ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 380/2025 Ψευδής κατάθεση και ψευδής καταμήνυση - Αιτιολογία

Αριθμός:
380
Έτος:
2025
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
04/03/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
3553
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Ψευδής κατάθεση και ψευδής καταμήνυση - Εφαρμογή επιεικέστερων διατάξεων προϊσχύσαντος ΠΚ. - Άμεσος και υπερχειλής δόλος. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος. - Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη αιτιολογίας.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 380/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασία Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Πειραιώς, η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταματογιάννη, για αναίρεση της αποφάσεως 554/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ν. Φ. του Μ. - Δ., κάτοικο Π. Φαλήρου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25-9-2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμό …/2024, αίτηση της αναιρεσείουσας, Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Πειραιώς, με δήλωσή της ενώπιον της γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, στις 25-9-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. ΤΕΠ 554/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, περί ψευδούς καταμήνυσης, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ως οδηγούσα σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται να έγινε μήνυση ή αναφορά με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή αναφοράς να είναι αντικειμενικώς ψευδές και αυτός που μήνυσε ή ανέφερε να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή αναφορά με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύθηκε, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Έτσι, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος και υπερχειλής δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη πως η καταμήνυση είναι ψευδής και τον σκοπό αυτού να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος του καταμηνυόμενου αντίστοιχα (ΑΠ 1710/2022, ΑΠ 1220/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ψευδής κατάθεση), "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή." Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, για το οποίο προβλέπεται ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ, όπου έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανωμοτί κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε, να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος και υπερχειλής δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι τα στοιχεία, που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 587/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, όπως συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης. Όμως, υπάρχει η αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές του περιεχομένου της καταμήνυσης ή των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 363/2023, ΑΠ 1546/2022). Εξάλλου, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. ΤΕΠ 554/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση υποστηρίζοντος την κατηγορία, καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του …/13-5-2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ..., ιδρύθηκε η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... με έδρα τον Πειραιά, και ιδρυτικά μέλη την κατηγορούμενη και τους γονείς της, η δε κατηγορούμενη ορίστηκε ως διαχειρίστρια της εταιρείας. Λόγω του νεαρού της ηλικίας της (19 ετών) και του γεγονότος ότι κατά το χρόνο εκείνο σπούδαζε στο αμερικανικό κολλέγιο Ελλάδας, στην πραγματικότητα τις αποφάσεις τις ελάμβανε πρωτίστως ο πατέρας της, ..., ο οποίος γνώριζε τον εγκαλούντα ... από προηγούμενη συνεργασία με εκείνον, καθώς ο τελευταίος εργαζόταν και είχε αξιόλογη πείρα σε γραφεία ταξιδιών. Έτσι, δυνάμει του από 1-6-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο εγκαλών προσλήφθηκε από την ανωτέρω εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί μηνιαίου μισθού ύψους 2.000 ευρώ, ενώ το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με το από 31-12-2009 έγγραφο το οποίο υπογράφει η κατηγορούμενη και επί του οποίου συνυπέγραψε ο ..., παραχωρήθηκε ως ανταμοιβή στον εγκαλούντα για τις υπηρεσίες του το 10% των μετοχών της εταιρείας, παραχώρηση πάντως που ουδέποτε πραγματοποιήθηκε στην πράξη. Εν συνεχεία, ο εγκαλών απολύθηκε από την εταιρεία στις 2-2-2016, λαμβάνοντας τη νόμιμη αποζημίωσή του. Μεταξύ εκείνου και της κατηγορούμενης όμως, είχε συνταχθεί και υπογραφεί και το από 30-4-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό "αναγνώρισης οφειλής και εγγύησης», με το οποίο ενόψει του γεγονότος ότι η μεταβίβαση ποσοστού 10% της εταιρείας ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, ρύθμισαν κατά τα εκεί ειδικότερα οριζόμενα τις μεταξύ τους υποχρεώσεις και ιδίως, τα δικαιώματα του εγκαλούντος σε περίπτωση απολύσεώς του. Επί των αξιώσεων που πήγαζαν από το συγκεκριμένο έγγραφο, ο ενάγων άσκησε σε βάρος της εταιρείας και της κατηγορουμένης την από 1-6-2016 (αρ. κατ. .../2016) αγωγή, κατά την πρώτη συζήτηση, η οποία διεξήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 7-3-2017, όταν εμφανίστηκαν τα από 1-6-2009 και 30-4-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά, εξεταζόμενη ως διάδικος από το δικαστήριο, αρνήθηκε ότι η υπογραφή ήταν δική της και κατονόμασε ως πλαστογράφο τον εκεί ενάγοντα και τώρα εγκαλούντα. Ειδικότερα, σε ερωτήσεις της έδρας επί των εγγράφων αυτών, η κατηγορούμενη δήλωσε ότι «...Μοιάζει με την υπογραφή μου αλλά δεν το έχω υπογράψει... Δεν το γνωρίζω... Κύριε Πρόεδρε δεν είναι η δική μου υπογραφή επιμένω, δεν είναι η δική μου αυτή η υπογραφή», αναφερόμενη στο συγκεκριμένο σημείο στο από 30-04-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκόμισε ο εγκαλών, ενώ στη συνέχεια σε περαιτέρω ερώτηση περί του εάν αμφισβητεί την υπογραφή της στα ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία 01-06-2009 και σε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 30-04-2012, εκείνη κατέθεσε ότι "Βεβαίως (τα αμφισβητεί). Ναι, δεν τα έχω δει ποτέ στη ζωή μου... Και τα τρία αμφισβητώ εγώ», ενώ τέλος σε ερώτηση της Προέδρου αν τα προσβάλλει ως πλαστά, κατέθεσε "Ναι, και κατονομάζω ως πλαστογράφο τον ενάγοντα». Οι παραπάνω περικοπές της κατάθεσης της κατηγορούμενης, η οποία λήφθηκε κατά την εξέταση της ως διαδίκου, ήταν ψευδείς, το ψεύδος τους δε ήταν γνωστό στην κατηγορούμενη. Ειδικότερα, από τη συνεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε υπόψη του παρόντος δικαστηρίου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι υπογραφές επί των επίμαχων εγγράφων ήταν γνήσιες υπογραφές της κατηγορούμενης, όπως αποδεικνύεται και από τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη την οποία διέταξε το προαναφερόμενο αστικό δικαστήριο με την 4349/2017 μη οριστική του απόφαση, η οποία δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, χωρίς οι αναπόδεικτες αιτιάσεις που εξέφρασαν στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου τόσο η κατηγορούμενη όσο και ο πατέρας της, να έχουν σχετική επιρροή. Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι α) η κατηγορούμενη δεν διόρισε τεχνικό σύμβουλο, όπως είχε σχετικό νόμιμο δικαίωμα, κατά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, β) ο πραγματογνώμονας εξέτασε τα πρωτότυπα των εγγράφων και γ) κατά την ενώπιον των αστικών δικαστηρίων δίκη, η εναγομένη προέβαλλε επικουρικά και τον ισχυρισμό ότι οι υπογραφές μπορεί να είναι δικές της, πλην όμως υφαρπάχθηκαν από τον εγκαλούντα, θέση που υποστηρίχθηκε και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και καταδεικνύει αδυναμία συγκρότησης ενός ενιαίου μοτίβου υπεράσπισης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ή κατηγορούμενη στον Πειραιά στις 31-1-2018, καταμήνυσε ενόρκως τον νυν εγκαλούντα ότι τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας ζητώντας την άσκηση ποινικής δίωξης και την καταδίκη του, ισχυριζόμενη ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά ήταν πλαστά καθώς και ότι ο εγκαλών ήταν ο πλαστογράφος. Τα αναφερόμενα στην εν λόγω έγκληση όμως ήταν ψευδή, σύμφωνα με τις αμέσως παραπάνω παραδοχές, κάτι που ήταν σε γνώση της κατηγορούμενης, η οποία γνώριζε, αφού η ίδια είχε υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα, ότι τα τελευταία δεν ήταν πλαστά και ότι ο εγκαλών ουδέποτε τέλεσε σε βάρος της το αποδιδόμενο με την έγκληση αδίκημα. Κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των παραπάνω πράξεων, να αναγνωρισθεί δε όπως και πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠΔ) ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ». Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη των αποδιδόμενων σ' αυτήν πράξεων, της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρ. 224 παρ. 1 νέου ΠΚ, 229 παρ. 1 παλαιού ΠΚ) και, αφού της αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Α) Στον Πειραιά στις 07/03/2017, ενώ εξεταζόταν ως διάδικος ενώπιον Δικαστηρίου, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση και συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στο οποίο συζητείτο η από 1-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/2016 αγωγή του εγκαλούντος, Ν. Φ., κατέθεσε μεταξύ άλλων τα παρακάτω αναφερόμενα ψευδή γεγονότα για τον εγκαλούντα: «...Μοιάζει με την υπογραφή μου αλλά δεν το έχω υπογράψει... Δεν το γνωρίζω... Κύριε Πρόεδρε δεν είναι η δική μου υπογραφή επιμένω, δεν είναι η δική μου αυτή η υπογραφή" αναφερόμενη στο από 30-04-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκόμισε ο εγκαλών, στην συνέχεια σε ερώτηση του Προέδρου αν αμφισβητεί την υπογραφή της σε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνία 01-06-2009 και σε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 30-04-2012, εκείνη κατέθεσε ψευδώς: "Βεβαίως (ενν. τα αμφισβητεί). Ναι, δεν τα έχω δει ποτέ στη ζωή μου... Και τα τρία αμφισβητώ εγώ», σε συνέχεια δε και σε ερώτηση του Προέδρου αν τα προσβάλλει ως πλαστά, κατέθεσε ψευδώς: "Ναι, και κατονομάζω ως πλαστογράφο τον ενάγοντα». Όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη το γνώριζε αυτό καθόσον και τα τρία ως άνω συμφωνητικά έφεραν την υπογραφή της, ο δε εγκαλών ουδέποτε τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας. Β) Στον Πειραιά, στις 31/01/2018, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, αφού εμφανίστηκε ενώπιον του αρμόδιου για την παραλαβή εγκλήσεων και μηνύσεων, Πταισματοδίκη του 6ου Προανακριτικού Τμήματος, κατέθεσε ενόρκως κατά του νυν εγκαλούντος, Ν. Φ., τον οποίο καταμήνυσε ενώπιον της ανωτέρω αρχής ότι τέλεσε σε βάρος της, την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και δη αιτήθηκε την άσκηση ποινικής δίωξης και την κατά νόμο τιμωρία του ανωτέρω εκεί εγκαλουμένου (νυν εγκαλούντος), ισχυριζόμενη ότι τα αναφερόμενα στο υπό στοιχείο Α' του κατηγορητηρίου ιδιωτικά συμφωνητικά είναι πλαστά και έχουν πλαστογραφηθεί από τον εγκαλούντα. Όλα, όμως, τα ως άνω περιγραφόμενα γεγονότα που καταμήνυσε η κατηγορουμένη, με την ως άνω έγκλησή της, ήταν εν γνώσει της ψευδή, αφού η αλήθεια, την οποία αυτή γνώριζε, ήταν ότι ο νυν εγκαλών δεν διέπραξε την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη αφού ουδέποτε πλαστογράφησε την υπογραφή της, η οποία είχε τεθεί από την ίδια. Σκοπός δε της κατηγορουμένης ήταν να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, πλην όμως επί της ως άνω ποινικής δικογραφίας και μετά την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης εξεδόθη η με αρ. …/5-10-2018 πράξη Αρχειοθέτησης του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και ακολούθως η από 6-11-2018 έγκριση της Αρχειοθέτησης από τον κ Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς». Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ και του άρθρου 229 παρ. 1 του προγενέστερου ΠΚ. Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται: 1) Ότι η κατηγορουμένη, εξεταζόμενη ως διάδικος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη δικάσιμο της 7-3-2017, επί αγωγής, που είχε ασκήσει ο εγκαλών, προς διεκδίκηση αξιώσεών του κατά της εταιρείας ... και της κατηγορουμένης, η οποία ήταν η διαχειρίστρια της εταιρείας αυτής, όταν εμφανίστηκαν τα από 1-6-2009 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά και το από 30-4-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, από τα οποία προέκυπταν οι απαιτήσεις του, αρνήθηκε ψευδώς ότι οι επ' αυτών υπογραφές ήταν δικές της και κατονόμασε ως πλαστογράφο τον εκεί ενάγοντα και τώρα εγκαλούντα, ενώ, όπως γνώριζε, η αλήθεια ήταν ότι οι επ' αυτών υπογραφές είχαν τεθεί από την ίδια (κατηγορουμένη) και ουδέποτε ο εγκαλών είχε τελέσει την πράξη της πλαστογραφίας. 2) Ότι, στις 31-1-2018, καταμήνυσε ενόρκως τον εγκαλούντα ότι τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας, υποβάλλοντας εναντίον του υπόμνημα, ενώπιον του Πταισματοδίκη του 6ου Προανακριτικού Τμήματος, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του και την καταδίκη του, ισχυριζόμενη ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά ήταν πλαστά, καθώς και ότι ο εγκαλών ήταν ο πλαστογράφος, ισχυρισμοί όμως που ήταν εν γνώσει της ψευδείς. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις για ανεπαρκή αιτιολόγηση α) του στοιχείου της γνώσης της ότι τόσο τα κατατεθέντα από αυτήν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όσο και το περιεχόμενο της ως άνω έγκλησής της ήταν ψευδή και β) του σκοπού της για την ποινική δίωξη και τιμωρία του εγκαλούντος, με την ως άνω έγκλησή της, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Το Εφετείο, με αιτιολογική επάρκεια, έκανε δεκτό ότι υπήρχε γνώση της κατηγορουμένης για τα ανωτέρω, καθόσον το ψευδές όσων κατέθεσε και αυτών που περιέλαβε στην έγκλησή της θεμελιώνονται σε δικές της πράξεις, αφού η ίδια είχε υπογράψει τα επίμαχα έγγραφα. Περαιτέρω, ο σκοπός της για την ποινική δίωξη και τιμωρία του εγκαλούντος είναι αυταπόδεικτος, αφού αυτό ακριβώς ζήτησε με την υποβολή του ως άνω υπομνήματός της προς τον Πταισματοδίκη του 6ου Προανακριτικού Τμήματος, που βεβαίωσε και ενόρκως. Εξάλλου, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του, προέβη στη συνεκτίμηση "όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο», προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της αστικής δίκης, αποσπάσματα των οποίων, άλλωστε, περιλαμβάνονται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται διάσπαρτες στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση της για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ), διότι δεν καθίσταται σαφές εάν για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 ΠΚ) εφαρμόσθηκε η ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη του προγενέστερου ΠΚ ή η δυσμενέστερη διάταξη του νέου ΠΚ, καθόσον στο σημείο της απόφασης, που περιλαμβάνονται οι εφαρμοσθείσες διατάξεις, αναφέρεται το άρθρο 223 ΠΚ, που δεν έχει σχέση με την υπό κρίση πράξη της ψευδούς καταμήνυσης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στις εφαρμοσθείσες διατάξεις αναγράφεται στη σελίδα 65 της απόφασης, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, "223 πρότερου ΠΚ (ως ευμενέστερου)». Συνάγεται δηλαδή ότι, από προφανή παραδρομή, αναγράφεται το άρθρο 223 αντί του άρθρου 229, ενώ προκύπτει με σαφήνεια ότι ορθώς εφαρμόσθηκε η σχετική διάταξη του προγενέστερου ΠΚ, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, πρέπει, αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 514 του ΚΠΔ, να παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω ορθή διάταξη. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό …/2024 αίτηση της αναιρεσείουσας, Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Πειραιώς, για αναίρεση της υπ` αριθμ. ΤΕΠ 554/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Παραθέτει στη σελίδα 65 της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, αντί του εσφαλμένα τεθέντος άρθρου 223, το άρθρο 229.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα