ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠ (Ποιν) 162/2026 Απόρριψη έφεσης ως ανυποστήρικτης - Καταδίκη για απιστία σε βάρος του Δημοσίου - Απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω νόσησης από COVID-19

Αριθμός:
162
Έτος:
2026
Δικαστήριο:
Τμήμα Δικαστηρίου:
Φύση/Είδος:
Ημ. Δημοσίευσης:
06/02/2026
Μέσο Δημοσίευσης:
ΤΝΠ QUALEX
Αρ. Λέξεων:
5364
Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Περίληψη

Άίτηση αναίρεσης κατά απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος για απιστία κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Το βασικό ζήτημα ήταν αν ορθώς το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης. Ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί ασθένεια λόγω θετικού διαγνωστικού ελέγχου COVID-19, προσκομίζοντας σχετική βεβαίωση φαρμακείου μέσω δικηγόρου που εμφανίστηκε ως «άγγελος». Το Εφετείο έκρινε ότι η βεβαίωση αυτή δεν αποδείκνυε σοβαρό λόγο υγείας που να καθιστά αντικειμενικά αδύνατη την εμφάνισή του στο δικαστήριο ή την εκπροσώπησή του από συνήγορο. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής, είχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Το Εφετείο είχε λάβει υπόψη τις δηλώσεις της δικηγόρου-αγγέλου και το προσκομισθέν έγγραφο, ενώ αιτιολόγησε γιατί δεν πείστηκε ότι συνέτρεχε σοβαρός λόγος υγείας ή λόγος ανώτερης βίας. Επίσης κρίθηκε ότι, αφού το αίτημα αναβολής απορρίφθηκε αιτιολογημένα και ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα για να υποστηρίξει την έφεσή του, η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης ήταν νόμιμη. Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης, του δικαιώματος υπεράσπισης ή του άρθρου 6 ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης.

Εμφάνιση περισσότερων Εμφάνιση λιγότερων

Απόφαση

Αριθμός 162 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Π. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1685/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πρόεδρο του ΝΣΚ Εξακουστή Σακκελαριάδη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 14-3-2024 , δήλωση-αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και την Πάρεδρο του ΝΣΚ που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 14.3.2024, δήλωση-αίτηση του Ν. Μ. του Π. , κατοίκου ... , η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1685/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, μετά την απόρριψη του αιτήματός του αναβολής της δίκης, η με αριθμό ....2022 έφεσή του κατά της 1306/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της απιστίας, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, καταδικασθείς σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, ασκήθηκε νομότυπα [άρθ. 466 παρ. 1 και 2, 474 παρ. 2Α ΚΠΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθ. 473 παρ. 2, 3 ΚΠΔ], που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και η καθαρογραφή της δεν ήταν αναγκαία, όπως ορίστηκε, ύστερα από την 3/2020 γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών, με την από 21.7.2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πλην όμως καθαρογράφηκε στις 4.3.2024, μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, δια του συνηγόρου του Θεόδωρου Παναγόπουλου, (σχετική η από 19.3.2024 Βεβαίωση του Γραμματέα της έδρας του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου) και σημειώθηκε τούτο στο ειδικό βιβλίο, που ουσιαστικά η σημείωση αυτή ισοδυναμεί με την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης σ' αυτό [ΑΠ 720/2022], περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης: α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της συμπροσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ [άρθ. 510 §1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ], β) την απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 § 1 περ. δ', § 2 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, λόγω προσβολής του δικαιώματος ακρόασης και παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, από την έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθ. 510 § 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ] και γ) την παράνομη απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης [άρθ. 510 §1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ]. Συνακόλουθα, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, με την παρουσία και του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, που παραστάθηκε, προσηκόντως, προς υποστήριξη της κατηγορίας, όπως και πρωτοδίκως αλλά και, στην κατ' έφεση δίκη, κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 του ΚΠΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με το άρθρο 41 του ν. 4947/2022 [ΦΕΚ Α’124/23.06.2022] και ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (29.11.2023), "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 340. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης. .... Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης.... 3. .... 4... «. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν ήταν δυνατό να υπερβεί αυτός με κανένα τρόπο.
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση, πριν διατάξει την αναβολή, να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και να αιτιολογήσει, συνοπτικά, ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπιστεί με διακοπή, όταν αποφασίζει για την αναβολή και πριν διατάξει αυτήν, και όχι όταν αποφαίνεται για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, εκτός αν υποβληθεί, ξεχωριστό, αυτοτελές αίτημα για διακοπή της δίκης, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αναβολής αυτής (ΑΠ 1550/2024, ΑΠ 1300/2023, ΑΠ 907/2022, ΑΠ 1367/2022). Το Δικαστήριο, δηλαδή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα αρχικά διακοπής και στη συνέχεια αναβολής της δίκης, μόνο αν κρίνει ότι οι επικαλούμενοι λόγοι, για τους οποίους ζητείται η αναβολή, είναι σοβαροί λόγοι υγείας ή συνιστούν ανώτερη βία, όχι όμως και όταν κρίνει ότι δεν υφίστανται τέτοιοι και, επομένως, δεν συντρέχει λόγος αναβολής [ΑΠ 1550/2024, ΑΠ 868/2023, ΑΠ 907/2022].
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 501 παρ. 1 εδ. α, γ' και δ' του ΚΠΔ (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 153 του ν. 4855/2021) "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη. .... Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος. ....». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του άρθρου 349 και αυτών του άρθρου 501 συνάγεται ότι στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας που αφορούν αυτόν ή τον συνήγορό του, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται με τρόπο σαφή και ορισμένο και να αποδεικνύεται η βασιμότητά τους, και ότι σε περίπτωση που ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του προς υποστήριξη της έφεσής του, το εφετείο ερευνά μόνο αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης και, ακολούθως, απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών μπορεί να ασκήσει αναίρεση για οποιονδήποτε λόγο από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, στους οποίους περιλαμβάνεται και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση ότι αναφέρεται μόνο σε πλημμέλειες αυτής σε σχέση με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του στο ακροατήριο και όχι σε πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με την αναίρεση κατά της απόφασης που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε το αίτημα αναβολής, κατ' άρθρο 504 παρ. 4 του ΚΠΔ.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον στην απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Συνακόλουθα, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, μολονότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Πρέπει, δηλαδή, στην παρεμπίπτουσα απόφαση να διαλαμβάνονται: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε το αβάσιμο του αιτήματος αναβολής και γ) οι νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια του κατηγορουμένου ή γεγονός ανώτερης βίας), καθώς και η αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (Ολ ΑΠ 7/2005). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να προκύπτει ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ώστε να γίνει αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.
Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την απορριπτική περί αναβολής κρίση του [ΑΠ 1550/2024, ΑΠ 1367/2022]. Η απόρριψη δε του αιτήματος αναβολής της δίκης χωρίς την απαιτούμενη ως άνω ειδική αιτιολογία και η εν συνεχεία απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του νέου ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα. Ειδικότερα, στο άρθρο 510 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ, προστέθηκε, μετά την αναρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατ' αποφάσεως, ως αυτοτελής λόγος αναίρεσης ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η’ του εν λόγω άρθρου, ήτοι "η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (άρθ. 476) ή ως ανυποστήρικτης (άρθ. 501 παρ. 1)». Οι περιπτώσεις αυτές, πριν από την ισχύ του νέου ΚΠΔ, ελέγχονταν αναιρετικά μόνο ως μορφή υπέρβασης εξουσίας, πλην όμως ήδη υπάγονται αποκλειστικά στην ως άνω ειδικότερη διάταξη και μόνο η μη υπαγόμενη σ' αυτήν αντίστροφη περίπτωση, κατά την οποία η έφεση παρά τον νόμο δεν απορρίφθηκε -όπως έπρεπε- ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, εξακολουθεί να υπάγεται στον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του νέου ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της υπέρβασης εξουσίας. Έτσι, η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής που προηγήθηκε της απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης, για μεν την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’, σε συνδυασμό με άρθρο 504 παρ. 4 του νΚΠΔ, για δε την επακολουθήσασα τελειωτική απόφαση, που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του αυτού Κώδικα [ΑΠ 1550/2024, ΑΠ 1367/2022], ενώ αν δεν απαντήσει το δικαστήριο στο ορισμένο αίτημα θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' του νΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα -που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης- υπάρχει (και) αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [Ε.Σ.Δ.Α.] και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ [που κυρώθηκε για πρώτη φορά με τον ν. 2329/1953, εκ νέου με το ν.δ 53/1974 και μεταγλωττίστηκε-αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π.δ. 76/1.11.2022], αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας [ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1225/2020].
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1685/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μετά των ταυτάριθμων πρακτικών της, καθώς και της, αναφερόμενης στη συνέχεια, εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την υπ' αριθ. 1306/2022 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, της αξιόποινης πράξης της απιστίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, του επέβαλε δε, μετά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ, ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, ενώ αποφάνθηκε να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα η ασκηθησόμενη έφεση ως προς την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, υπό τον όρο της καταβολής εγγυοδοσίας χρηματικού ποσού 5.000 ευρώ. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, άσκησε, αυθημερόν, τη με αριθμό ....2022 έφεσή του, η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στη δικάσιμο της 29ης.11.2023, κατά την οποία, όμως, όταν εκφωνήθηκε το όνομά του από το σχετικό έκθεμα, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή του και, ακολούθως, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο, α) το από 18.7.2023 αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης του αρμόδιου προς επίδοση οργάνου Ανθυπαστυνόμου Α. Κ. του ΑΤ … , που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο δια θυροκολλήσεως παρουσία και του μάρτυρα Αστυνομικού Σ. Χ. της ίδιας Υπηρεσίας, καθώς και β) το από 17.5.2023 αποδεικτικό επίδοσης αντιγράφου της κλήσης του αρμόδιου προς επίδοση οργάνου Αστυφύλακα Ν. Ε. του ΑΤ … , που επιδόθηκε στον δια της εφέσεως διορισθέντα αντίκλητο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δικηγόρο του Δ.Σ. Αθηνών Θεόδωρο ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟ του Σπυρίδωνα, που βρίσκονται στη δικογραφία και από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί στη συζήτηση της ασκηθείσας έφεσής του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά την ως άνω δικάσιμο της 29ης.11.2023. Αντί, όμως, του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως άγγελος, η δικηγόρος Αθηνών ..., η οποία ανήγγειλε κώλυμα (ασθένεια) στο πρόσωπό του και υπέβαλε, για λογαριασμό του, αίτημα αναβολής της κατ' έφεση δίκης λόγω προβλήματος υγείας του, δηλώνοντας, σύμφωνα με τα πρακτικά της προσβαλλομένης, τα οποία αποδεικνύουν όσα αναγράφονται σ' αυτά, αφού δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά (άρθ. 141 παρ. 3 ΚΠΔ), τα ακόλουθα: "Έρχομαι σαν άγγελος του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος είναι ασθενής. Την Δευτέρα αισθάνθηκε μια αδιαθεσία και υποβλήθηκε σε Rapid test το οποίο τον έδειξε θετικό σε εξέταση SARS-COV-2 και για τον λόγο αυτό ζητάει την αναβολή της δίκης. Είμαι και συνεργάτης του δικηγόρου Θεόδωρου ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ ο οποίος θα τον εκπροσωπήσει στο παρόν Δικαστήριο. Το γνωρίζουμε ότι είναι παλιά η πράξη αλλά λόγω του θέματος με την ασθένεια που προέκυψε, δεν μπορέσαμε να πάρουμε εξουσιοδότηση. Ο κύριος Μ. , ο κατηγορούμενος, είναι μόνιμος κάτοικος ... και έρχεται στην Αθήνα μόνο για τις υποθέσεις του. Μένει σε ξενοδοχείο και δεν μπορεί να μας προσκομίσει εξουσιοδότηση. Δεν έστειλε εξουσιοδότηση γιατί είναι παρών ο ίδιος σε όλα τα Δικαστήρια». Ταυτόχρονα, η άγγελος, προς υποστήριξη του αιτήματος αναβολής της δίκης και απόδειξη του επικαλούμενου λόγου αναβολής, προσκόμισε την από 28.11.2023 Βεβαίωση θετικού διαγνωστικού ελέγχου κορωνοϊού COVID-19 (για απουσία από την εργασία) του φαρμακείου «... Ο.Ε.», η οποία αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο. Επί του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής, η Εισαγγελέας της έδρας επιφυλάχθηκε να προτείνει και ζήτησε τη διακοπή της συνεδρίασης για σύντομο χρονικό διάστημα, κατόπιν δε τούτου το Δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του για τριάντα λεπτά της ώρας, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από οποιονδήποτε παράγοντα της δίκης, προκειμένου να επικοινωνήσει η εμφανισθείσα ως άγγελος, δικηγόρος, με το δικηγόρο του κατηγορουμένου και συνεργάτη της ή και με τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Μετά την παρέλευση του χρόνου διακοπής της δίκης, οπότε επαναλήφθηκε η διακοπείσα συνεδρίαση, εμφανίσθηκε και πάλι η ως άνω άγγελος του εκκαλούντος, η οποία αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέφερε, κατά λέξη, τα εξής: "Δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω με τον κατηγορούμενο. Ήταν πάντα παρών. Δεν θέλει να εκπροσωπηθεί από συνήγορο χωρίς να είναι ο ίδιος παρών. Δεν μπορεί να μας στείλει εξουσιοδότηση γιατί δεν έχει ηλεκτρονικό υπολογιστή μαζί του». Η Εισαγγελέας, ακολούθως, πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης και, περαιτέρω, την απόρριψη της έφεσης αυτού ως ανυποστήρικτης. Μετά την απορριπτική εισαγγελική πρόταση, η εμφανισθείσα ως άγγελος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δικηγόρος Αθηνών ..., λαμβάνοντας εκ νέου το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ανέφερε, κατά λέξη, τα εξής: "Σας ζητάω να διακόψει το Δικαστήριο για να δω τι θα κάνω. Να μου δώσετε την δυνατότητα να επικοινωνήσω μαζί του». Μετά από αυτά, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την παράθεση νομικής σκέψης κατά τα άρθρα 349 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης ως αβάσιμο και, ακολούθως, την έφεση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, ως ανυποστήρικτη, με το ακόλουθο σκεπτικό: «... Στην προκειμένη περίπτωση, η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος από το πρωτόδικο δικαστήριο ο κατηγορούμενος είναι απιστία σχετική με την υπηρεσία, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης και η ζημιά που προξενήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 € και είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με χρόνο τέλεσης της πράξης το διάστημα από τα έτη 2001 έως 2003. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση και κατά την εκδίκαση της έφεσης στις 29.11.2023, ο ανωτέρω επικαλέστηκε δια της συνηγόρου ..., που εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ως άγγελος, πρόβλημα υγείας του, που τον εμπόδισε να παραβρεθεί στο Δικαστήριο κατά την σημερινή συνεδρίαση και ειδικότερα ότι πάσχει από COVID 19 που διαγνώστηκε την προηγούμενη της δικασίμου ημέρα, όπως αυτό προκύπτει από την από 28-11-2023 Βεβαίωση Διαγνωστικού Ελέγχου Κορωνοϊού, για απουσία από την εργασία του φαρμακείου ... Ο.Ε.
Η ως άνω άγγελος, σε ερώτηση του Προέδρου του Δικαστηρίου, για ποιο λόγο δεν έστειλε ο κατηγορούμενος εξουσιοδότηση στο δικηγόρο του, για να τον εκπροσωπήσει, δεδομένου ότι η πράξη που κατηγορείται φέρεται τελεσθείσα από το 2001 έως και το 2003, απάντησε ότι ο κατηγορούμενος διαμένει σε ξενοδοχείο και δεν μπορεί να αποστείλει εξουσιοδότηση. Μετά τη δήλωσή της αυτή, το Δικαστήριο διέκοψε τη δίκη, για 30λεπτά τουλάχιστον, έτσι ώστε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του κατηγορούμενου που φέρετο, κατά δήλωση της ιδίας ότι ήταν ο Θεόδωρος Παναγόπουλος ή και με τον ίδιο τον κατηγορούμενο, έτσι ώστε να προσέλθουν στο ακροατήριο, για να υποβάλουν το τυχόν αίτημα αναβολής και να διαπιστώσει το Δικαστήριο, ιδίοις όμμασι, την κατάσταση υγείας του κατηγορούμενου. Μετά την παρέλευση των τριάντα και πλέον λεπτών που έθεσε το Δικαστήριο, ως εύλογο χρονικό διάστημα, για την ενημέρωση των ανωτέρω, και αφού εκφωνήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εμφανίστηκε η ως άνω άγγελος του κατηγορουμένου η οποία ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, ούτε και με το δικηγόρο του και ότι δεν μπορεί ο κατηγορούμενος να στείλει εξουσιοδότηση, γιατί δεν έχει ηλεκτρονικό υπολογιστή μαζί του. Τούτο, όμως, είναι αντιφατικό καθόσον, εφόσον δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί του, πώς γνωρίζει ότι δεν μπορεί να στείλει εξουσιοδότηση, λόγω της έλλειψης ηλεκτρονικού υπολογιστή εκ μέρους του. Από τη συνεκτίμηση των όσων ανέφερε, ως άγγελος, η πιο πάνω συνήγορος και την ανάγνωση του εκτυπωμένου εγγράφου- Βεβαίωσης θετικού διαγνωστικού ελέγχου Κορωνοϊού, δεν συνάγεται αναμφίβολα, ότι ο εκκαλών- κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε το ακροατήριο, κατά την σημερινή δικάσιμο, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας. Ειδικότερα, η πιο πάνω "Βεβαίωση», εκτός του ότι προκύπτει ότι δεν δόθηκε για δικαστική χρήση, δεν συνοδεύεται από ιατρικό έγγραφο εκδοθέν από νοσηλευτικό ίδρυμα (Δημόσιο ή ιδιωτικό) που να πιστοποιεί την αδυναμία του ασθενούς να μετακινηθεί και να προσέλθει στο δικαστήριο, αφού απλώς αναφέρει ότι δίδεται για την "απουσία από την εργασία του», και συνεπώς δεν είναι πειστική ως προς το περιεχόμενο της. Επιπλέον δεν προκύπτει εάν ο ασθενής έλαβε κάποια φαρμακευτική αγωγή ούτε και ότι αυτός βρίσκεται κλινήρης σε σπίτι ή κάπου αλλού, ενώ, εξάλλου ούτε και περί αυτού ανέφερε κάτι σχετικό η ως άνω άγγελος. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα αναβολής της δίκης, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου υποβάλλεται παρελκυστικά και χωρίς νόμιμο ουσιαστικό λόγο.
Εξάλλου, το Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, διέκοψε τη δίκη για εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου αυτός ή ο δικηγόρος του να προσέλθουν, ο δε ισχυρισμός της δικηγόρου- αγγέλου, ότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του κρίνεται μη βάσιμος αφού στο εύλογο χρονικό διάστημα που διεκόπη η δίκη θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του, ώστε να ενημερωθεί για τη δυνατότητα που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η ανωτέρω δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί του, εάν τούτο είναι αληθές, σημαίνει ότι είτε είχε απενεργοποιημένο το τηλέφωνο του είτε ότι δεν απάντησε στην κλήση, χωρίς λόγο. Μετά από αυτά το επικαλούμενο πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου, δεν κρίνεται ότι συνιστά σοβαρό λόγο, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, για την αναβολή της δίκης, δεδομένου μάλιστα, ότι επίκειται άμεσος κίνδυνος παραγραφής της πράξης την οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός, η οποία ανάγεται στο χρονικό διάστημα από το 2001 έως το 2003.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής, παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία εκδόθηκε πριν από την προσβαλλόμενη τελειωτική απόφασή του και συμπροσβάλλεται με αυτήν [άρθ. 504 παρ. 4 ΚΠΔ], την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκτείνεται και στις προπαρασκευστικές αποφάσεις, καθώς, προκειμένου να καταλήξει στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μνημονεύοντας ρητά, α) τις προδιαληφθείσες δηλώσεις, στο ακροατήριο, της εμφανισθείσας ως αγγέλου του, δικηγόρου Αθηνών ..., η οποία ανακοίνωσε κώλυμα (ασθένεια) αυτού να προσέλθει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της έφεσής του, καθώς και τις απαντήσεις που έδωσε η ίδια σε απευθυνόμενες προς αυτήν σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, και β) την προσκομισθείσα από την άγγελο, και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο, από 28.11.2023 Βεβαίωση θετικού διαγνωστικού ελέγχου κορωνοϊού COVID-19 του φαρμακείου ... Ο.Ε. , που ήταν τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία (μέσα), [αφού, στο ακροατήριο, δεν εξετάστηκε μάρτυρας ούτε προσκομίστηκε-αναγνώσθηκε, πλην της ανωτέρω βεβαιώσεως, οποιοδήποτε έγγραφο], από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει στην ταυτάριθμη συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του και προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, με νομικούς συλλογισμούς που αιτιολογούν τη δικανική του πεποίθηση ότι δεν συνέτρεχε σοβαρός λόγος υγείας στο πρόσωπο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, που να αποτελεί, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, νόμιμο λόγο αναβολής, και ότι το αίτημα για αναβολή της δίκης υποβλήθηκε παρελκυστικά και χωρίς νόμιμο ουσιαστικό λόγο. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων (μέσων), τα οποία και μόνο τέθηκαν υπόψη του, δεν πείστηκε, κατά την αιτιολογημένη κρίση του, για την ύπαρξη σοβαρού λόγου υγείας, τέτοιου, που εμπόδισε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο να μετακινηθεί και να εμφανιστεί ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο (29.11.2023) εκδίκασης της έφεσής του. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της συμπροσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας απόφασης, από μόνη την από 28.11.2023 αναγνωσθείσα, στο ακροατήριο, Βεβαίωση θετικού διαγνωστικού ελέγχου κορωνοϊού, από την οποία προέκυπτε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος διαγνώστηκε θετικός σε τεστ ανίχνευσης COVID-19 (κορωνοϊού), στο οποίο είχε υποβληθεί την προηγουμένη της δικασίμου, δεν προέκυπτε, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την εμπεριεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο μερικότερη αιτίαση, και η σοβαρότητα του σχετικώς προβαλλόμενου λόγου υγείας, ως λόγου, δηλαδή, που δικαιολογούσε-πιστοποιούσε αντικειμενική αδυναμία του ήδη αναιρεσείοντος να μετακινηθεί και να εμφανιστεί ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της έφεσής του την επόμενη ημέρα, ούτε, βέβαια, προέκυπτε η τρέχουσα κατάσταση της υγείας του κατά την ημέρα της δικασίμου (29.11.2023) και δη, εάν βρισκόταν κλινήρης σε ξενοδοχείο στην Αθήνα ή στην οικία του, ως μόνιμος κάτοικος ..., ή κάπου αλλού και αν, συνεπεία της νόσησής του από κορωνοϊό, αδυνατούσε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για τα οποία ουδέν σχετικό ανέφερε η ανωτέρω δικηγόρος, εμφανισθείσα ως άγγελος, παρά μόνο ότι αυτός διαγνώστηκε θετικός σε κορωνοϊό και για το λόγο αυτόν ζητά την αναβολή της δίκης, γεγονός, όμως, που, όπως αναφέρθηκε, δεν αποδεικνύει από μόνο του και την απαιτούμενη, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, ύπαρξη σοβαρού λόγου υγείας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Σε ερώτηση δε του Προέδρου του Δικαστηρίου προς την ως άνω άγγελο, γιατί ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν απέστειλε εξουσιοδότηση στον, κατά τη δήλωσή της, δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο για να τον εκπροσωπήσει στην κατ' έφεση δίκη ενόψει ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο εκκαλών φέρεται τελεσθείσα από το έτος 2001 έως το 2003, η άγγελος απάντησε ότι ο εκκαλών είναι μόνιμος κάτοικος ... , μεταβαίνει στην Αθήνα μόνο για τις υποθέσεις του, διαμένει σε ξενοδοχείο και δεν έστειλε εξουσιοδότηση επειδή είναι παρών ο ίδιος σε όλα τα Δικαστήρια (σελ. 2 πρακτικών προσβαλλομένης). Κατόπιν τούτου, μολονότι το Δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση για εύλογο χρονικό διάστημα, και δη για τριάντα λεπτά της ώρας, προκειμένου να επικοινωνήσει η άγγελος με τον δικηγόρο του κατηγορουμένου Θεόδωρο Παναγόπουλο, ή και με τον ίδιο τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο ώστε να προσέλθουν αυτοί, ή ένας εξ αυτών, στο ακροατήριο, ουδείς εκ των δύο προσήλθε κατά την επαναληφθείσα διακοπείσα συνεδρίαση, παρά εμφανίστηκε εκ νέου η ως άνω άγγελος δηλώνοντας ότι δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά δήλωσή της, διέμενε σε ξενοδοχείο στην Αθήνα και δεν μπορούσε να στείλει εξουσιοδότηση γιατί δεν είχε μαζί του ηλεκτρονικό υπολογιστή [3η σελ. , πρώτη παράγραφος των πρακτικών της προσβαλλομένης], γεγονός όλως αντιφατικό, όπως επισημαίνεται στο σκεπτικό της συμπροσβαλλομένης, αφού, σύμφωνα και με τους κανόνες της κοινής λογικής, ήταν αδύνατον να γνωρίζει η άγγελος ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν μπορούσε να στείλει εξουσιοδότηση στο δικηγόρο του γιατί δεν είχε μαζί του ηλεκτρονικό υπολογιστή, εφόσον η ίδια δεν είχε επικοινωνήσει μαζί του, σύμφωνα με τη δήλωσή της, ούτε ανέφερε σχετική επικοινωνία της με το δικηγόρο του κατηγορουμένου και συνεργάτη της. Επισημαίνεται δε, επιπλέον, στο σκεπτικό της συμπροσβαλλομένης, ότι το γεγονός που δεν μπόρεσε η ως άνω δικηγόρος-άγγελος να επικοινωνήσει με τον εκκαλούντα, ήδη αναιρεσείοντα, μαρτυρεί ότι ο εκκαλών είτε είχε απενεργοποιημένο το τηλέφωνο του είτε ότι δεν απάντησε στην κλήση της χωρίς λόγο [σελ. 5η, τέλος πρώτης παρ. της προσβαλλομένης], συλλογισμός, επίσης, συμβατός με την κοινή λογική. Με τις παραπάνω παραδοχές, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την εμπεριεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αντίστοιχη αιτίαση, το Δικαστήριο αιτιολόγησε ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του ότι το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε παρελκυστικά, παραθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παρέλκυση της δίκης εκ μέρους του εκκαλούντος- κατηγορουμένου. Ενόψει των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων (μέσων) που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και τα συνεκτίμησε, δεν πείστηκε αυτό για την ύπαρξη σοβαρού λόγου υγείας, τέτοιου, δηλαδή, που δικαιολογούσε αντικειμενική αδυναμία του ήδη αναιρεσείοντος να μετακινηθεί και να εμφανιστεί ενώπιον του κατά την ως δικάσιμο, αλλά, αντιθέτως, έκρινε ότι το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε παρελκυστικά, και με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς ενδοιαστική διατύπωση, ότι το επικαλούμενο πρόβλημα υγείας του εκκαλούντος-κατηγορουμένου δεν συνιστά σοβαρό λόγο υγείας για την αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, χωρίς να παραβιάσει τη θεμελιώδη αρχή in dubio pro reo, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με την εμπεριεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο σχετική αιτίαση. Επίσης, και οι λοιπές αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο (πρώτο) αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) Η παραδοχή ότι η πιο πάνω Βεβαίωση του θετικού διαγνωστικού ελέγχου Κορωνοϊού δεν δόθηκε για δικαστική χρήση (σελ. 4η, τελ. παρ.), είναι απολύτως πλεοναστική, στην οποία, κατά τις παραδοχές της παρεμπίπτουσας απόφασης, ουδόλως θεμελιώνεται η ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και η συνακόλουθη, περί αυτού, απορριπτική κρίση και 2) Η επίκληση του κινδύνου παραγραφής στο τέλος του σκεπτικού της παρεμπίπτουσας απόφασης, δεν συνιστά την κύρια ή αποκλειστική αιτιολογία που θεμελιώνει την ως άνω απορριπτική κρίση, αλλά πρόκειται για διηγηματική αναφορά προς ενίσχυση της εκτεθείσας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απορριπτικής απόφασης, και, συνεπώς, ουδόλως θίγει την επαρκή πληρότητα της αιτιολογίας αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η ταυτάριθμη συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, κρίνοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με βάση τα ανωτέρω, ότι δεν συνέτρεχε βάσιμος λόγος αναβολής, δεν υποχρεούνταν, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, να διερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης ούτε να αιτιολογήσει τη μη διακοπή αυτής, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προβλήθηκε από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, δια της εμφανισθείσας, ως αγγέλου αυτού, δικηγόρου Αθηνών, αυτοτελές αίτημα για διακοπή της δίκης σε περίπτωση που απορρίπτονταν το αίτημα αναβολής, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §§ 1 περ.δ', 2 του νΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω προσβολής του δικαιώματος ακρόασης του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου και έλλειψης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος διακοπής της δίκης, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, μετά την αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, ο μη εμφανισθείς εκκαλών-κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, δεν εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, προκειμένου να υποστηρίξει την έφεσή του, και, κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο, ορθά και νόμιμα απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αφού διαπίστωσε ότι αυτός, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αναγνωσθέντα δημόσια στο ακροατήριο, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αποδεικτικά επίδοσης των αντίστοιχων κλήσεων προς τον ίδιο [εκκαλούντα] και τον αντίκλητο του δικηγόρο Αθηνών Θεόδωρο Παναγόπουλο, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της έφεσης στην ορισθείσα δικάσιμο της 29.11.2023, και ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του νΚΠΔ λόγος αναίρεσης για παράνομη απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, όπως, αβάσιμα, αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη τελειωτική απόφαση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, η τυχόν παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ.
Εν προκειμένω, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, κρίθηκαν αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης και, ακολούθως, της παράνομης απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε την υπεράσπισή του, οπότε ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα και 6 παρ. 1-3 ΕΣΔΑ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας, λόγω προσβολής του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, είναι, επίσης, αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του ν.5090/2024 και ισχύει από 1.5.2024 κατά το άρθρο 138 παρ.1 του ίδιου νόμου], όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.3.2024 αίτηση [επιδοθείσα αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου] του Ν. Μ. του Π. , κατοίκου ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1685/2023 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαϊου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποσχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
anchor link
Εγγραφήκατε επιτυχώς στο newsletter!
Η εγγραφή στο newsletter απέτυχε. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα.
Αρθρογραφία, Νομολογία ή Σχόλια | Άμεση ανάρτηση | Επώνυμη ή ανώνυμη | Προβολή σε χιλιάδες χρήστες σε όλη την Ελλάδα