Αριθμός 850/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου M. O. του S., κατοίκου Ρέντη Αττικής και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Χαράλαμπο Κομνηνάκη, ο οποίος διορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 282/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της αποφάσεως 1654/2024 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20-12-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/25.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον διορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 20-12-2024, δήλωση του M. O. του S., κατοίκου Ρέντη Αττικής, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-12-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1654/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στο άρθρο 233 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξετασθεί ύποπτος, κατηγορούμενος, ή μάρτυρας o οποίος δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση διερμηνεία. Εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, διατίθεται διερμηνεία για την επικοινωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Το, κατά τα ανωτέρω εδάφια, δικαίωμα σε διερμηνεία περιλαμβάνει την προσήκουσα συνδρομή σε άτομα με πρόβλημα ακοής ή ομιλίας. Σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ο εξετάζων εξακριβώνει με κάθε πρόσφορο μέσο κατά πόσον ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ομιλεί και κατανοεί την ελληνική γλώσσα και αν χρειάζεται την συνδρομή διερμηνέα...... 2. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα του μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου από πρόσωπα που διαμένουν ή εργάζονται στην έδρα του και κατά προτίμηση από δημόσιους υπαλλήλους... Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διορίσει διερμηνέα και αυτόν που επιλέγει ο κατηγορούμενος εκτός πίνακα». Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 171 εδ. δ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου, που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσων έγιναν στη διαδικασία, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης, η οποία εκδίδεται σε βάρος του. Για να διοριστεί όμως διερμηνέας, πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιονδήποτε τρόπο, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 647/2024, ΑΠ 283/2022, ΑΠ 1002/2021). Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 2. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση σε ποινική δίκη, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας, κατά το παραπάνω άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, υποχρεωτικά από τον οικείο επίσημο πίνακα διερμηνέων του συμβουλίου πλημμελειοδικών, που εγκρίνεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος κατά το άρθρο 233 παρ. 2 του ΚΠΔ, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ και δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής. Όμως, αντίθετα, η διάταξη, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας για την εξέταση μάρτυρα ή κατηγορουμένου, που αγνοούν την ελληνική γλώσσα, πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, χάριν της αντικειμενικής διερμήνευσης, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν δεν είναι δυνατόν να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι ελεγμένοι και εγγεγραμμένοι στον οικείο πίνακα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χρειάζεται επιπλέον να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα και στους παριστάμενους κατηγορούμενους ή τους συνηγόρους τους, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και τυχόν αντιρρήσεις τους για τον συγκεκριμένο διορισμό διερμηνέα, οπότε, σε περίπτωση που διορισθεί διερμηνέας εκτός του πίνακα και δεν δοθεί ο παραπάνω λόγος στον κατηγορούμενο για να εκφράσει τυχόν αντίρρησή του για τον συγκεκριμένο, εκτός πίνακα διορισμό διερμηνέα, επέρχεται παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ακρόαση του κατηγορουμένου, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 δ` ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1122/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 594/2022). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 236 του ίδιου Κώδικα "Ο διερμηνέας πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, οφείλει να ορκισθεί σύμφωνα με το άρθρο 219 ενώπιον εκείνου που τον διόρισε ότι θα μεταφράσει με ακρίβεια και πιστότητα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση ή αν πρόκειται για την περίπτωση του άρθρου 238, τα έγγραφα, τηρώντας πλήρη εχεμύθεια σχετικά με όσα του εμπιστεύθηκε ο κατηγορούμενος». Από την διάταξη αυτή καθίσταται φανερό ότι η μη όρκιση ή η παράτυπη ή ατελής ή μη προσήκουσα όρκιση του διερμηνέα δεν έχει ταχθεί, κατά το άρθρο 236 του ΚΠΔ ή κατ' άλλη διάταξη, με ποινή ακυρότητας (ΑΠ 1418/2022, ΑΠ 780/2022, ΑΠ 2545/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό, για τις αξιόποινες πράξεις της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της κατοχής και πώλησης και της βίας κατά υπαλλήλων (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 2, 3 ν. 4139/2013, 167 παρ. 1 ΠΚ) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και έξι (6) μηνών, καθώς επίσης και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, που γεννήθηκε στην Αλβανία, εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο και, σε σχετικές ερωτήσεις της διευθύνουσας τη συζήτηση, επιβεβαίωσε όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς του (όνομα, επώνυμο, τόπο γέννησης, ηλικία, ονόματα γονέων), δίχως να ζητήσει διορισμό διερμηνέα, παρά μόνο δήλωσε ότι στερείται συνηγόρου υπεράσπισης, γι' αυτό διορίστηκε σ' αυτόν, αυτεπαγγέλτως, από το Δικαστήριο συνήγορος υπεράσπισής του ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης .... Συμμετείχε δε με τον ως άνω συνήγορό του μέχρι τέλους στη δίκη, η οποία διεξήχθη στην ελληνική γλώσσα και απολογήθηκε στην ελληνική γλώσσα, απαντώντας μάλιστα σε ερωτήσεις της έδρας του Δικαστηρίου, χωρίς ούτε ο ίδιος, ούτε ο συνήγορος υπεράσπισής του να δηλώσουν μη επαρκή γνώση του της ελληνικής γλώσσας, γι' αυτό δεν ορίσθηκε διερμηνέας της αλβανικής γλώσσας. Όμως, στο τέλος του σκεπτικού της απόφασης αναφέρεται ότι: "Σημειώνεται ότι όλα τα παραπάνω αναγνωσθέντα έγγραφα και τα διαμειφθέντα στο ακροατήριο, καθώς και οι παραπάνω αποφάσεις, μεταφράστηκαν δια του διερμηνέα στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος δήλωσε δι' αυτού ότι κατανοεί το περιεχόμενό τους και τις εκδοθείσες αποφάσεις». Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι από το ανωτέρω απόσπασμα της απόφασης προκύπτει ότι διορίσθηκε από το Δικαστήριο διερμηνέας, διότι ο ίδιος αγνοεί την ελληνική γλώσσα, πλην όμως, αυτό έγινε χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά τα άρθρα 233 και 236 ΚΠΔ, ήτοι των σχετικών με τον διορισμό και την όρκιση του διερμηνέα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι δεν προκύπτει ο νομότυπος διορισμός διερμηνέα, ούτε η διερμήνευση όσων εν συνεχεία έλαβαν χώρα σχετικά με την εισαγγελική πρόταση και την απόφαση περί επιμέτρησης της ποινής, περί της επιβολής συνολικής ποινής, περί της αφαίρεσης του χρόνου προσωρινής του κράτησης, περί της επικύρωσης της κατάσχεσης-δήμευσης των κατασχεθέντων και περί της καταδίκης του στα δικαστικά έξοδα. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α’, σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πέραν της αοριστίας του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συγκεκριμένα, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου διέγνωσε επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας από τον συμμετέχοντα σε όλη τη διαδικασία εκκαλούντα και, μη έχοντας οποιοδήποτε στοιχείο περί του αντιθέτου, δεν είχε υποχρέωση να διορίσει διερμηνέα, ούτε διορίσθηκε τέτοιος, όπως σαφώς προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης, που δεν διορθώθηκαν κατά τούτο (άρθρο 145 ΚΠΔ). Το προαναφερόμενο δε απόσπασμα, στο τέλος του σκεπτικού της απόφασης, προδήλως τέθηκε εκ παραδρομής από τη γραμματέα του Δικαστηρίου, κατά τη σύνταξη της απόφασης, προερχόμενο από αντιγραφή και επικόλληση από άλλη απόφαση, το οποίο παρείδε και η διευθύνουσα τη συζήτηση, που υπέγραψε την απόφαση. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2024, δήλωση του K. O. του S., κατοίκου Ρέντη Αττικής, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-12-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1654/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ