ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣτΕ 928/2025 (7μ) Εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων - Ανάκληση άδειας λειτουργίας συνεταιριστικής τράπεζας και μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων - Ανεπαρκώς αιτιολογημένη απόφαση περί οριστικού καθορισμού της διαφοράς αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και ενεργητικού - Μη νόμιμος χαρακτηρισμός τραπεζικού προϊόντος ως αγοράς συνεταιριστικών μεριδίων και όχι ως κατάθεσης

Αριθμός:
928
Έτος:
2025
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Ημ. Δημοσίευσης:
21/05/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
ΔΕΕ, 6/2025, σελ. 636 - 642
ΕΦΑΠΟΛΔ, 4/2026, σελ. 366 - 373
Αρ. Λέξεων:
10403
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Ανάκληση άδειας λειτουργίας συνεταιριστικής τράπεζας και μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Ανεπαρκώς αιτιολογημένη απόφαση περί οριστικού καθορισμού της διαφοράς αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και ενεργητικού. Μη νόμιμος χαρακτηρισμός τραπεζικού προϊόντος ως αγοράς συνεταιριστικών μεριδίων και όχι ως κατάθεσης. Νομικός χαρακτηρισμός τραπεζικού προϊόντος Συνεταιριστικής Τράπεζας. Εσφαλμένη ερμηνεία της φύσης του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος με βάση τυπικά και υποκειμενικά κριτήρια αντί των λειτουργικών χαρακτηριστικών του. Παράλειψη εξέτασης των όρων περί ορισμένης διάρκειας και εγγυημένης απόδοσης του προϊόντος υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων αναγκαστικού δικαίου.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 928/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2024, με την εξής σύνθεση: Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Όλγα Ζύγουρα, Βασιλική Κίντζιου, Όλγα Παπαδοπούλου, Ουρανία Νικολαράκου, Σύμβουλοι, Νικόλαος Μαρκόπουλος, Δήμητρα Μαυροπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ιωάννα Παπαχαραλάμπους, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 27 Μαΐου 2021 αίτηση:
των: 1. ... - 7. ..., οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α. Κωνσταντίνα Φιλοπούλου (Α.Μ. 27817) και β. Γεώργιο Μεντή (Α.Μ. 13751), που τους διόρισαν με πληρεξούσια, 8. ...., ο οποίος παρέστη με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, στους οποίους δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 12 Απριλίου 2024 για τη νομιμοποίησή τους, 9. ... - 11. ..., οι οποίοι παρέστησαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, που τους διόρισαν με πληρεξούσια, 12. ..., 13. ..., οι οποίοι παρέστησαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, στους οποίους δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 12 Απριλίου 2024 για τη νομιμοποίησή τους, 14. ... - 18. ..., οι οποίοι παρέστησαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, που τους διόρισαν με πληρεξούσια, 19. ..., ο οποίος παρέστη με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, στους οποίους δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 12 Απριλίου 2024 για τη νομιμοποίησή τους, 20. ... - 35. ..., οι οποίοι παρέστησαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, που τους διόρισαν με πληρεξούσια, 36. ..., ο οποίος παρέστη με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, που τους διόρισε στο ακροατήριο και με πληρεξούσιο, 37. ... - 42. ..., οι οποίοι παρέστησαν με τους ίδιους ως άνω δικηγόρους, που τους διόρισαν με πληρεξούσια,
κατά της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Βερβεσό (Α.Μ. 19669), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
και κατά του παρεμβαίνοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Ελ. Βενιζέλου 10), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Ρούσση (Α.Μ. 22828), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 46/1/27.1.2021 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄ 290) και κάθε άλλη σχετική Πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Νικολάου Μαρκόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξούσιους της καθής Τράπεζας και του παρεμβαίνοντος Ταμείου, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (e-παράβολο με κωδικό πληρωμής ...).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της απόφασης 46/1/27.1.2021 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Β΄ 290), με την οποία καθορίστηκε οριστικώς η διαφορά αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν από το υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΥΝ. Π.Ε.» στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.». Η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ζητείται, ειδικότερα, κατά το μέρος με το οποίο η κατά τα ανωτέρω διαφορά αξίας καθορίστηκε χωρίς να θεωρούνται μεταβιβασθείσες οι υποχρεώσεις της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας που αντιστοιχούν στο σκέλος των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων της με την ένδειξη «Προθεσμιακή Κατάθεση», το οποίο χαρακτηρίζεται στους οικείους τίτλους ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων». Η προσβαλλόμενη Πράξη εκδόθηκε σε συνέχεια της 1713/2020 απόφασης του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε ως πλημμελώς αιτιολογημένη η 17/1/14.7.2014 Πράξη της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης με το ίδιο αντικείμενο.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την από 9.9.2021 Πράξη της Προέδρου του, λόγω σπουδαιότητας.
4. Επειδή, ο όγδοος (...), δωδέκατος (...), δέκατος τρίτος (...) και δέκατος ένατος (...) εκ των αιτούντων δεν νομιμοποιήθηκαν με κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) τρόπους. Ως εκ τούτου, ως προς τους εν λόγω αιτούντες η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
5. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, υπόχρεο κατά νόμο (βλ. σκέψη 7) για την καταβολή του επιπλέον ποσού που θα προκύψει σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως και τυχόν αναπροσαρμογής (αύξησης) της διαφοράς αξίας των μεταβιβασθέντων στοιχείων παθητικού και ενεργητικού της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας.
6. Επειδή, ο ν. 3601/2007 («Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις», Α΄ 178) όριζε στο μεν άρθρο 1 παρ. 1 ότι ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται «η επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της», στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ότι «τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με την μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή του αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄), όπως ισχύει». Εξάλλου, κατά τα ήδη κριθέντα (ΣτΕ Ολομ. 3014/2014), με τον νόμο αυτόν, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τους νόμους 4021/2011 ( Α΄ 218), 4051/2012 (Α΄ 40) και 4093/2012 (Α΄ 222), επιδιώχθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου πλαισίου λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η ενίσχυση της εποπτείας και του ελέγχου καθώς και η δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, με στόχο την αποτελεσματική διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας έναντι συστημικών κινδύνων και την ενεργό προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ιδίως εν όψει της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής συγκυρίας. Κατά τον ν. 3601/2007, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα αντιμετωπίζει προβλήματα ικανά να κλονίσουν την οικονομική σταθερότητά του και να θέσουν υπό διακινδύνευση την εν γένει εύρυθμη λειτουργία του, παρέχεται η δυνατότητα στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, να επεμβαίνει με την λήψη των κατάλληλων διορθωτικών (εποπτικών σε πρώτο χρόνο και εξυγιαντικών σε δεύτερο χρόνο) μέτρων προκειμένου να διαφυλαχθεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτό. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατά τον ν. 3601/2007 την δυνατότητα, εκτός από την επιβολή πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή αύξησης του κεφαλαίου και τον διορισμό επιτρόπου, να αποφασίσει την εφαρμογή πλέον δραστικών μέτρων, πάντα με γνώμονα την ανάγκη σταθεροποίησης του πιστωτικού ιδρύματος, την προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού και την πρόληψη της δημιουργίας συστημικών κινδύνων (άρθρο 63Β παρ. 2) αλλά και «την ανάγκη να επωμιστούν τις τυχόν απώλειες από την εξυγίανση ενός πιστωτικού ιδρύματος οι μέτοχοι, οι μη ενέγγυοι πιστωτές και με την επιφύλαξη της ανάγκης προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας οι καταθέτες που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του ν. 3746/3009» (άρθρο 63Β παρ. 3 περ. δ΄). Τέτοιο επί μέρους μέτρο είναι και η εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 63Δ του ιδίου νόμου, το οποίο, όπως τροποποιήθηκε, όριζε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις. 2 ... 3. ... Η Τράπεζα της Ελλάδος καλεί πιστωτικά ιδρύματα ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, που κατά την κρίση της και σύμφωνα με τις διαθέσιμες σε αυτήν κατά το χρόνο αυτόν πληροφορίες είναι κατάλληλα για την κτήση των υπό μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, σε άτυπη και εμπιστευτική διαδικασία υποβολής προσφορών για την απόκτησή τους ... 4. Η διαδικασία υποβολής προσφορών, ο καθορισμός … του ποσού της διαφοράς κατά την παράγραφο 13 και η μεταβίβαση χωρούν βάσει προσωρινής αποτίμησης των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, η οποία διενεργείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με συντηρητικές εκτιμήσεις των ως άνω στοιχείων επί τη βάσει της εύλογης αξίας αυτών. Αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1, η Τράπεζα της Ελλάδος αναθέτει σε έναν ή δύο νόμιμους ελεγκτές τη σύνταξη έκθεσης ή εκθέσεων αποτίμησης. Εντός εξαμήνου από την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1, η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει οριστικά το ποσό της διαφοράς κατά την παράγραφο 13 λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ή τις εκθέσεις αποτίμησης, τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς και την ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος ... Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται υποχρεωτικά: α. Οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις έως του ορίου του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 και β. οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις του Δημοσίου και φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να μεταβιβάζονται περαιτέρω στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εξυγίανσης. Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subordinated debts). 5. ... Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους ... 6 ... 13. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε περίπτωση που η αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του παθητικού στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού, καθορίζει το ποσό της διαφοράς, η οποία καλύπτεται ως εξής: α. Το Σκέλος Καταθέσεων του ΤΕΚΕ καταβάλλει ποσό ίσο με την αξία των εγγυημένων καταθέσεων αφαιρούμενης της αξίας των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού και β. Το Σκέλος Εξυγίανσης του ΤΕΚΕ καταβάλλει το επιπλέον ποσό. Τα δύο τρίτα του ως άνω ποσού της διαφοράς καταβάλλονται με τον προσωρινό καθορισμό αυτού σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, ενώ το υπόλοιπο καταβάλλεται με τον οριστικό καθορισμό του κατά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4. 14. ...». Τέλος, ύστατο και πλέον ριζικό μέτρο είναι, κατά τον ν. 3601/2007, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος και η θέση του σε ειδική εκκαθάριση, η οποία δύναται να συνδυασθεί με τα μέτρα εξυγίανσης (βλ. άρθρο 68 παρ. 1 περ. στ΄, που ορίζει ότι «με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ... Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63Δ εφαρμόζονται ανάλογα»).
7. Επειδή, ο ν. 3601/2007 καταργήθηκε με τον ν. 4261/2014 («Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις», Α΄ 107/5.5.2014). Και ο νεότερος αυτός νόμος περιέχει, στα άρθρα 136 έως 146, διατάξεις σχετικές με την «ενισχυμένη» εποπτεία και τα μέτρα εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, τον διορισμό επιτρόπου και την θέση σε ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος. Το άρθρο 141 του νόμου, το οποίο αναφέρεται στην εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων περιουσιακού ιδρύματος προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο, ως εξυγιαντικό μέτρο, προβλέπει στην παράγραφο 4, όπως προέβλεπε άλλωστε και το άρθρο 63Δ παρ. 4 του ν. 3601/2007, κατά τα προαναφερθέντα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται υποχρεωτικά: α) Οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις έως του ορίου του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 και β) οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις του Δημοσίου και φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, μπορεί να μεταβιβάζονται περαιτέρω στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εξυγίανσης. Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subordination debts) ...». Ορίζεται δε περαιτέρω στο άρθρο 64 του εν λόγω ν. 4261/2014 ότι οι εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν, εκτός των άλλων, των διατάξεων του νόμου τούτου αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
8. Επειδή, εξάλλου, ο ν. 3746/2009 («Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) κ.λπ», Α΄ 27), με το άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου ιδρύθηκε, σε συμμόρφωση προς την οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1994 («περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων», ΕΕ L 135), το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με σκοπούς, μεταξύ άλλων, την καταβολή αποζημίωσης (έως του ορίου των 100.000 ευρώ) στους καταθέτες των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία ευρίσκονται σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις προς αυτούς υποχρεώσεις τους, καθώς και την χρηματοδότηση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τους σκοπούς του προπαρατεθέντος άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007 (περ. α΄ και γ΄, όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1α του ν. 4021/2011), διαλαμβάνει συναφώς στο άρθρο 9 παρ. 1 τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως καταθέσεις ορίζονται τα πιστωτικά υπόλοιπα των κατατεθειμένων σε λογαριασμούς κεφαλαίων ή τα πιστωτικά υπόλοιπα προσωρινού χαρακτήρα που προκύπτουν κατά τις συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές και τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να επιστρέψει βάσει των εφαρμοζόμενων νόμιμων και συμβατικών όρων, καθώς και οι υποχρεώσεις για τις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα έχει εκδώσει πιστωτικούς τίτλους. Στην έννοια των καταθέσεων δεν εμπίπτουν οι συμφωνίες πώλησης με σύμφωνο επαναγοράς (repos) ...». Το δε άρθρο 11 του ιδίου ν. 3746/2009, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξαιρούμενες απαιτήσεις από τις καλυπτόμενες καταθέσεις», ορίζει ότι εξαιρούνται από την κάλυψη του ΤΕΚΕ και «οι τίτλοι που αποτελούν στοιχεία των “ιδίων κεφαλαίων” των πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά την έννοια της ΠΔ/ΤΕ 2587/2007» (στοιχ. 2). Περαιτέρω, το άρθρο 13Α του ως άνω ν. 3746/2009, που προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 4021/2011, προβλέπει στην παράγραφο 4, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 19 του ν. 4051/2012, ότι, στην περίπτωση ενεργοποίησης του ΤΕΚΕ για τους σκοπούς του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007, γεννώνται αξιώσεις αυτού κατά του πιστωτικού ιδρύματος που τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση, οι οποίες ικανοποιούνται προνομιακά από το προϊόν της ειδικής εκκαθάρισης. Με το άρθρο 9 παρ. 15 [μετά την αναρίθμησή της] του ν. 4051/2012, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε τελικώς με το άρθρο 16 παρ. 5 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α΄ 288), ορίσθηκαν, όμως, τα εξής: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου [29.2.2002] το [ιδρυθέν με το άρθρο 1 του ν. 3864/2010 (Α΄ 119) νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία] Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας καθίσταται υπόχρεο να καταβάλει κάθε ποσό που θα κατέβαλε το ΤΕΚΕ κατά την παράγραφο 13 του άρθρου 63Δ ... για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι οποίες κατά [την ανωτέρω διάταξη] έχουν ήδη γεννηθεί ή θα γεννηθούν μέχρι τις 31.12.2014. Στην περίπτωση αυτή το Ταμείο θα αποκτά την αξίωση και το προνόμιο του ΤΕΚΕ κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13Α του ν. 3746/2009 ...».
9. Επειδή, ο ν. 1667/1986 («Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις», Α΄ 196), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την τροποποίησή του, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 28 του ν. 4141/2013 (Α΄ 81/5.4.2013), όριζε και τα ακόλουθα: Άρθρο 1 «1. Αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία, χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μια κοινή επιχείρηση. 2. Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως ... πιστωτικοί ... 3 ... 4. Το καταστατικό πρέπει να περιέχει: α) ... γ) Τους όρους εισόδου και εξόδου των μελών. δ) ... ε) Το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας. στ) ... ζ) Τη μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν … από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007 (Α΄ 178), καθώς και τη μέθοδο της αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς». Άρθρο 2 «1 ... 4. Για να γίνει κάποιος μέλος του συνεταιρισμού μετά τη σύστασή του απαιτείται να υποβάλει, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού, γραπτή αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο που αποφασίζει για την αποδοχή της στην πρώτη του συνεδρίαση. 5. Η Εγγραφή των νέων μελών εγκρίνεται από την επόμενη γενική συνέλευση. Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Η συμμετοχή των νέων μελών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και η δυνατότητα ανάδειξής τους σε όργανα που προβλέπει ο νόμος αυτός επιτρέπεται μετά την έγκριση Εγγραφής από τη Γενική Συνέλευση ... 6 ... 7. Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στο συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση … των συνεταίρων ..., καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους. 8 ... 9. ... Ειδικά στον συνεταίρο που αποχωρεί ... από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 (Α΄ 174), ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2». Άρθρο 3 «1 ... 3. Το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την απόκτηση από κάθε συνεταίρο ... εκτός από την υποχρεωτική μερίδα ... [προκειμένου] για πιστωτικούς συνεταιρισμούς μέχρι χιλίων πεντακοσίων και μίας προαιρετικών μερίδων και για πιστωτικούς συνεταιρισμούς που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα ο Αριθμός των χιλίων πεντακοσίων και μίας προαιρετικών μερίδων μπορεί να ανέλθει μέχρι το 2% του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων ... Η αξία κάθε προαιρετικής μερίδας είναι ίση με την αξία της υποχρεωτικής. 4. Η συνεταιριστική μερίδα μεταβιβάζεται μόνο σε συνεταίρο. Η μεταβίβαση της συνεταιριστικής μερίδας σε τρίτο γίνεται μόνο ύστερα από συναίνεση του διοικητικού συμβουλίου ... Η μεταβίβαση γίνεται με γραπτή συμφωνία και συντελείται με την καταχώρισή της στο Μητρώο ... 5 ... 6 ...». Άρθρο 4 «1 ... 3. Κάθε νέος συνεταίρος υποχρεούται να καταβάλει, εκτός από το ποσό της μερίδας του και εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης. Η εισφορά αυτή φέρεται σε ειδικό αποθεματικό ... Προκειμένου για πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007, κάθε νέος συνεταίρος υποχρεούται κατά την είσοδό του να καταβάλει, εκτός από το ποσό της μερίδας του, και εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας, ελεγμένης από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο χρήσης και με μέθοδο αποτίμησης η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της τυχόν υπεραξίας πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο ... 4 ...». Άρθρο 6 «1. Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού. 2. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως: α) ... θ) Η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007». Άρθρο 9 «1. Ο συνεταιρισμός τηρεί ... επιπλέον: α) Βιβλίο Μητρώου των μελών στο οποίο καταχωρίζονται με χρονολογική σειρά η ημερομηνία Εγγραφής, το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας, ο Αριθμός των μερίδων και η αξία τους και η χρονολογία τυχόν διαγραφής των μελών. Σε συνεταιρισμούς με περισσότερα από χίλια (1.000) Μέλη, το Μητρώο των μελών τηρείται υποχρεωτικά ηλεκτρονικά ... β) Βιβλίο πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης. γ) Βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. δ) ... 2 ...». Άρθρο 10 «1 ... 2. ... Κατά την εκκαθάριση διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, και ιδίως εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη του συνεταιρισμού. Το υπόλοιπο διανέμεται στους συνεταίρους ανάλογα με τις μερίδες τους, εκτός εάν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό». Στην δε παράγραφο 5 του άρθρου 27 του προαναφερθέντος, περί πιστωτικών ιδρυμάτων ν. 3601/2007, που προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (Α´ 250), προβλέπονται, συναφώς, τα εξής: «Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης … συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού».
10. Επειδή, στο προσκομισθέν στο Δικαστήριο καταστατικό της τελούσης υπό ειδική εκκαθάριση Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας ορίζονται και τα εξής: Άρθρο 6º Εγγραφή Μελών «1. Για την Εγγραφή μέλους απαιτείται η υποβολή από τον ενδιαφερόμενο γραπτής αίτησης προς το Διοικητικό Συμβούλιο ... Για την κατ’ αρχήν αποδοχή ή μη κάθε αιτήματος αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο στην πρώτη, μετά την κατάθεση της αίτησης συνεδρίασή του ... 2. Η Εγγραφή νέων μελών εγκρίνεται από την επομένη, μετά την οριστική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενική Συνέλευση ... 4. Όταν, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 22, μεταβιβάζεται σε μη μέλος έστω μία συνεταιριστική μερίδα, εκείνος στον οποίο περιέρχεται η μερίδα αποκτά την ιδιότητα του μέλους για όλες τις σχέσεις του με την Τράπεζα εκτός από τη συμμετοχή στις Γενικές Συνελεύσεις. Αποκτά και το δικαίωμα αυτό μετά την οριστική έγκριση της Εγγραφής του από τη Γενική Συνέλευση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 6». Άρθρο 7º Διαγραφή Μελών «Η διαγραφή μέλους από τον Συνεταιρισμό γίνεται: α. Με οικειοθελή αποχώρηση, Κάθε συνεταίρος που συμπλήρωσε τουλάχιστον τρία (3) χρόνια ως μέλος του Συνεταιρισμού, μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή του κατά τη λήξη συγκεκριμένης διαχειριστικής χρήσης με αίτηση - δήλωσή του που πρέπει να καταθέσει τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από το τέλος της χρήσης εξόδου του. Με οικειοθελή αποχώρηση εξομοιώνεται και η μεταβίβαση της υποχρεωτικής μερίδας που γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του παρόντος. β. ... 2 ...». Άρθρο 8º Δικαιώματα των Συνεταίρων «Τα μέλη του συνεταιρισμού έχουν δικαίωμα: 1. Να μετέχουν στις Γενικές Συνελεύσεις καθώς και στα όργανα διοίκησης του Συνεταιρισμού εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες για κάθε περίπτωση προϋποθέσεις. 2 ... 3. Να μετέχουν στα καθαρά κέρδη και σε κάθε άλλη παροχή ανάλογα με τις συνεταιριστικές τους μερίδες και σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν εκάστοτε». ΄Αρθρο 22º Συνεταιριστική Μερίδα «1. Κάθε συνεταίρος εγγράφεται για μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα. Μπορεί ακόμη, πέρα από την υποχρεωτική, ν’ αποκτήσει και προαιρετικές μερίδες μέχρι του ανώτατου αριθμού που ορίζεται εκάστοτε από το Νόμο ... 2 ... 3. α ... δ. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών της 26/2/2003 η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας μειώθηκε σε 73,37 ευρώ και καθορίστηκε η ανταλλαγή κάθε παλαιάς συνεταιριστικής μερίδας ονομαστικής αξίας 146,74 με δύο νέες ονομαστικής αξίας 73,37 ευρώ. ε ... 4. Κάθε εγγραφόμενος συνεταίρος, εκτός από την αξία των μερίδων (υποχρεωτικής και προαιρετικών), καταβάλλει: α. Το δικαίωμα Εγγραφής που ανέρχεται σε δέκα ευρώ (10,00) και μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ... β. Εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του Συνεταιρισμού, καθοριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 23 του παρόντος. γ ... 5. Η συνεταιριστική μερίδα (υποχρεωτική και προαιρετικές) μεταβιβάζεται μόνο σε συνεταίρο. Η μεταβίβαση σε τρίτο γίνεται μόνο ύστερα από συναίνεση του Διοικητικού Συμβουλίου ... Η μεταβίβαση γίνεται με γραπτή συμφωνία και συντελείται με την καταχώρισή της στο Μητρώο. 6. Όταν, με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου, μεταβιβάζονται μερίδες σε πρόσωπο που δεν έχει την προβλεπόμενη μία υποχρεωτική, καταβάλλεται στον Συνεταιρισμό και το δικαίωμα Εγγραφής του ως μέλους. Εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής δικαιώματος Εγγραφής οι μεταβιβάσεις μερίδων από γονείς σε τέκνα, εγγονούς ή σύζυγο οι οποίες όμως μπορούν να γίνουν εφόσον ο μεταβιβάζων συνεταίρος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον τρία (3) χρόνια ως μέλος του Συνεταιρισμού και κάθε μεταβιβαζόμενη μερίδα έχει εξοφληθεί από τριετίας. 7 ... 8 ...». Άρθρο 23º Εισφορά - Αξία Διάθεσης Συνεταιριστικής Μερίδας «1. Μια φορά το χρόνο το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει την εισφορά, καθώς και τη συνολική αξία διάθεσης των συνεταιριστικών μερίδων. Ο καθορισμός της εισφοράς γίνεται με βάση τα οικονομικά δεδομένα της αμέσως προηγούμενης χρήσης, τη γενική οικονομική θέση και προοπτική του Συνεταιρισμού. Ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος υποχρεούται κατά την είσοδό του να καταβάλει, εκτός από το ποσό της μερίδας του, και εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης ... 2 ...». Άρθρο 26º Ειδικά Αποθεματικά «1. Το ποσό που εισπράττεται από τους συνεταίρους για δικαίωμα Εγγραφής αποτελεί ειδικό αποθεματικό του Συνεταιρισμού και χρησιμοποιείται για τις εργασίες του. 2 ...». Άρθρο 27º Καταθέσεις Συνεταίρων «1. Ο Συνεταιρισμός αποδέχεται καταθέσεις των Συνεταίρων-Μελών του, ως και τρίτων με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζουν ο Νόμος και η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως εκάστοτε ισχύουν. 2. Οι όροι και προϋποθέσεις αποδοχής, τήρησης και αξιοποίησης των καταθέσεων, καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο». Άρθρο 33º Διάλυση και Εκκαθάριση - Πτώχευση «1 ... 5. ... Κατά την εκκαθάριση διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, και ιδίως εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη του Συνεταιρισμού. Το υπόλοιπο διανέμεται στους συνεταίρους ανάλογα με τις μερίδες τους. 6 ... 7 ...». Άρθρο 35º Βιβλία του Συνεταιρισμού «1 ... 2. [Ο Συνεταιρισμός] τηρεί υποχρεωτικά: α) Βιβλίο Μητρώου των μελών, στο οποίο καταχωρίζονται με χρονολογική σειρά η ημερομηνία Εγγραφής, το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας, ο Αριθμός μερίδων και η αξία τους, καθώς και η χρονολογία διαγραφής τους. β) Βιβλίο πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης. γ) Βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου ... 3 ...». Άρθρο 40º Αξία Αποδιδόμενης Συνεταιριστικής Μονάδας Εξερχομένων «1. Στην αρχή κάθε χρόνου το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει την αξία της αποδιδόμενης συνεταιριστικής μερίδας που καταβάλλεται στο συνεταίρο που αποχωρεί ... Η αξία της αποδιδόμενης συνεταιριστικής μερίδας καταβάλλεται στους δικαιούχους μετά την πρώτη τακτική γενική συνέλευση που ακολουθεί την αποχώρηση ... 2. Ως αξία της αποδιδόμενης συνεταιριστικής μερίδας νοείται η αξία της συνεταιριστικής μερίδας που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης (εσωτερική λογιστική αξία). Σε κάθε περίπτωση κατά τον ως άνω υπολογισμό θα πρέπει να αφαιρείται το ποσό κατά το οποίο οι σχηματισμένες προβλέψεις υπολείπονται των απαιτούμενων, σύμφωνα με την έκθεση των ορκωτών ελεγκτών και τη σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαφορά αυτή».
11. Επειδή, με την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) 2630/29.10.2010 (Β΄ 1714) καταργήθηκε η ομοία ΠΔ/ΤΕ 2587/2007 (Β΄ 1738), στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 στοιχείο 2 του ν. 3746/2009, κατά τα αναφερόμενα στην σκέψη 7, και καθορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που συναπαρτίζουν τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, στην Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου I της εν λόγω Πράξης ορίζεται ότι στα «κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων» των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται (υπό «1. Καταβλημένο Κεφάλαιο») «το καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι μερίδες των συνεταιριστικών τραπεζών σύμφωνα με το ν. 1667/1986, όπως ισχύει, εφόσον απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ή της συνεταιριστικής Τράπεζας, αντίστοιχα, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχούνται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις».
12. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την απόφαση 97/1/8.12.2013 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β΄ 3105/8.12.2013) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΥΝ. Π.Ε.», τέθηκε το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα σε ειδική εκκαθάριση και διορίσθηκε ειδικός εκκαθαριστής του. Η ανάκληση εχώρησε για τον λόγο της ανεπάρκειας των ιδίων κεφαλαίων του ανωτέρω πιστωτικού ιδρύματος. Την ίδια δε ημέρα εκδόθηκαν (και δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), επίσης, και σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων η 14/7/8.12.2013 και η 14/8/8.12.2013. Με την πρώτη από αυτές (14/7/8.12.2013) υποχρεώθηκε ο ειδικός εκκαθαριστής να μεταβιβάσει στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» περιουσιακά στοιχεία της ως άνω συνεταιριστικής Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου των καταθέσεων των πελατών (και όχι μόνον των εγγυημένων από το ΤΕΚΕ) διότι κρίθηκε ότι «δεδομένης της παρούσας δυσμενούς δημοσιονομικής και οικονομικής συγκυρίας στην Ελλάδα, η εμπιστοσύνη των καταθετών στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα κλονιζόταν από την αδυναμία πρόσβασης στις καταθέσεις τους, ιδίως δε από την προστασία μόνον του εγγυημένου μέρους των καταθέσεων διά της παραπομπής των καταθετών στη διαδικασία αποζημίωσης του ΤΕΚΕ. Η απώλεια του μη καλυπτόμενου κατά τον ν. 3746/2009 μέρους των καταθέσεων πελατείας, εκτιμώμενου ύψους ευρώ 14.709.969, πρέπει για αυτούς τους λόγους να αποφευχθεί» (βλ. άρθρα 63Δ παρ. 4 και 68 παρ. 1 του ν. 3601/2007 στην σκέψη 6). Υποχρεώθηκε δε ο ειδικός εκκαθαριστής, ενόψει τούτων, στην μεταβίβαση, εκτός των άλλων, αφενός α) «του συνόλου των συμβατικών σχέσεων από συμβάσεις ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού ταμιευτηρίου, όψεως, τρεχούμενου ή/και άλλου συναφούς με αυτούς λογαριασμού που καταρτίστηκαν μεταξύ του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος και τρίτων [και ιδίως] να μεταβιβάσει τις απαιτήσεις των δικαιούχων των λογαριασμών για καταβολή κεφαλαίου και τόκων σύμφωνα με τους όρους των οικείων συμβάσεων» και αφετέρου β) «των απαιτήσεων τρίτων για καταβολή κεφαλαίου και δεδουλευμένων τόκων, έως την ανάκληση της αδείας, από συμβάσεις προθεσμιακών καταθέσεων». Περαιτέρω, με την δεύτερη από τις μνημονευόμενες αποφάσεις της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (14/8/8.12.2013) καθορίσθηκε η διαφορά μεταξύ της προσωρινώς αποτιμηθείσας αξίας των μεταβιβαζομένων, κατά τα ανωτέρω, στοιχείων παθητικού και της προσωρινώς, επίσης, αποτιμηθείσας αξίας των ομοίως μεταβιβαζομένων στοιχείων ενεργητικού στο ποσό των 82.022.016 ευρώ, το οποίο ορίσθηκε ότι θα καταβληθεί από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» σύμφωνα με το άρθρο 63Δ παρ. 13 του ν. 3601/ 2007, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (ανωτέρω σκέψη 6).
13. Επειδή, εξάλλου, η Συνεταιριστική Τράπεζα Δυτικής Μακεδονίας είχε εκδώσει τίτλους με την ένδειξη «Προθεσμιακή Κατάθεση» και συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης και ημερομηνία λήξης (διάρκειας από 6 έως 12 μήνες). Έκαστος τίτλος αντιστοιχούσε σε «συνολικό ποσό επένδυσης», τμήμα του οποίου χαρακτηρίζεται ως «ποσό προθεσμιακής κατάθεσης» ενώ το υπόλοιπο χαρακτηρίζεται ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων». Η απόδοση του προϊόντος συνίσταται στους «τόκους [της] προθεσμιακής κατάθεσης προ φόρου» και, μετά την παρακράτηση του οφειλομένου φόρου, στο «καθαρό ποσό τόκων», το οποίο σε άλλο σημείο αναφέρεται ως «συνολική καθαρή απόδοση». Ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων», «αξία μερίδων κατά τη λήξη», «αξία εξαργύρωσης συνεταιριστικών μερίδων» και «αξία διάθεσης συνεταιριστικών μερίδων» αναφέρεται σταθερό ποσό. Προβλέπεται δηλαδή η απόδοση, κατά την λήξη της «επένδυσης», της αξίας των «μερίδων» στην ονομαστική αξία που είχαν κατά τον χρόνο της έναρξης του προγράμματος, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται οι «συνεταιριστικές μερίδες» ουσιαστικά ως εγγυημένες. Επί του τίτλου δε αναγράφονται τα εξής: «Προϋποθέσεις και όροι επενδυτικού προγράμματος: Το επενδυτικό προϊόν αποτελείται 1. Κατά ποσοστό 90% / 80% / 50% του επενδυόμενου ποσού προθεσμιακή κατάθεση και καλύπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΤΕΚΕ (Ν. 3746/2009), και 2. κατά ποσοστό 10% / 20% / 50%, επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας. Η συνολική καθαρή απόδοση του συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος είναι εγγυημένη από την Τράπεζα και θα αποδοθεί μαζί με το επενδυόμενο κεφάλαιο στην προαναφερόμενη ημερομηνία λήξης. Πρόωρη λήξη του επενδυτικού προγράμματος: Σε περίπτωση πρόωρης ολικής ή μερικής ανάληψης είτε της προθεσμιακής κατάθεσης είτε των συνεταιριστικών μερίδων παύει να ισχύει το επενδυτικό πρόγραμμα και ισχύουν τα ακόλουθα: 1. Δεν παρακρατείται ποινή για την προθεσμιακή κατάθεση και το ποσό εκτοκίζεται με το επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης αντίστοιχου χρονικού διαστήματος, όπως αυτό δημοσιεύεται στον τύπο, βάσει υποχρέωσής μας προς την ΤτΕ. 2. Η Αξία εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων θα είναι ίση με την αξία που κατέβαλε ο Επενδυτής κατά την έναρξη του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος».
14. Επειδή, ανέκυψε το ζήτημα αν το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο σκέλος του ως άνω προϊόντος, το οποίο χαρακτηρίζεται στους οικείους τίτλους ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων» (4.725.617, 71 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στο από .../18.4.2022 έγγραφο απόψεων της Τράπεζας της Ελλάδος προς το Δικαστήριο), συνιστά στην πραγματικότητα απαίτηση από κατάθεση και είχε, ως εκ τούτου, μεταβιβασθεί στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» με την προμνησθείσα απόφαση 14/7/8.12.2013 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε σε δύο γνωμοδοτήσεις (των Επίκουρων Καθηγητών ... - από 28.5.2014 - και ... - από 18.6.2014 -) που υπεβλήθησαν από τον εκκαθαριστή της Συνεταιριστικής Τράπεζας στην Εποπτική Αρχή, σύμφωνα με τις οποίες, ενόψει των χαρακτηριστικών και των συνθηκών εκδόσεως του επίμαχου προϊόντος, το προαναφερθέν ποσό δεν αποτελεί επένδυση για την απόκτηση συνεταιριστικής μερίδας αλλά η νομική του φύση προσιδιάζει περισσότερο σε άτοκη προθεσμιακή κατάθεση ή, σε κάθε περίπτωση, σε κατάθεση όψεως (γνωμοδότηση ...). Το ζήτημα ετέθη ενώπιον του Νομικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο με το πρακτικό της Συνεδρίας της 30.6.2014 δέχθηκε τα ακόλουθα: «Τέθηκε υπόψη του Νομικού Συμβουλίου η περίπτωση επενδυτικού “προγράμματος” με την επωνυμία “προθεσμιακή κατάθεση», εκδόσεως της (ήδη υπό εκκαθάριση) Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας. Επρόκειτο, σύμφωνα με την περιγραφή του “προγράμματος” στο σχετικό έντυπο που διέθετε η Συνεταιριστική Τράπεζα, κατά ορισμένο ποσοστό για προθεσμιακή κατάθεση, κατά δε το υπόλοιπο για επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας. Περαιτέρω, οριζόταν συνολική καθαρή απόδοση, εγγυημένη από την Τράπεζα και αποδοτέα μαζί με το κεφάλαιο στην ημερομηνία λήξης. Τίθεται το ερώτημα της μεταχείρισης του “προγράμματος», κατά το μέρος του που χαρακτηρίζεται ως επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας, στο πλαίσιο της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος στην ... Τράπεζα κατ’ εφαρμογήν του άρ. 63Δ ν. 3601/2007, όπως τότε ίσχυε. Ειδικότερα, τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για κατάθεση, οπότε η υποχρέωση έναντι του καταθέτη έχει μεταβιβαστεί στην ... Τράπεζα (η οποία χρηματοδοτείται για την αναδοχή αυτού του χρέους από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), ή για ίδια κεφάλαια της Συνεταιριστικής Τράπεζας, μη περιλαμβανόμενα σε αυτή την αναδοχή. Το [Νομικό] Συμβούλιο [της Τράπεζας της Ελλάδος] κρίνει ότι το μέρος του επενδυτικού “προγράμματος», που χαρακτηρίζεται στους συμβατικούς όρους του ως επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας, δεν έχει τη μεταχείριση κατάθεσης που θα εθεωρείτο μεταβιβασθείσα στην ... Τράπεζα, αλλά αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο αυτό ως συνεταιριστική μερίδα. Αυτό συνάδει με τον χαρακτηρισμό του ως “επένδυσης στο κεφάλαιο», κατ’ αντιδιαστολή μάλιστα προς το άλλο μέρος που αναφερόταν στους συμβατικούς όρους ως προθεσμιακή κατάθεση. Πολλώ δε μάλλον επειδή, σύμφωνα με όσα ετέθησαν υπόψη του Συμβουλίου και επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω εκτεθέντα, το μέρος του επενδυτικού αυτού προϊόντος, το οποίο χαρακτηριζόταν συνεταιριστική μερίδα, είχε λογιστική μεταχείριση ιδίων κεφαλαίων στον ισολογισμό της Συνεταιριστικής Τράπεζας, ενώ επίσης οι συμμετέχοντες στο “πρόγραμμα” αναφέρονταν στο μεριδολόγιό της. Ο ίδιος ο συνεταιρισμός επομένως μεταχειριζόταν τις συγκεκριμένες μερίδες ως ίδια κεφάλαια στις σχέσεις του με τις εποπτικές αρχές (ΤτΕ) και τους τρίτους που συναλλάσσονταν με αυτόν. Ως εκ τούτου, τυχόν μεταχείριση της συνεταιριστικής μερίδας ως κατάθεσης θα αντέκειτο σε βασικές αρχές του δικαίου μας, όπως αυτή της απαγόρευσης αντιφατικής συμπεριφοράς ή της προστασίας της εμπιστοσύνης των τρίτων, οι οποίοι εμπιστεύτηκαν την κεφαλαιακή δομή της ως άνω συνεταιριστικής Τράπεζας, όπως διαμορφώθηκε με την ανάληψη αυτών των συνεταιριστικών μερίδων από τους συνεταίρους της. Επίσης, οι ίδιες αρχές δικαιολογούν την μεταχείριση των συνεταιριστικών μερίδων ως ιδίων κεφαλαίων στην εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, χωρίς να αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία από την οπτική του πτωχευτικού δικαίου η κατάταξή τους σε κάποια από τις τρεις μορφές εποπτικών ιδίων κεφαλαίων (πρώτον βασικά ίδια κεφάλαια (Tier 1 Capital), δεύτερον συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια (Tier 2 Capital) και τρίτον στα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια ειδικά για την κάλυψη έναντι των κινδύνων αγοράς (Tier 3 Capital))». Κατόπιν τούτων, κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 141 του νεωτέρου νόμου περί πιστωτικών ιδρυμάτων 4261/2014 (ανωτέρω σκέψη 7), εκδόθηκε η 17/1/14.7.2014 Πράξη της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία καθορίσθηκε οριστικώς η διαφορά αξίας μεταξύ των μεταβιβασθέντων, κατά τα προαναφερθέντα, στην «... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας σε 95.244.475 ευρώ, «χωρίς», ενόψει των γενομένων δεκτών με το ως άνω πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου της Εποπτικής Αρχής, «να θεωρούνται μεταβιβασθείσες» οι υποχρεώσεις της εν λόγω Συνεταιριστικής Τράπεζας, οι οποίες αντιστοιχούν στο μέρος των σύνθετων καταθετικών προϊόντων της που αφορά την «αγορά συνεταιριστικών μερίδων». Ορίσθηκε δε με την προσβαλλόμενη πράξη ότι το καθορισθέν ποσό διαφοράς αξίας θα καταβληθεί στην «... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
15. Επειδή, κατ’ αποδοχή αίτησης ακύρωσης των ήδη αιτούντων, με την 1713/2020 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου ακυρώθηκε ως πλημμελώς αιτιολογημένη η ανωτέρω 17/1/14.7.2014 Πράξη της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης. Και τούτο διότι, όπως κρίθηκε από το Δικαστήριο, τα όργανα της ΤτΕ κατέληξαν στην κρίση ότι επρόκειτο εν προκειμένω για «αγορά συνεταιριστικών μερίδων» χωρίς να αιτιολογήσουν το συμπέρασμά τους αυτό ενόψει του συνόλου των χαρακτηριστικών του επίμαχου προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της ορισμένης διάρκειάς του και της εγγυημένης απόδοσής του, υπό το πρίσμα των διατάξεων που παρατίθενται στις σκέψεις 6 έως 11 της παρούσης. Κατόπιν τούτου, η υπόθεση αναπέμφθηκε στην ΤτΕ για νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του επίμαχου προϊόντος, εξετάζοντας το σύνολο των χαρακτηριστικών του υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων, να κρίνει δηλαδή, με νόμιμη, πλήρη και επαρκή αιτιολογία, αν πρόκειται, εν προκειμένω, για απαιτήσεις από καταθέσεις, οι οποίες έχουν μεταβιβασθεί στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» με την απόφαση ΕΜΕ 14/7/8.12.2013, ή αν, αντιθέτως, πρόκειται για απαιτήσεις από την «αγορά συνεταιριστικών μερίδων» ή για άλλη έννομη σχέση, η οποία έχει εξαιρεθεί από την μεταβίβαση.
16. Επειδή, μετά την ακυρωτική αυτή απόφαση, επελήφθη εκ νέου το Νομικό Συμβούλιο της ΤτΕ, το οποίο με το ΝΖ 947/17.12.2020 πρακτικό του ενέμεινε στο αρχικό συμπέρασμα περί της φύσης των επίδικων τοποθετήσεων ως συνεταιριστικών μερίδων και όχι καταθέσεων. Συγκεκριμένα, στο ως άνω πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα εξής: « […]. Θεμελίωση της νομικής φύσης των τοποθετήσεων ως εισφορών. Η φύση του επίδικου μέρους της τοποθέτησης ως εισφοράς συνάγεται από τη συμφωνία μεταξύ εκάστου συνεταίρου και της Συνεταιριστικής Τράπεζας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο σχετικό έγγραφο, από το οποίο προέκυπτε το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, και όπως ερμηνεύεται περαιτέρω και βάσει των κατωτέρω συναφών περιστάσεων. Σημειωτέον ότι η ερμηνεία της δικαιοπραξίας γίνεται εν προκειμένω με αντικειμενικά κριτήρια, επί τη βάσει του άρθρου 200 ΑΚ, και τούτο διότι πρόκειται για επενδυτικά προϊόντα τα οποία απευθύνονται σε μεγάλο αριθμό προσώπων, προέρχονται δε από πιστωτικό ίδρυμα, οπότε κατά την αξιολόγηση εμφιλοχωρούν παράγοντες, όπως η προστασία του πιστωτικού συστήματος, η καλή πίστη και η αποφυγή αντιφατικής συμπεριφοράς. 1. Ερμηνεία της έγγραφης συμφωνίας των μερών. Υπήρχε σαφής διαφοροποίηση στο οικείο έγγραφο μεταξύ των δύο σκελών της τοποθέτησης (κατάθεσης και επένδυσης), με ρητή αναφορά, ως προς το δεύτερο σκέλος σε συνεταιριστικές μερίδες, με προσδιορισμό του αριθμού τους και της αξίας διάθεσής τους και με αναφορά και στους αύξοντες αριθμούς των αποκτώμενων μερίδων. Απευθυνόμενη μάλιστα σε πρόσωπα που στο σύνολό τους ήταν ήδη συνεταίροι και επομένως είχαν αντίληψη της διαφοράς μεταξύ κατάθεσης και εισφοράς, η αναφορά σε μερίδες είναι σαφής και αποφασιστική για την ερμηνεία. Το ίδιο έγγραφο ανέφερε διακριτώς και τα ποσά που καταβάλλονταν από κάθε αντισυμβαλλόμενο της Συνεταιριστικής Τράπεζας για το κάθε σκέλος (προθεσμιακή κατάθεση, συνεταιριστικές μερίδες). Η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ των δύο σκελών της τοποθέτησης, και επομένως ο μη καταθετικός χαρακτήρας του δεύτερου, ενισχυόταν περαιτέρω από τα εξής: Πρώτον, ότι στους επενδυτές παρουσιάζονταν τρεις επιλογές για τη σύνθεση της συνολικής τοποθέτησής τους μεταξύ τμήματος προθεσμιακής κατάθεσης και τμήματος εισφοράς (αντίστοιχα 50-50%, 80-20%, 90-10%). Τούτο αναδείκνυε τη μικτή σύνθεση της συνολικής τοποθέτησης και τη ριζική διαφορά μεταξύ των δύο μερών της, κατάθεσης και εισφοράς. Δεύτερον, ότι το ως άνω έγγραφο της συμφωνίας που χρησιμοποιούσαν τα μέρη για τέτοιες τοποθετήσεις ήταν διαφορετικό από το έντυπο της κοινής προθεσμιακής κατάθεσης. […] Τρίτον ότι για το σκέλος της εισφοράς δεν προβλέφθηκε καμία απόδοση της τοποθέτησης. Επομένως, αν επρόκειτο για κατάθεση θα ήταν άτοκη. Πρέπει, μάλιστα, να ληφθεί υπόψη ότι δεν πρόκειται για κατάθεση ταμιευτηρίου, όψεως ή σε τρεχούμενο λογαριασμό, καθώς τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αποσκοπούσαν μόνο στην απλή φύλαξη των χρημάτων ή στην ανά πάσα στιγμή δυνατότητα επιστροφής τους, αλλά αντίθετα πρόκειται για προθεσμιακή κατάθεση. Όμως, άτοκη προθεσμιακή κατάθεση είναι ανύπαρκτη στις συναλλαγές, και μάλιστα στη συναλλακτική πρακτική του χρόνου, κατά τον οποίο διατέθηκε το υπό κρίσιν επενδυτικό προϊόν. Το γεγονός ότι ο τίτλος του εγγράφου είναι “προθεσμιακή κατάθεση” είναι απλώς περίπτωση κακής χρήσης τίτλου για το έντυπο, η οποία δεν αρκεί για να αναιρέσει τα ανωτέρω, καθόσον στο σώμα του εγγράφου γινόταν ρητώς αναφορά σε συνεταιριστικές μερίδες και διαφοροποιούνταν τα ποσά των χρηματικών καταβολών. […] Δεν αφήνεται, ως εκ τούτου, περιθώριο σύγχυσης για τον συναλλασσόμενο με την Τράπεζα ότι αντικείμενο της σύμβασης είναι σύνθετη επένδυση, αποτελούμενη από δύο διακριτά σκέλη, ένα σκέλος προθεσμιακής κατάθεσης και ένα σκέλος επένδυσης σε συνεταιριστικές μερίδες. Οι δύο αυτές συμβάσεις είναι αυτοτελείς και αυτόνομες και εξελίσσονται η μία ανεξάρτητα από την άλλη. […] 2. Συναφείς περιστάσεις που ενισχύουν την ίδια ερμηνεία[:] α) Η Εγγραφή στο Μητρώο Μελών της Συνεταιριστικής Τράπεζας, στην οικεία μερίδα επ’ ονόματι των συνεταίρων, των συνεταιριστικών μερίδων που απέκτησαν συνεπεία των επίμαχων καταβολών. Επομένως, οι συνέταιροι ήταν μεν ήδη μεριδούχοι που αναφέρονταν στο Μητρώο, αλλά στο τελευταίο καταχωρίστηκαν και οι νέες μερίδες, β) η λογιστική μεταχείριση των χρηματικών καταβολών, που αφορούσαν το επενδυτικό σκέλος κάθε τοποθέτησης, ως εισφορών από τη Συνεταιριστική Τράπεζα, καθώς το αντίστοιχο ποσό προσαύξανε λογαριασμό ιδίων κεφαλαίων στο σχέδιο λογαριασμών της και υπολογιζόταν ως μέρος των ιδίων κεφαλαίων της στον ισολογισμό της, ενώ το καταθετικό σκέλος καταχωριζόταν σε διαφορετικούς λογαριασμούς, που αντιστοιχούσαν στη φύση του, γ) Η προηγουμένως διατυπωθείσα απαίτηση της ΤτΕ προς τη Συνεταιριστική Τράπεζα να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά της (καθώς συνέτρεχε κεφαλαιακή ανεπάρκεια λόγω της οποίας προέκυπτε λόγος ανάκλησης της άδειας), σε συνέχεια της οποίας έγινε και η έκδοση των σχετικών συνεταιριστικών μερίδων, προφανώς προκειμένου η Συνεταιριστική Τράπεζα να ενισχύσει τα ίδια κεφάλαιά της, και όχι βέβαια για να συλλέξει αποταμιεύσεις καταθετών χωρίς ανταπόκρισή της στην εποπτική απαίτηση περί αύξησης των κεφαλαίων της. […] Γ. Περιστάσεις που δεν αλλοιώνουν τη νομική φύση των τοποθετήσεων ως εισφορών. Εξηγείται στη συνέχεια γιατί οι κατωτέρω περιστάσεις δεν ανατρέπουν το συμπέρασμα ότι οι επίδικες τοποθετήσεις αποτελούν εισφορές και όχι καταθέσεις: 1. Έλλειψη ενημερωτικού δελτίου […] 2. Έλλειψη απόφασης των οργάνων της Συνεταιριστικής Τράπεζας περί αύξησης κεφαλαίου ή περί εισόδου νέων συνεταίρων […] 3. Εγγύηση της επιστροφής του κεφαλαίου. Ο όρος περί ανάληψης της υποχρέωσης από τη Συνεταιριστική Τράπεζα να εξαργυρώσει τις συνεταιριστικές μερίδες σε συγκεκριμένη τιμή, που είναι η ίδια με την τιμή κτήσεώς τους από τους αιτούντες δεν είναι σύννομος, ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 9 εδ. β΄-δ΄ ν. 1667/1986 που θέτει περιορισμό ως προς το ύψος της καταβλητέας από τη συνεταιριστική Τράπεζα στον συνεταίρο αξίας των εξαγοραζόμενων συνεταιριστικών μερίδων. Ειδικότερα η διάταξη αυτή προβλέπει συμμετοχή του συνεταίρου στις ζημίες, διότι του αποδίδεται μόνο η αξία της μερίδας που αντιστοιχεί στην καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, πράγμα που σημαίνει ότι όταν συντρέχουν ζημίες μειώνεται αντίστοιχα (ή κατά περίπτωση εκμηδενίζεται) η αποδοτέα αξία. Επίσης, κατά την ίδια διάταξη, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με τον ν. 4141/2013, η απόδοση της αξίας των μερίδων τελούσε υπό τον όρο ότι δεν θίγεται η τήρηση των εποπτικών κανόνων που αφορούν τα ίδια κεφάλαια του πιστωτικού συνεταιρισμού. Συναφώς, με το ν. 4099/2012 εισήχθη η διάταξη του άρ. 27 παρ. 5 ν. 3601/2007, που όριζε ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού συνεταιρισμού, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι διατάξεις αυτές, που περιορίζουν την απόδοση ποσού στον συνεταίρο κατά την εξαγορά της μερίδας του, είναι αναμφίβολα αναγκαστικού δικαίου […] Συναφώς, αυτή η απαλλαγή του συνεταίρου από τον επιχειρηματικό κίνδυνο, που θα προέκυπτε αν οι αξιώσεις του έμεναν ανεπηρέαστες από ζημίες του συνεταιρισμού, αντίκειται στα βασικά χαρακτηριστικά της χρηματοδότησης με ίδια, και όχι ξένα, κεφάλαια (βλ. κατά τον κρίσιμο χρόνο ιδίως άρ. 44α ν. 2190/1920), πράγμα που ενδιαφέρει και στους συνεταιρισμούς ενόψει του άρ. 17 παρ. 1 ν. 1667/1986. […] Το συμπέρασμα αυτό της ανάλυσης είναι ότι ο όρος αυτός περί εγγυημένης επιστροφής του κεφαλαίου, ως άκυρος, δεν λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη για τη φύση της τοποθέτησης, η οποία εξακολουθεί να είναι αυτή της εισφοράς για συνεταιριστικές μερίδες. […] 4. Ορισμένη διάρκεια της τοποθέτησης. Η Συνεταιριστική Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να εξαγοράσει τις συνεταιριστικές μερίδες εντός έτους από την κτήση τους (ή και νωρίτερα, σε περίπτωση πρόωρης λήξης). Η συμφωνία αυτή, στο μέτρο που προβλέπει ορισμένη διάρκεια της επένδυσης σε συνεταιριστικές μερίδες, δεν είναι αντίθετη στα εκ του νόμου οριζόμενα χαρακτηριστικά των συνεταιριστικών μερίδων, αφού ο συνεταίρος έχει και γενικότερα δικαίωμα εξόδου από τον συνεταιρισμό κατά το άρ. 2 παρ. 7 ν. 1667/1986, και, επομένως, δεν απαιτείται το ποσό της εισφοράς να τίθεται στη διάθεση της εταιρείας για απεριόριστο χρόνο. Άλλο ζήτημα είναι ότι η εξαγορά μπορεί να γίνει μόνο αν επιτρέπεται στον αντίστοιχο χρόνο υπό το πρίσμα της κεφαλαιακής κατάστασης της Συνεταιριστικής Τράπεζας, όπως ανωτέρω εξηγήθηκε, και επομένως ο όρος τίθεται υπό την ίδια επιφύλαξη. Επομένως, η πρόβλεψη ορισμένου χρόνου της τοποθέτησης δεν αντίκειται στο χαρακτηρισμό της ως εισφοράς για συνεταιριστικές μερίδες και δεν αποτελεί λόγο αμφισβήτησης αυτού του χαρακτηρισμού».
17. Επειδή, κατ’ επίκληση του ανωτέρω από 17.12.2020 πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου της ΤτΕ, με το από 26.1.2021 σημείωμά της η Διεύθυνση Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων της ΤτΕ εισηγήθηκε τη διατήρηση αμετάβλητου του ποσού της οριστικής διαφοράς αξίας μεταξύ των μεταβιβασθέντων στην «... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχείων παθητικού και ενεργητικού στο ύψος που είχε καθοριστεί με την ακυρωθείσα 17/1/14.7.2014 Πράξη της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη Πράξη 46/1/27.1.2021 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της ΤτΕ, με την οποία επανακαθορίσθηκε οριστικώς η διαφορά αξίας μεταξύ των μεταβιβασθέντων στην «... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού στο ίδιο ποσό που είχε ορισθεί με την προηγούμενη ακυρωθείσα 17/1/14.7.2014 απόφαση της Επιτροπής (95.244.475 ευρώ), χωρίς, δηλαδή, να θεωρούνται μεταβιβασθείσες οι υποχρεώσεις της υπό εκκαθάριση Συνεταιριστικής Τράπεζας που αντιστοιχούν στο σκέλος του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος, το οποίο χαρακτηρίζεται στους οικείους τίτλους ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων», με το σκεπτικό (υπό iii) ότι «[το] πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδας καταλήγει με βάση νομικά επιχειρήματα ότι «… το μέρος των σύνθετων προϊόντων που χαρακτηρίζεται στους συμβατικούς όρους ως επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας έχει τη νομική φύση αγοράς συνεταιριστικών μερίδων, ήτοι στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής Τράπεζας και δεν συνιστά κατάθεση…”».
18. Επειδή, παράλληλα με την ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαστική αμφισβήτηση της αρχικής απόφασης 17/1/14.7.2014 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της ΤτΕ περί οριστικού καθορισμού της διαφοράς αξίας των μεταβιβασθέντων στην «... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» στοιχείων παθητικού και ενεργητικού της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας, οι ήδη αιτούντες άσκησαν επίσης την από 12.12.2014 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης κατά του ειδικού εκκαθαριστή της Συνεταιριστικής Τράπεζας. Με την ανακοπή αυτή ανήγγειλαν, κατά το άρθρο 92 του τότε ισχύοντος Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α΄ 153), τις απαιτήσεις τους κατά της Συνεταιριστικής Τράπεζας από το σκέλος του επίμαχου προϊόντος, το οποίο εξαιρέθηκε από τη μεταβίβαση στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.». Υπέρ του ειδικού εκκαθαριστή άσκησε πρόσθετη παρέμβαση το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ζητώντας την απόρριψη της ανακοπής. Με την 75/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω ανακοπή των αιτούντων και αναγνωρίστηκαν αυτοί ως πτωχευτικοί πιστωτές στην ειδική εκκαθάριση της Συνεταιριστικής Τράπεζας ως προς τις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «[…] το επίδικο σύνθετο προϊόν έχει στο σύνολό του χαρακτήρα προθεσμιακής κατάθεσης, έντοκης κατά ένα μέρος και άτοκης ως προς το μέρος που φέρεται να αντιστοιχεί σε συνεταιριστικές μερίδες, […] θα έπρεπε δε το εν λόγω προϊόν να είχε συμπεριληφθεί στα περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ». Στη συνέχεια, ο ειδικός εκκαθαριστής της Συνεταιριστικής Τράπεζας άσκησε κατά της ως άνω απόφασης έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 22/2021 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την εφετειακή αυτή απόφαση επικυρώθηκε η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη νομική φύση του επίμαχου ως άνω τραπεζικού προϊόντος της Συνεταιριστικής Τράπεζας ως προθεσμιακής κατάθεσης και κατά τα δύο σκέλη αυτού, εξαφανίσθηκε δε η εκκαλουμένη μόνο κατά το μέρος που είχε δεχθεί ότι οι απαιτήσεις των αιτούντων ήταν έντοκες. Ήδη, κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης ασκηθείσα από τον ειδικό εκκαθαριστή της Συνεταιριστικής Τράπεζας. Εξάλλου, άλλη ομάδα δικαιούχων του αυτού τραπεζικού προϊόντος της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας άσκησε ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης κατά του ειδικού εκκαθαριστή της Συνεταιριστικής Τράπεζας με το ίδιο ως άνω αντικείμενο. Συναφώς, εκδόθηκε η 74/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και, κατόπιν έφεσης του ανωτέρω ειδικού εκκαθαριστή κατά της απόφασης αυτής, η 23/2021 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με το ίδιο περιεχόμενο με τα κριθέντα στις προαναφερθείσες αποφάσεις 75/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και 22/2021 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αντίστοιχα. Ήδη δε εκδόθηκε η 922/2024 απόφαση του Αρείου πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναιρέσεως του ειδικού εκκαθαριστή της ως άνω συνεταιριστικής Τράπεζας κατά της προαναφερθείσας 23/2021 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου επικυρώθηκε η ως άνω κρίση του Εφετείου σχετικά με τη φύση του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος ως προθεσμιακής κατάθεσης στο σύνολό της με την σκέψη ότι «[…] το μέρος του επίμαχου επενδυτικού «προγράμματος» που χαρακτηρίζεται στους συμβατικούς όρους του ως επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας, δεν αποτελεί επένδυση για την απόκτηση συνεταιριστικής μερίδας και, συνακόλουθα, ίδιο κεφάλαιο της Τράπεζας, αλλά αντιθέτως, τα αναφερόμενα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και οι συμβατικοί όροι περί ρευστοποίησης των μεριδίων σε συγκεκριμένο χρόνο στην αξία του χρόνου κτήσεως και όχι του χρόνου της ρευστοποίησης καθώς και στην έλλειψη ενημερωτικού δελτίου για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου προσδίδουν στο προϊόν χαρακτηριστικά προθεσμιακής κατάθεσης και όχι αγοράς συνεταιριστικής μερίδας, […]».
19. Επειδή, οι αιτούντες, οι οποίοι ομοδικούν παραδεκτώς, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως ερειδομένους επί της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας, ασκούν με έννομο συμφέρον την κρινόμενη αίτηση, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης επιτυχούς, για τους ίδιους, κατάληξης της προαναφερθείσας δικαστικής εκκρεμοδικίας που εκκίνησε με την άσκηση της από 12.12.2014 ανακοπής τους κατά του ειδικού εκκαθαριστή της συνεταιριστικής Τράπεζας, αφού, υπό την ιδιότητα των συνεταίρων, οι αιτούντες θεμελιώνουν απλώς αξίωση απόληψης των ταμειακών διαθεσίμων που τυχόν προκύψουν μετά την διανομή του προϊόντος ρευστοποίησης της περιουσίας της υπό ειδική εκκαθάριση Συνεταιριστικής Τράπεζας και την ικανοποίηση του συνόλου των πιστωτών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, ενώ αντιθέτως οι καταθέτες τυγχάνουν μείζονος προστασίας με την μεταβίβαση των καταθέσεών τους σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα (βλ. ΣτΕ 1713/2020).
20. Επειδή, με την απόφαση 1713/2020 του Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε η αρχική απόφαση 17/1/14.7.2014 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος έχουσα το ίδιο περιεχόμενο με την ήδη προσβαλλόμενη, κρίθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος κατέληξαν με πλημμελή αιτιολογία στο συμπέρασμα ότι το σκέλος του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος χαρακτηριζόμενο ως «αξία συνεταιριστικής μερίδας» δεν θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί ως τραπεζική κατάθεση, αλλά ως αγορά συνεταιριστικής μερίδας διότι, δεν κατέληξαν στην κρίση αυτή ενόψει του συνόλου των χαρακτηριστικών του προϊόντος συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της ορισμένης διάρκειάς του και της εγγυημένης απόδοσής του, υπό το πρίσμα των κρίσιμων εν προκειμένω εφαρμοστέων διατάξεων που ήδη παρατέθηκαν ανωτέρω (σκέψεις 6 έως 11). Για το λόγο δε αυτό, με την ανωτέρω ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου αναπέμφθηκε η υπόθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας προκειμένου να προβεί η τελευταία, διά των αρμοδίων οργάνων της, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του επίμαχου προϊόντος, εξετάζοντας το σύνολο των χαρακτηριστικών του υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων, να κρίνει δηλαδή, με νόμιμη, πλήρη και επαρκή αιτιολογία, αν πρόκειται για απαιτήσεις από καταθέσεις, οι οποίες έχουν μεταβιβασθεί στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» με την απόφαση ΕΜΕ 14/7/8.12.2013, ή αν, αντιθέτως, πρόκειται για απαιτήσεις από την «αγορά συνεταιριστικών μερίδων» ή για άλλη έννομη σχέση, η οποία έχει εξαιρεθεί από την μεταβίβαση. Κατόπιν τούτου, τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος όφειλαν να επανεξετάσουν σφαιρικά όλα τα κρίσιμα χαρακτηριστικά του επίμαχου προϊόντος, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ορισμένη διάρκεια και την εγγυημένη απόδοσή του, υπό το πρίσμα κυρίως των διατάξεων α) του άρθρου 63Δ παρ. 4 του ν. 3746/2009 και του ομοίου περιεχομένου νεότερου άρθρου 141 παρ. 4 ν. 4261/2014 (περί του ότι στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία από πιστωτικό ίδρυμα σε άλλο περιλαμβάνονται υποχρεωτικά οι «καταθέσεις»), β) του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3746/2009 (περί της έννοιας της «καταθέσεως»), γ) του άρθρου 11 στοιχείο 2 του ν. 3746/2009 (περί των εξαιρούμενων από την κάλυψη του ΤΕΚΕ τίτλων που αποτελούν «ίδια κεφάλαια» των συνεταιριστικών τραπεζών), σε συνδυασμό με τον εννοιολογικό προσδιορισμό των κύριων στοιχείων των βασικών «ιδίων κεφαλαίων» στην Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου Ι της ΠΔ/ΤΕ 2630/2010, και δ) των άρθρων 2 παρ. 7 και 9 και 6 παρ. 2 περ. θ΄ του ν. 1667/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 5 ν. 3601/2007, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (περί των προϋποθέσεων εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων), και το συναφές 40ό άρθρο του Καταστατικού της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δυτικής Μακεδονίας. Εντούτοις, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ΝΖ 947/17.12.2020 πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου της ΤτΕ, το οποίο και αποτέλεσε την υιοθετηθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης ενέμεινε στο αρχικό συμπέρασμα περί της φύσης των επίδικων τοποθετήσεων ως «συνεταιριστικών μερίδων» χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση της με βάση τα ως άνω κριθέντα στην 1713/2020 απόφαση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, από το προαναφερθέν πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου της ΤτΕ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) αρχικώς εξαγγέλλεται ότι η εν προκειμένω η ερμηνεία της σχετικής δικαιοπραξίας θα πρέπει να γίνει με «αντικειμενικά κριτήρια» επί τη βάσει του άρθρου 200 ΑΚ όπως «η προστασία του πιστωτικού συστήματος, η καλή πίστη και η αποφυγή αντιφατικής συμπεριφοράς», με βάση δηλαδή κριτήρια τα οποία δεν είναι αποφασιστικά εν όψει των προαναφερθέντων κρίσιμων εν προκειμένω εφαρμοστέων διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, υπό το πρίσμα των οποίων, κατά βάση, θα έπρεπε η ΤτΕ να προβεί σε νομικό χαρακτηρισμό του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος, β) αποδίδεται αποφασιστική σημασία στην τυπική εξωτερική εμφάνιση του επίμαχου προϊόντος ως διακριτού, με δύο σκέλη, και στον τίτλο που φέρει το δεύτερο σκέλος ως «συνεταιριστική μερίδα», χωρίς να εξετασθούν τα λειτουργικά του χαρακτηριστικά, υπό το πρίσμα των όρων περί ορισμένης διάρκειας και εγγυημένης απόδοσης που το συνόδευαν στο σύνολό του, γ) αποδίδεται σημασία σε υποκειμενικά στοιχεία, δηλαδή, στη λογιστική μεταχείριση που επεφύλαξε η Συνεταιριστική Τράπεζα στο σκέλος του επίμαχου προϊόντος που αναγραφόταν ως «συνεταιριστικές μερίδες», για τον σκοπό της εμφάνισης αύξησης των ιδίων κεφαλαίων της, και όχι στα κρίσιμα αντικειμενικά στοιχεία των όρων του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος, δ) δεν ερευνήθηκε ο κρίσιμος για το νομικό χαρακτηρισμό του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος όρος περί ανάληψης της υποχρέωσης από τη Συνεταιριστική Τράπεζα να εξαργυρώσει τις «συνεταιριστικές μερίδες» σε τιμή ίδια με την αξία κτήσεώς τους (εγγυημένη επιστροφή κεφαλαίου), με το σκεπτικό ότι ο όρος αυτός ήταν «άκυρος» διότι εν προκειμένω επρόκειτο περί συνεταιριστικών μερίδων (παραδοχή που όφειλε να είναι το συμπέρασμα και όχι η αφετηρία του σχετικού συλλογισμού) και τέτοιου είδους όροι δεν επιτρέπονται από τις σχετικές διατάξεις του ν. 1667/1986, και ε) δεν αξιολογήθηκε επίσης ούτε ο όρος περί ορισμένης διάρκειας της επίμαχης τοποθέτησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων εντός έτους από την κτήση τους ή και νωρίτερα σε περίπτωση πρόωρης ρευστοποίησης με πρωτοβουλία του καταθέτη), με το επιχείρημα ότι η πρόβλεψη αυτή δεν αποκλείεται από τη νομοθεσία περί συνεταιριστικών τραπεζών αφού ο συνεταίρος έχει «γενικότερα δικαίωμα εξόδου από το συνεταιρισμό κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1667/1986», χωρίς όμως να εκτιμηθεί ο όρος αυτός σωρευτικά με τον προαναφερθέντα όρο περί εγγυημένης επιστροφής του κεφαλαίου ούτε το γεγονός ότι κατά τις οικείες διατάξεις του ν. 1667/1986 η συμμετοχή στο κεφάλαιο πιστωτικού συνεταιρισμού, μέσω της αποκτήσεως συνεταιριστικών μερίδων, δεν προβλέπεται ως ορισμένου χρόνου.
21. Επειδή, περαιτέρω, από τα παρατιθέμενα στην δωδέκατη σκέψη χαρακτηριστικά του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος προκύπτει, καταρχάς, ότι το σκέλος αυτού που αναφέρεται σε «αξία συνεταιριστικών μερίδων» απολαμβάνει του όρου της εγγυημένης επιστροφής του στην ίδια ακριβώς αξία κτήσης του, είτε στην λήξη του ορισμένου χρόνου της «επένδυσης» είτε σε περίπτωση πρόωρης ανάληψης των συνεταιριστικών μερίδων (: «Η αξία εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων θα είναι ίση με την αξία που κατέβαλε ο επενδυτής κατά την έναρξη του συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος»). Ο ως άνω όμως όρος που έχει συμπεριληφθεί στο επίμαχο προϊόν δεν συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 9 του ν. 1667/1986 και του άρθρου 27 παρ. 5 του ν. 3601/2007 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012), σύμφωνα με τις οποίες ο συνεταίρος μετέχει στις ζημίες της συνεταιριστικής Τράπεζας διότι του αποδίδεται, κατά τη ρευστοποίησή της, η αξία της συνεταιριστικής μερίδας που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού και, επομένως, η αξία εξαργύρωσης της συνεταιριστικής μερίδας δύναται να προσδιορίζεται σε χαμηλότερη αξία από την τιμή κτήσης ή και σε μηδενική ή και να μη δύναται καν να εξαργυρωθεί σε περίπτωση που θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του. Με τον ως άνω όρο, δηλαδή, αποκλείσθηκε ρητώς και ανεπιφυλάκτως κάθε διακινδύνευση συνδεόμενη με το ποσό της τοποθέτησης χαρακτηριζόμενο ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων». Με τα δεδομένα όμως αυτά δεν συνέτρεχε περίπτωση νομικού χαρακτηρισμού του επίμαχου σκέλους του εν λόγω τραπεζικού προϊόντος που αναγράφεται «αξία συνεταιριστικών μερίδων» ως «ιδίων κεφαλαίων» της συνεταιριστικής Τράπεζας˙ּ και τούτο διότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα στην δέκατη σκέψη 2630/2010 ΠΔ/ΤΕ, για να χαρακτηρισθεί «ίδιο κεφάλαιο» μερίδα συνεταιριστικής Τράπεζας πρέπει «να απορροφά πλήρως τις ζημίες», γεγονός που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, κατά τα ανωτέρω κριθέντα, λόγω του προαναφερθέντος όρου που είχε συμπεριληφθεί στο επίμαχο τραπεζικό προϊόν περί εγγυημένης και ανεπιφύλακτης επιστροφής της αξίας της «συνεταιριστικής μερίδας» στην αξία κτήσης της. Περαιτέρω, παρά την κατάτμηση του επίμαχου τραπεζικού προϊόντος σε δύο σκέλη («ποσό προθεσμιακής κατάθεσης» και «αξία συνεταιριστικών μερίδων») η αντιμετώπισή του από τη συνεταιριστική Τράπεζα, σύμφωνα με τους σχετικούς συμβατικώς συμπεριληφθέντες όρους, ήταν ενιαία, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατό να ρευστοποιηθούν διακριτά και σε διαφορετικούς χρόνους τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα ως άνω δύο σκέλη˙ και τούτο διότι, σύμφωνα με τον όρο περί πρόωρης λήξης του επενδυτικού προγράμματος που συνόδευε το εν λόγω προϊόν, το «επενδυτικό πρόγραμμα» έπαυε να ισχύει στο σύνολό του σε περίπτωση πρόωρης, ολικής ή μερικής, ανάληψης «είτε της προθεσμιακής κατάθεσης είτε των συνεταιριστικών μερίδων» με εγγυημένη την καταβολή του συνολικού κεφαλαίου και κατά τα δύο σκέλη αυτού. Εσφαλμένως, επομένως, κρίθηκε με το προαναφερθέν από 17.12.2020 πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου της ΤτΕ ότι, εν προκειμένω, το επίμαχο προϊόν είχε ενσωματώσει δύο διακριτές συμβάσεις (προθεσμιακής κατάθεσης και εξαγοράς συνεταιριστικών μερίδων) οι οποίες «είναι αυτοτελείς και αυτόνομες και εξελίσσονται η μία ανεξάρτητα από την άλλη» (βλ. σελ. 3 του οικείου πρακτικού). Παρά την τεχνητή κατάτμηση του επίμαχου προϊόντος σε δύο σκέλη, για λόγους που κατά την Τράπεζα της Ελλάδος ανάγονται στην προσπάθεια της συνεταιριστικής Τράπεζας να παρουσιάσει, λόγω κεφαλαιακής ανεπάρκειας, αυξημένα ίδια κεφάλαια (βλ. σελ. 3 του ανωτέρου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου της ΤτΕ), η συνολική συναλλακτική παράσταση που δημιουργήθηκε ευλόγως και νομίμως στους καταθέτες ήταν ότι εν προκειμένω το επίμαχο προϊόν αποτελούσε ένα ενιαίο τραπεζικό καταθετικό προϊόν με εγγυημένη την επιστροφή του συνόλου του καταβληθέντος κεφαλαίου, τοκιζόμενου. Συνέτρεχε, συνεπώς, περίπτωση νομικού χαρακτηρισμού του επίμαχου προϊόντος και κατά τα δύο σκέλη αυτού, δηλαδή και όσον αφορά το σκέλος του επίμαχου προϊόντος που χαρακτηρίζεται στους οικείους τίτλους με την ονομασία «αξία συνεταιριστικών μερίδων», ως τραπεζικού καταθετικού προϊόντος, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του προαναφερθέντος άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3746/2009, το οποίο ορίζει, στο πλαίσιο χρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007, ότι ως καταθέσεις ορίζονται τα πιστωτικά υπόλοιπα των κατατεθειμένων σε λογαριασμούς κεφαλαίων, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα «οφείλει να επιστρέψει» βάσει των εφαρμοζόμενων νόμιμων και συμβατικών όρων, όπως εν προκειμένω. Κατόπιν των ανωτέρω κριθέντων, και όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, συνάγεται ότι η Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης της ΤτΕ με μη νόμιμη αιτιολογία έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή της ότι «το μέρος των σύνθετων προϊόντων που χαρακτηρίζεται στους συμβατικούς όρους ως επένδυση στο κεφάλαιο της Τράπεζας έχει τη νομική φύση αγοράς συνεταιριστικών μερίδων, ήτοι στοιχείων ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής Τράπεζας και δεν συνιστά κατάθεση» και, συνακόλουθα, μη νομίμως, για το λόγο αυτό, αρνήθηκε να συνυπολογίσει στα περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάρισης συνεταιριστικής Τράπεζας που μεταβιβάσθηκαν στην «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» τις υποχρεώσεις της που αντιστοιχούν στον σκέλος των τραπεζικών καταθετικών προϊόντων της με την ένδειξη «Προθεσμιακή Κατάθεση», το οποίο χαρακτηρίζεται στους οικείους τίτλους ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων».
22. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω κριθέντων πρέπει η παρούσα αίτηση να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της ΤτΕ και να απορριφθεί η παρέμβαση.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση ως προς τους αιτούντες όγδοο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο ένατο, κατά τη σειρά αναγραφής τους στο δικόγραφο.
Δέχεται κατά το μέρος τούτο την παρέμβαση.
Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αιτούντες.
Ακυρώνει την απόφαση 46/1/27.1.2021 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Β΄ 290), κατά το μέρος με το οποίο η διαφορά αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΥΝ. Π.Ε.» που μεταβιβάσθηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» με την απόφαση ΕΜΕ 14/7/8.12.2013 της ιδίας αρχής, καθορίσθηκε οριστικώς χωρίς να θεωρούνται μεταβιβασθείσες οι υποχρεώσεις της ανωτέρω Συνεταιριστικής Τράπεζας που αντιστοιχούν στο μέρος των τραπεζικών προϊόντων της με την ένδειξη «Προθεσμιακή Κατάθεση», το οποίο χαρακτηρίζεται στους οικείους τίτλους ως «αξία συνεταιριστικών μερίδων».
Απορρίπτει κατά το μέρος τούτο την παρέμβαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αιτούντες ως προς τους οποίους η αίτηση γίνεται δεκτή.
Επιβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος και στο παρεμβαίνον Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να καταβάλουν συμμέτρως στους αιτούντες ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση το ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ ως δικαστική δαπάνη.
Επιβάλλει στους αιτούντες ως προς τους οποίους η αίτηση απορρίπτεται να καταβάλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ ως δικαστική δαπάνη και στο παρεμβαίνον Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το ποσό των τριακοσίων πενήντα (460) ευρώ ως δικαστική δαπάνη.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2024 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 2025.
Η Πρόεδρος του Δ´ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ´ Τμήματος
Σπυριδούλα Χρυσικοπούλου Ιωάννα Παπαχαραλάμπους
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα