και συνεπώς ορθώς αποδόθηκε σε έκαστο εξ αυτών και υπολογίστηκε για τον προσδιορισμό των τυχόν άδηλης προέλευσης εσόδων του ελεγχομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία πορισματική έκθεση ελέγχου, το σύνολο των κινήσεων των ανωτέρω λογαριασμών και όχι μόνο το ήμισυ. Εν όψει τούτων, ορθώς και με νόμιμη αιτιολογία το Τμήμα έκρινε ως πραγματικούς δικαιούχους αυτών τη σύζυγό του και τον ίδιο, κατά τα εκεί διαλαμβανόμενα, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων. Εξάλλου, κατά το μέρος που με το λόγο αυτό προβάλλεται κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το πρόσωπο του αποκλειστικού δικαιούχου των επίμαχων λογαριασμών, ο ίδιος λόγος παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Τμήματος ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης.
33. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 3213/2003, στο μέτρο που με αυτές θεσπίζεται «οικογενειακή ευθύνη» αναφορικά με το αποκτώμενο περιουσιακό όφελος. Προβάλλει, ειδικότερα, ο αναιρεσείων ότι από τον συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 2 και 5, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι το τεκμήριο που θεσπίζεται με το ν. 3213/2003 (ότι δηλαδή χρηματικά ποσά άγνωστης προέλευσης προήλθαν από αθέμιτες συναλλαγές υπό την ιδιότητα υπό την οποία ελέγχεται) είναι μεν συνταγματικώς ανεκτό ως προς τον ελεγχόμενο, δεδομένου ότι είναι μαχητό, στην περίπτωση όμως που η διαπιστούμενη περιουσιακή προσαύξηση αφορά όχι τον ίδιο αλλά μέλη της οικογένειάς του, δεν μπορεί να φέρει και ο ελεγχόμενος ευθύνη, χωρίς έστω να στοιχειοθετείται στην καταλογιστική απόφαση ότι τούτος είχε υπαιτιότητα (δόλο ή βαρεία αμέλεια), καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, η ευθύνη για αδικαιολόγητη προσαύξηση των μελών της οικογένειας του ελεγχόμενου υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και θεσπίζει αντικειμενική ευθύνη αυτού για πράξεις τρίτων προσώπων. Σε κάθε περίπτωση, σε κανένα σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τις επίμαχες συναλλαγές των μελών της οικογένειάς του, συνεπώς το Τμήμα, με την ερμηνεία της διάταξης ως θεσπίζουσας αντικειμενική ευθύνη για πράξεις τρίτων, εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο και δέον να εξαφανισθεί.
34. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος στο μέτρο που πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικάσαντος Τμήματος, είναι δε κατά τα λοιπά αβάσιμος. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, που σκοπό έχουν τον περιορισμό της διαφθοράς στον δημόσιο εν γένει βίο και την πάταξη των αθέμιτων επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών από κρατικούς λειτουργούς, επιβλήθηκε στις εν λόγω κατηγορίες προσώπων η υποχρέωση για ετήσια υποβολή δηλώσεως περί των κατεχομένων από τα πρόσωπα αυτά και από τα μέλη της οικογενείας τους (σύζυγο και ανήλικα τέκνα) κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτά προσπόρισαν στον εαυτό τους ή σε τρίτους αθέμιτο περιουσιακό όφελος. Έχει δε διαπιστωθεί ότι σύνηθες κίνητρο και τυπικό μοντέλο δράσης όσων κρατικών λειτουργών εμπλέκονται σε πρακτικές διαφθοράς στον δημόσιο τομέα είναι ο πορισμός περιουσιακού οφέλους για τους ίδιους ή δικούς τους ανθρώπους µε αθέμιτη εκμετάλλευση της θέσης ισχύος και των αρμοδιοτήτων που τους έχουν εκχωρηθεί θεσμικά για να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Το ίδιο κίνητρο και τα ίδια μέσα δράσης παρατηρούνται και σε εμπλεκομένους που προέρχονται από το λεγόμενο «οικογενειακό περιβάλλον» του κρατικού λειτουργού. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν είναι βέβαια πρωτογενείς φορείς θεσμικής εξουσίας, αντλούν όμως πολλές φορές και ασκούν ιδιαίτερη κοινωνική ισχύ λόγω της σχέσης που έχουν πραγματικά -ή εμφανίζονται να έχουν- µε τον κρατικό λειτουργό. Στον κύκλο των προσώπων του οικογενειακού περιβάλλοντος, µε την ευρεία του όρου έννοια, παρατηρούνται, εξάλλου, συχνά και δραστηριότητες ακραιφνώς εξασφαλιστικές του µη θεµιτού περιουσιακού οφέλους. Ως πρόσφορο εργαλείο καταπολέμησης πρακτικών διαφθοράς αναδεικνύονται, επομένως, διατάξεις που θα επιτρέπουν τον ευχερέστερο εντοπισμό και την ολική αποστέρηση του παράνομου οφέλους από τους εμπλεκομένους. Δεν πρόκειται, επομένως, περί διατάξεων που καθιερώνουν κάποια μορφή οικογενειακής ευθύνης, αλλά περί διατάξεων που καθιστούν αποτελεσματικότερη τη διεξαγωγή του ελέγχου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση ο έλεγχος θα απεστερείτο δε μεγάλο βαθμό της λυσιτέλειάς του, δεδομένου ότι θα παρείχετο η δυνατότητα στον ελεγχόμενο να χρησιμοποιεί για το σκοπό της απόκρυψης του παράνομου περιουσιακού οφέλους και της παραπλάνησης των ελεγκτικών αρχών πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος.
35. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελής εφαρμογή των διατάξεων αναφορικά με τη δυνατότητα ανάληψης και επανακατάθεσης χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς, δεδομένου ότι το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι ορθώς καταλογίστηκε για το σύνολο των καταθέσεών του, αν και δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή και του συνόλου αυτών, αρκεί τα ούτως αναληφθέντα ποσά να μην έχουν αναλωθεί στην πραγματοποίηση δαπανών.
36. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν πλήττει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο συγκεκριμένες κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη μίας μεταγενέστερης διαδικασίας (μέσω της Α.Υ.Ο. 4105/10.6.2015) αναφορικά με τον προσδιορισμό της προσαύξησης της περιουσίας των ελεγχόμενων προσώπων και οντοτήτων, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι δεν ήταν εφικτός ο έλεγχος με την τότε ισχύουσα διαδικασία ότι η τελευταία έπασχε ως προς τη νομιμότητά της.
37. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 27.11.2018 αίτηση του ... του ... για αναίρεση της 1584/2018 απόφασης του IV Τμήματος του
Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και το 18.3.2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Και
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη στις 8 Φεβρουαρίου 2023, κατ' εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΜΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΑΘΥΡΑΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στις 24 Απριλίου 2024
(βλ. πρακτικό δημοσίευσης με όμοια ημερομηνία).
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΑΛΑ
Για την ακρίβεια
Η Γραμματέας
Σταυρούλα Τσάλα