Αριθμός απόφασης
23/2024
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αλέξανδρο Παλούκη, Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτα Γκόγκου, Εφέτη, Άννα Πιπίνη, Εφέτη - Εισηγήτρια, και από τον Γραμματέα Βασίλειο Θάνο.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ... συζύγου ... ..., το γένος ... ..., κατοίκου Ιωαννίνων (οδός ... ... αρ. ...), με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, και 2) α] ... ... του ... και της ..., συζύγου ... ..., κατοίκου ... Ιωαννίνων, με Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, και β] ... ... του ... και της ..., συζύγου ..., κατοίκου Λύγγου Ιωαννίνων, με Α.Φ.Μ. ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους ... χήρας ... ..., το γένος ... ..., η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια της επιδικίας και κληρονομήθηκε από τις άνω (2α και 2β) θυγατέρες της, οι οποίες και συνεχίζουν την αρξαμένη απ' αυτήν δίκη, άπασες δε οι ανωτέρω παραστάθηκαν στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κασιούμη (Α.Μ. Δ.Σ. Ιωαννίνων: 105).
ΤΩΝ ΚΑΘΏΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) ... συζύγου ... ..., το γένος ... ..., κατοίκου Αττικής, και 2) ... ... του ..., κατοίκου Ιωαννίνων (οδός ... αρ. ...), οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο δια των πληρεξούσιων δικηγόρων τους ...α Βέλλη (Α.Μ. Δ.Σ. Ιωαννίνων: 76) και Δημοσθένη Δημοσθένους (Α.Μ. Δ.Σ. Ιωαννίνων: 222).
Στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά την τακτική διαδικασία, κατατέθηκαν : α) από την ενάγουσα ... συζ. ... ..., το γένος ... ..., η από 23-07-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../25-07-2013 αγωγή της κατά των εναγομένων και β) από την ενάγουσα ... συζ. ... ..., το γένος ... ..., η από 23-07-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράγου .../25-07-2013 αγωγή της κατά των εναγομένων. Οι άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 25/2016 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές. Την ανωτέρω απόφαση εξεκάλεσαν στο παρόν Δικαστήριο οι εναγόμενοι, με την από 20-07-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον της Γραμματείας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων .../22-07-2016 έφεσή τους (αριθμός καταχώρισης- προσδιορισμού ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου .../09-08-2016), στρεφόμενοι κατά των εναγόντων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 183/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή από τυπική και ουσιαστική άποψη η άνω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε κατ' ουσία, απορρίφθηκαν οι αγωγές ως ουσία αβάσιμες. Την απόφαση αυτή οι εφεσίβλητες - ενάγουσες προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την από 18-02- 2019 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1755/2022 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό και διατακτικό αυτής αναφερόμενα και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, με συγκρότηση από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την (εν μέρει) αναιρεθείσα απόφαση.
Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 25-11-2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../28-11-2022 κλήση των αναιρεσειόντων (εναγόντων - εφεσιβλήτων, στη θέση της δεύτερης εκ των οποίων υπεισήλθαν, μετά το θάνατό της, οι νόμιμες κληρονόμοι της, οι οποίες γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την αρξαμένη από
αυτήν δίκη). Η παραπάνω κλήση προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 01-03-2023 και, μετά από αναβολή, στη δικάσιμο της 20-09- 2023, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο και συζητήθηκε, όπως αναφέρεται παραπάνω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο, όπως αναφέρεται παραπάνω, και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής «η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και κατά την διορθωτική ερμηνεία αυτού, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1, 2, 3, 6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης, επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής εννόμου προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής, και μάλιστα, από την τυχόν γενικότητα της διατύπωσης του διατακτικού της αναιρετικής απόφασης, η οποία σ' αυτό (διατακτικό) δεν κάνει ρητή διάκριση για το κεφάλαιο ως προς το οποίο, σύμφωνα με το σκεπτικό της, αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 739/2012 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός και, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνον ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 1282/2018 ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντας και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ' αυτές (ΑΠ 634/2016 ΤΝΠ Νόμος). Αν ως προς ορισμένο χωριστό κεφάλαιο, για το οποίο διαλαμβάνει ιδιαίτερη διάταξη η προσβληθείσα με αναίρεση απόφαση, δεν αναιρεθεί, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να επιληφθεί ως προς το κεφάλαιο τούτο της υπόθεσης, αφού τότε θα προσέβαλε το δεδικασμένο, που κατ' άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, οπότε συναναιρούνται (ΟλΑΠ 2/2015 ΕλλΔνη 2015. 1373, ΑΠ 404/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 561/2013 ΝοΒ 2013. 1919, ΑΠ 738/2012 ΝοΒ 2012. 678, ΑΠ 629/2010 ΝοΒ 2010. 2329). Επομένως, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και ερευνώνται μόνον οι λόγοι εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση (ΑΠ 894/2015 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΑΠ 561/2013 ΝοΒ 2013.1919, ΑΠ 524/2010 ΤΝΠ Νόμος). Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της αντιστοίχου αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής εννόμου προστασίας (έφεση, αγωγή κ.λπ.). Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο επιλαμβάνεται ύστερα από κλήση για συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του, την οποία έχει δικαίωμα να επισπεύσει οποιοσδήποτε διάδικος της αναιρετικής δίκης, επιδίδοντας την κλήση προς τους αντιδίκους του στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 493/2011 ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1140/2019, ΑΠ 404/2018 ΤΝΠ Νόμος). Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση, και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη, ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου, με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνον ως προς νομικό ζήτημα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις - εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση - από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 493/2011 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 25-11-2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../28-11-2022 κλήση των : 1) ... συζ. ... ..., το γένος ... ...
(πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας) και 2) α] ... ... του ... και β] ... ... του ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 05-05-2021 μητέρας τους ... χήρας ... ..., το γένος ... ...
(δεύτερης εφεσίβλητης - ενάγουσας), - στης οποίας τη θέση αυτές (2α και 2β καλούσες) υπεισήλθαν, αφού γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την αρξαμένη απ' αυτήν δίκη - νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ' άρθρο 581 ΚΠολΔ, η υπόθεση, μετά την έκδοση της με αριθμό 1755/2022 απόφασης του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 23-07-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/25-07-2013 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η ενάγουσα [και ήδη πρώτη εφεσίβλητη] ... συζ. ... ..., το γένος .... ..., εξέθετε ότι ο ... ...
(αδερφός της και αδερφός της πρώτης των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων), αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ένεκα των οποίων από τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2010, νοσηλευόταν σε νοσοκομεία και ιατρικά κέντρα. Ότι ο ανωτέρω δεν είχε σύζυγο ή τέκνα, μοναδικοί δε συγγενείς του, ήταν οι τρεις αδερφές του δηλαδή η ίδια, η ... σύζυγος ... ..., το γένος ... ...
(ενάγουσα της με αριθμό κατάθεσης .../25-07-2013 αγωγής), η ... σύζυγος ... ..., το γένος ... ...
(πρώτη των εναγομένων), καθώς και τα υπόλοιπα άρρενα, εν ζωή, αδέρφια του δηλαδή οι ... ..., ... και ... .... Ότι επειδή το κόστος νοσηλείας του ήταν πολύ υψηλό και υπήρχε και το ενδεχόμενο της συνέχισης της νοσηλείας του στην αλλοδαπή σε εξειδικευμένα νευροχειρουργικά κέντρα, τους ζήτησε να αναλάβουν και να δαπανήσουν, εφόσον χρειαστεί, για τη νοσηλεία του τα χρήματα, που αυτός είχε τοποθετήσει σε προθεσμιακή κατάθεση στην τότε Ελληνική Τράπεζα και νυν Τράπεζα ..., συνολικού ποσού 230.000,00 ευρώ. Ότι, κατόπιν προφορικής συνεννόησης και με την υπόδειξη του ... ..., περί τα τέλη Νοεμβρίου 2010, συμφώνησαν να καταστούν πληρεξούσιοι οι εναγόμενοι και να αναλάβουν την διαχείριση των χρημάτων του από την πιο πάνω Τράπεζα. Ότι, για το λόγο αυτό, στις 06- 12-2010 συντάχθηκε στο νοσοκομείο από τον συμβολαιογράφο Ιωαννίνων ... ... το με αριθμό …/2010 πληρεξούσιο με το οποίο ο ... ... διόριζε ως αντιπροσώπους και διαχειριστές των χρημάτων του τους εναγομένους. Ότι οι εναγόμενοι από κοινού, στις 22-12-2010 , ως εντολοδόχοι του ... ..., ανέλαβαν από την πιο πάνω Τράπεζα το ποσό των 230.000,00 ευρώ πλέον τόκων 2.033,96 ευρώ και συνολικά 232.033,96 ευρώ, και το κατέθεσαν σε τράπεζα σε δικό τους λογαριασμό. Ότι, επιπλέον, περί τα τέλη Οκτωβρίου 2011, λόγω της ανάγκης να συνεχιστεί η αποθεραπεία του, είτε στην Αθήνα, είτε στην αλλοδαπή, οι εναγόμενοι, της ζήτησαν να τους καταβάλει ένα χρηματικό ποσό το οποίο θα διαχειρίζονταν και θα το δαπανούσαν για τις ανάγκες νοσηλείας του ... ... και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα, δεν το δαπανούσαν θα το επέστρεφαν, και ότι εν τελεί αυτή (ενάγουσα), στις 27-10-2011 , εισέπραξε από την Τράπεζα ποσό 92.000,00 ευρώ το οποίο παρέδωσε την 1-11-2011 , στον δεύτερο εναγόμενο για τον παραπάνω σκοπό. Ότι όμως ούτε το παραπάνω ποσό, ούτε αυτό των 232.033,96 ευρώ χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες νοσηλείας του ... ..., καθόσον αυτός δεν χρειάστηκε να νοσηλευτεί στην αλλοδαπή και τα τρέχοντα έξοδά του καλύφθηκαν από τη μηνιαία σύνταξή του και από τους τόκους των χρημάτων του, τα οποία επίσης εισέπρατταν και διαχειρίζονταν οι εναγόμενοι στα πλαίσια της ως άνω εντολής. Ότι στις 25-12- 2012 απεβίωσε ο ... ..., δυνάμει δε της με αριθμό .../2003 δημόσιας διαθήκης είχε ορίσει ότι κληρονόμοι όλων των χρημάτων του - κατ' ισομοιρία - που θα βρεθούν κατά το χρόνο του θανάτου του θα είναι οι τρεις ως άνω αδερφές του. Ότι με τον ως άνω θάνατο έληξε η σχέση εντολής του εντολέα ... ... με τους εντολοδόχους - εναγομένους και, ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν σ' αυτές (ενάγουσες), ως κληρονόμους του εντολέα, καθετί που έλαβαν για την εκτέλεση της εντολής και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη διεξαγωγή της. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ... συζ. ... ..., το γένος ... ..., ζητούσε: 1) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο ο καθένας να της αποδώσουν, κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδας, το 1/3 του πιο πάνω ποσού των 232.033,96 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 77.344,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, δοθέντος ότι αυτοί διέπραξαν υπεξαίρεση, ιδιοποιούμενοι το παραπάνω ποσό, 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν αλληλέγγυα και σε ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 92.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, 3) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, 4) ενόψει του ότι η συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά προσβολή της μνήμης του νεκρού αδελφού της, για τους ειδικότερους λόγους που εκθέτει στην αγωγή, (ζητούσε) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, με την κατά τα άνω συμπεριφορά τους, έχουν προσβάλλει την "προσωπικότητα" του θανόντος ... ... και με δεδομένο ότι η προσβολή αυτή διαρκεί για όσο χρόνο οι εναγόμενοι κατακρατούν το ποσό της κληρονομιάς, να υποχρεωθούν να άρουν την προσβολή με την καταβολή σε αυτήν (ενάγουσα) του ποσού της κληρονομιάς που δικαιούται και, τέλος, 5) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή, κατά τα καταψηφιστικά της αιτήματα, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας δέκα μηνών σε βάρος των εναγομένων, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί λόγω της αδικοπραξίας τους, και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Περαιτέρω, με την από 23-07-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/25-07-2013 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η ενάγουσα [και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη] ... συζ. ... ..., το γένος ... ...
(η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια της επιδικίας και στη θέση της υπεισήλθαν οι θυγατέρες της, α. ... ... και β. ... ..., ως νόμιμες κληρονόμοι, οι οποίες γνωστοποίησαν το θάνατό της και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την αρξαμένη απ' αυτήν δίκη), εξέθετε όσα και η ενάγουσα της προαναφερόμενης (με αρ. κατ. .../25-07-2013 ) αγωγής και ζητούσε ό, τι και η πρώτη ενάγουσα, πλην της καταβολής του ποσού των 92.000,00 ευρώ (που αφορούσε μόνο την προαναφερόμενη αγωγή). Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, τη με αριθμό 25/2016 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, τις έκρινε νόμιμες, πλην του με στοιχ. 4 αιτήματος αυτών (που απέρριψε ως νόμω αβάσιμο) και, στη συνέχεια, τις δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμες (απορρίπτοντας τα παρεπόμενα αιτήματά τους περί κήρυξης προσωρινής εκτελεστότητας και απαγγελίας προσωπικής κράτησης) και, ειδικότερα, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν αλληλέγγυα και σε ολόκληρο: α) στην πρώτη ενάγουσα (... συζ. ... ...) το ποσό των 77.344,65 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής (κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδας, ήτοι 1/3 X 232.033,96 ευρώ), το ποσό των 92.000,00 ευρώ, επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, και το ποσό των 5.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και β) στη δεύτερη ενάγουσα (... συζ. ... ...) το ποσό των 77.344,65 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής (κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδας, ήτοι 1/3 X 232.033,96 ευρώ), και το ποσό των 5.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Την εν λόγω πρωτοβάθμια απόφαση προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την από 20-07-2016 με αρ. έκθ. κατάθεσης .../22-07-2016 (και αρ. καταχώρισης .../09-08-2016 ) έφεσή τους. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 183/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, αφού έγινε δεκτή από τυπική και ουσιαστική άποψη η εν λόγω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση από το εν λόγω δικαστήριο και απορρίφθηκαν οι αγωγές ως ουσία αβάσιμες. Την ως άνω με αριθμό 183/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, οι τότε εφεσίβλητες - ενάγουσες προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την από 18-02-2019 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1755/2022 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αιτούμενη απόδοση του ποσού, που αφορά την αιτούμενη απόδοση του ποσού που αναλογείσε κάθε εφεσίβλητη - ενάγουσα, κατά το λόγο της κληρονομικής της Μερίδας (1/3), από το κατατεθειμένο στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό συνολικό ποσό των 232.033,96 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί εντολής, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, γενομένων δεκτών των εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ σχετικών αναιρετικών λόγων της. Ειδικότερα, η αναιρετική απόφαση έκρινε ότι το Εφετείο - με το να δεχθεί, από τη μία μεριά, ότι οι εναγόμενοι (εκκαλούντες) ενήργησαν ως εντολοδόχοι, στο πλαίσιο της εντολής, όταν τοποθέτησαν τα χρήματα από τον ατομικό προθεσμιακό λογαριασμό του εντολέως ... ... σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τους ίδιους, αλλά, από την άλλη, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, μετά το θάνατό του (του εντολέως), τα χρήματά του περιήλθαν, εν τέλει, αυτοδικαίως σ' αυτούς (εναγομένους), με την ιδιότητά τους ως επιζώντων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού σύμφωνα με τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, δηλαδή χωρίς να γίνει λόγος για το πλαίσιο της εντολής - στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της χορήγησης ή μη από τον εντολέα ... ... ειδικής πληρεξουσιότητας προς τους εντολοδόχους του (αναιρεσιβλήτους) να τοποθετήσουν αυτοί τα χρήματα ιδιοκτησίας του από τον ατομικό προθεσμιακό του λογαριασμό σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τους ίδιους, στον οποίο λογαριασμό θα περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 (ήτοι, δεν διέλαβε παραδοχή αν στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής είχε δοθεί στους αναιρεσιβλήτους, με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, και η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να περιλάβουν στην αίτηση ανοίγματος του νέου κοινού λογαριασμού και τον όρο του άρθρου 2 Ν. 5638/1932), λόγω δε των ως άνω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 713, 719, 726, 914 και 1710 ΑΚ, 375 ΠΚ και 1, 2 Ν. 5638/1932, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Κατόπιν αυτών, αφού αναιρέθηκε η με αριθμό 183/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, και σύμφωνα με όσα στις προηγηθείσες σκέψεις αναφέρονται, νομίμως επαναφέρεται με την ως άνω κλήση των εφεσιβλήτων - εναγόντων, προς συζήτηση η από 20-07-2016 έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων, μέσα στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια, με επαναφορά των διαδίκων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση (άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα επανεξεταστούν τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της δευτεροβάθμιας (με αριθμό 183/2018) απόφασης, που αφορούν την απόρριψη των λοιπών κονδυλίων των αγωγών, λόγω του υπάρχοντας και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Μετά ταύτα, η κατά τα ανωτέρω επαναφερόμενη προς εκδίκαση από 20- 07-2016 με αρ. έκθ. κατάθεσης .../22-07-2016 (και αρ. καταχώρισης .../09- 08-2016) έφεση των καθ'ων η κλήση, κατά της με αριθμό 25/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί των με αρ. έκθ. κατ. …/25-07-2013 και …/25-07-2013 (συνεκδικαζομένων) αγωγών, ασκήθηκε
σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 500, 511, 513 παρ. 1 εδαφ. β', 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ), καθόσον δεν προκύπτει το αντίθετο, ενώ για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε από τους εκκαλούντες το παράβολο που προβλέπεται από την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. στη με αριθμό έκθεση κατάθεσης .../22-07-2016 έφεση της αρμόδιας Γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου βεβαιώνεται η κατάθεση των με αριθ. ... ... ... και ... παραβολών, συνολικού ποσού 80,00 ευρώ). Επομένως, η άνω έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί εκ νέου κατά την ίδια τακτική διαδικασία, αναφορικά με τους 1ο, 2ο και 30 λόγους της καθ' ο μέρος τους αυτοί (οι λόγοι σχετίζονται με το κεφάλαιο περί απόδοσης του ποσού που αναλογεί σε κάθε εφεσίβλητη-
ενάγουσα, από το κατετεθειμένο στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό συνολικό ποσό των 232.033,96 ευρώ, βάσει της κληρονομικής της μερίδας (1/3), για το οποίο (κεφάλαιο) και αναιρέθηκε η προεκδοθείσα με αριθμό 183/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς το οποίο και μόνον επανακρίνεται κατά τα ανωτέρω.
II.Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' και β' του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντίκαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. α' του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της, καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε, με την παράδοση, γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο, όταν της ζητηθεί. Η λειτουργία, ωστόσο, της συμβάσεως αυτής, καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και, πολλές φορές, καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της, δηλαδή, γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό, είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως, δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο, μη δικαιούχο. Και τούτο διότι, από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση, τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης (τράπεζα), για τον εαυτό του. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός, και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές, έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν, από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως, καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών και, κατ' επέκταση, αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, αποτελεί το λόγο για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως, δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν. Κατ' αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική, όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων, καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης, μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Στην περίπτωση κατά την οποία, μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017 ο.π.). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων". Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη, χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ' αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως (Ίδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ' αυτήν λογαριασμός στους επιζωντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 863/2020, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1081/2017, δημ. Νόμος). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 2 ν. 5638/2002 καθιερώνουν κανόνες εξαιρετικού δικαίου και για το λόγο αυτό συνιστούν ένσταση (άρθρο 262 ΚΠολΔ), το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της οποίας φέρει ο επικαλούμενος την εξαίρεση και ωφελούμενος από αυτήν (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017, ΕφΑΘ 722/2023 δημ. Νόμος). Οι προεκτιθέμενες διατάξεις ως ειδικές υπερισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 368 ΑΚ περί ακυρότητας της συμβάσεως για την κληρονομιά προσώπου που ζει. Η δε ρύθμιση, που απορρέει από τις εν λόγω διατάξεις, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρο 17 παρ. 1) δικαίωμα ιδιοκτησίας, ούτε προς τι δικαίωμα διαθέσεως αιτία θανάτου. Εξάλλου, από καμία διάταξη νόμου δεν εξαρτάται το κύρος του άνω όρου, είτε από το ποιος συμβαλλόμενος είχε την πρωτοβουλία να τεθεί στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο όρος αυτός, είτε από το κατά πόσο η σε έντυπο καταχωρισμένη αίτηση συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, που ενδεχομένως η τράπεζα προμήθευσε στους ενδιαφερομένους, δεν περιείχε τον όρο, ώστε να χρειάζεται να αναγραφεί αυτός στην αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως, ή από το κατά πόσο η ίδια σε έντυπο αίτηση περιείχε αυτόν τον όρο, ώστε να χρειάζεται να διαγράφει αυτός από την αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν δεν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως (βλ. ΑΠ 855/2002 δημ. Νόμος). Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πράξη ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/2002 θεωρείται ότι έχει συνομολογηθεί σιωπηρά ή συνάγεται ερμηνευτικά με βάση ιδίως την τραπεζική συνήθεια και δεν υπάρχει μόνο, όταν έχει αποκλειστεί ρητά. Πράγματι, η στάθμιση των συμφερόντων των μερών, δηλαδή από το ένα μέρος της τράπεζας, η οποία ενδιαφέρεται για την καθαρότητα των σχέσεων και την απεμπλοκή της, κατά το δυνατόν, από κληρονομικά ζητήματα και από το άλλο μέρος των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, οι οποίοι στηρίζουν τη σχέση τους σε προσωπική και εμπιστευτική βάση, ώστε να μπορούν να κάνουν χρήση του λογαριασμού ο καθένας χωριστά, ωθεί στην παραδοχή της ύπαρξης του όρου του άρθρου 2 Ν. 5638/2002 σε κάθε σύγχρονη σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Άλλωστε, στην πράξη οι τράπεζες έχουν συμπεριλάβει τον όρο αυτό στα έντυπα των συμβάσεων κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, οπότε ο όρος αυτός δεν θα ισχύει μόνο αν οι καταθέτες ζητήσουν ρητά τη διαγραφή του (βλ. Ψυχομάνης Σπυρίδων, Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 487επ., Πελλένη - Παπαγεωργίου Ανθή, Η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, Τα ζητήματα αστικού & δικονομικού δικαίου, Δίκαιο & Οικονομία, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2005, σελ. 89 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 1ο, 2ο και 3ο λόγους της υπό κρίση έφεσης, καθ' ο μέρος τους (οι λόγοι αυτοί) σχετίζονται με το κεφάλαιο που αναιρέθηκε, κατά το οποίο και μόνον επανεκδικάζονται από το παρόν Δικαστήριο, οι εκκαλούντες ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να απορριφθούν οι εναντίον τους (συνεκδικαζόμενες) αγωγές, επικαλούμενοι ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ήτοι, χωρίς να επισκοπήσει ενδελεχώς, αφενός μεν, τους ισχυρισμούς τους περί άρνησης της αγωγικής βάσης για ύπαρξη σύμβασης εντολής, αφετέρου δε, τις ενστάσεις τους περί σύναψης άτυπης δωρεάς εν ζωή υπό τρόπο για το επίδικο ποσό και περί ύπαρξης του όρου του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο αυτό ήταν κατατεθειμένο και [στον οποίο] οι τελευταίοι τυγχάνουν επιζώντες συνδικαιούχοι), έκανε δεκτές τις αγωγές και επιδίκασε σε καθεμιά ενάγουσα το ποσό των 77.344,65 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής (κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστης, ήτοι 1/3 X 232.033,96 ευρώ).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του τελευταίου, τη με αριθμό 1336/2015 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, η οποία ελήφθη προς αντίκρουση της κατάθεσης του μάρτυρα των εναγομένων κατόπιν νόμιμης κλήτευσης αυτών, όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά έγγραφα και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3 και 395 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ... ... του ...
(γεννηθείς το έτος 1929), ήταν αδελφός των εναγουσών και της πρώτης των εναγομένων. Δεν είχε σύζυγο, ούτε απέκτησε τέκνα, μοναδικοί δε συγγενείς του ήταν οι ως άνω τρεις αδερφές του (ενάγουσες και πρώτη εναγομένη), καθώς και τα υπόλοιπα άρρενα αδέρφια του, δηλαδή ο ..., ο ..., ο ... και ο ... ... Ο δεύτερος εναγόμενος ετύγχανε σύζυγος της ανεψιάς του ... ..., ήτοι της θυγατέρας του αδελφού του, ... ... Περί τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του 2010, ο ... ... υπέστη μαζική πνευμονική εμβολή, για την αντιμετώπιση της οποίας ακολούθησε θεραπεία, που του προκάλεσε σοβαρές επιπλοκές στην υγεία του (εγκεφαλικό επεισόδιο, αριστερή ημιπάρεση), εξαιτίας των οποίων νοσηλευόταν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Το ίδιο διάστημα, διατηρούσε στην τότε ... Τράπεζα Α.Ε." τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό ... και με αριθμό ταμιευτηρίου ..., με ημερομηνία έναρξης 19-10- 2010 και λήξης 19-01-2011 , ποσού 230.000,00 ευρώ. Εξαιτίας της αδυναμίας μετακίνησής του και της σοβαρότητας της κατάστασής του, στις 06-12-2010 , κλήθηκε και προσήλθε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων ο συμβολαιογράφος Ιωαννίνων ... ... και συνέταξε το με αριθμό .../06-12-2010 πληρεξούσιο, με το οποίο ο ... ..., (που, κατά κοινή ομολογία, είχε απόλυτη διαύγεια πνεύματος), διόριζε ως πληρεξουσίους και αντιπροσώπους του τους εναγομένους, οι οποίοι θα ενεργούσαν για λογαριασμό του, και οι δύο μαζί ή ο καθένας χωριστά, επί λέξει, για τα εξής: « Α) Να εισπράττει από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) ή άλλο ασφαλιστικό ταμείο, ακόμη και ασφαλιστικό ταμείο, εξωτερικού, με ένταλμα, να πληρώνεται από οποιοδήποτε ταμείο, τράπεζα ή Οργανισμό τη μηνιαία σύνταξη του εντολέα, τις κάθε φορά χορηγούμενες αυξήσεις, τις καθυστερούμενες συντάξεις, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, βοηθήματα, επιδόματα, νοσήλια, απόδοση από αμοιβές γιατρών για επισκέψεις, αγορές φαρμάκων και εκτέλεση παρακλινικών εξετάσεων, αμοιβές αποκλειστικών νοσοκόμων, και γενικά όλες τις τακτικές και έκτακτες παροχές που είναι σχετικές με τη σύνταξη του εντολέα, ακόμα να παραλαμβάνει, οπισθογραφεί, εξοφλεί και μεταβιβάζει επιταγές που εκδίδονται για πληρωμή συντάξεων από οποιαδήποτε τράπεζα, ταμείο ή οργανισμό σε οποιαδήποτε ποσά κι αν ανέρχονται οι παραπάνω παροχές και χωρίς χρονικό περιορισμό και κάθε φορά να υπογράφει τις αποδείξεις και τις σχετικές εξοφλήσεις, να παραλαμβάνει συνταξιοδοτικά έγγραφα και βιβλιάρια, να υπογράφει αιτήσεις, δηλώσεις του αρ. 8 του ν. 1599/86 κι άλλα έγγραφα που χρειάζονται την υπογραφή του εντολέα και γενικά να κάνει κάθε τι άλλο χρειαστεί μέσα στα πλαίσια των εντολών αυτών. Β) Να παρίσταται και να εκπροσωπεί τον εντολέα ενώπιον κάθε δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας και οργανισμού, και ακόμη ενώπιον της Δημόσιας Εταιρίας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως, της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.), των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛ.ΤΑ.), του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) και λοιπών Ταμείων και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, να υποβάλλει οποιαδήποτε αίτηση στο όνομα του εντολέα και να υπογράφει τις σχετικές συμβάσεις με οποιουσδήποτε όρους και εγγυήσεις και να ενεργεί ότι χρειάζεται για την εκπροσώπηση του εντολέα ενώπιον των άνω Οργανισμών και Αρχών. Σε κάθε δε περίπτωση να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις για κάθε αιτία, να υπογράφει και υποβάλλει αιτήσεις, να παραλαμβάνει πιστοποιητικά, βεβαιώσεις, συστημένες επιστολές και δέματα. Ακόμη να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις του αρ. 8 του ν. 1599/86 με οποιοδήποτε νόμιμο περιεχόμενο. Γ) Να παρίσταται για λογαριασμό τον σε οποιαδήποτε αρμόδια Δ.Ο.Υ., για οποιαδήποτε υπόθεση του. Να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις φόρου εισοδήματος, οποιεσδήποτε άλλες δηλώσεις για κάθε αιτία, να υπογράφει και υποβάλει αιτήσεις, να παραλαμβάνει πιστοποιητικά, να συμβιβάζεται σε οποιαδήποτε υπόθεση του, υπογράφοντας κάθε πράξη συμβιβασμού. Να υπογράφει και υποβάλει δηλώσεις του αρ. 8 του ν. 1599/86 με οποιοδήποτε νόμιμο περιεχόμενο. Να εισπράττει για λογαριασμό του οποιουσδήποτε αχρεώστητους φόρους. Να εκπροσωπεί αυτόν, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., και σε κάθε Διοικητικό Δικαστήριο, να κοινοποιεί έγγραφα, δικόγραφα, προσφυγές, εφέσεις, να τα παραλαμβάνει σαν αντίκλητος για εξώδικη ή δικαστική επίλυση κάθε φορολογικής διαφοράς. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις να υποβάλει και υπογράφει αιτήσεις, δηλώσεις και να παραλαμβάνει πιστοποιητικά και βεβαιώσεις. Δ) Να προβαίνει στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, από τους με αριθμούς : α) .../...-..., β) .../...-... ατομικούς λογαριασμούς της ... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., και γ) .../...-48 μισθοδοτικό λογαριασμό της ... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., υπογράφοντας για το σκοπό αυτό κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη. Να κινεί και να κλείνει τους παραπάνω λογαριασμούς, ακόμη να «ανοίγει» και νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα σε οποιαδήποτε Τράπεζα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς (Joint Account) με οποιαδήποτε πρόσωπα φυσικά ή νομικά, και να υπογράφει κάθε σχετική αίτηση ή δήλωση, όπως επίσης και να αναλαμβάνει βεβαιώσεις κινήσεως των ανωτέρω λογαριασμών. Ακόμη να προβαίνει στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, (όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων) από τον με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό της ... Τράπεζας, να μεταφέρουν το κεφάλαιο και τόκους (όλο ή μέρος) του παραπάνω λογαριασμού σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής καταθέσεως, ή και στην παύση της, και ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή κατάθεση, υπογράφοντας για τους παραπάνω σκοπούς, κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη». Αποδεικνύεται δε ότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο του ανωτέρω πληρεξουσίου ήταν σε γνώση των εναγουσών, ήδη από το χρόνο σύνταξής του (βλ. όσα οι ίδιες ιστορούν στις αγωγές τους, στις σελ. 2-3 αυτών). Ακολούθως, και δη στις 21-12-2010 , κλήθηκε και προσήλθε ξανά στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων ο ίδιος ως άνω συμβολαιογράφος και συνέταξε το με αριθμό .../21-12-2010 πληρεξούσιο, με το οποίο ο ... ... διόριζε ως πληρεξουσίους και αντιπροσώπους του τους εναγομένους, ενεργώντας και οι δύο μαζί ή ο καθένας χωριστά, στους οποίους έδινε τις εξής, επί λέξει, εντολές και πληρεξουσιότητες: « ... να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, από οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό οποιοσδήποτε τράπεζας και ειδικότερα, από τους με αριθμούς: α) .../...-..., β) .../...-... ατομικούς λογαριασμούς της ... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, και γ) .../...-... μισθοδοτικό λογαριασμό της ... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., υπογράφοντας για το σκοπό αυτό κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη. Να κινούν και να κλείνουν τους παραπάνω λογαριασμούς, και οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό ακόμη να «ανοίγουν» και νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, καταθέσεων, όψεως, τρεχούμενους σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα σε οποιαδήποτε Τράπεζα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού, ατομικούς ή κοινούς (Joint Account) με οποιαδήποτε πρόσωπα φυσικά ή νομικά, και να υπογράφουν κάθε σχετική αίτηση ή δήλωση, όπως επίσης και να αναλαμβάνουν βεβαιώσεις κινήσεως των ανωτέρω λογαριασμών. Ακόμη να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, (όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων), από οποιονδήποτε προθεσμιακό λογαριασμό, οποιοσδήποτε τράπεζας, και ειδικότερα από τον με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό της ... Τράπεζας, να μεταφέρουν το κεφάλαιο και τόκους (όλο ή μέρος) του παραπάνω λογαριασμού ή οποιουδήποτε άλλου προθεσμιακού λογαριασμού, σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής καταθέσεως (ή οποιοσδήποτε άλλης προθεσμιακής καταθέσεως), ή και στην παύσης της ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή κατάθεση (ή οποιαδήποτε άλλη προθεσμιακή κατάθεση), υπογράφοντας για τους παραπάνω σκοπούς, κάθε σχετικό έγγραφο και απόδειξη ». Δυνάμει του ως άνω με αριθμό …/21-12-2010 (δεύτερου) πληρεξουσίου (που αφορούσε ουσιαστικά την υπό Δ εντολή του πρώτου πληρεξουσίου, την οποία και διατύπωνε πληρέστερα), η πρώτη εναγομένη προσήλθε, στις 22-12-2010 , στο υποκατάστημα Ιωαννίνων της τότε "... Τράπεζας Α.Ε.", όπου ο ... ... διατηρούσε την τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό ... και με αριθμό ταμιευτηρίου ... με ημερομηνία έναρξης 19-10-2010 και λήξης 19-01-2011 και ζήτησε, (δυνάμει του εν λόγω δεύτερου πληρεξουσίου), την πρόωρη λήξη της άνω προθεσμιακής κατάθεσης και την ανάληψη όλου του ποσού μαζί με τους τόκους (βλ. το από 04-06-2013 έγγραφο της Τράπεζας ..., που έχει συγχωνευθεί με την τότε "... Τράπεζα Α.Ε.", από το οποίο προκύπτει ότι το κλείσιμο που προθεσμιακού λογαριασμού και η ανάληψη των χρημάτων έγινε δυνάμει του με αριθμό .../21-12-2010 πληρεξουσίου, και όχι δυνάμει του με αριθμό .../06-12- 2010 πληρεξουσίου, όπως ιστορούν οι ενάγουσες). Πράγματι, αυθημερόν (22- 12-2010) ανέλαβε από την πιο πάνω Τράπεζα το ποσό των 230.000,00 ευρώ, πλέον τόκων 2.033,96 ευρώ και συνολικά 232.033,96 ευρώ. Το ποσό αυτό, μετά από υπόδειξη του ... ..., κατατέθηκε αυθημερόν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, όπου τηρούντο και οι λοιποί λογαριασμοί του ... ...
(συνταξιοδοτικοί κλπ) στο 261 υποκατάστημα Ιωαννίνων, στον με αριθμό ... ... κοινό διαζευκτικό λογαριασμό, που ανοίχθηκε εκείνη την ημέρα με συνδικαιούχους τον ... ... και τους εναγομένους, υπό τον προδιατυπωμένο (με αριθμό 2.3.1.), τόσο στη σύμβαση όσο και στην αίτηση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς. Από την ενδελεχή επισκόπηση του σώματος της νομίμως επικαλούμενης και προσκομιζόμενης με αριθμό .../22-12-2010 Σύμβασης Κατάθεσης και Ανοίγματος Κοινού Λογαριασμού Κατάθεσης, (η οποία αποτελείται από εννέα σελίδες, και το Προσάρτημά της), αποδεικνύεται ότι αυτή υπογράφηκε στο τέλος κάθε φύλλου και στο προσάρτημα από όλους ανεξαιρέτως τους συμβαλλομένους, ήτοι και από τον ... ..., ατομικά (και όχι δυνάμει πληρεξουσίου για λογαριασμό του τελευταίου). Άλλωστε, στη σύμβαση ανοίγματος ουδόλως αναφέρεται ότι αυτή καταρτίστηκε δυνάμει κάποιου πληρεξουσίου (τουναντίον φέρει, σε κάθε φύλλο της, πέντε υπογραφές, οι δύο εκ των οποίων αντιστοιχούν στους αρμοδίους υπαλλήλους της … Α.Ε. και οι τρεις αντιστοιχούν στους τρεις συνδικαιούχους), ενώ και στο προσάρτημά της αναφέρονται τα ονόματα των τριών συνδικαιούχων και έχει τεθεί αντιστοίχως, για τον καθένα συνδικαιούχο, η ατομική υπογραφή του. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι τα έγγραφα της αίτησης και σύμβασης ανοίγματος του με αριθμό .../22-12-2010 κοινού τραπεζικού λογαριασμού εγχειρίστηκαν αρμοδίως ενώπιον του ίδιου του ... ..., στο νοσοκομείο, από υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε. Α.Ε., γι' αυτό και φέρουν την ατομική υπογραφή του. Πρόκειται για πρακτική που - σύμφωνα με τα λαμβανόμενα αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) - συνηθιζόταν από τις τράπεζες, τουλάχιστον κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο. Περαιτέρω, η γνησιότητα της παραπάνω σύμβασης και των επ' αυτής τιθέμενων υπογραφών ουδέποτε αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε, ενώ, ακόμη και από τη μακροσκοπική παρατήρηση, είναι εμφανές ότι όλες οι υπογραφές που τέθηκαν στο σώμα της επίμαχης σύμβασης και αντιστοιχούν στο όνομα του ... ..., συγκρινόμενες με τις υπογραφές που τέθηκαν από αυτόν στα με αριθμ. .../2010 και .../2010 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, αποτελούν υπογραφές του ίδιου προσώπου (βλ. σε αντιπαραβολή τις σχετικές υπογραφές στα σώματα των προαναφερομένων εγγράφων). Ακόμη, αποδείχθηκε ότι δύο (2) έτη μετά το άνοιγμα του ως άνω κοινού διαζευκτικού τραπεζικού λογαριασμού, συγκεκριμένα στις 25-12-2012 , και ύστερα από μακρά νοσηλεία, απεβίωσε ο ... ..., ο οποίος κατέλειπε Α) τη με αριθμό .../2003 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων ... ..., με την οποία δήλωνε: «Δια της παρούσης μου διαθήκης αφήνω κληρονόμους μου τις τρεις αδελφές μου: 1) ... συζ. ... ..., 2) ... συζ. ... ... και 3) ... συζ. ... ..., το γένος όλες ... ... οι οποίες θέλω να κληρονομήσουν παν χρηματικό ποσό που θα ευρεθεί μετά τον θάνατό μου στις Τράπεζες ή αλλαχού», καθώς και Β) τη μεταγενέστερη από 25-09-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του με την οποία δήλωνε: «....αποφάσισα να γράψω την Διαθήκη μου αυτή και να μοιράσω την περιουσία μου ως εξής. Στην αδελφή μου ... σύζυγος ... ... αφίνω μετά τον θάνατό μου το οικόπεδό μου με το παλιό σπίτι όπως το κατέχω από τον πατέρα μου και βρίσκεται στο χωριό Λύγγος Ιωαννίνων. Στα αδέλφια μου ... και ... ... του ... αφίνω σε ίσα μερίδια το μερίδιό μου από τον αγρό στην θέση Περιβόλι Λύγγου Ιωαννίνων. Θέλω τα υπόλοιπα αδέλφια μου να σεβαστούν την Διαθήκη μου αυτή...». Οι ως άνω διαθήκες δημοσιεύθηκαν, αντίστοιχα, με τα με αριθμ. .../12-02-2013 και .../27-02-2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι μετά το θάνατο του ... ..., και δη στις 28-12-2012 , ανέλαβαν το παραπάνω ποσό των 232.033,96 ευρώ, ως επιζώντες συνδικαιούχοι του ως άνω κοινού διαζευκτικού λογαριασμού, στους οποίους και περιήλθε αυτοδικαίως σύμφωνα με τον όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, τον οποίο (όρο) ο ... ... προφανώς είχε αποδεχθεί, καθόσον είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του στη σύμβαση. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν, με τις αγωγές τους, ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν το ποσό των 232.033,96 ευρώ στα πλαίσια της ανατεθειμένης (με το με αριθμό .../06- 12-2010 πληρεξούσιο) εντολής από τον ... ..., προκειμένου να το δαπανήσουν, εφόσον χρειαστεί, για τις ανάγκες της νοσηλείας του και ότι με τον θάνατό του έληξε η σχέση εντολής του τελευταίου με τους εντολοδόχους- εναγομένους και, ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν σ' αυτές (ενάγουσες), ως κληρονόμους του εντολέα, καθετί που έλαβαν για την εκτέλεση της εντολής και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη διεξαγωγή της. Στον αντίποδα, οι εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη σύμβασης εντολής αναφορικά με τη διαχείριση του ποσού των 232.033,96 ευρώ και, περαιτέρω, προβάλλουν την ένσταση περί δωρεάς υπό τρόπο, ισχυριζόμενοι ότι τόσο η ανάληψη του ποσού του προθεσμιακού λογαριασμού, όσο και η εν συνεχεία κατάθεσή του σε κοινό λογαριασμό, έλαβε χώρα στα πλαίσια άτυπης σύμβασης δωρεάς, που καταρτίστηκε στις 06-12-2010 με το άνω πληρεξούσιο, μεταξύ αυτών ως δωρεοδόχων και του ... ..., ως δωρητή, με τον όρο (τρόπο) να τον φροντίζουν, επικουρικά δε προβάλλουν την ένσταση περί ύπαρξης του όρου του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Μελετώντας προσεκτικά το με αριθμό .../06-12- 2010 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, καθώς και το με αριθμό .../21-12- 2010 όμοιο (δεύτερο) πληρεξούσιο, διαπιστώνουμε ότι μόνο οι υπό στοιχεία A, Β και Γ ενότητες (του πρώτου πληρεξουσίου) δικαιολογούν, κατά περιεχόμενο, την ύπαρξη σχέσης εντολής. Τούτο, διότι, πράγματι, ανάθεση σε άλλον της χωρίς αμοιβή διεξαγωγής υπόθεσης, και μάλιστα με χαρακτήρα ετεροβαρή, ήτοι δημιουργούντα μονομερή, μόνο σε βάρος των εντολοδόχων, κύρια υποχρέωση παροχής, εμπεριέχουν μόνον οι τρεις πρώτες (A, Β, Γ) ενότητες. Αντίθετα, η τέταρτη (Δ) ενότητα, και δη η ενότητα με την οποία δίνεται στους πληρεξουσίους - εντολοδόχους η εξουσία να προβαίνουν σε αναλήψεις ποσών από λογαριασμούς του εντολέως, ανεξαρτήτως του ύψους των ποσών αυτών, ακόμη και να κλείνουν λογαριασμούς και να ανοίγουν νέους με συνδικαιούχους οποιαδήποτε φυσικά πρόσωπα (συνεπώς και τους ίδιους τους πληρεξουσίους - εναγομένους), δεν συνιστά ανάθεση σε άλλον διεξαγωγής υπόθεσης του εντολέα, ούτε ενέχει χαρακτήρα ετεροβαρή, ήτοι δημιουργούντα μονομερή σε βάρος του εντολοδόχου κύρια υποχρέωση παροχής υπέρ του εντολέα. Και τούτο, διότι η μοναδική εντολή, η οποία προκύπτει από την υπό Δ ενότητα του πρώτου πληρεξουσίου και από το δεύτερο πληρεξούσιο, αφορά στην πραγματικότητα στην ανάληψη του συνόλου του χρηματικού ποσού από ατομικό λογαριασμό του ... ... και στο άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού με συνδικαιούχους τον ίδιο και τους εναγομένους και η μοναδική πράξη διαχείρισης, για την οποία εντέλλονται οι πληρεξούσιοι - εναγόμενοι, (στην υπό Δ ενότητα του πρώτου πληρεξουσίου και στο δεύτερο πληρεξούσιο), είναι η ανάληψη χρημάτων από ατομικούς λογαριασμούς, στους οποίους καθίστανται και οι ίδιοι συνδικαιούχοι, και ουδέν άλλο. Ειδικότερα, στην υπό Α ενότητα ρητά συνδέεται οποιαδήποτε εκεί παρεχόμενη πληρεξουσιότητα με τη διενέργεια επωφελών νομικών και υλικών πράξεων υπέρ του εντολέα στη σχέση του με τα ασφαλιστικά ταμεία και τους εν γένει ασφαλιστικούς οργανισμούς, κυρίως ως προς την παραλαβή της σύνταξης του εντολέα, στην υπό Β ενότητα ρυθμίζεται η εκπροσώπησή του στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας (Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε. κλπ), ενώ στην υπό Γ ενότητα ρυθμίζεται η σχέση του με τη φορολογική διοίκηση. Αντίθετα, στην υπό Δ ενότητα περιγράφεται η ανάθεση από τον εντολέα διεξαγωγής υπόθεσης μόνο προς όφελος των εντολοδόχων- εναγομένων, χωρίς να υφίσταται ούτε κατ' ελάχιστο η ανάθεση διεξαγωγής κάποιας υπόθεσης υπέρ του πληρεξουσιοδότη - εντολέα. Πιο συγκεκριμένα, με την υπό Δ ενότητα του με αριθμό .../06-12-2010 πληρεξουσίου και με το με αριθμό .../21-12-2010 δεύτερο πληρεξούσιο δίνεται στους εντολοδόχους - εναγομένους η ευρύτατη εξουσιοδότηση, ετεροβαρώς προς όφελος τους, να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται, από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό του εντολέα (ατομικό, μισθοδοσίας), σε οποιαδήποτε τράπεζα, να κινούν, να κλείνουν τους λογαριασμούς αυτούς και ακόμη να ανοίγουν και νέους λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, ατομικούς ή κοινούς με οποιαδήποτε πρόσωπα, δηλαδή και με τους ίδιους (εναγομένους) ως συνδικαιούχους και, αναφορικά με τον με αριθμό ... και με αριθμό ταμιευτηρίου ... προθεσμιακό λογαριασμό της τότε ...Τράπεζας, να προβαίνουν στην ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, σε οποιοδήποτε ύψος κι αν ανέρχεται (όλου ή μέρους του κεφαλαίου και των τόκων), να μεταφέρουν αυτό σε άλλους λογαριασμούς, να προβαίνουν στην ανανέωση της παραπάνω προθεσμιακής, ή και στην παύση της, και ακόμη να κλείνουν την παραπάνω προθεσμιακή. Σε κανένα σημείο των πληρεξουσίων, ο εντολέας ... ... δεν συνδέει την ευρύτατη αυτή εξουσιοδότηση προς τους εντολοδόχους - εναγομένους με ανάθεση σ' αυτούς της υποχρέωσης να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα των λογαριασμών του, και δη της προθεσμιακής κατάθεσης, για κάποιο σκοπό, και μάλιστα αυστηρά για τον σκοπό κάλυψης των αναγκών νοσηλείας του, εφόσον κάτι τέτοιο χρειαστεί, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγουσες, ούτε προέβλεψε ότι οι εντολοδόχοι - εναγόμενοι θα προβαίνουν σε αναλήψεις μόνο κατόπιν προηγούμενης συγκεκριμένης εντολής του και σε κάθε περίπτωση ότι αυτές (αναλήψεις) θα γίνονται αποκλειστικά προς διεξαγωγή δικής του υπόθεσης, ώστε να δημιουργείται περαιτέρω υποχρέωση των εναγομένων είτε λογοδοσίας, είτε επιστροφής των όποιων χρημάτων δεν χρησιμοποιήθηκαν για αυτό το σκοπό. Ανάθεση διεξαγωγής τέτοιας υπόθεσης, ήτοι εντολή διαχείρισης των ανωτέρω χρημάτων που να κατατείνει στο συγκεκριμένο σκοπό κάλυψης των αναγκών νοσηλείας του ... ..., δεν αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, ούτε όμως και από τις μαρτυρικές καταθέσεις που αποτυπώνονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Η ανατεθειμένη εντολή, αναφορικά με τα χρήματα της προθεσμιακής κατάθεσης (που ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση), εξαντλείται και εκπληρώνεται σε όσα προαναφέρθηκαν, τα οποία ρητά περιγράφονται στα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια και αναδεικνύονται, μετά ταύτα, σε αυτοσκοπό, καθώς έτερος σκοπός στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας δεν αναφέρεται, ούτε προκύπτει. Επομένως, η πρώτη εναγομένη, η οποία προσήλθε, στις 22-12-2010 , στο υποκατάστημα Ιωαννίνων της τότε "... Τράπεζας Α.Ε.", ζήτησε την πρόωρη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης και ανέλαβε όλο το ποσό αυτής μαζί με τους τόκους, ενήργησε μέσα στα πλαίσια της ανατεθειμένης από τον ... ... εντολής. Το δε αναληφθέν ποσό της προθεσμιακής, οι εναγόμενοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να το καταθέσουν, κατ' ανάγκη, σε νέο λογαριασμό, καθώς από τη διατύπωση του πληρεξουσίου («....ακόμη να "ανοίγουν" και νέους λογαριασμούς....») προκύπτει ότι προβλεπόταν δυνητικά το άνοιγμα (και) νέου λογαριασμού, ενώ, σε κάθε περίπτωση, μετά το άνοιγμα του νέου κοινού λογαριασμού και αφού δεν υπήρχε πρόβλεψη από τον ... ... ότι οι αναλήψεις θα γινόταν αποκλειστικά για τις δικές του ανάγκες, οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να είχαν αναλώσει το συγκεκριμένο ποσό ή μέρος του, για οποιοδήποτε λόγο, πολύ πριν το θάνατό του. Επομένως, δεν αποδεικνύεται η ιστορική (κύρια) βάση αμφοτέρων των αγωγών περί ύπαρξης σύμβασης εντολής, μεταξύ του ... ... και των εναγομένων, ως προς τον τρόπο και το σκοπό διαχείρισης του επίδικου ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης και, συνακόλουθα, παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης των εναγομένων περί δωρεάς υπό τρόπο του ποσού αυτού. Περαιτέρω, αποδεινύεται ότι αυθημερόν, στις 22-12-2010 , ανοίχθηκε με την υπογραφή του ίδιου του ... ..., όπως προαναφέρθηκε, (ήτοι χωρίς να χρησιμοποιηθεί το επίδικο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο), ο με αριθμό .../22-12-2010 κοινός διαζευκτικός τραπεζικός λογαριασμός, με συνδικαιούχους τον ... ... και τους εναγόμενους, όπου κατατέθηκε το αναληφθέν χρηματικό ποσό της προθεσμιακής. Ο ανωτέρω κοινός διαζευκτικός τραπεζικός λογαριασμός ανοίχθηκε υπό τον προδιατυπωμένο (με αριθμό 2.3.1.), τόσο στη σύμβαση όσο και στην αίτηση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού όρο του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως Ίδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου" στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς. Δεδομένου ότι ο ίδιος ο ... ... έθεσε την υπογραφή του στη σύμβαση και στην αίτηση ανοίγματος του ανωτέρω λογαριασμού, (όπως αναλυτικά αναφέρθηκε πιο πάνω), είναι προφανές ότι αυτός είχε αποδεχθεί την ύπαρξη του προδιατυπωμένου όρου του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932 και ο όρος αυτός είναι έγκυρος και ισχυρός. Επαλλήλως, σημειώνεται ότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι για το άνοιγμα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού δεν συνέπραττε ο ίδιος ο ... ..., αλλά γινόταν χρήση, για λογαριασμό του, είτε του με αριθμό 40969/06-12- 2010 πληρεξουσίου, είτε του με αριθμό .../21-12-2010 δεύτερου πληρεξουσίου, [δυνάμει των οποίων αυτός θα μπορούσε σύννομα να εκπροσωπηθεί, καθώς η παραπάνω ενέργεια (άνοιγμα κοινού λογαριασμού) προβλεπόταν και ενέπιπτε στα πλαίσια αμφοτέρων των συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων], και πάλι, σύμφωνα με την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932 θα ήταν έγκυρος και ισχυρός (χωρίς δηλαδή να απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο), διότι - σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο τελευταίο τμήμα της μείζονος σκέψης - λόγω της φύσης και λειτουργίας του κοινού λογαριασμού, ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/2002 θεωρείται ότι συνομολογείται σιωπηρά ή συνάγεται ερμηνευτικά με βάση την τραπεζική συνήθεια και δεν υπάρχει μόνο όταν έχει αποκλειστεί ρητά, γι' αυτό και οι τράπεζες συμπεριλαμβάνουν (προδιατυπωμένο) τον όρο του άρθρου 2 Ν. 5638/2002 στα έντυπα των συμβάσεων κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, οπότε ο όρος αυτός δεν θα ισχύει μόνο αν οι καταθέτες ζητήσουν ρητά τη διαγραφή του. Δηλαδή, εν προκειμένω (και με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκε ανάθεση εντολής διαχείρισης των χρημάτων για συγκεκριμένο σκοπό), αν υποθετικά ο κοινός λογαριασμός ανοιγόταν δυνάμει πληρεξουσίου και ο ... ... δεν επιθυμούσε την ύπαρξη σ' αυτόν του όρου του άρθρου 2 Ν. 5638/2002, θα έπρεπε να το αναφέρει ειδικά και ρητά στο πληρεξούσιο και να αποκλείει ρητά τον εν λόγω όρο από τη σύμβαση ανοίγματος, ενώ για το αντίθετο (δηλαδή για την παραδοχή του όρου) δεν θα απαιτείτο ειδική μνεία (βλ. ... ..., Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, ο.π.). Βάσει, λοιπόν, του έγκυρου και ισχυρού όρου του άρθρου 2 του Ν. 5638/2002 στην επίμαχη σύμβαση του κοινού λογαριασμού, μετά το θάνατο του συνδικαιούχου ... ..., το ποσό της κατάθεσης και ο λογαριασμός περιήλθε αυτοδικαίως "ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου" στους εναγομένους, ως επιζώντες συνδικαιούχους του λογαριασμού (δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης και της σχετικής ένστασης των τελευταίων) και, ως εκ τούτου, έναντι αυτών οι ενάγουσες, ως κληρονόμοι του ... ..., δεν έχουν δικαίωμα να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές τους σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε στον αποβιώσαντα. Εξάλλου, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων, το ποσό του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υπεξαίρεσης από τους εναγομένους και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων του ... ... από αυτούς. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν αποδείχθηκε, αφενός μεν, η κύρια βάση αμφοτέρων των αγωγών περί ύπαρξης σύμβασης εντολής, μεταξύ του ... ... και των εναγομένων, ως προς τον τρόπο και το σκοπό διαχείρισης του επίδικου ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης, αφετέρου δε, η επικουρική βάση τους περί τέλεσης αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) από τους εναγομένους σε βάρος των εναγουσών, ως κληρονόμων του ... ..., πρέπει οι αγωγές αυτές να απορριφθούν (τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση τους) ως ουσία αβάσιμες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε διαφορετικά, ήτοι δέχθηκε ως ουσία βάσιμο το σχετικό κονδύλιο και επιδίκασε σε κάθε ενάγουσα το ποσό των 77.344,65 ευρώ, ως ποσοστό εκ της κληρονομικής τους μερίδας από το συνολικό ποσό των 232.048,96 ευρώ του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων της από 20-07-2016 έφεσης των εναγομένων.
Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή ως βάσιμων των ανωτέρω λόγων εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 20-07-2016 έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που η έφεση επαναδικάζεται από αυτό το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής και, ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και δικαστεί επί της ουσίας μόνο κατά το ως άνω κεφάλαιο που επαναδικάζεται, να απορριφθούν οι αγωγές ως ουσία αβάσιμες. Ακόμη, επειδή η εν λόγω έφεση έγινε δεκτή πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου της έφεσης στους καταθέσαντες εκκαλούντες (495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 20-07-2016 με αρ. έκθ. κατάθεσης .../22-07-2016 (και αρ. καταχώρισης .../09-08-2016 ) έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την άνω έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στους καταθέσαντες εκκαλούντες.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τη με αριθμό 25/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (τακτικής διαδικασίας), κατά το κεφάλαιο που η έφεση επαναδικάζεται από αυτό το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας, κατά το κεφάλαιο που επαναδικάζεται.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας συνεκδικαζόμενες αγωγές, κατά το κεφάλαιό τους, που επαναδικάζεται.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στα Ιωάννινα, στις 6 Δεκεμβρίου 2023, σε μυστική διάσκεψη, και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, στον ίδιο τόπο, στις 31 Ιανουαρίου 2024, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ