Αριθμός 1690/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2025, με την εξής σύνθεση: Σοφία Βιτάλη, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αναπληρωτή Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Βικτωρία Πλαπούτα, Αγορίτσα Σδράκα, Σύμβουλοι, Χρήστος Νέγρης, Παναγιώτης Κιούσης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να δικάσει την από 29 Νοεμβρίου 2016 αίτηση:
του ... του …, κατοίκου Πειραιώς (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Λάμπρο Γεωργακόπουλο (Α.Μ. 25632), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (Ο.Λ.Π. Α.Ε.), που εδρεύει στον Πειραιά, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Κωνσταντινίδη (Α.Μ. 1577 Δ.Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. .../09.08.2016 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της καθ’ ης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ» (ΟΛΠ ΑΕ).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρήστου Νέγρη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση, που ασκήθηκε ως «προσφυγή», παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω αρμοδιότητας με την 7725/2017 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, ήδη δε εισάγεται προς εκδίκαση στο Β΄ Τμήμα του Δικαστηρίου μετά την 2009/2024 παραπεμπτική απόφαση του Δ΄ Τμήματος. Με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της .../09.08.2016 απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της καθ’ ης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ» (ΟΛΠ ΑΕ), με την οποία αποφασίστηκε η αποστολή προς τη ΔΟΥ Γ΄ Πειραιά, για βεβαίωση και είσπραξη, οφειλής του αιτούντος, συνολικού ύψους 367.981,62 ευρώ, η οποία προέρχεται από δικαιώματα της ΟΛΠ ΑΕ για την πρυμνοδέτηση του πλοίου «T. I.», την παροχή ευκολιών υποδοχής αποβλήτων για το πλοίο «H. P./K.» και την υδροδότηση, παροχή ευκολιών υποδοχής αποβλήτων, δεξαμενισμό, πρυμνοδέτηση και αυθαίρετη παραμονή του πλοίου «K. P.» (πρώην «Π. Θ.») για τη χρονική περίοδο από 01.09.2012 μέχρι 30.06.2016. Τα δικαιώματα αυτά βεβαιώθηκαν σε βάρος της ατομικής επιχείρησης του αιτούντος, ως υπεύθυνου ναυτικού πρακτορείου για τα ως άνω πλοία, με τα εξής είκοσι τρία (23) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών επί πιστώσει της ΟΛΠ ΑΕ: .../30.9.2012 (που αφορά στο πλοίο «T. I.»), .../08.05.2015, .../14.05.2015, .../15.05.2015 (για το πλοίο «H. P./K.»), …./25.05.2015, …/25.05.2015, …/31.05.2015, …/09.06.2015, …/03.07.2015, …/18.07.2015, …/31.07.2015, …/14.08.2015, …/31.08.2015, .../30.09.2015, ../31.10.2015, …/16.12.2015, …/12.01.2016, …/08.02.2016, …/07.03.2016, …/06.04.2016, …/09.05.2016, …/04.07.2016, …/13.07.2016.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, σε βάρος της ατομικής επιχείρησης του αιτούντος, ως υπεύθυνου νομικού πρακτορείου για τα πλοία K. P.. (πρώην Π. Θ.), T. I. και H. (P/K), εκδόθηκαν τα μνημονευόμενα στην προηγούμενη σκέψη τιμολόγια παροχής υπηρεσιών επί πιστώσει, έκδοσης της καθ’ ης εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ, και καταλογίστηκαν δικαιώματα της εταιρείας αυτής, για τη χρονική περίοδο από 01.09.2012 μέχρι 30.06.2016, σχετικά με την πρυμνοδέτηση, την παροχή ευκολιών υποδοχής αποβλήτων, την υδροδότηση, τον δεξαμενισμό, και την αυθαίρετη παραμονή των εν λόγω τριών πλοίων, κατά περίπτωση, συνολικού ποσού 367.981,62 ευρώ (κεφάλαιο 340.657,80 ευρώ + τόκοι 26.374,33 ευρώ + τέλη χαρτοσήμου 949,49 ευρώ). Με την …/09.08.2016 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΟΛΠ ΑΕ (αρ. πρωτ. .../09.08.2016) αποφασίστηκε να αποσταλεί προς τη ΔΟΥ Γ’ Πειραιά η ανωτέρω οφειλή του αιτούντος για βεβαίωση και είσπραξη. Με την …/29.09.2016 ταμειακή βεβαίωση της ίδιας ΔΟΥ βεβαιώθηκε σε βάρος του αιτούντος η ένδικη οφειλή από δικαιώματα της εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ, με βάση τον …/19.08.2016 χρηματικό κατάλογο της καθ‘ ης εταιρείας, ακολούθως δε γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα η ανωτέρω οφειλή με την …/30.09.2016 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της ίδιας ΔΟΥ. Ο αιτών στις 27.10.2016 άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά ένδικο βοήθημα τιτλοφορούμενο «ανακοπή – προσφυγή» (με α.π. …/27.10.2016), το οποίο συμπληρώθηκε με το από 26.02.2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων, στρεφόμενος κατά α) της …/30.09.2016 ατομικής ειδοποίησης χρεών του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Γ΄ Πειραιά, β) της …/29.09.2016 ταμειακής βεβαίωσης της ίδιας ΔΟΥ, η οποία γνωστοποιήθηκε σε αυτόν με την ανωτέρω ατομική ειδοποίηση, και γ) του καταλογισμού σε βάρος του ποσού 367.981,62 ευρώ, δυνάμει της …/09.08.2016 απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ, αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα του επίδικου καταλογισμού και προβάλλοντας, ειδικότερα, ότι η ένδικη οφειλή εσφαλμένως είχε καταλογισθεί σε βάρος του ως ναυτικού πράκτορα, ενώ έπρεπε να καταλογιστεί μόνο σε βάρος της πλοιοκτήτριας εταιρείας και των νομίμων εκπροσώπων της στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, ο αιτών άσκησε στις 29.11.2016 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά το υπό κρίση ένδικό βοήθημα ως «προσφυγή» (με α.π. …/29.11.2016), ζητώντας την ακύρωση της ως άνω …/09.08.2016 απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΟΛΠ ΑΕ και αμφισβητώντας, εκ νέου, τη νομιμότητα του ένδικου καταλογισμού σε βάρος του από την ΟΛΠ ΑΕ, προβάλλοντας τους αυτούς λόγους, κατέθεσε δε και το από 07.09.2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Επί της «προσφυγής» αυτής το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά με την 7725/08.11.2017 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η προσβαλλόμενη .../09.08.2016 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΟΛΠ ΑΕ αποτελούσε εσωτερικό έγγραφο της Διοίκησης, απαραδέκτως προσβαλλόμενο ως στερούμενο εκτελεστότητας, και περαιτέρω, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, ότι η «προσφυγή» στρεφόταν κατά των προαναφερθέντων τιμολογίων της ΟΛΠ ΑΕ, παρέπεμψε το ένδικο βοήθημα, προκειμένου να εκδικασθεί ως αίτηση ακυρώσεως, στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εξάλλου, επί του από 27.10.2016 ενδίκου βοηθήματος που είχε ασκηθεί ως «προσφυγή – ανακοπή», δημοσιεύθηκε στις 29.03.2019 η 1581/2019 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε ότι το ως άνω ένδικο βοήθημα, καθ’ ο μέρος έπληττε τον καταλογισμό του αιτούντος με το επίμαχο ποσό, στρεφόταν απαραδέκτως μεν κατά της …/09.08.2016 απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΟΛΠ ΑΕ, παραδεκτώς, όμως, κατά το μέρος που επιγραφόταν ως «προσφυγή», κατά των προαναφερθέντων τιμολογίων έκδοσης της εταιρείας ΟΛΠ ΑΕ, παρέπεμψε δε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω αρμοδιότητας (η υπόθεση περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και έλαβε αριθμό κατάθεσης …/2020). Περαιτέρω, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, πρωτίστως όσον αφορά τη νομιμότητα των τιμολογίων, το διοικητικό πρωτοδικείο ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, κατά το μέρος που το ένδικο βοήθημα αποτελούσε ανακοπή και στρεφόταν κατά των, επίσης προσβαλλόμενων, ατομικής ειδοποίησης και ταμειακής βεβαίωσης, μέχρι την έκδοση απόφασης από το Συμβούλιο Επικρατείας επί των δύο ως άνω αιτήσεων ακυρώσεως κατά των εν λόγω τιμολογίων.
3. Επειδή, με την ως άνω 2009/2024 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, έγινε καταρχάς δεκτό ότι τα προσβαλλόμενα τιμολόγια, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσής τους, αφορούσαν δικαιώματα της ΟΛΠ ΑΕ για τη χρονική περίοδο από 01.09.2012 μέχρι 30.06.2016, πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος του ν. 4404/2016 (Α´ 126/08.07.2016), με τον οποίο μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς της ΟΛΠ ΑΕ, στη συνέχεια της από 08.04.2016 Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών (της ΟΛΠ ΑΕ) μεταξύ του ΤΑΙΠΕΔ και του «προτιμώμενου επενδυτή», παράρτημα της οποίας (υπ’ αριθμ. 13) αποτελεί η, κυρουμένη διά του ως άνω ν. 4404/2016, (τροποποιημένη) Σύμβαση Παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΛΠ ΑΕ. Επίσης, έγινε δεκτό ότι κατά τον χρόνο εκείνο είχε παρασχεθεί στην ΟΛΠ ΑΕ, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της εξασφάλισης της εύρυθμης και καλής λειτουργίας του λιμένος Πειραιώς, μεταξύ άλλων, αρμοδιότητα επιβολής δικαιωμάτων χρήσης χώρων και εγκαταστάσεων αυτού, δηλαδή κοινόχρηστου χώρου, κατά την άσκηση δε της αρμοδιότητας αυτής η ΟΛΠ ΑΕ ενεργούσε ως δημόσιο όργανο που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, όπως κρίθηκε με την απόφαση του Δ΄ Τμήματος, η ένδικη διαφορά, η οποία δημιουργήθηκε από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των πιο πάνω πράξεων της ΟΛΠ ΑΕ, ενεργώντας ως δημόσιο όργανο, που σχετίζονται με την επιβολή δικαιωμάτων χρήσης εγκαταστάσεων του λιμένα, έχει τον χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς η εκδίκαση της οποίας ανήκει στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι τα επίδικα τιμολόγια, με τα οποία βεβαιώθηκε η πιο πάνω οφειλή του αιτούντος, αποτελώντας τον νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του επίμαχου ποσού, δεν υπόκεινται, ως εκδοθέντα μετά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄ 97), στο ένδικο βοήθημα της ανακοπής, ούτε σε άλλο ένδικο βοήθημα ουσίας, ελλείψει ειδικής ή γενικής νομοθετικής πρόβλεψης για την άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων των φορέων διοίκησης και διαχείρισης λιμένων, με τις οποίες καθορίζονται δικαιώματα χρήσης χώρων και εγκαταστάσεων του λιμένα. Ακολούθως, έγινε δεκτό ότι, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά δεν αποτελούν φόρους ή ανταποδοτικά τέλη και συναφή δικαιώματα του Δημοσίου κατά την έννοια του άρθρου 1 περ. α΄ του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ΚΦΔ, π.δ, 331/1985, Α΄ 116), η εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από την προσβολή των καταλογιστικών αυτών πράξεων δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά στη γενική ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώπιον του οποίου αρμοδίως εισήχθη η διαφορά με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, το οποίο έχει, όπως ορθώς κρίθηκε και με την παραπεμπτική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά (7725/2017), τον χαρακτήρα αιτήσεως ακυρώσεως και όχι προσφυγής ουσίας. Ενόψει δε του ότι η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά πράξεων που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή νομοθεσίας που αφορά στην επιβολή δικαιωμάτων χρήσης χώρων και εγκαταστάσεων του λιμένα, τα οποία καταβάλλονται υπέρ εταιρείας κοινής ωφέλειας που τελεί υπό κρατική εποπτεία και λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, εξομοιούμενη, κατά τούτο, με φορέα άσκησης δημόσιας εξουσίας, η υπόθεση ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 2 της 8/2019 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ (Β΄ 2933), στην αρμοδιότητα του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, προς το οποίο παραπέμφθηκε προς εκδίκαση με την 2009/2024 απόφαση του Δ΄ Τμήματος.
4. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 5119/2024 «Τροποποίηση του π.δ. 18/1989 “Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας” (Α΄ 8) - Μεταφορά διαφορών στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια - Ρυθμίσεις για πιλοτική ή κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας - Άλλες διατάξεις» (Α΄ 103/05.07.2024), προστέθηκε στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), περί των διοικητικών διαφορών ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περ. ιβ) ως εξής: «ιβ) Τα πάσης φύσεως τέλη, δικαιώματα, ανταλλάγματα ή άλλα έσοδα υπέρ των νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για την επιβολή ή τον προσδιορισμό των οποίων εκδίδονται, εφάπαξ ή περιοδικώς, πράξεις οργάνων των ανωτέρω κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Οι διαφορές αυτές εκδικάζονται σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97)». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 27 του ίδιου ν. 5119/2024 ορίζεται ότι: «Η περ. ιβ) της παρ. 2 […] του άρθρου 1 του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), όπως διαμορφώνονται με τις παρ. 1 […] του άρθρου 24 του παρόντος, εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς (μη συζητηθείσες). […]».
5. Επειδή, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 5119/2024 (05.07.2024) κατέστησαν διαφορές ουσίας, μεταξύ άλλων, οι διαφορές, όπως η παρούσα, οι σχετικές με την επιβολή δικαιωμάτων χρήσης χώρων και εγκαταστάσεων λιμένα, τα οποία καταβάλλονται υπέρ εταιρείας κοινής ωφέλειας, που τελεί υπό κρατική εποπτεία και λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ 365/2025), εφόσον οι εν λόγω διαφορές είναι εκκρεμείς (μη συζητηθείσες) ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ως εκκρεμείς δε, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, δεν θεωρούνται οι υποθέσεις εκείνες επί των οποίων έχει ήδη χωρήσει η πρώτη συζήτηση και έχει εκδοθεί μη οριστική, παραπεμπτική ή άλλη προδικαστική απόφαση (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2941-2943/2000, 3840/2009, ΣτΕ 1880/2003, 727/2003, 568/2002, 943/2001, 2635/2000 κ.ά.). Επομένως, η παρούσα υπόθεση, επί της οποίας, κατά τα προαναφερόμενα, έχει εκδοθεί παραπεμπτική απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο σύνολό της στο Β΄ Τμήμα, δεν ήταν εκκρεμής στις 05.07.2024 και δεν έχει επ’ αυτής εφαρμογή η πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις, περί μεταφοράς της οικείας αρμοδιότητας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Ενόψει τούτου, η υπό κρίση αίτηση εξακολουθεί να ανήκει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αρμοδίως δε εισάγεται, κατά τα ανωτέρω, ενώπιον του παρόντος Τμήματος.
6. Επειδή, στο άρθρο 36 παρ. 1 και 3 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της υπό κρίση αιτήσεως [ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21 του ν. 4274/2014 (Α’ 147)], ορίζονταν τα εξής: «1. Το ένδικο μέσο που ασκείται στο Συμβούλιο της Επικράτειας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως […] σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ […]. 2. […] 3. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του προηγούμενου άρθρου [35] εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς το παράβολο. 4. […]», ενώ στις παρ. 3 του άρθρου 35 του ίδιου π.δ/τος προβλέπεται ότι «[…] Αν το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης κατατίθεται σε δημόσια αρχή, τα τέλη μπορεί να κατατίθενται ή να αποστέλλονται με ταχυδρομική επιταγή το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την περιέλευση του δικογράφου στο Συμβούλιο».
7. Επειδή, όπως γίνεται παγίως δεκτό, από τον συνδυασμό των παρατιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου και παραπομπής της υπόθεσης από το δικαστήριο αυτό στο Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω αρμοδιότητας, η προβλεπόμενη μηνιαία προθεσμία για την καταβολή ή τη συμπλήρωση του παραβόλου που απαιτείται για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αρχίζει από την κοινοποίηση της παραπεμπτικής απόφασης στον αιτούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εκτός εάν η δικογραφία περιέλθει στο Συμβούλιο της Επικρατείας σε χρόνο μεταγενέστερο της κοινοποίησης αυτής, οπότε η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση του δικογράφου στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 777/2013 Ολομ., ΣτΕ σε Συμβούλιο 103/2021, 330/2020, 248/2020, 210/2020 κ.ά.). Για να καθίσταται, όμως, πρακτικά δυνατό στον αιτούντα να λάβει γνώση της προθεσμίας του ενός μηνός που έχει στη διάθεσή του για την έγκαιρη καταβολή ή συμπλήρωση του οφειλόμενου παραβόλου, πρέπει σε κάθε περίπτωση αυτός να ενημερώνεται από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου για το γεγονός της περιέλευσης της δικογραφίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Και όταν μεν ο αιτών ειδοποιείται από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου περί της περιέλευσης της δικογραφίας στο Δικαστήριο πριν την επίδοση στον ίδιο της παραπεμπτικής απόφασης, η μηνιαία προθεσμία αρχίζει από την τελευταία αυτή επίδοση, ενώ όταν η ειδοποίηση της Γραμματείας έπεται της επίδοσης της παραπεμπτικής απόφασης, η προθεσμία αρχίζει από την ειδοποίηση περί περιέλευσης της δικογραφίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Τούτων έπεται ότι, σε περίπτωση που ο αιτών δεν ειδοποιηθεί για το γεγονός της περιέλευσης της δικογραφίας στο Δικαστήριο, δεν αρχίζει η προθεσμία για την καταβολή ή συμπλήρωση του οφειλόμενου παραβόλου, διότι παραμένει άδηλος στον αιτούντα ο χρόνος περιέλευσης της δικογραφίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται στον ίδιο εύλογη αμφιβολία ως προς τον χρόνο έναρξης της προθεσμίας. Η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται τόσο από την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών) όσο και από τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του Συντάγματος) (βλ. απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 7ης Ιουλίου 2025, Βαβουλάς & ΣΙΑ κατά Ελλάδας, αρ. αιτ. 27916/19, σκ. 21-23, με εκεί περαιτέρω παραπομπές).
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, για την άσκηση του υπό κρίση ενδίκου βοηθήματος, το οποίο κατατέθηκε ως «προσφυγή», στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά στις 29.11.2016, ο αιτών κατέβαλε παράβολο ύψους εκατό (100) ευρώ (βλ. το …/29.11.2016 ειδικό έντυπο παραβόλου, σειράς Α΄). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό επίδοσης, αντίγραφο της 7725/2017 παραπεμπτικής απόφασης του ως άνω Διοικητικού Πρωτοδικείου επιδόθηκε νομίμως στις 14.12.2017 στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αιτήσεως δικηγόρο, το δε ένδικο βοήθημα περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 08.02.2018, χωρίς όμως να προκύπτει ότι ο αιτών ενημερώθηκε από τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το γεγονός της περιέλευσης της δικογραφίας σε αυτό. Ακολούθως, ο αιτών κατέθεσε το υπολειπόμενο ποσό παραβόλου για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, ύψους 50 ευρώ, στις 28.3.2018 (βλ. …/28.3.2018 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α´, σειράς Θ, της ΔΟΥ Δ΄ Αθηνών). Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, εφόσον ο αιτών δεν ενημερώθηκε για την περιέλευση του δικογράφου στο Δικαστήριο, νομίμως συμπλήρωσε το οφειλόμενο ποσό παραβόλου, προ πάσης προθεσμίας, η δε υπό κρίση αίτηση πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ασκηθεί παραδεκτώς από την άποψη αυτή.
9. Επειδή, λόγω σπουδαιότητας του τιθέμενου εν προκειμένω ζητήματος, ήτοι της παραδεκτής ή μη συμπλήρωσης του οφειλόμενου ποσού παραβόλου επί παραπεμπτικής της υπόθεσης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, σε περίπτωση παράλειψης ενημέρωσης του αιτούντος περί της περιέλευσης του δικογράφου σε αυτό, το Τμήμα υπό την παρούσα σύνθεσή του κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, στην επταμελή σύνθεση, να ορισθεί δε ως εισηγητής ο Πάρεδρος Χρήστος Νέγρης και δικάσιμος η 3η Δεκεμβρίου 2025.
Διά ταύτα
Απέχει να αποφανθεί οριστικά.
Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Ορίζει εισηγητή τον Πάρεδρο Χρήστο Νέγρη και δικάσιμο την 3η Δεκεμβρίου 2025.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου και στις 17 Σεπτεμβρίου 2025
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας
Σοφία Βιτάλη Καλλιόπη Ανδρέου
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2025.
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Κωνσταντίνα Φιλοπούλου Καλλιόπη Ανδρέου