Αριθμός 1000/2025
Κ.Λ. (m)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Ιωάννης Γράβαρης, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Αικατερίνη Σούκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικατερίνη Ρίπη.
Για να δικάσει την από 8 Οκτωβρίου 2020 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Μαριέτα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της,
κατά της ... του …, κατοίκου Ερατεινής Ν. Φωκίδος, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Αλεξία Αποστολοπούλου (Α.Μ. 17046), που τη διόρισε με πληρεξούσιο και η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 874/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Αικατερίνης Σούκη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 874/2020 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 8908/2018 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 15.9.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 84.125,83 ευρώ, μετά την αφαίρεση κατά την καταβολή του των νομίμων κρατήσεων και του αναλογούντος φόρου εισοδήματος. Ειδικότερα, με την πρωτόδικη απόφαση επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό, ως αποζημίωση, κατά τις περί αδικοπραξίας διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την μη καταβολή των αποδοχών που θα ελάμβανε, κατά το χρονικό διάστημα από 21.12.1999 έως 22.3.2007, κατά το οποίο δεν είχε διοριστεί ως Δόκιμη Πυροσβέστρια στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Ιτέας.
3. Επειδή, παραδεκτώς συζητήθηκε η υπόθεση χωρίς την εμφάνιση των διαδίκων, για την παράσταση των οποίων κατατέθηκαν ξεχωριστές δηλώσεις των πληρεξουσίων τους, σύμφωνα με τις σχετικές για το Συμβούλιο της Επικρατείας ρυθμίσεις του περιλαμβανόμενου στο άρθρο 1 πίνακα (αρ. 4 υποπερ. 2β΄ περ. ββ΄) σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 14 της Δ1α/Γ.Π.οικ.4992/22.2.2021 κ.υ.α. (Β΄ 186/23.1.2021) και τις αντίστοιχες του πίνακα του άρθρου 1 (αρ. 4 υποπερ. 2β΄ περ. ββ΄) και 14 παρ. 1 της Δ1α/Γ.Π.οικ.3060/16.1.2021 κ.υ.α. (Β΄ 89/16.1.2021) των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, του άρθρου 33 παρ. 6 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) όπως ισχύει, και του άρθρου 157 παρ. 2 του ν. 4764/2020 (Α΄ 256).
4. Επειδή, στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213) και στη συνέχεια η παράγραφος 3 της ανωτέρω διατάξεως συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α΄ 240), ορίζονται τα εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου [...] 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ [...]». Όπως προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων· και του ελάχιστου δηλαδή ποσού διαφοράς, κατά την παράγραφο 4, και της προβολής, με το εισαγωγικό δικόγραφο, των κατά την παράγραφο 3 ισχυρισμών για τη νομολογία (ΣτΕ 1873/2012 επτ. κ.ά.). Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, ο αναιρεσείων βαρύνεται με την υποχρέωση, επί ποινή απαραδέκτου, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο είτε πως δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς, είτε πως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά μ’ ένα τέτοιο ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, έρχεται σε αντίθεση με παγιωμένη και, πάντως, μη ανατραπείσα νομολογία, μεταξύ άλλων, του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για την επίλυση των αντίστοιχων διαφορών (ΣτΕ 2070/2020, 240/2019, 2118/2016, 797/2013 7μ. κ.ά.).
5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, κατ’ αρχάς, ότι κατά τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, η Διοίκηση συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου διοικητικού δικαστηρίου, υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, «αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης, η οποία προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την πράξη αυτή, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές, εν τω μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, προκειμένου να αποκαταστήσει τα πράγματα στην θέση στην οποία θα ευρίσκονταν, εάν εξαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα παράλειψη (βλ. ΣτΕ 744/2016, 3043/2013, 3606/2012, 3854/2011)». Εν συνεχεία, κρίθηκε ότι στην κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του Δημοσίου περιλαμβάνεται και η αποκατάσταση της ζημίας από τη στέρηση, λόγω της παράνομης πράξης ή παράλειψης παροχών που διαφορετικά θα αποκόμιζε κάποιος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων· ειδικότερα, ότι «αν το Δημόσιο αρνηθεί να προσλάβει υποψήφιο σε δημόσια θέση και η άρνηση αυτή ακυρωθεί στη συνέχεια με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, ακολούθως δε η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική αυτή απόφαση, διορίσει τον υποψήφιο αναδρομικά στην πιο πάνω θέση, υποχρεούται, περαιτέρω, να του καταβάλλει αναδρομικά τις αποδοχές που αυτός στερήθηκε από την παράνομη συμπεριφορά της, διαφορετικά, ο εν λόγω υποψήφιος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εκ του ότι, κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του αναδρομικού διορισμού του μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε πράγματι υπηρεσία, δεν εισέπραξε το σύνολο των αποδοχών που θα είχε εισπράξει αν είχε αναλάβει πράγματι υπηρεσία από την ημερομηνία, στην οποία ανατρέχει ο αναδρομικός διορισμός (ΣτΕ 7/2017, 4034/2015, 850/2015 κ.ά.)». Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 3, 91 και 93 παρ. 1 περ. α΄ και β΄ του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού (Α΄ 247), που ρυθμίζουν τα της παραγραφής των μισθολογικών αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, δέχθηκε, σύμφωνα και με τις 1/2012 και 32/2008 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ότι η παραγραφή αυτή είναι διετής και ότι «σε περίπτωση διορισμού υπαλλήλου σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση, η αξίωση του υπαλλήλου για την καταβολή αποδοχών που δεν του καταβλήθηκαν, επειδή η Διοίκηση παρανόμως δεν προσέδωσε αναδρομικότητα στον διορισμό του, γεννιέται και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης διορισμού, με τον οποίο εκδηλώθηκε η παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να προσλάβει αναδρομικώς τον υπάλληλο (ΣτΕ 1894/2016, 850 και 4034/2015)». Στην συνέχεια, το δικαστήριο παρέθεσε το πραγματικό της ένδικης διαφοράς, ως ακολούθως: «Με την 1773/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών […] έγινε δεκτή αίτηση της […] εφεσίβλητης [ήδη αναιρεσίβλητης], ..., και ακυρώθηκε η παράλειψη της Διοίκησης (που εκδηλώθηκε με την .../25.9.2003 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος) να κατατάξει την […] [αναιρεσίβλητη] ως Δόκιμη Πυροσβέστρια, κατά το έτος 1999, στην Πυροσβεστική Υπηρεσία (Π.Υ.) Ιτέας και στη μία θέση της ειδικής κατηγορίας του τέκνου πολύτεκνης οικογένειας στην κατηγορία Γ΄, ως κάτοχο απολυτηρίου Γενικού Λυκείου 70%, στο πλαίσιο του διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί με την 23.468 Φ.300.2/28.5.1999 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, […]. Σε εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης η Επιτροπή Κατάταξης Δοκίμων Πυροσβεστών, […], με το .../18.5.2006 πρακτικό της, προέβη σε ανασύνταξη του ενιαίου πίνακα επιτυχόντων για την ως άνω κατηγορία και πόλη και με απολυτήριο Γενικού Λυκείου 70% και κατέταξε την […] [αναιρεσίβλητη] στην τέταρτη θέση με 1.900 μόρια με την ιδιότητα του τέκνου πολύτεκνης οικογένειας, ο σχετικός δε πίνακας επιτυχόντων υποψηφίων δοκίμων πυροσβεστών κυρώθηκε με την .../11.4.2007 απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος (ΦΕΚ Γ΄ .../13.4.2007). Ακολούθως, με την .../2.5.2007 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Γ΄ .../21.5.2007), η […] [αναιρεσίβλητη] κατατάχθηκε (διορίσθηκε) στο Πυροσβεστικό Σώμα ως Δόκιμη Πυροσβέστρια, και, ειδικότερα, στο Πυροσβεστικό Κλιμάκιο Ιτέας αναδρομικά από τις 21.12.1999, χωρίς, όμως, να προβλέπεται η καταβολή σ’ αυτή αναδρομικά αποδοχών. Η […] [αναιρεσίβλητη] με τη με χρονολογία κατάθεσης 15.9.2009 αγωγή […], που άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του […] Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως, […], το ποσό των 86.616,39 ευρώ, ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη καταβολή των αποδοχών που θα ελάμβανε, αν παρείχε τις υπηρεσίες της στο Πυροσβεστικό Σώμα, κατά το χρονικό διάστημα από 21.12.1999 έως 22.3.2007». Κατόπιν αυτών, το διοικητικό εφετείο παρέθεσε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε την κατ’ αυτής έφεση με την εξής αιτιολογία: “… προβάλλεται ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ιδίως των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3, 91 και 93 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της εφεσίβλητης αρχίζει από το χρόνο δημοσίευσης του διορισμού της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και, συνεπώς, αυτές δεν έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ως άνω Κώδικα παραγραφή, ενώ αντιθέτως θα έπρεπε να κρίνει ότι η διετής παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο που κάθε επιμέρους απαίτηση γεννήθηκε και όχι από την μεταγενέστερη ανάκληση των διοικητικών πράξεων, συνεπεία των οποίων παρέμεινε εκτός υπηρεσίας δημόσιος υπάλληλος. Άλλως και επικουρικώς, ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής πρέπει να ληφθεί ο χρόνος δημοσίευσης της 1948/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία διαγνώσθηκε η παράνομη παράλειψη πρόσληψης της εφεσίβλητης. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, όπως έγινε ερμηνευτικώς δεκτό στην πέμπτη σκέψη της παρούσας, στην προκειμένη περίπτωση η παραγραφή των αξιώσεων της εφεσίβλητης, ως αξίωση δημοσίου υπαλλήλου κατά του Ελληνικού Δημοσίου από αποδοχές, υπόκειται στη διετή παραγραφή που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, ενώ η ως άνω παραγραφή άρχεται από τη γένεση της αξίωσης της εφεσίβλητης για καταβολή των ως άνω αποδοχών (Α.Ε.Δ. 3/2008), η οποία γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη με τον προαναφερθέντα διορισμό της, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21.5.2007 και με τον οποίο εκδηλώθηκε η κατά τα ανωτέρω παράλειψη της Διοίκησης, όπως ορθά και νόμιμα έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται από το εκκαλούν είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι ένδικες αξιώσεις της εφεσίβλητης έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής (15.9.2009), καθώς με το προαναφερθέν .../19.3.2009 έγγραφο, το οποίο είχε κατατεθεί από την εφεσίβλητη στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Ιτέας, ουδέποτε διακόπηκε η παραγραφή των αξιώσεων της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι δεν ήταν σαφές, αλλά αόριστο και δεν είχε ορισμένο και ρητό αίτημα για καταβολή συγκεκριμένου ποσού. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς στην υπό κρίση περίπτωση, στο ως άνω […] έγγραφο δεν διαλαμβάνεται μεν ρητώς αίτημα για καταβολή ορισμένου ποσού το οποίο αντιστοιχεί στις επίδικες αποδοχές, όμως από το εκτεθέν περιεχόμενο αυτού, όπου γίνεται αναφορά σε εκτέλεση της προαναφερθείσας 1773/2005 ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθήνας, σε συνδυασμό με την επί του εν λόγω εγγράφου απάντηση του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, σύμφωνα με την οποία η εφεσίβλητη κατατάχθηκε στο Πυροσβεστικό Σώμα από 21.12.1999 «χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών”, συνάγεται ότι με το εν λόγω έγγραφο η εφεσίβλητη αιτήθηκε την καταβολή των αποδοχών λόγω αναδρομικού, στις 21.12.1999 διορισμού της, που έγινε σε συμμόρφωση προς την […] ακυρωτική δικαστική απόφαση, χωρίς να απαιτείται στο έγγραφο αυτό να προσδιορίζονται επακριβώς με συγκεκριμένα ποσά οι αναδρομικές αυτές αποδοχές. Συνεπώς, το ως άνω […] έγγραφο αποτελεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 93 περ. β΄ του ν. 2362/1995, αίτηση, που επέφερε διακοπή της διετούς παραγραφής της επίδικης αξίωσης, η οποία άρχισε στις 21.5.2007 και άρχισε εκ νέου από 8.4.2009, ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απάντησης του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος και δεν είχε συμπληρωθεί έως την άσκηση της αγωγής (15.9.2009), όπως ορθά και νόμιμα έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου». Εξάλλου, έτερος λόγος εφέσεως του αναιρεσείοντος Δημοσίου, με τον οποίο προβλήθηκε ότι μη νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα περί συνυπολογισμού στην καταβλητέα αποζημίωση, των εισοδημάτων που απέκτησε η αναιρεσίβλητη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, απερρίφθη: «ως αβάσιμος, καθώς στην προκειμένη περίπτωση, […], το γεωργικό εισόδημα και το εισόδημα από παροχή μισθωτών υπηρεσιών, που η εφεσίβλητη απέκτησε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν προήλθε από το ζημιογόνο γεγονός του μη διορισμού της σε θέση πυροσβέστριας με πλήρεις αποδοχές από 21.12.1999, αλλά οφειλόταν στη δική της αυτόνομη δραστηριότητα, και συνεπώς το ζημιογόνο γεγονός δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ωφέλεια της εφεσίβλητης, καθώς στηρίζονται σε διαφορετική η καθεμία αιτία, υπερβαίνει δε την κατά το άρθρο 300 του Αστικού Κώδικα υποχρέωσή της για περιορισμό της έκτασης της ζημίας και ως εκ τούτου, συνιστά αυτοτελή λόγο κτήσης και διατήρησης του κέρδους από αυτήν, εκτός του δικαίου της αποζημίωσης. Περαιτέρω δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο καταλογισμός της ωφέλειας στη ζημία αντίκειται στην καλή πίστη, δεδομένου ότι, με τον τρόπο αυτό, η Διοίκηση θα επωφελείτο από την επιμέλεια εκείνου, κατά του οποίου είχε εκδοθεί η κριθείσα ως παράνομη πράξη της, με αποτέλεσμα να περιορίζονται, από ενέργειες του ζημιωθέντος, οι συνέπειες της παρανομίας της (βλ. ΣτΕ 3606/2012) όπως ορθά και νόμιμα έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του».
6. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 8.10.2020, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του ν. 3900/2010, από απόψεως δε αντικειμένου της διαφοράς ασκείται παραδεκτώς, κατά τις διατάξεις αυτές, διότι έχει χρηματικό αντικείμενο ανερχόμενο στο ποσό των 84.125,83 ευρώ, μετά την αφαίρεση κατά την καταβολή των νομίμων κρατήσεων και του αναλογούντος φόρου εισοδήματος. Με την κρινόμενη αίτηση, όπως αναπτύσσεται στο εισαγωγικό δικόγραφο, προβάλλεται ότι «κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 90 παρ. 1, 3 και 91 του ν. 2362/1995 δέχθηκε το Δικαστήριο ότι οι αξιώσεις της αντιδίκου για το χρονικό διάστημα από 21.12.1999 έως και 1.1.2007 δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, με τις σκέψεις ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή των απαιτήσεων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, άρχεται από τη γένεση της αξίωσης για καταβολή των ως άνω αποδοχών (Α.Ε.Δ. 32/2008), η οποία γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη με τον προαναφερθέντα διορισμό της αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21.5.2007. Εάν το κρίναν Δικαστήριο ορθώς ερμήνευε και εφάρμοζε τις ως άνω διατάξεις, θα δεχόταν ότι η ειδική βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, άρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, από της γενέσεως της απαιτήσεως, η οποία έλαβε χώρα από την έκδοση της ακυρωτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου την 23-06-2005 (και όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του διορισμού της στις 21.05.2007). Επομένως, κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει και αυτεπαγγέλτως ότι την 23.09.2009 (ημερομηνία επίδοσης της αγωγής της αντιδίκου) είχαν ήδη παραγραφεί οι απαιτήσεις της που αφορούσαν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα (21.12.1999 έως 01.01.2007) κατ’ εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και θα απέρριπτε την αγωγή». Ακολούθως, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και 300 του Α.Κ. απερρίφθη ο λόγος της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο παραπονέθηκε για την απόρριψη της ένστασης συνυπολογισμού ζημίας - ωφέλειας της αναιρεσίβλητης. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι «εάν έκρινε ορθώς, θα δεχόταν [το δικάσαν διοικητικό εφετείο] ότι η εργασία της […][αναιρεσίβλητης] από την οποία αποκόμισε τα προρρηθέντα εισοδήματα συνδέεται με πρόδηλη σχέση αιτίας και αποτελέσματος με την παράλειψη της διοίκησης (Πυροσβεστικής Υπηρεσίας) να την προσλάβει, ο συνυπολογισμός δε των εισοδημάτων που αυτή αποκόμισε από την εργασία της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρίσταται αναγκαίος για την εξεύρεση της πραγματικής ζημίας της, η οποία αντιστοιχεί σε ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας που μπορεί να απορρέει από ένα επιζήμιο γεγονός, όπως δηλ. συμβαίνει εν προκειμένω». Το αναιρεσείον παραπονείται, περαιτέρω, ότι «εσφαλμένη παρίσταται και η σκέψη που διατυπώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, σύμφωνα με την οποία η ωφέλεια από την προαναφερόμενη εργασία της αντιδίκου δεν προέρχεται από τη ζημιογόνο παράλειψη, αλλά από διαφορετική αιτία, δηλαδή από τη δική της αυτόνομη δραστηριότητα. Τούτο διότι, η εν λόγω επιμέλεια της αντιδίκου συνιστούσε, σε κάθε περίπτωση νόμιμη, κατ’ άρθρο 300 του Αστικού Κώδικα, υποχρέωσή της προς περιορισμό της ζημίας της, η παραμέληση της εκπλήρωσης της οποίας (υποχρέωση προς περιορισμό της ζημίας της) θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό ή και αποκλεισμό των αποζημιωτικών της αξιώσεων, κατ’ εφαρμογή της παραπάνω διάταξης». Προς θεμελίωση του παραδεκτού των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ/τος 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν κατά τα ανωτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, το αναιρεσείον Δημόσιο ισχυρίζεται ότι «υπάρχει αντικρουόμενη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του ζητήματος (αφενός ΣτΕ 1084/2016, 838/2015 και αφετέρου contra 850/2015 και 4034/2015)» καθώς επίσης και ότι «Η επίλυση των ως άνω τεθέντων νομικών ζητημάτων είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, τόσο ως προς τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, όσον και ως προς την έννοια του συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας».
7. Επειδή, ο παραπάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ο προτεινόμενος για τη θεμελίωση του παραδεκτού κατά την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 και την εξέταση από το Συμβούλιο της Επικρατείας της κρινόμενης αιτήσεως, αναφέρεται σε αμφότερους τους λόγους αναιρέσεως και έχει την έννοια, καθ’ ερμηνεία του, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα αντίστοιχα νομικά ζητήματα. Ο ως άνω ισχυρισμός, είναι, αναφορικά με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αβάσιμος. Διότι, ανεξαρτήτως εάν η παρατιθέμενη στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αντικρουόμενη, πάντως, κατά τη νομολογία τη διαμορφωθείσα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής, των αντιστοίχων περί αστικής ευθύνης και περί συμμορφώσεως της Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις, επί αξιώσεως υπαλλήλου του Δημοσίου (ή ν.π.δ.δ.) προς απόληψη αναδρομικώς αποδοχών ως αποζημίωση λόγω παράνομης παράλειψης καταβολής τους από το Δημόσιο, πέραν του ότι η εν λόγω αποζημιωτική αξίωση διακόπτεται με την άσκηση, μεταξύ άλλων, αιτήσεως ακυρώσεως κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης που αποτέλεσε τη βάση της (ΣτΕ 4402/2015, 2317/2013, 1287/2013, 2152/2010 7μ., 411/2010, 1214/2002 7μ.) και ότι δεν ισχύει στη διοικητική δίκη η αρχή της συμπληρώσεως της παραγραφής εν επιδικία (ΣτΕ 2268/2017, 2998/2015, 4381/2014, 2317/2013, 849/2003), πάντως από την έκδοση (ή δημοσίευση) πράξεως της Διοικήσεως προς συμμόρφωση, όπως έχει υποχρέωση, σε ακυρωτική δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε σε δίκη με αντικείμενο, κατά τα ανωτέρω, τη βάση της αποζημιωτικής αξίωσης, και εφ’ όσον η συμμόρφωση είναι πλημμελής, έτσι ώστε να παραμένει ανικανοποίητη η αξίωση απολήψεως των αναδρομικών αποδοχών, γεννάται πλέον εκ του λόγου τούτου - της πλημμελούς συμμορφώσεως - νέα αξίωση επί την απόληψη των αναδρομικών αποδοχών, με τον αντίστοιχο χρόνο παραγραφής (βλ. ΣτΕ 2070/2020, βλ. επίσης σε συνδυασμό ΣτΕ 255/2017, 4034/2015, 1761/2013, 1284/2013, 941/2013, 3411/2009 και ΣτΕ 4016/2012, 3191/2005), όπως κρίθηκε και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος ως άνω ισχυρισμός είναι, αναφορικά με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, ομοίως, απορριπτέος. Τούτο διότι οι ίδιες ως άνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1084/2016, 838/2015, 850/2015 και 4034/2015) τις οποίες επικαλείται το αναιρεσείον για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό περί αντικρουόμενης νομολογίας και, κατά συνεκδοχή, ανυπαρξία νομολογίας αναφορικά με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ουδόλως ασχολούνται με το νομικό ζήτημα του συνυπολογισμού ζημίας - ωφέλειας, κατ’ άρθρο 300 Α.Κ., για το οποίο προτείνεται, κατ’ επίκλησή τους, η θεμελίωση του παραδεκτού κατά την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989.
8. Επειδή, κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2021
Ο Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος Η Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
Ιωάννης Β. Γράβαρης Σταυρούλα Χάρου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Ιουνίου 2025.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Μαρίνα Παπαδοπούλου Ευδοκία Κιλισμανή