Αριθμός 1431/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. - Ε. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, για αναίρεση της αποφάσεως 166/2023 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-3-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/24.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-3-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 166/2023 απόφασης του δικάσαντος κατ` έφεση, Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 1η-3-2024 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Σ. - Ε. Ν. του Α., σε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα (30) ετών και έξι (6) μηνών, με εκτιτέα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης και σε συνολική χρηματική ποινή 30.500 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό κράτος, με σκοπό την προώθησή τους στο έδαφος κράτους - μέλους της ΕΕ, κατά συρροή, εκ κερδοσκοπίας, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, έχει ασκηθεί, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Κέρκυρας στις 19-3-2024, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε ορισμένους και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε’ του ΚΠοινΔ ( έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α` 95/11-6- 2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι` αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ` ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ` ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 543/2022, ΑΠ 640/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 88§1 περ. β' και γ' του Ν. 3386/2005 (όπως η §1 αυτού τροποποιήθηκε, με το άρθρο 15§8 του Ν. 3536/2007 και αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§4 του Ν. 3772/2009), "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε. Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α)... , β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ) με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο......». Ακολούθως, μετά την κατάργηση των διατάξεων του Ν. 3386/2005, με το άρθρο 139§§1 και 2 του Ν. 4251/2014 (ΦΕΚ Α’ 80/1-4-2014, "Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης" και λοιπές διατάξεις»), με τις διατάξεις του άρθρου 30§ 1 του Ν. 4251/2014 [: ισχύει, βάσει της διατάξεως του άρθρου 148 αυτού, δύο (2) μήνες μετά την - κατά την 1/4/2014 - δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή, από 1/6/2014], ορίσθηκε, ότι: "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α)...., β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ) με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο,....». Στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 12§5 του Ν. 4637/2019, αντικαταστάθηκαν, στο προπαρατιθέμενο άρθρο 30§1 περ. β' του Ν. 4251/2014, οι λέξεις "τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000)», με τις λέξεις "εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000)». Ήδη, δε, οι διατάξεις του Ν. 4251/2014 καταργήθηκαν, με το άρθρο 178 του Ν. 5038/2023 (ΦΕΚ Α’ 81/01-04-2023, "Κώδικας Μετανάστευσης»), ο οποίος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 179 αυτού, ισχύει, από 31-03-2024, ορίζοντας, σχετικώς, με το άρθρο 25§§1 περ. β' και 2 αυτού, ότι "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α)...., β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10)ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο (2) ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ) με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο». Από τις διατάξεις του άρθρου 88§1 περ. β' και γ' του Ν. 3386/2005 (όπως η §1 αυτού τροποποιήθηκε, με το άρθρο 15§8 του Ν. 3536/2007 και αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§4 του Ν. 3772/2009), που, ως ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο (ως προς το ανώτερο και κατώτερο όριο της αθροιστικά προβλεπόμενης χρηματικής ποινής), έχουν, κατά το άρθρο 2§1 Π Κ, εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση (ΑΠ 187/2023), προκύπτει, 1) ότι, με αυτές, θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο τελείται, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα, που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή τους προωθούν, από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια ή από αυτά, προς το έδαφος Κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τους ως λαθρομεταναστών, συνιστά, δε, επιβαρυντική περίσταση, κατά την περίπτωση β' της ανωτέρω διάταξης, μεταξύ των άλλων και όταν ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία, καθώς και όταν η ανωτέρω πράξη τελείται, υπό συνθήκες, από τις οποίες μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, 2) Για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού, μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, ή σε Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσος, είτε ενδεχόμενος (ΑΠ 554/2023, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 100/2022, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 274/2018, 1566/2018, ΑΠ 469/2015). 3) Για τη στοιχειοθέτηση του προκείμενου αδικήματος, αρκεί η αναφορά, ότι πρόκειται για μεταφορά υπηκόων τρίτων χωρών (χωρίς προσδιορισμό της εθνικότητάς τους), που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός της ταυτότητας ενός εκάστου των μεταφερομένων προσώπων (ΑΠ 320/2023, ΑΠ 100/2022). Επί παρανόμου μεταφοράς περισσοτέρων προσώπων, η μεταφορά ενός εκάστου αλλοδαπού αποτελεί διαφορετική πράξη - διακριτό έγκλημα, για το οποίο επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή, όπως, άλλωστε, ρητά και από την οικεία διάταξη του ανωτέρω σχετικού άρθρου, προβλέπεται, αφού ο παραβάτης αυτής, σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων, λόγω μεταφοράς περισσοτέρων προσώπων, τιμωρείται, κατά τις περί πραγματικής συρροής διατάξεις του άρθρου 94§1 ΠΚ (ΟλομΑΠ 9/1995, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1746/2019, ΑΠ 1413/2007). Όπως έχει κριθεί, στην περίπτωση παράνομης μεταφοράς μεταναστών, με τη φράση "για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο», προκρίθηκε από το νομοθέτη, επί συρροής εγκλημάτων, από τη μεταφορά περισσοτέρων, η εφαρμογή κατά την επιμέτρηση της ποινής, της διάταξης του άρθρου 94§1 του ΠΚ, για τη συρροή και όχι εκείνης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ανεξαρτήτως αν τα εγκλήματα, που συρρέουν, πραγματώθηκαν, με μία πράξη, με ένα, δηλαδή, μεταφορικό μέσο και το ίδιο δρομολόγιο ή με περισσότερα (ΟλομΑΠ 9/1995, ΑΠ 582/2024, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1746/2019, ΑΠ 1464/2019, ΑΠ 1413/2007, ΑΠ 1289/2002, ΑΠ 928/1999). Δηλαδή, η μεταφορά εντός της ελληνικής επικράτειας περισσότερων προσώπων, άπαξ και με το ίδιο μεταφορικό μέσο, συνιστά πραγματική συρροή περισσότερων του ενός εγκλημάτων, πραγματωθέντων με περισσότερες πράξεις και όχι αληθινή κατ' ιδέαν συρροή. Και τούτο, διότι κρίσιμο σημείο, δεν είναι ο Αριθμός των διαδρομών, που εκτέλεσε το χρησιμοποιηθέν μεταφορικό μέσο, για την πραγματοποίηση της μεταφοράς πολλών λαθρομεταναστών, εντός της ελληνικής επικράτειας, αλλά η "διευκόλυνση" της εισόδου τους, η οποία αποτελεί σύνθετη ενέργεια, για κάθε πρόσωπο που συνάπτει χωριστή σύμβαση μεταφοράς, μέρος της οποίας (ενέργειας) συνιστά και η χρησιμοποίηση του μεταφορικού μέσου (ΑΠ 283/2022, ΑΠ 1746/2019, ΑΠ 1464/2019). Η επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης από κερδοσκοπία συντρέχει, όταν ο δράστης αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος, δηλαδή, όταν προκύπτει οικονομική συναλλαγή, μεταξύ αυτού και των μεταφερομένων προσώπων ή άλλων, για τη μεταφορά, δεν είναι δε απαραίτητο, στην καταδικαστική απόφαση, να προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής (ΑΠ 582/2024, ΑΠ 128/2023, ΑΠ 960/2023, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1077/2023, ΑΠ 344/2023, ΑΠ 726/2022, ΑΠ 802/2020, ΑΠ 615/2020). Επιβαρυντική περίσταση, συνιστά η περίπτωση, κατά την οποία, από τον τρόπο και τις συνθήκες μεταφοράς, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Η συνδρομή αυτής της επιβαρυντικής περίστασης, ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθιστά την εν λόγω αξιόποινη πράξη έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως. Ως κίνδυνος, με τον οποίο πρέπει να συνέχεται η πράξη αυτή, για τη θεμελίωση της ανωτέρω επιβαρυντικής περίστασης, νοείται η επικείμενη επέλευση βλάβης, χωρίς να είναι αναγκαία η επέλευσή της, αρκεί να κρίνεται, ότι η πράξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται πρόσφορη και ικανή, ως εκ της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Η δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως θα πρέπει να εμπεριέχεται στη συνολική δράση του υπαιτίου, έτσι ώστε, από την πράξη του, να δημιουργείται κίνδυνος για άνθρωπο, ενώ η δυνατότητα δημιουργίας τέτοιου κινδύνου συνάγεται, κατά κρίση αντικειμενική, ήτοι, κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα, λαμβάνονται δε υπόψη, προς τούτο, τα δεδομένα του χρόνου τελέσεως και όχι άλλα, που ανέκυψαν εκ των υστέρων (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 365/2022, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 457/2022). Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και 171 παρ. 1 περ. δ` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020). Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ` αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, αυτό όμως δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, που αφορά αποδοχή μεταφοράς και προώθησης από την ελληνική επικράτεια προς το έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπηκόων τρίτης χώρας που δεν ήταν εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα κατά συρροή και από κερδοσκοπία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021). Περαιτέρω η απαιτούμενη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν, εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, προβάλλονται δε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα αναγκαία για την θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά. Έτσι, ο ισχυρισμός με τον οποίον ο κατηγορούμενος προβάλλει "άλλοθι" είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και δεν απαιτείται για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία (ΑΠ 1079/2016, ΑΠ 126/2015). Παρά ταύτα, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, δεδομένης της σημασίας του, για την κατάλυση της κατηγορίας, πρέπει, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), να απαντάται από τα Δικαστήρια της ουσίας, αφού, σε περίπτωση προβολής ισχυρισμού ‘‘άλλοθι’’ από τον κατηγορούμενο και μη απόρριψής του από το Δικαστήριο, με βάση αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα, καταλείπονται στη σκέψη κάθε λογικού ανθρώπου εύλογες αμφιβολίες για την ενοχή του (ΑΠ 1165/2021). Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 127/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ`αυτήν (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: ‘‘Στις 15-3-2014 και πριν τη 10η πρωινή, το ταχύπλοο σκάφος υπό στοιχεία «...», με σημαία Ιταλίας, το οποίο κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή έπλεε στη θαλάσσια περιοχή 6,5 ναυτικά μίλια δυτικά των Παξών, εμφάνισε ξαφνικά πρόβλημα στη μία μηχανή του και αναγκάστηκε να ακινητοποιηθεί. Ευθύς αμέσως, λόγω και του δυσανάλογα μεγάλου ανθρώπινου φορτίου που έφερε, προκλήθηκε εισροή θαλάσσιων υδάτων στη λέμβο, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη σταδιακή βύθισή της. Επί του ως άνω σκάφους, όπως αποδείχτηκε, επέβαιναν συνολικά πενήντα εννέα (59) αλλοδαποί υπήκοοι Πακιστάν, Συρίας, Αφγανιστάν, Ινδίας και Μπαγκλαντές και συγκεκριμένα οι: 1…… ΚΑΙ 58. (Ε.) Α. (Ο.) Α. Τ. Ν.. Κ. Τ. S., ΓΕΝ. 31-08-1981 ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ (ΚΑΤΑ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ) καθώς και ο Η. S. Τ. Μ. Α. Κ. Τ. S. Β., ΓΕΝ. 3-5-1992 ΣΤΟ ΠΑΚΙΣΤΑΝ (ΚΑΤΑ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ), σε βάρος του οποίου είχε, ομοίως, ασκηθεί ποινική δίωξη για την ίδια πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είχε, ωστόσο, κηρυχθεί αθώος αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Άπαντες οι ως άνω αλλοδαποί, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στο ελληνικό έδαφος και στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, είχαν μεταφερθεί από διάφορα μέρη της ελληνικής Επικράτειας και ιδίως από την Αθήνα και το Μεσολόγγι σε παραλία του Ν. Πρέβεζας, με τη βοήθεια οργανωμένου κυκλώματος μεταφοράς παράνομων μεταναστών. Πλέον συγκεκριμένα, άγνωστα άτομα, αλλοδαπής προέλευσης, στις περισσότερες περιπτώσεις ομοεθνείς τους, τους προσέγγισαν και προσφέρθηκαν να αναλάβουν τη μεταφορά τους στην Ιταλία, ακτοπλοϊκώς, έναντι αμοιβής 2.000 - 2.500 ευρώ. Στη συνέχεια ενώ οι αλλοδαποί κατέφθαναν στην περιοχή της Πρέβεζας (με ΚΤΕΛ ή ταξί), άγνωστο άτομο, αλλοδαπής υπηκοότητας, τους παραλάμβανε και τους οδηγούσε σε εγκαταλελειμμένη οικία, όπου παρέμεναν μέχρι να συμπληρωθεί συγκεκριμένος Αριθμός ατόμων. Τις πρώτες πρωινές ώρες της ημέρας που έλαβε χώρα το ως άνω περιστατικό (15ης -3-2014), αλλοδαπά άτομα τους επιβίβασαν σε ένα φορτηγό και μετά από διαδρομή δύο περίπου ωρών τους αποβίβασαν σε μία πλαγιά απ' όπου πεζή κατέληξαν στη παραλία. Εκεί περί τις 06.45, οι αλλοδαποί ξεκίνησαν να επιβιβάζονται, ανά δέκα περίπου άτομα τη φορά, σε ένα μικρό σκάφος, λευκού χρώματος, το οποίο με τη σειρά του τους μετέφερε σε ένα μεγαλύτερο σκάφος, το υπό στοιχεία ‘‘...’’, που βρισκόταν αγκυροβολημένο ανοιχτά της ακτής. Χειριστής του μικρότερου σκάφους, όπως αποδείχτηκε, ήταν ο κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισαν αβίαστα, αυθόρμητα και μετά βεβαιότητας, εκ των μεταφερόμενων αλλοδαπών, οι: 1) (ΕΠ) Ι. (Ο.) Υ. του Μ. και της S., υπήκοος Συρίας, στην αναγνωσθείσα από 15-3- 2014 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα με διερμηνέα ενώπιον του Σημαιοφόρου Λ.Σ. Χ. Σ., 2) (ΕΠ) A. (Ο.) Α. του Ν. και της S., υπήκοος Συρίας στην αναγνωσθείσα από 15-3-2014 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα με διερμηνέα ενώπιον του Σημαιοφόρου Λ.Σ. Χ. Σ. και 3) (Ε.) Η. Κ. (Ο.) F. του Η. και της F., υπήκοος Συρίας, στην αναγνωσθείσα από 15-3-2014 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ενώπιον του Σημαιοφόρου Λ.Σ. Χ. Σ., όταν τους επιδείχτηκε σχετικά η φωτογραφία του κατηγορουμένου από τους διενεργήσαντες την προανάκριση λιμενικούς. Ο κατηγορούμενος με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αμφισβητεί την παρατηρητικότητα των ως άνω μαρτύρων και κατ' επέκταση την αξιοπιστία τους, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν κατά την επιβίβαση και μεταφορά των αλλοδαπών από το ένα σκάφος στο άλλο (νύχτα, έλλειψη φωτισμού) και της κατάστασης στην οποία αυτοί βρίσκονταν (μειωμένη αντιληψιμότητα, λόγω της κούρασης και της ταλαιπωρίας που είχαν υποστεί αλλά και του άγχους ενόψει της επικείμενης μεταφοράς τους μέσω θάλασσας σε μία ξένη χώρα). Ωστόσο όπως αποδεικνύεται κατά την ώρα που ξεκίνησε η επιβίβαση των αλλοδαπών είχε ήδη ξημερώσει (η ανατολή ηλίου την 15η Μαρτίου του 2014 ήταν στις 06.49), το δε χρονικό διάστημα που οι ως άνω μάρτυρες παρέμειναν στο μικρό σκάφος, από την επιβίβασή τους από την ακτή μέχρι την προσέγγιση του μεγαλύτερου σκάφους και τη μετεπιβίβασή τους σε αυτό, ήταν αρκετό ώστε να μπορέσουν να παρατηρήσουν τον άνθρωπο που χειριζόταν το σκάφος που τους μετέφερε. Άλλωστε οι καταθέσεις τους δόθηκαν την ίδια ημέρα, ιδίως του (ΕΠ) Ι. (Ο.) Υ., η οποία λήφθηκε πρώτη στις 17.36, και συνεπώς η μνήμη τους ήταν καθόλα νωπή και ήταν σε θέση να ανακαλέσουν ευκολότερα πρόσωπα και γεγονότα. Οι λοιποί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί ταλαιπωρίας και κούρασης των αλλοδαπών μαρτύρων συνεπεία της αναμονής τους επί τετραημέρου στην εγκαταλελειμμένη οικία στην Πρέβεζα αλλά και του άγχους για το επικείμενο ταξίδι τους στην Ιταλία, δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αντιθέτως όπως αποδείχτηκε, άπαντες οι μεταφερόμενοι, συνεπώς και οι ως άνω μάρτυρες, μετά την περισυλλογή τους από παρακείμενο επιβατηγό πλοίο, ήταν καλά στην υγεία τους και κανένας δεν χρειάστηκε να διακομιστεί σε νοσοκομείο, οι δε συνθήκες μεταφοράς τους μέχρι την Πρέβεζα και εν συνεχεία σε παραλία αυτής, ως περιγράφηκαν ανωτέρω δεν υπήρξαν ούτε κοπιώδεις ούτε εξαντλητικές, δεδομένου ότι πρόκειται για άτομα, που διένυσαν χιλιάδες χιλιόμετρα από τις πατρίδες τους για να βρεθούν στην Ελλάδα και συνεπώς είναι συνηθισμένα στις κακουχίες και τις αντιξοότητες επιπροσθέτως δε το ταξίδι τους μέχρι την Πρέβεζα ήταν σύντομο ενώ είχαν και το χρονικό περιθώριο ανάπαυσης στην εγκαταλελειμμένη οικία πριν την αναχώρηση τους. Με βάση τα ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει καθ' όλα αξιόπιστες τις μαρτυρίες των ως άνω τριών μεταφερόμενων αλλοδαπών, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από αυτούς ως το άτομο που τους μετέφερε με το μικρότερο σκάφος, ως χειριστής αυτού, στο σκάφος «...». Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το επίδικο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην Κέρκυρα, ετοιμάζοντας το σκάφος του προκειμένου να εκτελέσει προγραμματισμένο δρομολόγιο στους Παξούς και συγκεκριμένα ότι πριν την 7η πρωινή της 15ης Μαρτίου του 2014 βρισκόταν μαζί με τον γιο του Α. Ν. στο πρατήριο υγρών καυσίμων της SHELL στην περιοχή των ..., όπου ανέμεναν τον Σ. Α., ο οποίος διατηρεί παρακείμενη μάντρα σκαφών, στην οποία φυλασσόταν το σκάφος του, προκειμένου να το ετοιμάσουν, ότι εν συνεχεία και αφού το εφοδίασαν με καύσιμα αποχώρησαν από το χώρο του πρατηρίου και κατευθύνθηκαν προς το Εμπορικό Κέντρο, όπου ο κατηγορούμενος έριξε το σκάφος στη θάλασσα, επικαλείται δε σχετικά τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Α. Κ., υπαλλήλου του ως άνω πρατηρίου, Μ. Γ. και Γ. Φ., επιβατών στο προγραμματισμένο δρομολόγιο για Παξούς στις 15-3-2014, Α. Ν., γιου του, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, την από 16-3-2014 έκθεση ένορκη εξέτασης του μάρτυρα Σ. Α.υ, ιδιοκτήτη της μάντρας σκαφών στις ... και την από 17-3-2014 υπεύθυνη δήλωση της ίδιας ως άνω υπαλλήλου του πρατηρίου. Αναφορικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του κατηγορουμένου λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Οι μάρτυρες Μ. Γ. και Γ. Φ., εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατέθεσαν ότι είχαν ραντεβού με τον κατηγορούμενο, την 8η πρωινή ο πρώτος στην Κέρκυρα και την 9η πρωινή της 15ης Μαρτίου του 2014 ο δεύτερος στον Κάβο Λευκίμμης, προκειμένου να μεταβούν στους Παξούς για επαγγελματικούς λόγους. Οι εν λόγω ένορκες καταθέσεις δεν αμφισβητούνται μόνο ως προς το περιστατικό που περιγράφουν αφού πράγματι όπως αποδείχτηκε ο κατηγορούμενος είχε προγραμματίσει δρομολόγιο στις 15-3-2014 από Κέρκυρα σε Πλαταριά Θεσπρωτίας - Κάβο Λευκίμμης Κέρκυρας - Παξούς και αυθημερόν επιστροφή. Εντούτοις δεν προέκυψε η ακριβής ώρα που ο κατηγορούμενος παρέλαβε τον πρώτο επιβάτη Μ. Γ., ο οποίος στην ως άνω κατάθεσή του αναφέρθηκε μεν στην ώρα του ραντεβού του με τον κατηγορούμενο (8η πρωινή της 15-3-2014) όχι όμως και στην ώρα άφιξης του τελευταίου στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης, με αποτέλεσμα να καταλείπεται αμφιβολία για το χρόνο παραλαβής του επιβάτη Γ. από τον κατηγορούμενο. Σημειωτέον ο Φ. στην ως άνω κατάθεσή του αναφέρει ότι μολονότι το ραντεβού ήταν στις 09.00 στον Κάβο Λευκίμμης εντούτοις ο κατηγορούμενος καθυστέρησε λόγω προβλήματος του σκάφους. Περαιτέρω, η υπάλληλος του πρατηρίου της SHELL στις ... Α. Κ., εξεταζόμενη πρωτοδίκως, κατέθεσε ότι είδε τον πρώτο κατηγορούμενο με τον γιο του μεταξύ "7 και 7.30 το πρωί" και του μίλησε, θυμάται δε την ώρα "επειδή εκείνη την ώρα πάντα έρχεται το βυτίο που ξεφορτώνει καύσιμα" ενώ καταλήγει ότι "Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν εκεί και του μίλησα και του είπα να κλείσει τη μηχανή του γιατί θα ερχόταν το βυτίο να ξεφορτώσει καύσιμα. Πρέπει να ήταν 7.30 με οκτώ παρά». Από την ανάγνωση της ως άνω κατάθεσης καθίσταται σαφές ότι η υπάλληλος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ώρα άφιξης του κατηγορουμένου και του γιου του στο πρατήριο, σε αντίθεση με την από 17-3-2014 υπεύθυνη δήλωσή της στην οποία προσδιορίζει την ώρα έλευσης "περί ώρα 7 το πρωί». Η υπεύθυνη δήλωση αυτή, ωστόσο, ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της φέρει, προσκομίστηκε δε το πρώτο ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, και δη σε απλή φωτοτυπία, μολονότι φέρεται συμπληρωθείσα λίγες μόνο ημέρες μετά το επίδικο συμβάν, γεγονός που θέτει εν αμφιβάλω το περιεχόμενο της. Ακολούθως ο ιδιοκτήτης της μάντρας Σ. Α., στην από 16-3-2014 έκθεση ένορκης εξέτασής του ενώπιον του Ανακριτή Κέρκυρας, κατέθεσε ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο, την προηγούμενη ημέρα (14-3-2014) να τον ξυπνήσει γύρω στις 6.30 το πρωί της επομένης, ότι ο ίδιος μετέβη στο μαγαζί του (στη μάντρα) γύρω στις "7 με 7.15" και ότι ο κατηγορούμενος πήρε το σκάφος του "γύρω στις 7.40». Από την ως άνω κατάθεση, ωστόσο, δεν προκύπτει η ώρα που προσήλθε στη μάντρα ο κατηγορούμενος, ούτε εάν βρισκόταν αυτός εκεί την ώρα που προσήλθε ο μάρτυρας (7 με 7.15 σύμφωνα με την κατάθεσή του), παρά μόνο ο χρόνος παραλαβής του σκάφους από τον κατηγορούμενο περί της 7.40. Περαιτέρω, ο γιος του κατηγορουμένου, εξεταζόμενος πρωτοδίκως κατέθεσε ότι αφού ξύπνησε τον πατέρα του στις 06.00 το πρωί της 15-3-2014, όπως ο τελευταίος του είχε ζητήσει, μετέβησαν οι δυο τους στο χώρο του πρατηρίου (δεν προσδιορίζει την ώρα) όπου περίμεναν μέχρι να ανοίξει η μάντρα των σκαφών του Α. και ότι μόλις άνοιξε η μάντρα πήραν το σκάφος, το οποίο έριξε ο πατέρας του στη θάλασσα κατά τις 9.00 το πρωί ενώ στην ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατάθεσή του αναφέρει ότι έφτασαν στο πρατήριο στις 07.30 το πρωί. Συμπερασματικά: Η ως άνω κατάθεση της Α. Κ., μολονότι δεν αμφισβητείται ως προς το περιγραφόμενο περιστατικό της προσέλευσης του κατηγορουμένου και του γιου του στο πρατήριο το πρωί της 15-3-20114 εντούτοις κρίνεται ασαφής ως προς την ακριβή ώρα που έλαβε χώρα η προσέλευση αυτή, την οποία καταλήγει τελικά η μάρτυρας να προσδιορίσει με απόκλιση μεγαλύτερη της μισής ώρας ήτοι από τις 7.00 μέχρι τις "οκτώ παρά». Όσον αφορά τις καταθέσεις του γιου του κατηγορουμένου πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, στην μεν πρώτη ο μάρτυρας απλώς αρκέστηκε να επιβεβαιώσει ότι από ώρα 06.00 που ξύπνησε τον πατέρα του μέχρι ώρα 09.00 που ο τελευταίος έριξε το σκάφος του στη θάλασσα ήταν μαζί του χωρίς, ωστόσο, να παραθέτει τον ακριβή χρόνο που έλαβαν χώρα τα περιγραφόμενα από αυτόν περιστατικά (άφιξή τους στο πρατήριο, προσέλευση Α. στη μάντρα, αποχώρηση τους από τη μάντρα και το πρατήριο), σε μία υπόθεση που ο ακριβής χρόνος των γεγονότων έχει ιδιαίτερη σημασία αφού σε αυτόν στηρίζεται η υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου, στη δε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του προσδιορίζει το χρόνο άφιξης μαζί με τον πατέρα του στο πρατήριο προς ανεφοδιασμό του σκάφους, στις 07.30 το πρωί, κατάθεση η οποία, ωστόσο δεν τελεί σε χρονική αλληλουχία με την πρωτόδική κατάθεσή του σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος έριξε το σκάφος στην περιοχή του Εμπορικού Κέντρου, το οποίο απέχει μόλις 1,5 χιλιόμετρο περίπου από το πρατήριο των ... περί ώρα 09.00, με αποτέλεσμα να καταλείπεται χρονικό κενό σχεδόν μιάμιση ώρας από την αναχώρηση από το πρατήριο μέχρι που έριξε ο κατηγορούμενος το σκάφος στη θάλασσα, η οποία δεν δικαιολογείται από το μάρτυρα. Εγείρεται βέβαια το ερώτημα πως ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις καταθέσεις του γιου του, έριξε τελικά το σκάφος στη θάλασσα στις 09.00 όταν το ραντεβού του με τον Γ. ήταν στις 08.00 το πρωί. Οι εν λόγω ένορκες καταθέσεις, συνεπώς, τόσο λόγω των χρονικών κενών και ερωτημάτων που παρουσιάζουν όσο και λόγω της στενής συγγενικής σχέσης που συνδέει τον κατηγορούμενο με τον μάρτυρα δεν κρίνονται αξιόπιστες από το παρόν Δικαστήριο. Τέλος, αναφορικά με την ένορκη κατάθεση του Α., ομοίως εγείρονται αμφιβολίες κατά πόσο ήταν σε θέση ο μάρτυρας να γνωρίζει τον χρόνο αποχώρησης του κατηγορουμένου από την μάντρα και να τον προσδιορίζει με σχετική ακρίβεια (γύρω στις 7.40) όταν τη δική του άφιξη στο μαγαζί του την τοποθετεί χρονικά με απόκλιση ενός τετάρτου (γύρω στις 07.00 με 07.15). Οι καταθέσεις συνεπώς, των Κ. - Α. μολονότι δεν αμφισβητούνται ως προς τα περιστατικά που περιγράφονται με αυτές, δηλαδή τη προσέλευση του κατηγορούμενου και του γιου του στο χώρο του πρατηρίου της Shell στις ..., την αναμονή εκεί μέχρι την έλευση του ιδιοκτήτη της μάντρας φύλαξης σκαφών Σ. Α.υ, την είσοδο σε αυτήν, την ετοιμασία του σκάφους, τον ανεφοδιασμό του με βενζίνη και την αποχώρηση από το πρατήριο, εντούτοις δεν κρίνονται ακριβείς, σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα, ως προς την ώρα που έλαβαν χώρα τα περιστατικά αυτά και δεν δύνανται δεν αναιρέσουν το περιεχόμενο των ως άνω ενόρκων καταθέσεων των τριών αλλοδαπών μεταφερόμενων. Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ξεκίνησε από την οικία του στον ... Κέρκυρας περί της 06.00 το πρωί της 15-3-2014, αφίχθη στην Κέρκυρα, η οποία απέχει λιγότερο από 15 λεπτά με αυτοκίνητο από τον ..., λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών (καλοκαιρία, έλλειψη κίνησης) και ακολούθως γύρω στις 06.45 απέπλευσε από την Κέρκυρα για την παραλία της Πρέβεζας, απόσταση για την οποία ο κατηγορούμενος, ως έμπειρος καπετάνιος δεν θα χρειαζόταν με σκάφος περισσότερο από μισή ώρα (ο ίδιος προσδιορίζει στην, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, απολογία του το χρόνο μετάβασης από Κέρκυρα - Πλαταριά Θεσπρωτίας, η οποία βρίσκεται λίγο βορειότερα από τις ακτές της Πρέβεζας, σε 20 - 30 λεπτά της ώρας), ξεκίνησε να επιβιβάζει στο σκάφος που χειριζόταν τους αλλοδαπούς και αφού ολοκλήρωσε την μετεπιβίβαση τους στο «...», η οποία αν ξεκίνησε περί τις 6.45 θα είχε ολοκληρωθεί γύρω λίγο μετά τις 7.00 (60 περίπου μεταφερόμενοι ανά δέκα άτομα σε κάθε διαδρομή ήτοι 6 διαδρομές από την ακτή μέχρι το "J. ….», το οποίο δεν θα απείχε περισσότερο από μερικές εκατοντάδες μέτρα από τη στεριά και επιστροφή), επέστρεψε στην Κέρκυρα, στον ίδιο χρόνο. Με τα δεδομένα αυτά είχε το χρονικό περιθώριο λίγο πριν τις 08.00 να βρίσκεται στην περιοχή των ... και δη στο πρατήριο και στη μάντρα φύλαξης σκαφών του Α. προκειμένου να παραλάβει το σκάφος του για να εκτελέσει το προγραμματισμένο για τη συγκεκριμένη ημέρα δρομολόγιο. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το σκάφος «...», το οποίο ανήκε κατά κυριότητα σε αλβανό υπήκοο, αγνώστων στοιχείων, τα τελευταία τέσσερα έτη πριν το επίδικο συμβάν, φυλασσόταν σε μάντρα φύλαξης στην Πλαταριά Θεσπρωτίας, ιδιοκτησίας του Η. Σ.. Ο κύριος του σκάφους είχε δηλώσει υπεύθυνο αυτού τον κατηγορούμενο, στο όνομα του οποίου είχε καταχωριστεί το σκάφος και εκδιδόταν οι αποδείξεις του μισθώματος φύλαξης. Ο τελευταίος δύο ημέρες πριν το περιστατικό είχε ζητήσει από τον Σ. να ετοιμάσει το σκάφος γιατί θα ερχόταν κάποιος να το πάρει. Το συγκεκριμένο σκάφος είχε εμφανίσει επανειλημμένα προβλήματα τόσο μηχανικά όσο και στεγανότητας, την τελευταία δε φορά μόλις την προηγούμενη του συμβάντος, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος από δοκιμές που είχε κάνει και ο ίδιος, ο οποίος άλλωστε είχε κατ' επανάληψη επιμεληθεί της επισκευής του, σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις του Η. Σ. τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η επιβίβαση στο σκάφος τόσου μεγάλου αριθμού ανθρώπων που υπερέβαιναν κατά πολύ τον προβλεπόμενο για το μέγεθος του αριθμό επιβατών σε συνδυασμό με τις μηχανικές δυσλειτουργίες και τα προβλήματα στεγανότητάς του είχαν ως αποτέλεσμα την ακινητοποίηση του σκάφους στη θαλάσσια περιοχή εκτεινόμενη ανοιχτά του Ν. Πρέβεζας μέχρι 6,5 ναυτικά μίλια της νήσου των Παξών και την εισροή υδάτων σε αυτό, γεγονός που οδήγησε σταδιακά στη βύθιση του. Το δε κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των μεταφερόμενων επέτεινε το γεγονός ότι αυτοί, λόγω και των χωρών προέλευσής τους δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν κολύμπι, τουλάχιστον στην πλειονότητα τους. Κατά συνέπεια η πιθανότητα πνιγμού ήταν σφόδρα πιθανή για τους μεταφερόμενους αλλοδαπούς, αν αυτοί δεν περισυλλέγονταν από παραπλέον σκάφος που κλήθηκε να συνδράμει στη διάσωσή τους. Τέλος, η κατ" επάγγελμα τέλεση από τον κατηγορούμενο της ως άνω πράξης της διευκόλυνσης μεταφορών υπηκόων τρίτων χωρών σε χώρες της Ε.Ε. αποδεικνύεται από τον τρόπο που αυτός ενήργησε, όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για τη μεταφορά των αλλοδαπών με την επιλογή του μέσου (σκάφους «...»), του χρόνου και του τόπου επιβίβασης των αλλοδαπών (πρωινή ώρα σε απόμερη παραλία ώστε οι πιθανότητες εντοπισμού τους να είναι μικρότερες) και συμμετέχοντας σε οργανωμένη επιχείρηση που περιελάβανε προσέγγιση των μεταφερόμενων σε διάφορες πόλεις της Επικράτειας, από άγνωστους αλλοδαπούς, που αναλάμβαναν την μεταφορά τους στην Πρέβεζα, την συγκέντρωσή τους σε εγκαταλελειμμένη οικία, τη συνοδεία τους μέχρι τη συγκεκριμένη παραλία και την επιβίβαση τους σε πλωτό μέσο που τελικό προορισμό είχε την Ιταλία, έναντι αμοιβής, ενέργειες που καταδεικνύουν οργανωμένη ετοιμότητα του κατηγορουμένου με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης που σκοπό είχε τον πορισμό εισοδήματος. Με βάση όλα τα ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της διευκόλυνσης μεταφοράς πενήντα οκτώ (58) υπηκόων τρίτων χωρών (ως πρωτοδίκως ήτοι των προαναφερόμενων πλην του συγκατηγορούμενού του σε πρώτο βαθμό H. S. Τ. Μ. Α. Κ. Τ. S. Β.), που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος με σκοπό την προώθησή τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. κατά συρροή και από κερδοσκοπία, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας κήρυξε ένοχο την κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό κράτος, με σκοπό την προώθησή τους στο έδαφος κράτους - μέλους της ΕΕ, κατά συρροή, εκ κερδοσκοπίας, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, με το ακόλουθο διατακτικό: ‘‘
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, του ότι: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, τέλεσε με πρόθεση έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και με χρηματική ποινή. Ειδικότερα στον κάτωθι αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία διευκόλυνε τη μεταφορά, κατά συρροή, πλειόνων υπηκόων τρίτης χώρας, από την Ελλάδα, εκτός της ελληνικής επικράτειας, με σκοπό να ταξιδέψουν σε χώρα μέλος της Ε.Ε., ενώ δεν είχαν νόμιμα νομιμοποιητικά και ταξιδιωτικό έγγραφα. Συγκεκριμένα: Την 15-3-2014 και περί ώρα 09.45 π.μ. στη θαλάσσια περιοχή εκτεινόμενη ανοιχτά του νομού Πρέβεζας μέχρι 6,5 ναυτικά μίλια ,δυτικά των Παξών, διευκόλυνε την μεταφορά περισσότερων του ενός προσώπων, υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για να τους προωθήσει στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο διευκόλυνε τη μεταφορά των ακόλουθων υπηκόων Πακιστάν, Συρίας, Αφγανιστάν, Ινδίας και Μπαγκλαντές: 1…. ….. ΚΑΙ 58. (Ε.) Α. (Ο.) Α. Τ. Ν.. Κ. Τ. S., ΓΕΝ. 31-08-1981 ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ (ΚΑΤΑ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ). Οι παραπάνω είχαν εισέλθει παράνομα στο ελληνικό έδαφος και στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος τους παρέλαβε από παραλία του Ν. Πρέβεζας με μικρό σκάφος, λευκού χρώματος και χειριστή τον ίδιο και ακολούθως τους επιβίβασε στο υπό στοιχεία ... ταχύπλοο σκάφος, σημαίας Ιταλίας, το οποίο πλοηγούσε άγνωστος δράστης, σε θαλάσσια περιοχή ανοιχτά του νομού Πρέβεζας, με σκοπό να τους προωθήσει στο έδαφος της Ιταλίας. Στην παραπάνω πράξη του ο κατηγορούμενος προέβη από κερδοσκοπία, αφού κατά την άφιξη των παραπάνω αλλοδαπών στην Ιταλία κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός θα κατέβαλε σε αυτόν και σε άλλα άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, τα οποία τους μετέφεραν από την Αθήνα και άλλες πόλεις στην παραπάνω παραλία της Πρέβεζας, χρηματικό ποσό από 1.500 έως 3.000 ευρώ. Ενήργησε δε την ανωτέρω πράξη με τρόπο, που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και ειδικότερα επιβίβασε τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς στο ανωτέρω σκάφος, το οποίο τελούσε σε επισκευή λόγω προβλημάτων στεγανότητας. Λόγω των προβλημάτων αυτών και δυσλειτουργιών της μίας μηχανής σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χωρητικότητα του σκάφους για έναν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, κατά τη διάρκεια του πλου προκλήθηκε εισροή υδάτων σε αυτό, με συνέπεια να μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, που συνίσταται στην πιθανότητα πνιγμού των μεταφερομένων στη θαλάσσια περιοχή 6,5 ναυτικών μιλίων δυτικά των Παξών. Είναι δε πρόσωπο που τελεί το έγκλημα της διευκόλυνσης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών σε Χώρες της Ε.Ε. κατ' επάγγελμα, καθώς από τον τρόπο τέλεσης της ως άνω περιγραφόμενης πράξης, την υποδομή που είχε διαμορφώσει, εκτελώντας τις παραπάνω πράξεις διευκόλυνσης σε μεταφορά αλλοδαπών, που είχε προπαρασκευαστεί και οργανωθεί αρκετές ημέρες πιο πριν με τη μεταφορά των παραπάνω αλλοδαπών από διάφορα μέρη της ελληνικής επικράτειας και ιδίως την Αθήνα, στην παραπάνω παραλία του νομού Πρέβεζας και τη συμμετοχή του στην κατά τα άνω οργανωμένη επιχείρηση μεταφοράς αλλοδαπών, προκειμένου να κερδίζει αδιευκρίνιστα, εισέτι, στην ανάκριση ποσά, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερόμενους αλλοδαπούς, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος''. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφαση του, για την αποδιδόμενη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, με σκοπό την προώθηση τους στο έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ, κατά συρροή, εκ κερδοσκοπίας, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 εδαφ. 1 , 27 παρ. 1 , 51 , 53 , 57, 68 , 76, 79, 80, 83 , 84 παρ. 1 και 2 περ. ε', 85, 94 παρ. 1 του ΠΚ, 88§§1 περ. β', γ' και 10 του Ν. 3386/2005, όπως η §1 αυτού αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 48§4 του Ν. 3772/2009 και η §10 αυτού προστέθηκε, με το άρθρο 48§5 του Ν. 3772/2009, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, διαλαμβάνει με τις παραδοχές του στην προσβαλλομένη απόφαση α) ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, την 15- 3-2014, στη θαλάσσια περιοχή, που εκτεινόταν ανοιχτά του νομού Πρέβεζας, μέχρι 6,5 ναυτικά μίλια δυτικά των Παξών, διευκόλυνε την μεταφορά περισσότερων του ενός προσώπων και ειδικότερα των πενήντα οκτώ (58), υπηκόων τρίτων χωρών (Πακιστάν, Συρίας, Αφγανιστάν, Ινδίας και Μπαγκλαντές), των οποίων τα στοιχεία ταυτότητας αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του και οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, για να τους προωθήσει στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε., παραλαμβάνοντας αυτούς, από παραλία του Ν. Πρέβεζας με μικρό σκάφος, λευκού χρώματος και χειριστή τον ίδιο και ακολούθως, επιβιβάζοντάς τους στο υπό στοιχεία «...», ταχύπλοο σκάφος, σημαίας Ιταλίας (το οποίο διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, αφού στο όνομα του είχε αυτό καταχωριστεί και εκδίδονταν οι αποδείξεις του μισθώματος φύλαξης αυτού), το οποίο πλοηγούσε άγνωστος δράστης, σε θαλάσσια περιοχή ανοιχτά του νομού Πρέβεζας, με σκοπό να τους προωθήσει στο έδαφος της Ιταλίας, β) ότι ο αναιρεσείων προέβη στην παραπάνω πράξη του, από κερδοσκοπία, αφού κατά την άφιξη των παραπάνω αλλοδαπών στην Ιταλία κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός θα κατέβαλε σε αυτόν και σε άλλα άγνωστα πρόσωπα, τα οποία τους μετέφεραν από την Αθήνα και άλλες πόλεις στην παραπάνω παραλία της Πρέβεζας, χρηματικό ποσό από 1.500 έως 3.000 ευρώ, και γ) ότι ο αναιρεσείων ενήργησε την ανωτέρω πράξη με τρόπο, από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και ειδικότερα, επιβίβασε τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς στο ανωτέρω σκάφος, αν και γνώριζε ότι αυτό τελούσε σε επισκευή, λόγω προβλημάτων στεγανότητας και δυσλειτουργίας της μηχανής του, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χωρητικότητα του σκάφους, για έναν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια του πλου, να προκληθεί εισροή υδάτων σε αυτό και να προκληθεί κίνδυνος για άνθρωπο, συνιστάμενος στην πιθανότητα πνιγμού των προσώπων, που μεταφέρονταν, με το ανωτέρω ταχύπλοο σκάφος, στη θαλάσσια περιοχή 6,5 ναυτικών μιλίων δυτικά των Παξών. Εξάλλου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αναιτιολόγητης απόρριψης του ισχυρισμού του περί ‘‘άλλοθι’’, ο οποίος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, είναι αβάσιμες . Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αναλυτικά από που πείστηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων, από ώρα 06.45 της 15ης- 3-2014 μέχρι λίγο πριν τις 08.00, δεν βρισκόταν στην περιοχή της Κέρκυρας (όπως αυτός ισχυρίζεται), αλλά στις ακτές της Πρέβεζας, όπου είχε φθάσει ξεκινώντας από την οικία του στο ... Κέρκυρας περί ώρα 06.00, και αφού επιβίβασε σε λευκό σκάφος που χειριζόταν ο ίδιος τους αλλοδαπούς και ολοκλήρωσε την μετεπιβίβασή τους στο ταχύπλοο σκάφος «...», το οποίο απείχε μικρή απόσταση από την ακτή, ακολούθως δε, αφού ολοκλήρωσε την προπεριγραφείσα εγκληματική δράση του, είχε τον απαιτούμενο χρόνο ώστε να επιστρέψει στην Κέρκυρα και λίγο πριν τις 08.00 να βρίσκεται στην περιοχή των ... και δη στο πρατήριο και στη μάντρα φύλαξης σκαφών του μάρτυρα Σ. Α.υ, προκειμένου να παραλάβει το σκάφος του και να εκτελέσει το προγραμματισμένο για τη συγκεκριμένη ημέρα δρομολόγιο. Ας σημειωθεί ότι η αναφορά στο διατακτικό, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό, ότι η μεταφορά των αλλοδαπών έλαβε χώρα περί ώρα ‘‘09.45'', αφορά τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου που έλαβε χώρα το ναυάγιο του σκάφους «...» και η διάσωση των αλλοδαπών από άλλο σκάφος, οπότε και έγινε γνωστή η εγκληματική δράση του κατηγορούμενου, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, είχε ολοκληρωθεί λίγες ώρες νωρίτερα. Επιπροσθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρη αιτιολογία αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη των μαρτυρικών καταθέσεων που επικαλείται ο κατηγορούμενος, δεχόμενη ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν αμφισβητούνται ως προς τα περιστατικά που περιγράφονται σε αυτές, εν τούτοις όμως δεν κρίνονται ακριβείς ως προς την ώρα που έλαβαν χώρα τα περιστατικά αυτά και με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος στηρίζει τον ισχυρισμό του περί ‘‘άλλοθι’’ στον ακριβή χρόνο αυτών. Διαλαμβάνονται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη συνδρομή της από κερδοσκοπία τέλεσης από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της παραπάνω αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, ήτοι του σκοπού αυτού προς πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα, για να στηρίξει την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων μεθόδευσε και συνεργάσθηκε με λοιπά μέλη οργανωμένου κυκλώματος μεταφοράς παράνομων μεταναστών, για να πραγματοποιήσει την διευκόλυνση μεταφοράς των τελευταίων από το εσωτερικό της χώρας μας προς κράτη - μέλη της ΕΕ (εν προκειμένω στην Ιταλία), που περιλάμβανε προσέγγιση των μεταφερόμενων σε διάφορες πόλεις της Επικράτειας, από άγνωστους αλλοδαπούς, που αναλάμβαναν τη μεταφορά τους στην Πρέβεζα, τη συγκέντρωσή τους σε εγκαταλελειμμένη οικία, τη συνοδεία τους μέχρι τη συγκεκριμένη παραλία και την επιβίβασή τους σε πλωτό μέσο με τελικό προορισμό της Ιταλία, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, το ύψος του οποίου κυμαινόταν από 1.500 έως 3.000 ευρώ για τον καθένα.
Συνεπώς, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του προσδιορίζει την οικονομική συναλλαγή, μεταξύ του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και των μεταφερομένων προσώπων ή άλλων, για τη μεταφορά, δεν είναι δε απαραίτητο, στην καταδικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να προσδιορίζεται το ακριβές ύψος της αμοιβής αυτού . Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αιτιάσεων περί ασαφών, ενδοιαστικών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν αυτών, οι δύο λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται κατ' εκτίμηση η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ και Ε’του ΚΠΔ, όσον αφορά τα αποδειχθέντα περιστατικά για την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και ειδικότερα όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού του περί "άλλοθι" από το Δικαστήριο της ουσίας και την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της από κερδοσκοπία τελέσεως της παραπάνω αξιόποινης πράξης (αλλά και των λοιπών επιβαρυντικών περιστάσεων),είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 19-3-2024 και με αριθμό …/2024 αίτηση του Σ. - Ε. Ν. για αναίρεση της υπ` αριθμό 166/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ