ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 816/2025 Απάτη με ζημία άνω των 120.000 ευρώ - Ελαφρυντικές περιστάσεις - Αιτιολογία - Υπέρβαση εξουσίας

Αριθμός:
816
Έτος:
2025
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
21/05/2025
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
11050
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Απάτη. Σκοπός παράνομου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ απατηλής συμπεριφοράς και βλάβης. Υλική αντιστοιχία στην απάτη: Απαιτείται μεταξύ σκοπούμενου οφέλους και πραγματωθείσας βλάβης, όχι όμως ακριβής ταύτιση. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος σύννομος βίος. Μη ταπεινά αίτια. Ειλικρινής μετάνοια. Καλή συμπεριφορά μετά την πράξη. Λόγοι αναίρεσης. Έλλειψη αιτιολογίας. Υπέρβαση εξουσίας. Απόλυτη ακυρότητα. Έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία: Απαίτηση επαρκούς προσδιορισμού ταυτότητας για διασφάλιση δικαιωμάτων υπεράσπισης. Απόφαση: Απόρριψη όλων των αιτήσεων αναίρεσης ως αβάσιμων, επικύρωση καταδίκης για απάτη άνω των 120.000€ με ποινή καθείρξεως έξι ετών, επιβολή δικαστικών εξόδων 800€.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 816/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Κώ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 26/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον A. K. T. του K., κάτοικο Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται: 1. στην από 29.06.2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου, ... και έλαβε αριθμό …/2023 και 2. Στην από 20.09.2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20.09.2023 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../2023 και στους από 19.02.2024 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στη διάταξη του εδαφ. γ' του άρθρου 514 του Κ.Ποιν.Δ., ορίζετο "Επίσης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης». Η διάταξη αυτή απαλείφθηκε με το άρθρο 158 του Ν. 4855/12.11.2021, καθώς, όπως ορίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, το περιεχόμενό της καλύπτεται από τη γενική πρόβλεψη της παρ. 3 του άρθρου 466 του ΚΠοινΔ που ορίζει "Εναντίον του ίδιου βουλεύματος ή της ίδιας απόφασης δεν μπορεί ποτέ να ασκηθεί για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο μέσο που έχει κριθεί». Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση για την απαγόρευση άσκησης δεύτερης αίτησης αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης, θεωρουμένου ότι το περιεχόμενο αμφοτέρων συνιστά ενιαίο κείμενο και συνεξετάζονται από το επιλαμβανόμενο της εκδίκασής τους δικαστήριο (ΑΠ 848/2023, ΑΠ 864/2022, ΑΠ 105/2021, ΑΠ 115/2020, ΑΠ 1373/2020).
ΙΙ. Οι κρινόμενες από 29-6-2023 και από 20-9-2023 αιτήσεις αναίρεσης του Θ. Χ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 26/11-5-2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δίκασε σε Β’ Βαθμό, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το έγκλημα της απάτης εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ - αξιόποινη πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 εδ. α', 27, 51, 52, 79, 386§§1-3β του ΠΚ. - που τελέστηκε στη Ρόδο, στις 15-5-2007, και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως έξι(6) ετών, ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 1, 2, 3, 474 παρ. 1 (η πρώτη), 2Α(η δεύτερη) και παρ.4, 504 παρ. 1 περ. α' και 505 περ. α' ΚΠΔ, καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 10.8.2023 και κατατέθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στις πιο πάνω αναφερόμενες ημερομηνίες και συγκεκριμένα η πρώτη με δήλωση του Δικηγόρου του Δ.Σ. Ρόδου Φ. Ρ. του Ι., δυνάμει του από 12-6-2023 πληρεξουσίου, ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου, για την οποία συντάχθηκε έκθεση, η δε 2η αίτηση αναίρεσης από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του, η οποία, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-9-2023. Επί πλέον οι κρινόμενες αιτήσεις είναι παραδεκτές, αφού περιέχουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Δ’, Ε’, Θ’ ΚΠΔ, συνιστάμενους ειδικότερα σε I) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ. σε συνδυασμό με έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και της βλάβης, II) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ., σε συνδυασμό με υπέρβαση εξουσίας, III) εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ., σε συνδυασμό με έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, IV) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων 84 παρ. 2 α', β', δ' και ε' Π.Κ. (η πρώτη αναίρεση) και σε I) απόλυτη ακυρότητα , II) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. ( η δεύτερη αναίρεση), συνεπώς θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σ' αυτές σχετικών λόγων. Παραδεκτός, επίσης, είναι και ο από 19.2.2024 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθ. 509 ΚΠΔ), κατατεθέντος του σχετικού δικογράφου από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Δ.Σ. Αθηνών Χ. Θ.. Δ., ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο από τον αναιρεσείοντα, δυνάμει της από 19-9-2023 εξουσιοδότησης, και ο οποίος (λόγος) συνεκδικάζεται με την αίτηση αναίρεσης λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και με τον οποίο, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ) και ειδικότερα, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής του άρθρου 386 Π.Κ., καθόσον δεν υφίσταται "υλική αντιστοιχία" ανάμεσα στο περιουσιακό όφελος του δράστη και στην επελθούσα ζημία του παθόντος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενος με τις ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση απαιτείται να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, κατ'αρχήν και κυρίως, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος δεν στοιχειοθετείται όταν αναφέρονται σ' αυτήν (απόφαση), με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και, συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (πρβλ. ΑΠ 457/2022, ΑΠ 528/2020). Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 566/2023). Η περίπτωση δε αυτή, παρότι προσομοιάζει με την παραπάνω αναφερόμενη (εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ’) περίπτωση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ταυτίζεται με αυτήν. Τέλος, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 566/2023, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 486/2020, ΑΠ 796/2019).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ (όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 24 παρ. 2 περ. δ' του Ν. 4055/2012) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ (όπως το ποσό αναπροσαρμόστηκε με την παρ. 1 περ. ιδ' του άρθρου 24 του Ν. 4055/2012). Ήδη, με τον ισχύοντα από την 1η-7-2019 ΠΚ, ο νέος ΠΚ προβλέπει στην παρ. 1 του άρθρου 386 " Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή». Και στην περίπτωση αυτή η βασική νομοτυπική μορφή του αδικήματος παραμένει η ίδια (με τη διαφοροποίηση ότι το νέο ποινικό Κώδικα αφαιρέθηκε από την κακουργηματική μορφή του, η πρόβλεψη της διάπραξης του αδικήματος κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή ζημία άνω των 30.000 ευρώ της παρ. 3α του παλαιού ΠΚ και προστέθηκε η πρόβλεψη της τέλεσης απάτης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ με προκληθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ στην παρ. 2 του νέου ΠΚ). Όσον αφορά την ποινή ειδικά για την κακουργηματική απάτη η συναφής διάταξη του προϊσχύοντος ΠΚ είναι επιεικέστερη διότι με το νέο ΠΚ, στην απειλούμενη ποινή καθείρξεως μέχρι 10έτη (της παρ.1β) προβλέπεται αθροιστικά και χρηματική ποινή. Σύμφωνα με τα παραπάνω συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος (υπό την έννοια κάθε οικονομικής βελτίωσης της περιουσιακής κατάστασης χωρίς ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο να έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ΑΠ 1188/2014, ΑΠ 984/2011), έστω κι αν τελικώς δεν επιτευχθεί τούτο (ΑΠ 308/2018, ΑΠ 1188/2014), β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποίαν, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιον ή άλλον συμπεριφορά, συνεπεία δηλαδή της πλάνης ο άλλος παραπείσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή που συνιστά διάθεση περιουσίας που πρέπει να είναι άμεση. Ειδικότερα πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος αφενός μεν μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης του άλλου (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 308/2018), αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς επί της οποίας παραπείσθηκε ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας ως αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα των παραπλανητικών ενεργειών ή παραλείψεων του δράστη (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 817/2013, ΑΠ 818/2011, ΑΠ 1128/2010). Βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 308/2018), αρκεί δε και η απειλή μείωσης της περιουσίας του παθόντος, δηλαδή η διακινδύνευση, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας οικονομικής κατάστασης (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 984/2011). Ο παραπλανημένος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί ο πρώτος να έχει τη δυνατότητα από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον δεύτερο πράξη, παράλειψη ή ανοχή (ΑΠ 267/2023, Α.Π. 338/2013, Α.Π. 303/2013, Α.Π. 1277/2012). IV. Στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερθέν Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: «...από την ανωμοτί κατάθεση του παθόντος - εγκαλούντος, παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας καθώς και των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης όπως αυτές περιέχονται στα παρόντα πρακτικά, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίσθηκαν, τα οποία αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών, A. K. T. του K., υπήκοος Ηνωμένου Βασιλείου, όπου και κατοικεί, ολοκλήρωσε μόνον την υποχρεωτική παιδεία και από την ηλικία των 16 ετών εργάστηκε ως βαφέας αυτοκινήτων. Οι γνώσεις του για την Ελληνική αγορά ακινήτων καθώς και για το νομικό πλαίσιο αγοραπωλησίας ακινήτων είναι μηδενικές, με αποτέλεσμα να παραβάλλει τις συνθήκες αγοραπωλησίας ακινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο (εν ολίγοις προσομοιάζουν με τις πωλήσεις οποιωνδήποτε αγαθών) με τις νομικές και φορολογικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα, εδώ επικρατούσες. Επισκέφθηκε τη Ρόδο για πρώτη φορά το 2006, του άρεσε και σκέφτηκε, ενόψει συνταξιοδότησης του στα επόμενα δέκα έτη, να επενδύσει το σύνολο, σχεδόν, της περιουσίας που είχε αποταμιεύσει στην αγορά κατοικίας στη Ρόδο. Μέσω τρίτων ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, Θ. Χ. του Γ., ο οποίος παρουσιάστηκε σε αυτόν ως έμπειρος, γνωστός και καταξιωμένος επιχειρηματίας εύρωστης επιχείρησης κατασκευών και πωλήσεων ακινήτων στο νησί, επιτυχημένος χωρίς χρέη προς τρίτους, ενώ το αληθές ήταν ότι η επιχείρηση δεν ήταν εύρωστη και σε καλή οικονομική κατάσταση, αφού διατηρούσε χρέη προς τρίτους. Αρχικά διατηρούσε κατάστημα εμπορίας (λιανικής και χονδρικής, σε ξενοδοχεία της περιοχής) φρούτων και λαχανικών στον Πυλώνα Ρόδου, όπου και κατοικεί. Δραστηριοποιήθηκε στην αγορά ακινήτων (αγορά οικοπέδων - κατασκευή κατοικιών σε αυτά και πώληση τους σε τρίτους) από το έτος 2005, όταν η αγορά αυτή είχε μεγάλη άνθηση, κυρίως λόγω της αυξημένης ζήτησης από αλλοδαπούς (κυρίως Βρετανούς) κατοικιών διακοπών στη νότια Ρόδο. Όπως ο ίδιος περιέγραψε στην ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απολογία του, την λειτουργία της προσωπικής του επιχείρησης, δεν στηριζόταν σε στέρεες βάσεις. Λειτουργούσε με το σύστημα της πυραμίδας (απάτη Ponzi), ήτοι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας κεφάλαια από τραπεζικό δανεισμό προέβαινε στην αγορά ελευθέρων οικοπέδων και στην αρχική έναρξη εργασιών κατασκευής κατοικιών (μεζονετών και διαμερισμάτων), μετά από σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών στο ακίνητο, πωλούσε, πριν την ολοκλήρωση της κατασκευής, τμηματικά τα προς ανέγερση οικοδομήματα και με τα χρήματα που λάμβανε από νέο αγοραστή προέβαινε στην ολοκλήρωση της κατασκευής κατοικίας που είχε ήδη πωλήσει σε προηγούμενο αγοραστή. Ο δανεισμός της επιχείρησης ήταν αναπόφευκτος, λόγω του τρόπου λειτουργίας της και πράγματι ο κατηγορούμενος προέβη σε λήψη δανείων, κυρίως από την ... Bank, με την οποία συνεργαζόταν, παραχωρώντας σε αυτήν δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης στα ανεγειρόμενα ακίνητα. Σε περίπτωση πώλησης προσημειωμένου ακινήτου, ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας προκαταβολές που λάμβανε από νεότερους αγοραστές, προέβαινε στη διαδικασία άρσης της προσημείωσης. Ενόψει αυτών, οι παραστάσεις του κατηγορουμένου προς τον εγκαλούντα ότι είναι έμπειρος, γνωστός και καταξιωμένος επιχειρηματίας εύρωστης επιχείρησης κατασκευών και πωλήσεων ακινήτων στο νησί, επιτυχημένος χωρίς χρέη προς τρίτους, ήσαν σαφώς ψευδείς, αφού, κατά τα ανωτέρω, η επιχείρηση δεν ήταν εύρωστη, ούτε σε καλή οικονομική κατάσταση, αφού διατηρούσε δε χρέη προς τρίτους. Αυτές, όμως, οι παραστάσεις ήσαν ικανές να πείσουν τον εγκαλούντα, που, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε εμπειρία και γνώση της αγοράς ακινήτων, να θελήσει να συνεργαστεί μαζί του. Ο κατηγορούμενος, τον Μάιο του 2007, στην Πυλώνα Ρόδου, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, του υπέδειξε ότι διαθέτει προς πώληση μια κατοικία-διαμέρισμα με στοιχείο ΑΙ του Α’ ορόφου, ανεγερθείσα επί τμήματος επιφάνειας 302 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία, τόμος 14 ..., ..., μερίδα ... και φάκελλο ..., εντός του οικισμού Δ.Δ. Πυλώνας (τότε Δήμου ...) Ρόδου, αποτελούμενη από 4 κύρια δωμάτια με 1 βοηθητικό, καθαρής επιφάνειας 71,67 τ.μ., επιφάνειας κοινοχρήστων 3,315 τ.μ., μικτής επιφάνειας 74,985 τ.μ., όγκου 224,955 κ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 48,344% εξ αδιαιρέτου, με περαιτέρω δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως τμήματος του οικοπέδου. Ενώ γνώριζε (ο κατηγορούμενος) ότι το εν λόγω ακίνητο είχε επιβαρυνθεί με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για ποσό 181.200,00 € προς εξασφάλιση απαιτήσεως της ανωτέρω Τράπεζας, δυνάμει της με αρ. 506/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εν γνώσει του ψεύδους, διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι το ακίνητο είναι ελεύθερο κάθε βάρους. Ο εγκαλών πείστηκε στις άνω ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου και στις 15 Μαΐου 2007 μεταξύ των ανωτέρω, ως συμβαλλομένων, υπογράφτηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό-απόδειξη με βάση το οποίο οι συμβαλλόμενοι, μεταξύ άλλων συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν α) ότι ο κατηγορούμενος δεσμεύεται και υπόσχεται να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το προπεριγραφέν διαμέρισμα εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από την υπογραφή του παρόντος έναντι τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (135.000,00 €), β) ότι ο κατηγορούμενος υποχρεούται μέχρι τον χρόνο μεταβίβασης να αποπερατώσει το διαμέρισμα και μάλιστα ηλεκτροδοτημένο και ο εγκαλών υποχρεούται να καταβάλει το τίμημα, τον φόρο αγοράς, τα έξοδα Συμβολαιογράφου και δικηγόρου του αγοραστή, γ) ότι το ακίνητο προς πώληση είναι ελεύθερο από κάθε διεκδίκηση, δουλεία, υποθήκη ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος, δ) ότι ο εγκαλών υπόσχεται στον κατηγορούμενο να του καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.00,00 €) εντός δύο εβδομάδων από την υπογραφή του συμφωνητικού στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου και ότι το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το συνολικό τίμημα, ε) επιπλέον δε ότι η πώληση θα ολοκληρωθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου όπου θα καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την απειρία του εγκαλούντος στις συναλλαγές και την άγνοια του ελληνικού δικαίου αλλά και της ελληνικής γλώσσας, τον διαβεβαίωσε, εν γνώσει του ψευδώς, ότι το ανωτέρω συμφωνητικό είναι απολύτως δεσμευτικό. Ο εγκαλών πείστηκε στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και την 26-5-2007 σε εκπλήρωση των συμφωνηθέντων απέστειλε στον κατηγορούμενο, μέσω εμβάσματος Τραπέζης στην Τράπεζα ... Bank, το ποσό των 10.000,00 € που είχε συμφωνηθεί ως προκαταβολή. Τον Δεκέμβριο του 2007 ο εγκαλών προσήλθε στη Ρόδο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, κομίζοντας την με αρ. ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... της Μ. Βρετανίας, εις διαταγή του, εκδοθείσα την 26-11-2007, ποσού 137.114,38 € το οποίο πλέον αντιστοιχούσε στο τίμημα της πώλησης, όπως μονομερώς τροποποιήθηκε από τον κατηγορούμενο, με το πρόσχημα των δήθεν νεωτέρων κατασκευαστικών βελτιώσεων που δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον αρχικό προσδιορισμό του τιμήματος, στο ποσό των 147.000,00 €. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε την πραγματική πρόθεση να μεταβιβάσει ελεύθερο από βάρη και νομικά ελαττώματα το πωληθέν ακίνητο, αλλά προσέβλεπε, για λόγους που αφορούσαν στην επιχείρησή του, στην όσο το δυνατόν πιο σύντομη είσπραξη του τιμήματος από τον εγκαλούντα, τον έπεισε να κατατεθεί το ποσό της επιταγής σε κοινό, μεταξύ τους, λογαριασμό που άνοιξε έπεισε αυτόν στο άνοιγμα του με αρ. ... λογαριασμού στην Τράπεζα ... Bank (υποκατάστημα Ρόδου). Στον λογαριασμό κατατέθηκε το ποσό της επιταγής, συνδικαιούχος δε ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, υποσχέθηκε στον εγκαλούντα την τήρηση μεταξύ τους ειδικότερης συμφωνίας ότι η ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού θα ήταν αδύνατη χωρίς την συνυπογραφή και παρουσία αμφοτέρων των συνδικαιούχων προκειμένου το κατατεθέν τίμημα να παραμείνει ακέραιο έως την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Προκειμένου να διατηρήσει τις ψευδείς παραστάσεις, ότι κύριος του ακινήτου κατέστη ο εγκαλών, ο κατηγορούμενος του παραχώρησε το δικαίωμα οίκησης στο ακίνητο, από τότε δε ο εγκαλών διέμενε σε αυτό. Αμέσως μετά το άνοιγμα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ο κατηγορούμενος, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση ο εγκαλών, προέβη σε διαδοχικές τμηματικές αναλήψεις. Ανέλαβε, κατ' αυτό τον τρόπο, την 7-12-2007 ποσό 25.000,00 €, την 10-12-2007 103.000,00 €, την 18-12-2007 ποσό 3.320,00 €, την 24-12-2007 ποσό 3.000,00 €, ύψους 2.500€ την 1 -2-2008 και ύψους 450€ την 9-6-2008. Ο εγκαλών, αντιληφθείς ότι δεν υπάρχει συμβόλαιο άρχισε να πιέζει για την υπογραφή του, υποπτευόμενος δε από την απροθυμία του κατηγορουμένου να καταρτιστεί συμβόλαιο, έλεγξε την κίνηση του κοινού λογαριασμού και μόνο τότε αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος, παρά τη συμφωνία τους για από κοινού διαχείριση του λογαριασμού, είχε ήδη αναλάβει όλο το χρηματικό ποσό που ο ίδιος (εγκαλών) κατέθεσε σε αυτόν. Μετά τις έντονες διαμαρτυρίες του εγκαλούντος για το γεγονός ότι μονομερώς, χωρίς την σύμπραξή του προέβη ο κατηγορούμενος στις ως άνω αναλήψεις, ο εγκαλών τον πίεσε επίμονα για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και, έξι μήνες μετά την εγκατάστασή του στο επίδικο ακίνητο, την 9-6-2008 στο Συμβολαιογραφείο του Συμβολαιογράφου Ρόδου, Γ. Ρ., υπογράφηκε το με αρ. ... Προσύμφωνο Πωλήσεως Οριζόντιας Ιδιοκτησίας, όχι δηλαδή οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως ακινήτου, αλλά Προσύμφωνο πώλησης. Για άλλη μια φορά ο κατηγορούμενος, παραπλανώντας τον εγκαλούντα και παρά την παρουσία διερμηνέα κατά την σύνταξη και υπογραφή της δικαιοπραξίας, τον διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης, υποσχέθηκε σε αυτόν εκ νέου ότι επρόκειτο για μεταβίβαση ακινήτου ελεύθερου παντός βάρους, διεκδίκησης και ελαττώματος, δήλωσε δε ο κατηγορούμενος στον Συμβολαιογράφο ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας είναι 45.000, δήλωση που καταγράφηκε στο Προσύμφωνο. Για όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες ο κατηγορούμενος διαβεβαίωνε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσει ο ίδιος! δικηγόρο για να ελέγξει τους τίτλους και τα τυχόν βάρη του ακινήτου και κατά, την παράσταση στη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης και ότι όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες θα τις διεκπεραίωνε ο ίδιος για λογαριασμό του εγκαλούντος. Ο τελευταίος για ακόμη μια φορά τον εμπιστεύθηκε και δεν διόρισε δικηγόρο να προβεί κατ' εντολή του στις άνω νομικές ενέργειες. Τέλος ο κατηγορούμενος παρότι είχε αναλάβει το άνω ποσό, δεν ενήργησε για άρση της προσημείωσης, το δε ακίνητο κατασχέθηκε στις 14-10-2011, εκτέθηκε σε πλειστηριασμό και στις 14-2-2012 κατακυρώθηκε στον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό, δανειστή του κατηγορουμένου, οπότε και κατέστη αδύνατη η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Αποτέλεσμα της ανωτέρω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους εκατόν σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν δεκατεσσάρων ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (147.114,38 €), προκαλώντας ισόποση ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος, αποσκοπώντας προς τούτο εξαρχής. Μετά την εκδίωξη του εγκαλούντος από την κατοικία που ποτέ δεν απέκτησε, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να τον καθησυχάσει και να αποφύγει, για όσο χρονικό διάστημα ήταν δυνατόν τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις των πράξεων του, συνέταξε μονομερώς την από 19-4-2010 "αναγνώριση χρέους». Ακόμη, όμως και στο ύστατο αυτό χρονικό σημείο, ψευδώς αναφέρει ότι παρέλαβε από τον εγκαλούντα το ανωτέρω ποσό των 147.114,38 € ως "δάνειο», προφανώς για να επιστηρίξει σχετικό ισχυρισμό στο μέλλον, ότι δηλαδή η μεταβίβαση της περιουσίας έγινε στο πλαίσιο μιας αστικής συμβάσεως και δεν ήταν αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του και των ψευδών, προς τον εγκαλούντα παραστάσεων. Την 15-12-2010, προκειμένου να καθυστερήσει την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, που ξεκίνησε ο πρώην συνεργάτης του - ηλεκτρολόγος στις οικοδομικές επιχειρήσεις του, κατάρτισε το με ίδια ημερομηνία Μισθωτήριο Συμφωνητικό Κατοικίας, ώστε να φαίνεται ότι το προσημειωμένο και σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ακίνητό του ήταν μισθωμένο στον εγκαλούντα. Ουδέποτε, στην πραγματικότητα, αποδέχτηκε την πράξη του. Όταν ο εγκαλών άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου σχετική αγωγή, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτησή της με αποτέλεσμα να εκδοθεί, ερήμην του απόφαση. Δεν αποδέχθηκε την απόφαση, αλλά άσκησε κατ' αυτής έφεση, διατηρεί δε την άποψη ότι ο εγκαλών ωφελήθηκε από την, χωρίς καταβολή μισθώματος, διαμονή του στο διαμέρισμα (όπως κατά λέξη ισχυρίστηκε απολογούμενος "Μεγαλύτερη ζημία έπαθα εγώ γιατί πρώτα έπαθα εγώ ζημιά λόγω της χρήσης»). Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο, ομοφώνως, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος στην Ρόδο στους ανωτέρω χρόνους με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη άλλων, το δε σκοπούμενο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία υπερέβαιναν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), απορριπτομένων των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του». Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε αυτόν (Θ. Χ. του Γ., κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ) ένοχο για την πράξη της απάτης εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως έξι(6) ετών, με το παρακάτω αναφερόμενο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "
Κηρύσσει τον ως άνω αναφερόμενο κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στην Ρόδο στους ακόλουθους χρόνους με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη άλλων, το δε σκοπούμενο συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία υπερέβαιναν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €). Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, επιχειρηματίας εύρωστης επιχείρησης κατασκευών και πωλήσεων ακινήτων στο νησί, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, του υπέδειξε ότι διαθέτει προς πώληση μια κατοικία-διαμέρισμα με στοιχείο Α1 του Α’ ορόφου, ανεγερθείσα επί τμήματος επιφάνειας 302 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 14 ..., ..., μερίδα ... και φάκελλο ..., εντός του οικισμού Δ.Δ. Πυλώνας Δ. ... Ρόδου, αποτελούμενη από 4 κύρια δωμάτια με 1 βοηθητικό, καθαρής επιφάνειας 71,67 τ.μ., επιφάνειας κοινοχρήστων 3,315 τ.μ., μικτής επιφάνειας 74,985 τ.μ., όγκου 224,955 κ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 48,344% εξ αδιαιρέτου, με περαιτέρω δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως τμήματος του οικοπέδου, ενώ ήδη ένα χρόνο νωρίτερα το προαναφερθέν ακίνητο είχε επιβαρυνθεί με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για ποσό 181.200,00€ προς εξασφάλιση απαιτήσεως της ανωτέρω Τράπεζας, δυνάμει της με αρ. 506/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την 15 Μαΐου του έτους 2007 μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων υπογράφτηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό-απόδειξη με βάση το οποίο οι συμβαλλόμενοι, εγκαλών και κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν α) ότι ο κατηγορούμενος δεσμεύεται και υπόσχεται να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το προπεριγραφέν διαμέρισμα εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από την υπογραφή του παρόντος έναντι τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (135.000€), β) ότι ο κατηγορούμενος υποχρεούται μέχρι τον χρόνο μεταβίβασης να αποπερατώσει το διαμέρισμα και μάλιστα ηλεκτροδοτημένο και ο εγκαλών υποχρεούται να καταβάλει το τίμημα, τον φόρο αγοράς, τα έξοδα Συμβολαιογράφου και δικηγόρου του αγοραστή, γ) ότι το ακίνητο προς πώληση είναι ελεύθερο από κάθε διεκδίκηση, δουλεία, υποθήκη ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος, δ) ότι ο εγκαλών υπόσχεται στον κατηγορούμενο να του καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000€) εντός δύο εβδομάδων από την υπογραφή του συμφωνητικού στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου και ότι το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το συνολικό τίμημα, ε) επιπλέον δε ότι η πώληση θα ολοκληρωθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου όπου θα καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την απειρία του εγκαλούντος στις συναλλαγές και την άγνοια του δικαίου αλλά και της ελληνικής γλώσσας, κατάφερε να τον πείσει ότι το ανωτέρω συμφωνητικό είναι απολύτως δεσμευτικό και, τότε, ο εγκαλών πεισθείς στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, ήδη την 26-5-2007 σε εκπλήρωση των συμφωνηθέντων απέστειλε στον κατηγορούμενο μέσω εμβάσματος Τραπέζης στην Τράπεζα ... Bank το ποσό των 10.000€ που είχε συμφωνηθεί ως προκαταβολή. Εν συνεχεία, ο εγκαλών προσήλθε στη Ρόδο τον Δεκέμβριο του 2007 για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, κομίζοντας την με αρ. ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... της Μ. Βρετανίας, εις διαταγή του, εκδοθείσα την 26-11-2007, ποσού 137.114,38, το οποίο πλέον αντιστοιχούσε στο (μονομερώς τροποποιηθέν από τον κατηγορούμενο) τίμημα της πώλησης, με το πρόσχημα των δήθεν νεοτέρων διακρίνοντας το ενδιαφέρον του εγκαλούντος A. K. T., Βρετανού υπηκόου, για την αγορά μιας κατοικίας στην Πυλώνα της Ρόδου, παρουσιασθεϊς σε αυτόν ως έμπειρος, γνωστός και καταξιωμένος επιχειρηματίας εύρωστης επιχείρησης κατασκευών και πωλήσεων ακινήτων στο νησί, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, του υπέδειξε ότι διαθέτει προς πώληση μια κατοικία-διαμέρισμα με στοιχείο Α1 του Α’ ορόφου, ανεγερθείσα επί τμήματος επιφάνειας 302 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 14 ..., ..., μερίδα ... και φάκελλο ..., εντός του οικισμού Δ.Δ. Πυλώνας Δ. ... Ρόδου, αποτελούμενη από 4 κύρια δωμάτια με 1 βοηθητικό, καθαρής επιφάνειας 71,67 τ.μ., επιφάνειας κοινοχρήστων 3,315 τ.μ., μικτής επιφάνειας 74,985 τ.μ., όγκου 224,955 κ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 48,344% εξ αδιαιρέτου, με περαιτέρω δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως τμήματος του οικοπέδου, ενώ ήδη ένα χρόνο νωρίτερα το προαναφερθέν ακίνητο είχε επιβαρυνθεί με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για ποσό 181.200,00€ προς εξασφάλιση απαιτήσεως της ανωτέρω Τράπεζας, δυνάμει της με αρ. 506/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την 15 Μαΐου του έτους 2007 μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων υπογράφτηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό-απόδειξη με βάση το οποίο οι συμβαλλόμενοι, εγκαλών και κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν α) ότι ο κατηγορούμενος δεσμεύεται και υπόσχεται να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το προπεριγραφέν διαμέρισμα εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από την υπογραφή του παρόντος έναντι τιμήματος εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (135.000€), β) ότι ο κατηγορούμενος υποχρεούται μέχρι τον χρόνο μεταβίβασης να αποπερατώσει το διαμέρισμα και μάλιστα ηλεκτροδοτημένο και ο εγκαλών υποχρεούται να καταβάλει το τίμημα, τον φόρο αγοράς, τα έξοδα Συμβολαιογράφου και δικηγόρου του αγοραστή, γ) ότι το ακίνητο προς πώληση είναι ελεύθερο από κάθε διεκδίκηση, δουλεία, υποθήκη ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος, δ) ότι ο εγκαλών υπόσχεται στον κατηγορούμενο να του καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000€) εντός δύο εβδομάδων από την υπογραφή του συμφωνητικού στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου και ότι το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το συνολικό τίμημα, ε) επιπλέον δε ότι η πώληση θα ολοκληρωθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου όπου θα καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την απειρία του εγκαλούντος στις συναλλαγές και την άγνοια του δικαίου αλλά και της ελληνικής γλώσσας, κατάφερε να τον πείσει ότι το ανωτέρω συμφωνητικό είναι απολύτως δεσμευτικό και, τότε, ο εγκαλών πεισθείς στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις, ήδη την 26-5-2007 σε εκπλήρωση των συμφωνηθέντων απέστειλε στον κατηγορούμενο μέσω εμβάσματος Τραπέζης στην Τράπεζα ... Bank το ποσό των 10.000€ που είχε συμφωνηθεί ως προκαταβολή. Εν συνεχεία, ο εγκαλών προσήλθε στη Ρόδο τον Δεκέμβριο του 2007 για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, κομίζοντας την με αρ. ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... της Μ. Βρετανίας, εις διαταγή του, εκδοθείσα την 26-11-2007, ποσού 137.114,38, το οποίο πλέον αντιστοιχούσε στο (μονομερώς τροποποιηθέν από τον κατηγορούμενο) τίμημα της πώλησης, με το πρόσχημα των δήθεν νεοτέρων κατασκευαστικών βελτιώσεων που δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον αρχικό προσδιορισμό του τιμήματος κατά το έτος 2006. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ούτε και τον Δεκέμβρη του έτους 2007 είχε την πραγματική πρόθεση να μεταβιβάσει ελεύθερο από βάρη και νομικά ελαττώματα το πωληθέν ακίνητο, αλλά προσέβλεπε στην όσο το δυνατόν πιο σύντομη είσπραξη του τιμήματος από τον εγκαλούντα, έπεισε αυτόν στο άνοιγμα του με αρ. ... λογαριασμού στην Τράπεζα ... Bank (υποκατάστημα Ρόδου) όπου ο εγκαλών οπισθογράφησε την προαναφερθείσα επιταγή και κατέστησε τον κατηγορούμενο συνδικαιούχο, με την ειδικότερη συμφωνία ότι η ανάληψη οποιουδήποτε χρηματικού ποσού θα ήταν αδύνατη χωρίς την συνυπογραφή και παρουσία αμφοτέρων των συνδικαιούχων προκειμένου το κατατεθέν τίμημα να παραμείνει ακέραιο έως την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 2007 το ακίνητο παραχωρήθηκε στον εγκαλούντα κατά νομή και κατοχή αλλά χωρίς την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, για το οποίο ο κατηγορούμενος δεν έδειχνε ιδιαίτερα να ανησυχεί, γεγονός που κίνησε την περιέργεια του εγκαλούντος, ο οποίος και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος, δίχως να τον ενημερώσει, δολίως είχε ήδη προβεί στην ανάληψη του συνολικού ποσού του τιμήματος από τον κοινό λογαριασμό του με τον εγκαλούντα, έχοντας προβεί σε διαδοχικές τμηματικές αναλήψεις ύψους 25.000€ την 7-12-2007, ύψους 103.000€ την 10-12-2007, ύψους 3.320€ την 18-12-2007, ύψους 3.000€ την 24-12-2007, ύψους 2.500€ την 1-2-2008 και ύψους 450€ την 9-6-2008. Μετά τις έντονες διαμαρτυρίες του εγκαλούντος για το γεγονός ότι μονομερώς, χωρίς την σύμπραξή του προέβη ο κατηγορούμενος στις ως άνω αναλήψεις, ο εγκαλών τον πίεσε επίμονα για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και έξι μήνες μετά την εγκατάστασή του στο επίδικο ακίνητο, συγκεκριμένα την 9-6-2008 στο Συμβολαιογραφείο του Συμβολαιογράφου Ρόδου, Γ. Ρ., υπεγράφη συμβολαιογραφική πράξη, όχι όμως οριστικού συμβολαίου ττωλήσεως ακινήτου, αλλά προσυμφώνου πώλησης. Για άλλη μια φορά ο κατηγορούμενος, παραπλανώντας τον εγκαλούντα και μάλιστα με την παρουσία διερμηνέα κατά την σύνταξη και υπογραφή της δικαιοπραξίας παρέστησε σε αυτόν ότι επρόκειτο τάχα για οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης, υποσχέθηκε σε αυτόν εκ νέου ότι επρόκειτο για μεταβίβαση ακινήτου ελεύθερου παντός βάρους, διεκδίκησης και ελαττώματος, δήλωσε δε ο κατηγορούμενος στον Συμβολαιογράφο ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας είναι 45.000, δήλωση που καταγράφηκε στο Προσύμφωνο. Όταν ο εγκαλών διαπίστωσε ότι ούτε με το Προσύμφωνο δεν κατέστη κύριος του πωληθέντος ακινήτου, δεν προχώρησε στις νόμιμες ενέργειες μεταβίβασης του ακινήτου όσο ανέμενε από τον κατηγορούμενο την άρση της προσημείωσης, με αποτέλεσμα την 14-10-2011 το ακίνητο να κατασχεθεί και την 14-2-2012 να κατακυρωθεί στον επισπεύδοντα του πλειστηριασμού, οπότε και δεν κατέστη ποτέ δυνατή η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου από τον εγκαλούντα. Αποτέλεσμα της ανωτέρω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους εκατόν σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν δεκατεσσάρων ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (147.114,38 €), προκαλώντας ισόποση ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος, αποσκοπώντας προς τούτο εξαρχής».
V. Με τους πρώτο και τρίτο, απολύτως συναφείς, λόγους της 1ης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ., σε συνδυασμό με έλλειψη ειδικής αιτιολογίας τόσο ως προς την ενοχή όσο και ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και της βλάβης. Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραπάνω εν όλω παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο σκεπτικό του για την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά και από την αλληλοσυμπλήρωση αυτού με το διατακτικό, με το οποίο αποτελούν ενιαίο σύνολο και συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν δικαστήριο, με αυτά που δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, α) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και γ) τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α', 27, 386 παρ. 1- 3 περ. β' Π.Κ., ως η τελευταία ίσχυε πριν το ν. 4619/2019 Π.Κ., καθόσον η διάταξη του άρθρου 386 του προϊσχύσαντος Π.Κ. είναι, κατά τα εκτιθέμενα και στη μείζονα σκέψη, επιεικέστερη ως προς την ποινή της αντίστοιχης του άρθρου 386 Π.Κ. του ισχύοντος Π.Κ. μετά το ν. 4619/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω δε, και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ενοχή και έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου (αναιρεσείοντος) και της επελθούσας βλάβης είναι αβάσιμες και, ως εκ τούτου, απορριπτέες, καθόσον το δικάσαν Δικαστήριο, με επάρκεια αιτιολογίας προσδιόρισε τα ψευδή γεγονότα, τα οποία ανάγονταν σε παρόντα (κατά τον χρόνο παραστάσεως) χρόνο, αιτιολόγησε την γνώση του αναιρεσείοντος για την αναλήθειά τους και τον σκοπό του να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος και διέλαβε στην απόφαση τα περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή ότι παραγωγός αιτία της παραπλάνησης του τελευταίου και της εξ αυτής καταβολής του ποσού των 147.114,38 ευρώ, ήταν οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, διέλαβε α) τις ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος προς τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας ότι ήταν γνωστός, επιτυχημένος και καταξιωμένος επιχειρηματίας εύρωστης επιχείρησης κατασκευών και πώλησης ακινήτων στη Ρόδο, χωρίς χρέη προς τρίτους και ότι το προς πώληση ακίνητο ήταν ελεύθερο κάθε βάρους, ενώ το αληθές ήταν ότι η επιχείρηση δεν ήταν εύρωστη, ούτε σε καλή οικονομική κατάσταση, ενώ διατηρούσε χρέη προς τρίτους και δεν στηριζόταν σε στέρεες βάσεις, το προς πώληση δε ακίνητο είχε επιβαρυνθεί με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας ... Bank για το ποσό των 181.200 ευρώ, αφού για την λειτουργία της επιχείρησης χρησιμοποιούσε κεφάλαια από τραπεζικό δανεισμό, παραχωρώντας σε αυτήν δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης στα ανεγειρόμενα ακίνητα, β) τον αιτιώδη σύνδεσμο, αφ' ενός μεν, μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της προκληθείσας από αυτή στον υποστηρίζοντα την κατηγορία πλάνης, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη ο παθών προς τον αναιρεσείοντα, η οποία προσδιορίζεται στο ποσό των 147.114,38 ευρώ, γ) τον δόλο του αναιρεσείοντος και τον σκοπό αυτού να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Επίσης, αβάσιμες και απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι τυπικά και μόνο λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο τα έγγραφα που φέρονται ότι αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα το από 9-6-2008 Προσύμφωνο αγοραπωλησίας, το από 15-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό - απόδειξη μεταξύ αναιρεσείοντος και υποστηρίζοντος την κατηγορία, η από 19-4-2010 δήλωση αναγνώρισης χρέους του αναιρεσείοντος, το από 15-12-2010 μισθωτήριο - συμφωνητικό της επίδικης κατοικίας, πλην όμως δεν αξιολογήθηκαν, ούτε αυτοτελώς, αλλά ούτε και συγκριτικά με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καθόσον, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ. σε συνδυασμό με έλλειψη ειδικής αιτιολογίας τόσο ως προς την ενοχή όσο και ως προς έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και της βλάβης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τον δεύτερο λόγο της 1ης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ. σε συνδυασμό με υπέρβαση εξουσίας, καθόσον ενώ σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για μια πράξη απάτης, η απόφαση δέχθηκε ότι υπήρξαν δύο διαδοχικές πράξεις απάτης παραβιάζοντας εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 386 Π.Κ., υποπίπτοντας έτσι και σε υπέρβαση εξουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του Κ.Π.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2014, 1/2008, 3/2005, ΑΠ 65/2023, ΑΠ 48/2022, ΑΠ 598/2021, 1296/2020, ΑΠ 515/2019). Από δε την διάταξη του άρθρου 386 Π.Κ., όπως και ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη, αναφέρεται, προκύπτει ότι η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον. Με την έκφραση "διατήρηση πλάνης" δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί (ΑΠ 465/2023). Χρόνος δε τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντος (ΑΠ 465/2023). Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικός τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (Ολ ΑΠ 3/2019, ΑΠ 138/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται την εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ. και την υπέρβαση εξουσίας, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ στο σκεπτικό αναφέρει ότι υπήρξαν δύο διαδοχικές συναντήσεις και παραστάσεις ψευδών γεγονότων, ήτοι στις 15-5-2007 και τον Δεκέμβριο 2007, δεν χαρακτήρισε την πράξη ως τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, με συνέπεια να χειροτερεύσει τη θέση του, καθόσον η σε βάρος του ποινική δίωξη αφορούσε απάτη άπαξ τελεσθείσα. Πλην, όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ως χρόνος τέλεσης της πράξης της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του ο υπαίτιος, ανεξάρτητα αν επακολούθησαν χρονικά άλλες ψευδείς παραστάσεις, ενώ από την επισκόπηση του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης τον Μάιο του 2007 και συγκεκριμένα την 15-5-2007, με την έννοια ότι τότε ολοκληρώθηκε η απατηλή συμπεριφορά, ανεξάρτητα αν έγινε μετά από μία ή δύο συναντήσεις των διαδίκων. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προέβη σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αλληλοσυμπληρώνονται και παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τελέσθηκε μία πράξη απάτης, αφού δέχθηκε ότι προκλήθηκε άπαξ η παραπλάνηση, ανεξάρτητα αν συνεπεία αυτής ο παθών κατέβαλε σε διαδοχικές δόσεις, και συγκεκριμένα στις 26-5-2007 το ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ ακολούθως τον Δεκέμβριο 2007, όταν ο εγκαλών προσήλθε στη Ρόδο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης, έφερε την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... της Μ. Βρετανίας, εις διαταγή του, εκδοθείσα την 26-11-2007, ποσού 137.114,38 ευρώ, το οποίο ποσό της επιταγής κατατέθηκε σε κοινό, μεταξύ τους, λογαριασμό που άνοιξε ο εγκαλών στην Τράπεζα ... Bank (υποκατάστημα Ρόδου), από τον οποίο κοινό λογαριασμό, ο αναιρεσείων προέβη σε διαδοχικές τμηματικές αναλήψεις και ειδικότερα, την 7-12-2007 ποσό 25.000 ευρώ, την 10- 12-2007 ποσό 103.000 ευρώ, την 18-12-2007 ποσό 3.320 ευρώ, την 24-12-2007 ποσό 3.000 ευρώ, την 1-2-2008 ποσό 2.500 ευρώ και την 9-6-2008 ποσό 450 ευρώ. Εξάλλου, ουδεμία αναφορά γίνεται στην απόφαση για κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, ούτε έχει παρατεθεί το άρθρο 98 του Π.Κ., ώστε να δημιουργείται αμφισβήτηση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Θ’ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ. και της υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Με τους απολύτως συναφείς τέταρτο λόγο της 1ης αναίρεσης και δεύτερο λόγο της 2ης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α', β', δ' και ε' Π.Κ. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, στις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι διέπραξε την αξιόποινη πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης ή όταν η πράξη αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος επιβαλλόμενο εκ του νόμου (ΑΠ 1026/2023). Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ (ΑΠ 290/2022), ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ (ΑΠ 936/2023). Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση απάντησης και μάλιστα αιτιολογημένης (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1008/2023, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' Π.Κ., κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του Δικαστηρίου δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ. Όπως δε αναγράφεται σχετικά στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νέου Π Κ, αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης οφείλει τούτο και μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το Δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Για το ορισμένο του ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός δεν έχει παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δηλαδή στη διάρκεια του χρόνου σέβεται τα έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, κάτι που κανένας δεν περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Ο προηγούμενος σύννομος βίος του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικών για αξιόποινες πράξεις. Το λευκό ποινικό μητρώο του υπαίτιου το οποίο κατ' ελάχιστον απαιτείται για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο προηγούμενης σύννομης ζωής, ωστόσο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του βίου ως σύννομου, αφού η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των εννόμων αγαθών στον καθημερινό βίο. Ενώ επίσης, όπως σαφώς προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, εναπόκειται δε στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτό ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα τις περιστάσεις τέλεσης του εκδικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα τελεσθείσα πράξη (Ολ Α.Π. 2/2022, ΑΠ 447/2023, ΑΠ 317/2023, ΑΠ 227/2023, ΑΠ 1663/2022, ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 1086/2022) Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων, κατά την έννοια του εδάφ. β' της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 του ΠΚ) απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 130/2017). Η μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1556/2022, ΑΠ 20/2020, ΑΠ 453/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ" για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, απαιτείται αληθινή και θετική ψυχοβουλητική μεταστροφή του υπαιτίου προς την έννομη τάξη και την πλευρά του παθόντος, η οποία προϋποθέτει, κατ' ελάχιστο, την ειλικρινή ομολογία τέλεσης της πράξης και η οποία πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ενώ απαιτείται ο υπαίτιος να έχει επιδιώξει με συγκεκριμένο τρόπο να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή δήλωση συγγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη (ΑΠ 190/2023, ΑΠ 447/2023, ΑΠ 1556/2022, ΑΠ 1087/2022).
Τέλος, η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του όρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ναι μεν πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε κρατουμένου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικό θετικό και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 1001/2020, ΑΠ 622/2019) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών της δίκης, μετά τη νομιμοποίηση των διαδίκων, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο του κατηγορούμενου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', δ' και ε' Π.Κ., ισχυρισμούς τους οποίους κατέθεσε εγγράφως και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά (σελ. 6 - 8), τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους (ΟλΑΠ 2/2005). Ειδικότερα ο αναιρεσείων, πρόβαλε, δια του συνηγόρου του, προς θεμελίωση των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων: Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ. ότι: «...ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο Σας κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη, στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση, ότι έζησε ως το χρόνο τελέσεως των αδικημάτων, έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 § 2α ΠΚ). Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος μέχρι και την τέλεση της υπό κρίση πράξεως, διήγε ένα σύννομο, έντιμο, ατομικό, επαγγελματικό, οικογενειακό και κοινωνικό βίο. Δραστηριοποιείται ως επιχειρηματίας στη Ρόδο, συμμετείχε σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις και οργανώσεις... Διαβιούσε στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης και συγκροτημένης οικογένειας, ...αποδεικνύοντας εμφανώς πως κύρια ενασχόληση του υπήρξε η στήριξη της οικογένειας του...». Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β' Π.Κ. ότι: «...ΤΡΙΤΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ Περαιτέρω ,στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση ότι δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ . 2β Π.Κ.)....Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε την πρόθεση να αθετήσει άλλως μη πραγματοποιήσει την αναληφθείσα υποχρέωση, αφού και το σπίτι κατασκεύασε αλλά και τον εγκαλούντα εγκατέστησε σε αυτό. Ο λόγος της ματαίωσης της αγοραπωλησίας, ενώ είχε ήδη συντάξει Προσύμφωνο, ήταν ο αιφνίδιος πλειστηριασμός από τον ηλεκτρολόγο του έργου, ο οποίος και υπερθεμάτισε στον πλειστηριασμό που ο ίδιος επέσπευσε. Μέχρι δε και σήμερα υπάρχει αναγνώριση της οφειλής...». Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ' Π.Κ. ότι: «...ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ (άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. δ' Π.Κ.)α. Παρόλη την αντικειμενική αδυναμία του κατηγορουμένου, να επιστρέψει τα χρήματα υπέγραψε αναγνώριση χρέους και επίσης δεν παρέστη στην αστική διαφορά κατά την εκδίκαση της αγωγής εναντίον από τον εγκαλούντα, ουσιαστικά συνομολογώντας την οφειλή του.." Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. ότι: «...ΠΕΜΠΤΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ Επιπρόσθετα, στο πρόσωπο του κατηγορούμενου συντρέχει και η ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρου 84 παρ. ε' Π.Κ). Ειδικότερα ,ο κατηγορούμενος, μέχρι σήμερα διάγει βίο οικογενειακό και ασχολείται μόνο με την επαγγελματική του δραστηριότητα παρακολουθώντας και πρόγραμμα απεξάρτηση.. Ο κατηγορούμενος από το έτος 2007 άλλως από το έτος 2008 άλλως από το έτος 2012 και εντεύθεν δεν έχε απασχολήσει τις Αρχές, ούτε και έχει οποιαδήποτε εμπλοκή σε παρόμοια συμπεριφορά...». Κατ'αρχήν, το εν λόγω αίτημα (περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων), με τη συγκεκριμένη μορφή διατύπωσης, δεν αποτελεί προβολή αυτοτελών ισχυρισμών, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αναφορικά με την αναγνώριση στον κατηγορούμενο των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α', β', δ' και ε' ΠΚ, αφού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του.
Συνεπώς, το δικαστήριο, κατά την πάγια νομολογία του ΑΠ, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψη του συγκεκριμένου ελαφρυντικού. Παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τους ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων, ερμηνεύοντας ορθώς την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', δ' και ε' Π.Κ. και όπως παγίως γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο τούτο, κατά τον αναιρετικό του έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 416/2022). Ειδικότερα: Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού προέβη σε παράθεση της νομικής σκέψης του περί των προϋποθέσεων αναγνώρισης των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων: α) του πρότερου σύννομου βίου, β) του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, γ) του ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και δ) της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη (84 παρ. 2 α', β', δ' και ε' Π.Κ.), δεχόμενο, κατά πιστή αντιγραφή κατά το ουσιαστικό μέρος (σελ. 37 -38 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), τα εξής: «... Παρά την, φαινομενικώς μόνον σαφή επίκληση των ανωτέρω ισχυρισμών, αλλά κατ ' ουσία όλως αόριστη επίκληση τους και πλέον αυτού, από την ίδια, ως άνω, αποδεικτική διαδικασία ουδόλως προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος διήγε, πριν την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται σύννομο βίο. Όπως προαναφέρθηκε, είχε οργανώσει την επιχείρηση του με το σύστημα της πυραμίδας (απάτη Ponzi), ήτοι χρησιμοποιώντας κεφάλαια από τραπεζικό δανεισμό να προβαίνει στην αγορά ελευθέρων οικοπέδων και στην αρχική έναρξη εργασιών κατασκευής κατοικιών (μεζονετών και διαμερισμάτων), μετά από σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών στο ακίνητο, να πωλεί, πριν την ολοκλήρωση της κατασκευής, τμηματικά τα προς ανέγερση οικοδομήματα και με τα χρήματα που λάμβανε από νέο αγοραστή να ολοκληρώνει την κατασκευή κατοικίας που είχε ήδη πωλήσει σε προηγούμενο αγοραστή, χωρίς παράλληλα να φροντίζει να εξοφλεί τις υποχρεώσεις που η επιχειρηματική του δραστηριότητα προκαλούσε (όπως ο ίδιος στην απολογία του ανέφερε, δημιούργησε μεγάλες οφειλές τόσο προς το Ελληνικό Δημόσιο, από μη καταβληθέντες φόρους όσο και προς τα ασφαλιστικά ταμεία, μη καταβληθείσες εισφορές αλλά και στα τραπεζικά ιδρύματα που τον χρηματοδότησαν. Ούτε, όμως, προέκυψαν στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της πράξεως από αίτια που δεν ήσαν ταπεινά. Αντιθέτως, σαφώς προέκυψε ότι στόχος του ήταν να αποκομίσει ο ίδιος οικονομικό όφελος, σε βάρος του εγκαλούντος, τον οποίο κατέστρεψε οικονομικά. Ακόμη, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς του. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, ακόμη και μετά την αποκάλυψη της πράξης του, προσχηματικά συνέταξε μονομερώς την από 19-4- 2010 "αναγνώριση χρέους», στην οποία ψευδώς αναφέρει ότι παρέλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 147.114,38 € ως "δάνειο», προφανώς για να επιστηρίξει σχετικό ισχυρισμό στο μέλλον, ότι δηλαδή η μεταβίβαση της περιουσίας έγινε στο πλαίσιο μιας αστικής συμβάσεως και δεν ήταν αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του και των ψευδών, προς τον εγκαλούντα παραστάσεων. Περαιτέρω, την 15-12-2010, προκειμένου να καθυστερήσει την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, που ξεκίνησε ο πρώην συνεργάτης του - ηλεκτρολόγος στις οικοδομικές επιχειρήσεις του, κατάρτισε το με ίδια ημερομηνία Μισθωτήριο Συμφωνητικό Κατοικίας, ώστε να φαίνεται ότι το προσημειωμένο και σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ακίνητο του ήταν μισθωμένο στον εγκαλούντα. Ουδέποτε, στην πραγματικότητα, αποδέχτηκε την πράξη του. Όταν δε, ο εγκαλών άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου σχετική αγωγή, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της με αποτέλεσμα να εκδοθεί, ερήμην του απόφαση. Η ερημοδικία του στη συζήτηση της εναντίον του αγωγής ουδόλως συνιστά αποδοχή της οφειλής του προς τον παθόντα, αφού, μετά την έκδοση της ερήμην απόφασης άσκησε κατ' αυτής έφεση, διατηρεί δε την άποψη ότι ο εγκαλών ωφελήθηκε από την, χωρίς καταβολή μισθώματος, διαμονή του στο διαμέρισμα (όπως κατά λέξη ισχυρίστηκε απολογούμενος "Μεγαλύτερη ζημία έπαθα εγώ γιατί πρώτα έπαθα εγώ ζημιά λόγω της χρήσης»). Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, πρέπει να σημειωθεί ότι απλώς και μόνον η απασχόληση του σε επιχειρήσεις συγγενικών του προσώπων και η μη εμπλοκή του σε άλλες παράνομες συμπεριφορές, δεν είναι ικανές συνθήκες να οδηγήσουν, από μόνες τους χωρίς τη συνδρομή ιδιαιτέρων περιστατικών και πράξεων που να επιδεικνύουν και αποδεικνύουν την καλή, επί μακράν συμπεριφορά του στην αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. β\ δ' και ε' ΠΚ.
Συνεπώς, πρέπει οι σχετικοί ισχυρισμοί, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν...». Επομένως, ο τέταρτος λόγος της 1ης αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος της 2ης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' ,β', δ' και ε' Π.Κ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τέλος, με τον πρώτο λόγο της 2ης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της έγγραφα των οποίων η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται, καθόσον στα αναγνωσθέντα έγγραφα αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε "6. Εμφάνιση τραπεζικών συναλλαγών», χωρίς να αναφέρεται αφενός ο αριθμός, αφετέρου το περιεχόμενο αυτών. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 Κ.Π.Δ.), εκτός αν αυτά (έγγραφα) αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού, ούτε και ο χρόνος σύνταξής του, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο, αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης (ΑΠ 190/2023, ΑΠ 1710/2022, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1172021, ΑΠ 733/2020, ΑΠ 495/2020).
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των ταυτάριθμων πρακτικών της, η οποία εξεδόθη επί εφέσεως του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 175/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκάνησου Κακουργημάτων, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της απάτης με προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, περιλαμβάνεται και τα ακόλουθα έγγραφα που αναφέρονται και στην πρωτόδικη απόφαση, με τον αντίστοιχο αριθμό "6. Εμφάνιση τραπεζικών συναλλαγών». Από την αναφορά στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν τα ως άνω έγγραφα, τα οποία είναι και τα μοναδικά κατ' είδος έγγραφα που συμπεριλαμβάνονται στα αναγνωστέα έγγραφα του κατηγορητηρίου, δεν δημιουργείται ασάφεια και αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους και ως προς το εάν τα εν λόγω έγγραφα αναγνώσθηκαν από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκάνησου και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης του. Με την ανάγνωση δε των εγγράφων αυτών στο ακροατήριο, τόσο στην πρωτοβάθμια δίκη, όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, όπου είχαν τον ίδιο αριθμό και την ίδια διατύπωση ("6. Εμφάνιση τραπεζικών συναλλαγών»), χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον παριστάμενο συνήγορο του αναιρεσείοντος, ο οποίος τον εκπροσωπούσε, έγινε γνωστό σε όλους τους παράγοντες της δίκης και επομένως και στον ως άνω συνήγορο, το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, οπότε ο τελευταίος είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, πλην όμως δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον ίδιο ή τον συνήγορό του.
Συνεπώς, το Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα πιο πάνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη χωρίς να είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατ' άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, είναι αβάσιμες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της 2ης αίτησης αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ) και, ειδικότερα, του άρθρου 386 Π.Κ., καθόσον δεν υφίσταται "υλική αντιστοιχία" ανάμεσα στο περιουσιακό όφελος του δράστη και στην επελθούσα ζημία του παθόντος, λόνος ο οποίος είναι απολύτως συναφείς με τους προβληθέντες 1° και 3° λόγους της από 29-6-2023 (1ης) αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 Π.Κ.. λόγος ο οποίος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφ' ενός μεν, για όσους λόγους αναλυτικά αναφέρονται ανωτέρω στους οικείους λόγους, αφ' ετέρου δε διότι, μπορεί μεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ., να απαιτείται η υλική αντιστοιχία μεταξύ του σκοπούμενου περιουσιακού οφέλους και της βλάβης που in concreto πραγματώθηκε, όπως γινόταν δεκτό νομολογιακά και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο [συγκεκριμένα δε, ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το όφελος άμεσα από την περιουσία του βλαπτόμενου κατά τρόπο που αυτό να είναι η αντίστροφη όψη της βλάβης], αλλά, πέραν του ότι δεν είναι αναγκαία η ταύτιση ως προς το ποσό και το ποιόν τους (ΑΠ 525/2023, Α.Π. 648/2020), εν προκειμένω - και ανεξαρτήτως του ότι ο εγκαλών παρέμεινε στην επίμαχη οικία από το έτος 2007 έως και το έτος 2011 - η παραχωρηθείσα από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα οικία δεν του μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα (στο οποίο και απέβλεπε με την καταβολή των χρημάτων, κατόπιν των αναφερομένων στο σκεπτικό και διατακτικό ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη άλλων εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και όχι στη χρήση της για περιορισμένο χρονικό διάστημα) και, επομένως, προκλήθηκε σε αυτόν (εγκαλούντα) βλάβη συνολικού ύψους εκατόν σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν δεκατεσσάρων ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (147.114,38 €), με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, με συνέπεια να υφίσταται υλική αντιστοιχία μεταξύ του σκοπούμενου περιουσιακού οφέλους και της βλάβης που in concreto πραγματώθηκε. Κατ'ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αμέσως παρακάτω, στο διατακτικό της απόφασης, ορίζεται ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 29-6-2023 και από 20-9-2023 αιτήσεις αναίρεσης του Θ. Χ. του Γ., καθώς και τον συνεκδικαζόμενο με αυτές πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά υπ' αριθμ. 26/11-5-2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα