Αριθμός 559/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Κωνσταντίνος Κουσούλης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Παναγιώτης Τσούκας, Μαρία Σταματοπούλου, Σύμβουλοι, Ολγα-Μαρία Βασιλάκη, Χρήστος Νέγρης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να δικάσει την από 3 Φεβρουαρίου 2020 αίτηση:
της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με την Μαρία-Θωμαή Μένταλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της εταιρείας με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο (...), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Αλεξόπουλο (Α.Μ. 32018), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Αρχή επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3304/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μαρίας Σταματοπούλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε κατά τον νόμο χωρίς να καταβληθεί παράβολο, ζητείται η αναίρεση της απόφασης 3304/2019 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά μερική αποδοχή προσφυγής της αναιρεσίβλητης, ακυρώθηκε η εκ μέρους του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) σιωπηρή απόρριψη της .../29.1.2018 ενδικοφανούς προσφυγής της, καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά της .../28.12.2017 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ακίνητης περιουσίας (στο εξής, ΦΑΠ), οικονομικού έτους 2010. Με την εν λόγω πράξη του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογίας Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π.) είχαν καταλογιστεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας διαφορά κύριου φόρου 7.676,43 ευρώ και πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας 9.211,71 ευρώ.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από την προηγούμενη σκέψη και σε συνδυασμό με το συνημμένο στην κρινόμενη αίτηση σημείωμα προσδιορισμού της φορολογικής διαφοράς (α.π. …/28.1.2020 του Προϊσταμένου του ΚΕΦΟΜΕΠ), το χρηματικό αντικείμενο της υπόθεσης υπολείπεται του κατωφλίου των 40.000 ευρώ (7.676,43 ευρώ). Πλην, όπως βασίμως προβάλλεται με το εισαγωγικό δικόγραφο, η κρινόμενη αίτηση ασκείται κατ’ εξαίρεση παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3900/2010 (Α’ 213), καθότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ρητή και απερίφραστη κρίση περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3842/2010, το εν λόγω δε ζήτημα δεν έχει επιλυθεί με απόφαση του Δικαστηρίου.
3. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη την από 28.12.2017 έκθεση τακτικού ελέγχου φόρου ακίνητης περιουσίας, έγιναν δεκτά τα εξής: Η αναιρεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία, ιδρυθείσα το 1989 με έδρα στο Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν, την οποία μετέφερε στο Λουξεμβούργο το 2004. Κατά τα αναλυτικώς ιστορούμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τον Δεκέμβριο 1989 η αναιρεσίβλητη αγόρασε ένα αγροτεμάχιο με την επ’ αυτού διώροφη οικία, ευρισκόμενο στην θέση “Ζάστανο” των Σπετσών, ενώ, στις 15.3.1991 υπέβαλε στην ΔΟΥ Φορολογίας Ανωνύμων Εταιρειών (ΦΑΕ) Αθηνών Δήλωση έναρξης εργασιών μη φυσικού προσώπου, ως αλλοδαπή εταιρεία ιδιοκτησίας ακινήτου, και έλαβε αριθμό φορολογικού μητρώου. Με την .../29.7.2010 δήλωσή της για το ένδικο έτος (2010) γνωστοποίησε προς την ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών ότι η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας της στην Ελλάδα, την 1.1.2010, ανερχόταν σε 5.249.506,07 ευρώ και, ειδικότερα, ότι η αξία του ανωτέρω αγροτεμαχίου ανερχόταν σε 4.937.288,60 ευρώ, ενώ η αξία των κτισμάτων επ’ αυτού σε 312.217,47 ευρώ. Η φορολογική αρχή αμφισβήτησε την ακρίβεια της ως άνω υποβληθείσας Δήλωσης, και μετά από έλεγχο, -τα στοιχεία του οποίου εκτίθενται δια μακρών στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση- προσδιόρισε την συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας της αναιρεσίβλητης σε 6.528.910,91 ευρώ, ήτοι 5.875.911,52 ευρώ η αξία του αγροτεμαχίου και 652.999,39 η αξία των κτισμάτων. Ακολούθως, με την .../20.12.2017 πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ο Προϊστάμενος του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. καταλόγισε σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα αναφερόμενα στην σκέψη 2 ποσά κύριου και πρόσθετου φόρων. Κατά της σιωπηρής απόρριψης της .../29.1.2018 ενδικοφανούς προσφυγής της, η αναιρεσίβλητη άσκησε την ένδικη προσφυγή, με την οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 3842/2010 δεκαετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς έκδοση και κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης δεν είναι εύλογη και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, στην περίπτωση που έχει υποβληθεί Δήλωση από τον φορολογούμενο˙ ότι, επομένως, ως κατ’ αρχήν εύλογη και αναλογική προθεσμία παραγραφής πρέπει να κριθεί αυτή της πενταετίας, την οποία προέβλεπε, κατά το ένδικο έτος, το άρθρο 84 του Κ.Φ.Ε., και, ότι, εν όψει αυτού, το δικαίωμα του Δημοσίου να βεβαιώσει την ένδικη φορολογική επιβάρυνση για το έτος 2010 είχε υποκύψει σε παραγραφή ήδη πριν από την έκδοση της ένδικης καταλογιστικής πράξης. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τα παρατιθέμενα στη σκέψη 5 άρθρα 27, 28, 30 παρ. 1, 31, 33 παρ. 1, 2, 35 παρ.1, 39 και 45 του ν. 3842/2010 υπό το φως της απόφασης 1738/2017 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, έκρινε βάσιμο τον λόγο της προσφυγής, δεχόμενο ότι η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του αναιρεσείοντος Δημοσίου προς επιβολή του ΦΑΠ άρχισε εν προκειμένω στις 31.12.2010 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2015 και ότι, επομένως η ένδικη καταλογιστική πράξη, η οποία εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη τον Δεκέμβριο 2017, δεν είναι νόμιμη.
4. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1738/2017 Ολ., πρβλ. 1833/2021 Ολ.), η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων, όταν δε πρόκειται για διατάξεις που μπορεί να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι ιδίως οι διατάξεις που επιβάλλουν φόρους, τέλη, εισφορές ή οποιασδήποτε φύσεως κυρώσεις, πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Ειδικότερα, όσον αφορά τον φορολογούμενο, η ως άνω θεμελιώδης αρχή επιτάσσει να μην μπορεί να τίθεται επ’ αόριστον εν αμφιβόλω η εν γένει περιουσιακή του κατάσταση, από την άποψη της εκ μέρους του τήρησης των κανόνων της φορολογικής νομοθεσίας. Συνακόλουθα, η ως άνω αρχή διασφαλίζεται όταν η εκάστοτε προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή του φόρου ορίζεται εκ των προτέρων, σε χρονικό σημείο λήξης συγκεκριμένα προσδιορισμένο στον νόμο, μη εξαρτώμενη από ενέργειες δημόσιας αρχής και με συνολική διάρκεια εύλογη, συνάδουσα προς την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος). Για να είναι δε εύλογη η διάρκεια της προθεσμίας αυτής πρέπει να είναι σχετικά σύντομη (βλ. ΣτΕ 732/2019 7μ., σκ. 9), προκειμένου οι μεν φορολογικοί έλεγχοι να προγραμματίζονται και να διεξάγονται επικαίρως, οι δε φορολογούμενοι να γνωρίζουν εγκαίρως το εύρος των φορολογικών τους υποχρεώσεων ώστε να προγραμματίζουν αναλόγως την οικονομική τους δραστηριότητα.
5. Επειδή, στον ν. 3842/2010 (Α΄ 58), στο Κεφάλαιο Δ΄ (άρθρα 27-58) που τιτλοφορείται “Φορολογία Ακίνητης Περιουσίας», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: στο άρθρο 27, ότι: «1. Από το έτος 2010 και για κάθε επόμενο, επιβάλλεται φόρος στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα και ανήκει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. 2. Στην έννοια του όρου ακίνητη περιουσία, για την εφαρμογή του νόμου αυτού, περιλαμβάνονται: [...]», στο άρθρο 28, ότι: «Υποκείμενο του φόρου. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, κατοικία ή έδρα του, φορολογείται για την ακίνητη περιουσία του που βρίσκεται στην Ελλάδα την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, ανεξάρτητα από τις μεταβολές που τυχόν επέρχονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού. Υπόχρεοι σε φόρο είναι: 1. Όσοι έχουν αποκτήσει ακίνητο με αγορά ή με οποιαδήποτε άλλη αιτία, ανεξάρτητα από τη μεταγραφή του τίτλου κτήσης τους [...]», στο άρθρο 31 ότι: «Ως φορολογητέα αξία του ακινήτου ή του εμπράγματου σε αυτό δικαιώματος για τα νομικά πρόσωπα λαμβάνεται η αξία η οποία προσδιορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν. 1249/1982 (Α’ 43), όπως ισχύει, όπου εφαρμόζεται το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, και από την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 (Α’ 245), όπως ισχύει, στις λοιπές περιπτώσεις», στο άρθρο 33 ότι: «1. Όλα τα νομικά πρόσωπα που διαθέτουν ακίνητη περιουσία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 27 του παρόντος την πρώτη Ιανουαρίου κάθε έτους, υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του Α.Φ.Μ. τους, με αρχή το ψηφίο 1 και ολοκλήρωση μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες. Ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής δήλωσης για το ψηφίο 1 ορίζεται η 15η Μαΐου του οικείου έτους. Ειδικά για το έτος 2010 ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής δήλωσης για το ψηφίο 1 ορίζεται η 15η Ιουνίου 2010. 2. Η δήλωση υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή από πρόσωπο που έχει ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτηθεί από αυτόν. 3. [...]», στο άρθρο 34 ότι: «1. Για την επιβολή του φόρου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων, για το πρώτο έτος εφαρμογής, ως δήλωση φυσικού προσώπου ορίζονται οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων ετών 2005 έως 2010, οι οποίες περιλαμβάνουν το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του την πρώτη Ιανουαρίου 2010. Η εικόνα που προκύπτει από την σύνθεση των δηλώσεων αυτών αποτελεί τη “Δήλωση Φόρου Ακίνητης Περιουσίας 2010». 2. Για κάθε επόμενο έτος ως Δήλωση φυσικού προσώπου ορίζεται η Δήλωση Φόρου Ακίνητης Περιουσίας του προηγούμενου έτους, με τις μεταβολές της περιουσιακής ή οικογενειακής κατάστασης που επήλθαν, για τις οποίες υποβάλλεται Δήλωση στοιχείων ακινήτων το αντίστοιχο έτος. 3. [...]», στο άρθρο 41 ότι: «1. Για την παραλαβή, τον έλεγχο των δηλώσεων των νομικών προσώπων, την εξακρίβωση αυτών που δεν έχουν επιδώσει δηλώσεις και γενικά για την επιβολή του φόρου αρμόδιος είναι ο Προϊστάμενος Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος. 2. [...]», (το αυτό και για τα φυσικά πρόσωπα, άρθρο 42) και στο άρθρο 45 ότι: «Διαδικασία βεβαίωσης του φόρου – Παραγραφή. 1. Για την καταχώριση των δηλώσεων που υποβάλλονται [...] την έκδοση των πράξεων επιβολής του φόρου, τον έλεγχο [...] και γενικά τη διαδικασία βεβαίωσης του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 61 έως και 76, 82, 85, 107, 108, 112, 113 και 115 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994, εκτός από τις περιπτώσεις που από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ορίζεται διαφορετικά. 2. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την υποβολή της Δήλωσης των νομικών προσώπων [...] Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της δεκαετίας. 3. Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, για όσες υποθέσεις αφορούν επίδικα ακίνητα μεταξύ του φορολογούμενου, νομικού ή φυσικού προσώπου και του Ελληνικού Δημοσίου, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων αυτών, παρατείνονται μέχρι και έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης».
6. Επειδή, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 45 παρ.2 του ν. 3842/2010, θεσπίζεται ενιαία δεκαετής προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή του φόρου, αδιακρίτως του εάν έχει υποβληθεί Δήλωση ή όχι εκ μέρους του φορολογουμένου. Κατά το μέρος που η εν λόγω παραγραφή αφορά την περίπτωση όπου παραλείπεται η υποβολή δήλωσης, δεν θα μπορούσε καταρχήν να τεθεί ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, διότι η περίπτωση αυτή είναι ποιοτικώς διάφορη της πρώτης, καθότι ο φορολογούμενος συντελεί, με δική του συμπεριφορά, στην επιβράδυνση του φορολογικού ελέγχου (πρβλ. ΣτΕ 732/2019 σκ. 10). Όμως, κατά το μέρος που η αυτή δεκαετής παραγραφή ορίζεται και για την περίπτωση όπου ο φορολογούμενος υποβάλλει δήλωση (εμπροθέσμως ή εκπροθέσμως), η ένδικη διάταξη δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Το συμπέρασμα αυτό ερείδεται στα εξής δεδομένα: Από το 2002 και εντεύθεν ο νομοθέτης επιβάλλει φόρο στην ακίνητη περιουσία, ορίζοντας σταθερά ως χρόνο παραγραφής την πενταετία (επί ανακριβούς δήλωσης) [βλ. για τον ειδικό φόρο ακινήτων τα άρθρα 15-18 ν. 3091/2002 (Α’ 330), για τον φόρο αυτόματου υπερτιμήματος τα άρθρα 2-9 του ν. 3427/2005 (Α’ 312), για το ενιαίο τέλος ακίνητης περιουσίας τα άρθρα 5-21 του ν. 3634/2008 (Α’ 9) και για την έκτακτη εισφορά στη μεγάλη ακίνητη περιουσία το άρθρο 3 του ν. 3808/2009 (Α΄227)]. Και ναι μεν σε προγενέστερο χρόνο προβλεπόταν φορολογία επί της ακίνητης περιουσίας [βλ. άρθρα 19-36 του ν. 1249/1982 (Α’ 43) και 21-35 του ν. 2459/1997 (Α’ 17)] με παραπομπή, όσον αφορά τον χρόνο παραγραφής, στο άρθρο 102 του Κώδικα φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων [ν.δ. 118/1973 (Α’ 202), βλ. τροποποιήσεις του άρθρου 102 με τα άρθρα 45 του ν. 820/1978 (Α’ 174) και 53 παρ. 3 του ν. 1249/1982], όπου ο αντίστοιχος χρόνος παραγραφής ήταν η δεκαετία. Ωστόσο, η εν έτει 2010 παλινδρόμηση του νομοθέτη σε προθεσμία παραγραφής μακρύτερη, δεν συμβαδίζει με την επιτευχθείσα ταχύτητα στους σχετικούς φορολογικούς ελέγχους, οι οποίοι έχουν καταστεί περισσότερο αποτελεσματικοί χάρη στις ηλεκτρονικές και λοιπές σύγχρονες ελεγκτικές μεθόδους (βλ. ΣτΕ 732/2019 7μ., σκ. 9). Τούτο, μάλιστα, τεκμηριώνεται, εκτός των άλλων, και από την αιτιολογική έκθεση του εν θέματι νόμου (σελ. 27), με τον οποίο εισήχθη ο θεσμός του Περιουσιολογίου Ακίνητης Περιουσίας (άρθρο 52), «[…] το οποίο αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη καταγραφή του συνόλου της ακίνητης περιουσίας όλων των φυσικών και νομικών προσώπων, αλλοδαπών και ημεδαπών, στην ελληνική επικράτεια, που θα διατηρείται στο διηνεκές. Η καταγραφή αυτή παρέχει μια ολοκληρωμένη και κάθε φορά επίκαιρη εικόνα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων στη χώρα μας και αποτελεί βασικό εργαλείο διαφάνειας, προάσπισης των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου και των φορολογουμένων και άσκησης φορολογικής πολιτικής». Ο Σύμβουλος Π. Τσούκας διατύπωσε την ακόλουθη ειδικότερη γνώμη: Στους προμνησθέντες νόμους με τους οποίους, από το 2002 και εντεύθεν, θεσπίσθηκαν ποικιλώνυμοι φόροι επί της ακινήτου περιουσίας ορίζεται ότι η αξίωση του Δημοσίου να επιβάλει τον φόρο παραγράφεται μετά την πάροδο πέντε ετών αφ’ ότου εγεννήθη. Το δεδομένο αυτό, προς το οποίο δέον να συνεκτιμηθεί αφ’ ενός η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [Ν. 4174/2013, (Α΄ 170), όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 36 ποινή Ν. 4223/2023 (Α΄ 287)] και αφ’ ετέρου ότι η πάροδος πέντε ετών ως χρόνος παραγραφής αξιώσεως του Δημοσίου συνιστά τον κανόνα στη φορολογία εισοδήματος (ΣτΕ 1262/2022) και στη φορολογία προστιθέμενης αξίας (ΣτΕ 1260/2022), επιτρέπει την κρίση ότι έχει σχηματισθεί μακρόχρονη νομοθετική πρακτική κατά την οποία η αξίωση του Δημοσίου να επιβάλει φόρο επί της ακινήτου περιουσίας υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Αν, περαιτέρω, ληφθεί υπ’ όψιν ότι, ως έχει κριθεί (ΣτΕ 2934-35/2017), ο χρόνος παραγραφής αξιώσεων του Δημοσίου που έχουν φορολογικό χαρακτήρα, [και όχι μόνον αυτές, κατά την ΣτΕ 1833/2021 Ολ.], δέον, κατά το Σύνταγμα, να είναι σύντομος, τότε εύλογη παρίσταται η προς τον κοινό νομοθέτη απαίτηση, να δικαιολογήσει την απόφασή του - η οποία, ιδίως επί ζητημάτων φορολογικής πολιτικής, απόκειται, κατ’ αρχήν στην ευρύτατη διακριτική του ευχέρεια (βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 2563-66/2015 Ολ.)- να αποκλίνει από την ισχύουσα μακρόχρονη πρακτική του και να θεσπίσει ως βασικό χρόνο παραγραφής της αξιώσεώς του και να επιβάλει τον κατά τον Ν. 3842/2010 φόρο, χρόνο διπλάσιο εκείνου που ισχύει προς επιβολή των λοιπών φόρων επί της ακινήτου περιουσίας. Όμως, στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3842/2010 και στα πρακτικά των συζητήσεων της Βουλής επί του νόμου αυτού εν σχεδίω, ουδέν διαλαμβάνεται περί του λόγου ο οποίος υπαγόρευσε την θέσπιση της ένδικης δεκαετούς παραγραφής, γι’ αυτό δε είναι ανέφικτο να κριθεί αν η διάταξη αυτή ετέθη για αποχρώντα λόγο που θα δικαιολογούσε την, πλέον, ασυνήθη μακρά διάρκεια του χρόνου εντός του οποίου η φορολογική Διοίκηση δικαιούται να επιβάλει τον ένδικο φόρο [(πρβλ. ΣτΕ 2262/2023 (σκ. 19η), ως επίσης ΣτΕ (Ολ. 511/2024 σκ. 24η)]. Ως εκ τούτου, η .../28.12.2017 πράξη του Προϊσταμένου της Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., εκδοθείσα μετά την πάροδο πέντε ετών από του τέλους του έτους εντός του οποίου έληξε η κατ’ άρθρον 33 παρ. 1 του Ν. 3842/2010 προθεσμία υποβολής της ενδίκου δηλώσεως φ.π.α., ήταν ακυρωτέα, η δε κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου με την οποία ακυρώθηκε η πράξη αυτή, είναι κατ’ αποτέλεσμα ορθή, έστω και επ’ άλλη αιτιολογία.
7. Επειδή, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου περί του ότι η πρόβλεψη δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή του ΦΑΠ αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθότι «[…] η επί σειρά ετών προβλεπόμενη δεκαετής παραγραφή […], εφαρμοζόμενη από την Διοίκηση, διασφάλιζε διαχρονικά την τήρηση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, ο οποίος γνωρίζει εκ των προτέρων και χωρίς καμμία αμφιβολία το χρονικό σημείο έως το οποίο μπορεί να υποβληθεί σε φορολογικό έλεγχο για την εφαρμογή της οικείας φορολογίας». Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, ο λόγος αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας του εγειρόμενου ζητήματος, το Τμήμα υπό την παρούσα σύνθεση κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ.5 εδ. β’ του π.δ 18/1989 (Α’ 8).
Διά ταύτα
Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Β’ Τμήματος.
Ορίζει εισηγήτρια την Σύμβουλο Μαρία Σταματοπούλου και δικάσιμο την 4η Ιουνίου 2025.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2024
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Κωνσταντίνος Κουσούλης Καλλιόπη Ανδρέου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 2025.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Δημήτριος Εμμανουηλίδης Ευθυμία Ψωΐνου