Αριθμός 204/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2026, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Στρατοδικείου Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Π. Β. του Χ. , στρατιωτικό.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 18/9/2025, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Νικολάου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ... με αριθμό ...-2025 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον Σας, κατά το άρθρο 132 παρ.1 ΚΠοινΔ, τη με αριθμό ... ποινική δικογραφία, που υποβλήθηκε με την από 15-9-2025 και αρ. πρωτ. εισερχ. ΑΠ. ...-2025 αίτηση της Στρατιωτικού Δικαστή Α’ - Αντεισαγγελέως Ι. Μ. , με την οποία ζητείται ο κανονισμός αρμοδιότητας για την άρση της αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών δικαστηρίων και εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 132 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει από 1-7-2019 μετά την κύρωση του Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α’ 96/11-62019) αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής :
Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας ή του εισαγγελέα ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο . Από την διάταξη του άνω άρθρου σαφώς προκύπτει, ότι περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας υπάρχει και όταν έχουν επιληφθεί, της αυτής ή συναφούς αξιόποινης πράξης περισσότερα από ένα δικαστήρια ή συμβούλια ή ανακριτικές αρχές, τα οποία είναι εξίσου αρμόδια και δεν υπάγονται το ένα στο άλλο και ή θεώρησαν ότι η πράξη αυτή υπάγεται στην αρμοδιότητα τους ή απείχαν να επιληφθούν, διότι θεώρησαν ότι δεν είχαν αρμοδιότητα. Έτσι, η σύγκρουση αρμοδιότητας είναι: α) καταφατική, όταν πλείονα δικαστήρια (ή ανακριτικές αρχές) επιληφθέντα της υποθέσεως θεώρησαν εαυτά αρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και β) αποφατική, όταν απείχαν, θεωρήσαντα εαυτά αναρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος αρνησιδικίας (ΑΠ 1309/2020, ΑΠ 472/2019, ΑΠ 115/2019, ΑΠ 1194/2017). Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου συνιστά πρωταρχική δικονομική προϋπόθεση της έννομης σχέσης της δίκης, η οποία εξετάζεται, όπως και η καθ' ύλη αρμοδιότητα, αυτεπάγγελτα από τις δικαστικές αρχές και αποφασίζεται σε κάθε στάδιο της δίκης, ενώ οι σχετικές διατάξεις που τη ρυθμίζουν χαρακτηρίζονται ως δημόσιας τάξης. Η σημασία που έχει η αρμοδιότητα για μια ποινική δίκη είναι αυτονόητη, λαμβανομένου υπόψη ότι αποκλείεται η υπαγωγή ορισμένης υπόθεσης στη δικαιοδοσία διαφορετικού δικαστηρίου από εκείνο που έχει γενικά προβλέψει ο νόμος.
Σκοπός του κανονισμού της αρμοδιότητας είναι η πρόληψη ή η άρση, μεταξύ των περισσοτέρων παραλλήλως ενεργούντων δικαστηρίων ή ανακριτικών αρχών, της διενέργειας πολλαπλών ασκόπων ενεργειών και αμφισβητήσεων ή διενέξεων και, συνεπώς, προϋπόθεση του κανονισμού της αρμοδιότητας αποτελεί η ύπαρξη περισσοτέρων δικαστηρίων ή ανακριτικών αρχών, που να έχουν επιληφθεί της αυτής υποθέσεως ως αρμόδια.
Περαιτέρω, στις διατάξεις του ισχύοντος Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ΣΠΚ), που κυρώθηκε με το Ν. 2287/1995 (ΦΕΚ Α’ 20/1-2-1995) ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής :
α) με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α' ότι στρατός είναι o Ελληνικός στρατός της ξηράς, της θάλασσας και του αέρα και στρατιωτικές υπηρεσίες είναι οι υπηρεσίες που ανήκουν σ' αυτές
β) με το άρθρο 167 παρ. 1, ότι η ποινική δικαιοσύνη στον στρατό απονέμεται από τα στρατιωτικά δικαστήρια και τον Άρειο Πάγο ,
γ) με το άρθρο 193 παρ. 1, ότι στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται όσοι είναι στρατιωτικοί κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, καθώς και οι αιχμάλωτοι πολέμου ,
δ) με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου ότι οι στρατιωτικοί δεν υπάγονται στα στρατιωτικά, αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια για μη στρατιωτικά εγκλήματα που διαπράττουν κατά τη διάρκεια της άδειας, αργίας ή διαθεσιμότητας, όταν αυτές υπερβαίνουν τους τρεις μήνες ,
ε) με το άρθρο 213 ότι οι διατάξεις του ΚΠΔ και οι λοιπές διατάξεις που εφαρμόζονται στις διαδικασίες ενώπιον των κοινών ποινικών δικαστηρίων και αρχών, εφαρμόζονται και στις διαδικασίες ενώπιον των στρατιωτικών δικαστηρίων και αρχών, εκτός αν o κώδικας αυτός ή άλλος ειδικός νόμος ορίζουν διαφορετικά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι, κατά δε την παρ. 4 περ. α' αυτού, ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορούν να υπαχθούν ιδιώτες.
Επομένως, κατά τη ρητή πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 193 παρ. 2 του Ν. 2287/1995 οι στρατιωτικοί δεν υπάγονται στα στρατιωτικά, αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια για μη στρατιωτικά εγκλήματα, που διαπράττουν κατά τη διάρκεια της άδειας όταν αυτή υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1819/2019, ΑΠ 1037/2019, ΑΠ 376/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Αθήνας με την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου .../2025 αίτηση του, με την οποία, για τους εκτιθέμενους σ' αυτή λόγους, ζητεί την άρση της αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ του ΙΑ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθήνας, σχετικά με την εκδίκαση της σε βάρος του Β. Π. του Χ. , στρατιωτικού, ποινικής υπόθεσης για τις αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου (άρθρα 312 παρ.2 α-1 α σε συνδυασμό με άρθρο 308 παρ.1 α , 333 παρ.2,β-α, 1 ΠΚ).
Από την επισκόπηση της υπ' αριθμόν ΙΑΜ2165/2025 απόφασης του ΙΑ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας προκύπτουν τα εξής :
Κατά του κατηγορουμένου (εν ενεργεία) στρατιωτικού κατατέθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Γαλατσίου η από 28-12-2018 έγκληση της Ε. Α. του Ι. και η από 25-6-2022 συμπληρωματική (τότε εν διαστάσει συζύγου του), για τις αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου (άρθρα 312 παρ.2 α-1 , α σε συνδυασμό με άρθρο 308 παρ.1 α, 33 παρ.2 β-α, 1 ΠΚ ), που αυτός (τότε Αρχιλοχίας (ΤΘ) φέρεται ότι τέλεσε την 26-11-2018 και την 11-3-2019 σε βάρος της.
Κατόπιν αυτών κατά του εγκαλούμενου στρατιωτικού ασκήθηκε ποινική δίωξη από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και παραπέμφθηκε με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο του -τότε αρμοδίου δικαστηρίου- Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. Το ΙΑ’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ανωτέρω υπ' αριθμόν ΙΑΜ2165/2025 απόφασή του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο ελλείψει δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης κατά του ως άνω κατηγορουμένου και διέταξε την παραπομπή της υπόθεσης στον αρμόδιο Στρατιωτικό Εισαγγελέα Αθηνών, με το σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, έφερε κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται , ήτοι στις 26-12-2018 και 11-3-2019, την ιδιότητα του στρατιωτικού με αριθμό Μητρώου ... και συγκεκριμένα φέρει το βαθμό του Αρχιλοχία Ο-Σ Τεθωρακισμένα, ώστε δικαιοδοσία για την εκδίκαση των αξιοποίνων πράξεων, που του αποδίδονται, έχουν τα στρατιωτικά δικαστήρια. Ακολούθως, δικογραφία διαβιβάστηκε με το από 24-7-2025 έγγραφο της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς την Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθήνας.
Ωστόσο, ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου, που χειρίστηκε την υπόθεση, θεώρησε ως αναρμόδιες τις στρατιωτικές δικαστικές αρχές να επιληφθούν με βάση την ρητή διάταξη του άρθρο 193 παρ. 2 στοιχ. α' ΣΠΚ, που προβλέπει την υπαγωγή του κατηγορουμένου στρατιωτικού στην αρμοδιότητα των κοινών ποινικών δικαστηρίων, λόγω της τέλεσης της αποδιδόμενης πράξης του κοινού ποινικού δικαίου, ευρισκόμενος σε άδεια ανατροφής τέκνου πέραν του τριμήνου και υπέβαλε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν .../2025 αίτησή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την δικογραφία για κανονισμό της αρμοδιότητας. Με βάση τα προαναφερόμενα προέκυψε αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) και δημιουργήθηκε συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1819/2019, ΑΠ 1037/2019). Από το από 17 Σεπτεμβρίου 2025 αντίγραφο του Φύλλου Μητρώου του κατηγορουμένου στρατιωτικού, που εκδόθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Τεθωρακισμένων, Τμήμα 1α προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται τελούσε πράγματι σε άδεια ανατροφής τέκνου πέραν του τριμήνου, ήτοι από 30-7-2018 έως 8-8-2018, 9-8-2018 έως 31-1-2019, από 1-2-2019 έως 13-2-2019, από 14-2-2019 έως 30-4-2019.
Εξάλλου οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου (άρθρα 312 παρ.2 α-1,α σε συνδυασμό με άρθρο 308 παρ.1 α, 33 παρ.2 β-α, 1 ΠΚ) δεν αποτελούν στρατιωτικά εγκλήματα (άρθρα 1 και 15 επ. Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα - Ν.2287/1995).
Ενόψει τούτων και της ρητής πρόβλεψης του άρθρου 193 παρ. 2 του Ν. 2287/19951 αρμόδια να αποφανθούν για την ανωτέρω ποινική υπόθεση είναι τα κοινά ποινικά δικαστήρια (ΑΠ 1819/2019, 376/2000), στην προκειμένη δε περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (άρθρα 112 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ).
Συνεπώς, πρέπει να αρθεί η αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ κοινών και στρατιωτικών δικαστικών αρχών και να οριστεί ως αρμόδιο να εκδικάσει την προκείμενη ποινική υπόθεση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ :
Να αρθεί η αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ των κοινών και στρατιωτικών δικαστικών αρχών και να οριστεί ως αρμόδιο να εκδικάσει την προκείμενη ποινική υπόθεση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
Η ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ...».
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 132 παρ. 1 ΚΠΔ, "Αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας ή του εισαγγελέα ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο». Από τη διάταξη του άνω άρθρου σαφώς προκύπτει, ότι περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας υπάρχει και όταν έχουν επιληφθεί, της αυτής ή συναφούς αξιόποινης πράξης περισσότερα από ένα δικαστήρια ή συμβούλια ή ανακριτικές αρχές, τα οποία είναι εξίσου αρμόδια και δεν υπάγονται το ένα στο άλλο και ή θεώρησαν ότι η πράξη αυτή υπάγεται στην αρμοδιότητά τους ή απέσχαν να επιληφθούν, διότι θεώρησαν ότι δεν είχαν αρμοδιότητα. Έτσι, η σύγκρουση αρμοδιότητας είναι α) καταφατική, όταν πλείονα δικαστήρια (ή ανακριτικές αρχές) επιληφθέντα της υποθέσεως θεώρησαν εαυτά αρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και β) αποφατική, όταν απέσχον, θεωρήσαντα εαυτά αναρμόδια, οπότε δημιουργείται κίνδυνος αρνησιδικίας. Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου συνιστά πρωταρχική δικονομική προϋπόθεση της έννομης σχέσης της δίκης, η οποία εξετάζεται, όπως και η καθ' ύλη αρμοδιότητα, αυτεπάγγελτα από τις δικαστικές αρχές και αποφασίζεται σε κάθε στάδιο της δίκης, ενώ οι σχετικές διατάξεις που τη ρυθμίζουν χαρακτηρίζονται ως δημόσιας τάξης. Η σημασία που έχει η αρμοδιότητα για μια ποινική δίκη είναι αυτονόητη, λαμβανομένου υπόψη ότι αποκλείεται η υπαγωγή ορισμένης υπόθεσης στη δικαιοδοσία διαφορετικού δικαστηρίου από εκείνο που έχει γενικά προβλέψει ο νόμος. Σκοπός του κανονισμού της αρμοδιότητας είναι η πρόληψη ή η άρση, μεταξύ των περισσοτέρων παραλλήλως ενεργούντων δικαστηρίων ή ανακριτικών αρχών, της διενέργειας πολλαπλών ασκόπων ενεργειών και αμφισβητήσεων ή διενέξεων και, συνεπώς, προϋπόθεση του κανονισμού της αρμοδιότητας αποτελεί η ύπαρξη περισσοτέρων τοπικών αρμοδίων δικαστηρίων ή ανακριτικών αρχών, που να έχουν επιληφθεί της αυτής υποθέσεως ως αρμόδια (ΑΠ 1819/2019).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του ισχύοντος Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ΣΠΚ), που κυρώθηκε με το Ν. 2287/1995 (ΦΕΚ Α’ 20/1-2-1995) ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: α) με το άρθρο 5 παρ.1 εδ. α' ότι "στρατός είναι ο Ελληνικός στρατός της ξηράς, της θάλασσας και του αέρα και στρατιωτικές υπηρεσίες είναι οι υπηρεσίες που ανήκουν σ' αυτές», β) με το άρθρο 167 παρ.1, ότι "η ποινική δικαιοσύνη στον στρατό απονέμεται από τα στρατιωτικά δικαστήρια και τον Άρειο Πάγο...», γ) με το άρθρο 193 παρ. 1, ότι "στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων υπάγονται όσοι είναι στρατιωτικοί κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, καθώς και οι αιχμάλωτοι πολέμου», δ) με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου ότι "οι στρατιωτικοί δεν υπάγονται στα στρατιωτικά, αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια για μη στρατιωτικά εγκλήματα που διαπράττουν κατά τη διάρκεια της άδειας, αργίας ή διαθεσιμότητας, όταν αυτές υπερβαίνουν τους τρεις μήνες», ε) με το άρθρο 213 ότι "οι διατάξεις του ΚΠΔ και οι λοιπές διατάξεις που εφαρμόζονται στις διαδικασίες ενώπιον των κοινών ποινικών δικαστηρίων και αρχών, εφαρμόζονται και στις διαδικασίες ενώπιον των στρατιωτικών δικαστηρίων και αρχών, εκτός αν ο κώδικας αυτός ή άλλος ειδικός νόμος ορίζουν διαφορετικά».
Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος "Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι», κατά δε την παρ. 4 περ. α' αυτού, "Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορούν να υπαχθούν ιδιώτες». Επομένως, κατά τη ρητή πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 193 παρ. 2 του Ν. 2287/1995, οι στρατιωτικοί δεν υπάγονται στα στρατιωτικά, αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια για μη στρατιωτικά εγκλήματα, που διαπράττουν κατά τη διάρκεια της άδειας όταν αυτή υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1819/2019, ΑΠ 1037/2019, ΑΠ 376/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισάγει ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, κατά το άρθρο 132 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ' αριθ. πρωτ. εισερχ. ΑΠ. ...-2025 αίτηση της Στρατιωτικού Δικαστή Α’ - Αντεισαγγελέως του Στρατοδικείου Αθηνών, με την οποία, για τους εκτιθέμενους σ' αυτή λόγους, ζητεί την άρση της αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της Εισαγγελέως του Στρατοδικείου Αθηνών, σχετικά με την εκδίκαση της σε βάρος του Β. Π. του Χ. , στρατιωτικού , κατοίκου ... (οδός ...) ποινικής υπόθεσης για παράβαση του άρθρου 312 παρ. 2α' σε συνδ. με άρθρο 308 παρ. 1α ΠΚ (απλή σωματική βλάβη σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου) και του άρθρου 333 παρ. 2, β-α, 1 ΠΚ (απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου).
Από την επισκόπηση της υπ' αριθ. ΙΑΜ2165/2025 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας προκύπτουν τα εξής :
Κατά του κατηγορουμένου (εν ενεργεία) στρατιωτικού κατατέθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Γαλατσίου η από 28-12-2018 έγκληση της Ε. Α. του Ι. και η από 25-6-2022 συμπληρωματική (τότε εν διαστάσει συζύγου του), για τις αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου άρθρα 312 παρ.2 α-Ι,α σε συνδυασμό με άρθρο 308 παρ.1 α , 333 παρ.2 β-α, 1 ΠΚ), που αυτός (τότε Αρχιλοχίας (ΤΘ)) φέρεται ότι τέλεσε στο Γαλάτσι Αττικής την 26-11-2018 και την 11-3-2019 σε βάρος της.
Κατόπιν αυτών κατά του εγκαλούμενου στρατιωτικού ασκήθηκε ποινική δίωξη από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του -τότε αρμοδίου Δικαστηρίου- Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ανωτέρω υπ' αριθμόν ΙΑΜ2165/2025 απόφασή του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο ελλείψει δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης κατά του ως άνω κατηγορουμένου και διέταξε την παραπομπή της υπόθεσης στον αρμόδιο Στρατιωτικό Εισαγγελέα Αθηνών, με το σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, έφερε κατά τον χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται, ήτοι στις 26-11-2018 και 11-3-2019, την ιδιότητα του στρατιωτικού με αριθμό Μητρώου ... και συγκεκριμένα φέρει το βαθμό του Αρχιλοχία (ΤΘ), ώστε δικαιοδοσία για την εκδίκαση των αξιοποίνων πράξεων, που του αποδίδονται, έχουν τα στρατιωτικά δικαστήρια.
Ακολούθως, η δικογραφία διαβιβάστηκε με το από 24-7-2025 έγγραφο της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών προς την Εισαγγελία του Στρατοδικείου Αθηνών. Ωστόσο, η Εισαγγελέας του Στρατοδικείου, που χειρίστηκε την υπόθεση, θεώρησε ως αναρμόδιες τις στρατιωτικές δικαστικές αρχές να επιληφθούν με βάση την ρητή διάταξη του άρθρο 193 παρ. 2 στοιχ. α' ΣΠΚ, που προβλέπει την υπαγωγή του κατηγορουμένου στρατιωτικού στην αρμοδιότητα των κοινών ποινικών δικαστηρίων, λόγω της τέλεσης της αποδιδόμενης πράξης του κοινού ποινικού δικαίου, ευρισκόμενος σε άδεια ανατροφής τέκνου πέραν του τριμήνου και υπέβαλε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν .../2025 αίτησή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη δικογραφία για κανονισμό της αρμοδιότητας.
Με βάση τα προαναφερόμενα προέκυψε αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) και δημιουργήθηκε συνεπώς ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας.
Από το με ημερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 2025 αντίγραφο του Φύλλου Μητρώου του κατηγορουμένου στρατιωτικού, που εκδόθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Τεθωρακισμένων, Τμήμα 1α προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται τελούσε πράγματι σε άδεια ανατροφής τέκνου πέραν του τριμήνου, ήτοι από 30-7-2018 έως 8-8-2018, 9-8-2018 έως 31-1-2019, από 1-2-2019 έως 13-2-2019, από 14-2-2019 έως 30-4-2019.
Εξάλλου, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης και της απειλής σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου (άρθρα 312 παρ.2 α-Ι,α σε συνδυασμό με τα άρθρα 308 παρ.1 α, 333 παρ.2 β-α, 1 ΠΚ) δεν αποτελούν στρατιωτικά εγκλήματα (άρθρα 1 και 15 επ. Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα - Ν.2287/1995). Ενόψει τούτων και της ρητής πρόβλεψης του άρθρου 193 παρ. 2 του Ν. 2287/1995 αρμόδια να αποφανθούν για την ανωτέρω ποινική υπόθεση είναι τα κοινά ποινικά δικαστήρια (ΑΠ 1819/2019, 376/2000), στην προκειμένη δε περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (άρθρα 112 παρ. 1 και 122 παρ. 1 ΚΠΔ).
Συνεπώς, πρέπει να αρθεί η αναφυείσα αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών δικαστικών αρχών υπέρ της αρμοδιότητας των πρώτων, και να οριστεί ως αρμόδιο να εκδικάσει την προκειμένη ποινική υπόθεση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΙΡΕΙ την αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας που δημιουργήθηκε μεταξύ του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της Εισαγγελέως του Στρατοδικείου Αθηνών ,
Και
ΟΡΙΖΕΙ ως αρμόδιο το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών να επιληφθεί της ποινικής υπόθεσης που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2026.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ