ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣτΕ 191/2025 Ηλικιακά όρια πρόσληψης στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών - Διαχρονικό δίκαιο - Απαγόρευση διακρίσεων - Αντικείμενο στο Ενωσιακό δίκαιο όριο ηλικίας

Αριθμός:
191
Έτος:
2025
Τμήμα Δικαστηρίου:
Σύνθεση:
Ημ. Δημοσίευσης:
30/01/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
ΘΠΔΔ, 10/2025, σελ. 958 - 958
Σχόλια/Παρατηρήσεις:
Φωτεινή Ζυγούρη, Δρ. Πολεοδομίας, Χωροταξίας, Δικηγόρος
Αρ. Λέξεων:
8621
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η απόφαση αφορά την εξέταση έφεσης κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σχετικά με τον αποκλεισμό υποψηφίου από διαγωνισμό πρόσληψης στην ΕΥΠ λόγω υπέρβασης του ανώτατου ορίου ηλικίας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο καθορισμός του 35ου έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας για διορισμό στη θέση ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών της ΕΥΠ αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ περί απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ηλικίας. (Αντιθ. μειοψ.). Το Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακύρωσε την απόρριψη της ένστασης του αιτούντος και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 191/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Δημήτριος Μακρής, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ιφιγένεια Αργυράκη, Ελένη Γεωργούτσου, Σύμβουλοι, Ευάγγελος Αργυρός, Ελένη Κουλεντιανού, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικόλαος Βασιλόπουλος.
Για να δικάσει την από 26 Απριλίου 2021 έφεση:
του ... του …, κατοίκου Χολαργού (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Σκλήρη (Α.Μ. 33790), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Πρωθυπουργού, ο οποίος παρέστη με τη Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
και κατά της υπ’ αριθμ. 2359/2020 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ευάγγελου Αργυρού.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και την αντιπρόσωπο του Πρωθυπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής .../2021).
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 2359/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 17.7.2019 αίτηση ακύρωσης του ήδη εκκαλούντος κατά α. του από 27.5.2019 πίνακα αποκλειομένων κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών του διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί με την 471.1/35/751408/7.2.2019 απόφαση (τεύχος ΑΣΕΠ αρ. φ. 4, 14.2.2019) της Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, για την πλήρωση τριακοσίων δύο (302) κενών θέσεων (Κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ) της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), κατά το μέρος που αφορά τον αποκλεισμό του από την εν λόγω διαδικασία β. του από 28.5.2019 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε ο ίδιος σχετικά με τον αποκλεισμό του από την αναφερθείσα διαδικασία γ. του από 10.7.2019 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε σχετικά με την απόρριψη της από 28.5.2019 ενστάσεώς του κατά του αποκλεισμού του από τον διαγωνισμό και δ. του αλφαβητικού πίνακα συμμετεχόντων υποψηφίων στον διαγωνισμό, κατά το μέρος που παραλείφθηκε και δεν περιλαμβάνεται σε αυτόν ο ίδιος.
3. Επειδή, στο άρθρο 2 του π.δ. 189/2009 «Καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων» (Α΄ 221) ορίζονται τα εξής: «Από το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης μεταφέρονται ως σύνολο αρμοδιοτήτων, υπηρεσιών, θέσεων και προσωπικού: α) ... β) ... γ) Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) (άρθρο 1 ν. 3649/2008, Α΄ 39), η οποία έχει υπαχθεί στον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με την από 13 Οκτωβρίου 2009 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 215), δ) ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 3 του π.δ. 81/2019 «Σύσταση, συγχώνευση, μετονομασία και κατάργηση Υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους - Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ Υπουργείων» (Α’ 119) ορίζονται τα ακόλουθα: «Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών η οποία συστήθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2421/1953 και μετονομάστηκε και οργανώθηκε με το ν. 1645/1986 και το ν. 3649/2008 (Α’ 39) μεταφέρεται ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων και προσωπικού στον Πρωθυπουργό», σύμφωνα δε με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4704/2020 (Α’ 133) «Όπου στην κείμενη νομοθεσία για την Ε.Υ.Π. αναφέρεται ο Υπουργός Εσωτερικών, εφεξής νοείται ο Πρωθυπουργός». Εξάλλου, στο άρθρο 21 του ν. 4622/2019 «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης» (Α’ 133) ορίζεται ότι: «1. Συνιστάται αυτοτελής, επιτελική, δημόσια υπηρεσία με την ονομασία Προεδρία της Κυβέρνησης, η οποία υπάγεται στον Πρωθυπουργό. 2. … 3. … 4. Στην Προεδρία της Κυβέρνησης υπάγεται η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.). 5. ...». Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, ο Πρωθυπουργός, ο οποίος είχε παραστεί ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, νομίμως παρέστη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης με την ιδιότητα του εφεσιβλήτου.
4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), ορίζονται τα εξής: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου ... β) …». Περαιτέρω, στο άρθρο 5Α του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2944/2001 και αντικαταστάθηκε, τελικώς, με το άρθρο 47 παρ. 3 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι: «Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί διαφορών των περιπτώσεων α΄ ... της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) το διορισμό με διαδικασία μη υποκείμενη στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., τη μετάταξη, την προαγωγή σε βαθμό που χαρακτηρίζεται ανώτατος από διάταξη νόμου και τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου ... β) ...». Η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε επί διαφοράς η οποία αφορά στον διορισμό του εκκαλούντος σε θέση πολιτικού προσωπικού της Ε.Υ.Π. μέσω διαδικασίας η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του ΑΣΕΠ και, επομένως, υπόκειται σε έφεση σύμφωνα με την εξαιρετική διάταξη της περ. α΄ του άρθρου 5Α του ν. 702/1977 (πρβλ. ΣτΕ 1310, 1909/2022, 2575/2017).
5. Επειδή, στην παράγραφο 1 (εδ. β΄ και γ΄) του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 και ήδη με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), ορίζονται τα εξής: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο εκκαλών βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε (α) δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε (β) οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές τής προσβαλλόμενης απόφασης, έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Ενόψει του σκοπού της διάταξης, ήτοι του περιορισμού, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, άσκησης μεγάλου αριθμού εφέσεων, ως νομολογία, κατά την έννοιά της, νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρισίμου νομικού ζητήματος και όχι επί αναλόγου ή παρομοίου (βλ. ΣτΕ 1036/2021 επτ., 867, 737, 2204, 1634, 542, 523/2020, 308, 145, 52/2019). Εξ άλλου, σε περίπτωση επίκλησης εκ μέρους του εκκαλούντος έλλειψης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει η έλλειψη αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινομένης υπόθεσης, ή στην ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, αλλά να αφορά αποκλειστικά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλούμενης απόφασης (ΣτΕ 2056, 651/2021, 137/2020, 1490/2018, 1869, 333/2017).
6. Επειδή, βάσει του άρθρου 13 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εκδόθηκε η Οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για την διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, 16). Στην Οδηγία αυτήν ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 1 «Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη». Άρθρο 2 «1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1. 2. Για τον σκοπό της παραγράφου 1: α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο, β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν, i) η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, ή ii) για τα πρόσωπα με κάποιο μειονέκτημα, ο εργοδότης ή κάθε πρόσωπο ή οργανισμός έναντι του οποίου ισχύει η παρούσα οδηγία, υποχρεούται, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να λάβει κατάλληλα μέτρα, ανταποκρινόμενα στην αρχή που θέτει το άρθρο 5, με σκοπό την εξάλειψη των μειονεκτημάτων που συνεπάγεται η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική. 3. ... 5. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που προβλέπει ο εθνικός νόμος και τα οποία σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαία για την ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Άρθρο 3 «1. Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά: α) ... γ) τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών, δ) ... 2. ...». Άρθρο 4 «1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη. 2. ...». Άρθρο 6 «1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει: α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους, β) τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση, γ) τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση. 2. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου». Αντίστοιχες διατάξεις περιλαμβάνουν τόσο ο ν. 3304/2005 «Εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» (Α΄ 16), με τον οποίο μεταφέρθηκε στο σύνολό της στην εσωτερική έννομη τάξη η αναφερθείσα οδηγία, όσο και ο ν. 4443/2016 (Α΄ 232/9.12.2016), με του οποίου τις διατάξεις ενσωματώθηκε εκ νέου στο εσωτερικό δίκαιο η εν λόγω οδηγία, ενώ με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του νόμου αυτού καταργήθηκε ο ν. 3304/2005 (ΣτΕ 2101/2019 Ολ.).
7. Επειδή, με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στην εθνική έννομη τάξη με τον ν. 3304/2005 και ακολούθως, με τον ν. 4443/2016, σκοπείται η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου, προκειμένου να εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας με την παροχή αποτελεσματικής προστασίας από τις διακρίσεις που στηρίζονται σε έναν από τους λόγους του άρθρου 1 της Οδηγίας αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηλικία (αποφάσεις Δικαστηρίου της 16ης Οκτωβρίου 2007 C-411/05 Palacios de la Villa, σκέψη 42, της 18ης Νοεμβρίου 2010 C-250/09 και C-268/09 Georgiev, σκέψη 26, της 13ης Σεπτεμβρίου 2011 C-447/09 Prigge, σκέψη 39, της 13ης Νοεμβρίου 2014 C-416/13 Mario Vital Perez, σκέψη 28 κ.ά.). Ενόψει των ανωτέρω, τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν λαμβάνουν μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2000/78, η οποία συγκεκριμενοποιεί στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας την κατοχυρωμένη με το άρθρο 21 του Χάρτη αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, πρέπει να ενεργούν τηρώντας την εν λόγω Οδηγία (απόφαση Δικαστηρίου Abercrombie and Fitch Italia Srl της 19 Ιουλίου 2017, C-143/16, σκέψη 17, με την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς την ηλικία, στην οποία αποβλέπει η εν λόγω Οδηγία που, σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και για την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση, τυγχάνει εφαρμογής σε όλα τα πρόσωπα, στο σύνολο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και μάλιστα στην πρώτη περίπτωση ανεξάρτητα από την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί το Δημόσιο, δηλ. ως εργοδότης ή ως δημόσια αρχή και έχει αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις ως άνω Mario Vital Perez, σκέψεις 24 και 29, Prigge, σκέψη 38, της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold, σκέψη 75 κ.ά.). Περαιτέρω, απόκλιση από την απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης λόγω ηλικίας συγχωρείται στην περίπτωση που, ενόψει της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και του πλαισίου εντός του οποίου αυτές ασκούνται, οι φυσικές ικανότητες των υποψηφίων αποτελούν χαρακτηριστικό συνδεόμενο με την ηλικία τους, το οποίο αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική προϋπόθεση, δηλ. χαρακτηριστικό ουσιώδους σημασίας σε σχέση με την ικανότητα ασκήσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων και εφόσον η προϋπόθεση αυτή είναι ανάλογη και ο επιδιωκόμενος σκοπός θεμιτός (αποφάσεις Δικαστηρίου της 12ης Ιανουαρίου 2010 C-229/08 Colin Wolf, σκέψεις 35, 36, Prigge, σκέψη 66, Mario Vital Perez, σκέψεις 44, 45). Η μέριμνα δε για την εξασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας συνιστά θεμιτό σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 της Οδηγίας (αποφάσεις Δικαστηρίου Mario Vital Perez, σκέψη 44, Salaberria Sorondo σκέψη 38). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 της Οδηγίας, αποκλίσεις από την απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης για όλους τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 1 της Οδηγίας συγχωρούνται στην περίπτωση που, λόγω της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου ασκούνται αυτές, ένα από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 1 της Οδηγίας χαρακτηριστικά αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο επιδιωκόμενος στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση αυτή είναι ανάλογη (άρθρο 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας, βλ. ΣτΕ 2101/2019 Ολ. σκ. 14). Σύμφωνα, επίσης, με την 23η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας, η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογείται σε «πολύ περιορισμένες περιπτώσεις», όταν ένα γνώρισμα που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με μια ειδική ανάγκη, συνιστά ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση (ΔΕΕ απόφαση Vital Perez, ό.π., σκ. 46). Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας, όσον αφορά την επιτρεπόμενη παρέκκλιση από την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, πρέπει να ερμηνεύεται, υπό το πρίσμα και της αιτιολογικής σκέψης 23 της Οδηγίας, συσταλτικά (αποφάσεις ΔΕΕ Tartu Vangla, ό.π., σκ. 33, Vital Perez, ό.π., σκ. 47). Εξάλλου, θα πρέπει να εξετάζεται πάντοτε αν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών είναι πρόσφορα και αναγκαία (αποφάσεις Δικαστηρίου Mario Vital Perez, σκέψη 45, Dominca Petersen, σκέψη 40, Palacios de la Villa, σκέψη 57 κ.ά.). Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ένα νομοθέτημα είναι κατάλληλο να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μόνον αν αποσκοπεί πράγματι στην επίτευξή του με συνοχή και συστηματικότητα (αποφάσεις Dominca Petersen, σκέψη 53, της 10ης Μαρτίου 2009 C-169/07 Hartlauer, σκέψη 55 κ.ά.).
8. Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα (βλ. ΣτΕ 2307/2018 Ολ. σκ. 21 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), οι κανονιστικές πράξεις της Διοίκησης, όπως η ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφαση της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης (Β΄ 5811), δεν ελέγχονται από απόψεως αιτιολογίας, αλλά μόνον από την άποψη της συνδρομής των όρων της εξουσιοδότησης βάσει της οποίας εκδίδονται, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της. Ανήκει δε στην ουσιαστική κρίση της κανονιστικώς δρώσας Διοίκησης η αξιολόγηση των τιθέμενων ή συναγόμενων κριτηρίων, η οποία μπορεί να προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές πράξεις ή και από άλλα στοιχεία του φακέλου και εκφεύγει, καταρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου, ελέγχεται δε μόνον αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η κανονιστική ρύθμιση θεσπίσθηκε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης.
9. Επειδή, στον ν. 3649/2008 «Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 39), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της ως άνω προκήρυξης, ορίζονται τα εξής: στο άρθρο 1 ότι «1. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) αποτελεί αυτοτελή δημόσια πολιτική υπηρεσία ...», στο άρθρο 2 ότι «1. Η Ε.Υ.Π. έχει ως αποστολή, στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων, την αναζήτηση, συλλογή, επεξεργασία και γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν: α. Την προστασία και προώθηση των πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και εν γένει εθνικών στρατηγικών συμφερόντων της Χώρας. β. Την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους, καθώς και του εθνικού πλούτου της Χώρας. γ. Την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων τρομοκρατικών οργανώσεων, καθώς και άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος. 2. Η Ε.Υ.Π. σε περίοδο πολέμου, επιστράτευσης ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας υπάγεται στον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘΑ, ο οποίος, δια του Διοικητή της Ε.Υ.Π., ασκεί πλήρη έλεγχο σε ό,τι αφορά τη συμβολή της στην άμυνα και την ασφάλεια της Χώρας. Στην περίπτωση οποιασδήποτε δράσης που αποβλέπει στη βίαιη κατά λύση του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Ε.Υ.Π., μετά από απόφαση του ΚΥ.Σ.Ε.Α., λειτουργεί ως κεντρική υπηρεσία διαχείρισης πληροφοριών της Χώρας», στο άρθρο 4 ότι «Για την εκπλήρωση της Αποστολής της, η Ε.Υ.Π. ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες: 1. Συλλέγει και παρέχει πληροφορίες και στοιχεία, προβαίνει σε εκτιμήσεις και υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Εσωτερικών και τους καθ` ύλην συναρμόδιους Υπουργούς για την πρόληψη ή αποτροπή απειλής της εθνικής ασφάλειας ή του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς και για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων της Χώρας. 2. Αναζητεί, συλλέγει, επεξεργάζεται και παρέχει πληροφορίες, στο πλαίσιο της προηγούμενης παραγράφου, κυρίως για θέματα που αφορούν στη δράση τρομοκρατικών οργανώσεων ή άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος στους τομείς της παράνομης διακίνησης ανθρώπων, ανθρωπίνων μελών, όπλων, ναρκωτικών ή άλλων απαγορευμένων ουσιών, ιδίως πυρηνικών, ραδιοβιολογικών και χημικών (ΠΡΒΧ), καθώς και για θέματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. 3. Συντονίζει, στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΚΥ.Σ.ΕΑ, τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας της Χώρας στον τομέα συλλογής και διάθεσης των πληροφοριών, που έχουν σχέση με το αντικείμενο της Αποστολής της. Παράλληλα, συνεργάζεται και ενημερώνει τη Διακλαδική Διεύθυνση Στρατιωτικών Πληροφοριών (Δ.Δ.Σ.Π.) και τις υπηρεσίες πληροφοριών των Επιτελείων που εποπτεύονται από αυτήν, για θέματα της αρμοδιότητας τους. 4. Μεριμνά για την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής σε βάρος της Χώρας δραστηριότητας. 5. Παρέχει στα αρμόδια για την αντιμετώπιση κρίσεων συλλογικά όργανα του Κράτους την αναγκαία πληροφοριακή συνδρομή για την επιτέλεση της Αποστολής τους. 6. Παρέχει στους αρμόδιους φορείς του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας την εντός των ορίων της αρμοδιότητας της, πληροφοριακή υποστήριξη, που είναι αναγκαία για την επιχειρησιακή σχεδίαση του Γ.Ε.ΕΘΑ. 7. Αποτελεί Τεχνικής Φύσεως Αρχή Ασφαλείας Πληροφοριών (INFOSEC) και μεριμνά, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 2 του π.δ. 325/2003 (ΦΕΚ 273 Α΄), για την ασφάλεια των εθνικών επικοινωνιών και συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών, καθώς και για την πιστοποίηση του διαβαθμισμένου υλικού των εθνικών επικοινωνιών. 8. Ορίζεται ως η Εθνική Αρχή Αντιμετώπισης Ηλεκτρονικών Επιθέσεων, η οποία μεριμνά για την πρόληψη και τη στατική και ενεργητική αντιμετώπιση ηλεκτρονικών επιθέσεων κατά δικτύων επικοινωνιών, εγκαταστάσεων αποθήκευσης πληροφοριών και συστημάτων πληροφορικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 325/2003. 9. Συνεργάζεται με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της Αποστολής της. 10. Συντάσσει, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει, πληροφοριακά δελτία, μελέτες και εκθέσεις τις οποίες και διαβιβάζει στις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές», στο άρθρο 5 ότι «1. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ε.Υ.Π., το προσωπικό της: α. Υποχρεούται, κατά τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα, να τηρεί τις διατάξεις των ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α), όπως ισχύει, 3471/2006 (ΦΕΚ 133 Α) και 3115/2003 (ΦΕΚ 47 Α) και των εκτελεστικών διατάξεων του τελευταίου. β. Ενεργεί, ύστερα από διάταξη του εισαγγελικού λειτουργού της παραγράφου 3 του παρόντος και τηρουμένων των διατάξεων του ν. 3115/2003, άρση απορρήτου επιστολών και τηλεφωνικής ή άλλης επικοινωνίας, καθώς και καταγραφή δραστηριότητας προσώπων με ειδικά τεχνικά μέσα και ιδίως με συσκευή ήχου και εικόνας εκτός κατοικίας. γ. Μπορεί να συλλέγει πληροφορίες, τηρουμένων και των διατάξεων του ν. 3115/2003, όπως κάθε φορά ισχύει, για ζητήματα εθνικής ασφαλείας με διείσδυση, ύστερα από εντολή του Διοικητή της Ε.Υ.Π. και έγκριση του ασκούντος την εποπτεία εισαγγελέα. δ. Μπορεί να δρα υπό κάλυψη στοιχείων ταυτότητας, ιδιότητας ή εργασίας ατομικά ή συλλογικά κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον εσωτερικό κανονισμό της. 2. Εντεταλμένο προσωπικό της Ε.Υ.Π., εφόσον κριθεί αναγκαίο και ύστερα από αίτηση της αρμόδιας αρχής, μπορεί να μετέχει στον έλεγχο που προβλέπεται από το άρθρο 5 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α), διατυπώνοντας απλή γνώμη για το αν ένας αλλοδαπός είναι επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια, καθώς και αν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ανεπιθύμητος κατά το άρθρο 82 του ίδιου νόμου. 3. ... 4. Το προσωπικό της Ε.Υ.Π. εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων. Για την οπλοκατοχή και οπλοφορία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν. 3169/2003 (ΦΕΚ 189 Α). Η Ε.Υ.Π. διαθέτει προσωπικό που φέρει υπηρεσιακό οπλισμό για την προστασία του και τη φύλαξη των εγκαταστάσεων της», στο άρθρο 10 ότι «1. Το προσωπικό της Ε.Υ.Π. αποτελείται από: α. Μόνιμο πολιτικό προσωπικό, για την πρόσληψη του οποίου εφαρμόζονται, αποκλειστικά, οι ειδικές διατάξεις του Οργανισμού της Ε.Υ.Π. β. Ειδικό επιστημονικό, καθώς και τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου. γ. Εν ενεργεία αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος, αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος και αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας. 2. Οι οργανικές θέσεις προσωπικού της Ε.Υ.Π. ορίζονται συνολικά στον Οργανισμό της, η δε σύνθεση του προσωπικού κατά κλάδο και ειδικότητα καθορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό και στον Πίνακα Σύνθεσης και Κατανομής του προσωπικού της, ο οποίος και τον συνοδεύει. 3. Η πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων πολιτικού προσωπικού της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περίπτωση δ΄ του ν. 2190/1994 «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234) και ισχύει, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. 4. Η πρόσληψη των πολιτικών υπαλλήλων στην Ε.Υ.Π. γίνεται με μεικτό σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια) και αξιολόγησης ειδικότερων προσόντων τους, από Έλληνες πολίτες, καθώς και όσους έχουν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια πέντε (5) τουλάχιστον έτη πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης (Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν με την παρ. 9 του άρθρου 28 του ν. 4033/2011 Α΄ 264)», στο άρθρο 11 ότι «1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών καταρτίζεται ο Οργανισμός της Ε.Υ.Π….2 …», στο δε άρθρο 11Α, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 28 του ν. 4033/2011, ότι «1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, καθορίζονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (γενικά, ειδικά και πρόσθετα) των υποψήφιων όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων προσωπικού, η μοριοδότησή τους, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την επιλογή, πρόσληψη και κατάταξη τους, η σύνθεση της επιτροπής ελέγχου των δικαιολογητικών και της αρμόδιας προς διαπίστωση των διανοητικών και ψυχικών προσόντων επιτροπής, οι απαιτούμενοι τίτλοι σπουδών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την επιλογή, πρόσληψη, κατάταξη και εκπαίδευση τους. 2. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται και προκηρύσσονται οι προς πλήρωση θέσεις, ο αριθμός αυτών κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, η διαδικασία διεξαγωγής του διαγωνισμού, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά των υποψηφίων, ο τρόπος υπολογισμού μορίων, η διαδικασία κατάρτισης των πινάκων κατάταξης και διοριστέων, ο τρόπος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων των υποψηφίων, ο τρόπος υποβολής ενστάσεων επί των αποτελεσμάτων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Με όμοια απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται επιτροπές για τον έλεγχο των δικαιολογητικών και τον τρόπο διενέργειας των δοκιμασιών προς διαπίστωση των διανοητικών και ψυχικών προσόντων των υποψηφίων. 3 …». Περαιτέρω, στο άρθρο 13 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Το προσωπικό της Ε.Υ.Π., για την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των καθηκόντων του, εκπαιδεύεται, επιμορφώνεται και εξειδικεύεται σε σχολές της υπηρεσίας. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, λειτουργίας και οργάνωσης των σχολών αυτών, η διάρκεια της εκπαίδευσης, η εκπόνηση προγραμμάτων διδασκαλίας και κάθε άλλο σχετικό θέμα. 2. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εκπαίδευσης ή μετεκπαίδευσης του προσωπικού της Ε.Υ.Π. σε σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας ή άλλων δημόσιων υπηρεσιών ή φορέων του εσωτερικού ή εξωτερικού, η συμμετοχή σε προγράμματα φορέων της ημεδαπής ή αλλοδαπής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα».
10. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 10, 11, 11Α και 17 του ν. 3649/2008 εκδόθηκε το π.δ. 1/2017 «Οργανισμός της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ)» (Α΄ 2). Στο άρθρο 7 του π.δ. αυτού ορίζεται ότι «Οι θέσεις του Μονίμου Πολιτικού Προσωπικού κατατάσσονται στις κατηγορίες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ), τεχνολογικής εκπαίδευσης (TE), δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) και υποχρεωτικής εκπαίδευσης (ΥΕ): 1. Η κατηγορία πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) περιλαμβάνει συνολικά επτακόσιες τριάντα τρεις (733) θέσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό και τον συνημμένο σε αυτόν Πίνακα Σύνθεσης και Κατανομής του Προσωπικού της Ε.Υ.Π. στους ακόλουθους κλάδους: α) ΠΕ1 Διοικητικού – Οικονομικού β) ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών γ) ...», στο δε άρθρο 9 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι «Προσόντα διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό του Κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών ορίζονται: 1. Πτυχίο ή δίπλωμα οποιουδήποτε Τμήματος Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή δίπλωμα Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.) Α.Ε.Ι. ή ισότιμος τίτλος σχολών της αλλοδαπής, ανεξαρτήτως ειδικότητας. 2. Αριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας. 3. Γνώση χειρισμού Η/Υ στα αντικείμενα επεξεργασίας κειμένου, υπολογιστικών φύλλων και υπηρεσιών διαδικτύου».
11. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 168 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας), ορίζονται τα εξής: «Οι ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα προσωπικού … της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) δεν θίγονται». Περαιτέρω, στο άρθρο 15 του ν. 3613/2007 (Α΄ 263) ορίζεται ότι: «Η παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 1645/1986 (ΦΕΚ 132 Α΄), που προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 27 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α΄), αντικαθίσταται ως ακολούθως: 3. Από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) εξαιρείται το πολιτικό προσωπικό τη Ε.Υ.Π. Με τα προεδρικά διατάγματα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.1645/1986 μπορεί να προβλέπεται και η επέκταση εφαρμογής, με τις τυχόν απαιτούμενες προσαρμογές που προσιδιάζουν στην ειδική φύση της δημόσιας αυτής υπηρεσίας, συγκεκριμένων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα και στο πολιτικό προσωπικό της Ε.Υ.Π.. Μέχρι την ως άνω επέκταση και προσαρμογή εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3528/2007». Εξάλλου, στο εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 1645/1986 (Α΄ 132), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 4 του ν. 2738/1999 (Α΄ 180), π.δ. 29/2001 «Επέκταση εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 2683/99) στο πολιτικό προσωπικό της Ε.Υ.Π. και σύσταση νέων κλάδων μονίμου προσωπικού» (Α΄ 26) ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 «1. Επεκτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 4 του Ν. 2738/99 η εφαρμογή των παρακάτω διατάξεων του Ν. 2683/99 και στο πολιτικό προσωπικό της ΕΥΠ: ΜΕΡΟΣ Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΡΘΡΟ 21 πλην της παρ. 4. ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΜΙΣΘΟΣ - ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ … ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ … ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄: ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ … ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄: ΑΔΕΙΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ … ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄: ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ … ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄: ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ … ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄: ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ … ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄: ΑΠΟΛΥΣΗ … ΜΕΡΟΣ Ζ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ... 2. Για ό,τι δεν ορίζεται διαφορετικά από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ισχύουν οι διατάξεις πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 2683/99». Στο άρθρο 20 του π.δ. 611/1977 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον, υπό τίτλον «Υπαλληλικός Κώδιξ», των ισχυουσών διατάξεων των αναφερομένων εις την κατάστασιν των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ.» (Α΄ 198) οριζόταν ότι «1. Ουδείς διορίζεται υπάλληλος προ της συμπληρώσεως του 21ου και μετά την συμπλήρωσιν του 35ου έτους της ηλικίας του. … 4. Δια την εφαρμογήν των προηγουμένων παραγράφων ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται η 1ης Ιανουαρίου του έτους της γεννήσεως. 5 …».
12. Επειδή, στην παρ. 11 του άρθρου 10 του ν. 3051/2002 (Α΄ 220) ορίζεται ότι «Καταργείται το ανώτατο όριο ηλικίας πρόσληψης ή διορισμού "τακτικού προσωπικού" στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού και τα Ν.Π.I.Δ. του δημόσιου τομέα της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ισχύει, και της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2527/1997, καθώς και το ανώτατο όριο ηλικίας πρόσληψης ή διορισμού των προστατευόμενων ατόμων του Ν. 2643/1998 στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. α και β βαθμού, που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου [(όπως το πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρου 14 του ν. 3144/2003 (Α΄ 111) και τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3174/2003 (Α΄ 205)]. Ειδικά όρια ηλικίας που απαιτούνται από τη φύση και τις ιδιαιτερότητες των καθηκόντων των προς πλήρωση θέσεων μπορεί να καθορίζονται με την οικεία προκήρυξη, μετά από γνώμη του οικείου φορέα και απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (όπως το δεύτερο εδάφιο ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 61 παρ.1 περ. β΄ του ν. 4765/2021 - A΄ 6)». Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΔΙΠΠ/Φ.ΕΠ.13/οικ.24762 19.12.2002 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β΄ 1583) με την οποία ορίσθηκε ότι «Καθορίζουμε ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού προσωπικού στην Ε.Υ.Π ως κατωτέρω: ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών 37ο έτος - ΤΕ3 Πληροφορικής 37ο έτος - ΔΕ2 Επιτελών Πληροφοριών 32ο έτος. Ο κατά τα ανωτέρω καθορισμός ανωτάτων ορίων ηλικίας διορισμού υπαγορεύεται από την ιδιάζουσα φύση και τα καθήκοντα του εν λόγω προσωπικού». Το ως άνω όριο ηλικίας διατηρήθηκε σε ισχύ, για τον επίμαχο κλάδο, με την ΔΙΠΠΦ.ΗΛ/ 5/οικ.9148/12.5.2005 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β΄ 646) και, ακολούθως, με την ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφαση της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης ορίσθηκε ότι «Καθορίζουμε ως ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού, λόγω της ιδιάζουσας φύσης και των ιδιαιτεροτήτων των καθηκόντων του προσωπικού κατηγοριών Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ) της Ε.Υ.Π., ως εξής: 1. Το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος, για τις εξής κατηγορίες και ειδικότητες: Κατηγορία Προσωπικού Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) - ΠΕ1 Διοικητικού-Οικονομικού - ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών...».
13. Επειδή, όπως έχει γίνει δεκτό (ΣτΕ 102/2020, 904, 694/2018, 109, 110/2018 επταμ., 3184/2017), μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων της παραγράφου 11 του άρθρου 10 του ν. 3051/2002, καταργήθηκε κάθε ανώτατο όριο ηλικίας πρόσληψης ή διορισμού του τακτικού προσωπικού, μεταξύ άλλων, και του Δημοσίου, θεσπίσθηκε δε η δυνατότητα εξαίρεσης από την απαγόρευση αυτή. Κατ’ επίκληση της ως άνω διάταξης εκδόθηκε αρχικώς η ΔΙΠΠ/Φ.ΕΠ.13/οικ24762/19.12.2002 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης με την οποία καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού προσωπικού στην ΕΥΠ το 37ο έτος για την κατηγορία ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών, σε αντίθεση με την κατηγορία ΔΕ2 Επιτελών Πληροφοριών για την οποία ορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το 32ο. Ο καθορισμός των ορίων αυτών υπαγορεύθηκε από την ιδιάζουσα φύση και τα καθήκοντα του προσωπικού. Το ως άνω όριο ηλικίας διατηρήθηκε με την ΔΙΠΠ/Φ.ΗΛ./5/οικ.9148/12.5.2005 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για την επίμαχη κατηγορία ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών. Περαιτέρω, με την εφαρμοστέα, εν προκειμένω, ως άνω ρύθμιση της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφασης της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας για τον διορισμό στην ΕΥΠ προσωπικού κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ΠΕ 2 Επιτελών Πληροφοριών το τριακοστό πέμπτο. Η ρύθμιση αυτή, όμως, συνεπάγεται για τους υποψηφίους που έχουν συμπληρώσει το όριο αυτό μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με άλλους, οι οποίοι τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, για τον λόγο και μόνο ότι υπερέβησαν το αναφερθέν όριο, συνδέει δε άνευ άλλου την ηλικία με τη φύση και τα καθήκοντα του προσωπικού αυτής της κατηγορίας. Τούτο δε καθόσον, τα προσόντα διορισμού για την επίδικη κατηγορία, όπως ορίζονται στον Οργανισμό της ΕΥΠ (π.δ. 1/2017), ήτοι πτυχίο ή δίπλωμα οποιουδήποτε τμήματος ΑΕΙ, άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και γνώση χειρισμού Η/Υ, δεν συνδέονται με αυξημένες σωματικές ικανότητες ή ορισμένη φυσική κατάσταση οι οποίες, κατά τα διδάγματα κοινής πείρας φθίνουν με την αύξηση της ηλικίας, δεδομένου μάλιστα, ότι ο επίμαχος διαγωνισμός για την πλήρωση των επίδικων θέσεων δεν περιελάμβανε δοκιμασία φυσικής κατάστασης των υποψηφίων, ώστε τυχόν αποτυχία στη δοκιμασία αυτή θα επαγόταν τον αποκλεισμό τους, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι επιτυχόντες θα ασκούσαν τα καθήκοντα που πρόκειται να τους ανατεθούν με τον απαιτούμενο τρόπο. Η ύπαρξη δε δοκιμασίας φυσικής κατάστασης των υποψηφίων στον επίμαχο διαγωνισμό θα αποτελούσε πρόσφορο και λιγότερο περιοριστικό μέτρο από τον καθορισμό του τριακοστού εβδόμου έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας (απόφαση της 17 Νοεμβρίου 2022, Ministerio dell’ Interno, C-304/2021, σκ. 67). Εξάλλου, σε σχέση με τα καθήκοντα, τα οποία οι ως άνω υποψήφιοι στην επίμαχη κατηγορία πρόκειται να ασκήσουν, δεν ορίζονται στις ως άνω διατάξεις απαιτήσεις για αυξημένες σωματικές ικανότητες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν τη μείωση του ως άνω ανώτατου ορίου ηλικίας για τον διορισμό στην επίδικη θέση από το τριακοστό έβδομο στον τριακοστό πέμπτο, το ενδεχόμενο δε να απαιτηθεί από τους επιτυχόντες, ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά της θέσης στην οποία πρόκειται να τοποθετηθούν, να διαθέτουν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες μπορεί να ληφθεί υπόψιν για την επιλογή στη θέση αυτή, δεν μπορεί, όμως, να δικαιολογήσει τον καθορισμό του επίδικου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στον επίμαχο (απόφαση της 17 Νοεμβρίου 2022, Ministerio dell’ Interno, C-304/2021, σκ. 51 - 52), τούτο δε ενόψει ότι η διατήρηση ορίου ηλικίας για την πρόσβαση σε θέσεις του Δημοσίου ορίζεται από τις ως άνω διατάξεις ως εξαιρετική και, επομένως, η ευχέρεια που παρέχεται στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση για τη θέσπιση διατάξεων που αυξάνουν το ως άνω όριο ηλικίας πρέπει να ασκείται σε συνάρτηση με τα καθήκοντα που ο υποψήφιος πρόκειται να ασκήσει και με τα ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για τη θέση αυτή, όπως τα καθήκοντα αυτά και τα προσόντα διορισμού καθορίζονται στον νόμο και στην οικεία προκήρυξη. Επομένως, ο καθορισμός με την ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφαση της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, του τριακοστού πέμπτου, ως ανωτάτου ορίου ηλικίας για τον διορισμό στην επίδικη θέση ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών της ΕΥΠ, δεν αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική προϋπόθεση συνδεόμενη με την ικανότητα για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, έχει δε ως αποτέλεσμα τη δυσμενέστερη μεταχείριση ορισμένων ατόμων έναντι άλλων, τελούντων υπό τις αυτές συνθήκες, εκ μόνου του λόγου ότι τα άτομα αυτά έχουν συμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, με αποτέλεσμα, η σχετική κανονιστική ρύθμιση να αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 παρ. 5 της 2000/78 Οδηγίας. Μειοψήφησε ο Προεδρεύων Σύμβουλος Δ. Μακρής, κατά του οποίου την γνώμη η άσκηση των οριζόμενων στις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3649/2008 αρμοδιοτήτων της ΕΥΠ και η εκτέλεση των οριζόμενων στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου καθηκόντων από το προσωπικό της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η εκπαίδευση στη χρήση όπλων, προϋποθέτει υψηλών προδιαγραφών σωματικές ικανότητες. Οι σωματικές αυτές ικανότητες αποτελούν ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ, φθίνουν δε με την αύξηση της ηλικίας. Ειδικότερα, στο …/3.12.2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρωπίνων Πόρων της ΕΥΠ, το οποίο αναφέρεται στο προοίμιο της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 υπουργικής απόφασης, επισημαίνεται αφενός ότι το προσωπικό της υπηρεσίας ασκεί καθήκοντα που άπτονται της εθνικής ασφάλειας, απαιτούν δε εμπειρία αποκτώμενη με συνεχή εκπαίδευση που δύναται να παρασχεθεί αποκλειστικά και μόνο από την Ε.Υ.Π., αφετέρου δε ότι η φύση της εργασίας των υπαλλήλων προϋποθέτει άριστη φυσική κατάσταση, διαρκή ετοιμότητα υπό συνθήκες αυξημένης ευθύνης, ακόμα και πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου (ακανόνιστο ωράριο, επιχειρήσεις, νυχτερινές ώρες). Τα χαρακτηριστικά δε αυτά, τα οποία αποτελούν ουσιαστική και καθοριστική προϋπόθεση για την άσκηση των ως άνω καθηκόντων κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 της Οδηγίας, φθίνουν με την αύξηση της ηλικίας, χωρίς εν τούτοις να μειώνονται οι υπηρεσιακές απαιτήσεις. Συνεπώς, η θέσπιση εύλογου ανώτατου ηλικιακού ορίου για τη συμμετοχή στην επίμαχη διαδικασία επιλογής προς διορισμό στην ΕΥΠ, όπως είναι το οριζόμενο στις διατάξεις της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφασης της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, προκειμένου οι επιλεγέντες να δύνανται να ασκήσουν τα ανωτέρω καθήκοντα επί ικανό χρονικό διάστημα, εξυπηρετεί τον θεμιτό σκοπό της διασφάλισης της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας του προσωπικού της ΕΥΠ και αποτελεί ρύθμιση πρόσφορη, αναγκαία και ανάλογη προς τον σκοπό αυτό, αφού εξυπηρετεί τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, και δεδομένου ότι λαμβανομένων υπ’ όψιν των ως άνω καθηκόντων δεν είναι δυνατή η λήψη άλλου ενδεδειγμένου μέτρου, με τον οποίο ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις δεν αντίκεινται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της αναλογικότητας, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 2426/2018, 4675/2015 επταμ.) ούτε στις προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας 2000/78/ΕΚ (βλ. απόφαση της 12.1.2010,Wolf, C-229/08, ως προς τη συμφωνία διατάξεων που προβλέπουν ως ανώτατο ηλικιακό όριο για την πρόσβαση στο πυροσβεστικό σώμα το 30ό έτος καθώς και της 15.11.2016, Salaberria Sorondo C-258/2015,) και της εθνικής νομοθεσίας με την οποία αυτή μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη. Περαιτέρω, η θέσπιση με την προαναφερόμενη απόφαση της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης του τριακοστού πέμπτου έτους της ηλικίας ως ανωτάτου ορίου για τον διορισμό στην ΕΥΠ, κατά τροποποίηση της προϊσχύσασας απόφασης, η οποία όριζε το τριακοστό έβδομο έτος, συνδυάζεται με την θέσπιση των ως άνω διατάξεων του ν. 3649/2008 και την θέση σε ισχύ του Οργανισμού της ΕΥΠ (π.δ. 1/2017), όπως τούτο επισημαίνεται στο ως άνω έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρωπίνων Πόρων της ΕΥΠ. Επομένως, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, οι αναφερθείσες ρυθμίσεις θεσπίζουν μέτρο πρόσφορο για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών, το οποίο δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του ότι ο δικαστικός έλεγχος της συμφωνίας προς το Σύνταγμα και την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη ως προς την θέσπιση του συγκεκριμένου ορίου ηλικίας είναι έλεγχος ορίων, προκειμένου να μην υποκαθίσταται ο δικαστής στο έργο του νομοθέτη (βλ. ΣτΕ 851/2011 7μ., 3762/2010 7μ., πρβλ. και ΣτΕ 3798/2014 Ολομέλεια).
14. Επειδή, από την εκκαλούμενη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με την 471.1/35/751408/7.2.2019 απόφαση της Υπουργού Προστασίας του Πολίτη προκηρύχθηκε η πλήρωση, με μεικτό σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια) και αξιολόγησης ειδικότερων προσόντων, 302 κενών τακτικών θέσεων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, μεταξύ των οποίων 54 θέσεων του κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών με εισαγωγικό βαθμό «Δ». Στα γενικά προσόντα διορισμού οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι οι υποψήφιοι κατηγοριών πανεπιστημιακής (ΠΕ) και τεχνολογικής (ΤΕ) εκπαίδευσης έπρεπε να έχουν γεννηθεί κατά τα έτη 1984 έως 1998. Ο εκκαλών υπέβαλε την από 8.3.2019 αίτηση – υπεύθυνη δήλωση και τα σχετικά δικαιολογητικά, από τα οποία προέκυπτε ότι είχε γεννηθεί στις 28.9.1983. Κατόπιν αυτού, η Τριμελής Επιτροπή Επιλογής Προσωπικού της ΕΥΠ με το από 27.5.2019 πρακτικό συνέταξε αλφαβητικό πίνακα αποκλειομένων του Κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών, στον οποίο περιέλαβε τον εκκαλούντα με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε το απαιτούμενο όριο ηλικίας. Κατά του ως άνω αποκλεισμού του ο εκκαλών υπέβαλε την από 29.5.2019 ένσταση, η οποία απορρίφθηκε από την Τριμελή Επιτροπή Επιλογής Προσωπικού με το από 30, 31/5 και 7,10 και 11.6/2019 πρακτικό με την ίδια αιτιολογία, ο εκκαλών δε περιλήφθηκε στον οριστικό πίνακα αποκλειομένων, ο οποίος συντάχθηκε με το προαναφερόμενο πρακτικό. Στη συνέχεια, ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την αναφερθείσα από 17.7.2019 αίτηση ακύρωσης. Περαιτέρω, κατόπιν της από 30.7.2019 προσωρινής διαταγής της Προέδρου του Β’ Τμήματος Διακοπών του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ο εκκαλών συμμετείχε στον επίμαχο διαγωνισμό. Η Τριμελής Επιτροπή Επιλογής Προσωπικού της ΕΥΠ με το από 25 Νοεμβρίου 2019 πρακτικό συμπεριέλαβε τον εκκαλούντα στον Προσωρινό Πίνακα Μοριοδότησης των υποψηφίων του κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών και, περαιτέρω, με το από 27, 28, 29 Νοεμβρίου και 2, 4, 9 και 12 Δεκεμβρίου 2019 πρακτικό κατάρτισε Οριστικό Πίνακα Μοριοδότησης κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας, στον οποίον περιέλαβε τον εκκαλούντα. Ακολούθως, η ως άνω Επιτροπή με το από 8, 9, 10,13 και 15 Ιανουαρίου 2020 πρακτικό συνέταξε Αλφαβητικό Πίνακα Επιτυχόντων της διαδικασίας των γραπτών εξετάσεων του κλάδου ΠΕ 2 Επιτελών Πληροφοριών, με το από 30 και 31 Ιανουαρίου 2020 πρακτικό συνέταξε Αλφαβητικό Πίνακα Επιτυχόντων της διαδικασίας των προφορικών εξετάσεων στην αγγλική γλώσσα του εν λόγω κλάδου και, τελικώς, με το από 16 και 17 Μαρτίου 2020 πρακτικό συνέταξε Αλφαβητικό Πίνακα Επιτυχόντων της διαδικασίας των προφορικών εξετάσεων του κλάδου αυτού, στους πίνακες αυτούς δε περιλήφθηκε εκκαλών ως επιτυχών μετά την εξέτασή του.
15. Επειδή, με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι για τον διορισμό σε θέση υπαλλήλου στην κατηγορία ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών της ΕΥΠ, έπρεπε, κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης προκήρυξης (7.2.2019), να μην έχει συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας του, ως ημερομηνία γέννησης δε του υποψηφίου έπρεπε να θεωρηθεί η 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους. Κατόπιν τούτων, με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι στον εν λόγω διαγωνισμό για την κατηγορία ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών μπορούσαν να συμμετάσχουν όσοι είχαν γεννηθεί από την 1.1.1984, ο δε ο εκκαλών δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής για την εν λόγω κατηγορία, καθ’ όσον κατά την ημερομηνία έκδοσης της προκήρυξης είχε συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας του. Εξάλλου, με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονταν στο .../3.12.2018 έγγραφο της ΕΥΠ, το οποίο μνημονευόταν στο προοίμιο της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/11.12.2018 υπουργικής απόφασης, για το προσωπικό της Κατηγορίας ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών, απαιτούσε εμπειρία αποκτώμενη με συνεχή εκπαίδευση που δύνατο να παρασχεθεί αποκλειστικά και μόνο από την Ε.Υ.Π. και γενικά άριστη φυσική και πνευματική κατάσταση, διαρκή ετοιμότητα υπό συνθήκες αυξημένης ευθύνης, ακόμα και πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου (ακανόνιστο ωράριο, επιχειρήσεις, νυχτερινές ώρες), τα χαρακτηριστικά αυτά, όμως, φθίνουν με την αύξηση της ηλικίας, χωρίς να μειώνονται οι υπηρεσιακές απαιτήσεις. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την εκκαλούμενη απόφαση, η θέσπιση, με την ως άνω υπουργική απόφαση και, στη συνέχεια, με την οικεία προκήρυξη, του 35ου ως ανωτάτου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη σε θέσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας, υπηρετούσε τον εμμέσως συναγόμενο από την ίδια τη διάταξη θεμιτό στόχο της εξασφάλισης της εύρυθμης και αποτελεσματικότερης λειτουργίας της Ε.Υ.Π., με την πρόσληψη προσωπικού ικανού να ανταποκριθεί, και μάλιστα, σε εύλογο βάθος χρόνου, στις απαιτήσεις των συγκεκριμένων θέσεων, αποτελούσε δε μέτρο πρόσφορο το οποίο δεν έβαινε πέραν του αναγκαίου και, επομένως, δεν τίθετο ζήτημα παράβασης της τιθεμένης με την Οδηγία 2000/78/ΕΚ αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Περαιτέρω, έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση ότι οι ρυθμίσεις της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 υπουργικής απόφασης και της οικείας προκήρυξης θέσπιζαν μέτρο πρόσφορο για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών, το οποίο δεν έβανε πέραν του αναγκαίου, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του ότι ο δικαστικός έλεγχος της συμφωνίας προς την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ουσιαστικής εκτιμήσεως του νομοθέτη ως προς την θέσπιση του συγκεκριμένου ορίου ηλικίας είναι έλεγχος ορίων, προκειμένου να μην υποκαθίσταται ο δικαστής στο έργο του νομοθέτη. Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με την εκκαλούμενη απόφαση, ενόψει του ότι με την ως άνω προκήρυξη καθορίστηκε ηλικιακό όριο ενιαίο για όλους τους υποψηφίους των κενών οργανικών θέσεων του εν λόγω κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών, η εν λόγω πρόβλεψη ήταν αντικειμενική και εξυπηρετούσε την αρχή της ισότητας, παρέχοντας ίσης ευκαιρίας δυνατότητες συμμετοχής στην ένδικη διαγωνιστική διαδικασία· το γεγονός δε ότι σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων τέθηκαν ενδεχομένως διαφορετικά ηλικιακά όρια για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς ή διαδικασίες επιλογής, δεν μπορούσε να θεμελιώσει παραβίαση της αρχής της ισότητας, δεδομένου ότι οι κατηγορίες αυτές δεν βρίσκονταν σε ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με αυτές του προσωπικού της ΕΥΠ, το οποίο έχει θεμελιώδη και κυρίως πολυσύνθετο ρόλο στην εθνική ασφάλεια, περαιτέρω δε, ο ουσιαστικός έλεγχος των επιλογών του νομοθέτη εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου.
16. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι ο καθορισμός με την ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφαση της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης του τριακοστού πέμπτου (35ου), ως ανωτάτου ορίου ηλικίας για τον διορισμό στην ΕΥΠ, σε σχέση με το προϊσχύσαν όριο των τριάντα επτά (37) ετών, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 2 καθώς και στην Οδηγία 2000/78/ΕΚ, για την θέσπιση ενός γενικού πλαισίου προκειμένου να εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας με την παροχή αποτελεσματικής προστασίας από τις διακρίσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ηλικία. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η θέσπιση ως ανώτατου ορίου του τριακοστού πέμπτου (35) έτους της ηλικίας για την πρόσληψη στην επίδικη θέση δεν είναι αναγκαία ούτε πρόσφορη για την επίτευξη του δημοσίου σκοπού στον οποίο αποβλέπει, αφού η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση με την ΔΙΠΠ/Φ.ΗΛ./5οικ.9148/12.5.2005 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και την ΔΙΠΠ/Φ.ΕΠ13/οικ.24762/16.12.2002 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης είχε θεσπίσει το τριακοστό έβδομο (37ο) ως ανώτατο όριο ηλικίας για τον διορισμό στην επίδικη θέση, λαμβάνοντας υπόψιν την ιδιάζουσα φύση και ιδιαιτερότητες των καθηκόντων του προσωπικού της ΕΥΠ. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται βάσει του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος της ερμηνείας της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφασης της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, για τον καθορισμό ειδικών ορίων ηλικίας διορισμού προσωπικού της ΕΥΠ, καθώς και της συμφωνίας του καθορισμού ανωτάτου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη στην επίδικη θέση με το Σύνταγμα και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση.
17. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών έλαβε μέρος στην διαδικασία επιλογής για την κατάληψη της επίμαχης θέσης του κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών αποκλείσθηκε όμως από τη διαδικασία αυτή, διότι είχε υπερβεί το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας, όπως το όριο αυτό είχε τεθεί με την οικεία προκήρυξη, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΗΛ/66/οικ.47165/12.12.2018 απόφασης της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης οι οποίες, όπως δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο, δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ που κατοχυρώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχόλησης και εργασίας. Η κρίση όμως αυτή, όπως εκτέθηκε στην 13η σκέψη, είναι μη νόμιμη καθόσον η θέσπιση, με την προαναφερόμενη απόφαση της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, του τριακοστού πέμπτου έτους της ηλικίας ως ανώτατου ορίου για τον διορισμό στην ΕΥΠ προσωπικού κατηγορίας ΠΕ 2 Επιτελών Πληροφοριών, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 παρ. 5 της 2000/78 Οδηγίας και, για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη του Προεδρεύοντος Συμβούλου Δ. Μακρή, ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα και την μειοψηφία στην 13η σκέψη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η θέσπιση του επίμαχου ορίου ηλικίας δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές ούτε στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78, που αναφέρθηκαν.
18. Επειδή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 64 εδ. δεύτερο του π.δ. 18/1989, να δικάσει την από 17.7.2019 αίτηση ακύρωσης του εκκαλούντος, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής .../ 2019).
19. Επειδή, στερούνται εκτελεστότητας ως πληροφοριακά έγγραφα και, επομένως, προσβάλλονται απαραδέκτως τα από 28.5.2019 και από 10.7.2019 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έλαβε ο αιτών.
20. Επειδή, κατά του προσβαλλόμενου από 27.5.2019 πίνακα αποκλειομένων κλάδου ΠΕ2 Επιτελών Πληροφοριών της Τριμελούς Επιτροπής Επιλογής Προσωπικού της ΕΥΠ ο αιτών άσκησε την από 28.5.2019 ένσταση. Η ένσταση αυτή αποτελεί διοικητική προσφυγή προβλεπόμενη στο άρθρο 45 του ως άνω Οργανισμού της ΕΥΠ και στην επίμαχη προκήρυξη, ασκείται δε ενώπιον της προαναφερόμενης Επιτροπής και επιτρέπει την εξέταση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν. Επομένως, η απόρριψη της ως άνω ένστασης με το από 30, 31/5 και 7, 10 και 11.6.2019 πρακτικό της ως άνω Επιτροπής αποτελεί συμπροσβαλλόμενη και μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία ενσωματώθηκε ο ως άνω πίνακας αποκλειομένων και (από 27.5.2019) προσβαλλόμενος πίνακας συμμετεχόντων κατά το μέρος που είχε παραλειφθεί ο αιτών.
21. Επειδή, η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή για τον ανωτέρω λόγο, κατά αποδοχή του οποίου έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αιτούντος και να ακυρωθεί το από 30, 31/5 και 7, 10 και 11/6/2019 πρακτικό, με το οποίο απορρίφθηκε η ένσταση του ήδη αιτούντος κατά του αποκλεισμού του από τον διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί με την 471.1/35/751408/7.2.2019 προκήρυξη για την πλήρωση 302 κενών τακτικών θέσεων (Κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ) της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και αυτός περιλήφθηκε στον οριστικό πίνακα αποκλειομένων και να αναπεμφθεί η υπόθεση στην Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 2359/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Δικάζει την αίτηση ακύρωσης και τη δέχεται εν μέρει, κατά το σκεπτικό.
Ακυρώνει το από 30, 31/5 και 7, 10 και 11/6/2019 πρακτικό, με το οποίο απορρίφθηκε η ένσταση του αιτούντος κατά του αποκλεισμού του και αυτός περιλήφθηκε στον οριστικό πίνακα αποκλειομένων του διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί με την 471.1/35/751408/7.2.2019 προκήρυξη για την πλήρωση 302 κενών τακτικών θέσεων (Κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ) της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών σύμφωνα με το σκεπτικό.
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων της έφεσης και της αίτησης ακύρωσης.
Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος - αιτούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια πέντε (920 + 385 = 1.305) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2022
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Ο Γραμματέας
Δημήτριος Μακρής Νικόλαος Βασιλόπουλος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ής Ιανουαρίου 2025.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Δημήτριος Μακρής Στυλιανή Μάναλη
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα