Απόφαση 619/2025
ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΔΕΚΑΤΟ ΤΜΗΜΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2024, με την ακόλουθη σύνθεση: Ευαγγελία-Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Αργυρώ Μαυρομμάτη (εισηγήτρια) και Νικόλαος Βόγκας, Σύμβουλοι, Ευθύμιος Καρβέλης και Αθανασία-Μυροφόρα Σιδηροπούλου, Πάρεδροι που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Παραστάθηκε η Αντεπίτροπος Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ευαγγελία Σεραφή, ως νόμιμη αναπληρώτρια του κωλυόμενου Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Γραμματέας: Μαρία Φορτσερά, Γραμματέας του Δέκατου Τμήματος.
Για να δικάσει την από 18.1.2021 (ΑΒΔ …/18.1.2021) αίτηση αναθεώρησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΥΡΟΓΑΛΑΚΤΟΣ» και τον δ.τ. «... Α.Ε.», με ΑΦΜ ..., που εδρεύει στο Κιλκίς (ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Παπακωστόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 9950),
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε με έγγραφη δήλωση του άρθρου 231 παρ. 1 του ν. 4700/2020 της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου.
Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναθεώρηση της 120/2020 οριστικής απόφασης του (πρώην) Τμήματος Ι του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, ο οποίος ζήτησε την αποδοχή της αίτησης, και
Την Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, η οποία πρότεινε την αποδοχή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, σε διαδικτυακή τηλεδιάσκεψη στις 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία όλων των ανωτέρω μελών του, κατά την οποία ο Πάρεδρος Ευθύμιος Καρβέλης είχε μεν προαχθεί, με το από 4.12.2024 προεδρικό διάταγμα (Γ΄ 4109/16.12.2024) σε Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μετείχε όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 293 παρ.2 εδ. β΄ του ν. 4700/2020, με τον βαθμό του Παρέδρου, τον οποίο έφερε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Αργυρώς Μαυρομμάτη και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1. Η υπό κρίση υπόθεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. κωδικό ηλεκτρονικού παραβόλου ...), νομίμως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Τμήματος τούτου, ως καθ΄ ύλην αρμόδιου, μετά από τον χωρισμό του δικογράφου των από 18.1.2021 (ΑΒΔ …/18.1.2021) πρόσθετων λόγων αναίρεσης στο οποίο κρίθηκε με την 379/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Β΄ Ελάσσονα) ότι παραδεκτώς σωρεύεται η παρούσα αίτηση αναθεωρήσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση αυτή της Ολομέλειας, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας έγινε, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, αντιληπτός ως λόγος αναθεώρησης της 120/2020 οριστικής απόφασης του (πρώην) Ι Τμήματος και ως εκ τούτου, ως λόγος που απαιτεί έρευνα και κρίση επί της ουσίας, παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Τμήμα ώστε τούτο να αποφανθεί σχετικά
2. Ειδικότερα με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 8.10.2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η αναθεώρηση της 120/2020 οριστικής απόφασης του ως άνω Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε το από 7.10.2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, με το οποίο ζητά να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση. Με την ως άνω απόφαση του (πρώην) Ι Τμήματος απορρίφθηκε η από 13.1.2015 (Α.Β.Δ. …/2015) έφεση της ήδη αιτούσας κατά της .../31.10.2014 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της δημοσιονομική διόρθωση με ανάκτηση ποσού 8.466.013,20 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 2.551.330,49 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 11.017.343,69 ευρώ. Το ποσό αυτό προέρχεται από τη χρηματοδότηση της Πράξης με κωδικό Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (Ο.Π.Σ.) …/1, η οποία είχε ενταχθεί στο Μέτρο 2.5 του Επιχειρησιακού Προγράμματος (Ε.Π.) «ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ» του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (2000-2006) και συγχρηματοδοτήθηκε από πόρους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και από εθνικούς πόρους.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 179, 183 και 186 του ν. 4700/2020 «Ενιαίο κείμενο Δικονομίας για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για τον προσυμβατικό έλεγχο, τροποποιήσεις του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, διατάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις»(Α΄ 127), όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης, συνάγεται ότι οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπόκεινται στο έκτακτο ένδικο μέσο της αναθεώρησης για τους περιοριστικά αναφερόμενους στις προαναφερόμενες διατάξεις λόγους. Με τον τρόπο αυτό η ήδη αιτούσα τυγχάνει πλήρους δικαστικής προστασίας, αφού ο σχετικός λόγος αναθεώρησης θα εξεταστεί στην ουσία του από το Τμήμα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 186 παρ.2 του ν. 4700/2020 κατά της κατ’ αναθεώρηση εκδοθείσας απόφασης δύναται να ασκηθεί νέα αίτηση αναίρεσης. Στους λόγους αναθεώρησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η προσαγωγή, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέων κρίσιμων εγγράφων. Ως νέο κρίσιμο έγγραφο νοείται το έγκυρο έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται άμεσα ουσιώδες πραγματικό γεγονός, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλομένης και το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι, αν είχε υποβληθεί ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, αυτό θα είχε καταλήξει σε ουσιωδώς διαφορετική κρίση στην κρινόμενη υπόθεση.
Το νέο αυτό κρίσιμο έγγραφο πρέπει είτε να προϋπήρχε της δημοσίευσης της προσβαλλομένης και ο αιτών να αγνοούσε δικαιολογημένα την ύπαρξή του ή να εμποδίστηκε αντικειμενικά στην προσκόμισή αυτού, είτε να είναι μεν μεταγενέστερο, αλλά να προκύπτει από αυτό η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου που είχε εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και του οποίου η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για τους ως άνω λόγους (βλ. Ελ.Συν. Ολ. 1201/2023 σκ. 2, 523/2021 σκ. 52, 1522/2017 σκ. IV, 1961/2004 σκ.ΙΙΙ, Πρώτο Τμ. 1246/2021 σκ. ΙΙ, Τμ. ΙΙΙ 1769/2017 σκ. 15). Εφόσον ο λόγος αναθεώρησης γίνει δεκτός, η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται και ακολουθεί μέσα στο πλαίσιο του προβληθέντος λόγου νέα εξέταση της υπόθεσης. Στην έννοια δε του νέου κρίσιμου εγγράφου ικανού να στοιχειοθετήσει παραδεκτό λόγο αναθεώρησης περιλαμβάνεται και η δικαστική απόφαση, η επίκληση και η προσαγωγή της οποίας κατέστη εφικτή μετά από την έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται η αναθεώρηση (βλ.ΕλΣυν. Ολ. 1721/2010 σκ. ΙΙΙ), η οποία θα μπορούσε να στηρίξει την απόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αναθεώρηση απόφαση. (ΕλΣυν 1328/2023 σκ 61, 523/21 σκ 52, 1961/2004 σκ ΙΙΙ)
4. Στην προκειμένη υπόθεση, κατά τα κριθέντα στην προσβαλλόμενη απόφαση, προέκυψαν τα αναφερόμενα στις σκέψεις 5 με 13 πραγματικά γεγονότα:
5. Με την .../9.12.2005 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. ε΄ υποπερ. xi του ν. 3299/2004 διετές επιχειρηματικό σχέδιο της εκκαλούσας, η οποία δραστηριοποιείται στην επεξεργασία τυρογάλακτος και την παραγωγή - εμπορία πρωτεϊνών, γαλακτοκομικών προϊόντων και συναφών ειδών και διατηρεί βιομηχανική μονάδα στη ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς. Ο αρχικά συνολικός επιχορηγούμενος προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε 17.585.000,00 ευρώ, ο οποίος θα καλυπτόταν σε ποσοστό 32,11% (ποσό 5.646.176,00 ευρώ) με ίδια συμμετοχή (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου), σε ποσοστό 17,89% (ποσό 3.146.324,00 ευρώ) με τραπεζικό δανεισμό και σε ποσοστό 50% (8.792.500,00 ευρώ) με επιχορήγηση του Ελληνικού Δημοσίου. Το εν λόγω επιχειρηματικό σχέδιο αφορούσε: α) στην ανέγερση - διαμόρφωση κτιριακών εγκαταστάσεων (878.700,00 ευρώ), β) στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και στην εκτέλεση έργων υποδομής (21.300,00 ευρώ), γ) στην αγορά καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού (15.335.000,00 ευρώ), δ) στη μεταφορά και εγκατάσταση μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού (900.000,00 ευρώ) και ε) σε συστήματα αυτοματοποίησης διαδικασιών και μηχανοργάνωσης (450.000,00 ευρώ). Ως ημερομηνία έναρξης της επένδυσης ορίστηκε η 1η Οκτωβρίου 2005 και ως ημερομηνία ολοκλήρωσης αυτής η 1η Οκτωβρίου 2007.
Πριν από την έκδοση της παραπάνω εγκριτικής απόφασης, η σχετική αίτηση της εκκαλούσας υποβλήθηκε στο ΕΛ.Κ.Ε. (άρθρο 7 ν. 3299/2004), το οποίο, αφού μελέτησε τον επενδυτικό φάκελο, συνέταξε την .../27.9.2005 Έκθεση σκοπιμότητας, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε, τα ακόλουθα: α) ότι η εκκαλούσα είχε αποδεδειγμένα αρνητική εμπειρία στην κερδοφόρα λειτουργία αντίστοιχων μονάδων και ότι το 2004 είχε κύκλο εργασιών μόλις 351.929,00 ευρώ και ζημίες ύψους 1.350.466,00 ευρώ, καθώς και συσσωρευμένες ζημίες ύψους 2.795.974,00 ευρώ, β) ότι οι τρεις (3) κύριοι μέτοχοι της εκκαλούσας (... Α.Ε., ... A.E. και ... Α.Ε.) ομοίως είχαν ζημίες με ιδιαίτερα χαμηλούς κύκλους εργασιών, γ) ότι δεν τεκμηριώθηκε η δυνατότητα κάλυψης της ίδιας συμμετοχής, παρά μόνο ως προς το ποσοστό της εταιρείας ... A/S (30%), και ότι τα προβλεπόμενα έσοδα της εκκαλούσας παρουσιάζονταν υπερεκτιμημένα και δ) ότι ήταν δύσκολο να επαληθευθεί ο πραγματικός προϋπολογισμός της επένδυσης και εάν περιείχε υπερκοστολόγηση, καθόσον αφορούσε κατά 95% προμήθεια και εγκατάσταση εξειδικευμένου εξοπλισμού, ενώ προέκυπταν σημαντικές ενδείξεις για μεγάλη υπερκοστολόγηση.
6. Κατά το χρόνο υπαγωγής της επένδυσης στο ν. 3299/2004, μέτοχοι της εκκαλούσας ήταν οι εταιρείες ... Α.Ε., ... A.E. και ... Α.Ε. σε ποσοστό 70,53%, 28,38% και 1,09%, αντίστοιχα. Με την από 7.3.2006 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 5.682.160,00 ευρώ (πιστοποίηση καταβολής με το από 17.11.2006 πρακτικό του Δ.Σ), η οποία καλύφθηκε από την εταιρεία ... Α.Ε. κατά 3.959.315,00 ευρώ και από την Δανέζικη εταιρεία ... A/S κατά 1.722.845,00 ευρώ. Μετά τη μεταβολή αυτή, η συμμετοχή των εταιρειών ... Α.Ε., ... A.E., ... A/S και ... Α.Ε. στο μετοχικό κεφάλαιο της εκκαλούσας ανήλθε, αντίστοιχα, σε ποσοστό 70,15%, 15,70%, 13,55% και 0,60%. Ακολούθησαν δύο νέες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, οι οποίες καλύφθηκαν εξ ολοκλήρου από την εταιρεία ... Α.Ε.. Βάσει της πρώτης απόφασης, οι εταιρείες ... Α.Ε., ... A.E., ... A/S και ... Α.Ε. συμμετείχαν πλέον στο μετοχικό κεφάλαιο της εκκαλούσας σε ποσοστό 70,96%, 15,27%, 13,18% και 0,59%, το οποίο (ποσοστό), βάσει της δεύτερης απόφασης, ανήλθε σε 74,10%, 13,62%, 11,76% και 0,52%, αντίστοιχα.
7. Με την 14791/2.5.4./5571/1.12.2006 απόφαση του Ειδικού Γραμματέα για την Ανταγωνιστικότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης, όπως τροποποιήθηκε με την 8217/2.5.4/2322/22.11.2010 όμοια, εντάχθηκε στο Μέτρο 2.5 του Ε.Π. «ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ» η Πράξη «1ος ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ 2.5.4.: Υπαγωγές 2005&2006 Επιχειρηματικών Σχεδίων στον Αναπτυξιακό Νόμο 3299/04», με συγχρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ. Τελικός Δικαιούχος της Πράξης αυτής, η οποία περιλάμβανε περισσότερα Υπο-έργα, ορίστηκε η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης. Μεταξύ των Υπο-έργων αυτών ήταν και το επενδυτικό σχέδιο της εκκαλούσας, στο πλαίσιο του οποίου αυτή είχε εισπράξει, προκαταβολή ύψους 2.637.750,00 ευρώ. Στη συνέχεια, με την .../6.12.2006 Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Βιομηχανίας καταβλήθηκε σε αυτήν η πρώτη δόση της ενίσχυσης, ύψους 1.758.500,00 ευρώ, ενώ με την .../1.11.2007 Έκθεση ελέγχου πιστοποιήθηκε η ολοκλήρωση της επένδυσης σύμφωνα με τους όρους υπαγωγής. Ακολούθως, με την .../1.10.2008 Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης εγκρίθηκε η τροποποίηση του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου της επένδυσης, η ολοκλήρωσή της την 1η Οκτωβρίου 2007, καθώς και η αναμόρφωση του κόστους αυτής και η οριστικοποίησή του στο ποσό των 18.206.480,00 ευρώ. Με την ίδια ως άνω απόφαση επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας η κύρωση της παρακράτησης ποσοστού 7% επί της συνολικής ενίσχυσης, ήτοι ποσού 637.226,80 ευρώ, λόγω μη επίτευξης του στόχου της απόφασης υπαγωγής περί αύξησης του κύκλου εργασιών. Τελικά η εκκαλούσα εισέπραξε, το 2008, την τελική δόση της ενίσχυσης, ύψους 4.069.763,20 ευρώ, μετά την αφαίρεση του ως άνω παρακρατούμενου ποσού και έλαβε συνολική οικονομική ενίσχυση ύψους 8.466.013,20 ευρώ.
8. Κατόπιν των …/10, …/11, …/12 και …/12 εντολών ελέγχου (αριθ. υπόθεσης .../2010)του Προϊσταμένου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος στο ως άνω επιχειρηματικό σχέδιο της εκκαλούσας από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ (Επιχειρησιακή Διεύθυνση Ειδικών Υποθέσεων Θεσσαλονίκης) Σωκράτη Ιγνατιάδη και Ελπινίκη Κυριακού. Στη συνταχθείσα από 21.6.2012 Ειδική Έκθεση Ελέγχου διαπιστώθηκε ότι η εκκαλούσα, στο πλαίσιο της προμήθειας μηχανολογικού εξοπλισμού για την υλοποίηση του επιχειρηματικού της σχεδίου, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της έντεκα (11) φορολογικά στοιχεία κατά τη χρήση 2006, ποσού άνω των 880,00 ευρώ έκαστο, συνολικής καθαρής αξίας 15.210.000,00 ευρώ, και εννέα (9) φορολογικά στοιχεία κατά τη χρήση 2007, ποσού άνω των 880,00 ευρώ έκαστο, συνολικής καθαρής αξίας 1.720.000,00 ευρώ, που εκδόθηκαν από την επιχείρηση ... A/S (V.A.T.: DK …), η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε ... A/S. Τα τιμολόγια αυτά, όσον αφορά τη χρήση 2006, ήταν τα …/14.8.2006 (6.165.000,00 ευρώ), …/14.8.2006 (55.000,00 ευρώ), …/14.8.2006 (1.160.000,00 ευρώ), ../3.10.2006 (1.115.000,00 ευρώ), …/16.10.2006 (1.830.000,00 ευρώ), …/16.10.2006 (205.000,00 ευρώ), …/16.10.2006 (790.000,00 ευρώ), …/30.11.2006 (304.000,00 ευρώ), …/30.11.2006 (811.000,00 ευρώ), …/30.11.2006 (2.420.000,00 ευρώ) και …/30.11.2006 (355.000,00 ευρώ), ενώ, όσον αφορά τη χρήση 2007, ήταν τα …/21.5.2007 (480.000,00 ευρώ), …/21.5.2007 (60.000,00 ευρώ), …/2.7.2007 (125.000,00 ευρώ), …/2.7.2007 (48.000,00 ευρώ), …/2.7.2007 (575.000,00 ευρώ), …./2.7.2007 (31.000,00 ευρώ), …/2.7.2007 (100.000,00 ευρώ), …2.7.2007 (21.000,00 ευρώ) και …/2.7.2007 (280.000,00 ευρώ). Τα ως άνω φορολογικά στοιχεία, συνολικού ποσού 16.930.000,00 ευρώ, σύμφωνα με τον έλεγχο, ήταν συνολικά υπερτιμολογημένα, κατά συνέπεια, μερικώς εικονικά κατά το ποσό των 8.022.758,42 ευρώ, όσον αφορά τη χρήση 2006, και κατά το ποσό των 907.241,58 ευρώ, όσον αφορά τη χρήση 2007, ενώ η μερικώς εικονική αξία δεν μπορούσε να προσδιοριστεί για έκαστο φορολογικό στοιχείο.
9. Από την ως άνω Ειδική Έκθεση Ελέγχου προέκυψαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η προμηθεύτρια επιχείρηση Δανίας ... A/S μετέχει στο κεφάλαιο της ελεγχόμενης εταιρείας με ποσοστό 11,54%.Η ελεγχόμενη επιχείρηση σύναψε με την προμηθεύτριά της ... A/S στις 07.08.2007 σύμβαση δανείου ποσού 1.300.000,00 ευρώ με σκοπό την εξόφληση εκκρεμών τιμολογίων εκδόσεως της ιδίας της δανείστριας .... Εν προκειμένω, η ... εμφανίζεται να δανείζει στην ελεγχόμενη εταιρεία 1.300.000 ευρώ προκειμένου η τελευταία να καταβάλει σε αυτήν το ισόποσο ανεξόφλητο υπόλοιπό της από τα ανωτέρω εκδοθέντα τιμολόγια. Σύμφωνα με τους όρους του δανείου η εξόφληση του δανείου θα έπρεπε να γίνει από την ελεγχόμενη το αργότερο έως την 01/12/2007. Μέχρι την ημέρα του ελέγχου, ούτε το δάνειο είχε εξοφληθεί ούτε έχουν επακολουθήσει οχλήσεις, εξώδικες ή δικαστικές, από την ... με στόχο την επιστροφή των χρημάτων πλην δύο επιστολών υπενθυμιστικών από μέρους της ... με ημερομηνίες 03/12/07 και 15/07/09 αντίστοιχα. Η εταιρεία ... προέβη σε πώληση της κύριας δραστηριότητάς της τον Ιούνιο του 2010, ενώ έως την 31/12/2007 η κύρια δραστηριότητα αυτής ήταν οι σύμβουλοι μηχανικοί και κατασκευές και η δευτερεύουσα το χονδρεμπόριο μηχανημάτων και εξοπλισμού (...).
Στην από 3-2-2011 επιστολή της η εταιρεία ... A/S (πρώην ... A/S/) αναφέρεται στην επιδότηση που δόθηκε από το Υπουργείο τα έτη 2005 – 2008 στην εταιρεία ... Η εταιρεία αυτή προέκυψε ότι είναι μέτοχος μειοψηφίας (περίπου 13%) της ... A.E. (MP) και επιπλέον έχει προμηθεύσει σε αυτήν το Εργοστάσιο Κρυστάλλωσης και Ψεκασμού Ξήρανσης καθώς και άλλο εξοπλισμό. Στις 8 Δεκεμβρίου 2004 συνήφθη σύμβαση μεταξύ της ... και της MP για την παράδοση του Εργοστασίου. Η συμβατική αξία ήταν ευρώ 8.650.000. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 η συμβατική αξία αυξήθηκε στα ευρώ 14.800.000 και μετέπειτα μέχρι το συνολικό ποσό των ευρώ 17.071.460. Από τον Μάρτιο του 2006 έως τον Σεπτέμβριο του 2007, η ... προέβη σε συγκεκριμένες καταβολές συνολικού ποσού ευρώ 8,9 εκατομμυρίων στην ... Ltd (...), υποπρομηθεύτρια αυτής που εδρεύει στην Κύπρο. Η ... δεν προσέθεσε καμία ξεχωριστή χρέωση στις πληρωμές αυτές και η συντριπτική πλειοψηφία των προϊόντων και υπηρεσιών που περιγράφονται στα τιμολόγια της ... είναι προϊόντα και υπηρεσίες που προμηθεύτηκαν από την ίδια την .... Στην προαναφερόμενη επιστολή επισυνάπτονται τα ακόλουθα: (α) Τρεις(3) παραλλαγές του με αρ. GRE 0138 συμφωνητικού μεταξύ της ... και της ελεγχόμενης. Στην πρώτη του παραλλαγή, το συμφωνητικό αποτελείται από 10 δακτυλογραφημένες σελίδες και υπογράφεται στο τέλος από τους ... και ... για λογαριασμό της ελεγχόμενης επιχείρησης και ... και ... για λογαριασμό της .... Στην πρώτη σελίδα στη θέση «ημερομηνία» αναγράφεται 8 Δεκ. 2004, η οποία είναι διαγραμμένη και έχει τεθεί χειρόγραφα «30.9.05». Στις σελίδες 3 και 4 γίνεται ανάλυση του κοστολογίου του έργου σε επτά επιμέρους εργασίες, η οποία καταλήγει στο συνολικό κόστος ύψους «8.650.000 ευρώ». Το ποσό αυτό διαγράφεται και από κάτω τίθεται χειρόγραφα η ένδειξη «EUR 14.800.000». Στις σελίδες 5 και 6 περιγράφονται οι όροι πληρωμής, όπου τα ποσά των δόσεων είναι δακτυλογραφημένα και το άθροισμα των οποίων ισούται με 8.650.000 ευρώ. Αυτά φέρουν χειρόγραφη διαγραφή και δίπλα αναγράφονται χειρόγραφα ποσά, το άθροισμα των οποίων ισούται με 14.800.000 ευρώ. Στη δεύτερή του παραλλαγή, το συμφωνητικό αποτελείται από εννέα δακτυλογραφημένες σελίδες και υπογράφεται στο τέλος από τους ... και ... για λογαριασμό της ελεγχόμενης επιχείρησης και ... και ... για λογαριασμό της .... Στη δεύτερη παραλλαγή, ως ημερομηνία σύνταξης αναγράφεται η 30-9-2005. Στη σελίδα 4 οι επτά επιμέρους εργασίες του συμφωνηθέντος έργου παραμένουν αυτούσιες με την πρώτη παραλλαγή, ενώ στο τέλος αναγράφεται συνολική τιμή «14.500.000 ευρώ». Στις σελίδες 4 και 5 οι όροι πληρωμής και δόσεων είναι διαφορετικοί από αυτούς της πρώτης παραλλαγής τόσο του δακτυλογραφημένου κειμένου όσο και των χειρόγραφων προσθηκών. Στην τρίτη του παραλλαγή, το συμφωνητικό αποτελείται από εννέα δακτυλογραφημένες σελίδες και υπογράφεται στο τέλος από τους ... και ... για λογαριασμό της ελεγχόμενης επιχείρησης και ... και ... για λογαριασμό της .... Διαφοροποιείται από τις προηγούμενες παραλλαγές τόσο όσον αφορά το συνολικό κόστος, το οποίο διαμορφώνεται σε 15.000.000 ευρώ με την προσθήκη του κόστους μεταφοράς και ασφάλειας, όσο και στους όρους πληρωμής και το ύψος των επιμέρους δόσεων. Από την αντιπαραβολή των τριών παραλλαγών προκύπτει ότι το κόστος του έργου είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 8.650.000 ευρώ. Στη συνέχεια, κατόπιν των χειρόγραφων διορθώσεων στην πρώτη παραλλαγή, στη δεύτερη παραλλαγή αναγράφεται κόστος 14.500.000 ευρώ παρόλο που η περιγραφή του συμφωνηθέντος έργου ως προς τις επιμέρους εργασίες είναι ακριβώς ίδια με αυτή της πρώτης παραλλαγής και συνεπώς δεν υφίστανται προσθήκες, διαφοροποιήσεις ή τροποποιήσεις στο συμφωνηθέν έργο που να δικαιολογούν τον σχεδόν διπλασιασμό του κόστους του. (β) Αντίγραφα των συμβάσεων με αριθ. ... και ... στην αγγλική. Πρόκειται για συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των ... A/S και της Κυπριακής επιχείρησης ... Ltd (seller – προμηθευτής). Στην πρώτη σύμβαση συμφωνείται η προμήθεια εξοπλισμού, τεχνολογίας και υπηρεσιών προς την εταιρεία ... ΑΕ με κόστος ευρώ 6.500.000 το οποίο συμπεριλαμβάνει: i) έξοδα ταξιδίων και προσωρινής εγκατάστασης του προσωπικού της, ii) όλο τoν απαραίτητο εργαστηριακό εξοπλισμό, iii) όλα τα υλικά για τα ανωτέρω τεστ του εξοπλισμού και iv) όλο τον εξοπλισμό ασφαλείας και επείγουσας ανάγκης του προσωπικού της. Στη δεύτερη σύμβαση συμφωνείται η επίβλεψη του έργου τόσο κατά την κατασκευή όσο και κατά την περίοδο εκκίνησης (start up), η παροχή πρόσθετου εξοπλισμού για τη λειτουργία του έργου καθώς και αναβάθμιση του προαναφερόμενου εξοπλισμού, η παροχή υδραυλικών σωληνώσεων ή όποιων άλλων υλικών χρειαστούν κατά την ανέγερση του έργου, με κόστος ευρώ 1.350.000.
Ακολούθως στην Έκθεση Ελέγχου, επισυνάπτεται πίνακας με τα τιμολόγια εκδόσεως της ... προς την ..., συνολικής αξίας 8.930.000,00 ευρώ. Τα τιμολόγια αυτά είναι τα …/14.3.2006 (300.000,00 ευρώ), …/2.8.2006 (800.000,00 ευρώ), …./9.8.2006 (800.000,00 ευρώ), …/28.8.2006 (800.000,00 ευρώ), …/2.10.2006 (800.000,00 ευρώ), …/5.10.2006 (900.000,00 ευρώ), …/28.3.2007 (750.000,00 ευρώ), …/5.5.2007 (480.00,00 ευρώ), …/21.6.2007 (870.000,00 ευρώ), …/30.11.2006 (250.000,00 ευρώ), …/31.1.2007 (150.000,00 ευρώ), …/5.5.2007 (100.000,00 ευρώ), …/25.6.2007 (250.000,00 ευρώ), ../9.7.2007 (600.000,00 ευρώ) και …/16.7.2007 (1.080.000,00 ευρώ). Αυτά εξοφλήθηκαν ολοσχερώς από την ... A/S μέσω εμβασμάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ... στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Ειδικότερα, στις 20.3.2006, 9.8.2006, 29.8.2006 και 6.10.2006 εξοφλήθηκαν τα ποσά των 300.000,00, 800.000,00, 800.000,00 και 800.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, μέσω εμβάσματος της ... προς τον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό … που τηρούσε η ... στην Ελλάδα και, συγκεκριμένα, στην (πρώην) ... Τράπεζα Α.Ε.. Επίσης, στις 18.9.2006, 2.11.2006, 12.12.2006, 9.2.2007, 10.4.2007, 20.5.2007, 26.6.2007, 30.7.2007 και 23.8.2007 η ... εξόφλησε τα ποσά των 800.000,00, 900.000,00, 250.000,00, 150.000,00, 750.000,00, 580.000,00, 1.120.000,000, 600.000,00 και 1.080.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, μέσω εμβάσματος προς τον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ... που τηρούσε η ... στην ... Τράπεζα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Έκθεση, από την παράθεση των εμβασμάτων προκύπτει ότι ποσό 2.700.000 ευρώ εμβάζονται από την ... A/S στον αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε η Κυπριακή εταιρεία ... Ltd στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην (πρώην) ... Τράπεζα Α.Ε. Ο εν λόγω λογαριασμός ανοίχθηκε στη ... Τράπεζα στις 13/10/2004 και έκλεισε στις 06/05/2008. Σύμφωνα με τα νομιμοποιητικά έγγραφα, που η ... προσκόμισε στην ... που απορρόφησε τη ... Τράπεζα, η εταιρεία αυτή συστάθηκε στην Λευκωσία την 20/7/2004 με έδρα την οδό ..., Λευκωσία και μοναδικό μέτοχο την εταιρεία ... με έδρα στην οδό ..., Λευκωσία. Πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της εταιρείας ... Ltd βάσει της από 15-9-2004 δήλωσης ιδιοκτησίας είναι ο ..., με ποσοστό ιδιοκτησίας 100%, ο οποίος νομιμοποιείται να κινεί όλους τους λογαριασμούς της εταιρείας συμπεριλαμβανομένου και του αριθ. ... της ... Τράπεζας Α.Ε. (νυν ...).
Τα τιμολόγια, τα οποία έλαβε η ελεγχόμενη επιχείρηση από την επιχείρηση Δανίας ... A/S (νυν ... A/S) στο πλαίσιο του επιχειρηματικού της έργου που εντάχθηκε στο Ν. 3299/2004, είχαν συνολική καθαρή αξία 16.930.000 ευρώ και ήταν συνολικά υπερτιμολογημένα, και συνεπώς μερικώς εικονικά, κατά το ποσό των 8.930.000 ευρώ. Ως μέσο για την υπερτιμολόγηση χρησιμοποιήθηκε η Κυπριακή εταιρεία ... Ltd, της οποίας ιδιοκτήτης σε ποσοστό 100% είναι ο ..., ο οποίος είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ελεγχόμενης επιχείρησης. Συνεπώς η ... έλαβε και αντίστοιχα η Κυπριακή εταιρεία ... εξέδωσε τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές συνολικού ποσού 8.930.000 ευρώ, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την επιστροφή του ποσού αυτού στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ... στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Όπως αποδείχθηκε, το πρόσωπο που νομιμοποιείται να κινεί τους λογαριασμούς της ... στην Ελλάδα είναι ο ..., ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης της εταιρείας. Η εταιρεία ... συμμετείχε στον μηχανισμό υπερτιμολόγησης, καθόσον η ίδια είναι μέτοχος της ελεγχόμενης σε ποσοστό 11,54%. Η ... εμφανίζεται να δανείζει στην ελεγχόμενη το ποσό των 1.300.000 ευρώ, προκειμένου η ελεγχόμενη να το χρησιμοποιήσει για να εξοφλήσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο προς την ίδια τη δανείστρια ..., την επιστροφή του οποίου μέχρι σήμερα δεν έχει απαιτήσει είτε δικαστικά είτε εξώδικα. Στόχος της υπερτιμολόγησης ήταν, σύμφωνα με την Έκθεση, η αύξηση του συνολικού ποσού της χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιχειρηματικού έργου, η οποία ανέρχεται σε 50% επί των αναγραφόμενων αξιών των τιμολογίων των προμηθευτών του έργου. Με το χρησιμοποιούμενο τέχνασμα τελικά η ελεγχόμενη επιχείρηση πέτυχε να χρηματοδοτηθεί το έργο στην πραγματικότητα σχεδόν εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς η ελεγχόμενη να δαπανήσει δικά της κεφάλαια ή να προσφύγει σε τραπεζικό δανεισμό.
10. Για τις ως άνω διαπιστωθείσες με την από 21.6.2012 Ειδική Έκθεση Ελέγχου παραβάσεις επιδόθηκε στην εκκαλούσα, στις 22.6.2012, κλήση προς ακρόαση, ώστε αυτή να καταθέσει εγγράφως τις απόψεις της εντός δέκα (10) ημερών από την επομένη της επίδοσή της. Η εκκαλούσα υπέβαλε τελικά το .../7.9.2012 υπόμνημα, με το οποίο επικαλέστηκε ότι : (i) η μόνη σύμβαση που ίσχυσε και εφαρμόστηκε για το συγκεκριμένο έργο ήταν η GRE 0138 που υπεγράφη στις 30.9.2005, με συμφωνηθέν τίμημα 14.800.000,00 ευρώ, πλέον 200.000,00 ευρώ για κόστος συσκευασίας και μεταφοράς, που αντιπροσωπεύει την τρέχουσα εμπορική αξία του έργου την εποχή εκείνη, όπως βεβαιώνεται και από τον ..., μέτοχο και μέλος του Δ.Σ. της ... A/S στην από 29.8.2012 δήλωσή του, (ii) ότι τόσο η σύμβαση όσο και τα λοιπά δικαιολογητικά (τιμολόγια και λοιπά παραστατικά και αποδεικτικό υλικό) υποβλήθηκαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο επιχορήγησε την επένδυση χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την πραγματοποίηση του έργου και το κόστος της επένδυσης, ενώ ουδέποτε έθεσε θέμα υπερτιμολόγησης (σχετική η από 30.10.2007 Έκθεση ελέγχου του Οργάνου Ελέγχου Επενδυτικών Έργων του ν. 3299/2004), (iii) ότι η ίδια δεν θα είχε κανένα φορολογικό όφελος από τυχόν υπερτιμολόγηση, δεδομένου ότι τόσο κατά την εκτέλεση του έργου όσο και μεταγενέστερα η εταιρεία ήταν ζημιογόνος, (iv) ότι η γνησιότητα της συναλλαγής με την ... A/S και, ήδη, ... A/S, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι δύο εταιρείες βρίσκονται σε διαιτησία λόγω διαφοράς που προέκυψε από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, (v) ότι έλαβε πράγματι δάνειο ύψους 1.300.000,00 ευρώ από την ... A/S (σχετική η από 2.8.2007 σύμβαση δανείου), ωστόσο η ενέργεια αυτή δεν είναι αντίθετη με τη συνήθη οικονομική πρακτική, αφού η ως άνω εταιρεία ήταν μέτοχός της σε ποσοστό 11,54%, ενώ προχώρησε σε οχλήσεις και δικαστικές ενέργειες σε βάρος της (vi) ότι ουδεμία σχέση είχε με την ... (vii) ότι η εμπειρία και τεχνογνωσία της ... στον τομέα των αυτοματισμών διεργασίας είναι ο βασικός λόγος της συνεργασίας μεταξύ της ... και της ... A/S.
11. Σε συνέχεια των αρχικών εντολών ελέγχου του ΣΔΟΕ και λόγω της προαναφερόμενης αντίκρουσης της εκκαλούσας διενεργήθηκε από την ίδια Υπηρεσία και τους ίδιους ελεγκτές νέος έλεγχος στην έδρα της εκκαλούσας για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992). Στην από 9.1.2013, Έκθεση Ελέγχου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι όσον αφορά το δάνειο ύψους 1.300.000,00 ευρώ, που έλαβε η εκκαλούσα από την εταιρεία ... A/S, στη σχετική σύμβαση δανείου (κεφάλαιο 1, άρθρο 3) γίνεται αναφορά σχετικά με τη λήψη των χρημάτων από την ελληνική εταιρεία και την άμεση αποστολή τους στη Δανία με σκοπό την εξόφληση εκκρεμών τιμολογίων, ενώ, όσον αφορά το φυσικό αντικείμενο, ότι επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη όλων των αναφερόμενων στα οικονομικά στοιχεία του έργου μηχανημάτων, η πραγματοποίηση των λοιπών κτιριακών εγκαταστάσεων και διαμορφώσεων και η λειτουργία της επένδυσης σύμφωνα με την απόφαση υπαγωγής. O έλεγχος αυτός - χωρίς να αμφισβητεί τη γνησιότητα της συναλλαγής μεταξύ της εκκαλούσας και της εταιρείας ... A/S, παρά μόνο ως προς το πραγματικό (αληθινό) ύψος αυτής - κατέληξε στο συμπέρασμα, όπως και η από 21.6.2012 Ειδική Έκθεση Ελέγχου, ότι τα 20 τιμολόγια που έλαβε η εκκαλούσα από την επιχείρηση ... A/S, συνολικής καθαρής αξίας 16.930.000,00 ευρώ, ήταν συνολικά υπερτιμολογημένα και, συνεπώς, μερικώς εικονικά κατά το ποσό των 8.930.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των εικονικών τιμολογίων που εξέδωσε η ..., η οποία χρησιμοποιήθηκε ως υπεργολάβος - προμηθεύτρια καθ’ υπόδειξη της εκκαλούσας (βλ. σελ. 14-20 της Έκθεσης Ελέγχου).
12. Με βάση τα παραπάνω ευρήματα, εκδόθηκαν σε βάρος της εκκαλούσας οι …/5.2.2013 και …/5.2.2013 αποφάσεις επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κιλκίς, διαχειριστικών περιόδων 2006 και 2007, ποσού 8.022.758,42 και 907.241,58 ευρώ, αντίστοιχα. Κατά των αποφάσεων αυτών η εκκαλούσα υπέβαλε την .../8.3.2013 αίτηση, με την οποία ζήτησε τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και την .../2.9.2013 όμοια, με την οποία ζήτησε να υπαχθεί στο ευνοϊκότερο καθεστώς του άρθρου 55 παρ. 2 του ν. 4174/2013. Ακολούθως, κατόπιν του .../63/1.10.2013 πρακτικού της Επιτροπής του άρθρου 70Α του ν. 2238/1994 και αφού ελήφθη υπόψη το .../23.8.2013 υπόμνημα της εκκαλούσας, εκδόθηκαν τα .../2013 και .../2013 Πρακτικά Διοικητικής Επίλυσης Προστίμου Κ.Β.Σ. της προαναφερθείσας Επιτροπής, με τα οποία μειώθηκαν τα ως άνω πρόστιμα σε ποσοστό 15% της μερικώς εικονικής αξίας, ήτοι στα ποσά των 1.203.413,70 ευρώ και 136.086,23 ευρώ, αντίστοιχα. Εξάλλου, με το 678/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, οι ..., ... και ..., Διευθύνων Σύμβουλος, Πρόεδρος και μέλος του Δ.Σ. της εκκαλούσας, αντίστοιχα, παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000), κατά συναυτουργία.
13. Ακολούθως, τα προαναφερόμενα στοιχεία διαβιβάστηκαν από το ΣΔΟΕ στην Ειδική Υπηρεσία / Αρχή Πληρωμής του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Η τελευταία, αφού ζήτησε και έλαβε πρόσθετα στοιχεία (πίνακα τιμολογίων, αντίγραφα των τιμολογίων και των σχετικών επιταγών πληρωμής της εκκαλούσας, αποφάσεις ένταξης κ.λπ.) και επιβεβαίωσε ότι τα επίμαχα τιμολόγια συμπεριλαμβάνονται στις δαπάνες που δηλώθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το κλείσιμο του Ε.Π. «ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ», διατύπωσε την .../8.10.2014 εισήγηση προς τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης. Μετά την έκδοση της ανωτέρω Απόφασης εκδόθηκε η 68676/ΔΒΠ1263/29.6.2016 Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ΦΕΚ Β΄ 2042/5.7.2016), με την οποία (i) ανακλήθηκε η .../9.12.2005 Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης περί υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου της εκκαλούσας στον ν. 3299/2004, (ii) ανακλήθηκε η .../1.10.2008 υπουργική Απόφαση «Έγκριση τροποποίησης φυσικού και οικονομικού αντικειμένου, αναμόρφωση κόστους και ολοκλήρωση της επένδυσης της επιχείρησης ... Α.Ε. και οριστικοποίηση του κόστους αυτής στο ποσό των 18.206.480,00 ευρώ και επιχορήγησης 9.103.240,00 ευρώ και παρακράτησης ποσού 637.226,80 ευρώ» και (iii) ορίστηκε η επιστροφή στο Δημόσιο του συνόλου της καταβληθείσας επιχορήγησης, ήτοι ποσού 8.466.013,20 ευρώ, προσαυξανόμενου κατά το ποσό των νόμιμων τόκων.
14. Στη συνέχεια με την .../31.10.2014 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας επιβλήθηκε, σε βάρος της ήδη αιτούσας, δημοσιονομική διόρθωση με ανάκτηση ποσού 8.466.013,20 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 2.551.330,49 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 11.017.343,69 ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η από 13.1.2015 (Α.Β.Δ. …/2015) έφεση αυτής, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 120/2020 απόφαση του πρώην (Ι) Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την τελευταία απόφαση (βλ. σκέψη 27 της προσβαλλόμενης) κρίθηκε ότι αποδείχθηκε πλήρως η εικονικότητα των τιμολογίων που εξέδωσε η ... προς την ... A/S, συνολικού ποσού 8.930.000,00 ευρώ, τα οποία εξοφλήθηκαν από την δεύτερη με εμβάσματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ... στην Ελλάδα και την Κύπρο και ότι τους λογαριασμούς αυτούς διαχειριζόταν, ως πραγματικός ιδιοκτήτης της τελευταίας, ο ..., Διευθύνων Σύμβουλος της εκκαλούσας. Επίσης κρίθηκε ότι οι εικονικές αυτές συναλλαγές (μεταξύ ... A/S και ...) αποτέλεσαν μέρος (ενσωματώθηκαν) της αξίας της συναλλαγής μεταξύ της εκκαλούσας και της ... A/S, που ήταν γνήσια - ως πραγματικό γεγονός και όχι ως αξία - και ότι μέσω του μηχανισμού αυτού, τα 20 τιμολόγια που εξέδωσε η ... A/S και εξόφλησε η εκκαλούσα (16.930.000,00 ευρώ) ήταν υπερτιμολογημένα και συνεπώς μερικώς εικονικά κατά το προαναφερθέν ποσό (8.930.000,00 ευρώ).
15. Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιληφθείσα της από 6.7.2020 (ΑΒΔ .../6.7.2020) αίτησης αναίρεσης μετά των από 18.1.2021 (ΑΒΔ …/18.1.2021) πρόσθετων λόγων, με την 379/2024 απόφασή της έκρινε ότι ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, εκτιμάται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου ως λόγος αναθεώρησης και ότι στο δικόγραφο των ανωτέρω προσθέτων λόγων παραδεκτώς σωρεύεται και αίτηση αναθεώρησης. Ακολούθως έκρινε αναγκαίο τον χωρισμό, κατά το μέρος τούτο, του δικογράφου των προσθέτων λόγων και παρέπεμψε για κρίση επί της ουσίας στο αρμόδιο προς εκδίκαση της αίτησης αναθεώρησης Τμήμα, ενώ απέρριψε τους λοιπούς προβαλλόμενους με την αίτηση αναίρεσης λόγους.
16. Με την κρινόμενη αίτηση αναθεώρησης, όπως τα όρια αυτής προσδιορίζονται από το μοναδικό λόγο περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστεί από την 700/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Α΄ Βαθμού), η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ήτοι στις 23.11.2021).Σύμφωνα δε με την ανωτέρω ποινική απόφαση, τα τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ήδη αιτούσας, ήτοι οι ..., Διευθύνων Σύμβουλος, ..., Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, και ..., μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, κηρύχθηκαν αθώοι για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία άνω των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00€), ήτοι για περιστατικά που είναι ταυτόσημα με αυτά στα οποία ερείδεται η επιβολή της επίδικης δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση.
17. Ειδικότερα στο σκεπτικό της ως άνω ποινικής απόφασης αναφέρεται ότι «….από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε πράγματι υπερκοστολόγηση του μηχανολογικού εξοπλισμού που προμηθεύτηκε από την εταιρεία ... η εταιρεία ..., κατά το προαναφερόμενο ποσό των 8.930.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των τιμολογίων που εξέδωσε η εταιρεία ... Ltd με έδρα την Κύπρο προς την .... Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εταιρεία ..., η οποία δεν είχε η ίδια την τεχνογνωσία που απαιτείτο για να εκτελέσει το έργο, αγόρασε από την εταιρεία ..., την τεχνογνωσία για την κατασκευή του μηχανολογικού εξοπλισμού που προμήθευσε στην εταιρεία ..., ήτοι αγόρασε από την ... τεχνογνωσία παραγωγής προϊόντων, μηχανολογικές μελέτες για μονάδες ξήρανσης, την οποία (τεχνογνωσία) θα χρησιμοποιούσε και σε άλλα έργα. Για τον λόγο αυτό η ... σύναψε με την εταιρεία ... τις ... και ... συμβάσεις, με την πρώτη από τις οποίες συμφωνήθηκε η προμήθεια εξοπλισμού, τεχνολογίας και υπηρεσιών προς την εταιρεία ..., με κόστος 6.500.000 ευρώ, το οποίο συμπεριλαμβάνει έξοδα ταξιδιών και προσωρινής εγκατάστασης προσωπικού της, τον απαραίτητο εργαστηριακό εξοπλισμό, όλα τα υλικά για τεστ εξοπλισμού και τον εξοπλισμό ασφάλεια και επείγουσας ανάγκης του προσωπικού και με την δεύτερη συμφωνήθηκε η επίβλεψη του έργου, τόσο κατά την κατασκευή, όσο και κατά την περίοδο της εκκίνησης, η παροχή πρόσθετου εξοπλισμού για τη λειτουργία του έργου και η αναβάθμιση του εξοπλισμού, η παροχή υδραυλικών σωληνώσεων ή όποιων υλικών χρειαστούν, με κόστος ύψους 1.350.000 ευρώ. Για την αγορά αυτή εκδόθηκαν και σχετικά τιμολόγια ύψους 8.930.000 ευρώ, τα οποία αφορούσαν πραγματική συναλλαγή και δεν ήταν εικονικά …».
18. Η ως άνω ποινική απόφαση, την οποία η αιτούσα την αναθεώρηση, δεν ήταν εφικτό να προσκομίσει κατά τη συζήτηση, στις 2-4-2019, της έφεσής της, συνιστά νέο κρίσιμο έγγραφο με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης δοθέντος ότι τα τρία (3) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας ήτοι ο ..., Διευθύνων Σύμβουλος, ο ..., Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο ... μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κηρύχθηκαν αθώοι για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν το πραγματικό της επιβληθείσας δημοσιονομικής διόρθωσης, ως εκ τούτου, η ποινικώς κολάσιμη Πράξη για την οποία αυτοί αθωώθηκαν φαίνεται να είναι ταυτόσημη ως έχουσα την ίδια αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση με αυτήν που αποτέλεσε την ιστορική αιτία της δημοσιονομικής διόρθωσης. Για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η παρούσα αίτηση και να εξαφανιστεί η 120/2020 απόφαση του (πρώην) Ι Τμήματος, ακολούθως να εξεταστεί εκ νέου, με συνεκτίμηση της ανωτέρω αμετάκλητης ποινικής απόφασης, η παρούσα υπόθεση (ΑΒΔ …/2015), εντός των ορίων του γενομένου δεκτού λόγου αναθεώρησης.
19. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕυρωπαΪκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( ΕΣΔΑ), κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου το μεν ως διαδικαστική εγγύηση που αποτελεί έκφανση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου, το δε ως ουσιαστική εγγύηση, ήτοι ως στοιχείο της προσωπικότητάς του διωκόμενου προσώπου, που προωθεί το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειάς του ( ΕΔΔΑ, Κώνστας κατά Ελλάδος, 24-5-2011, σκ.32). Περαιτέρω o Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει στο άρθρο 48 ότι : « 1. Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο…», στο άρθρο 50 ότι «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική [αμετάκλητη] απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο» και στο άρθρο 51 ότι: «1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (…) καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως απονέμονται από τις Συνθήκες (…)». Επίσης στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζεται: «1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μία παράβαση για την οποία αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού».
20. Με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 5 του ν. 4700/2020 « Ενιαίο κείμενο Δικονομίας για το Ελεγκτικό Συνέδριο….» ( Α΄ 127/29-6-2020) ορίζεται ότι : «Το Δικαστήριο δεσμεύεται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύεται επίσης από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς τις διαπιστώσεις συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται η κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα βουλεύματα που αποφαίνονται αμετάκλητα να μη γίνει η κατηγορία, εκτός εάν η αθώωση ή η απαλλαγή στηρίχθηκε σε έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου στην ένδικη διαφορά ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου …».
Με την ως άνω διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 4700/2020, η οποία είναι ερμηνευτέα υπό το φως των ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται ως δικονομική εγγύηση στη δίκη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η αθώωση του κατηγορουμένου από το ποινικό δικαστήριο είναι στοιχείο της προσωπικότητάς του, το οποίο τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό τόσο από τις διοικητικές όσο και από τις δικαστικές αρχές. Ειδικότερα, μετά την αμετάκλητη αθώωση του προσώπου δεν υφίσταται πλέον τεκμήριο αλλά διαπιστωμένη μη ενοχή του, κρίση η οποία, ως προς το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, τον συνοδεύει ως το τέλος της ζωής του (βλ. ΕΔΔΑ, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος).Συνεπώς, το τεκμήριο αυτό, μετά την αμετάκλητη αθώωση του προσώπου, μετενεργεί ως προς τις συνέπειές του στις μεταγενέστερες διαδικασίες, δικαστικές και μη.
21. Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας επιβάλλει να ληφθεί υπόψη σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία η αθώωση του κατηγορουμένου για ορισμένο αδίκημα σε πρότερη ποινική διαδικασία ( ΕΔΔΑ, Rushiti κατά Αυστρίας, 21-3-2000, Lamana κατά Αυστρίας, 10-7-2001, Teodor κατά Ρουμανίας, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου- Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης, 4-6-2013). Η αναγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας ως προστατευτέου στοιχείου της προσωπικότητας του κατηγορουμένου επέτρεψε τη σταδιακή εφαρμογή του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικής φύσης οι οποίες έπονται της ποινικής δίκης και είναι δυνατόν να αφορούν ζητήματα που δεν σχετίζονται ευθέως με την ποινική ευθύνη του προσφεύγοντος όπως αυτή αναζητήθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Ειδικότερα σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, Απόφαση δικαστηρίου που έπεται της τελικής (αμετάκλητης) αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και εάν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (βλ ΕΔΔΑ, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος). Μεταγενέστερη δε της αμετάκλητης ποινικής απόφασης θεωρείται και κάθε συναφής της κύριας ποινικής διαδικασίας δημοσιονομική δίκη, η οποία δεν έχει περατωθεί με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και είναι εισέτι εκκρεμής, έστω και κατ’ αναίρεση ( βλ. Ολ.ΕλΣυν 523/2021 σκ.47).
22. Για την ενεργοποίηση της θεμελιώδους αυτής δικονομικής εγγύησης απαιτείται η επόμενη της ποινικής δικαστική διαδικασία να παρουσιάζει συνάφεια με αυτή, ήτοι να υφίσταται σύνδεσμος- συνάφεια ανάμεσα στην προηγηθείσα ποινική και στη μη ποινική διαδικασία. Μόνο εφόσον ο σύνδεσμος αυτός επιβεβαιωθεί, τότε θα ελεγχθεί εάν η επίδικη μεταγενέστερη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής παραβιάζει το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, ήτοι εάν παραγνωρίζεται η προηγούμενη αμετάκλητη αθώωση του προσώπου αυτού. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ο προσφεύγων είναι αυτός που θα πρέπει να θεμελιώσει την ύπαρξη συνδέσμου ανάμεσα στην ολοκληρωθείσα ποινική δίκη και στην επακόλουθη δικαστική διαδικασία. Ο σύνδεσμος δε αυτός διαπιστώνεται όταν τα πραγματικά περιστατικά ή η καταλογισθείσα συμπεριφορά στη μη ποινική διαδικασία αποδείχθηκαν παρακολουθηματικά του αντικειμένου της προηγηθείσας ποινικής δίκης (βλ. ΕΔΔΑ, Αllen κατά Ηνωμένου Βασιλείου (μείζ. Συνθ.) 10-2-2009). Ειδικότερα, δέσμευση από το τεκμήριο αθωότητας ανακύπτει όταν σε δίκη επί δημοσιονομικής διαφοράς ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η τελευταία προϋποθέτει την εξέταση της προηγηθείσας κρίσης του ποινικού δικαστηρίου ή την εκ νέου εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη του το ποινικό δικαστήριο. Η συνάφεια αυτή προϋποθέτει αυτοτελή κρίση του Δικαστηρίου κατόπιν ουσιαστικού ελέγχου των πραγματικών στοιχείων της διαφοράς.
23. Το δημοσιονομικό δικαστήριο επιλαμβανόμενο μετά την αμετάκλητη ποινική διαδικασία οφείλει να μην καταλήγει σε κρίσεις ή παραδοχές ή απλές αιτιολογίες που θέτουν υπό αμφισβήτηση το αμετακλήτως αθωωτικό αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας, έστω και λόγω αμφιβολιών (βλ. ΟλΕλΣυν 379/2024 σκ.53, 271, 1824/2019 και 124/2017). Εάν δε καταλήξει σε κρίση που αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, υποχρεούται να αιτιολογήσει τη διαφορετική κρίση του, κατά τρόπο ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής διαδικασίας. Εάν από την αιτιολογία της απόφασης του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως προκύπτει ότι η αθωωτική απόφαση αγνοήθηκε ή η κρίση του ισοδυναμεί επί της ουσίας με αμφισβήτηση της ορθότητας της ποινικής απόφασης ή με διαπίστωση της ενοχής του ενδιαφερόμενου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι όροι και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στην δικαστική απόφαση έχουν κρίσιμη σημασία ( βλ. ΕΔΔΑ, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας,27-9-2007,Κonstas κατά Ελλάδας, 24-5-2011, Rushiti κατά Αυστρίας, 21-3-2000, Lamana κατά Αυστρίας, 10-7-2001, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 12-7-2013), τότε η μεταγενέστερη Απόφαση ελέγχεται για την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Για την ενεργοποίηση του τεκμηρίου αθωότητας και τον έλεγχο της πιθανής παραβίασης του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ θα πρέπει τα όργανα που καταλόγισαν να χρησιμοποίησαν τους ίδιους νομικούς χαρακτηρισμούς με το ποινικό δικαστήριο, δημιουργώντας εμφανή σύνδεσμο μεταξύ της ποινικής και της δημοσιονομικής δίκης και οι πράξεις για τις οποίες τα πρόσωπα αθωώθηκαν να έχουν την ίδια αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, ήτοι να είναι ταυτόσημες με αυτές που τους αποδίδονται για τον καταλογισμό εις βάρος τους, με συνέπεια το Ελεγκτικό Συνέδριο να κρίνει ξανά, στο πλαίσιο της διαφοράς ενώπιον του, τη «βασιμότητα» των κατηγοριών ποινικής φύσης. Μόνο στην περίπτωση αυτή η δημοσιονομική δίκη χάνει την αυτοτέλειά της και η αποδοθείσα σε βάρος του καταλογιζόμενου προσώπου παραβατική συμπεριφορά αποκτά παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με το αντικείμενο της προηγηθείσας ποινικής δίκης ( πρβλ ΕΔΔΑ Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος ,σκ. 88, ΟλΕλΣυν 271/2019,740/2018,124/2017 και Εβδ. Τμήμα 870/2023, σκ.20-24).
24. Περαιτέρω, ο ν. 2523/1997 «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 179), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προέβλεπε, στο μεν άρθρο 5 ότι «1. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992 ΦΕΚ 84 Α΄) τιμωρείται με πρόστιμο που προσδιορίζεται κατ’ αντικειμενικό τρόπο (...) 10. Οι παρακάτω περιπτώσεις (...) θεωρούνται αυτοτελείς παραβάσεις (...) α) (...) β) Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών (...) συνιστά ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επισύρει πρόστιμο (...) Αν η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική, το ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται για το μέρος της εικονικής αξίας (...)», στο δε άρθρο 19 ότι «1. (...) 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο (...) Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση (...) Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (...)».
25. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων που αποδόθηκαν στα ανωτέρω τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, σαν παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Γεγονότα δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, ήτοι, πράξεις, συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες, καταστάσεις ή οιαδήποτε άλλα αντικείμενα, που υποπίπτουν αμέσως ή μη στις αισθήσεις (έχουν, δηλαδή, εξωτερική υπόσταση) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός είχε, ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. (βλ. ΑΠ 305/2023, 325/2023, 1354/2011 κ.ά.).
26. Με την προσκομισθείσα από την αιτούσα 700/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Α΄Βαθμού), τα ανωτέρω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, αθωώθηκαν αμετάκλητα από την αποδοθείσα σε βάρος τους αξιόποινη Πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για ταυτόσημη παράβαση, η οποία αφορά στην αποδοχή των συγκεκριμένων υπερτιμημένων, άρα εν μέρει εικονικών κατά την αξία τους, τιμολογίων που αποτέλεσαν τη βάση για την λήψη της χρηματοδότησης στο πλαίσιο του ΕΠ «ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ» του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (2000-2006) από την αιτούσα και συνακόλουθα την νομική και ιστορική αιτία της επίδικης με την .../31.10.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση συνολικού ύψους 11.017.343,69 ευρώ. Θεμελιώνεται δε εν προκειμένω, κατά την κρίση του Τμήματος, ο αναγκαίος σύνδεσμος- συνάφεια ανάμεσα στην προηγηθείσα ποινική διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και της δημοσιονομικής δίκης, ενόψει του ότι οι αποδοθείσες στα ως άνω πρόσωπα πράξεις στο πλαίσιο της κατηγορίας που τους απαγγέλθηκε για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου είναι όμοιες με αυτές που αποτέλεσαν τη βάση για την επιβολή της δημοσιονομικής διόρθωσης. Περαιτέρω, η έλλειψη ταυτότητας μεταξύ του νομικού προσώπου σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η επίδικη απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης και των φυσικών προσώπων κατά των οποίων κινήθηκε η ποινική διαδικασία, δεν ασκεί ουσιώδη εν προκειμένω επιρροή, δοθέντος ότι η αθώωση των τριών ανωτέρω προσώπων για πράξεις που ενήργησαν υπό τις συγκεκριμένες ιδιότητές τους ως Διευθύνων Σύμβουλος ο πρώτος και Πρόεδρος και μέλος του Δ.Σ. της αιτούσας εταιρείας ο δεύτερος και τρίτος, επηρεάζει άμεσα την αιτούσα, η οποία καταλογίστηκε λόγω των αποδοθεισών σε αυτούς πράξεων.(πρβλ. ΣτΕ Α Τμήμα 156/2022).
27.Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην επίδικη υπόθεση δεσμεύεται από την εν λόγω αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, μη δυνάμενο, εκτιμώντας τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία να κρίνει διαφορετικά, η δε εκδοθείσα σε βάρος της ήδη αιτούσας αριθμ. .../31.10.2014 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, που απώλεσε το νόμιμο αιτιολογικό έρεισμα της εν μέρει εικονικότητας των συγκεκριμένων τιμολογίων με τα οποία η αιτούσα έλαβε την ως άνω επιδότηση μη νομίμως εκδόθηκε, γενομένου δεκτού του μοναδικού λόγου αναθεώρησης περί δέσμευσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εν προκειμένω, από το τεκμήριο αθωότητας.
28. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή, να αναθεωρηθεί η 120/2020 απόφαση του (πρώην) Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και να επιστραφεί στην αιτούσα το νομίμως κατατεθέν υπέρ του Δημοσίου παράβολο, ενώ το ελληνικό Δημόσιο να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα αυτής. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 13.1.2015 έφεση και να ακυρωθεί η .../31.10.2014 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας και να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτή του νομίμως κατατεθέντος υπέρ του Δημοσίου παραβόλου της έφεσης.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την αίτηση αναθεώρησης.
Αναθεωρεί την 120/2020 απόφαση του (πρώην) Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Δικάζει την από 13.1.2015 έφεση.
Δέχεται την έφεση.
Ακυρώνει την .../31.10.2014 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας.
Διατάσσει την επιστροφή στην αιτούσα του κατατεθέντος υπέρ του Δημοσίου παραβόλου της έφεσης και της αίτησης αναθεώρησης
Απαλλάσσει το Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη, στις 4 Φεβρουαρίου 2025, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ-ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ ΚΟΥΛΟΥΜΠΙΝΗ
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΦΟΡΤΣΕΡΑ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου,
στις 13 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ-ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΥΛΟΥΜΠΙΝΗ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΜΑΡΙΑ ΦΟΡΤΣΕΡΑ