ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤρΕφΚρητ 20/2023 Ακύρωση επενδυτικών συμβάσεων - Παρουσίαση επενδυτικού προγράμματος ως καταθετικού - Απάτη - Αδικοπρακτική ευθύνη - Ηθική βλάβη

Αριθμός:
20
Έτος:
2023
Δικαστήριο:
Τόπος:
Σύνθεση:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
08/06/2023
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
8806
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Η υπόθεση αφορά την ακύρωση επενδυτικών συμβάσεων μεταξύ του ενάγοντος και ενός πιστωτικού συνεταιρισμού, ο οποίος παραπλάνησε τον ενάγοντα παρουσιάζοντας το επενδυτικό προϊόν ως ασφαλές καταθετικό πρόγραμμα με εγγυημένο κεφάλαιο και απόδοση. Το δικαστήριο ακύρωσε τις συμβάσεις, επιδικάζοντας αποζημίωση 292.950 ευρώ για ζημία και 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Η απόφαση απορρίπτει τις αιτιάσεις των εναγόντων, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο ενάγων είχε γνώση των κινδύνων, και αναγνωρίζει αδικοπρακτική συμπεριφορά από πλευράς εναγόμενων.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός Απόφασης 20/2023
(ΓΑΚ …/2018, …/2018, …/2019)
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Παρασκευή Κυραλέου, Πρόεδρο Εφετών, Αντωνία Μπαχαντάκη, Εφέτη, Αθηνά Γαλιουδάκη, Εφέτη - Εισηγήτρια και, από το Γραμματέα Εμμανουήλ Περράκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 20 Σεπτεμβρίου 2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ... του …, κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε διά των πληρεξούσιων του δικηγόρων Ευγένιου Αρετάκη δυνάμει της από 19-9- 2022 δηλώσεως και, Κωνσταντίνου Αλαπάκου και Γεωργίου Μεντή δυνάμει της από 16-9-2022 δηλώσεως.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «... Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης» νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στα Χανιά (οδός …), 2) ..., κατοίκου Χανίων και 3) ..., κατοίκου Πλατανιά Χανίων, οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξούσιων τους δικηγόρων Γεωργίου Κομισόπουλου, Άννας Αποστολάκη και Κωνσταντίνας Καμηλάκη δυνάμει των από 19-9-2022 δηλώσεων.
Β) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «... Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης» και με δ.τ. "..." νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στα Χανιά (οδός ...), 2) ..., κατοίκου Χανίων και 3) ..., κατοίκου Πλατανιά Χανίων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά των πληρεξούσιων τους δικηγόρων Γεωργίου Κομισόπουλου, Άννας Αποστολάκη και Κωνσταντίνας Καμηλάκη δυνάμει των από 19-9-2022 δηλώσεων.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ... του ..., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, ο οποίο; παραστάθηκε διά των πληρεξούσιων του δικηγόρων Ευγένιου Αρετάκη δυνάμει της από 19-9-2022 δηλώσεως και, Κωνσταντίνου Αλαπάκου και Γεωργίου Μεντή δυνάμει της από 19-9-2022 δηλώσεως.
Γ) ΤΩΝ ΑΣΚΟΥΝΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ: 1) Του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «... Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης» και με δ.τ. ‘’..." νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στα Χανιά (οδός ...), 2) ..., κατοίκου Χανίων και 3) ..., κατοίκου Πλατανιά Χανίων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά των πληρεξούσιων τους δικηγόρων Γεωργίου Κομισόπουλου, Άννας Αποστολάκη και Κωνσταντίνας Καμηλάκη δυνάμει των από 19-9-2022 δηλώσεων.
ΤΟΥ ΚΑΘ ΟΥ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ: ... του ..., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε διά των πληρεξούσιών του δικηγόρων Ευγένιου Αρετάκη δυνάμει της από 16-9-2022 δηλώσεως και, Κωνσταντίνου Αλαπάκου και Γεωργίου Μεντή δυνάμει της από 19-9-2022 δηλώσεως.
Α) Ο εκκαλών ζητεί να γίνει δεκτή η από 19-6-2018 έφεσή του κατά της με αριθμό 16/2018 οριστικής Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία κατατέθηκε με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2018 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 1-10-2019, εν συνεχεία για τη δικάσιμο της 1-12-2020 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο.
Β) Οι εκκαλούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 19-6-2018 έφεσή τους κατά της με αριθμό 16/2018 οριστικής Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία κατατέθηκε με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2018 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 1-10-2019 εν συνεχεία για τη δικάσιμο της 1-12-2020 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο.
Γ) Οι ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης ζητούν να γίνουν δεκτοί οι από 28-8-2019 πρόσθετοι λόγοι έφεσης τους κατά της με αριθμό 16/2018 οριστικής Απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το δικόγραφο των οποίων κατατέθηκε με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2019 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 1-10-2019 εν συνεχεία για τη δικάσιμο της 1-12-2020 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων τα δικόγραφα των οποίων συνεκφωνήθηκαν από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι παραστάθηκαν ως ανωτέρω κατά τα αναφερόμενα στα πρακτικά της παρούσας.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α) Η υπό κρίση από 19-6-2018 (βεβαίωση καταθ. .../20-6-2018 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο παρόν με αριθμό πρωτ. …/1-10- 2018) έφεση του νικήσαντος εν μέρει ενάγοντος κατά της υπ' αρ. 16/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) έχουσα ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1,496 παρ. 1, 498 παρ. 1,499, 511, 513 παρ. 1 β', 516 παρ. 1, 517 εδ. α' και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στη συνέχεια ως προς τη βασιμότητα των λόγων της που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την εφαρμοσθείσα και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τακτική διαδικασία (άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ), εντός των ορίων που καθορίζονται απ’ αυτήν (άρθρο 522 ΚΠολΔ), καθώς για το παραδεκτό της άσκησής της καταβλήθηκε το προβλεπόμενο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 Γ εδ.τελ. ΚΠολΔ, παράβολο.
Β) Η υπό κρίση από 19-6-2018 (βεβαίωση καταθ. .../20-6-2018 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο παρόν με αριθμό πρωτ. .../1-10- 2018) έφεση των ηττηθέντων εν μέρει εναγόμενων κατά της υπ' αρ. 16/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) έχουσα ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1,496 παρ. 1, 498 παρ. 1,499, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρεπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στη συνέχεια ως προς τη βασιμότητα των λόγων της που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την εφαρμοσθείσα και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τακτική διαδικασία (άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ), εντός των ορίων που καθορίζονται απ’ αυτήν (άρθρο 522 ΚΠολΔ), καθώς για το παραδεκτό της άσκησής της καταβλήθηκε το προβλεπόμενο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 Γ εδ.τελ. ΚΠολΔ, παράβολο.
Γ) Οι υπό κρίση από 28-8-2019 (αρ. πρωτ. .../29-8-2019 πρόσθετοι λόγοι έφεσης των ηττηθέντων εν μέρει εναγόμενων επί της υπό στοιχείο Β’ από 19-6-2018 έφεσης τους κατά της υπ' αρ. 16/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) έχοντες ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως κατ’ άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ (σχετ. με αριθ. …/29-8-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων ...). Επομένως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να εξετασθούν στη συνέχεια ως προς τη βασιμότητα των λόγων τους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι ως άνω εφέσεις βάλλουν κατά της ίδιας απόφασης, είναι συναφείς, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, αφορούν στους ίδιους διαδίκους και στο ίδιο βιοτικό συμβάν. Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου με τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων αυτής, (άρθρα 31 παρ. 3, 246 και 524 του ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος - καθ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανιών από 7-4-2017 και με αριθ. εκθ. κατ. .../2017 αγωγή του κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων- εκκαλούντων- ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης, εκθέτει ότι δυνάμει συμβάσεως που σύναψε το έτος 2010 με τον εναγόμενο πιστωτικό συνεταιρισμό εντάχθηκε σε προσφερόμενο από τον τελευταίο επενδυτικό- καταθετικό πρόγραμμα με την ονομασία "...”, το οποίο παρείχε εγγυημένη απόδοση και κεφάλαιο και δυνατότητα ανάληψης του επενδυθέντος κεφαλαίου οποτεδήποτε μετά την πάροδο 90 ημερών και ότι το φθινόπωρο του έτους 2013 κατόπιν αιτήσεώς του ανέλαβε τα χρήματα που τοποθέτησε στο πρόγραμμα αυτό και έκλεισε τον αντίστοιχο λογαριασμό. Ότι τον Απρίλιο του έτους 2014 το εναγόμενο ενεργώντας διά των λοιπών εναγόμενων ως εκπροσώπων του, με δόλιο τρόπο και κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών τον έπεισε, διά ενημέρωσης του πατρός του που λειτουργούσε ως εκπρόσωπος του ιδίου, να συμβληθεί στο νέο καταθετικό πρόγραμμα "..." που αποτελούσε συνέχεια του ανωτέρω και προσφερόταν προνομιακά μόνον στους πελάτες που είχαν συμμετάσχει στο προηγούμενο αυτού ως άνω πρόγραμμα, με συνέπεια να ενταχθεί σ' αυτό άνευ διαπραγμάτευσης ή περαιτέρω ενημέρωσης, υπογράφοντας τα έντυπα που απεστάλησαν προς τούτο στο κατάστημα του εναγόμενου στην Αθήνα, με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των ανωτέρω ότι ισχύουν και σ' αυτό όμοιοι όροι με το προγενέστερο ως προς την εγγύηση κεφαλαίου - απόδοσης και ευχέρειας ανάληψης. Ότι την 8-6-2015 ανέλαβε από το λογαριασμό εξυπηρέτησης του προγράμματος το ποσό των 50.209,40 ευρώ χωρίς προσκόμματα από τον εναγόμενο. Ότι την 16-6-2015 αιτήθηκε την ανάληψη του υπολοίπου της κατάθεσής του εκ ποσού 296.290,60 ευρώ πλην όμως ο εναγόμενος δεν του το απέδωσε άμεσα και όταν εν συνεχεία μεσολάβησε η τραπεζική αργία επικαλέστηκε πρόσκαιρη αδυναμία ένεκα αυτής. Ότι επί της από 20-11-2015 εξώδικης όχλησης του για την ανάληψη της κατάθεσής του ο εναγόμενος τον ενημέρωσε για τη μείωση της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας με την απομείωση της κατάθεσής του στο ποσό των 21.000 ευρώ, αρνούμενος έκτοτε να του αποδώσει το ποσό των 296.290,60 ευρώ. Ότι στη μεθόδευση αυτή με την δημιουργία του ως άνω προγράμματος και την ένταξη του σ' αυτό, οι εναγόμενοι προέβησαν με πρόθεση εξαπάτησης των πελατών του τραπεζικού ιδρύματος ώστε τούτο να εμφαίνεται έναντι των εποπτικών αρχών ότι διαθέτει ως κεφάλαιο το ισόποσο των συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να καλύψει τις κεφαλαιακές του ανάγκες χωρίς να προβεί προς τούτο, ως όφειλε, σε αύξηση κεφαλαίου. Ότι ο δεύτερος Η εναγόμενος, ως πρόεδρός του ΔΣ του εναγόμενου ιδρύματος υπήρξε ο ιθύνων νους του σχεδίου δημιουργίας των εν λόγω προγραμμάτων και τον παρέπεισε και ως φίλος και σύμβουλος της οικογένειάς του να συμμετέχει σε αυτά εν γνώσει της βλάβης που θα υφίστατο ενώ ο τρίτος εναγόμενος ως διευθυντικό στέλεχος και προστηθείς του πρώτου εκτέλεσε τις οδηγίες και εντολές του εν γνώσει της επικινδυνότητας του προγράμματος "..." προς βλάβη της περιουσίας του ενάγοντας. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος την αδικοπρακτική εις ολόκληρον ευθύνη των εναγόμενων αλλά και την ενδοσυμβατική ευθύνη και την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις του πρώτου τούτων ένεκα της υπαίτιας παράβασης των υποχρεώσεών που απορρέει από την σύμβαση παροχής επενδυτικών-συ μ βουλευτικών υπηρεσιών και από τον Κώδικα Δεοντολογίας των εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και επιπρόσθετα από τις διατάξεις του νόμου για την προστασία του καταναλωτή επικουρικά δε, λόγω ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων λόγω απάτης άλλως λόγω αξίωσης από ειδική συμφωνία απόδοσης του ποσού κατά την επανειλημμένη πρακτική του πρώτου εναγόμενου ως προς το λογαριασμό του ενάγοντας, ζητεί, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 292,950 ευρώ, όπως νομότυπα περιορίστηκε το αίτημα αυτό με τις προτάσεις του, νομιμοτόκως από την 16-6-2015 οπότε οχλήθηκε αυτός για την σχετική καταβολή από τον ενάγοντα, άλλως, κατόπιν ακύρωσης της επίδικης σύμβασης να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλει α) ως αποζημίωση για την θετική ζημία που υπέστη το ποσό των 296,290,60 ευρώ και β) το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο από επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, επ' απειλή προσωπικής κράτησης του δεύτερου εναγόμενου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης.
Επί της αγωγής αυτής, που εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 16/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αφού έκανε δεκτές τις σωρευθείσες βάσεις της αγωγής περί ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ως νόμιμες ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 147, 148, 149, 154, 155, 197, 198, 207, 281, 288, 297 εδ. α, 298 εδ.α, 299, 330, 340, 345, 346, 361, 830, 914, 919, 922, 932 ΑΚ, και 1 παρ. 4, 8, 9γ, 9ε, 9θ Ν. 2251/1994, 2, 3 παρ.2, 4, 12, 13, 25 Ν. 3606/2007, κεφ. Α παρ.1, Β αρ.4 παρ. β ΠΔΤΕ 2501/2002, 4επ., 12επ. της υπ αριθ. 1/452/2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, 907, 908 παρ. 1, 1047, 1049 176 ΚΠολΔ και ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς τα αιτήματα της ακύρωσης της επίδικης σύμβασης "...”, της ευθύνης του πρώτου εναγόμενου από τις διαπραγματεύσεις και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγόμενων και υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 321.950 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ήδη παραπονούνται οι διάδικοι και δη:
Ι) ο ενάγων με την κρινόμενη (Α) έφεση και τους δύο λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων έσφαλε 1) ως προς το χαρακτηρισμό και την ερμηνεία των επίδικων συμβάσεων που αποτελούν κατά τις αιτιάσεις του τραπεζική κατάθεση και όχι επένδυση σε μερίδες μέσω αυξήσεως κεφαλαίου, απορρίπτοντας συνακόλουθα την αντίστοιχη βάση της αγωγής του και 2) ως προς το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας της απαίτησής του καθώς η εκκαλουμένη έκρινε ότι οι νόμιμοι τόκοι επί της επιδικασθείσας σ' αυτόν αποζημίωσης οφείλονται από την επίδοση της αγωγής και όχι από την 16-6-2015 οπότε ο ίδιος όχλησε τον εναγόμενο πιστωτικό οργανισμό για την καταβολή του ποσού αυτού, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της ως προς αυτές τις αιτιάσεις ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του και για τα αιτήματα αυτά.
ΙΙ) οι εναγόμενοι με την υπό στοιχείο (Β) έφεσή τους για τους εξής, επιγραμματικά αναφερόμενους εν προκειμένω, λόγους: 1) διότι εσφαλμένως η προσβαλομένη ακύρωσε την επίδικη σύμβαση και παράλληλα επιδίκασε και το θετικό διαφέρον, 2 και 3) διότι εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τη διαφοροποίηση των τραπεζικών συμβάσεων "..." και "..." και απέδωσε σ' αυτούς εκ του λόγου τούτου αδικοπρακτική συμπεριφορά, με σφαλερές παραδοχές ως προς την υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης, εξασφάλισης του κεφαλαίου και της τιμής ρευστοποίησης, 4) διότι εσφαλμένως ερμήνευσε τις ως άνω συμβάσεις, παραγνωρίζοντας την αυτοτέλεια των συμβάσεων κτήσεως συνεταιριστικών μερίδων και αυτής του συνεταίρου, 5) διότι εσφαλμένως και με αντιφατικές παραδοχές θεωρεί παραπλανητικό τον ορθό χαρακτηρισμό της σύμβασης "..." ως καταθετικού προϊόντος καθώς και τα χαρακτηριστικά του προγράμματος αυτού και οδηγείται έτσι στο σφαλερό συμπέρασμα εξαπάτησης του ενάγοντος, 6) διότι εσφαλμένως δέχεται ότι ο πρώτος τούτων περιήλθε σε υπαίτια οριστική αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς ρευστοποίηση και ότι δολίως δημιούργησε και προώθησε το πρόγραμμα "..." προκειμένης της ανακεφαλοποίησης του, 7) διότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι ο ενάγων εξαπατήθηκε ενώ εκπροσωπείτο από τον πατέρα του, χωρίς να ερευνήσει εάν ο τελευταίος πράγματι παραπλανήθηκε, 8) διότι ενώ οι προστηθέντες του ουδέποτε συμπεριφέρθηκαν αντίθετα προς τη συναλλακτική καλή πίστη εσφαλμένως εκτίμησε τις ενέργειες παρουσίασης των προϊόντων του πρώτου τούτων ως συνιστώσες απατηλές πράξεις, 9) διότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε στον πρώτο το ποσό των 346.500 ευρώ ενώ οι συνολικές καταβολές του ανέρχονταν στο ποσό των 343.000 ευρώ και επιπλέον δεν συνυπολόγισε την επιστροφή σ’ αυτόν την 11-5-2016 ποσού 27.161,77 ευρώ, επιδικάζοντάς του το ποσό των 272.290,60 ευρώ αντί του ορθού των 265.128,83 ευρώ. Προσέτι, δεν προέβη σε συνυπολογισμό ζημίας κέρδους και δη των τόκων εκ ποσού 21.637,17 ευρώ που εισέπραξε επί διετία ο ενάγων, δεχόμενη εσφαλμένως ότι συνιστούν ωφέλεια άρρηκτα συνδεδεμένη με την αδικοπραξία, 10) διότι εσφαλμένως απέρριψε την επικουρικώς προβληθείσα ένστασή τους περί συνυπαιτότητας του ενάγοντος, 11) διότι εσφαλμένως επιδίκασε για την ηθική βλάβη του ενάγοντας δυσανάλογα μεγάλη χρηματική ικανοποίηση εκ ποσού 29.000 ευρώ καίτοι η ζημία του είναι αποκλειστικώς οικονομικής φύσεως και 12) διότι εσφαλμένως δέχθηκε την αγωγή ως προς τους προστηθέντες του πρώτου τούτων χωρίς διάκριση ως προς την ακύρωση της επίδικης σύμβασης καίτοι δεν ήταν και αυτοί συμβαλλόμενοι, ενώ άλλωστε η αγωγή ως προς αυτούς και τις αποδιδόμενες αδικοπρακτικές τους ενέργειες είναι όλως αόριστη, καθώς αναφέρει γενικά πιέσεις και παραπλανητικές δηλώσεις αυτών προς τον πατέρα του ενάγοντος χωρίς να εξειδικεύει περαιτέρω τις περιστάσεις κατά τρόπο και χρόνο, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η άμυνα τους, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της ώστε να γίνει απορριφθεί η αγωγή.
(ΙΙΙ) οι εναγόμενοι με τους υπό στοιχείο (Γ) πρόσθετους λόγους έφεσης: 13) διότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη προέβη στην ακύρωση της από 23-4-2014 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης 8.900 συνεταιριστικών μερίδων ενώ ο ενάγων αορίστως αναφέρεται στην εν λόγω ακύρωση και στο αιτητικό ζητεί μόνον την ακύρωση της σύμβασης "...”, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιώδους αρχής της διάθεσης και ενώ, ως εκθέτουν με τον 4ο λόγο έφεσης οι συμβάσεις είναι αυτοτελείς, 14) διότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη δέχθηκε την τέλεση απάτης εκ μέρους τους ενώ δεν συντρέχουν, πέραν των αιτιάσεων που αναπτύσσονται στην υπό στοιχείο Β έφεση τους οι όροι του άρθρου 147 ΑΚ, 15) διότι εσφαλμένως, επιπλέον των σχετικά αναφερόμενων στους υπό στοιχεία 1ο και 7ο λόγους έφεσης, η προσβαλλομένη επιδίκασε στον ενάγοντα ως αποζημίωση, χωρίς τη συνδρομή των όρων του άρθρου 914 ΑΚ, το αντίτιμο που κατεβλήθη για την απόκτηση μερίδων κατά το οποίο όμως εν όψει της ακύρωσης της σύμβασης αυτός δεν ζημιώθηκε και πάντως, επικουρικά, να μην συνυπολογίζεται το κέρδος που αποκόμισε συνεπεία της σύμβασης που ακυρώθηκε πάραυτα με αναδρομική ισχύ, 16) διότι εσφαλμένως καίτοι η ακύρωση δικαιοπραξιών δεν συνιστά νόμιμο λόγο αποζημίωσης αλλά συνιστά υποχρέωση της τράπεζας για επιστροφή - απόδοση των εκχωρηθέντων ποσών, καταδίκασε εις ολόκληρον και τα φυσικά πρόσωπα χωρίς να υφίσταται σχετική προς τούτο αξίωση κατ' αυτών και 17) διότι εσφαλμένως δεν συνυπολόγισε τους τόκους που εισέπραξε ο ενάγων (σχετ. 9ος λόγος έφεσης) από την ακυρωθείσα σύμβαση εκ ποσού 21.637,17 ευρώ και ως προς το οποίο προβάλλουν, επικουρικά, ένσταση συμψηφισμού.
Από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. …, …/4-10-2017, …, .../19-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου απορριπτομένης της αιτίασης των εκκαλούντων - ασκούντων πρόσθετους λόγους περί απαραδέκτου α) των ως άνω με αριθμό …/2018 και .../19-10-2017 βεβαιώσεων λόγω μη τήρησης των ορών του άρθρου 421 ΚΠολΔ καθώς η Συμβολαιογράφος ενώπιον της οποίας δόθηκε εδρεύει στον τόπο κατοικίας των εν λόγω μαρτύρων, β) λόγω της λήψης της με αριθμό …/2017 βεβαίωσης δεκαπέντε λεπτά μετά την ορισθείσα με τη σχετική κλήση ώρα δηλονότι μάλιστα δόθηκε παρουσία των νομότυπα εκπροσωπούμενων εναγόμενων και γ) των προσκομιζόμενών με την προσθήκη …, .../19-10-2017 βεβαιώσεων που παραδεκτά δόθηκαν στο πλαίσιο της αντίκρουσης των ισχυρισμών των εναγόμενων, την υπ’ αριθμόν …/3-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... του ..., τις υπ’ αριθμ. …, …/3-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων ... που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόμενων κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος, από τις λοιπές προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλων προηγούμενων δικών που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις (ΟλΑΠ 81/2016, ΑΠ 424/2018, ΑΠ 51512017, ΑΠ 1293/2017, ΕφΠειρ 208/2016 ΝΟΜΟΣ), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων γεννήθηκε το έτος 1988. Κατά το χρονικό διάστημα των ένδικων περιστατικών ήταν φοιτητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τόσον ο ίδιος ως και λοιπά μέλη της οικογένειάς του διατηρούσαν προθεσμιακές καταθέσεις στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είναι νόμιμα συσταθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1667/1986 «Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α7Ι96), αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στην πόλη των Χανίων και την επωνυμία «... Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης”, και που από το 1995 οπότε έλαβε με τη με αριθμό …/18.9.1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος άδεια και μέχρι σήμερα, λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα. Από το έτος 2010 και μετά ο ενάγων, κατόπιν των συμβουλών και προτροπών των λοιπών εναγόμενων, προστηθέντων του πρώτου εναγόμενου που απευθύνθηκαν στον πατέρα του ενάγοντας λόγω της γνωριμίας που αναπτύχθηκε μεταξύ τους επ' ευκαιρία της συνεργασίας εκ των προθεσμιακών καταθέσεων της οικογένειας τους εν γένει, τοποθέτησε κεφάλαιο ύψους 420.000 €, κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες, με την τρέχουσα τιμή διάθεσης από την τράπεζα και κατά ποσοστό 10 % σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό με την ονομασία "...”, δυνάμει της με αριθμό .../10-11-2010 σχετικής σύμβασης. Ειδικότερα, ο ενάγων ενέταξε στο πρόγραμμα αυτό 10.800 συνεταιριστικές μερίδες, τις οποίες είχε στο όνομά του και κατά τη συμφωνία των μερών όφειλε να τις διατηρήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, εκτός και αν ασκούσε τα δικαιώματα του υπ' αριθμ. 2.2, συμβατικού όρου, ενώ ταυτόχρονα κατέθεσε σε ειδικό λογαριασμό με αριθμό … το ποσό των 420.000 €. Το ποσό αυτό αποτελούσε περιουσιακό του στοιχείο κυρίως προερχόμενο από αποταμιεύσεις της οικογένειάς του. Εκ των μερίδων αυτών μία ήταν υποχρεωτική, καθώς η συμμετοχή στο πρόγραμμα προϋπέθετε την ιδιότητα του συνεταίρου και οι λοιπές προαιρετικές, εκδοθέντος σχετικά από τον πρώτο εναγόμενο του σχετικού, επ' ονόματι του ενάγοντας, τίτλου. Οι ως άνω συμβάσεις επομένως (αγορά μερίδων ή τοποθέτηση - εισαγωγή ήδη υπαρχόντων και κατάθεση) ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στο πρόγραμμα εξ ου και καταρτούνταν την ίδια ημέρα, ως επιμέρους τμήματα μίας συνολικής επένδυσης. Η ένταξη του δε στο εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα "…" προέκυψε δηλονότι οι ως άνω προστηθέντες υπαλλήλοι στο κατάστημα του εναγόμενου στα Χανιά διαβεβαίωσαν τον πατέρα του και ακολούθως τον ίδιο κατά την υπογραφή της προδιατυπωμένης σχετικής σύμβασης, ότι αποτελούσε ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης, με σταθερό επιτόκιο και εγγυημένο κεφάλαιο και απόδοση. Τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του προγράμματος αυτού απέβλεπαν στην ασφαλή και συνάμα επικερδή τοποθέτηση του κεφαλαίου των καταθετών, λόγω του υψηλότερου, σε σχέση με τα ισχύοντα σε άλλες τράπεζες, επιτοκίου. Το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα παρουσιάστηκε ως ένα είδος επένδυσης που απευθυνόταν σε αποταμιευτές σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο χωρίζεται σε δυο μέρη, το πρώτο αποτελούμενο από το 90% του κεφαλαίου που τοποθετείται σε αγορά συνεταιριστικών μερίδων και το 10% στο λογαριασμό «...”, ενώ στο σύνολό του το ποσό φέρει σταθερό επιτόκιο ύψους 25%. Το πρόγραμμα αυτό προβαλλόταν τότε από τον εναγόμενο ως προσφέρον ασφαλή φύλαξη των αποταμιεύσεών των καταθετών - επενδυτών χωρίς επενδυτικό κίνδυνο, ελάχιστη εγγυημένη απόδοση μεγαλύτερη των προθεσμιακών καταθέσεων και δυνατότητα ανάληψης μετά την πάροδο ενενήντα (90) ημερών. Ο πρώτος εναγόμενος προωθούσε τούτο εντατικά, τόσον διά της ενημέρωσης των πελατών του από τους προστηθέντες υπαλλήλους του ως και με ενημερωτικά φυλλάδια, που για το σκοπό της διαφήμισης του προϊόντος διέθετε σε κάθε κατάστημά του με τον τίτλο «ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ...» αλλά και διαδικτυακά με αναρτήσεις για το εν λόγω προϊόν από την ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Στο προωθητικό δε υλικό του εναγόμενου για το πρόγραμμα αυτό επισημαινόταν η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των αποταμιεύσεων σε ποσοστό έως και 45% μεγαλύτερο της απόδοσης των προθεσμιακών καταθέσεων και το πρόγραμμα αυτό παρουσιαζόταν ελαστικό σε κρίσιμους όρους εν σχέσει με τον εκτοκισμό, την ανάληψη κατάθεσης, τη δυνατότητα της άμεσης ρευστοποίησης των εταιρικών μερίδων και κατά την προώθησή του από τον πρώτο εναγόμενο και εν προκειμένω από τους προστηθέντες αυτού, δεν αναφερόταν ο κίνδυνος της μείωσης της τρέχουσας αξίας διάθεσης των συνεταιριστικών μερίδων ένεκα των διεθνών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων αλλά και των επιπτώσεων της δημοσιονομικής κρίσης στην χώρα που επηρεάζουν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και μπορεί να οδηγήσουν στην αδυναμία συγκέντρωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων κατά το χρόνο της ρευστοποίησης του επενδυμένου σε μερίδες κεφαλαίου. Η ανάπτυξη του προγράμματος αυτού προέκυψε από την επιδίωξη του πρώτου εναγόμενου να στηριχθεί με κεφάλαια των πελατών του ώστε να ισχυροποιήσει τη θέση του και έτσι, κατά πάγια τακτική, προώθησε εντατικά το παραπάνω προϊόν δίνοντας έμφαση στο υψηλότερο επιτόκιο αλλά και στη δυνατότητα της άμεσης ανάληψης του ποσού που οι καταθέτες διέθεταν στην επένδυση, προκειμένου όπως εξασφαλίσει την υγιή λειτουργία του στο μέλλον, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα ένορκη κατάθεση του άλλοτε διευθυντή του καταστήματος του εναγόμενου στο Περιστέρι Αττικής ... με αριθμό …/11-2-2017 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .... Ο ενάγων εντάχθηκε στο ως άνω πρόγραμμα, ελλείψει παράθεσης από τον εναγόμενο των κινδύνων της επένδυσης και μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2013 δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με αυτό. Μάλιστα, ένεκα προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε τότε ο πατέρας του, την 15-11-2013 αιτήθηκε τη διαγραφή 10.700 συνεταιριστικών μερίδων που πραγματοποιήθηκε προσηκόντως από τον πρώτο εναγόμενο και ανέλαβε το σύνολο της κατάθεσής του. Τούτο το γεγονός, ήτοι η άμεση και απρόσκοπτη ανάληψη της κατάθεσης του ενάγοντας οπωσδήποτε συνετέλεσε στην ενίσχυση της πεποίθησης του και του εκπροσωπούντος αυτόν πατρός του για τις ασφαλείς συμβουλές των εναγόμενων εν σχέσει με τις αποταμιεύσεις τους και στην εδραίωση της, εσφαλμένης πάραυτα, πεποίθησης ότι το εν λόγω πρόγραμμα αποτελούσε καταθετικό πρόγραμμα και όχι επενδυτικό. Βέβαια, ο πρώτος εναγόμενος ήδη γνώριζε ότι από την 1-1-2014 και μετά θα άρχιζε η ισχύς της εφαρμογής του Κανονισμού 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, ο οποίος με τα άρθρα 26 έως 29 επανακαθόρισε τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των ιδίων κεφαλαιακών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα, συνεταιριστική τράπεζα, όπως ο εναγόμενος, που θα εγγυόταν απόδοση για συνεταιριστικές μερίδες δεν θα επιτρεπόταν να συνυπολογίζει τις μερίδες αυτές στα ίδια εποπτικά της κεφάλαια. Ειδικότερα, η πρόβλεψη διασφάλισης ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης για το σκέλος της επένδυσης που ενέτασσε τις συνεταιριστικές μερίδες και η συνακόλουθη κάλυψη τυχόν διαφοράς, εφόσον η πραγματική απόδοση υπολειπόταν της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης του προγράμματος «...» ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 26-29 του κανονισμού 575/2013 (ΕΕ) αναφορικά με τις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό κεφαλαιακών μέσων ως μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Επιπρόσθετα, η ... δεν πληρούσε την προϋπόθεση της αδυναμίας μείωσης ή εξόφλησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου (άρθρο 28 παρ.1 στ), αφού κατά τα ανωτέρω είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα τέλη Ιουνίου 2013 ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο του προγράμματος «...”, δεν θα μπορούσαν από 01-01-2014 και εφεξής να συνυπολογισθούν στο εποπτικό κεφάλαιο, εφόσον οι συμβατικές της υποχρεώσεις αναφορικά με τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση της ονομαστικής αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων παρέμεναν ενεργές. Κατόπιν τούτων, ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιριμός προκειμένου να αντιμετωπίσει το μείζον αυτό ζήτημα της κεφαλαιακής του επάρκειας, αποφάσισε αφενός να καταργήσει το πρόγραμμα «...» και αφετέρου να θέσει σε ισχύ ένα νέο τραπεζικό προϊόν «...”, ουσιωδώς διάφορο του προηγούμενου, με κύριο γνώμονα την ενίσχυση της κεφαλαιακής του επάρκειας. Ειδικότερα, κατά τους όρους του προϊόντος ...”, ο συνεταίρος του εναγόμενου δικαιούτο να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης «...» χρηματικό ποσό, το συνολικό ύψος του οποίου δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του, οι οποίες αποσυνδέονταν πλήρως με οποιαδήποτε εγγύηση απόδοσης, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση έναντι των λοιπών. Κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης του εν λόγω προγράμματος προβλέπονται μεταξύ άλλων τα εξής: α) κατά τον 3ο όρο ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας, και αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στο λογαριασμό «...”, β) κατά τον 4ο όρο ο ειδικός λογαριασμός είναι έντοκος, και το επιτόκιο καθορίστηκε σύμφωνα με την αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού, ήτοι το επιτόκιο πολλαπλασιάζονταν με τους εξής δύο συντελεστές ι) με σταθερό συντελεστή 10 και ιι) με μεταβλητό συντελεστή διατήρησης κατάθεσης ανάλογα με την πραγματική διάρκεια που κυμαίνονταν από 1,20 έως 1,50, γ) κατά τον 5ο όρο οι τόκοι θα αποδίδονταν σε κάθε ετήσια επέτειο της ημερομηνίας πραγματοποίησης της κατάθεσης, οι οποίοι κατά το 6ο όρο θα γίνονταν με βάση το έτος 365 ημερών, δ) κατά τον 7ο όρο ο συνεταίρος δικαιούνταν να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, βάσει του αντίστοιχου συντελεστή κατά τα οριζόμενα στον υπ’ αριθμ. 4 όρο, και ε) κατά τον 8ο όρο, συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση θα είναι αορίστου χρόνου, και ο συνεταίρος δικαιούνταν να ζητήσει οποτεδήποτε με έγγραφη αίτησή του το κλείσιμο οποιοδήποτε λογαριασμού, ενώ αντίστοιχα η τράπεζα είχε το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς κατόπιν προηγούμενης, προ 30 ημερών, έγγραφης προειδοποίησης. Ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους πελάτες του και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτέλεσμα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας, οπότε αποφάσισε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών-καταθετών της «...» διά της δημιουργίας του προγράμματος «...» που όπως προκύπτει από τα παραπάνω ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της «...» όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια «τυπική» και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της «...”, αποσιωπώντας ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, όπως και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στην άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων. Περί τον Απρίλιο του έτους 2014 ο δεύτερος εναγόμενος, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου και ο τρίτος των εναγόμενων, Διευθυντής τότε του υποκαταστήματος του πρώτου στον Πλατανιά συνέστησαν εμφατικά στον πατέρα του ενάγοντος όπως ο τελευταίος τοποθετήσει τα χρήματα του στο νέο πρόγραμμα "...” που είχε αντικαταστήσει το πρόγραμμα «...». Τούτο δε έπραξαν οι ανωτέρω με τις ιδιότητες τους αυτές στο πλαίσιο των οδηγιών του πρώτου εναγόμενου για την ενίσχυση της κεφαλαιακής του επάρκειας κατά τα προεκτεθέντα, συστήνοντας έτσι το όλως διάφορο - νέο πρόγραμμα ειδικού λογαριασμού κατάθεσης «...”, ως το ίδιο με το προηγούμενο, ως έχον όμοια χαρακτηριστικά, χωρίς αναφορά στις ουσιώδεις διαφορές των όρων μεταξύ των προγραμμάτων, πείθοντάς τον μάλιστα ότι αυτό διατίθετο αποκλειστικά σε πελάτες που είχαν στο παρελθόν ενταχθεί στο πρόγραμμα "...”. Αυτή η διαβεβαίωση ήταν κρίσιμη για το σχηματισμό πεποίθησης περί τα χαρακτηριστικά της νέας σύμβασης ως όμοια αυτών της προηγούμενης, αφού έτσι ενισχύετο η θέση ότι οι καταθέτες του αρχικού προγράμματος προνομιακά μπορούσαν να απολαύσουν και το νεότερο, όμοιο ωστόσο, προϊόν. Κρίσιμο λοιπόν δεδομένο αποτελεί το γεγονός ότι όπως και για το πρόγραμμα "..." οι εναγόμενοι δεν είχαν ενημερώσει τον ενάγοντα για τις τυχόν επισφάλειες που μπορούσε να προξενηθούν στο κεφάλαιό του, έτσι και για το πρόγραμμα "..." δεν εκτέθηκαν οι όροι και οι πλείονες μάλιστα κίνδυνοι του προϊόντος αλλά έτι περαιτέρω, τούτο παρουσιάστηκε ως μία "συνέχεια" του προηγούμενου προγράμματος και ως εκ τούτου όχι ως ένα νέο, στην πραγματικότητα σαφώς διαφοροποιημένο πρόγραμμα ως προς την εγγυημένη απόδοση και τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Ο ενάγων αφ' ενός μεν δεν είχε υποστεί ζημία από το πρόγραμμα "..." αφ' ετέρου έχοντας τις διαβεβαιώσεις των ως άνω Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου και του προστηθέντος ανώτερου διοικητικού στελέχους αυτού περί της συνέχισης του ίδιου ασφαλούς προγράμματος και βασιζόμενος στη σχέση εμπιστοσύνης που είχε πλέον αναπτυχθεί μεταξύ τους από την μέχρι τότε συνεργασία τόσον του ιδίου ως και λοιπών στενών του συγγενών με τον πρώτο εναγόμενο, υπέγραψε την 23-4-2014 στο υποκατάστημα του πρώτου εναγόμενου στην Αθήνα την σχετική προ-διατυπωμένη σύμβαση που απεστάλη εκεί από το κατάστημα του τελευταίου στον Πλατανιά. Ο πρώτος εναγόμενος εκπροσωπήθηκε προς τούτο από μη διάδικο στην παρούσα δίκη προστηθεντα υπάλληλό του και από τον τρίτο εναγόμενο. Έτσι ο ενάγων, υποβάλλοντας την με αριθμό .../23-4-2014 αίτησή του υπέγραψε για τη σύναψη της σύμβασης ειδικού λογαριασμού κατάθεσης «...» τοποθετώντας κεφάλαιο ποσού 315.000 ευρώ και αποκτώντας την ίδια ημέρα 8.900 συνεταιριστικές μερίδες αντί ποσού 31.500 ευρώ, ήτοι ποσοστό 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων, με επιτόκιο έναρξης 3,9% και με πρόθεση αυτού για την ασφαλή αποταμίευση των χρημάτων του. Όλες οι ενέργειες των εναγόμενων ως αποδείχθηκε κατέτειναν προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι συνεταιριστικές μερίδες θα μπορούσαν να προσμετρηθούν στα εποπτικά ίδια κεφάλαιά του, σύμφωνα με τις επιταγές του ως άνω Κανονισμού και τις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος, οπότε εν γνώσει, διά των εκπροσώπων του και των προστηθέντων υπαλλήλων του ενεργούντων στο πλαίσιο των ανατεθειμένων σ’ αυτούς καθηκόντων, δημιούργησε με πρόθεση στον ενάγοντα την πεπλανημένη εντύπωση ότι το νέο τραπεζικό προϊόν ήταν όμοιο με το προηγούμενο. Έτσι, παρέλειψαν να τον ενημερώσουν ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο εφόσον δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση και δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ παράλληλα δεν του εξέθεσαν τους κινδύνους που αναλάμβανε με τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα «...”, ούτε άλλωστε τον ενημέρωσαν για τον πραγματικό λόγο της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος «...» από το οποίο ο ίδιος είχε αποχωρήσει για δικούς του λόγους άνευ βλάβης προ της διακοπής του, έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη του όλα τα δεδομένα και να αντιληφθεί, να αξιολογήσει και τότε να αποφασίσει την ανάληψη του κινδύνου που εγκυμονούσε η συμμετοχή του στο πρόγραμμα «...”, για τη συμμετοχή του αυτή καθεαυτή. Ο ενάγων ελλείψει της ενημέρωσης αυτής αλλά και της αντίθετης μάλιστα πληροφόρησής ότι το νέο προϊόν είναι όμοιο με το προηγούμενο δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει από μόνος του τους κινδύνους που εγκυμονούσε το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν και η εν γένει επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, καθώς η αντίληψη και κατανόηση των ανωτέρω προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις τραπεζικών προγραμμάτων και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες τότε, όντας ακόμη φοιτητής, δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παρακολουθούσε σχολή οικονομικών επιστημών. Και τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν επεξεργάστηκε καν την επίδικη σύμβαση που απεστάλη ως προεξετέθη σε κατάστημα του τόπου διαμονής του, και την οποία είχαν ήδη προ-διατυπώσει για λογαριασμό του πρώτου στο κατάστημά του στον Πλατανιά Χανίων, αφού εμπιστεύθηκε πλήρως τις διαβεβαιώσεις των εναγόμενων και τις συστάσεις προς τον πατέρα του έχοντας ως επιπλέον εξασφάλιση και το κύρος των θέσεων που κατείχαν τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα. Εξάλλου, τόσο στη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος «...”, δεν γίνονταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν μπορούσε από τα έγγραφα αυτά να πληροφορηθεί ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος «...». Τουναντίον μάλιστα, στο ενημερωτικό φυλλάδιο αναφέρετο ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίησης μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού, οπότε ενισχύετο στον αντισυμβαλλόμενο του εναγόμενου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου του μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού «...”. Προσέτι, κατά την προώθηση του παραπάνω προϊόντος και της νέας σύμβασης με τον ενάγοντα, οι εναγόμενοι τελούσαν επίσης εν γνώσει ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του πρώτου τούτων της 30-06-2013, τροποποιήθηκε το άρθρο 10 στ. 4 α του καταστατικού του, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων συνεταιρισμού και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2 α και 2β αντίστοιχα του άρθρου 28 ν. 4141/2013 και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας. Ωστόσο, στα καταστήματα του, όπως συνομολογεί ο εναγόμενος, κατά το χρόνο απόκτησης των συνεταιριστικών μερίδων από τον ενάγοντα, υπήρχε στα καταστήματα διαθέσιμο διανεμόμενο έντυπο καταστατικό εκδόσεως έτους 2007, απόσπασμα του οποίου άλλωστε προσκομίζεται, γεγονός που καταδεικνύει ότι ούτε με τον τρόπο αυτό ο ενάγων θα μπορούσε να πληροφορηθεί από το συγκεκριμένο έντυπο τις τροποποιήσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στο καταστατικό, δυνάμει των οποίων, τέθηκαν περιορισμοί στη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων προ της ένταξής του στο πρόγραμμα "...”, ουδ' άλλωστε αποδείχθηκε ότι ενημερώθηκε για την ως άνω απόφαση. Άλλωστε, εν γνώσει των εναγόμενων, των φυσικών δε προσώπων εκ της προαναφερόμενης ιδιότητάς τους, τελούσε και ο περιορισμός δυνάμει του άρθρου 149 του ν. 4261/2014, ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι έχει χορηγήσει τέτοια έγκριση (σχετ. την υπ’ αριθμ. …/07-06-2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο εναγόμενος). Παρά ταύτα βέβαια και παρά το γεγονός ότι τελούσε σε ισχύ ο Κανονισμός 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο ενάγων με την από 8-6-2015 αίτησή του πέτυχε τη διαγραφή και ρευστοποίηση μερίδων του, εισπράττοντας το συνολικό ποσό των 50.209,40 ευρώ. Τούτο όμως είναι ένα απολύτως κρίσιμο γεγονός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την αντιμετώπιση των πελατών του εναγόμενου αφού προκειμένης της διατήρησης των κεφαλαίων τους, παρά τις ως άνω δεσμεύσεις για την μη ρευστοποίηση των μερίδων, ο εναγόμενος προέβη στην ρευστοποίηση μέρους αυτών του ενάγοντος αλλά άλλων πελατών του, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση των πελατών του εν γένει ότι η ρευστοποίηση των μερίδων ήταν άμεσα εφικτή. Την 18-6-2015 ο ενάγων αιτήθηκε τη ρευστοποίηση των λοιπών 7.700 εταιρικών του μερίδων, πλην όμως το αίτημά του αυτό δεν ικανοποιήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο. Εν συνεχεία, ως αποδείχθηκε, λόγω των ιδιαίτερων οικονομικών συγκυριών και της τεταμένης ανασφάλειας του πρώτου εξαμήνου του έτους 2015 και την επακόλουθη επιβολή των capital controls με την από 28-6-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει σχετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του κατά τη συνεδρίαση της 27-06-2015, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων της Τράπεζας, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ίδιων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή της επάρκεια. Ωστόσο συνάμα, ο εναγόμενος διά των υπαλλήλων του δια βεβαίωνε τους πελάτες του από το πρόγραμμα ‘...”, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, αναληθώς, ότι οι καταθέσεις σ’ αυτόν είναι εγγυημένες και μάλιστα και από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων για να ενισχύσει την πίστη τους προς το πρόγραμμα και να αποτρέψει σε κάθε περίπτωση ως και την υποβολή αιτημάτων ρευστοποίησης μετοχών. Ακολούθως, με απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών του πρώτου εναγόμενου την 24-11-2015, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης προκειμένου να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 8%, και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, ενώ μετά και την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου και την κάλυψη του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που είχε θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ’ αριθμ. 540/29-02-2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ. εξυπηρέτησή της, επικαλούμενοι πλήθος αιτήσεων και φόρτο εργασίας. Ακολούθως, το Δ.Σ. του εναγόμενου με την υπ’ αριθμ. …/17-08-2017 απόφασή του καθόρισε την πραγματική αξία και την τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21η-08-2017. Άμεση συνέπεια των παραπάνω αναπροσαρμογών και καθορισμών ήταν η ικανή μείωση του κεφαλαίου που επένδυσε ο ενάγων, η οποία προκλήθηκε από τις εν γνώσει ενέργειες και παραλείψεις των εναγόμενων έναντι αυτού ως αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω που συνιστούν την αδικοπρακτική αυτών συμπεριφορά. Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του που ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του προκειμένης της κάλυψης του κεφαλαίου του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της «...» αλλά και άλλων αποταμιευτικών προγραμμάτων να ενταχθούν στο πρόγραμμα «...”, λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις, με την ίδια μέθοδο, ήτοι παραλείποντας την ενημέρωση των εκείθε εναγόντων, διά των προστηθέντων υπαλλήλων του, αναλυτικά για τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση αρχικά στο επενδυτικό πρόγραμμα «...» και στη συνέχεια στον ειδικό λογαριασμό «...”, στα οποία τους προέτρεψε να ενταχθούν και, ιδίως για τον ενδεχόμενο παράγοντα της οικονομικής θέσης του ίδιου του εναγόμενου συνεταιρισμού και της συνεπαγόμενης απομείωσης της αξίας των μερίδων, καθώς επίσης και της αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, οι οποίοι (κίνδυνοι) εν τέλει επήλθαν. Έτσι, μετά το πέρας της τραπεζικής αργίας που κηρύχθηκε με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 65/28.6.2015), που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της με το άρθρο 1 του ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α’ 161/30.11.2015), ως αυτή παρατάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. 1 της από 14.7.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 79/14.7.2015) και μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος αρνείται να αποδώσει στον ενάγοντα την εξ ευρώ 292.950 ονομαστική αξία των συνεταιριστικών του μερίδων, η οποία αποτελεί τη ζημία που υπέστη από τη συμπεριφορά των εναγόμενων. Και τούτο διότι, το ποσό αυτό δέσμευσε ο πρώτος εναγόμενος ως ίδιο κεφάλαιο αυτού αρνούμενος να το αποδώσει, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση υλική ζημία από την αντισυμβατική και συνάμα παράνομη συμπεριφορά των εναγόμενων που ενήργησαν έτσι με σκοπό να καλύψουν την ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του πρώτου τούτου, δια των φυσικών προσώπων εναγόμενων και των προστηθέντων υπαλλήλων αυτού εν γένει, οπότε δεν τίθεται ζήτημα υπολογισμού της αξίας των μερίδων τους με βάση την ισχύουσα κατά την άσκηση της αγωγής ή άλλης χρονικής περιόδου αξίας κατά τον εκάστοτε καθορισμό εκ μέρους του εναγόμενου καθώς το προαναφερθέν ποσό αποτελεί την ζημία του ενάγοντας εκ της εις βάρος της αδικοπραξίας και όχι υπέρτερο διαφέρον ή κέρδος από την πραγματική αξία των μερίδων που αγόρασε, ως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες με τον υπό στοιχείο 9ο λόγο τους και τον σχετικό 17ο πρόσθετο λόγο έφεσης. Προσέτι, ορθώς δεν συμψηφίζεται ούτε άλλως πώς πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό αυτό το ποσό των τόκων που εισέπραξε ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα που ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε και διαχειριζόταν τα χρήματα που είχε τοποθετήσει στο πρόγραμμα ‘’..." αφού οι τόκοι προέρχονταν από τις καταθέσεις του και δεν αποτελούν κέρδος που αποκόμισε ένεκα της ζημίας που υπέστη συνεπεία της αδικοπραξίας των εναγόμενων σε βάρος του. Ορθώς δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη στην ακύρωση της επίδικης σύμβασης και επιδίκασε αποζημίωση ισόποση προς τη ζημία του ενάγοντας, απορριπτομένου του 1ου λόγου έφεσης και του 15ου πρόσθετου λόγου έφεσης, ενώ εξάλλου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε τις συμβάσεις "..." και "..." διαπιστώνοντας τις διαφοροποιήσεις που κατέστησαν αδικοπρακτική την ενέργεια των εναγόμενων να ωθήσει τον ενάγοντα στη σύναψη της τελευταίας με διαβεβαιώσεις ότι ίσχυαν οι ίδιες συνθήκες ως προς την υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης, εξασφάλισης του κεφαλαίου και της τιμής ρευστοποίησης, απορριπτομένων και των 2ου και 3ου σχετικών λόγων έφεσης. Απορριπτέος συνακόλουθα είναι και ο 1ος λόγος έφεσης του ενάγοντας - εκκαλούντος καθώς ορθώς ερμήνευσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης και έκρινε ότι δεν συνιστά τραπεζική κατάθεση ή ανώμαλη παρακαταθήκη και ότι η ζημία του προκλήθηκε εκ της παραπλάνησής του για την σύναψη σύμβασης επένδυσης σε συνεταιριστικές μερίδες. Εξάλλου, εν όψει του γεγονότος ότι η νόμιμη αιτία για την επιδίκαση αποζημίωσης στον ενάγοντα αφορά στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε τόκους από της επιδόσεως της αγωγής και όχι από της οχλήσεως του ενάγοντας για την απόδοση της κατάθεσής του, απορριπτομένου του δεύτερο λόγου έφεσης αυτού και κατά συνέπεια της έφεσής του στο σύνολό της. Επιπλέον, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις εν σχέσει με το γεγονός ότι καίτοι οι συμβάσεις κτήσης μερίδων και η σύμβαση ανοίγματος λογαριασμού "..." παρίστανται ως αυτοτελείς, στην προκείμενη περίπτωση η σύναψη της πρώτης ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη της δεύτερης και ως εκ τούτου δεν δύναται να νοηθεί ότι η πρόθεση του ενάγοντας ήταν να αποκτήσει συνεταιριστικές μερίδες με σκοπό να γίνει συνέταιρος του πρώτου εναγόμενου, εφόσον ταυτόχρονα άμα τη κτήση τους ενέταξε αυτές στο παραπάνω πρόγραμμα, απορριπτομένου του 4ου λόγου έφεσης. Ορθώς κατ' ακολουθίαν ακυρώθηκαν με την εκκαλουμένη οι, με όμοια ημερομηνία σύναψης από 23-4-2014 συμβάσεις ανοίγματος λογαριασμού "..." και κτήσης στο πλαίσιο αυτής των συνεταιριστικών μερίδων, αφού είναι σαφές, τόσον στο αγωγικό δικόγραφο ως και από τις αποδείξεις ότι η σύμβαση "..." εν προκειμένω αφορούσε και τις δύο, αυτές ήταν αλληλοεξαρτώμενες ένεκα του τοποθετημένου κεφαλαίου και του πλήθους των συνεταιριστικών μερίδων που ο ενάγων απέκτησε και της κατάθεσης του αντίστοιχα, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος του ενάγοντος και απορριπτομένου κατ' ακολουθίαν του 13ου πρόσθετου λόγου έφεσης. Επιπλέον, δεν πρέπει να παροράται ότι καθ ο χρόνο ο ενάγων συμβλήθηκε για το πρόγραμμα "..." αναλαμβάνοντας την υποχρέωση κτήσης των μερίδων, ήδη ο πρώτος εναγόμενος τυπικά αδυνατούσε να προβαίνει σε ρευστοποίηση μερίδων αφού δεν διέθετε επαρκή εποπτικά ίδια κεφάλαια. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, ήτοι με την μη ενημέρωση των όρων του λογαριασμού "..." και την πρόκληση της εντύπωσης ότι αποτελούσε συνέχεια προηγούμενου επίσης παρουσιασθέντος ως καταθετικού προγράμματος, πράγματι ο τίτλος του προγράμματος αυτός του "ειδικού λογαριασμού κατάθεσης" -πάντα συνδυαστικά με την έλλειψη ενημέρωσης- λειτουργούσε υπέρ της δημιουργίας πεποίθησης ότι και το πρόγραμμα "..." είχε χαρακτηριστικά αμιγώς καταθετικού λογαριασμού, ως ορθά και με όχι αντιφατικές αιτιολογίες εκτίμησε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ η αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τα προαναφερθέντα δεν προκύπτει μόνον από τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά και την ιστορική σειρά των ενεργειών του πρώτου εναγόμενου συνεπικουρούμενου από τους λοιπούς προκειμένης της εξασφάλισης των συμφερόντων του προς βλάβη του συναλλαχθέντος εν προκειμένω μαζί του ενάγοντας το έτος 2014 με τη σύμβαση "...”, απορριπτομένου κατά συνέπεια του 5ου λόγου έφεσης των εκκαλούντων. Απορριπτέος κρίνεται και ο 6ος λόγος έφεσης με τον οποίο παραπονούνται οι εκκαλούντες για την αιτιολογία της εκκαλουμένης ως προς το ότι δέχεται ότι ο πρώτος τούτων περιήλθε σε υπαίτια οριστική αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης προς ρευστοποίηση λόγω κακής επιχειρηματικής πολιτικής και ότι δολίως δημιούργησε και προώθησε το πρόγραμμα "..." προκειμένης της ανακεφαλοποίησης του. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από την αιτία για την οποία περιήλθε ο πρώτος εναγόμενος στην ως άνω αδυναμία, κρίσιμο για την επίδικη περίπτωση είναι το γεγονός της δημιουργίας και καθ ο μέρος αφορά στον ενάγοντα της προώθησης του επίδικου προγράμματος που βασιζόταν εν πολλοίς στην προσδοκία ρευστοποίησης μερίδων χωρίς περιουσιακή ζημία σε χρονική όμως στιγμή που τέτοια δυνατότητα δεν υφίστατο και όχι στην προσδοκία ανάληψης της ιδιότητας του συνεταίρου του πρώτου εναγόμενου. Η δε σύναψη της επίδικης σύμβασης εν γνώσει των εναγόμενων της αδυναμίας ρευστοποίησης των μερίδων άνευ βλάβης του ενάγοντος θεμελιώνει την αδικοπρακτική τους ευθύνη ενώ άλλωστε, καίτοι αυτοί παραπονούνται περί προσωρινής αδυναμίας προς τούτο, ουδόλως αυτό αποδείχθηκε, ούτε και προέκυψε και αργότερα ότι ανέκτησε την δυνατότητα εκπλήρωσης της εν λόγω παροχής. Ορθώς επίσης κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε η εκκαλουμένη ότι ο ενάγων εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους ενώ εκπροσωπείτο από τον πατέρα του, αφού ως προέκυψε ο τελευταίος πράγματι παραπλανήθηκε, λαμβάνοντας συστάσεις και συμβουλές από τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους επαφιόμενος στην εξ ορισμού, λόγω των ιδιοτήτων τους, εσωτερική γνώση για την καταλληλότητα και ασφάλεια του προσφερόμενου σ' αυτόν, για λογαριασμό μάλιστα του υιού του, προϊόντος, οι οποίοι ωστόσο καλώς γνώριζαν τόσον την επικρατούσα στον πρώτο εναγόμενο κατάσταση, ως και τους λόγους διακοπής του προγράμματος "..." και της δημιουργίας του προγράμματος "...”, τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις αλλά και την αδήριτη ανάγκη εισροής κεφαλαίων στην τράπεζα, απορριπτομένων των 7ου και 8ου λόγων έφεσης και 16ου πρόσθετου λόγου έφεσης και των σχετικών προς τούτο εμπεριεχόμενων στον 15ο πρόσθετο λόγο έφεσης, ένεκα της αδικοπρακτικής κατά τα προεκτεθέντα συμπεριφοράς των δεύτερου και τρίτου εναγόμενων που θεμελιώνει και την εις ολόκληρον ευθύνη τούτων για την αποζημίωση του ενάγοντος. Απορριπτέος είναι κατ' ακολουθία του σκεπτικού αυτού και ο 12ος λόγος έφεσης διότι ανεξάρτητα από την ακύρωση ή μη της επίδικης σύμβασης η ευθύνη των εναγόμενων για τη ζημία του ενάγοντος θεμελιώνεται στην αδικοπρακτική τους συμπεριφορά σε βάρος του, συντρεχόντων των απαιτούμενων από τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ όρων, απορριπτομένου του 14ου πρόσθετου λόγου έφεσης, ενώ σημειώνεται ότι ορισμένα αποδίδεται αυτή στο αγωγικό δικόγραφο αφού προσδιορίζονται με σαφήνεια οι ενέργειες όλων ιδία των φυσικών προσώπων και οι ιδιότητες αυτών ένεκα των οποίων και λόγω των συμβουλών τους παραπλανήθηκε ο ενάγων, ως εκπροσωπείτο, για την σύναψη της επίδικης σύμβασης, απορριπτομενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εκκαλούντων. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, η ένσταση συνυπαιτιότητας στην πρόκληση της ζημίας του ενάγοντος που προβλήθηκε παραδεκτώς από τους εναγόμενους στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναφέρεται με τον 10ο λόγο έφεσης ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθώς ως προεξετέθη κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ο ενάγων ήταν φοιτητής, ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχε γνώση ειδικών τραπεζικών συναλλαγών ούτε και ότι ο ίδιος επιχείρησε να προβεί σε τραπεζική επένδυση αλλά τουναντίον, περιορίστηκε στις πληροφορίες και διαβεβαιώσεις των εναγόμενων με τη βεβαιότητα ότι ένεκα των ιδιοτήτων των δεύτερου και τρίτου τούτων και της φιλικής σχέσης που είχαν αναπτύξει με τον πατέρα του, προκειμένου να προβεί στη σύναψη της επίδικης σύμβασης που στάλθηκε από το κατάστημα Πλατανιά στην Αθήνα για την υπογραφή της από τον ίδιο, γεγονός που επίσης υποδηλώνει την έλλειψη στο πρόσωπό του της εξειδικευμένης γνώσης που απαιτείται για την κατανόηση σύνθετων τραπεζικών προϊόντων όπως το επίμαχο. Ως εκ τούτου απορριπτέος κρίνεται και ο ως άνω λόγος έφεσης. Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκε η ένδικη αδικοπραξία, του είδους και της έκτασης της ζημίας οικονομικής φύσεως που υπέστη ο ενάγων, του βαθμού πταίσματος (δόλος) των εναγόμενων, της έλλειψης συντρέχοντας πταίσματος του ενάγοντος καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων πράγματι υπέστη ηθική βλάβη από την ανωτέρω αδικοπραξία ανεξαρτήτως της αποκατάστασής της και για την εύλογη χρηματική του ικανοποίηση πρέπει να του επιδικαστεί το εύλογο ποσό των έξι (6.000) χιλιάδων ευρώ, αντί του υπερβολικού προς τούτο ποσού των 29.000 ευρώ που έκρινε η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη εν προκειμένω εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του 11ου λόγου έφεσης των εκκαλούντων.
Κατόπιν τούτων, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και άπαντες οι προαναφερθέντες - πλην του 11ου λόγου έφεσης - λόγοι έφεσης των διαδίκων κρίνονται απορριπτέοι. Έσφαλε, όμως, ως προς το ύψος της εύλογης αποζημίωσης για τη αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος και πρέπει, επομένως, η υπό στοιχείο Β έφεση, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και, για την ενότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης, να εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου η εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή και ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της που δεν θίγονται με την απόφαση αυτή (ΑΠ 748/1984. ΕλλΔνη 1985. 642, ΑΠ 779/1984, ΝοΒ 1985. 608, ΕφΠειρ 114/2010, ΕφΘεσ 238/2010, τράπεζα νομικών πληροφοριών «Νόμος”, Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδ.2003, παρ. 1143), αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων. Αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και Α) να ακυρωθεί η μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου από 23-4-2014 σύμβαση λογαριασμού κατάθεσης "..." και η από 23-4-2014 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας από τον πρώτο εναγόμενο στον ενάγοντα 8.900 συνεταιριστικών μερίδων, Β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν το ποσό της ζημίας του των 292.950 ευρώ και το ποσό των 6.000 ευρώ για την ικανοποίηση του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ήτοι συνολικά το ποσό των 298.950 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Επίσης πρέπει λόγω της νίκης των εκκαλούντων ως προς την υπό στοιχείο Β έφεση να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που κατέθεσαν κατά την άσκηση της εφέσεώς του σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ζ' ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό και τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, να κατανεμηθούν μεταξύ τους, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατά μερική παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου σχετικού αιτήματος του (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων τις από 19-6-2018 (…/2018), 19-6-2018 (.../2018) εφέσεις και από 28-8-2019 (.../2019) πρόσθετους λόγους έφεσης.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την από 19-6-2018 (…/2018) έφεση και τους από 28-8-2019 (.../2019) πρόσθετους λόγους έφεσης.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ και ΚΑΤ’ ΟΥΣΙΑΝ την από 19-6-2018 (.../2018) έφεση
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αριθμό 16/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
ΚΡΑΤΕΙ την από 7-4-2017 αγωγή (…/2017) και ΔΙΚΑΖΕΙ την ουσία της υπόθεσης.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ανωτέρω αγωγή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την συναφθείσα μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου από, 23-4-2014 σύμβαση λογαριασμού κατάθεσης "..." και την από 23-4-2014 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας από τον πρώτο εναγόμενο στον ενάγοντα 8.900 συνεταιριστικών μερίδων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των διακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα ευρώ (298.950) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακόσιων πενήντα (850) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με αρ. … παράβολου της εφέσεως στους εκκαλούντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 26η Μαΐου 2023 και δημοσιεύθηκε στα Χανιά στο ακροατήριο του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στις 8 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα