Αριθμός 125/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό-Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Π. Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Β., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αρβανίτη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 13/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ε. Μ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντιβανίδη και 2. Ε. Κ. του Β., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ντιβανίδη, οι οποίοι παραστάθηκαν νόμιμα καθόσον είχαν την ιδιότητα των υποστηριζόντων την κατηγορία στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 6-6-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 6-6-2024 αίτηση του Π. Κ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 13/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης, συνολική ποινή φυλάκισης τριών [3] ετών και χρηματική ποινή χιλίων [1000] ευρώ, ασκήθηκε: α] νομότυπα, αφού έγινε με επίδοση δήλωσης του αναιρεσείοντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 141 Ν.4855/2021], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 17-5-2024 και η δήλωση έγινε στις 6-6-2024, δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 140 Ν. 4855/2021] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464,504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ]. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 299 του παλαιού ΠΚ "Ανθρωποκτονία με πρόθεση: 1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης». Κατά το ταυτάριθμό άρθρο του νέου ΠΚ (ν.4619/2019) πριν την τροποποίηση της παρ.1 αυτού με το άρθρο 63 του ν.4855/2021 "Ανθρωποκτονία με δόλο 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη». Μετά δε την παραπάνω τροποποίηση της παρ.1 του ως άνω άρθρου με το άρθρο 63 του Ν. 4855/2021 "Ανθρωποκτονία με δόλο 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διαφέρουν μόνο ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη ανθρωποκτονίας με πρόθεση (δόλο) και ότι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, ως προς την ποινή, είναι η διάταξη του άρθρου 299 του ν.4619/2019. Καθόσον όμως αφορά τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο, οι διατάξεις ουδόλως διαφέρουν και προς τούτο απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Ειδικότερα, για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται είτε θετική ενέργεια, δηλαδή άμεση ή έμμεση επίδραση επί του σώματος του θύματος, είτε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας κατά το άρθρο 15, που οδηγεί αιτιωδώς στην οριστική ανακοπή της λειτουργίας του εγκεφάλου του θύματος και συνεπώς, στον θάνατό του, εφόσον η ανθρωποκτονία είναι έγκλημα αποτελέσματος. Καθόσον αφορά δε, την αφαίρεση της ζωής άλλου με ενέργεια, η επίδραση επί του σώματος του θύματος μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, δεδομένου ότι στο ως άνω άρθρο δεν τυποποιείται ορισμένη συμπεριφορά. Γι' αυτό είναι ποινικώς αδιάφορη η ενέργεια (και το μέσο) με την οποία ο δράστης επέδρασε επί του σώματος του θύματος, αρκεί με επίδρασή του επί του σώματος του θύματος να το οδήγησε στον θάνατο. Ούτε για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με ενέργεια απαιτείται να εξειδικεύεται από το Δικαστήριο η επίδραση αυτή του δράστη επί του σώματος του θύματος, που ενδέχεται να μην μπορεί να διαπιστωθεί επακριβώς, ιδίως αν δεν έχει ανευρεθεί η σορός του θύματος, ούτε, άλλωστε, απαιτείται για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού η ανεύρεση της σορού του θύματος, αφού ο δράστης μπορεί να την έχει αποκρύψει επιμελώς, έτσι ώστε, να μην μπορεί αυτή να βρεθεί (ΑΠ 497/2021).
Συνακόλουθα, αν το Δικαστήριο σχηματίσει δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε με ενέργεια τη ζωή του θύματος, δεν απαιτείται η εξειδίκευση του τρόπου και του μέσου με τα οποία ο δράστης επέφερε με ενέργειά του τον θάνατο, αφού το άρθρο 299 ΠΚ καλύπτει κάθε τρόπο τέλεσης. Η εξειδίκευση του τρόπου τέλεσης απαιτείται μόνο σε περίπτωση αρνητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου σχετικώς με το αν η ενέργειά του, την οποία, ωστόσο, οφείλει ο ίδιος να προσδιορίζει για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του, συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του θύματος. Για την υποκειμενική δε στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (άμεσος δόλος), ενώ αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει ως δυνατό το άνω εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Επίσης, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής.
Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ( ΑΠ 423/2024, ΑΠ1414/2022, ΑΠ 160/2019, ΑΠ 1851/2019). Ο ανθρωποκτόνος δόλος του δράστη και η κυριαρχία της ήρεμης σκέψης του στην απόφαση ή στην εκτέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, προκύπτει μεταξύ άλλων, από τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, όπως από το ότι η διάπραξη έγινε με οργάνωση, μεθοδικότητα και βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου ( ΑΠ 523/2024, ΑΠ 889/2015).
Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ανυπαρξία βρασμού ψυχικής ορμής, εφόσον δεν υποβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο και μάλιστα κατά τρόπον ορισμένο (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 284/2010, ΑΠ 1935/2001).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. Το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως, όταν υπάρχουν αντιφατικά ή διαφορετικά αποδεικτικά μέσα, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο πείσθηκε από το συγκεκριμένο και όχι από το άλλο αντίθετο. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται στο αν το Δικαστήριο προέβη σε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτικά μερικών μόνον εξ αυτών. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 185/2022).
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 2037/2021, ΑΠ 652/2021).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ολΑΠ 2/2011, ΑΠ 523/2024, ΑΠ 8/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ' είδος αναφέρει και μετά από παράθεση νομικών σκέψεων, δέχθηκε στο σκεπτικό του, ότι αποδείχθηκαν επί λέξει τα εξής: << Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Π. Κ. και η Ε. Μ. γνωρίστηκαν σε νεαρή ηλικία [περίπου ... ετών ο πρώτος και ... ετών η δεύτερη] και σύναψαν ερωτικό δεσμό. Ακολούθως, λόγω του ότι η δεύτερη έμεινε έγκυος, παντρεύθηκαν και εγκαταστάθηκαν στα ... σε μισθωμένη κατοικία και το μήνα ... του έτους ... απέκτησαν ένα παιδί [θήλυ]. Ο έγγαμος βίος των ανωτέρω δεν εξελίχθηκε ομαλά και από τις αρχές του έτους 2019 το ζευγάρι τελούσε σε διάσταση, με την Ε. Μ. από τις ...-2019 να διαμένει σε μισθωμένη κατοικία, μόνη με το ανήλικο τέκνο τους, στη ..., επί της οδού ... και τον κατηγορούμενο να διαμένει στα ... στην πατρική του κατοικία. Οι σχέσεις τούτων και κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά και στη συνέχεια δεν ήταν καλές, υπήρχαν λογομαχίες, χωρίς όμως, μολονότι οι μάρτυρες κατηγορίας καταθέτουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ζηλόφθονος και καταπίεζε τη σύζυγό του, ποτέ να αναφερθεί περιστατικό βιαιοπραγίας. Η Ε. Μ., που εκείνο το διάστημα εργαζόταν ως υπάλληλος σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στη Μυτιλήνη, το βράδυ της 23-05-2019 βρισκόταν στην κατοικία της με το ανήλικο τέκνο της. Ο κατηγορούμενος το ίδιο βράδυ, περί ώρα 01.00, αφού αποχώρησε από το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, με την επωνυμία <<ΤΑΡΑΤΣΑ>>, στην προκυμαία Μυτιλήνης, όπου ήπιε ένα ποτό με τον φίλο του Π. Τ., μετέβη στην οικία της εν διαστάσει συζύγου του και με την πρόφαση ότι ήθελε να πάρει ένα κουζινικό σκεύος (σέϊκερ) κτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος της, του άνοιξε η εν διαστάσει σύζυγός του και ενώ συνομιλούσαν στο διάδρομο της πολυκατοικίας, με ανοιχτή την πόρτα του διαμερίσματος, αντιλήφθηκε εντός αυτού, στο σαλόνι, την παρουσία άγνωστου άνδρα. Ο κατηγορούμενος, χωρίς να αναφέρει κάτι στην σύζυγό του για τον άγνωστο άνδρα που ήταν στο σαλόνι του σπιτιού της, αποχώρησε από την οικία αυτής, αλλά στη συνέχεια, λίγη ώρα αργότερα (περίπου μισή ώρα), επέστρεψε και πάλι εκεί, και, ανεβαίνοντας από την εξωτερική σκάλα της οικοδομής, καθώς το διαμέρισμα βρισκόταν στο ισόγειο της πολυκατοικίας, διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, διαμέσου του παραθύρου της μπαλκονόπορτας του υπνοδωματίου της Ε. Μ., ότι η τελευταία συνευρίσκονταν ερωτικά με τον άνδρα που προηγουμένως είδε στο σπίτι της. Ο κατηγορούμενος εισέβαλε από την μπαλκονόπορτα, η οποία ήταν μεν κλειστή όχι όμως ασφαλισμένη, εντός του δωματίου και αφού εξύβρισε την εν διαστάσει σύζυγό του με τη φράση "είσαι μεγάλη πουτάνα», όπως κατέθεσε ο συνευρισκόμενος με αυτή, αυτόπτης μάρτυρας, Γ. Κ., ακολούθως αποχώρησε, χωρίς η τελευταία να αντιδράσει, αιφνιδιασμένη και ταραγμένη από την ξαφνική είσοδό του στον χώρο του δωματίου της. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος μετέβη στα ... με το αυτοκίνητό του, σε απόσταση περίπου ενός τετάρτου της ώρας και, αφού πήρε από την τέως μισθωμένη συζυγική οικία, την οποία δεν είχε παραδώσει ακόμη στον εκμισθωτή της, όπως ο ίδιος κατέθεσε, το νομίμως κατεχόμενο με αριθμ. ... δίκαννο κυνηγετικό όπλο, μάρκας BETTINSOLLI 12 CAL μαζί με τρία φυσίγγια, επέστρεψε και πάλι, περί ώρα 02.35, στην οικία της εν διαστάσει συζύγου του, ενώ o άγνωστος ήδη σ ‘αυτόν άνδρας είχε φύγει. Εισήλθε και πάλι στην οικία. Από την μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου της Ε. Μ., όπου η εκεί ευρισκόμενη Ε. Μ. συνομιλούσε στο τηλέφωνο με τον από χρόνια φίλο της Γ. Χ. και επιτέθηκε σ' αυτή, χτυπώντας την στο πρόσωπο και εξυβρίζοντάς την με τις φράσεις, σύμφωνα με την κατάθεση του αυτήκοου μάρτυρα Γ. Χ., "τί έκανες πουτανάκι γαμήθηκες; Πουτανάκι ήσουν πάντα, καριόλα ξάπλωσε, έχυνε γρήγορα όπως εγώ; Πιπούλα του πήρες; Καριόλα πάρε τηλέφωνο τον άλλον, θα σας τελειώσω σήμερα" και ακολούθως, ενώ η Ε. Μ., φοβισμένη, του έλεγε "τί κάνεις εδώ με το όπλο», την πυροβόλησε με το όπλο, πλήττοντάς την από πολύ κοντά (ένα με ενάμισυ μέτρο περίπου) στον αριστερό κρόταφο, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι περί ώρα 02:16 της 23.05.2019 ο Γ. Χ. του Γ., κάτοικος ..., ..., ενώ βρισκόταν στην οικία του έλαβε τηλεφωνική κλήση στον αριθμό της τηλεφωνικής του συσκευής ... από την Ε. Μ., με την οποία ήταν φίλοι, από τον αριθμό τηλεφώνου της ... Η E. Μ. του ανέφερε ότι πριν λίγη ώρα, ενώ βρισκόταν στην οικία της με έναν φίλο της, με το όνομα "Γ.», ο οποίος εργαζόταν στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που εργαζόταν και η ίδια "…" στην προκυμαία Μυτιλήνης, εισήλθε από τη μπαλκονόπορτα του σπιτιού της ο εν διαστάσει σύζυγός της Π. Κ. και ότι αφού την εξύβρισε στη συνέχεια αποχώρησε. Ενώ συνομιλούσαν, o Γ. Χ. άκουσε θόρυβο, κάποιος να χτυπάει την πόρτα της οικίας της E. Μ. και στη συνέχεια, ενώ o ίδιος προέτρεπε την τελευταία να μην ανοίξει την πόρτα, άκουσε την E. Μ. να λέει "Π. τι κάνεις εδώ με το όπλο», τον κατηγορούμενο να τη χαστουκίζει και να της λέει χαμηλόφωνα τις αναφερόμενες ανωτέρω φράσεις ("τί έκανες πουτανάκι γαμήθηκες; Πουτανάκι ήσουν πάντα, καριόλα ξάπλωσε, έχυνε γρήγορα όπως εγώ; Πιπούλα του πήρες; Καριόλα πάρε τηλέφωνο τον άλλον, θα σας τελειώσω σήμερα») και την Ε. Μ., φοβισμένη, να προσπαθεί να τον ηρεμήσει, o Γ. Χ. που τον έχουν βάλει σε ανοικτή ακρόαση, του έλεγε να σταματήσει γιατί θα πάρει την αστυνομία, ενώ άκουγε τον κατηγορούμενο να λέει ότι θα πάρει το παιδί και θα το πάει στη μάνα του, στη συνέχεια άκουσε πυροβολισμό και αμέσως μετά τον πυροβολισμό διακόπηκε η σύνδεση. O Γ. Χ. κάλεσε αμέσως και πάλι στο ίδιο τηλέφωνο, το οποίο σήκωσε o κατηγορούμενος και στην ερώτησή του που είναι η Ε. και τι έγινε ο τελευταίος του απάντησε με τη φράση "Όλα καλά" και του έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Γ. Χ. κάλεσε εκ νέου στην ίδια τηλεφωνική γραμμή και του απάντησε και πάλι ο κατηγορούμενος και χωρίς να θυμάται (Γ. Χ.) τι ακριβώς του είπε ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος του έκλεισε και πάλι το τηλέφωνο. Στην συνέχεια, παρά την προσπάθεια επικοινωνίας από τον Γ. Χ., το τηλέφωνο έδειχνε ότι ήταν απενεργοποιημένο, ο δε Γ. Χ., ταραγμένος κάλεσε την Αστυνομία να μεταβεί στην κατοικία της Ε. Μ. Καθ' όλο το διάστημα του ανωτέρω περιστατικού το ανήλικο τέκνο του κατηγορουμένου και της Ε. Μ. κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο χωρίς να αντιληφθεί το παραμικρό. Ο κατηγορούμενος ακολούθως (μετά τον πυροβολισμό), κάλεσε πρώτα τον πατέρα του και ύστερα τον φίλο του Π. Τ. να μεταβούν στην κατοικία της Ε. Μ. προς βοήθειά του. Όταν οι τελευταίοι έφθασαν στο σπίτι της E. Μ., o ίδιος αφήνοντάς τους εκεί, πήρε το ανήλικο τέκνο του και το μετέφερε στην πατρική του οικία στα ... σε απόσταση, όπως προαναφέρθηκε, δέκα πέντε λεπτών της ώρας με το αυτοκίνητο και αφού το παρέδωσε στη μητέρα του προς φύλαξη απομακρύνθηκε από εκεί. Αργότερα, περί ώρα 04.40, εντοπίστηκε από την Αστυνομία και ομολόγησε την πράξη του. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι o κατηγορούμενος με τη χρήση κυνηγετικού όπλου αφαίρεσε τη ζωή της Ε. Μ., ενεργώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση αυτής. H κρίση αυτή του Δικαστηρίου εδράζεται στα εξής: O κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ από ώρα 1:00 και μέχρι τον πυροβολισμό, μετέβη συνολικά τρεις φορές στην οικία της θανούσας χωρίς την πρόσκληση και βούληση της τελευταίας. Την πρώτη φορά και ενώ η θανούσα δεν επιθυμούσε την παρουσία του, του ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της μόνο κατόπιν τηλεφωνήματός του και του προσχήματος που χρησιμοποιεί ότι χρειάζεται να πάρει ένα κουζινικό σκεύος (σέικερ) που είχε αφήσει εκεί, τη δεύτερη και την τρίτη φορά εισήλθε στην κατοικία αυτής αυτοβούλως, παραβιάζοντας τον ιδιωτικό της χώρο, και ειδικότερα τη δεύτερη φορά, εισερχόμενος στο δωμάτιό της από την μπαλκονόπορτα και αιφνιδιάζοντάς την, ενώ την είδε να συνευρίσκεται με άλλο άνδρα, την εξύβρισε μόνο χωρίς να πράξει κάτι άλλο, όπως θα ήταν αναμενόμενο εξαιτίας της αιφνίδιας και απότομης υπερδιέγερσης των συναισθημάτων του οργής και πάθους από το θέαμα που αντίκρισε κατά τον αυτοτελή του ισχυρισμό, και μετά αποχώρησε χωρίς η τελευταία, λόγω του αιφνιδιασμού της από την αναπάντεχη και ξαφνική είσοδό του στον ιδιωτικό της χώρο, να αντιδράσει στις ύβρεις του και χωρίς να υποτιμήσει αυτόν ως προς τις ερωτικές του επιδόσεις, επιτείνοντας με τον τρόπο αυτόν την υπερδιέγερση των συναισθημάτων πάθους και οργής που αυτός ένοιωσε βλέποντάς την να συνευρίσκεται ερωτικά με άλλον άνδρα όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Το τρίτο πρόσωπο και αυτόπτης μάρτυρας, Γ. Κ., κατέθεσε ότι η θανούσα λόγω του αιφνιδιασμού και της ταραχής της από την αναπάντεχη είσοδο του κατηγορουμένου στο δωμάτιό της δεν αντέδρασε καθόλου στις ύβρεις αυτού. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος μεταβαίνει με το αυτοκίνητό του στα ..., σε απόσταση ενός τετάρτου της ώρας, παίρνει το όπλο και επιστρέφει μετά από ένα τέταρτο και πάλι της ώρας στην οικία της θανούσας, ήτοι από τη στιγμή που αντίκρισε την εν διαστάσει σύζυγό του σε ερωτική συνεύρεση πέρασε χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα λεπτών μέχρι τη στιγμή που την πυροβόλησε, κατά τη στιγμή δε του πυροβολισμού είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης σύμφωνα με την λεπτομερή και πειστική Κατάθεση Του αυτήκοου μάρτυρα Γ. Χ., η οποία σε κανένα σημείο της δεν αναιρείται από κατάθεση άλλου μάρτυρα και από τα όσα ανέφερε στην απολογία του o κατηγορούμενος, πυροβόλησε τη θανούσα από κοντινή απόσταση στο κεφάλι και αμέσως μετά τον πυροβολισμό, αφού μίλησε ήρεμα και ψύχραιμα στο τηλέφωνο με τον Γ. Χ., αναφέροντας σ' αυτόν ότι "όλα ήταν καλά», στη συνέχεια κάλεσε σε βοήθεια τον πατέρα του και τον φίλο του Π. Τ. και όταν αυτοί έφθασαν στον τόπο του εγκλήματος, με ψυχραιμία ενεργώντας και πάλι, άφησε αυτούς εκεί και αφού παρέλαβε το ανήλικο τέκνο του και οδήγησε εκ νέου απόσταση ενός τετάρτου της ώρας με το αυτοκίνητο στα ..., παρέδωσε το παιδί στη μητέρα του και ακολούθως έφυγε από το πατρικό του σπίτι. Από τις ανωτέρω περιγραφόμενες ενέργειες του κατηγορουμένου πριν την τέλεση, κατά την τέλεση και μετά την τέλεση του εγκλήματος (παρακολούθηση του θύματος, είσοδος στον ιδιωτικό του χώρο χωρίς τη θέλησή του, μετάβαση με το αυτοκίνητο από το σπίτι του θύματος στα ... και επιστροφή στο σπίτι του θύματος ύστερα από οδήγηση με ασφάλεια επί τριάντα λεπτά της ώρας τουλάχιστον, παραλαβή κυνηγετικού όπλου και φυσιγγίων, στόχευση και πυροβολισμός στο κεφάλι από μικρή απόσταση, γρήγορη και ασφαλής απομάκρυνση από τον τόπο του εγκλήματος) καταδεικνύεται ότι o κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη με νηφαλιότητα, ψυχραιμία, υπολογισμό και εκτίμηση της κατάστασης και δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι αυτός ενήργησε ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής, δηλαδή σε ψυχική υπερδιέγερση η οποία να φτάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ' αυτήν, λόγω ειδικότερα της ζηλοτυπικής διαταραχής και οργής εξαιτίας του θεάματος της ερωτικής συνεύρεσης της εν διαστάσει συζύγου του με άλλον άνδρα και της ταπείνωσης και προσβολής της προσωπικότητας που αυτός ένοιωσε. Επισημαίνεται ότι η θανούσα ουδόλως προκάλεσε τον κατηγορούμενο με οποιονδήποτε τρόπο ώστε περιφέροντάς τον σε υπερδιέγερση τέτοια των συναισθημάτων να οδηγηθεί στο εν λόγω έγκλημα, καθόσον αυτή βρισκόταν στον ιδιωτικό της χώρο- στο σπίτι της και δικαίωμά της αναφαίρετο ήταν να συνευρεθεί ή να συνάψει ερωτική σχέση με όποιο πρόσωπο επιθυμούσε αφού ήδη κατά το προηγούμενο διάστημα, τόσο λεκτικά, όσο και με τις πράξεις της, του είχε καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμούσε και δεν υπήρχε ενδεχόμενο επανασύνδεσής τους και συγκεκριμένα είχε μετακομίσει μόνη της με το ανήλικο τέκνο τους σε άλλο τόπο και οικία από την μέχρι τότε συζυγική τους κατοικία και του είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο επανασύνδεσής τους, δυσφορώντας στις απρόσκλητες επισκέψεις του στην κατοικία της και μη επιτρέποντάς του την είσοδο (βλ. σχετ. ανωτέρω καταθέσεις μητέρας θανούσας και φίλου της Γ. Χ. που αναφέρουν ότι λίγες ημέρες μετά την μετακόμισή της η θανούσα σε επίσκεψη του κατηγορουμένου στο σπίτι της του είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο επανασύνδεσής τους). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι μετά την μετακόμιση της θανούσας είχαν συνευρεθεί δύο φορές ερωτικά και ότι η τελευταία άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανασύνδεσής τους δεν αποδείχθηκε. Ούτε αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της θανούσας, σχετικά με τις ερωτικές του επιδόσεις, τη στιγμή που την είδε να συνευρίσκεται ερωτικά με άλλο άνδρα, ήταν αυτή που τον περιέφερε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, όπως o ίδιος ισχυρίζεται. Από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα (Κ.), η οποία κρίνεται αξιόπιστη καθώς δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, αποδείχθηκε ότι η θανούσα, αιφνιδιασμένη, ταραγμένη και σοκαρισμένη από την εισβολή του κατηγορουμένου στο δωμάτιο της δεν αντέδρασε καθόλου και δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη στις ύβρεις αυτού και ουδέν ανέφερε για τις ερωτικές του επιδόσεις. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και κατά τη στιγμή που δέχθηκε το ερέθισμα, που αποτέλεσε την αφορμή για τη λήψη της απόφασης να σκοτώσει την εν διαστάσει σύζυγό του, έλαβε την απόφαση του αυτή ήρεμα και με ψυχραιμία, καθώς αυτός δεν επιτέθηκε στην σύζυγό του και το άτομο με το οποίο αυτή συνευρίσκετο κατά τη στιγμή εκείνη όπως θα ήταν φυσικό εάν είχε περιέλθει σε βρασμό ψυχικής ορμής, αλλά αντιθέτως αυτός, αφού μόνο εξύβρισε το θύμα αποχώρησε από την κατοικία του και στη συνέχεια ακολούθησε μια αλληλουχία συγκροτημένων και μεθοδικών εκ μέρους του κινήσεων, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω (μετάβαση με το αυτοκίνητο σε απόσταση ενός τετάρτου της ώρας τουλάχιστον στην τέως συζυγική οικία, παραλαβή από εκεί του όπλου μετά τριών φυσιγγίων και επιστροφή και πάλι με το αυτοκίνητο στην κατοικία της θανούσας μετά από οδήγηση ενός τετάρτου και πάλι της ώρας, πυροβολισμός αυτής στοχευμένα στον κρόταφο από μικρή απόσταση ώστε να επέλθει με βεβαιότητα ο θάνατος αυτής, κλήση ακολούθως για βοήθεια στον πατέρα του και στο φίλο του και παραλαβή αμέσως μετά του ανηλίκου και μεταφορά αυτού με ασφάλεια με το αυτοκίνητο, σε απόσταση πάλι ενός τετάρτου της ώρας, στην πατρική του οικία), που καταδεικνύουν άτομο που ενεργεί σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και όχι ευρισκόμενο εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Όλες οι ενέργειες αυτές καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης, βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχοντας πλήρη επίγνωση των πραττομένων του και επομένως απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει ο αυτοτελής αυτού ισχυρισμός ότι κατά την εκτέλεση της ανωτέρω πράξης του τελούσε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο έφερε παράνομα το αναφερόμενο ανωτέρω όπλο, καθώς δεν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει αυτό για άσκηση θήρας ή σκοποβολής ή άλλη συναφή χρήση και έκανε χρήση του όπλου αυτού, διαπράττοντας το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος της Ε. Μ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας>>. Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και του επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη και συνολική ποινή φυλάκισης τριών [3] ετών, για τις λοιπές με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: <<Στη Μυτιλήνη, ευρισκόμενος εντός της οικίας της Ε. Μ., επί της οδού ..., στις 23-05-2019 και περί ώρα 02.35' π.μ., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα: 1] Με πρόθεση, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση, σκότωσε άλλον. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση, εισήλθε στην οικία της Ε. Μ., από την μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου και αφού της επιτέθηκε με τα χέρια στο πρόσωπο ακολούθως την πυροβόλησε με το με ... δίκαννο κυνηγετικό όπλο μάρκας BETTINSOLLI 12 CAL, πλήττοντας αυτήν στην αριστερή κροταφική χώρα, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτής. 2] Έφερε παράνομα κυνηγετικό όπλο. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έφερε παράνομα το με αριθ. ... δίκαννο κυνηγετικό όπλο μάρκας BETTINSOLLI 12 CAL, ενώ δεν επρόκειτο να το χρησιμοποιήσει για άσκηση θήρας ή σκοποβολής ή για άλλη συναφή χρήση. 3] Με χρήση όπλου κατά την έννοια του Ν. 2168/1993, διέπραξε κακούργημα. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, κάνοντας χρήση του με αριθ. ... δίκαννου κυνηγετικού όπλου μάρκας BETTINSOLLI 12 CAL διέπραξε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος της Ε. Μ.>>. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις [νομικοί συλλογισμοί] με τις οποίες υπήγαγε τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην οικεία ουσιαστική διάταξη, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν σχέσει με την κατάγνωση της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την προαναφερόμενη πράξη, χωρίς να παραβιάσει την ως άνω διάταξη ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης, σχετικά με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που εστιάζονται στην τέλεση της ως άνω πράξης σε κατάσταση ψυχικού βρασμού από την προηγηθείσα συμπεριφορά του θύματος αναφέρεται ότι: α] ο κατηγορούμενος μετέβη συνολικά τρεις φορές στην οικία της θανούσας, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση, β] είχε έντονη λογομαχία μαζί της τουλάχιστον τις δύο από τις τρεις αυτές φορές, γ] έλαβε την απόφασή του ήρεμα και με ψυχραιμία, καθώς αυτός δεν επιτέθηκε στην εν διαστάσει σύζυγό του και στο άτομο με το οποίο αυτή συνευρισκόταν κατά τη στιγμή εκείνη, όπως θα ήταν φυσικό εάν είχε περιέλθει σε βρασμό ψυχικής ορμής, αλλά αντιθέτως αυτός, αφού μόνο εξύβρισε το θύμα αποχώρησε από την κατοικία του, δ] στη συνέχεια μετέβη με το αυτοκίνητο στην τέως συζυγική οικία, σε απόσταση ενός τετάρτου της ώρας τουλάχιστον, παρέλαβε από εκεί το όπλο με τρία φυσίγγια και επέστρεψε στην κατοικία της θανούσας μετά από οδήγηση άλλου ενός τετάρτου της ώρας, ε] πυροβόλησε τη θανούσα στοχευμένα στον κρόταφο από μικρή απόσταση, ώστε να επέλθει με βεβαιότητα ο θάνατός της και, ακολούθως, κάλεσε για βοήθεια στον πατέρα του και στον φίλο του, στ] αμέσως μετά τον πυροβολισμό μίλησε τηλεφωνικά με τον Γ. Χ., αναφέροντας σε αυτόν ότι όλα ήταν καλά και ζ] παρέλαβε το ανήλικο τέκνο του και μετέφερε αυτό με ασφάλεια με το αυτοκίνητό του στην πατρική του οικία. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά καταδεικνύουν άτομο που ενεργεί σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και όχι ευρισκόμενο σε κατάσταση ψυχικής ορμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος βρασμού ψυχικής ορμής είναι αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 83 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, εφόσον προβλήθηκε παραδεκτά κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-6-2019 ΠΚ και πριν την τροποποίησή του με το Ν. 5090/2024, θεωρούνται ιδίως: α] το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα... Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης της περ. α' είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του Δικαστηρίου δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ. Όπως δε αναγράφεται σχετικά αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της <<έντιμης>> ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της <<νόμιμης>> ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο και μόνο να συμμορφώνεται στο νόμο. Το λευκό ποινικό μητρώο του υπαιτίου, το οποίο κατ' ελάχιστον απαιτείται για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού, συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό [μαχητό] τεκμήριο προηγούμενης σύννομης ζωής, ωστόσο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του βίου ως σύννομου, αφού η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρών, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των εννόμων αγαθών στον καθημερινό βίο [ΑΠ 437/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων μετά την απόφαση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, υπέβαλε δια του συνηγόρου του τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, επικαλούμενος για την θεμελίωση του πρότερου σύννομου βίου του το λευκό ποινικό του μητρώο.
Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας με την ακόλουθη αιτιολογία:
<<Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι ναι μεν το ποινικό του μητρώο είναι λευκό, πλην, όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων ο βίος του δεν ήταν σύννομος και τούτο αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος κατά το παρελθόν ασκούσε βία κατά τη διάρκεια του γάμου του στην θανούσα, εις βάρος της οποίας δεν χειροδικούσε μεν, πλην, όμως, ενίοτε της απαγόρευε να πάει στη δουλειά της, κλειδώνοντάς την στο σπίτι, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της πολιτικής αγωγής Α. Δ. του Π., η οποία ως εργοδότρια της Ε. Μ. στον παιδικό σταθμό <<ΝΤΟΡΕΜΙ>> όπου αυτή εργάστηκε, είχε άμεση αντίληψη, καθώς κάποια φορά που η τελευταία δεν προσήλθε στη δουλειά της, σε τηλεφωνική τους συνομιλία η θανούσα της ανέφερε κλαμένη ότι δεν την άφησε ο κατηγορούμενος και ότι την κλείδωσε στο σπίτι, επίσης κατά το διάστημα που βρισκόταν σε διάσταση ο κατηγορούμενος πήγαινε στην εργασία της θανούσας, παρακολουθούσε αυτή και επιτίθετο σε άτομα που έκρινε ότι ήταν πολύ κοντά της, ενώ και όταν ήταν ανήλικος είχε επιτεθεί σε άλλον ανήλικο, χειροδικώντας και απειλώντας σε βάρος αυτού.
Εξάλλου και από την ιδιαίτερη απαξία των πράξεων που ο κατηγορούμενος τέλεσε, όπως η αφαίρεση του ύψιστου αγαθού της ζωής, καταδεικνύει έλλειψη πραγματικού σεβασμού αυτού σε έννομα αγαθά και δικαιώματα της τιμής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των τρίτων, γεγονός που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου συννόμου βίου [βλ. ολΑΠ 2/2022]. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω το δικαστήριο κρίνει, συναξιολογώντας και τον κανόνα του άρθρου 178 ΚΠΔ, ότι μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων που κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος δεν έζησε σύννομα>>. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι έζησε σύννομη ζωή έως την τέλεση των ανωτέρω πράξεων, αφού προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνει την κρίση του ότι ο βίος του κατηγορουμένου δεν είναι σύννομος παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πριν από την τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, ήταν υπαίτιος περιστατικών βίας και απειλών σε βάρος της θανούσας Ε. Μ., την κλείδωνε στο σπίτι, επιτίθετο σε άτομα που έκρινε ότι ήταν πολύ κοντά της, ενώ και όταν ήταν ανήλικος είχε επιτεθεί σε άλλον ανήλικο με χειροδικίες και απειλές, δηλαδή πράξεις που εκτείνονται σε χρόνο και δείχνουν έλλειψη σεβασμού των έννομων αγαθών στον καθημερινό βίο, ενώ η τέλεση γάμου και οικογένειας σε μικρή ηλικία, δεν αρκούν, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, να καταστήσουν σύννομη τη ζωή του κατηγορουμένου έως την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Με τις παραδοχές αυτές πλήρως αιτιολογείται ότι ο βίος του κατηγορουμένου πριν την τέλεση των άνω πράξεων δεν ήταν σύννομος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την αξιολόγησης του βίου ως σύννομου, αφού η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των έννομων αγαθών στον καθημερινό βίο, ο οποίος [σεβασμός] στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπήρχε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2024 αίτηση του Π. Κ. του Β., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Σ. Κ. Χίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 13/2024 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ