ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 693/2025 Ενδοοικογενειακή απειλή κατά συζύγου - Αιτιολογία - Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή

Αριθμός:
693
Έτος:
2025
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
06/05/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
3644
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Ενδοοικογενειακή απειλή. Αντικειμενική υπόσταση: απειλή άσκησης βίας ή άλλης παράνομης πράξης εναντίον συζύγου που προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Υποκειμενική υπόσταση: δόλος (γνώση του παράνομου χαρακτήρα και θέληση πρόκλησης τρόμου/ανησυχίας). Αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων: κατ’ είδος προσδιορισμός χωρίς ανάγκη αναλυτικής παράθεσης. Λόγοι αναίρεσης. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τελική κρίση: απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμης. Επιβολή εξόδων ποινικής διαδικασίας 800 ευρώ στον αναιρεσείοντα.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 693/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά, για αναίρεση της αποφάσεως ΗΤ2779/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. …/2-12-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 2-12-2024 αίτηση του Ν. Λ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΗΤ 2779/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος στη γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13-11-2024 και η δήλωση έγινε στις 2-12-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 εδ. α' και β' σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ [Ν.4619/2019] και πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 49 του Ν.5090/2024 και 7 του Ν. 5172/2025, ορίζεται ότι: <<1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή ... 2. Επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη [απειλή] τελείται σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν με αυτόν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας. Η ίδια ποινή επιβάλλεται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης>>. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 β' του νέου ΠΚ, ενσωματώθηκε στον ΠΚ η πράξη της προσβολής της ελευθερίας, που τελείται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, ήτοι ενσωματώθηκε σ' αυτόν το μέχρι τότε προβλεπόμενο από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006 αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος συζύγου, που τιμωρείται πλέον με τη διάταξη αυτή του άρθρου 333 παρ. 2 β ΠΚ, ηπιότερα με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή [ΑΠ 461/2024, ΑΠ 550/2020]. Η ενδοοικογενειακή απειλή [τόσο του άρθρου 7 παρ. 2 Ν.3500/2006 όσο και του άρθρου 333 παρ. 2 β' ΠΚ], είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή του, κατ' άρθρο 333 παρ. 1 ΠΚ, αδικήματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής δεν είναι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον τρίτου, αλλά η απειλή άσκησης βίας ή άλλης παράνομης πράξης εναντίον μέλους της οικογενείας [εν προκειμένω συζύγου ή συντρόφου], η οποία να περιήγαγε τον άλλο σε τρόμο ή ανησυχία. Για την τιμωρία του δράση απαιτείται το θύμα να περιήλθε σε τρόμο ή ανησυχία και είναι αδιάφορο αν η απειλή είναι γενικά ικανή να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία. Κριτήριο για την τιμωρία του υπαιτίου αποτελεί το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η απειλή και όχι αν μπορεί να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία στο μέσο συνετό άνθρωπο, επομένως δεν ερευνάται αν η απειλή είναι γενικώς ικανή να προκαλέσει τούτο. Ο <<τρόμος>> αναφέρεται στον υπέρμετρο και ξαφνικό φόβο και η <<ανησυχία>> στην ψυχική ταραχή και αγωνία σε σχέση με το αίσθημα ασφάλειας. Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει την θέλησή του να απειλήσει όχι οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα μέλη της οικογενείας του [σύζυγο, σύντροφο κ.λπ.]. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απειλής απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στην εκ μέρους αυτού γνώση ότι η απειλούμενη ενέργεια είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και στη θέληση να προκαλέσει σε άλλον τρόμο ή ανησυχία [ΑΠ 461/2024, ΑΠ 1042/2021, ΑΠ 638/2020].
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού [άμεσος δόλος] ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος [εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση], πράγμα που δεν συμβαίνει στην απειλή, για την υποκειμενική υπόσταση της οποίας αρκεί απλός [κοινός] δόλος [ΑΠ 1042/2021, ΑΠ 638/2020].
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΑΠ 461/2024, ΑΠ 1374/2023].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων ως προς το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <Μ. Α. νόμιμο γάμο στις ...-2015, από τον οποίο είχαν αποκτήσει δύο τέκνα, την Α. - Ε., γεννηθείσα στις ...-2015 και τον Π., γεννηθέντα στις ...-2017. Κατά τη διάρκεια της κύησης της ως άνω κόρης της και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του έτους 2015 διαγνώσθηκε ότι η εγκαλούσα πάσχει από επιθετικής μορφής καρκίνου στην περιοχή του εγκεφάλου της, το δε προσδόκιμο ζωής της προσδιοριζόταν κατόπιν υποβολής της στην απαραίτητη θεραπεία σε τρία περίπου έτη. Η ως άνω πάθηση προκάλεσε στην εγκαλούσα μετά την γέννηση του ως άνω δεύτερου τέκνου της επιληπτικές κρίσεις, οι οποίες, ωστόσο, αντιμετωπίζονταν επιτυχώς με τη λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, ενώ είχε τεθεί σε συνεχή ιατρική παρακολούθηση, χωρίς, ωστόσο, να αποδειχθεί ότι τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια και μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2017 η ανωτέρω εξελισσόμενη ασθένεια είχε δημιουργήσει σε αυτήν ψυχικές ή διανοητικές διαταραχές και δη τέτοιου είδους ώστε να επηρεάζει τη συγκρότηση της σκέψης της, την αντίληψή και τη δομή και εκφορά του λόγου της. Επίσης, από κανένα στοιχείο και δη ιατρική βεβαίωση, γνωμάτευση ή εξέταση δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα έπασχε από επιλόχεια κατάθλιψη ή ψύχωση. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ως άνω διαγνωσθείσα ασθένεια της εγκαλούσας, οι σχέσεις μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου είχαν διαταραχθεί σοβαρά περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου 2017 καθώς οι έριδες και οι προστριβές μεταξύ τους με αντικείμενο την επιμέλεια των τέκνων τους ήταν πλέον συνεχείς και έντονες, ο δε κατηγορούμενος έχοντας αναλάβει σε σημαντικό βαθμό την καθημερινή περιποίηση και φροντίδα των ανωτέρω ανηλίκων και συνειδητοποιώντας τη μη αναστρέψιμη κατάσταση της υγείας της συζύγου του εκδήλωνε συνεχώς εκνευρισμό, θυμό και οργή προς τη σύζυγό του, απαξιώνοντας αυτή ως - μητέρα και ως σύζυγο. Ο κατηγορούμενος τον Αύγουστο του έτους 2017 είχε ήδη διαρρήξει πλήρως κάθε είδους συναισθηματικό δεσμό του με την σύζυγό του, πλην όμως, λόγω της ως άνω κατάστασης της υγείας της και ενόψει της μικρής ηλικίας των τέκνων του, τα οποία είχαν ανάγκη τη μητρική αγάπη και στοργή, δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία, αλλά να συνεισφέρει στην περιποίηση και φροντίδα των τέκνων του, γεγονός ωστόσο, το οποίο όχι μόνο δεν επέφερε εξομάλυνση των μεταξύ των ως άνω συζύγων συναισθηματικών τους σχέσεων, αλλά οδήγησε στην πλήρη ψυχική απομάκρυνση του ενός από τον άλλο. Προς τούτο, η εγκαλούσα άσκησε κατά του κατηγορουμένου την από 29-8-2017 με αριθμό κατάθεσης .../2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας να διαταχθεί η μετοίκηση του κατηγορουμένου από τη συζυγική οικία, ν' ανατεθεί σε αυτήν προσωρινά η επιμέλεια των τέκνων τους και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει ανάλογη για αυτά μηνιαία διατροφή. Ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την ως άνω συζυγική οικία, επί της οδού …, αριθμ…., στα Σεπόλια Αττικής, στις 2-9-2017. Η ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 29-8-2017 και ενώ βρισκόταν εντός της συζυγικής οικίας μαζί με την εγκαλούσα. Μόλις ανάγνωσε το περιεχόμενο αυτής δεν διατήρησε τη ψυχραιμία του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά αντιθέτως απείλησε την εγκαλούσα έτσι ώστε αφενός να εξαναγκάσει αυτήν να αποχωρήσει από την οικία και αφετέρου να την αποτρέψει να συζητήσει την ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικότερα, στις 29-8-2017 και περί ώρα 15:00, ενώ αμφότεροι βρίσκονταν στο χώρο της κουζίνας o κατηγορούμενος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της συζύγου του, σηκώνοντας τις γροθιές του απειλητικά προς αυτήν με τρόπο τέτοιο που να φανερώνει σκοπό να την χτυπήσει στο στόμα και στο πρόσωπο, ενώ αφού της απηύθυνε τη φράση "φοβάσαι για τη ζωούλα σου;", πήρε στα χέρια του ένα κουζινομάχαιρο, συνολικού μήκους 23 εκατοστών, με μήκος λάμας 12 εκατοστών, και κρατώντας αυτό στα χέρια του κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της, προξενώντας σε αυτήν τρόμο και ανησυχία για τη ζωή της και τη σωματική της ακεραιότητα. Παράλληλα, τη διέταξε να γονατίσει μπροστά του και να του δηλώσει υποταγή, αποκαλύπτοντας ποιος έγραψε την ως άνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, υπονοώντας ότι η εγκαλούσα άσκησε αυτήν την αίτηση υπό την καθοδήγηση των γονέων της. Η ανωτέρω συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφενός κλόνισε ισχυρώς το αίσθημα της εγκαλούσας για την συνέχιση της ειρηνικής ζωής στον ως άνω συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και αφετέρου της προκάλεσε τρόμο, αφού το ύφος και οι ανωτέρω κινήσεις του συζύγου της καταδείκνυαν σε αυτήν ότι δεχόταν άμεση απειλή για τη ζωή -της και τη σωματική της ακεραιότητα. Αμέσως, τράπηκε σε φυγή, εξήλθε της οικίας και αναζήτησε σε περαστικούς βοήθεια, ενώ λίγη ώρα αργότερα (17:20) της ιδίας ημέρας αφού ανέφερε στους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους την ανωτέρω απειλητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου ζήτησε την ποινική προς τούτο δίωξή του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο η σύζυγός του βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή και η εν λόγω έγκλησή της είναι μεθοδευμένη και ψευδής περιεχομένου, υποκινούμενη η εγκαλούσα να ενεργήσει έτσι από τους γονείς της προκειμένου να διευκολυνθεί αυτή στη μετέπειτα δικαστική διαμάχη με αυτόν (τον κατηγορούμενο) δεν κρίνεται πειστικός και δεν ενισχύεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, ούτε αποδείχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 9367/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανατέθηκε οριστικώς η επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων στη μητέρα τους, στηρίχθηκε σε ψευδή στοιχεία και αποδεικτικά μέσα. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η ως άνω ενέργειά του συνιστά απειλή άσκησης βίας κατά της εγκαλούσας και επεδίωξε με την πράξη του αυτή να προκαλέσει στην παθούσα τρόμο και ανησυχία για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, αποτέλεσμα το οποίο επήλθε. Στην ως άνω αναγνωσθείσα από 29-8-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης της εγκαλούσας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ερχόταν, κατά το ως άνω επεισόδιο, κοντά στην εγκαλούσα προσποιούμενος ότι θα τη χτυπήσει με γροθιές στο πρόσωπο και στο στόμα και πήρε ένα μαχαίρι, με το οποίο προσποιούταν ότι θα την καρφώσει στο στήθος. Από όλο το πνεύμα της κατάθεσης της εγκαλούσας καταδεικνύεται ότι αυτή δεν χρησιμοποιεί το ρήμα "προσποιούμαι" για τον κατηγορούμενο για να φανερώσει εικονική εκ μέρους του απειλή κατ' αυτής, αλλά για να αναδείξει την έλλειψη εκ μέρους του αφενός πρόκλησης σε αυτήν επικίνδυνης και βαριάς σωματικής βλάβης, με τη χρήση των χεριών του (γροθιές), και αφετέρου ανθρωποκτόνου πρόθεσης, καθόσον, όπως εκ των υστέρων διέγνωσε η εγκαλούσα, πραγματική πρόθεση του κατηγορουμένου δεν ήταν να αφαιρέσει τη ζωή της εγκαλούσας, ούτε να της προκαλέσει σωματική βλάβη, αλλά αποκλειστικώς και μόνο να την απειλήσει. Αυτό επεσήμανε η εγκαλούσα στις αστυνομικές αρχές, προκειμένου να μην ασκηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη σχετική με απόπειρα τέλεσης των προαναφερομένων (βαρύτερων της απειλής) πράξεων. Εντούτοις, το σύνολο της ως άνω συμπεριφοράς του συζύγου της προκάλεσε σε αυτήν πραγματικό φόβο, τρόμο Και ανησυχία, όπως, άλλωστε, επεδίωκε o κατηγορούμενος, διότι η εγκαλούσα ταράχτηκε από το ότι αυτός σήκωσε προς το μέρος της τις γροθιές του επιδεικνύοντας βούληση να πλήξει το στόμα και εν γένει το πρόσωπό της και εν συνεχεία κρατώντας το ανωτέρω κουζινομάχαιρο κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της, η δε ως άνω απειλητική συμπεριφορά του, σε συνδυασμό με το ότι λίγο πριν είχε αναγνώσει την προαναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της εγκαλούσας, δεν άφησε καμία αμφιβολία στην εγκαλούσα εκείνη τη χρονική στιγμή της απειλής ότι ο κατηγορούμενος ήταν πράγματι ικανός να πραγματοποιήσει την απειλητική ως άνω συμπεριφορά του και να τη χτυπήσει. Αν η εγκαλούσα δεν εκλάμβανε ως σοβαρή την ανωτέρω πράξη του κατηγορουμένου, τότε μετά βεβαιότητας δεν θα έφευγε τρομοκρατημένη από την οικία της και προς αναζήτηση βοήθειας ούτε θα προέβαινε άμεσα στην αναφορά του ανωτέρω συμβάντος ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών του Α.Τ. Κολωνού, ζητώντας την ποινική δίωξη του συζύγου της για την πράξη της απειλής. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, απορριπτομένης της έφεσής του ως αβάσιμης κατ'ουσίαν.>> . Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] μηνών με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό: <<στην Αθήνα, στις 29/08/2017, με πρόθεση προκάλεσε στη σύζυγό του, κατά τη διάρκεια του γάμου, τρόμο και ανησυχία, απειλώντας την με βία ή άλλη παράνομη πράξη και συγκεκριμένα ευρισκόμενος εντός της επί της οδού ..., οικίας τους, κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της εγκαλούσας συζύγου ..., σηκώνοντας τις γροθιές του απειλητικά προς το μέρος της με σκοπό να την κτυπήσει στο πρόσωπό της και στο στόμα, ενώ στη συνέχεια, κρατώντας στα χέρια του ένα κουζινομάχαιρο, συνολικού μήκους [23] εκατοστών, με μήκος λάμας [12] εκατοστά, κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της ανωτέρω εγκαλούσας προξενώντας της τρόμο και ανησυχία για τη ζωή της και τη σωματική της ακεραιότητα, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο σκεπτικό της παρούσας>>. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 παρ. 1 και 333 παρ.2 εδ. β-α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] υφίστανται σαφείς παραδοχές που θεμελιώνουν την απαιτούμενη κατά νόμο επάρκεια της κατάφασης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό τη προσβαλλόμενης απόφασης, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ανωτέρω έγκλημα, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της εγκαλούσας συζύγου του ..., σηκώνοντας τις γροθιές του απειλητικά με σκοπό να την κτυπήσει στο πρόσωπο, ενώ στη συνέχεια κρατώντας στα χέρια του ένα κουζινομάχαιρο, συνολικού μήκους 23 εκατοστών, με μήκος λάμας 12 εκατοστά, κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της, ήτοι προέβη σε ενάργειες που ενέχουν απειλή άσκησης βίας, με τις οποίες εξωτερίκευσε τη θέλησή του να απειλήσει αυτήν, εξαγγέλλοντας την επέλευση δυσμενών συνεπειών για την παθούσα σύζυγό του, για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητά της. Επίσης, με αιτιολογική επάρκεια εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι οι ως άνω ενέργειές του συνιστούν απειλή άσκησης βίας κατά της εγκαλούσας συζύγου του και επιδίωξε με την πράξη του αυτή να της προκαλέσει τρόμο και ανησυχία για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, αποτέλεσμα το οποίο επήλθε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης. Άλλωστε για το δόλο του αναιρεσείοντος δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να υπάρχουν ειδικές σκέψεις για το υποκειμενικό στοιχείο, διότι ο δόλος στην προκειμένη περίπτωση ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των ως άνω περιστατικών της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος. Επιπλέον, αναφέρονται οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απειλής κατά τη στιγμή που η ως άνω έγγαμη συμβίωση τελούσε σε βαθιά κρίση και ο κατηγορούμενος είχε διαρρήξει κάθε συναισθηματικό δεσμό με την παθούσα σύζυγό του, εκδηλώνοντας συνεχώς εκνευρισμό, θυμό και οργή προς αυτήν, μετά τη συνειδητοποίηση της μη αναστρέψιμης κατάστασης της υγείας της, αλλά και της πρόθεσής της να ζητήσει την μετοίκησή του από την κατοικία του και την ανάθεση σ' αυτήν της επιμέλειας των παιδιών τους. Από όλα αυτά, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε αιτιολογημένα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, με διατύπωση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος που αφορούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, που πλήττουν ανεπιτρέπτως της ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση Δικαστηρίου και συνεπώς προβάλλονται απαραδέκτως. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2024 αίτηση του ... του …, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΗΤ 2779/2024 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα