Η υπόθεση αφορά αγωγή που άσκησε η ενάγουσα εταιρεία κατά της εναγομένης δικηγόρου, με την οποία ζητούσε την επιστροφή ποσού ύψους 483.580,51 ευρώ, το οποίο είχε καταβάλει στην εναγομένη για την εξόφληση φορολογικών της υποχρεώσεων στην Ελλάδα. Η ενάγουσα επικαλείται ότι η εναγομένη, παρά το ότι είχε λάβει τα χρήματα για λογαριασμό της, τα είχε παρακρατήσει παράνομα και χωρίς νόμιμο λόγο, προκαλώντας της ζημία και ηθική βλάβη.
Στην αρχική αγωγή, η ενάγουσα είχε ζητήσει την αποζημίωση της για αδικοπραξία, υποστηρίζοντας ότι η εναγομένη υπεξαίρεσε τα χρήματα, τα οποία έπρεπε να αποδοθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η εναγομένη υποστήριξε ότι τα χρήματα παρακρατήθηκαν λόγω φορολογικών εκκρεμοτήτων, αλλά δεν προσκόμισε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία για τις ενέργειές της.
Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθώς εκτιμήθηκε ότι είχε ασκηθεί υπό τη μορφή αγωγής κακοδικίας, και δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ για την υποβολή αγωγής κακοδικίας, όπως η ακριβής αναγραφή των αποδεικτικών μέσων και η επισύναψη πληρεξουσίου στον υπογράφοντα δικηγόρο. Ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναγνωρίζοντας την πραγματική φύση της αγωγής ως αγωγή αδικοπραξίας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα είχε υποστεί ζημία λόγω της παράνομης παρακράτησης των χρημάτων από την εναγομένη, η οποία δεν είχε πλέον νόμιμο λόγο να τα κατέχει, αφού είχε παυθεί από φορολογική αντιπρόσωπος το 2018. Η εναγομένη δεν προσκόμισε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία για την καταβολή των χρημάτων στη Δ.Ο.Υ. ή για την ύπαρξη κάποιας άλλης νόμιμης αιτίας για την παρακράτησή τους.
Το δικαστήριο, κρίνοντας ότι η εναγομένη υπεξαίρεσε τα χρήματα, επέβαλε την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας στην ενάγουσα, διατάσσοντας την επιστροφή του ποσού των 493.580,51 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει και τους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επιπλέον, το δικαστήριο επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα από την παρακράτηση των χρημάτων και την προσβολή της εμπορικής της φήμης.
Η απόφαση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης σχετικά με τον συμψηφισμό των οφειλών και την παραγραφή της αξίωσης, καθώς και την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.