ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 221/2025 Συκοφαντική δυσφήμηση - Δεδικασμένο - Αιτιολογία - Προϋποθέσεις παραγραφής υπό όρο

Αριθμός:
221
Έτος:
2025
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
04/02/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
11862
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Συκοφαντική δυσφήμηση κατά συναυτουργία και κατά συρροή. Καταδίκη του αναιρεσείοντος διότι αποκάλεσε ψευδώς τους καταγγέλλοντες «κλέφτες» ενώπιον τρίτων. Στοιχεία δόλου. Γνώση της αναλήθειας και πρόθεση να διατυπωθούν οι δηλώσεις ενώπιον τρίτων. Προϋποθέσεις παραγραφής υπό όρο: Πλαίσιο του νόμου 4689/2020 για την υπό όρους αναστολή της ποινικής δίωξης. Λόγοι αναίρεσης. Έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία/εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης. Παραβίαση δεδικασμένου. Κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης για την χαρακτηρισθείσα ως εξύβριση και απειλή συμπεριφορά.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 221/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννα Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ρ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1508/2024 απόφασης του Α'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: Ι..Τ. Μ. χα Γ. Κ., κάτοικο Επισκοπειού Προφ. Ηλία, Σύρου Κυκλάδων και 2. Α. Λ. του Β., κάτοικο Ελευσίνας, οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Πάζιου.
Το Α'Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 06.09.2024, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../2024 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-9-2024 αίτηση αναίρεσης του Β. Ρ. του Ν., κατά της υπ' αριθμ. 1508/10-4-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποίαν αυτός καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά συρροή και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για καθέναν από τους δύο (2) παθόντες, ενώ στην συνέχεια καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης (6) μηνών που ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετική προς τούτο έγγραφη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 6-9-2024, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ, καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 18-7-2024 και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 6-9-2024 (αφού η σχετική προθεσμία των είκοσι (20) ημερών αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου κατ' άρθρο 473 παρ. 4 ΚΠΔ). Η κρινομένη αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην έλλειψη νόμιμης βάσης και στην παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ', Ε' και ΣΤ' ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εμφανίσθηκε η Τ. - Μ.
(J. M.) χήρας Γ. Κ. και ο Α. Λ. του Β. που παραστάθηκαν για την υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης», ενώ κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος" και κατά το άρθρο 15 του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997, Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν». Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες, για τον κατηγορούμενο, διατάξεις». Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Από την διάταξη αυτή, που σημειωτέον αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014), προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1079/2023).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 362 πΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης" και κατά το επόμενο άρθρο 363 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με την φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63». Κατά τις διατάξεις του αυτού ως άνω άρθρου 362 ΠΚ, όπως ίσχυαν μετά τις 1-7-2019 (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή" και κατά το άρθρο 363 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά τον ως άνω Ν. 4619/2019 "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή». Ακολούθως, με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ Α' 30/23.2.2024 - Έναρξη ισχύος από 1-5-2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 του ως άνω Ν. 5090/2024), το προαναφερθέν άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα αντικαταστάθηκε και διαμορφώθηκε πλέον ως εξής: "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα δυαδικά μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης». Κατά την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 5090/2024, "Με την κατάργηση της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ το αξιόποινο περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διάδοση ενώπιον τρίτου συνοδεύεται από την υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση της γνώσης της ψευδούς υπόστασης του γεγονότος που είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου. Επίσης, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Στην ανωτέρω εξαίρεση δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της "δίκης" που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση». Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και υποκειμενικώς, άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν, την γνώση του δράστη, ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, καθώς και την γνώση, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, αφ' ετέρου δε, την θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ήτοι, προϋποθέτει τρία διαφορετικά πρόσωπα τον δυσφημούντα, τον δυσφημούμενο και τον αποδέκτη της ανακοίνωσης (τρίτο). Εάν ο συκοφαντικός ισχυρισμός απευθύνεται στον δυσφημούμενο, παρουσία όμως τρίτου και τότε τελείται συκοφαντική δυσφήμηση και όχι εξύβριση (ΑΠ 675/1981). Ως "τρίτος" κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε άλλο, πλην του δυσφημουμένου, πρόσωπο, το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο λαμβάνει γνώση του δυσφημιστικού γεγονότος, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται. Για την πλήρωση της αντικειμενικής του υπόστασης του ως άνω εγκλήματος δεν ενδιαφέρει αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους. Τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ενώπιον "τρίτου" τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου (ΑΠ 814/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1021/2023, ΑΠ 415/2023, ΑΠ 314/2023). Ισχυρισμός είναι εκδήλωση και ειδικότερα ανακοίνωση, που εμφανίζεται ως γνώση ή πεποίθηση για την αλήθεια ενός γεγονότος. Στην έννοια του γεγονότος περιλαμβάνεται κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου και κάθε πράξη ή συγκεκριμένη κατάσταση ή σχέση ή συμπεριφορά που αναφέρεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Η έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση και η απόδοση χαρακτηρισμών καθίστανται γεγονότα, όταν αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνο όταν συνδέονται και σχετίζονται με ορισμένο γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του καθώς και όταν είναι διαγνωστό ότι αφορούν συγκεκριμένο συμβάν (ΑΠ 100/2023, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1659/2022, ΑΠ 675/2022, ΑΠ 1311/2022, ΑΠ 590/2022). Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στην ηθική και στην ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου, είτε την υπόληψή του (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 302/2020). Ως "τιμή" εννοείται το "αγαθό" όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 302/2020). Η προσφορότητα δε, κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις (ΑΠ 970/2023, ΑΠ 1688/2022, ΑΠ 1565/2022, ΑΠ 468/2020, ΑΠ 670/2020). Όπως γινόταν δεκτό από τη νομολογία, ο ισχυρισμός για το δυσφημιστικό γεγονός μπορούσε να γίνει και με κατάθεση δικογράφου ή με επίδοση εξωδίκου μέσω δικαστικού επιμελητή, οπότε γνώση των ισχυρισμών, που περιέχονταν σ' αυτό, λάμβαναν οι δικαστές, ο εισαγγελέας, οι υπάλληλοι της γραμματείας, ο δικαστικός επιμελητής και γενικά όλα τα πρόσωπα, τα οποία, από καθήκον, λάμβαναν γνώση του περιεχομένου του. Δηλαδή, στην έννοια του τρίτου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβανόταν οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ, που έλαβαν γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αρκεί το γεγονός να ήταν επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδιδόταν (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 174/2023, ΑΠ 1489/2022). Μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 5090/2024, δηλαδή από 1-5-2024, στο νέο άρθρο 363 ΠΚ, στο εδάφιο α' αυτού, ο νομοθέτης μετέφερε όλα τα στοιχεία που προηγουμένως συγκροτούσαν το έγκλημα του άρθρου 362 ΠΚ της δυσφήμησης [λόγω της κατάργησής του με το άρθρο 136 περ. α' του ως άνω νόμου (5090/2024)], μαζί βέβαια με το ψευδές του γεγονότος και τη βεβαία γνώση περί αυτού, ώστε πλέον στο νέο άρθρο να περιγράφεται πλήρως η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού (363 ΠΚ) περιορίστηκε το πλάτος της εννοίας του τρίτου ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο δυσφημιστικός ισχυρισμός (ΑΠ 814/2023). Ήτοι, από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρούνται τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρισης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι, που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης (ΑΠ 1114/2024, ΑΠ 959/2024, ΑΠ 943/2024, ΑΠ 752/2024). Με το άρθρο 54 του Ν. 5090/2024, επήλθε ο κατά τα άνω περιορισμός του εύρους (πλάτους) της έννοιας του τρίτου ενώπιον του οποίου προβάλλεται ο δυσφημιστικός ισχυρισμός και κατά τούτο κατέστη ευμενέστερη, η απειλούμενη όμως από αυτήν ποινή δεν θίχτηκε, αλλά παρέμεινε όπως προβλέφθηκε από την αντίστοιχη διάταξη 363 του ισχύσαντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ήτοι προβλέπει για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή (η σωρευτική επιβολή της οποίας είναι υποχρεωτική και όχι δυνητική, όπως στον παλαιό Ποινικό κώδικα και, αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή) και συνεπώς, είναι δυσμενέστερη αυτής του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία ως εκ τούτου εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, αφού η παρακάτω αναφερόμενη ένδικη πράξη τελέσθηκε στις 7-3-2017. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι άν οι αξιόποινες πράξεις στρέφονται κατά προσωποπαγούς εννόμου αγαθού, όπως είναι η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η προσωπική ελευθερία, η τιμή, η αγνεία και οι φορείς τους είναι διαφορετικά πρόσωπα, τότε υπάρχει πραγματική συρροή εγκλημάτων (ΑΠ 1367/2020, ΑΠ 1998/2018).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση που αφορά στο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, με παράθεση των περιστατικών κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων, ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Ειδικότερα, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως, ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 1096/2022). Υπάρχει όμως και στην περίπτωση του ανωτέρω αδικήματος αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη ή σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 1693/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 173/2021). Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022). Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, μεταξύ άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς, (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023). Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην Ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022). Στην κρινόμενη υπόθεση το προαναφερθέν Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, καταθέσεις μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογίες των κατηγορουμένων) ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα και παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Τ. Μ. ετύγχανε σύζυγος του Κ. Γ., ο οποίος ήταν κύριος ενός ακινήτου - βιομηχανικού χώρου εκτάσεως 200 τ.μ. κειμένου επί της συμβολής των οδών Α. αρ. 26 και Γ., στον Πειραιά. Την 21.12.2000 ο Κ. Γ. συνήψε σύμβαση μίσθωσης του ως άνω χώρου παραχωρώντας την χρήση του στον Χ. Θ.. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε στα εννέα έτη και συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών πως ο χώρος θα χρησιμοποιηθεί για τις εργασίες μηχανουργείου - ναυπηγείου. Το έτος 2010 ο εκμισθωτής Κ. Γ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του και ως άνω εγκαλούσα, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της μίσθωσης. Το έτος 2012 ο μισθωτής Χ. Θ. κατέστη υπερήμερος ως προς την πληρωμή των μισθωμάτων, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να επιτύχει την έκδοση της υπ' αρ. 1111/2013 διαταγής απόδοσης μισθίου που εξέδωσε ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία, την αποβολή του μισθωτή από το ακίνητο, συνταχθείσας της υπ' αρ. 166/03.12.2013 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.. Στο ανωτέρω ακίνητο, ωστόσο, υπήρχε μεγάλος Αριθμός ογκωδών και μη αντικειμένων μηχανημάτων και εργαλείων, τα οποία δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εκτέλεσης. Τα αντικείμενα ήταν τα εξής: 1) ένα γραφείο, 2) δύο καρέκλες γραφείου, 3) ένας φοριαμός με δύο (2) ντουλάπια και βιτρίνα, 4) ντουλάπα δύο φύλλων, 5) μία ξύλινη ντουλάπα εντός της οποίας υπάρχει μετρητής ρεύματος - ρολόϊ, 6) μία (1) πράσινη μεταλλική κατασκευή-πίνακας διανομής ρεύματος και λοιπών χρήσεων αγνώστων λοιπών στοιχείων, 7) ένας (1) πυροσβεστήρας, 8) ένας (1) φοριαμός στα ράφια του οποίου υπάρχουν διάφορα έγραφα, 9) ένα (1) έπιπλο με πέντε (5) διπλά ντουλάπια εντός των οποίων υπάρχουν διάφορα επαγγελματικά έγγραφα, 10) δεκαπέντε (15) καδράκια με θρησκευτικό περιεχόμενο και φωτογραφίες, 11) ένας (1) υπολογιστής PRO VIEW εκτός λειτουργίας, 12) τρία (3) πληκτρολόγια αγνώστων στοιχείων, 13) μία (1) τηλεφωνική συσκευή SIEMENS, 14) δύο (2) μόνιτορ για σύνδεση με κάμερες ασφαλείας, 15) ένα (1) φωτοτυπικό KONICA 1216 εκτός λειτουργίας, 16) ένας εκτυπωτής Panasonic KXP1150 εκτός λειτουργίας, 17) ένας εκτυπωτής Lexmark εκτός λειτουργίας, 18) δύο (2) συσκευές τηλεφωνικές Panasonic εκτός λειτουργίας, 19) ένα (1) ΦΑΧ εκτός λειτουργίας, 20) ένας (1) εκτυπωτής EPSON εκτός λειτουργίας, 21) δύο (2) ψυγεία ESKIMO εκτός λειτουργίας, 22) έξι (6) γραφεία, 23) οκτώ (8) καρέκλες γραφείου διαφόρων τύπων, 24) μία (1) συρταριέρα, 25) ένας (1) πίνακας σχεδίασης επαγγελματικός, 26) ένας (1) πυροσβεστήρας, 27) ένα (1) τραπέζι συνεδριάσεων, 28) δύο (2) γραφεία, 29) ένας (1) τριθέσιος καναπές (δερμάτινος), 30) τρία (3) έπιπλα - φοριαμοί με τρία διπλά ντουλάπια, 31) έντεκα (11) καρέκλες, 32) μία (1) διπλή ντουλάπα, 33) ένας (1) πάγκος INΟΧ με νεροχύτη, 34) ένα (1) έπιπλο-φοριαμό χαμηλό με τρία ντουλάπια, 35) ένας (1) πάγκος εργασίας μεταλλικό, 36) ένα (1) μηχάνημα του οποίου δεν διαπιστώθηκε η χρήση τύπου ARG-290 PILUS, 37) διόροφες μεταλλικές βάσεις για τοποθέτηση εργαλείων και ανταλλακτικών, 38) δέκα (10) μπουκάλες οξυγόνου, 39) έξι (6) μεταλλικά κλουβιά για μεταφορά ανταλλακτικών και εργαλείων, 40) ένας (1) ηλεκτρικός γερανός οροφής, 41) ένα (1) μπάρμπεκιου, 42) οκτώ (8) μεταλλικά κλουβιά με διάφορα ανταλλακτικά-εργαλεία, 43) ένας (1) ηλεκτρολογικός πίνακας ελέγχου των μηχανημάτων, 44) κουλούρες με καλώδια, 45) ένας (1) γερανός οροφής με περιμετρική ράγα μετακύλισης, 46) διάφορα επαγγελματικά μηχανήματα καθαρισμού, 47) ένας (1) μεγάλος γερανός μετακίνησης βαριών αντικειμένων με το διακριτικό "..." πάνω στη ράγα του, 48) τριάντα τέσσερα (34) βίντσια, 49) οκτώ (8) μεταλλικοί φοριαμοί, 50) ένα ψυγείο FEDERAL εκτός λειτουργίας, 51) ένας (1) μεταλλικός φοριαμός με έξι (6) ντουλάπια για αποθήκευση εργαλείων, 52) μία (1) γεννήτρια HOB APT εκτός λειτουργίας, 53) μία (1) γεννήτρια SELCO ei 400 εκτός λειτουργίας, 54) ένα (1) ελαστικό μηχάνημα (TOROS) εκτός λειτουργίας, 55) έξι (6) μπουκάλες οξυγόνου, 56) ένας δίσκος κοπής μεταλλικών αντικειμένων, 57) ένα (1) μηχάνημα βαρέος τύπου μάρκας BWF με αριθμό 47, 58) ένα μηχάνημα βαρέος τύπου αγνώστων λοιπών στοιχείων που φέρει τον αριθμό 46, 59) ένα (1) μηχάνημα βαρέος τύπου μάρκας KLOPP με αριθμό 55, 60) ένας (1) τόρνος με διακριτικά TCA-40 ERLO, 61) ένα (1) βαρέος τύπου μηχάνημα αγνώστων λοιπών στοιχείων το οποίο φέρει γούρνα για συγκέντρωση υγρών στο κάτω μέρος του, 62) ένα (1) μεταλλικό κλουβί, 63) ένα (1) μηχάνημα συμπίεσης ύδατος μάρκας KLIMAN. Η εγκαλούσα ορίσθηκε μεσεγγυήτρια των ως άνω αντικειμένων, προκειμένου αυτή να φυλάττει δυνάμει της υπ' αρ. …/03.12.2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α.. Ο πρώτος κατηγορούμενος με εντολή του Θ. Χ., εμφανίστηκε ενώπιον του συνηγόρου της εγκαλούσας δηλώντας ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τον πρώην μισθωτή του ακινήτου να χειριστεί τα θέματα του ακινήτου προσκομίζοντας το υπ' αρ. .../22.11.2023 γενικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του Θ. Χ.. Σημειώνεται δε ότι, ο Θ. Χ. εξουσιοδότησε με το ως συμβολαιογραφικό έγγραφο τον πρώτο κατηγορούμενο να πωλήσει το επίμαχο ακίνητο, παρόλο που δεν ανήκε στην κυριότητα αυτού και μετά από διαμαρτυρία του συνηγόρου υπεράσπισης της εγκαλούσας, ο αποβιώσας μισθωτής με την από 01.04.2014 εξώδικη πρόσκλησή του προς την εγκαλούσα, αναγνώρισε την κυριότητά της επί του ανωτέρω ακινήτου. Με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωσή του προς την εγκαλούσα ο αποβληθείς μισθωτής την ενημέρωσε ότι θα παραληφθούν από τον πρώτο κατηγορούμενο τα κινητά πράγματα - εξοπλισμός που είχε αφήσει εντός, του ακινήτου της. Η εγκαλούσα συνυπέγραψε με τον πρώτο κατηγορούμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει σ' αυτόν όλα τα εισκομισθέντα στο μίσθιο από τον αποβληθέντα μισθωτή (Χ.) αντικείμενα και εργαλεία. Ο πρώτος κατηγορούμενος όμως, επέδειξε πλήρη αδιαφορία σχετικά με την παραλαβή των αντικειμένων και εργαλείων από το μίσθιο. Η εγκαλούσα κοινοποίησε προς τον Χ. Θ. και τον πρώτο κατηγορούμενο - εκπρόσωπο αυτού την από 14.04.2014 εξώδικη πρόσκληση (είχαν ήδη παρέλθει πλέον των 5 μηνών από την αποβολή του Χ. Θ. από το μίσθιο), με την οποία τον καλούσε να προσέλθει και να παραλάβει τα κινητά πράγματα. Μετά ταύτα, ο πρώτος κατηγορούμενος προσήλθε και ανέλαβε μόνον κάποια έγγραφα και ουδέποτε εμφανίστηκε ξανά, παρά το γεγονός ότι η εγκαλούσα κάλεσε μέσω του από 27.05.2014 δεύτερου εξωδίκου τον πρώτο κατηγορούμενο να παραλάβει τα πράγματα και στις 02.06.2014 υπεγράφη μεταξύ αυτής και του Χ. Θ. νέο συμφωνητικό με βάση το οποίο θα απεκόμιζε ο πρώτος κατηγορούμενος τα πράγματα από το μίσθιο με δαπάνες του Χ. Θ. και η εγκαλούσα θα επέτρεπε την είσοδο του πρώτου κατηγορουμένου στο ακίνητό της προς εκπλήρωση του ως άνω σκοπού μέχρι την 30.06.2014. Παρά την εκ νέου παράταση της προθεσμίας ο πρώτος κατηγορούμενος κατέστη για μία ακόμα φορά υπερήμερος ως προς την παραλαβή των πραγμάτων. Μάλιστα, ο πρώτος κατηγορούμενος απέστειλε φαξ στον συνήγορο της εγκαλούσας με το οποίο δήλωνε ότι η μεταφορά των πραγμάτων υπό την ευθύνη του Θ. Χ. δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι τάχα θα λάμβανε χώρα τις επόμενες ημέρες. Παρόλα αυτά, η δήλωση αυτή ήταν προσχηματική, καθόσον οι ως άνω δύο άντρες σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν ώστε να απομακρύνουν τα επίμαχα κινητά πράγματα από το ακίνητο ιδιοκτησίας της εγκαλούσας. Έτσι, και ενόσω υπήρξε πλήρης αδράνεια και αδιαφορία από την πλευρά του Θ. Χ. και του πρώτου κατηγορουμένου για την ανάληψη των επίμαχων πραγμάτων, ο πρώτος εξ αυτών απεβίωσε στις 26.02.2016. Οι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Χ., αλλά και ο πρώτος των κατηγορουμένων δεν όχλησαν έκτοτε την εγκαλούσα για την παραλαβή των κινητών πραγμάτων που είχαν εγκαταλείψει στο ακίνητό της. Όταν την 05.11.2016 - (ήτοι, δύο σχεδόν χρόνια από την κατάρτιση του από 02.06.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της εγκαλούσας και του αποβιώσαντος Θ. Χ., που ουδέποτε τηρήθηκε) - η εγκαλούσα επιχείρησε να μεταφέρει τα αντικείμενα που υπήρχαν στο πρώην μίσθιο, ώστε να μπορέσει να το αξιοποιήσει, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέβαλε την 14.11.2016 μήνυσή του που έλαβε ΑΒΜ …/1218, με την οποία κατήγγειλε το αδίκημα της κλοπής ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας. Η εν λόγω μήνυσή του αρχειοθετήθηκε κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ λόγω μη επαρκών ενδείξεων για την τέλεση του εν λόγω αδικήματος. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς με την υπ' αριθμ. …/2017 αναφορά του εκτός της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης για την υποβολή της εν λόγω έγκλησης στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου, που επικαλείτο την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας «... ΕΠΕ», η οποία δεν ταυτιζόταν με την ιδιότητα αυτή κατά το εμπορικό δίκαιο, υπογράμμισε ότι η εγκαλούσα "κατά απόλυτο σύννομο τρόπο μερίμνησε....στις 05.11.2016 για την μεταφορά των πραγμάτων που είχαν απομείνει στο μίσθιο σε έτερο χώρο, ώστε να προβεί στην εκμετάλλευση αυτού». Πρωϊνές ώρες της 07.03.2017 ο δεύτερος εγκαλών Α. Λ. και οι μάρτυρες κατηγορίας Χ. Γ. του Λ. - κατ' επάγγελμα μεταφορέας παλαιών αντικειμένων και κύριος ενός ΙΧΦ οχήματος - και Γ. Χ. του Γ., συνεργάτης του τελευταίου, είχαν μεταβεί στο ανωτέρω ακίνητο της εγκαλούσας επί της συμβολής των οδών ... στο Πειραιά και κατ' εντολή της μετέφεραν και εναπόθεσαν στο ως άνω φορτηγό όχημα διάφορα παλαιό αντικείμενα που βρίσκονταν στον εν λόγω χώρο. Οι ενέργειες όμως των ανωτέρω προσώπων διακόπηκαν, καθόσον οι ανωτέρω προσήχθησαν από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα στο ... για τη διερεύνηση της σε βάρος τους καταγγελλομένης - πρωϊνές ώρες της 07.03.2017 ενώπιον του ανωτέρω Τμήματος Ασφαλείας από τον πρώτο των κατηγορουμένων - αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης κακουργηματικής κλοπής αντικειμένων που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ κατά συναυτουργία (οι Γ. Χ. του Γ. και Χ. Γ. του Λ.) και της ηθικής αυτουργίας (οι Α. Λ. του Β. και J. L. K.) στην εν λόγω πράξη (άρθρα 1, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 45, 46, 51, 52, 79, 374 παρ. 1 περ. γ - 372 ΠΚ, φερόμενη ως τελεσθείσα την 07.03.2017 στον Πειραιά, εις βάρος του καταγγέλλοντας. Με αφορμή την ως άνω υποβληθείσα μήνυση (αριθμ. πρωτ. διαβίβασης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς .../08.03.2017) σχηματίστηκε η με ABM: .../... δικογραφία. Επί της ως άνω μηνύσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/2024 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η εν λόγω έγκληση, καθόσον κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις στήριξης κατηγορίας (βλ. το από 09.04.2024 με αριθμ. Βιβλίου αιτήσεων …/2024 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, από το οποίο προκύπτει ότι η σχετική με ABM: .../... μήνυση του πρώτου κατηγορουμένου αρχειοθετήθηκε κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς την 26.03.2024). Το βράδυ της 07.03.2017 και περί ώρα 22.00 μμ οι εγκαλούντες και οι μάρτυρες κατηγορίας Χ. και Γ. αποχώρησαν από το ... και εκκίνησαν για το ως άνω ακίνητο ιδιοκτησίας της εγκαλούσας για να εναποθέσουν σε αυτό το σύνολο των κινητών αντικειμένων που ήταν φορτωμένα στο φορτηγό όχημα του Χάσκη, καθόσον τα εν λόγω κινητά είχαν αποδοθεί στην εγκαλούσα υπό μεσεγγύηση. Κατά το χρόνο που οι Γ. Χ. και Χ. Γ. ξεφόρτωναν από το ΙΧΦ τα κινητά αντικείμενα και τα μετέφεραν εντός του ανωτέρω ακινήτου υπό την επίβλεψη του δευτέρου εγκαλούντα Α. Λ. και ενώ η εγκαλούσα παρακολουθούσε τη διαδικασία της μεταφοράς εντός του ανωτέρω ακινήτου της, οι κατηγορούμενοι τους ακολούθησαν, στάθμευσαν το όχημά τους και κατευθύνθηκαν προς την πόρτα εισόδου του εν λόγω ακινήτου. Ο πρώτος δε κατηγορούμενος άρχιζε να φωνάζει ενώπιον περιοίκων "είστε κλέφτες». Ο δεύτερός εγκαλών κατέθεσε με σαφήνεια ότι πλησίον του συμβάντος ήταν το καφενείο του μάρτυρα Δ. Μ. του Ι., που βρισκόταν το χρόνο του συμβάντος στην εργασία του, ενώ στο εν λόγω σημείο περνούσαν αυτοκίνητα και οι επιβαίνοντες σε αυτά άκουσαν τις φωνές του πρώτου κατηγορουμένου, όπου προκαλούσε "ντόρο». Προέκυψε επιπλέον ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν εκφράστηκε σε βάρος των κατηγορουμένων σύμφωνα με τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Χ. του Λ. που τόνισε ότι "Αυτός κάτι έλεγε, για ένα ασανσέρ κάτι έλεγε...Απλά παρευρισκόταν εκεί δηλαδή,...Ήταν δίπλα μαζί, και μπήκανε μέσα». Σημειώνεται ότι, η επίμαχη έκφραση "είστε κλέφτες" που αποτελεί την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους κατηγορία περί συκοφαντικής δυσφήμησης, η οποία ακολούθησε χρονικά την υποβολή της από 07.03.2017 μήνυσης του πρώτου κατηγορουμένου ενώπιον του ...
(αριθμ. πρωτ. διαβίβασης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς .../08.03.2017) για την εις βάρος του τέλεση την 07.03.2017 στον Πειραιά Αττικής (ήτοι την ίδια ακριβώς ημέρα) - από τους εγκαλούντες ως ηθικούς αυτουργούς και από τους ανωτέρω μάρτυρες κατηγορίας ως φυσικούς αυτουργούς - αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης κακουργηματικής κλοπής αντικειμένων που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (σχηματισθείσας της με ΑΒΜ: .../... δικογραφίας), είναι αναπόσπαστα συνδεόμενη με τα ανωτέρω αντικειμενικά γεγονότα, καθόσον σ' αυτή υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία. Στο δε ουδέτερο (απο)δέκτη του λόγου καθίσταται βέβαιο σε ποιο γεγονός αναφέρεται και ως εκ τούτου, μπορεί να σχηματιστεί συγκεκριμένη εικόνα-παράσταση, που να επαληθεύεται ή να διαψεύδεται με την απόδειξη (της επιβεβαίωσης ή μη της αλήθειάς του). Για το ζήτημα δε κατά πόσο είναι αληθής ή όχι ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορούμενου ήδη αναφέρθηκε εκτενώς ανωτέρω ότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης του αδικήματος της διακεκριμένης κακουργηματικής κλοπής αντικειμένων που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, η δε σχετικώς σχηματισθείσα με ΑΒΜ: .../... δικογραφία τέθηκε εν τέλει στο αρχείο με την υπ' αριθμ. …/2024 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Συγχρόνως, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι μετά την αποβολή του μισθωτή Θ. Χ. από το ακίνητο της εγκαλούσας, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας για λογαριασμό του ανωτέρω, δεν απομάκρυνε ως όφειλε και μπορούσε τα ως άνω κινητά πράγματα από το εν λόγω ακίνητο ούτε μέχρι την 04.06.2014, ούτε μέχρι την 30.06.2014 όταν του δόθηκε η σχετική προς τούτο δυνατότητα από αυτήν. Μάλιστα, ενώ φέρεται να απέκτησε το Δεκέμβριο του έτους 2015 από τον Θεόδωρο Χ. κατά κυριότητα τα αντικείμενα που ο τελευταίος είχε εγκαταλείψει στο ακίνητο της εγκαλούσας, δεν όχλησε μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου του την εγκαλούσα ώστε να αναλάβει αυτά από το ακίνητο ιδιοκτησίας της, επιδεικνύοντας πλήρη και πολυετή αδιαφορία για την τύχη των επίμαχων κινητών πραγμάτων μέχρι την 14.11.2016 που υπέβαλε σε βάρος της εγκαλούσας για πρώτη φορά μήνυση (σχηματισθείσας της .../1218 δικογραφίας) για το αδίκημα της κλοπής ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας, η οποία αρχειοθετήθηκε κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ με την υπ' αριθμ. …/2017 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς. Έκτοτε και την 07.03.2017 όταν η εγκαλούσα επιχείρησε να μεταφέρει εκ νέου κάποια αντικείμενα από την ιδιοκτησία της με την βοήθεια του δευτέρου εγκαλούντα και των μαρτύρων κατηγορίας, ο πρώτος κατηγορούμενος την ίδια μάλιστα ημέρα προέβη σε μήνυση των ως άνω προσώπων για την πράξη της κακουργηματικής κλοπής όπως αναφέρθηκε αναλυτικά ανωτέρω. Επίσης, ενδεικτικό στοιχείο της συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορουμένου αποτελεί το γεγονός ότι, όταν η εγκαλούσα προσπάθησε να απομακρύνει τα πράγματα από το ακίνητό της με τη συνδρομή ετέρων ατόμων την 24.07.2017, ο ίδιος υπέβαλε την υπό την ίδια ημερομηνία έγκλησή του για κακουργηματική κλοπή αντικειμένων, η οποία αρχικά αρχειοθετήθηκε με την υπ' αριθμ. 732/2019 απορριπτική διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς. Η τελευταία Εισαγγελική Διάταξη εξαφανίστηκε κατόπιν προσφυγής του πρώτου κατηγορουμένου και έτσι, παραγγέλθηκε και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση για το αδίκημα της διακεκριμένης κακουργηματικής κλοπής αντικειμένων που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ κατά συναυτουργία (έτεροι μεταφορείς) και της ηθικής αυτουργίας (η εγκαλούσα), σχηματισθείσας της με ΑΒΜ ... δικογραφίας, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 163/2024 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για την τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων της κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου από μεσεγγυούχο, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Τέλος, όταν τα πράγματα απομακρύνθηκαν από την εγκαλούσα το Σεπτέμβριος του έτους 2017 με την συνδρομή των ιδίων μαρτύρων κατηγορίας προκειμένου αυτή να αδειάσει το ακίνητο και έτσι, να δυνηθεί να το πωλήσει, ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε την 29.03.2018 σε βάρος όλων των προαναφερομένων προσώπων έγκληση, η οποία έλαβε ΑΒΜ ... και ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου από μεσεγγυούχο, η αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ σε βάρος της εγκαλούσας και για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή σε βάρος των Χ. και Γ., επί της οποίας εξεδόθη το ήδη αμετάκλητο με αριθμ. 417/2022 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο έκρινε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία σε βάρος ουδενός των προαναφερομένων κατηγορουμένων για την ανωτέρω αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη κακουργηματική πράξη. Κατόπιν των ανωτέρω, πλήρως αποδείχτηκε ότι τα όσα ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος βραδινές ώρες της 07.03.2017 για τους εγκαλούντες έξωθεν του ακινήτου της πρώτης εγκαλούσας επί της συμβολής των οδών ... στον Πειραιά Αττικής, ότι δηλαδή είναι "κλέφτες" ήταν ψευδές, αφού οι εγκαλούντες ουδόλως είχαν πρόθεση να ιδιοποιηθούν τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο ΙΧΦ όχημα του Γ. Χ., η δε απομάκρυνση των αντικειμένων πραγματοποιήθηκε προκειμένου η πρώτη εγκαλούσα να δυνηθεί να αξιοποιήσει το ακίνητό της. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι το αναφερόμενο από αυτόν περιστατικό ήταν ψευδές, εν τούτοις, αποκάλεσε τους εγκαλούντες «κλέφτες», με σκοπό να ενισχύσει την ήδη υποβληθείσα - την ίδια μάλιστα, ημεροχρονολογία - έγκλησή του για το αδίκημα της κακουργηματικής κλοπής, εμφανίζοντας τους εγκαλούντες ως ανθρώπους που κερδίζουν χρήματα παράνομα από την προσβολή της ξένης ιδιοκτησίας. Το ως άνω ψευδές γεγονός έβλαψε την τιμή και υπόληψη εκάστου των εγκαλούντων, δεδομένου ότι έλαβαν γνώση αυτού οι περίοικοι. Ως εκ τούτου, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο...».
Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (αθώο δε τον δεύτερο κατηγορούμενο) για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή με το ακόλουθο διατακτικό:
Κηρύσσει ένοχο τον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο του ότι: Στον Πειραιά στις 7.3.2017 τέλεσε με πρόθεση το ακόλουθο έγκλημα: Ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για άλλους ενώπιον τρίτων γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους και συγκεκριμένα, ενώπιον περίοικων φώναζε δυνατά προς τους εγκαλούντες Τ. Μ. χήρα Γ. Κ. και Α. Λ. ότι είναι κλέφτες, γεγονός που εν γνώσει του ήταν αναληθές και το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους».
Με τους συνεξεταζόμενους τρεις πρώτους αναιρετικούς λόγους - κατά το ορθό νοηματικό τους περιεχόμενο - ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και ότι στερείται νόμιμης βάσης και επί πλέον ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ και προσάπτει σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, απορρέουσες πλημμέλειες, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του ως άνω άρθρου 363 πΠΚ.
Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές και αιτιολογίες που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, όπως η έννοιά του εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για το οποίο (έγκλημα) κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 363 του ΠΚ, που το άνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, ήτοι τις ανωμοτί καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης σε συνδυασμό με την απολογία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ρ. του Ν. και του τότε δεύτερου κατηγορουμένου - εκκαλούντος Α. Π. του Κ., που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη κατ' αναίρεση δίκη, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε όλα υπόψη του, χωρίς να περιοριστεί επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αγνοώντας τα υπόλοιπα. Με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και του δόλου του, ήτοι: 1) Ο χρόνος και ο τόπος που έλαβε χώρα το έγκλημα, 2) ο ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ψευδούς γεγονότος ενώπιον τρίτων, δηλαδή ενώπιον περιοίκων, φωνάζοντας ενώπιον αυτών και μάλιστα δυνατά απευθυνόμενος στους εγκαλούντες ότι είναι κλέφτες, ενώ εκτίθενται ακόμη ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης, 3) ότι ο προαναφερθείς χαρακτηρισμός "κλέφτες" που απέδωσε στους ως άνω δύο εγκαλούντες ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και μάλιστα ενώπιον τρίτων ότι δηλαδή αυτοί αφήρεσαν από άλλον κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ήταν ψευδής και δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, 4) ότι η ανακοίνωση του ανωτέρω ψευδούς περιστατικού σε τρίτους μπορούσε να πλήξει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, καθόσον έθεσε σε αμφισβήτηση την ηθική τους αξία, 5) ο δόλος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που περιλαμβάνει τη γνώση του, αφ' ενός μεν, για το ότι το επίμαχο γεγονός που ισχυρίστηκε για τους εγκαλούντες ενώπιον τρίτων και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε, την θέλησή του να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων το γεγονός αυτό, η οποία γνώση θεμελιώνεται σε προσωπική και άμεση αντίληψή του, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, με συνέπεια να μην απαιτείται η παράθεση και άλλων περιστατικών σχετικά με τη γνώση αυτή (ΑΠ 1301/2023, ΑΠ 631/2022), πολλώ δε, μάλλον πανηγυρική αναφορά ότι από τα ως άνω παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση του αναιρεσείοντος περί της αναλήθειας του γεγονότος που κατέθεσε και περί της θέλησής του να ισχυριστεί ενώπιον τρίτων το γεγονός αυτό, στην οποία εν τούτοις το Δικαστήριο προέβη διαλαμβάνοντας και την σαφή παραδοχή ότι "όσα ανέφερε βραδινές ώρες της 07-03-2017 για τους εγκαλούντες έξωθεν του ακινήτου της πρώτης εγκαλούσας...ότι δηλαδή είναι "κλέφτες», ήταν ψευδές αφού οι εγκαλούντες ουδόλως είχαν πρόθεση να ιδιοποιηθούν τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο ΙΧΦ όχημα του Γ. Χ., η δε απομάκρυνση των αντικειμένων πραγματοποιήθηκε προκειμένου η πρώτη εγκαλούσα να δυνηθεί να αξιοποιήσει το ακίνητό της ο πρώτος κατηγορούμενος αν και γνώριζε ότι το αναφερόμενο από αυτόν περιστατικό ήταν ψευδές, εν τούτοις, αποκάλεσε τους εγκαλούντες "κλέφτες" με σκοπό να ενισχύσει την ήδη υποβληθείσα-την ίδια ημεροχρονολογία-έγκλησή του για το αδίκημα της κακουργηματικής κλοπής, εμφανίζοντας τους εγκαλούντες ως ανθρώπους που κερδίζουν χρήματα παράνομα από την προσβολή ξένης ιδιοκτησίας». Σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις, που περιέχονται στους σχετικούς λόγους αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ, έλλειψης νόμιμης βάσης και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: 1) Αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το δικάσαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ ως προς κρίσιμο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης αιτιώμενος, ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ψευδής ισχυρισμός του "ότι είναι κλέφτες" απευθυνόταν προς τους ίδιους τους παθόντες, "φώναζαν δυνατά προς τους εγκαλούντες...ότι είναι κλέφτες», συνιστά κακή εφαρμογή του άρθρου 363 ΠΚ, αφού δεν υφίσταται κατά τις ως άνω παραδοχές, η έννοια του ισχυρισμού προς τρίτα πρόσωπα, αλλά η συγκεκριμένη συμπεριφορά του είχε ως άμεσους αποδέκτες τους ίδιους τους εγκαλούντες. Είναι δε, αβάσιμη η αιτίαση αυτή γιατί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός ψευδούς γεγονότος που απευθύνεται προς τον δυσφημούμενο αλλά λαμβάνει χώρα ενώπιον τρίτου, συνιστά συκοφαντική δυσφήμιση. Κατά τις σαφείς δε, πλήρεις και ορθές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατά τα άνω ενώπιον των περιοίκων (τρίτων) προβληθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος έστω και παρόντων των εγκαλούντων προς τους οποίους απευθυνόταν, αντικειμενικώς εκτιμώμενος, μπορούσε να θίξει την τιμή και την υπόληψη αυτών, δηλαδή των εγκαλούντων (ΑΠ 675/1981) και συγκροτεί, συντρεχόντων και των λοιπών στοιχείων του αδικήματος αυτού, την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού παρείχε τον λόγο επί του οποίου οι τρίτοι - αποδέκτες μπορούσαν να στηρίξουν την περιφρόνησή τους προς τους προσβαλλόμενους - εγκαλούντες και όχι την πράξη της εξύβρισης, όπως αβάσιμα επίσης υποστηρίζει ο αναιρεσείων. 2) Ουδεμία αντίφαση, ασάφεια ή λογική ανακολουθία δημιουργείται στην προσβαλλομένη απόφαση από την παραδοχή στο διατακτικό ότι "και συγκεκριμένα ενώπιον περιοίκων φώναζαν προς τους εγκαλούντες...ότι είναι κλέφτες», λόγω της αόριστης, ως αιτιάται την προσβαλλόμενη ο αναιρεσείων, αναφοράς "ενώπιον περιοίκων», περί της Ταυτότητας των οποίων ουδεμία, έστω και έμμεση, αναφορά δεν γίνεται στην απόφαση, με αποτέλεσμα να αποκλείεται κατά τους ισχυρισμούς του, από την ίδια την απόφαση η συνδρομή της ενώπιον τρίτων τέλεσης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την απαιτούμενη αιτιολογική επάρκεια και σαφήνεια, παρά τα αβασίμως περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο επίμαχος συκοφαντικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα ενώπιον περιοίκων, έξω από το ακίνητο της εγκαλούσας και όχι εντός αυτού όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, στη συμβολή των οδών ..., πλησίον του καφενείου του μάρτυρα Δ. Μ., ευρισκόμενου σ' αυτό κατά τον χρόνο του συμβάντος, ενώ διερχόταν από τις ως άνω οδούς αυτοκίνητα, οι επιβαίνοντες των οποίων άκουσαν τις φωνές του αναιρεσείοντος που προκαλούσε "ντόρο" και κατά τη στιγμή που γινόταν η εκφόρτωση του ΙΧΦ από τους μάρτυρες κατηγορίας Γ. Χ. και Χ. Γ. και η μεταφορά και εναπόθεση εντός του ακινήτου της εγκαλούσας, υπό την επίβλεψη αυτής και του δεύτερου εγκαλούντος, των φορτωμένων σ' αυτό και αναφερομένων στο σκεπτικό της αντικειμένων, των οποίων δεν έγινε εφικτή η απομάκρυνση λόγω της προηγηθείσας μήνυσης εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για κακουργηματική κλοπή και ηθική αυτουργία σ' αυτήν σε βάρος των ανωτέρω μαρτύρων κατηγορίας και των εγκαλούντων. Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, ενώπιον "τρίτου" τελείται η πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ως αποδέκτη, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων (ΑΠ 1021/2023, ΑΠ 1659/2022). 3) Δεχόμενο δε, το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επίμαχη έκφραση "είστε κλέφτες», που απηύθυνε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στους εγκαλούντες φωνάζοντας προς αυτούς ενώπιον των περιοίκων, που έλαβε χώρα χώρα υπό τις αμέσως ανωτέρω εκτεθειμένες περιστάσεις και συγκεκριμένα, ενώ διερχόταν από τις ως άνω οδούς αυτοκίνητα, οι επιβαίνοντες των οποίων άκουσαν τις φωνές του αναιρεσείοντος που προκαλούσε "ντόρο" και κατά τη στιγμή που γινόταν η εκφόρτωση του ΙΧΦ από τους μάρτυρες Γ. Χ. και Χ. Γ. και η μεταφορά και εναπόθεση εντός του ακινήτου της εγκαλούσας, υπό την επίβλεψη αυτής και του δεύτερου εγκαλούντος, των φορτωμένων σ' αυτό και αναφερομένων στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αντικειμένων και χρονικώς επόμενη της υποβολής της από 7-3-2017 μηνύσεώς του ενώπιον του ΤΑ Καμινίων για την σε βάρος του τέλεση την 7-3-2017 στον Πειραιά, δηλαδή την ίδια ακριβώς ημέρα, από τους εγκαλούντες ως ηθικούς αυτουργούς και από τους ανωτέρω μάρτυρες κατηγορίας ως φυσικούς αυτουργούς της, ως κατήγγειλε, αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης κλοπής αντικειμένων η αξία των οποίων υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, συνιστούσε γεγονός ως αναπόσπαστα συνδεόμενη με το ανωτέρω ορισμένο αντικειμενικό συμβάν, ώστε με τη σχέση και σύνδεσή της με αυτό προσδιόριζε την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς του, δεν έσφαλλε και ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Η επίμαχη αυτή έκφραση του αναιρεσείοντος, κατά τις επαρκώς αιτιολογημένες και σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διατυπώθηκε αυτοτελώς και ασχέτως με τέτοιο γεγονός, αλλά συνδεόταν και σχετιζόταν με υποκρυπτόμενο ορισμένο συμβάν, όπως προεκτέθηκε, κατά τρόπο εξωτερικώς αναγνωρίσιμο που στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούσε προσβολή της προσωπικότητας των εγκαλούντων. 4) Ωσαύτως αβάσιμη είναι και η αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επικαλούμενος ότι δεν αιτιολόγησε την απόρριψη των ισχυρισμών που προέβαλε, ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν φράση που ισχυρίστηκε ενώπιον περιοίκων για τους εγκαλούντες ότι είναι κλέφτες, δεν συνιστά γεγονός κατά την έννοια της ποινικής διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ και επιπλέον ότι δεν έγινε ισχυρισμός ενώπιον τρίτων, οι οποίοι ούτε καν αορίστως κατονομάζονται. Τούτο δε, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που κατατέθηκαν εγγράφως και αναπτύχθηκαν και προφορικά κατά τη συζήτηση της υποθέσεως από το συνήγορό του, με βάση το περιεχόμενό τους, δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, στους οποίους το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να τους απορρίψει με ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού απάντησε και απέρριψε αυτούς με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της κύριας επί της ενοχής αποφάσεώς του. 5) Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, να εκτίθεται τί ακριβώς προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Οι εμπεριεχόμενες δε, στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος και σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, λόγο αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ και της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της. Κατά συνέπειαν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, συνεξεταζόμενοι τρεις πρώτοι αναιρετικοί λόγοι (πρώτος, δεύτερος και τρίτος), με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αναιρεσείοντος οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, της έλλειψης νόμιμης βάσης και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 ΚΠΔ, "1. Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός...2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ.2, 525 και 527. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) Ταυτότητα προσώπου και γ) Ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της) και ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη), όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως μετά την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 37/2017, ΑΠ 1570/2002). Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής. Η παραβίαση του δεδικασμένου, που διαπιστώνεται από την σύγκριση των διατακτικών των αποφάσεων, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ενώ μπορεί να προταθεί το πρώτον και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, εξεταζόμενος κατ' άρθρο 511 εδ. α' ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1122/2023, ΑΠ 1020/2023, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 957/2016). Όταν με αμετάκλητο βούλευμα ή απόφαση κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, εάν το απαράδεκτο κηρύχθηκε λόγω δεδικασμένου με δεδομένη την ύπαρξη σχετικής αμετάκλητης απόφασης για την ίδια πράξη, τότε το δεδικασμένο από τη νέα απόφαση ή βούλευμα είναι οριστικό. Εάν όμως κηρύχθηκε το απαράδεκτο εξαιτίας της έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης (λχ έγκλησης κλπ), η οποία (έλλειψη) μπορεί να αρθεί, τότε το δεδικασμένο είναι προσωρινό, δηλ. εμποδίζει νέα δίωξη μόνο μέχρις ότου αρθεί η εκάστοτε έλλειψη εκτός και αν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, οπότε το εν λόγω αμετάκλητο βούλευμα αποκτά ισχύ οριστικού δεδικασμένου όπως άλλωστε συμβαίνει και όταν δεν μπορεί πλέον να αρθεί το δικονομικό κώλυμα. Δεδικασμένο δεν παράγεται από τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις. Μόνον οι τελειωτικές επί της κατηγορίας αποφάσεις εξαντλούν την κατηγορία, αναλίσκουν την ποινική δίωξη και απεκδύουν το δικαστήριο από κάθε εξουσία περαιτέρω κρίσης επί της ιδίας κατηγορίας. Ως "πράξη" νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται όχι στην Ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην Ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο, που επίσης αποτέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, που έχει κριθεί. Δεν υφίσταται Ταυτότητας πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μίας φυσικής πράξης, έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 872/2015), όπως επίσης όταν διαφέρει ο χρόνος τέλεσης (ΑΠ 1638/2018), ενώ δεν έχει σημασία αν παραλλάσσει ο τρόπος συμμετοχής (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 733/1998) και βέβαια η Ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό της απόφασης ή του βουλεύματος και όχι από το αιτιολογικό, που μπορεί να χρησιμεύσει μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 544/2023, ΑΠ 320/2014). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 63 του Ν. 4689/2020 (ΦΕΚ Α' 27-5-2020) ορίζεται ότι: "1. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των πλημμελημάτων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 30η.04.2020, κατά των οποίων ο νόμος, ως κύρια ποινή, απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή σωρευτικά κάποιες από τις παραπάνω ποινές. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε πλημμελήματα για τα οποία η χρηματική ποινή ή η παροχή κοινωφελούς εργασίας προβλέπονται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης άνω του ενός (1) έτους. 2. Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παρ. 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3. Οι δικογραφίες που αφορούν στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Με την ως άνω διάταξη και την διάταξη του άρθρου 64 του ίδιου νόμου θεσπισθείσες στα πλαίσια άσκησης αντεγκληματικής και σωφρονιστικής πολιτικής, με σκοπό την ελάφρυνση των Δικαστηρίων από την εκδίκαση πράξεων ήσσονος εγκληματικότητας και χωρίς έντονη κοινωνικοηθική απαξία, θεσμοθετήθηκε (ως θεσμός αυτοτελής και διαφοροποιημένος από τη γενική παραγραφή) ειδική υφ' όρον παραγραφή του αξιοποίνου εγκλημάτων και ανεκτέλεστων ποινών, υπό τον όρο ότι ο υπαίτιος ή κατάδικος δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και δεν θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε γι' αυτή, σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, η οποία (αξιόποινη πράξη) αναβιώνει και συνεχίζεται μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του όρου αυτού. Η επέλευση της υπό όρο παραγραφής και εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης ή της, υπό όρο, μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία είναι συμβατή με το Σύνταγμα και το 7ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 11/2001), η ρητή θέσπιση υποχρεωτικής αρχειοθέτησης της σχετικής δικογραφίας ή της καταδικαστικής απόφασης και η πρόβλεψη για συνέχιση της ποινικής δίωξης, μόνο σε περίπτωση πλήρωσης του σχετικού όρου, υποδηλώνουν και ενέχουν ως αυτονόητη έννομη συνέπεια τον αποκλεισμό οποιασδήποτε δικαστικής ενασχόλησης, με υπόθεση που αφορά αξιόποινη πράξη ή ποινή στερητική της ελευθερίας, που εμπίπτουν στην υπό όρους παραγραφή και παύση της ποινικής δίωξης ή παραγραφή και μη εκτέλεση της ποινής ή ένδικο μέσο κατά απόφασης που εκδόθηκε σε τέτοια υπόθεση (ως προς το παραδεκτό, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητα του) για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η νομική κατάσταση της, υπό όρο, παύσης της ποινικής δίωξης ή της μη εκτέλεσης της ποινής, η οποία (νομική κατάσταση) αίρεται μόνο με τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της εκτελεστότητας της ποινής μετά την πλήρωση του όρου. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του Ν. 4689/27-5-2020 μέχρι τη σύννομη επανενεργοποίηση της ποινικής δίωξης ή της αναβίωσης της εκτελεστότητας της ποινής που παραγράφηκε υπό όρο, κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) η υπόθεση ήταν ή έπρεπε να ήταν αρχειοθετημένη, δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αυτής ή ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επ' αυτής, προς συζήτηση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, η οποία (συζήτηση), εάν επιδιωχθεί από διάδικο ή από τον Εισαγγελέα, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 76/2021, ΑΠ 852/2020, ΑΠ 832/2020), ενώ η απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 2128/2004). Εξάλλου, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο παύει υφ' όρον την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου δεν είναι καταδικαστική, ούτε παύει οριστικά την ποινική δίωξη, δεδομένου ότι η ποινική δίωξη που έπαυσε υφ' όρο θα συνεχιστεί σε περίπτωση που θα συντρέχει ο όρος που προβλέπει η διάταξη, δηλαδή εάν ο υπαίτιος πλημμελήματος υποπέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών και δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διαδραμών χρόνος (ΑΠ 757/2020, ΑΠ 990/2019), ήτοι η απόφαση αυτή δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας (ΑΠ 1557/2022). Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 1231/2020 (πρωτοβάθμια) απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και γνώριζε ότι ως προς αυτόν (αναιρεσείοντα) με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, η οποία σημειωτέον είχε νομίμως αναγνωσθεί κατά την ενώπιόν του διεξαχθείσα διαδικασία, είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τις πράξεις της εξύβρισης με λόγο και έργο και της απειλής (2η και 3η πράξη κατηγορητηρίου) φερόμενες ως τελεσθείσες την ίδια ημέρα και ώρα (7.3.2017 και ώρα 22.00), εν τούτοις, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και για τα ίδια περιστατικά και υπόλοιπες περιστάσεις χρόνου και τόπου, μολονότι είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για την χαρακτηρισθείσα ως εξύβριση και απειλή συμπεριφορά, κήρυξε αυτόν ένοχο για συκοφαντική δυσφήμιση παραβιάζοντας έτσι το δεδικασμένο που προκύπτει για την εξύβριση και απειλή για την οποίες είχε κατηγορηθεί με την πρωτόδικη απόφαση. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας, για την έρευνα του βασίμου ή μη του εξεταζομένου λόγου αναίρεσης, με την ως άνω υπ' αριθμ. 1231/2020 απόφασή του, το Β' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας με παρόντες τους κατηγορουμένους Β. Ρ. του Ν.
(ήδη αναιρεσείοντα) και Α. Π. του Κ., κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση ως προς την δεύτερη πράξη (εξύβριση κατά συρροή) και την τρίτη πράξη (απειλή κατά συναυτουργία και κατά συρροή) και διαβίβασε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά προκειμένου να τεθούν στο Αρχείο, ήτοι του ότι: "Στον Πειραιά στις 7-3-2017, (2η πράξη) ο πρώτος Β. Ρ. προσέβαλε την τιμή άλλων με λόγο και έργο και συγκεκριμένα έχοντας εισέλθει στο εσωτερικό του ακινήτου ιδιοκτησίας της ανωτέρω εγκαλούσας φωτογράφιζε με φωτογραφική μηχανή που κρατούσε και ενάντια στη θέλησή τους αυτήν και τον σύντροφό της Α. Λ., ενόσω αυτοί επιχειρούσαν να εναποθέσουν εντός του ακινήτου, ιδιοκτησίας της, ορισμένα κινητά πράγματα για τα οποία είχαν ορισθεί ως μεσεγγυούχοι με εντολή των αστυνομικών αρχών στο πλαίσιο αμέσως προηγουμένως σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και επιπροσθέτως αυτός (κατηγορούμενος) αποκαλούσε τον Α. Λ. "αλήτη" προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν την τιμή του.
(3η πράξη) Προκάλεσαν σε άλλους τρόμο και ανησυχία απειλώντας τους με βία ή άλλη παράνομη πράξη και συγκεκριμένα φώναζαν δυνατά προς την Τ. Μ. χήρα Γ. Κ. και τον Α. Λ. ότι "εδώ είναι η περιουσία τους, εδώ είναι το αίμα τους" και ότι "θα τους κλείσει μέσα», ενώ επιχειρούσαν να τους τρομοκρατήσουν φωτογραφίζοντάς τους επιμόνως με αποτέλεσμα να τους προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία». Από την επισκόπηση λοιπόν του διατακτικού της αμέσως προηγουμένης απόφασης συνάγεται ότι δεν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή που κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης κατά συρροή και της απειλής από κοινού και κατά συρροή, αλλά με αυτήν κηρύσσεται απαράδεκτη μόνο η συζήτηση κατ' άρθρο 63 παρ. 1 και 3 του Ν. 4689/2020, για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και όχι απαράδεκτη η ποινική δίωξη γι' αυτές, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, με την κήρυξη της συζήτησης ως απαράδεκτης για τις ως άνω πράξεις και τη διαβίβαση ως προς αυτές της δικογραφίας για αρχειοθέτηση σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4689/2020, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε τελειωτικά επί της σχετικής κατηγορίας, καθώς αυτή, πληρωθέντος του όρου, μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Περαιτέρω, ως εκ περισσού, σημειώνεται ότι ούτε Ταυτότητα πράξεως υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1508/2024 απόφασή του, το ως άνω Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (και αθώο τον συγκατηγορούμενό του Α. Π.) για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, που έλαβε χώρα στον Πειραιά στις 7-3-2017 με το ήδη αναφερθέν διατακτικό και συγκεκριμένα, "Στον Πειραιά στις 7-3-2017 τέλεσαν με πρόθεση το ακόλουθο έγκλημα: Ισχυρίστηκαν εν γνώσει τους ψευδώς για άλλους ενώπιον τρίτων γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους και συγκεκριμένα ενώπιον περιοίκων φώναζαν δυνατά προς τους εγκαλούντες Τ. Μ. χήρα Γ. Κ. και Α. Λ. ότι είναι κλέφτες, γεγονός που εν γνώσει τους ήταν αναληθές και το οποίο μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους». Από την αντιπαραβολή του διατακτικού της υπ' αριθμ. 1231/2020 απόφασης και αυτού της εν λόγω προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν υπάρχει Ταυτότητα πράξεως. Και τούτο διότι οι αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης κατά συρροή και της απειλής κατά συρροή, για τις οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και διατάχθηκε η διαβίβαση προς αρχειοθέτηση εκ μέρους του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, συρρέουν αληθώς με την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ), για την οποία καταδικάστηκε αυτός με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 και 333 ΠΚ αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών, περιέχουν άλλα στοιχεία, αφορούν σε άλλα πραγματικά περιστατικά και με την τέλεση των προβλεπόμενων από αυτές εγκλημάτων προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά, που προστατεύονται από τις διαφορετικές αυτές ποινικές διατάξεις και επομένως, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν δεν υφίσταται Ταυτότητα πράξης μεταξύ αυτών και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οπότε δεν εμποδίζεται η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 2-9-2024 αίτηση του Β. Ρ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1508/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ. α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-9-2024 αίτηση αναίρεσης του Β. Ρ. του Ν., κατά της υπ' αριθμ. 1508/2024 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα